ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 127)

του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, μουσικολόγου

Ο μεγάλος ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, από την αναχώρηση του οποίου στ’ άστρα συμπληρώθηκαν φέτος 30 χρόνια, είχε πολεμήσει στο μέτωπο, στην Αλβανία, το 1940. 

Το καλοκαίρι του 1939, όταν τα σύννεφα του πολέμου μαζεύονταν στον ορίζοντα, ο Γιάννης Τσαρούχης, κατατάσσεται στο 34ο Στρατόπεδο στο Γουδί. Με την κήρυξη του πολέμου βρέθηκε στα σύνορα, στο Κούτσι, έχοντας συντροφιά του το βιβλίο του Ανατόλ Φρανς “Θαϊς”. Εργάζεται για τη δημιουργία καμουφλάζ στρατιωτικών εγκαταστάσεων και στολών για τους φαντάρους που έπαιρναν μέρος στις εφόδους. Ζωγράφιζε πορτρέτα στρατιωτών και γίνεται δημοφιλής, δέχεται μάλιστα παραγγελίες.

Ο Τσαρούχης διακατεχόταν από έμφυτο αντιηρωισμό και αντιμιλιταρισμό. Όμως, ήξερε μέσα στην φωτιά του πολέμου να υμνεί τον άνθρωπο. Τους συστρατιώτες του, που πολεμούσαν με ανδρεία και αυταπάρνηση και οι οποίοι στα μάτια του έπαιρναν διαστάσεις μεγαλοσύνης.

“Για πες μου εσύ, ρε καλλιτέχνη, έχεις καταλάβει γιατί πολεμάμε;” τον είχε ρωτήσει κάποτε ένας αξιωματικός. “Η καθαρότητα της ελληνικής γραμμής μάχεται το ιταλικό κιάρο σκούρο”, είχε απαντήσει.

Ο Τσαρούχης χαρακτήρισε τον πόλεμο “σαν μια κακοσχεδιασμένη εκδρομή όπου κρυώνεις, πεινάς και χάνεις το αίσθημα της ιδιοκτησίας. Ό,τι έχεις το κουβαλάς στην πλάτη σου και ό,τι βαραίνει το πετάς”.

Με την τέχνη της ειρωνείας, που κάτεχε καλά, στιγμάτιζε την γερμανική αλαζονεία.

Αυτοπροσωπογραφία στο μέτωπο της Αλβανίας, 1941.
Μολύβι σε χαρτί, 16,8 x 11,6 εκ. © Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη

Αλλά έχει ενδιαφέρον πως ο ίδιος, μετά από χρόνια, εστίασε σ΄ ένα παλιό χαμένο έργο του, στην “Παναγία της Νίκης” ή Αρβανίτισσα Παναγιά.

Ιδού η μαρτυρία του:
“Τις τελευταίες μέρες του πολέμου της Αλβανίας, στο χωριό Κούτσι, την ώρα που παίρναμε συσσίτιο στα σκοτεινά ακούσαμε το εξής νέο: Η Παναγία παρουσιάστηκε σ’ έναν ανθυπασπιστή και αυτός την εξέλαβε για Αλβανίδα, προφανώς κατάσκοπο, και πήγε να την πυροβολήσει με το ρεβόλβερ του. Αυτή σήκωσε την παλάμη της να τον σταματήσει και τού είπε: “Μη χτυπάς. Ένα έχω να σου πω: τη Λαμπρή θα είσαστε στα σπίτια σας”. 

Αμέσως δόθηκε διαταγή να χτιστεί εκκλησία στο μέρος που παρουσιάστηκε η Παναγία, ή μάλλον να επισκευαστεί ένας γκρεμισμένος μύλος. Οι μύλοι όλοι στην Αλβανία είναι τετράγωνα κτίρια για καλαμπόκι. Μου πρότεινε ο διοικητής να κάνω τοιχογραφίες, αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Το μέρος αυτό εβάλλετο πολύ από τους Ιταλούς και εφοβόμουν. Δέχτηκα όμως να κάνω τέσσερις εικόνες για το τέμπλο, αν βρουν τέσσερις σανίδες. Μπογιές είχε μαζί του ο λοχαγός μου, ο μακαρίτης Γεωργόπουλος, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να κάνω σκηνές από μάχες. Αυτές οι μπογιές εχρησίμευσαν στην αρχή του πολέμου για να καμουφλαριστούν τα νίκελ του αυτοκινήτου του διοικητού. Κι αργότερα, για να κάνω μερικά πορτραίτα του λοχαγού αυτού, που ήταν φιλότεχνος και βιβλιόφιλος. Ύστερα από πολλές έρευνες βρέθηκε ένα καπάκι από κιβώτιο. Εκεί πάνω ζωγράφισα την “Παναγία της Νίκης”, έχοντας ως πρότυπο μια κακοζωγραφισμένη Παναγία που κυκλοφορούσε σε δελτάρια. Όταν τελείωσε, την εθαύμασαν όλοι οι στρατιώτες, και ένας λοχαγός με παζάρευε να του κάνω μια ίδια για την Κέρκυρα. Ο διοικητής του τάγματος έμενε μακριά από τα σπίτια που μέναμε εμείς, σε μια σκηνή καμουφλαρισμένη με κούμαρα. Ήταν μακριά η σκηνή του και έστειλε έναν μοτοσυκλετιστή, εξαιρετικά ωραίο και πολύ μάγκα, για να με κουβαλήσει εκεί που έμενε. Επήρα την εικόνα μαζί μου και καβάλησα τα καπούλια της μοτοσυκλέτας.

Ο Τσαρούχης με την εικόνα της Παναγίας που ζωγράφισε στο Αλβανικό μέτωπο, 1940-41

Καθώς πηγαίναμε στο διοικητή, έφραξαν σχεδόν το δρόμο στρατιώτες από την Άρτα, που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί και είχαν πληροφορηθεί για την ύπαρξη της εικόνας. Ήδη, το ταπεινό μου έργο, που δεν είχε στεγνώσει ακόμα, είχε αποκτήσει φήμη θαυματουργής εικόνας. Εκείνη την ώρα βάρεσε συναγερμός. Δηλαδή ένας στρατιώτης με μια σάλπιγγα τυλιγμένη σε ιμάντες από γκέτες από χακί ύφασμα, εσάλπισε. Εγώ και ο μοτοσυκλετιστής πέσαμε μπρούμυτα, σύμφωνα με τις διαταγές που είχαμε. Κανένας Αρτινός δεν έκανε το ίδιο. “Βρε συνάδελφε”, μου είπε ένας, “βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι;” “Όχι, φίλε”, του απάντησα, “αλλά είμαι στρατιώτης και υπακούω στις διαταγές των ανωτέρων”. Όταν με είδε ο διοικητής με γένια και κακοτυλιγμένες γκέτες, μου είπε: “Έλληνας στρατιώτης είσαι εσύ ή Βούλγαρος αιχμάλωτος; Για να δούμε την εικόνα. Την έχεις κάνει άγρια την Παναγία, σαν Αρβανίτισσα. Και ο Χριστός είναι κι αυτός αγριωπός”.
Για να τον θαμπώσω τού είπα κάτι από τους Ψαλμούς του Δαβίδ: “Ευλογητός ει Κύριε ο διδάσκων τας χείρας μου εις πόλεμον, τους δακτύλους μου εις παράταξιν”. “Βλέπω είσαι και θεοφοβούμενος”, μου απάντησε. Φώναξε τον κουρέα να με ξουρίσει και ένας στρατιώτης με βοήθησε να τυλίξω καλά τις γκέτες μου. Αισθανόμουνα σαν ηθοποιός του κινηματογράφου που τον ετοιμάζουν για γύρισμα. Και ο διοικητής είπε σε έναν ανθυπολοχαγό να μου βγάλει μια φωτογραφία με την εικόνα μαζί. “Τώρα που είναι αξιοπρεπής Έλληνας στρατιώτης”.

H αρχική φωτογραφία επιχρωματίστηκε από τον Χρήστο Καπλάνη
και δημοσιεύτηκε στη σελίδα Past in Color

Όταν γύρισα μετά τον πόλεμο στην Αθήνα, μου παραδώσανε αυτή τη φωτογραφία και την έχω ακόμα. Η εικόνα παρίστανε την Παναγία με το Χριστό και στο κάτω μέρος τα θαύματά της. Αριστερά τον ανθυπασπιστή που πάει να πυροβολήσει την Παναγία και δεξιά τους στρατιώτες που πάνε να χτίσουν το μύλο για να τον κάνουνε εκκλησία.

Την άλλη μέρα φύγαμε για τα Γιάννενα. Πάνω σ’ ένα φορτηγό ήμαστε στριμωγμένοι και μερικοί τραγουδούσαν το “Έχε γεια καημένε κόσμε” και κανένα ταγκό της Βέμπο. Μερικοί απληροφόρητοι νόμιζαν ότι πανηγυρίζουμε και μας ρωτούσαν: “Επεσε το Τεπελένι;” Πριν φύγουμε ένας χωροφύλακας πήγε και παρέλαβε την εικόνα να την πάει στην εκκλησία που είχε ήδη χτιστεί. Ένας στρατιώτης που τον ήξερε μου είπε: “Αυτός δεν θα την πάει στην εκκλησία, θα την πάει στο σπίτι του να τη δώσει της μάνας του. Είναι πολύ θρήσκα κι αυτός ο ίδιος ανήκει σε θρησκευτική οργάνωση”. Δεν έμαθα ποτέ πού βρίσκεται αυτή η εικόνα. Άργε στο Κούτσι με τα δαντικά τοπία; Ή στο σπίτι του χωροφύλακα; Αγνοώ τελείως.”

Τελικά, η εκκλησία χτίστηκε στο Γκολεμί, στο σημείο που ο στρατιώτης είδε το όραμα με την Παναγία, με χρήματα των στρατιωτών του μετώπου! Σύμφωνα με μαρτυρίες η εκκλησία καταστράφηκε επί Χότζα.

 

Βιβλιογραφία
– Μαρτυρίες ’40-’41, Κ. Χατζηπατέρα – Μ. Φαφαλιού.
– Μαρίας Καραβία, Ο Τσαρούχης με το χακί του ’40 (τόμος -αφιέρωμα στον Γ. Τσαρούχη Ωσεί μύρα και στο βιβλίο τηςΟ στοχαστής του Μαρουσιού).
– Υλικό από το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Πηγή: panagiotisandriopoulos.blogspot.com

του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, μουσικολόγου Ο μεγάλος ζωγράφος

Από την πρώτη στιγμή, το «Άβαλον των Τεχνών» δήλωσε λάτρης των λιγότερο γνωστών και αγνοημένων καλλιτεχνών του παρελθόντος που είχαν να πουν κάτι στον σύγχρονο κοινό. Έτσι όταν ο Ρένος Χαραλαμπίδης και ο Γιάννης Χριστόπουλος, παλιοί γνώριμοι του περιοδικού, δήλωσαν ότι ανεβάζουν μια παράσταση για αγνοημένους συνθέτες και ποιητές του Μεσοπολέμου, το πρώτο πράγμα που σκεφθήκαμε ήταν μια συνέντευξη μαζί τους.

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη

Tην Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019, παρουσιάζεται μια μουσική παράσταση με τίτλο «Μπαλάντα για τους άδοξους ποιητές των αιώνων» Τι να περιμένουμε;

Γ.Χ: Eκείνο που μπορούμε να πούμε ότι εκείνο που χαρακτηρίζει την παράσταση είναι η ποιότητα από όλες τις πλευρές. Η οποία δεν είναι δεδομένη, αγωνιζόμαστε για αυτήν διαρκώς.
Ρ.Χ: Η ποιότητα είναι το αποτέλεσμα της έρευνας και της αγωνίας μας γύρω από το αντικείμενό μας και πάντα μίας αυτοαμφισβήτησης.
Γ.Χ: Kαι το κοινό μας το βλέπουμε όχι ως μάζα , αλλά ως πρόσωπα, ως ψυχές οι οποίες μέσα σε αυτή τη βραδιά φιλοδοξούμε να γίνουν πιο πρόσωπα. Εννοώ, οι ψυχές τους να ενωθούν μέσα από αυτή τη βραδιά.
Ρ.Χ: Και πώς ενώνονται οι ψυχές; Μέσα από κοινά μυστικά. Θα αποκτήσουμε ένα κοινό μυστικό που θα είναι η αγάπη μας για τους άδοξους ποιητές που πέρασαν τον 20ο αιώνα κυρίως γύρω από το μεσοπόλεμο, με πολύ μικρές εξαιρέσεις, οι οποίοι, ενώ παρήγαγαν φως, ξεχάστηκαν στη σκιά. Όμως έχουν επιλεγεί και συνθέτες ενός ρεπερτορίου που του άξιζε μεγάλο φως, γιατί δημιούργησαν για το φως και τελικά ή ξεχάστηκαν στη σκιά, ή, για να είμαστε αισιόδοξοι, απλά ακόμα η πορεία τους προς το φως δεν έχει ολοκληρωθεί.
Γ.Χ: Εγώ αποδέχομαι αυτό, ότι η πορεία τους προς το φως ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί.

 

Γιάννη, θα ήθελα να μου πεις ως τενόρος που είσαι, για αυτούς τους ξεχασμένους συνθέτες.

Γ.Χ: Κοίταξε να δεις, για να είμαστε τώρα ακριβείς, δεν είναι απολύτως ξεχασμένοι, είναι κατά κάποιον τρόπο λιγότερο φωτισμένο το έργο τους στην κοινωνία. Η κοινωνία δεν είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το έργο τους. Συνθέτες όπως είναι ο Δημήτρης Ρόδιος.
Ο Δημήτρης Ρόδιος είναι ένας εξαιρετικός συνθέτης-τραγουδοποιός, Αθηναίος, έγραψε καθαρά αστική, αθηναϊκή μουσική, είναι της αθηναϊκής σχολής. Έχει γράψει καντάδες, έχει γράψει και τραγούδια πάρα πολλά, και η ομορφιά της υπόθεσης είναι ότι τα τραγούδια του Ροδίου, κυρίως προπολεμικά, παίζονταν στα σαλόνια των σπιτιών, τότε που δεν υπήρχαν πολλά γραμμόφωνα και η μουσική δεν παρήγετο τόσο εύκολα με ένα δίσκο που βάζουμε τώρα ή μία κασέτα παλιότερα, έπρεπε να ήταν ζωντανή. Όποιο σπίτι είχε κλειδοκύμβαλο, πιάνο, ήταν τα τραγούδια του Ρόδιου, τα οποία ήταν η ζωντανή τους διασκέδαση, ήταν προϊόν αγάπης του ευρέως κοινού στην εποχή στην Αθήνα. Ένας συνθέτης ο οποίος σπούδασε νομικά, παράτησε τη νομική για να ασχοληθεί απολύτως με τη μουσική και για να επιβιώσει οικονομικά επειδή δεν μπορούσε μέσα από το τραγούδι, είχε ανοίξει με τον αδερφό του ένα κορνιζάδικο στην οδό Βουλής απέναντι από τη στοά Μπόκολα, σε ένα νεοκλασικό κτίριο που υπάρχει ως ερείπιο όμως τώρα,. Εκεί ήταν το κορνιζάδικο των αδερφών Ροδίου, ο οποίος έζησε πάρα πολλά χρόνια και έχει γράψει και εκκλησιαστική μουσική, τετράφωνη μουσική για την εκκλησία, και καντάδες και αυτά τα εξαιρετικά τραγούδια. Αυτού του συνθέτη τα τραγούδια είναι εξαιρετικά μελωδικά, αρμονικά και πάρα πολύ όμορφα.
Από την άλλη, σε αντιδιαστολή ας πούμε ο Καζάσογλου ήταν ένας σπουδαίος συνθέτης, ένας διανοούμενος, ο οποίος έχει ένα ιδεολογικό πρόταγμα στη ζωή του και στην τέχνη που κάνει. Αγωνίζεται για να επικοινωνήσει τη σύγχρονη ελληνική μουσική, προσπαθεί να φτιάξει μία σύγχρονη μουσική αλλά ελληνική.

Αν δεν κάνω λάθος είχε σχέση με την Εθνική Μουσική Σχολή.

Γ.Χ: Ακριβώς. Ανήκε στην Εθνική Σχολή, δεν είχε τη φήμη του Καλομοίρη, γιατί αυτά παίζουν λίγο και με το πόσο «πολιτικός» είσαι,. Αυτός δεν ήταν. Υπήρξε σοβαρός άνθρωπος, πάρα πολύ καλλιεργημένος, έγραφε ποίηση και ο ίδιος, πάρα πολύ μορφωμένος, χαμηλών τόνων από ό,τι έχω μάθει και έχω ρωτήσει, δούλευε πολλά χρόνια και στην ΕΡΤ, έγραφε μουσική. Ήταν παντρεμένος με μία μέτζο-σοπράνο, γι’ αυτό και βλέπεις ότι τα περισσότερα τραγούδια του είναι για γυναικεία φωνή χαμηλή και για αυτό διαλέξαμε μόνο ένα του, γιατί τα πιο πολλά τραγούδια ήταν γραμμένα επάνω στη φωνή της γυναίκας του και δεν ευνοούν να τα πει τενόρος. Αυτός ψάχνει να βρει αρχαϊκά στοιχεία στη μουσική του, υπάρχει ένα κομμάτι που λέγεται «Αρχαϊκή Μινιατούρα» δεν την παίζουμε στην βραδυά που κάνουμε, αλλά είναι μία μουσική η οποία δεν είναι τόσο εύκολη για το αυτί του μέσου ακροατή αλλά είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα.

Γεώργιος Καζάσογλου

Πέρα από τον Ρόδιο και τον Καζάσογλου, ποιους άλλους συνθέτες διαλέξατε;

Γ.Χ: Συνθέτες όπως ο Θεοφάνους, ο Καμηλιέρης, ο Τιμόθεος Ξανθόπουλος που είναι πιο παλιός και από τον Ρόδιο, έγραψε μουσική της εποχής του, αρχές του 20ου αιώνα. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι σπούδασε μουσική στη Βιέννη και στο πτυχίο που έχει, ο ένας που υπογράφει το δίπλωμά του είναι ο Γιόχαν Μπραμς. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πάρα πολλά έργα του. Το τραγικό στην ιστορία αυτών των συνθετών είναι ότι δυστυχώς, επειδή παλιότερα δεν υπήρχαν οι τεχνικές ανέσεις να αποτυπωθούν τα έργα τους ως εκδόσεις συγκεκριμένες και οργανωμένες, χάθηκαν πάρα πολλά πράγματα, γιατί ήταν γραμμένα στο χέρι. Πολλοί από τους συνθέτες οι οποίοι πέθαναν, οι συγγενείς τους δεν ήξεραν τι είχαν και τα πέταγαν, και έτρεχαν διάφοροι φιλόμουσοι μαέστροι στα σκουπίδια για να βρουν ό,τι προλάβουν. Χάθηκαν έτσι πάρα πολλά αξιόλογα πράγματα ακόμα και μεγάλων συνθετών.
Αυτό δεν βοήθησε την παραμονή και τη διάσωση πολλών πραγμάτων. Βέβαια τα τελευταία χρόνια γίνεται μία πάρα πολύ σημαντική προσπάθεια και υπάρχει φως και αισιοδοξία και σιγά-σιγά βλέπετε ότι οργανώνονται τα πράγματα και σιγά-σιγά δημιουργείται το υλικό και αποτυπώνεται και σε εμάς.
Βάζουμε επίσης και ένα τραγούδι σύγχρονο, του σύγχρονου συνθέτη και ζώντος ποιητού του Ερρίκου Βάϊου και του Καρτελιά το ποίημα, «Βουτάω στμάτια των ανθρώπων». Αυτό το κάνουμε γιατί πραγματικά εγώ και ο Ρένος, θεωρούμε ότι αυτά τα πράγματα επειδή ακριβώς αφορούν το σήμερα, έχουν επηρεάσει και τους σημερινούς ανθρώπους.

Ρένο θα μας πεις πως έγινε η επιλογή των ποιητών που παρουσιάζετε στο Μέγαρο;

Ρ.Χ: Εμένα πάντα με απασχόλησε στην ιστορία της τέχνης το τι μένει και τι χάνεται. Πάντα δηλαδή με απασχολούσαν και οι τεχνητοί μηχανισμοί, το σύστημα το λεγόμενο, αλλά και κάποιοι φυσικοί μηχανισμοί, όπως είναι οι φυσικοί μηχανισμοί επιλογής στη φύση όπου το πιο αδύναμο είδος εξαφανίζεται. Το ότι έχουν εξαφανιστεί από τη φύση κάποια ζώα, δεν σημαίνει ότι δεν θα θέλαμε να τα δούμε σήμερα ή ότι δεν θα γοητευόταν ο άνθρωπος εάν σήμερα έβλεπε έναν τυραννόσαυρο. Ο τυραννόσαυρος όμως, παρόλο που ήταν τόσο δυνατός, δεν κατάφερε να επιβιώσει και επιβίωσε ας πούμε η κατσαρίδα. Εμείς, τώρα, μέσα από τους άδοξους ποιητές του 20ου αιώνα, του μεσοπολέμου και στα πέριξ του μεσοπολέμου, προσπαθούμε να βρούμε αβγά δεινοσαύρων που δεν έσκασαν ποτέ. Ο λόγος που δεν έσκασαν ήταν τα ιστορικά γεγονότα. Όλοι πήγαν στη μάχη και σκοτώθηκαν, προσωπικά πάθη, ναρκωτικά, ατυχίες, φυματιώσεις, αρρώστιες, αστοχίες δικές τους, έλλειψη επικοινωνιακής ευφυΐας. Γιατί το να είσαι σπουδαίος ποιητής, δεν σημαίνει ότι είσαι ένας έξυπνος άνθρωπος που προωθεί το έργο του,
Γ.Χ : Επίσης υπάρχει μεγάλος εγωισμός είναι εγωισμός, ένας εγωισμός ο πιο μεγάλος του τύπου «Θα με απορρίψετε εσείς και εγώ δεν θα κάνω τίποτα».
Ρ.Χ: Ίσως να πούμε και κάτι πιο σκληρό, μία τεμπελιά, που τέλος πάντων έκανε όλη αυτή τη μικρή ποιητική τους παραγωγή –αυτοί έγραψαν λίγο και εξέδωσαν ακόμη λιγότερο– να μείνει για πάντα σε μία εκκρεμότητα και δυστυχώς η μοίρα της κάθε εκκρεμότητας, είτε είναι στην πολιτική είτε στην ποίηση, είναι το σκοτάδι, είναι η λήθη.
Γ.Χ: Εγώ πάντως δεν είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί οι άδοξοι καλλιτέχνες δεν έπεσαν θύματα καταστάσεων, όπως των σημερινών. Όπως όταν το ΔΟΛ κτυπούσε την «Εθνική Λυρική Σκηνή» για να προωθήσει το δικό του «μαγαζί» που ήταν το Μέγαρο Μουσικής. Ή όταν ένας κριτικός θάβει έναν ηθοποιό για να προωθήσει τον δικό του ηθοποιό.
Ρ.Χ: Όμως το ταξίδι στο σκοτάδι είχε και ένα «συν». Είναι σαν ψυγείο, δίνει φρεσκάδα σε αυτό που ξεχνιέται και έρχεται σαν καινούριο και φρέσκο. Άρα μέσα στο σκοτάδι των ανθρώπων αυτών, βλέπουμε και μία φρεσκάδα που δεν την ξέρανε ο ήλιος της τριβής με την πραγματικότητα και αυτοί έρχονται σαν ένα μήνυμα σε ένα μπουκάλι που τελικά βρήκε την ακτή του.

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Ποιους ποιητές έχετε;

Ρ.Χ: Τον Μίνω Ζώτο, τον Γιάννη τον Αηδονόπουλο που τον ξέρουν λίγοι, τον Μπάκα.

Γιατί τους διαλέξατε αυτούς τους συγκεκριμένους;

Ρ.Χ: Για να είμαι ειλικρινής έχω κάνει ένα κολπάκι με το κοινό, έχω επιλέξει –και ίσως να αδικώ και κάποιους άλλους που είχαν πιο ήσυχη ζωή– ποιητές με περιπετειώδη βίο. Ίσως αδικώ ποιητές ελάσσονες που δεν είχαν εντυπωσιακό τρόπο ζωής και υπήρξαν ίσως και πιο σπουδαίοι από αυτούς που έχω διαλέξει, αλλά επειδή τα χτυπήματα της τύχης και η επιλογή της περιπέτειας –στοιχείο του Ρεμπώ – και επειδή είναι η πρώτη μας προσπάθεια και χρειαζόμαστε και το κοινό να έρθει να μας δει, διάλεξα και ποιητές με πολύπλοκο βίο. Επίσης, καμία φορά αυτό φαίνεται στην ποίησή τους. Βλέπεις δηλαδή στο Μίνω Ζώτο, που πέθανε και πολύ νέος, ότι είναι μία προσωπικότητα που αναζητά την περιπέτεια, που δεν του βγήκε σε καλό.

Τι περιπέτεια;

Ρ.Χ: Τα ναρκωτικά. Μην ξεχνάμε ότι ο μεσοπόλεμος είναι η εποχή όπου έρχεται ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η ηρωίνη που είναι το νέο παυσίπονο για τη μάχη, κατακλύζει τα λιμάνια της Μεσογείου. Φαντάσου δηλαδή λοιπόν τι παροχή ναρκωτικών έχουμε και σε μία εποχή που δεν απαγορευόταν η ηρωίνη, απαγορεύτηκε μετά επί Μεταξά, επειδή υπήρχαν 22.000 ηρωινομανείς μόνο στον Πειραιά. Δηλαδή σε μία εποχή που η μορφίνη και η ηρωίνη αγοράζεται ως παυσίπονο, αυτοί οι άνθρωποι ζουν έναν έκλυτο βίο στα καφενεία της Ομόνοιας ή στο σπίτι του Λαπαθιώτη, όπου ο Λαπαθιώτης συνθέτει «φοξ τρότ», χορευτική νεανική μουσική, για τους φίλους του. Αυτά σχετικά με τους ποιητές.

Μίνως Ζώτος

Γιατί διαλέξατε για τίτλο το «Μπαλλάντα για τους άδοξους ποιητές των αιώνων»;

Ρ.Χ: Άξονας της παράστασης είναι το ποίημα του Καρυωτάκη «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων», όπου θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι, ο Καρυωτάκης δεν φαντάστηκε ποτέ ότι θα γνώριζε αυτή τη δόξα που γνώρισε. Ποτέ! Ποτέ! ποτέ!. Εξέδωσε ελάχιστα, αυτοκτόνησε νεότατος και χωρίς καμία ένδειξη ότι κάποιος είχε παρακολουθήσει το έργο του, άρα αυτός έζησε ως άδοξος ποιητής και σίγουρος ότι ποτέ δεν θα ερχόταν η δόξα, και όμως ήρθε. Για αυτό σε 100 χρόνια μπορεί αυτούς που σήμερα τους λέμε άδοξους, να μην είναι και τόσο άδοξοι. Για αυτό παίρνω τη «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» και είναι άξονας και σκελετός της παράστασής μας και στο τέλος ολοκληρώνουμε την παράσταση απαγγέλλοντας χαμογελαστά τη «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» με την έννοια ότι δεν ξέρεις, μπορεί να γυρίσει, δεν είναι απαραίτητο ότι θα μείνεις για πάντα άδοξος.
Δεν είναι τυχαίο που ο Εμπειρίκος έγραψε το στίχο το 1950, «Το έχω πει πολλές φορές και θα το πω πολλάκις, είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης». Αυτό το έκανε γιατί υπήρχε μία μεγάλη μάχη εάν ήταν ή δεν ήταν μεγάλος ποιητής ο Καρυωτάκης, όπως και οι φίλοι μας, οι άδοξοι ποιητές. Είδες λοιπόν που ο χρόνος επέλεξε τον Κώστα τον Καρυωτάκη; Ο χρόνος μπορεί να έχει άλλα σχέδια για τα φιλαράκια μας που χόρευαν foxtrot γύρω από το πιάνο του Λαπαθιώτη και που θα την παίξουμε εμείς την παρτιτούρα αυτή, γιατί την έχουμε ακριβώς. Ακούστηκε μόνο στο σπίτι του Λαπαθιώτη.
Γ.Χ: Εδώ να πούμε ότι ένας λόγος που αγνοήθηκαν ήταν ότι η επόμενη γενιά που ήρθε, είχε σπουδές στο εξωτερικό, ήταν αστοί. Αυτοί έγραφαν στην Ομόνοια, οι άλλοι γράφουν στο Κολωνάκι, τους συνέτριψαν. Είχαν λεφτά για αυτοεκδόσεις, κάποιοι έβγαλαν περιοδικά, είχαν πολύ μεγάλες θέσεις στην εξουσία, ήταν γόνοι πλουσίων.

Παίζει ρόλο αυτό.

Ρ.Χ: Επίσης η Αριστερά τους αποκήρυξε σαν έκλυτους, τη ζωή τους σαν προϊόν της αστικής παρακμής, μιλάμε για ομοφυλοφιλία, μιλάμε για ναρκωτικά, ελάχιστοι εντάχθηκαν στην Αριστερά.

Για αυτό έμειναν εκεί που έμειναν.

Γ.Χ: Ναι, μπορεί, γιατί η Αριστερά από ένα σημείο και μετά, ιδιαίτερα μετά το ‘50 καθόρισε την καλλιτεχνική αξία του τόπου.
Αυτοί που ήταν Αριστεροί τη δεκαετία του ‘30, ‘40, μετά, η ίδια η Αριστερά, την ποίησή τους δεν τη στήριξε γιατί ήταν μία ποίηση μελαγχολική, δεν ήταν μία ποίηση που συνέφερε, άρα και οι μεν και οι δε βρέθηκαν χαμένοι. Έμειναν εκτεθειμένοι, δίχως προστασία. Τελικά η καλλιτεχνική δημιουργία εκ των πραγμάτων χρειάζεται μία προστασία για να μπορέσει να αντέξει, είναι πολύ ευαίσθητη από τη φύση της. Για να αντέξει και να ταξιδέψει μέσα στην κοινωνία χρειάζεται κάποια προστασία, αυτοί οι άνθρωποι έμειναν απροστάτευτοι και για αυτό νομίζω χάθηκε το έργο τους. Από τον εαυτό τους και από τις περιστάσεις απροστάτευτοι.

Από την πρώτη στιγμή, το «Άβαλον των

Του Luke Grissos για το Spiked

Πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα σε ηλικία 89 ετών, ο Xάρολντ Μπλούμ, κριτικός λογοτεχνίας και συγγραφέας πάνω από 40 βιβλίων.

O Mπλούμ πέτυχε κάποιο βαθμό φήμης με το σημαντικό του έργο «Η αγωνία της επίδρασης» που εκδόθηκε το 1973, αλλά κέρδισε μια μακρά δημόσια αναγνώριση, όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, μπήκε στις λίστες των «μπέστ σελλερς» με την υπεράσπιση του της αξίας της λογοτεχνίας ενάντια σε όλα τις μορφές του σχετικισμού. Το 1994, στο magnum opus «Ο Δυτικός Κανών: Τα βιβλία και σχολή όλων των εποχών», υποστήριζε ότι το να βάζεις σε μια λίστα τα βιβλία που αποτελούν την ραχοκοκκαλιά της Δυτικής σκέψης, ήταν μια σημαντική πράξη της συλλογικής μνήμης. Επέτρεπε την κοινωνία να φτάσει σε μια συμφωνία σχετικά με τι θα έπρεπε να εκτιμηθεί και να διαβαστούν και γιατί.

Όπως υποστήριζε ο Μπλούμ, διαβάζουμε ακόμα τα έργα του Ομήρου γιατί γενιές Αρχαίων Ελλήνων τον αναγνώριζαν ως τον μεγαλύτερο εκπρόσωπο των συλλογικών αισθητικών τους αξιών και τον υποληπτόταν ευλαβικά ως τέτοιο. Ο Δάντης ακόμα διαβάζεται γιατί γενιές Ιταλών έχουν κτίσει την διδακτέα ύλη τους γύρω από μια εκτίμηση της «Θείας Κωμωδίας». Αυτές οι πράξεις . Τέτοιες πράξεις δημιουργίας ενός κανόνα, βάζουν μία ιστορική επισήμανση σχετικά με το τι θα έπρεπε να εκτιμά μια κοινωνία πολιτιστικά και αισθητικά.

Για τον Μπλούμ έμοιαζε σαν η διαδικασία πολιτιστικής εκτίμησης και δημιουργίας κανόνα με τα σημαντικά βιβλία δεχόταν επίθεση. Ήδη πριν από το 1994, σκέφθηκε ότι η μελέτη της λογοτεχνίας είχε πολιτικοποιηθεί σε σημείο που οι κριτικοί σπάνια πλέον ενδιαφερόταν για την αισθητική αξίας της. Επινόησε τον όρο «σχολή της μνησικακίας» για εκείνες τις φεμινίστριες και μαρξιστές κριτικούς που υποστήριζαν ότι κανένα βιβλίο δεν είναι καλύτερο από κάποιο άλλο.

«Αν πολυπολιτισμικότητα σήμαινε να διαβάζει κανείς Θερβάντες, ποιος θα είχε αντίρρηση;» είπε σε μια συνέντευξη στο αμερικάνικο «τωλκ σόου» Charlie Rose. Αλλά όπως ήξερε ο Μπλούμ, οι εκπρόσωποι δεν εκτιμούσαν το έργο του Θερβάντες περισσότερο από ότι εκτιμούσαν το έργο οποιοδήποτε άλλου συγγραφέα. Στο κάτω-κάτω της γραφής, πολυπολιτισμικότητα σήμαινε ότι όλα τα πολιτιστικά έργα είναι ίσα. Στην άποψη του Μπλούμ, αυτό ερχόταν σε αντίθεση με την διαδικασία να κάνει κανείς κρίσεις αισθητικού χαρακτήρα. Ο «Δον Κιχώτης» δεν θα μπορούσε να επιβιώσει αν απλώς θεωρείτο ένα κείμενο ανάμεσα σε άλλα. Είναι επειδή του δόθηκε αξία πάνω από τα άλλα έργα που ακόμα το διαβάζουμε σήμερα. Χωρίς την ύπαρξη του Κανόνα δεν υπάρχει τρόπος να ξέρουμε «με τον λίγο μας χρόνο, τι αξίζει να διαβαστεί».
To γούστο του Μπλούμ ήταν εξαιρετικά ποικίλο.

Η λίστα του από τα σχεδόν 800 βιβλία που αποτελούν τον Κανόνα, που αποτελούσε παράρτημα στο βιβλίο του,. «Δυτικό Κανόνα» περιλαμβάνει κείμενα από όλον τον κόσμο. Αλλά η θέση τους στον κανόνα υπήρχε εξαιτίας των αρετών του έργου και όχι λόγω της ταυτότητας του συγγραφέα. Ή όπως το έθεσε ο Μπλούμ, «η τοποθέτηση στον κανόνα προέρχεται από το πόσο παράξενο, πόσο ιδιοσυγκρατικό και πόσο πρωτότυπο είναι» .

Ο Μπλούμ είχε ένα μεταδοτικό πάθος για τον Σαίξπηρ. Στο βιβλίο του «Σαίξπηρ: Η επινόηση του ανθρώπινου» που κυκλοφόρησε το 1998 υποστήριζε ότι η κατανόηση μας για την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης προερχόταν σχεδόν ολοκληρωτικά από τον Σαίξπηρ , και πιο συγκεκριμένα από τον «Άμλετ». Είναι ένα γενναίο, πιθανώς αμφισβητήσιμο επιχείρημα, αλλά ο Μπλούμ ήταν ειλικρινής. Στον «Άμλετ» ο Μπλούμ βρήκε όλη την ανθρώπινη συνείδηση. Το βιβλίο του δεν ήταν απλώς ένα κομμάτι λογοτεχνικής κριτικής που ήταν προβοκατόρικο και είχε σφικτοδεμένη επιχειρηματολογία-έδινε επίσης στον απλό αναγνώστη τα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να κατανοήσει την δουλειά του Μεγάλου Βάρδου από την οπτική του κριτικού.

Το έργο του Μπλούμ ήταν δημοφιλές, το ακροατήριο του ήταν το μεγάλο κοινό. Το βιβλίο του «Πως να διαβάζετε και γιατί» (2000) ήταν μια δυναμική υπεράσπιση του διαβάσματος ως ενός τρόπου βελτίωσης της κριτικής ιδιότητας. Αναζητούσε να κάνει τα μέσα του κριτικού διαθέσιμα στον απλό αναγνώστη. Όλοι ήταν ίσοι στην Δημοκρατία των Γραμμάτων του Μπλούμ.

Προσέφερε ένα δυναμικό αντίδοτο στον ταυτοτισμό της εποχής μας. Ζούμε σε μια εποχή όπου το να γράφεις ένα χαρακτήρα που δεν είναι της ίδιας φυλής με τον συγγραφέα μπορεί να οδηγήσει σε κατηγορίες πολιτιστικής ιδιοποίησης. Η ιδέα του να σκέφτεσαι να περιλάβεις έργα στον κανόνα φαίνεται σε πολλούς απαρχαιωμένη η ακόμα και ρατσιστική. Φοιτητές σε πανεπιστήμια στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο φωνάζουν για από-αποικιοποίηση του κανόνα. Στηλιτεύουν το γεγονός ότι είναι υποχρεωμένοι να διαβάζουν «νεκρούς λευκούς άνδρες» ποιητές, όπως ο Δάντης και ο Τσώσερ. ΄Μοιάζει σαν να μας ενθαρρύνουν να ξεχάσουμε τα μεγάλα έργα, αντί να τα συντηρήσουμε.

Ο φεμινισμός, οι Μαύρες Σπουδές και ο μαρξισμός αποτελούν εχθρούς της μεγάλης λογοτεχνίας για τον Μπλούμ

Αυτός είναι ο λόγος που κινδυνεύουμε να χάσουμε αυτό που είναι μεγάλο σχετικά με την λογοτεχνία: η επιδίωξη να τυατιστεί με ότι είναι οικουμενικό. Ο θάνατος του Μπλούμ σηματοδοτεί την απώλεια του αδιαμφισβήτητα μεγαλύτερου υπερασπιστή των οικουμενικά αντικειμενικών πολιτιστικών αξιών. Φυσικά, πολλοί συγγραφείς στο παρελθόν δεν πέτυχαν γιατί αποκλείστηκαν από τον κανόνα εξαιτίας του ποιοι ήταν και που είχαν γεννηθεί. Αλλά δεν θα έπρεπε αυτό να καθιστεί την διαδικασία της δημιουργίας του κανόνα μη σημαντική. Ο Μπλούμ υποστήριζε ότι χωρίς τον κανόνα δεν έχουμε συλλογική αίσθηση του τι θα έπρεπε να εκτιμάται. Δεν έχουμε τρόπο να ξέρουμε τι θα έπρεπε να θυμούμαστε και να περνά από γενιά σε γενιά. Στο «Πως να διαβάζετε και γιατί» υποστήριζε θα έπρεπε να διαβάσουμε ένα βιβλίο που «σου απευθύνεται σαν να μοιραζεσαι με τον συγγραφέα μια φύση, ελεύθερη από την τυραννία του χρόνου». Είναι η επιθυμία του να δημιουργήσει και να διατηρήσει «αυτήν την φύση, ελεύθερη από την τυραννία του χρόνου» που τον έκανε τόσο εμπνευσμένο. Θα μας λείψει με πίκρα.

Του Luke Grissos για το Spiked Πέθανε την

του Ραφαήλ Καλυβιώτη

Παρακολούθησα την πολυσυζητημένη ταινία Joker. Ασυζητητί ακατάλληλη για ανηλίκους.
Το ότι πρέπει να εφαρμόζονται οι νόμοι είναι πουριτανισμός πλέον άραγε; Όμως γιατί επέμεινε τόσο πολύ η αριστερά να την δουν οι νέοι; Μήπως διότι είναι μία ταινία με εξαιρετική σκηνοθεσία και μία ίσως από τις καλύτερες ερμηνείες όλων των εποχών (δίοτι ισχύουν και τα δύο) ; Όχι βέβαια, μην είστε αφελείς! Επέμεινε διότι είναι μία ταινία με γνήσια αριστερά μηνύματα. Οποιαδήποτε ψυχοπάθεια, έγκλημα και αντικοινωνική συμπεριφορά σύμφωνα με την αριστερή κοσμοθέαση δεν προκύπτει από την προσωπική ευθύνη αλλά από τον κοινωνικό αποκλεισμό, την ταξικότητα και την τυχαία προσωπική διαδρομή ενός εκάστου πάντοτε συνδεδεμένη βέβαια με τις κοινωνικές δομές.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο δέκτης κάποιες φορές αισθάνεται – ασυναίσθητα – ότι ταυτίζεται με τον παρανοϊκό ψυχοπαθή Τζόκερ συμπάσχοντας στο δράμα του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πάμπλουτος Τόμας Γουέιν, ενώ σε όλες τις άλλες ταινίες του Μπατμαν παρουσιάζεται πλούσιος, φιλάνθρωπος και με διάθεση κοινωνικής προσφοράς, σε αυτήν την ταινία παρουσιάζεται ως υποκριτής, αναίσθητος και ψυχρός. Για την Αριστερά δεν υπάρχει καλός και πλούσιος. Εκτός αν είναι αριστερός και προωθεί την αριστερή ατζέντα.

“Κοινωνικοί αγωνιστές” made in Hollywood

Ο Τόμας Γουέιν κατά την διάρκεια της ταινίας ισχυρίζεται ότι θα εξαλείψει την φτώχια με τον μόνο εφικτό τρόπο : την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Ο σκηνοθέτης όμως επιδέξια σε είχε βάλει ήδη στα παπούτσια του κοινωνικά αποκλεισμένου Τζόκερ δείχνοντάς σου πως κάποιος σαν εκείνον δεν πιστεύει σε τέτοιες “αηδίες” αφού έχεις βιώσει τόσες ψεύτικες υποσχέσεις και απογοητεύεσεις. Επίσης επιδέξια ο προφανώς αριστερών καταβολών σεναριογράφος προβάλλει ότι και η μητέρα του Τζόκερ είναι ψυχοπαθής με στόχο να αφαιρεθεί οιοδήποτε δάκτυλο που να δείχνει προς το μέρος της αφαιρώντας έτσι την προσωπική της ευθύνη και μετακυλίοντας τα πάντα στο “Σύστημα”, το οποίο όντας ανεπαρκές δεν διέγνωσε σωστά την ψυχική της ασθένεια και της έδωσε τον “Τζόκερ” για υιοθεσία.

Φυσικά, υπόρρητα, το ότι η μητέρα του Τζόκερ είναι λευκή και μη ομοφυλόφιλη δεν εξυπηρετεί απλά το σενάριο της ταινίας. Εξυπηρετεί μία έμμεση προπαγάνδα η οποία σε βάζει στο τρυπάκι να σκέπτεσαι ότι εφόσον υπάρχουν τόσοι φυσιολογικοί κακοί γονείς γιατί να μην υιοθετούν παιδιά και οι ομοφυλόφιλοι; Η προπαγάνδα της ταινίας είναι σκληρή και έμμεση και χρειάζεται βαθειά ιδεολογική συγκρότηση για να ξεδιπλώσει κανείς τα μηνύματά της. Η πιο μακιαβελική, για να μην πω ρισελική, επιδίωξή της όμως ήταν να ταυτίσει τις ελίτ με την δεξιά. Οι ελίτ, ο Γουέιν και ο παρουσιαστής δηλαδή, έχουν δεξιά οπτική των πραγμάτων. Είναι πλούσιοι πιστεύουν στην ιεραρχία, πιστεύουν και στο αποτέλεσμα των πράξεων και όχι μόνο στα αίτια και για αυτό σκιαγραφούνται εμμέσως ως κακοί, ως ελίτ και φορείς δεξιών απόψεων. Όταν λοιπόν στο μέλλον ένας έφηβος συναντήσει μία τέτοια άποψη θα την ταυτίσει με κάτι κακό.

 

Ο μαρξισμός, η αριστερά και γενικότερα οι ιδεολογίες εκείνες που στηρίζονται στον φθόνο δημιουργούν συγκινησιακή ταύτιση με τους ταπεινούς και τους καταφρονεμένους, με τους “ωραίους τρελούς”. Με αυτούς που έκαναν εγκλήματα αλλά υπάρχουν μόνο τα αίτια στα οπoία μπορεί κανείς να στηριχθεί και όχι στην ειδεχθή πράξη αυτή καθ’ εαυτή. Για όλους αυτούς τους λόγους, προτιμήστε κάτι απλό. Να ταχθείτε στο πλευρό του Μπάτμαν.

Ο Ραφαήλ Καλυβιώτης είναι ιδρυτικό μέλος του “Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών” και αρθρογραφεί τακτικά στην “Δημοκρατία”

 

του Ραφαήλ Καλυβιώτη Παρακολούθησα την πολυσυζητημένη ταινία Joker.

Οδυσσέας Ελύτης
Το χρονικό μιας δεκαετίας
Από τα «Ανοιχτά χαρτιά»

Μέσα σ’ αυτό το νταβαντούρι, μια μέρα μας έπεσε, θυμάμαι, από τον ουρανό ένα νούμερο που δεν το περιμέναμε. Ήταν ένας νέος λεπτός, με κοντό σγουρό μαλλί και μεγάλα μαύρα μάτια, που, φυσικά, έγραφε κι εκείνος στίχους ελεύθερους, όταν όμως είδε ότι τα χειρόγραφά του δεν προξενήσανε την εντύπωση που προσδοκούσε, το γύρισε αμέσως αλλού. Ήτανε, λέει, και μουσικός. Μουσικός; Απορήσαμε όλοι μας. Δηλαδή τι μουσικός; Βιολιστής; Πιανίστας; Όχι, όχι, μας εξήγησε. Ήταν συνθέτης. Έ, αυτό δεν το περιμέναμε. Υπήρχε, λοιπόν στην Ελλάδα τέτοιο είδος; Είδηση δεν είχαμε. Ο τελευταίος συνθέτης που ξέραμε ήταν ο Μανώλης Καλομοίρης. Ύστερα τι σχέση μπορούσε να έχει η μουσική με τη μοντέρνα ποίηση; Μεγάλη, μας αποκρίθηκε. Απόδειξη ότι είχε κάνει μουσική για την Αμοργό και για τις «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα».
Βρεθήκαμε σε αμηχανία. Στο κεφάλαιο της μουσικής, ήμασταν, εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποιούσαμε, ασυγχώρητα καθυστερημένοι. Γνωρίζαμε αόριστα την ύπαρξη της δωδεκάφθογγης μουσικής, τα ονόματα -και μόνον αυτά- του Schönberg και του  Alban Berg. Δίσκοι, πικάπ, μαγνητόφωνα, δεν είχανε ακόμη εφευρεθεί, τουλάχιστον δεν είχαν περάσει στην κοινή χρήση. Από την άλλη μεριά ο Υπερρεαλισμός -άγνωστο για ποιους λόγους- δεν τα πήγαινε καλά με τη μουσική. Ο Breton την εξόριζε από την πολιτεία του, όπως ο Πλάτων την ποίηση. Ίσως να ’φταιγε κι η ιδιοσυγκρασία του, ίσως και στην εποχή των Μανιφέστων να μην είχε ακόμη σημάνει η ώρα της μουσικής. Ενώ τώρα…
Κοιτάξαμε το νεαρό συνομιλητή μας με δυσπιστία. Επί τέλους, αν έλεγε αλήθεια, δεν είχε παρά να μας το αποδείξει. Τον οδηγήσαμε αμέσως στο σπίτι του Βαλαωρίτη, κι εκεί, ο Μάνος Χατζιδάκις -αυτός ήταν ο νέος συνθέτης- κάθισε στο πιάνο. Δεν έχει πια καμιά σημασία τι μας έπαιξε εκείνο το απομεσήμερο. Όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα, δεν υπήρχε τίποτε συγκεκριμένο στο νου του, απλώς αυτοσχεδίασε. Το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει, και να κινήσει το ενδιαφέρον μας, δεν τον εμπόδισε καθόλου – φτάνει που βρέθηκαν τα δάχτυλά του επάνω στα πλήκτρα – να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια. Τόσο πολύ θα ’λεγες ότι ο αυτοδημιούργητος αυτός νέος ήταν ξεχειλισμένος από μελωδικότητα, τόσο πολύ γειτόνευε με μια περιοχή παρθένα, γεμάτη από ανεκμετάλλευτους ήχους και ρυθμούς, που έφτανε να τη σκουντήξει λιγάκι με τον αγκώνα του επάνω στο πιάνο, για να γεμίσει το δωμάτιο, να γεμίσει αργότερα η Ελλάδα κι ο κόσμος όλος από μιαν άλλου είδους γοητεία.
Και βέβαια, η συναναστροφή του με τους ποιητές της γενεάς αυτής τον βοήθησε. Πανέξυπνος καθώς ήταν, μπήκε αμέσως στο κλίμα τους, εργάσθηκε πάνω στα μοτίβα τους, και χρησιμοποίησε, τουλάχιστον στις πρώτες του δημιουργίες, την ίδια γλώσσα των κοινών συμβόλων που, ανεξάρτητα από την προσωπική εμπειρία του καθενός, είχε, η ελληνική υπερρεαλιστική παράταξη, θέσει σε κυκλοφορία. Είναι ένα παράδειγμα που αναφέρω αυτή τη στιγμή, χωρίς να βρίσκω ότι έχει άλλη ευρύτερη σημασία, δείχνει όμως χαρακτηριστικά, πόσο, στις εποχές που ένα καινούργιο πνεύμα αναπτύσσεται και ανεβαίνει, αφήνει στον αέρα μερικά κοινά σύμβολα που ο καθένας αισθάνεται το δικαίωμα να εκμεταλλευθεί, χωρίς για τούτο να προδίδει ούτε τον εαυτό του, ούτε τους άλλους. Αυτό δεν αφορά μόνο τον Μάνο Χατζιδάκι που χωρίς να ‘χει καμιά σχέση με τη θάλασσα έγραψε μουσική Για μια μικρή λευκή αχιβάδα. Ο Νίκος Γκάτσος δεν είχε ζήσει ποτέ του σε νησί όταν έδινε στο ποιητικό του έργο τον τίτλο Αμοργός και ο άλλος νέος συνθέτης που φανερώθηκε αργότερα, ο Μίκης Θεοδωράκης, καμιάν ανάλογη εμπειρία όταν προσεταιριζότανε για τα τραγούδια του τη μαγική λέξη Αρχιπέλαγος. Αλλά δε χωράει συζήτηση ότι μονάχα για τους minores η τέχνη περιορίζεται στην παρατήρηση και την εξομολόγηση. Για κάθε βήμα πιο πέρα, τον πρώτο λόγο έχει μια δύναμη που ξέρει να οικειοποιείται την ευαισθησία της εποχής και να ενσωματώνει στην έκφρασή της, οδηγημένα σε αντικειμενική κατάσταση κι εκείνα, τα προσωπικά βιώματα.

Παραθέτουμε στη συνέχεια ένα προ εικοσαετίας ηχητικό ντοκουμέντο:

Ζωντανή ηχογράφηση συναυλίας που δόθηκε τον Ιούνιο του 1999 στην Αθήνα στη στοά του βιβλίου με τίτλο “Το θέατρο και ο Μάνος Χατζιδάκις¨ με την Μάρθα Τομπουλίδου, τον Τάση Χριστογιαννόπουλο και τον Μίλτο Λογιάδη στο πιάνο.
Από το A’ μέρος της συναυλίας: “Ο κύκλος με την κιμωλία” του Μπέρτολτ Μπρεχτ σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη. Διασκευή: Μάρθα Τομπουλίδου.

Οδυσσέας Ελύτης Το χρονικό μιας δεκαετίας Από τα «Ανοιχτά

Ο Άρης Μπινιάρης γράφει και σκηνοθετεί μια παράσταση ενθύμησης μέσα από τη μουσική, την κίνηση και την αναπαράσταση. Ο αγώνας αντίστασης, απέναντι στην καταστροφική επέλαση του ολοκληρωτισμού, στην περιοχή του Πόντου στις αρχές του 20ού αιώνα, στέκεται η αφορμή. Αφορμή για να εστιάσουμε στις γονιμικές ιδιότητες ενός λαού, που εγείρεται και μάχεται ενάντια στις δυνάμεις, που αρνούνται τη ζωή.

Μέσα από κείμενα της εποχής, επιστολογραφία, άρθρα εφημερίδων και μαρτυρίες αποδίδει ανάγλυφα ως πανανθρώπινο σύμβολο, τον διαχρονικό αγώνα για τη μετάβαση από μια κατάσταση σκλαβιάς προς έναν ορίζοντα απελευθέρωσης.

Μουσική και λόγος συνυπάρχουν και με όχημα τη θεατρική δράση, ανάγουν τα γεγονότα, τον τόπο και τον χρόνο, στο υπαρξιακό και ψυχικό πεδίο των ανθρώπων, εκεί που απηχεί, ολόθυμα, η επιθυμία για τη ζωή και τη δημιουργία.

Ταυτότητα παράστασης:
Σκηνοθεσία- κείμενο-δραματουργία: Άρης Μπινιάρης
Κοστούμια: Ματίνα Μέγκλα
Σκηνικά: Κωστής Καραντάνης
Μουσική: Φώτης Σιώτας
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Διακουμοπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Δώρα Ξαγοράρη
Hair & make-up artist: Άννα- Μαρία Προκοπίδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Νικόλ Κώτσια

Ηθοποιοί:
Χρήστος Λούλης
Ιωάννα Παππά
Δώρα Ξαγοράρη
Λεωνή Ξεροβάσιλα
Κώστας Σεβδαλής
Γρηγορία Μεθενίτη
Ελένη Μπούκλη
Κατερίνα Δημάτη
Μάνος Πετράκης
Νίκος Τσολερίδης
Ορέστης Χαλκιάς

Μουσικοί:
Μιχάλης Βρέττας: βιολί
Νίκος Μαγνήσαλης: κρουστά
Νίκος Παπαϊωάννου: τσέλο
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
Τετάρτη-Πέμπτη-Παρασκευή: 20:30
Σάββατο: 18:00 & 21:00
Κυριακή: 19:00
Τιμές εισιτηρίων:
Διακεκριμένη: 30 €- Φοιτητικό-Ανέργων: 25 € | Α’ Ζώνη: 25 € – Φοιτητικό-Ανέργων: 20 € | B’ Ζώνη: 20 € – Φοιτητικό-Ανέργων: 15 € | Γ’ Ζώνη: 15 € – Φοιτητικό-Ανέργων: 10 €
Προπώληση εισιτηρίων: ταμείο Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά : 210 4143 310,
www.viva.gr, 2109213310
https://www.viva.gr/tickets/theatre/dhmotiko-theatro-peiraia/o-xoros-ths-fwtias/
https://www.ticketservices.gr/event/o-xoros-tis-fotias/?lang=el

Ώρες Ταμείου Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά:
Δευτέρα: ΑΡΓΕΙ
Τρίτη έως Παρασκευή: 10.00 – 14.00 και 18:00 – 21:00
Σάββατο: 16.00 – 21.00
Κυριακή: 16.00 – 20:00

Ο Άρης Μπινιάρης γράφει και σκηνοθετεί μια

Ο Γιώργος Καραμπελιάς θα συνομιλήσει την Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019 στις 20.30 με τον σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή, με θέμα «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και το 1821», με αφορμή τη νέα ταινία που ετοιμάζει για τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Ιανός, Σταδίου 24, Αθήνα

Είσοδος ελεύθερη

Η εκδήλωση θα προβάλλεται ζωντανά και στο ianos.gr

Λίγα λόγια για τον Γιάννη Σμαραγδή:

Ο πολυβραβευμένος Έλληνας σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής έχει μια σταδιοδρομία γεμάτη με πολλές εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες.

Οι πιο σημαντικές μεγάλου μήκους ταινίες του είναι οι:

*Καβάφης (1996). Προβαλλόταν για 12 συναπτά έτη στον κινηματογράφο Accattone στο Παρίσι, Βραβείο Σκηνοθεσίας, επίσημη συμμετοχή σε 50 διεθνή φεστιβάλ.

*El Greco (2007). Διεθνής συμπαραγωγή με ρεκόρ εισιτηρίων στην Ελλάδα (1.200.000 θεατές) (Διακρίθηκε ως Χρυσή Ταινία στο Φεστιβάλ του Τορόντο, Βραβείο Σκηνοθεσίας.

*Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι (2012). Διεθνής συμπαραγωγή με ένα καλό box office 380.000 εισιτηρίων στην Ελλάδα και διεθνή διανομή από την Vision Films Inc. (κυκλοφόρησε σε DVD στην Αμερική, τον Καναδά, την Αγγλία, την Γερμανία, την Ρωσία, την Κίνα κ.λπ). Επίσημη συμμετοχή σε πολλά διεθνή φεστιβάλ.

Και οι τρεις προαναφερθείσες ταινίες είχαν εξίσου μεγάλη επιτυχία και απέσπασαν πολλά βραβεία, συμμετέχοντας σε πολλά διεθνή φεστιβάλ. Μετά την επιτυχία της ταινίας Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι, ο Γιάννης Σμαραγδής το 2013 ψηφίστηκε στο διαδίκτυο ως ο πιο δημοφιλής Έλληνας καλλιτέχνης.

Για την Ελληνική τηλεόραση δημιούργησε σειρές με επιτυχία. Η κινηματογραφημένη του σειρά Σιγά η Πατρίδα Κοιμάται… (1989). Η ταινία του Καλή σου νύχτα, κυρ-Αλέξανδρε (1981) για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ως καθηγητής δίδαξε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Σκηνοθέτησε, επίσης, την Όπερα των Σκιών για το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Το 2014 διετέλεσε Πρόεδρος του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αλλά μετά από 10μηνη θητεία παραιτήθηκε.

Τιμήθηκε με πολλά Κρατικά και Διεθνή Βραβεία για τις ταινίες του. Το 2008 τιμήθηκε στους Δελφούς με το Βραβείο Σοφίης από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών για την ταινία του El Greco, και στη Ρώμη τιμήθηκε από το Βατικανό με το Βραβείο «GIUSEPPE SCIACCA 2008» ως Καλύτερος Σκηνοθέτης διεθνώς και έκτοτε είναι μέλος της διεθνούς επιτροπής των βραβείων του θεσμού.

Το 2015 δώρισε 14 αναδημιουργημένα έργα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης.

Λίγα λόγια για τις «Συναντήσεις Κορυφής»:

Ο Γιώργος Καραμπελιάς συζητά με προσωπικότητες και διανοητές της Ελλάδας αλλά και του ευρωπαϊκού χώρου για τα μεγάλα θεωρητικά, γεωπολιτικά και πολιτισμικά προβλήματα της εποχής μας. Βρισκόμαστε σε μια κομβική στιγμή κρίσης και διερώτησης για το μέλλον όχι μόνον του πολιτισμού αλλά και της ίδιας της παρουσίας του ανθρώπου στον πλανήτη, την οποία έρχεται να υπογραμμίσει η παγκόσμια οικολογική κρίση, και η επέκταση της τεχνοφύσης, ενώ ο ελληνισμός αντιμετωπίζει κρίση υπαρκτικού χαρακτήρα. Βρισκόμαστε σ’ ένα ιστορικό σταυροδρόμι, από τη μία πλευρά του οποίου υπάρχει μια καθοδική σπείρα, και από την άλλη η ανάταξή του. Ερχόμαστε μπροστά σε αυτό το ιστορικό αίτημα, σε αυτή την κυριολεκτική τιτανομαχία, γυμνοί, με ηγεσίες ανίκανες, πνευματικούς ανθρώπους ενσωματωμένους, ένα λαϊκό σώμα αλλοιωμένο και πλαδαρό. Απέναντι στο απόλυτο αδιέξοδο του αλλοτριωμένου εκσυγχρονισμού και της διαρκούς φυγής,θα πρέπει να επιστρατεύσουμε όλες μας τις δυνάμεις, για να κάνουμε επιτέλους πρότυπο του αναγκαίου εκσυγχρονισμού μας την ίδια την δική μας παράδοση και ταυτότητα. Αυτό που έκαναν όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί που θέλουν να είναι ελεύθεροι, αυτεξούσιοι και δημιουργικοί.

Ο Γιώργος Καραμπελιάς θα συνομιλήσει την Τετάρτη

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Πρόσφατος, εύχυμος καρπός των εκδόσεων s@mizdatο «Θρύλος για τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκι» του Βασίλι Β. Ροζάνοφ, που μετέφρασε ο υπεύθυνος των εκδόσεων, φιλόπονος Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, προτάσσοντας μια εκτενή, κατατοπιστικότατη εισαγωγή.

Το βιβλίο εκδίδεται φέτος, δηλαδή 100 χρόνια από τον θάνατο του Ροζάνοφ, ο οποίος πέθανε στις 5 Φεβρουαρίου 1919.
Στην εισαγωγή διαβάζουμε, μεταξύ άλλων:
“Δεν υπάρχει άλλο φαινόμενο, τόσο δημιουργικών, τόσο επικών και τόσο εσχατολογικών διαστάσεων στην ιστορία της Ρους σαν την ρωσική αναγέννηση των αρχών του 20ού αιώνα. Μέσα σε τρεις περίπου δεκαετίες, όλα εκείνα οι αιώνες εγκυμονούσαν, ήρθαν στον κόσμο με εκτυφλωτικό φως και σκόρπισαν τα σκοτάδια που συσσωρεύονταν πάνω από την οικουμένη.

Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο αναδύεται η μορφή του Βασίλι Βασίλιεβιτς Ροζάνοφ (1856 – 1919). Μορφή σκοτεινή και αινιγματική. Μορφή προφητική και αποκαλυπτική. Μορφή εσχατολογικών προσδοκιών και μεταφυσικών ανησυχιών.

Βασίλι Ροζάνοφ Προσωπογραφία δια χειρός Λεόν Μπακστ

Το φιλοσοφικό έργο του Β. Β. Ροζάνοφ θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μέρος εκείνων των φιλοσοφικών και λογοτεχνικών κύκλων των αρχών του 20ού αιώνα που καθόρισαν το κίνημα της ρωσικής πνευματικής αναγέννησης, ωστόσο οι ιδιαιτερότητές του κάνουν την προσωπικότητά του να ξεχωρίζουν και μας επιτρέπουν να το θεωρήσουμε ως μια ξεχωριστή περίπτωση και μη τυπικό εκπρόσωπό της.

Ο «Θρύλος για τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή» του Β. Β. Ροζάνοφ είναι το έργο εκείνο που του χάρισε, αμέσως μετά την έκδοση του, την αναγνώριση και τον καθιέρωσε ως κεντρική φιγούρα της ρωσικής πνευματικής αναγέννησης.

Ο «Θρύλος» είναι ένα βιβλίο που άσκησε τεράστια επίδρασης στους συγχρόνους του και μέχρι σήμερα θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα αυτής της τόσο ταραγμένης μα και δημιουργικής περιόδου της ρωσικής ιστορίας. Ο «Θρύλος» είναι ένα βιβλίο «σκοτεινό», ένα βιβλίο προφητικό, ένα βιβλίο εσχατολογικών προσδοκιών. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο, το γεγονός ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως αναλυτικό εργαλείο την «Αποκάλυψη του Ιωάννη». Για να κατανοηθεί ο «Θρύλος» τόσο ως φιλοσοφικό δοκίμιο όσο και ως απόπειρα φιλοσοφικής- λογοτεχνικής ανάλυσης θα πρέπει να ειδωθεί στο ιστορικό πλαίσιο που γράφτηκε και εκδόθηκε. Αυτό δεν μειώνει σε τίποτα την διαχρονική του αξία. Απεναντίας, ενισχύει την άποψη που θέλει αυτό το βιβλίο «οδηγό κατανόησης» του εμβληματικού αυτού αποσπάσματος από το έργο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι.

Στο παράρτημα του βιβλίου περιλαμβάνεται το δοκίμιο του Βασίλι Ροζάνοφ για τον Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ, δίνοντας έτσι πανόραμα όχι μόνο του προσωπικού του στοχασμού, μα και των δρόμων που ακολούθησε η ρωσική φιλοσοφική και θεολογική σκέψη κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα.”

Φυσικά, η ελευθερία είναι κι εδώ το κυρίαρχο στοιχείο, παρά την «αποκαλυπτική» ερμηνεία του Ροζάνοφ. Έχει ενδιαφέρον το ότι ο Ροζάνοφ αντιμετωπίζει την ελευθερία του «Θρύλου» ως βάσανο, ενώ ο ήρωας του Υπογείου την βλέπει ως ένα θετικό χαρακτηριστικό.

Ο «Θρύλος» του Μ. Ιεροεξεταστή ανεβαίνει πια συχνά στο θέατρο, με την μορφή θεατρικού αναλογίου, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Αυτόν τον καιρό η Λυδία Κονιόρδου ανεβάζει τον συγκλονιστικό μονόλογο στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Ο διάσημος Γάλλος σκηνοθέτης Patrice Chéreau(1944-2013) τον παρουσίασε στην Αθήνα το 2008. Σκέπτομαι ότι το έργο του Ροζάνοφ για τον Μ. Ιεροεξεταστή θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν από τους ηθοποιούς και σκηνοθέτες που επιθυμούν να ανεβάσουν τον μονόλογο. Θα μπορούσε και κάποια αποσπάσματα του Ροζάνοφ να διαλέγονται με τον Ντοστογιέφσκι – άλλωστε υπήρξαν και σύγχρονοι – ώστε να αναδειχθούν πλευρές που ίσως δεν υποπτευόμαστε γύρω από το μοναδικό αυτό «Θρύλο» – ύμνο στην Ελευθερία, ο οποίος θεωρείται από τους μελετητές το σημαντικότερο αυτόνομο κείμενο του Ντοστογιέφσκι. Και φαίνεται πως η ιστορία δικαιώνει αυτή την εκτίμηση.

Σε μια συνέντευξή του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗτης Κυριακής, τότε το 2008, στον δημοσιογράφο Ηλία Μαγκλίνη, ο Πατρίς Σερό λέει συγκλονιστικά πράγματα! Αυτός ο κατά δήλωσίν του «άθεος»! Προσέξτε, παρακαλώ, τη σκέψη του:

«Εξεπλάγην όταν ξαναδιάβασα αυτό το κείμενο. Νόμιζα ότι ήξερα τους “Καραμαζόφ” αλλά όταν έπεσα πάνω στο κείμενο είδα ότι το ερώτημα της ύπαρξης του Θεού τίθεται με έναν τρόπο ιλιγγιώδη. Εχει να κάνει με τον φόβο του ανθρώπου να είναι ελεύθερος. Φοβόμαστε την ελευθερία. Προτιμούμε κάποιος άλλος να μας λέει τι είναι καλό και κακό. Για τον σύγχρονο άνθρωπο η ελευθερία είναι ένα φορτίο. Γι’ αυτό και είναι ένα πολιτικό κομμάτι. Δεν έχει μόνο να κάνει με τη θρησκεία αλλά και με τον κομμουνισμό. Ο κομμουνισμός έχει πολλά κοινά με όλες τις Εκκλησίες: εμείς αποφασίζουμε για σένα τι είναι καλό και τι είναι κακό, σου δίνουμε μιαν επίφαση ισότητας αλλά το αντίτιμο είναι να μας παραδώσεις την ελευθερία σου.
Ο φονταμενταλισμός έχει επιστρέψει. Ο Χριστός απέτυχε λοιπόν; Το τρομερό με το κείμενο του Ιεροεξεταστή είναι ότι έχει μια λογική, τα επιχειρήματά του είναι ευφυή, ειδικά όταν σχολιάζει τους τρεις πειρασμούς του Χριστού στην έρημο.
Προσπαθούσα από μικρός να καταλάβω τι γίνεται στον κόσμο, κάτι που είναι αρκετά δύσκολο από μόνο του. Τι είναι καλό, κακό, δίκαιο, άδικο. Ισως κάποτε να ήταν πιο εύκολη η σχέση με την Εκκλησία, η υποταγή των ανθρώπων σε κάποια σχήματα. Αυτό το κείμενο με ξαναβάζει μέσα σε όλα αυτά και μετά την παράσταση (σ.σ. έχει παρουσιάσει το συγκεκριμένο αναλόγιο στο εξωτερικό) έχω δει τον κόσμο να βγαίνει αναστατωμένος. Αυτό είναι καλό. Να θέτεις ερωτήματα. Οι απαντήσεις περιττεύουν.
Δεν πιστεύω στον Θεό. Μακάρι να μπορούσα. Οπως και δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Συνήθως το πιστεύουμε επειδή είμαστε τρομαγμένοι. Δεν θέλουμε να δεχθούμε ότι μας περιμένει μια μαύρη τρύπα, ότι ακολουθεί το κενό. Δεν τρέφω σεβασμό για την Εκκλησία, σέβομαι όμως το θρησκευτικό αίσθημα. Με απασχολεί πολύ η έννοια του ιερού, αλλά όχι μέσα από το πρίσμα της πίστης.
Ο Ντοστογιέφσκι είχε γράψει ότι αν δεν υπάρχει Θεός τότε όλα επιτρέπονται. Η ειρωνεία είναι ότι ειδικά σήμερα, που υποτίθεται ότι όλα επιτρέπονται, κάποιοι σκοτώνουν ανθρώπους στο όνομα του Θεού».
Τι να σχολιάσει κανείς; Πόσο, άραγε, οι τάχα και πιστοί είναι άξιοι της ελευθερίας του Θεού. Πόσο πραγματικά τον αναζητούν. Πόσο περιχαρακωμένοι είναι σε βεβαιότητες και αυτονόητα, που ο ίδιος ο Χριστός ανέτρεψε… Πόσο έχουν την αίσθηση του ιερού, που απασχολεί τον Σερό. Πόσο «σκοτώνουν» ανθρώπους – καταδικάζοντάς τους με τα λόγια και τα έργα μας, πάντα στο όνομα του Θεού!
Πηγή: https://panagiotisandriopoulos.blogspot.com/2019/10/blog-post_19.html?m=1

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου Πρόσφατος, εύχυμος καρπός των εκδόσεων

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου
18 Οκτωβρίου 1979 – Απονομή του Βραβείου Νόμπελ στον Οδυσσέα Ελύτη. 
“ΑΣ ΜΟΥ ΕΠΙΤΡΑΠΕΙ, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε το χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.”
Οδυσσέας Ελύτης «Λόγος στην Ακαδημία της Στοκχόλμης», ΕΝ ΛΕΥΚΩ
Στο απόσπασμα που ακολουθεί ακούγεται τμήμα από την ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη στη Σουηδική Ακαδημία.

Παραθέτουμε στην συνέχεια την συνέντευξη Τύπου του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», μία μέρα μετά την ανακοίνωση της απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στις 19 Οκτωβρίου 1979.

Πηγήpanagiotisandriopoulos.blogspot.com

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου 18 Οκτωβρίου 1979 - Απονομή

Η μουσική συνάντηση του συνθέτη Γιώργου Χατζηνάσιου με την ιδιαίτερη φωνή της Αλέκας Κανελλίδου επί σκηνής ήταν μια προσμονή από το κοινό που έγινε πραγματικότητα. Οι εμφανίσεις τους πριν το καλοκαίρι στις «γραμμές» ενθουσίασαν και αγαπήθηκαν.

«Σαν έτοιμοι από καιρό» οι δύο καλλιτέχνες θα βρεθούν και πάλι στις «γραμμές» από το Σάββατο 19 Οκτωβρίου και κάθε Σάββατο στις 22.30 και Κυριακή στις 19.00 για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων.

Ανήσυχοι, ασυμβίβαστοι και πρωτοπόροι στην καλλιτεχνική τους πορεία, ο Γιώργος Χατζηνάσιος και η Αλέκα Κανελλίδουσυμπράττουν σε μια μουσική παράσταση που έχει τη βαρύτητα του μουσικού κληροδοτήματός τους και ταυτόχρονα την ευδιαθεσία, τη χαρά και τον ενθουσιασμό δυο φίλων που μοιράζονται επί σκηνής την αγάπη τους για το τραγούδι.

Στο μουσικό τους ταξίδι συμμετέχει φέτος ένας ερμηνευτής της νεότερης γενιάς που έχει ξεχωρίσει, ο Κώστας Καραφώτης τόσο με το λαϊκό αψεγάδιαστο μέταλλο της φωνής του όσο και με την άρτια καλλιτεχνική του εικόνα.

Ραντεβού στις Γραμμές δίνουν ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης και η Μαίρη Στεφανακίδου, δύο δυναμικοί ερμηνευτές και χρόνια συνεργάτες του Γιώργου Χατζηνάσιου που καταφέρνουν να ξεσηκώσουν το κοινό!

Γιώργος Χατζηνάσιος- Αλέκα Κανελλίδου και Κώστας Καραφώτης σε με μια μουσική παράσταση με παλιά και σύγχρονα τραγούδια γεμάτη νοσταλγία, ρομαντισμό, συγκίνηση και χαρά, ξεφάντωμα, γλέντι που θα θέλετε να απολαύσετε ξανά και ξανά…

Η μουσική συνάντηση του συνθέτη Γιώργου Χατζηνάσιου με την