ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
13 November, 2019
ΚεντρικήΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣΟ στρατιώτης Γιάννης Τσαρούχης στο Μέτωπο και η Αρβανίτισσα Παναγιά

Ο στρατιώτης Γιάννης Τσαρούχης στο Μέτωπο και η Αρβανίτισσα Παναγιά

του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, μουσικολόγου

Ο μεγάλος ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, από την αναχώρηση του οποίου στ’ άστρα συμπληρώθηκαν φέτος 30 χρόνια, είχε πολεμήσει στο μέτωπο, στην Αλβανία, το 1940. 

Το καλοκαίρι του 1939, όταν τα σύννεφα του πολέμου μαζεύονταν στον ορίζοντα, ο Γιάννης Τσαρούχης, κατατάσσεται στο 34ο Στρατόπεδο στο Γουδί. Με την κήρυξη του πολέμου βρέθηκε στα σύνορα, στο Κούτσι, έχοντας συντροφιά του το βιβλίο του Ανατόλ Φρανς “Θαϊς”. Εργάζεται για τη δημιουργία καμουφλάζ στρατιωτικών εγκαταστάσεων και στολών για τους φαντάρους που έπαιρναν μέρος στις εφόδους. Ζωγράφιζε πορτρέτα στρατιωτών και γίνεται δημοφιλής, δέχεται μάλιστα παραγγελίες.

Ο Τσαρούχης διακατεχόταν από έμφυτο αντιηρωισμό και αντιμιλιταρισμό. Όμως, ήξερε μέσα στην φωτιά του πολέμου να υμνεί τον άνθρωπο. Τους συστρατιώτες του, που πολεμούσαν με ανδρεία και αυταπάρνηση και οι οποίοι στα μάτια του έπαιρναν διαστάσεις μεγαλοσύνης.

“Για πες μου εσύ, ρε καλλιτέχνη, έχεις καταλάβει γιατί πολεμάμε;” τον είχε ρωτήσει κάποτε ένας αξιωματικός. “Η καθαρότητα της ελληνικής γραμμής μάχεται το ιταλικό κιάρο σκούρο”, είχε απαντήσει.

Ο Τσαρούχης χαρακτήρισε τον πόλεμο “σαν μια κακοσχεδιασμένη εκδρομή όπου κρυώνεις, πεινάς και χάνεις το αίσθημα της ιδιοκτησίας. Ό,τι έχεις το κουβαλάς στην πλάτη σου και ό,τι βαραίνει το πετάς”.

Με την τέχνη της ειρωνείας, που κάτεχε καλά, στιγμάτιζε την γερμανική αλαζονεία.

Αυτοπροσωπογραφία στο μέτωπο της Αλβανίας, 1941.
Μολύβι σε χαρτί, 16,8 x 11,6 εκ. © Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη

Αλλά έχει ενδιαφέρον πως ο ίδιος, μετά από χρόνια, εστίασε σ΄ ένα παλιό χαμένο έργο του, στην “Παναγία της Νίκης” ή Αρβανίτισσα Παναγιά.

Ιδού η μαρτυρία του:
“Τις τελευταίες μέρες του πολέμου της Αλβανίας, στο χωριό Κούτσι, την ώρα που παίρναμε συσσίτιο στα σκοτεινά ακούσαμε το εξής νέο: Η Παναγία παρουσιάστηκε σ’ έναν ανθυπασπιστή και αυτός την εξέλαβε για Αλβανίδα, προφανώς κατάσκοπο, και πήγε να την πυροβολήσει με το ρεβόλβερ του. Αυτή σήκωσε την παλάμη της να τον σταματήσει και τού είπε: “Μη χτυπάς. Ένα έχω να σου πω: τη Λαμπρή θα είσαστε στα σπίτια σας”. 

Αμέσως δόθηκε διαταγή να χτιστεί εκκλησία στο μέρος που παρουσιάστηκε η Παναγία, ή μάλλον να επισκευαστεί ένας γκρεμισμένος μύλος. Οι μύλοι όλοι στην Αλβανία είναι τετράγωνα κτίρια για καλαμπόκι. Μου πρότεινε ο διοικητής να κάνω τοιχογραφίες, αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Το μέρος αυτό εβάλλετο πολύ από τους Ιταλούς και εφοβόμουν. Δέχτηκα όμως να κάνω τέσσερις εικόνες για το τέμπλο, αν βρουν τέσσερις σανίδες. Μπογιές είχε μαζί του ο λοχαγός μου, ο μακαρίτης Γεωργόπουλος, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να κάνω σκηνές από μάχες. Αυτές οι μπογιές εχρησίμευσαν στην αρχή του πολέμου για να καμουφλαριστούν τα νίκελ του αυτοκινήτου του διοικητού. Κι αργότερα, για να κάνω μερικά πορτραίτα του λοχαγού αυτού, που ήταν φιλότεχνος και βιβλιόφιλος. Ύστερα από πολλές έρευνες βρέθηκε ένα καπάκι από κιβώτιο. Εκεί πάνω ζωγράφισα την “Παναγία της Νίκης”, έχοντας ως πρότυπο μια κακοζωγραφισμένη Παναγία που κυκλοφορούσε σε δελτάρια. Όταν τελείωσε, την εθαύμασαν όλοι οι στρατιώτες, και ένας λοχαγός με παζάρευε να του κάνω μια ίδια για την Κέρκυρα. Ο διοικητής του τάγματος έμενε μακριά από τα σπίτια που μέναμε εμείς, σε μια σκηνή καμουφλαρισμένη με κούμαρα. Ήταν μακριά η σκηνή του και έστειλε έναν μοτοσυκλετιστή, εξαιρετικά ωραίο και πολύ μάγκα, για να με κουβαλήσει εκεί που έμενε. Επήρα την εικόνα μαζί μου και καβάλησα τα καπούλια της μοτοσυκλέτας.

Ο Τσαρούχης με την εικόνα της Παναγίας που ζωγράφισε στο Αλβανικό μέτωπο, 1940-41

Καθώς πηγαίναμε στο διοικητή, έφραξαν σχεδόν το δρόμο στρατιώτες από την Άρτα, που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί και είχαν πληροφορηθεί για την ύπαρξη της εικόνας. Ήδη, το ταπεινό μου έργο, που δεν είχε στεγνώσει ακόμα, είχε αποκτήσει φήμη θαυματουργής εικόνας. Εκείνη την ώρα βάρεσε συναγερμός. Δηλαδή ένας στρατιώτης με μια σάλπιγγα τυλιγμένη σε ιμάντες από γκέτες από χακί ύφασμα, εσάλπισε. Εγώ και ο μοτοσυκλετιστής πέσαμε μπρούμυτα, σύμφωνα με τις διαταγές που είχαμε. Κανένας Αρτινός δεν έκανε το ίδιο. “Βρε συνάδελφε”, μου είπε ένας, “βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι;” “Όχι, φίλε”, του απάντησα, “αλλά είμαι στρατιώτης και υπακούω στις διαταγές των ανωτέρων”. Όταν με είδε ο διοικητής με γένια και κακοτυλιγμένες γκέτες, μου είπε: “Έλληνας στρατιώτης είσαι εσύ ή Βούλγαρος αιχμάλωτος; Για να δούμε την εικόνα. Την έχεις κάνει άγρια την Παναγία, σαν Αρβανίτισσα. Και ο Χριστός είναι κι αυτός αγριωπός”.
Για να τον θαμπώσω τού είπα κάτι από τους Ψαλμούς του Δαβίδ: “Ευλογητός ει Κύριε ο διδάσκων τας χείρας μου εις πόλεμον, τους δακτύλους μου εις παράταξιν”. “Βλέπω είσαι και θεοφοβούμενος”, μου απάντησε. Φώναξε τον κουρέα να με ξουρίσει και ένας στρατιώτης με βοήθησε να τυλίξω καλά τις γκέτες μου. Αισθανόμουνα σαν ηθοποιός του κινηματογράφου που τον ετοιμάζουν για γύρισμα. Και ο διοικητής είπε σε έναν ανθυπολοχαγό να μου βγάλει μια φωτογραφία με την εικόνα μαζί. “Τώρα που είναι αξιοπρεπής Έλληνας στρατιώτης”.

H αρχική φωτογραφία επιχρωματίστηκε από τον Χρήστο Καπλάνη
και δημοσιεύτηκε στη σελίδα Past in Color

Όταν γύρισα μετά τον πόλεμο στην Αθήνα, μου παραδώσανε αυτή τη φωτογραφία και την έχω ακόμα. Η εικόνα παρίστανε την Παναγία με το Χριστό και στο κάτω μέρος τα θαύματά της. Αριστερά τον ανθυπασπιστή που πάει να πυροβολήσει την Παναγία και δεξιά τους στρατιώτες που πάνε να χτίσουν το μύλο για να τον κάνουνε εκκλησία.

Την άλλη μέρα φύγαμε για τα Γιάννενα. Πάνω σ’ ένα φορτηγό ήμαστε στριμωγμένοι και μερικοί τραγουδούσαν το “Έχε γεια καημένε κόσμε” και κανένα ταγκό της Βέμπο. Μερικοί απληροφόρητοι νόμιζαν ότι πανηγυρίζουμε και μας ρωτούσαν: “Επεσε το Τεπελένι;” Πριν φύγουμε ένας χωροφύλακας πήγε και παρέλαβε την εικόνα να την πάει στην εκκλησία που είχε ήδη χτιστεί. Ένας στρατιώτης που τον ήξερε μου είπε: “Αυτός δεν θα την πάει στην εκκλησία, θα την πάει στο σπίτι του να τη δώσει της μάνας του. Είναι πολύ θρήσκα κι αυτός ο ίδιος ανήκει σε θρησκευτική οργάνωση”. Δεν έμαθα ποτέ πού βρίσκεται αυτή η εικόνα. Άργε στο Κούτσι με τα δαντικά τοπία; Ή στο σπίτι του χωροφύλακα; Αγνοώ τελείως.”

Τελικά, η εκκλησία χτίστηκε στο Γκολεμί, στο σημείο που ο στρατιώτης είδε το όραμα με την Παναγία, με χρήματα των στρατιωτών του μετώπου! Σύμφωνα με μαρτυρίες η εκκλησία καταστράφηκε επί Χότζα.

 

Βιβλιογραφία
– Μαρτυρίες ’40-’41, Κ. Χατζηπατέρα – Μ. Φαφαλιού.
– Μαρίας Καραβία, Ο Τσαρούχης με το χακί του ’40 (τόμος -αφιέρωμα στον Γ. Τσαρούχη Ωσεί μύρα και στο βιβλίο τηςΟ στοχαστής του Μαρουσιού).
– Υλικό από το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Πηγή: panagiotisandriopoulos.blogspot.com

Μοιραστείτε