ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 111)

Μεγάλη Παρασκευή

Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό
κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τʼ ακουμπώ
φίλε δακρυοπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.

Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε.
των αρίστων άριστε.

Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε.
των μεγίστων μέγιστε.

———————–

Κώστας Παρθένης “Επιτάφιος Θρήνος”

Μεγάλη Παρασκευή Βαριά τα βήματά μου σέρνω στο φως

Μεγάλη Πέμπτη

Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρεμάται σήμερα σε ξύλο
ίλεως, Κύριε, γενού
και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε «παιδί μου!»

Με τ’ Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή
κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
Αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού
κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι

———————–

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος “Ο Αίρων τον σταυρόν Αυτού”

Μεγάλη Πέμπτη Αυτός που κρέμασε τον ήλιο στο μεσοδόκι

I

 Χορός αγγέλων δόξασε την υπερούσια μέρα

κι υψώθηκε  μεσ’ τη φωτιά στον ουρανό.

«Ίνα τι με εγκατέλιπες!», φώναξε στον πατέρα.

Και «Μη θρηνείς δι’ εμέ» είπε στη μητέρα.

II

Χτυπιόταν κι έκλαιγε η Μαγδαληνή

Κι ο αγαπημένος μαθητής πετρώνει

Εκεί όπου η Μάνα αγρυπνεί

Δεν τόλμησε κανείς να την κοιτάξει.

1940 – 1943

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης για το περιοδικό Στέπα ©

Πηγή: stepamag.com

I  Χορός αγγέλων δόξασε την υπερούσια μέρα κι υψώθηκε 

Με την λάμψη των αδιάφορων μακρινών αστεριών

Ήταν φωτισμένη του δρόμου η στροφή.

Ο δρόμος τραβούσε γύρω από το όρος των Ελαιών,

Ενώ από κάτω του κυλούσε ο Κέδρων.

Το λιβάδι κοβόταν στη μέση.

Πίσω του φαινόταν ο Γαλαξίας.

Οι ασημόγκριζες ελιές

Προσπαθούσαν να απομακρυνθούν μακριά πετώντας.

Στην άκρη υπήρχε το περιβόλι ενός ανθρώπου, ένα κομμάτι γης.

Αφήνοντας τους μαθητές πίσω από τον φράχτη,

Είπε: «Η ψυχή πενθεί θανάσιμα,

Μείνετε εδώ και παρακολουθήστε με».

Αρνήθηκε χωρίς αντίσταση,

Λες κι ήταν πράγματα αγορασμένα με δάνειο,

Την παντοδυναμία και την θαυματουργική δράση,

Και τώρα ήταν θνητός, όπως κι εμείς.

Η εσχατιά της νύχτας έμοιαζε τώρα με τη χώρα

Της εξόντωσης και του επέκεινα.

Η οικουμένη ήταν ακατοίκητη

Και μόνο ο κήπος αυτός ήταν ένας μέρος για να ζήσει κανείς.

Κοιτάζοντας αυτές τις μαύρες χαράδρες,

Άδειες, χωρίς αρχής και τέλος,

Για να αποφύγει τούτο το ποτήρι του θανάτου,

Με ματωμένο ιδρώτα στον πατέρα προσευχόταν.

Αφού ελάφρυνε την θανάσιμη κούραση,

Βγήκε έξω από τον κήπο. Οι μαθητές,

Νικημένοι από τη νύχτα,

Ξάπλωναν στο γρασίδι δίπλα στο δρόμο.

Τους ξύπνησε: «Ο Κύριος θέλησε

Να ζήσετε στις μέρες μου, εσείς όμως ξαπλώσατε

Κι ήρθε η ώρα του Υιού του Ανθρώπου.

Θα παραδώσει τον εαυτό του στα χέρια των αμαρτωλών».

Και μόλις το είπε, εμφανίστηκαν ξαφνικά

Πλήθος δούλων και μια ομάδα ζητιάνων,

Φωτιές, σπαθιά και πρώτος απ’ όλους ο Ιούδας

Με το προδοτικό φιλί στα χείλη.

Ο Πέτρος με το μαχαίρι απόκρουσε τους κεφαλοκυνηγούς

Και το αυτί ενός έκοψε.

Ακούει όμως εκείνη τη στιγμή: «Τις διαφορές δε λύνουμε με το ατσάλι,

Άνθρωπε βάλε στη θήκη στο μαχαίρι.

Αν είναι δυνατόν στου σκότους τις ιπτάμενες λεγεώνες

Ο Πατέρας να μ’ έστειλε άοπλο εδώ;

Χωρίς ν’ αγγίξουν ούτε μια τρίχα της κεφαλής μου,

Οι εχθροί χωρίς ίχνη χάθηκαν.

Το βιβλίο όμως της ζωής έφτασε σ’ εκείνη τη σελίδα

Που είναι πολυτιμότερη κάθε ιερού και όσιου.

Τώρα πρέπει το γραφτό να συμβεί,

Ας συμβεί λοιπόν. Αμήν.

Βλέπεις, το διάβα των αιώνων μοιάζει με παραβολή

Και μπορεί να αναφλεγεί καθ’ οδόν.

Εν ονόματι της τρομερής μεγαλειότητάς της

Μέσα από οικειοθελή βάσανα στο τάφο θα μπω,

Και όπως πλέουν στο ποτάμι οι σχεδίες,

Έτσι και στο δικαστήριο, θα έρθουν σ’ εμένα, σαν  φορτηγίδα

Οι αιώνες θα έρθουν μέσα από το σκοτάδι».

 

Από τον ποιητικό κύκλο “Τα ποιήματα του Δόκτωρα Ζιβάγκο”

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

 

Η προδοσία στον κήπο της Γεσθημανής, Ιλιά Ρέπιν, 1888

Πηγή: stepamag.com

Με την λάμψη των αδιάφορων μακρινών αστεριών Ήταν

Ο Άντριου Λόυντ Γουέμπερ ανακοίνωσε ότι η παράσταση θα είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο από τη Μεγάλη Παρασκευή

Ο Άντριου Λόυντ Γουέμπερ θα μεταδώσει την επετειακή παραγωγή του «The Phantom of the Opera» στο νέο του κανάλι στο YouTube από τις 7 μ.μ. (ώρα Αγγλίας) τη Μεγάλη Παρασκευή, 17 Απριλίου.

Η επετειακή παραγωγή για τα 25 χρόνια της παράστασης παρουσιάστηκε στο Royal Albert Hall στο Λονδίνο το 2011 με το Ramin Karimloo στο ρόλο του Phantom και τη Sierra Boggess στο ρόλο της νεαρής πριμαντόνα Christine. Η εντυπωσιακή παραγωγή θα είναι διαθέσιμη για 48 ώρες.

Η παράσταση είναι η τρίτη κατά σειρά που μεταδίδει ο Άντριου Λόυντ Γουέμπερ δωρεάν στο κανάλι του στο YouTube, τη στιγμή που το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται σε καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, ενώ όλα τα θέατρα της χώρας παραμένουν κλειστά.

 Η επική παραγωγή του 2011, εμπνευσμένη από την αρχική σκηνοθεσία του Hal Prince και της Gillian, σκηνοθετήθηκε από το Laurence Connor, με ένα all star cast σπουδαίων ηθοποιών και μουσικών, με ζωντανή ορχήστρα200 συντελεστές, επί σκηνής, συν κάποιες ειδικές εμφανίσεις quest καλλιτεχνών.

Ο Άντριου Λόυντ Γουέμπερ ανακοίνωσε ότι η

Τρίο του Μίκη Θεοδωράκη στον Πύργο του Μάκη Καρλή έξω από την Τρίπολη το 1943. Στο κέντρο ο Θεοδωράκης παίζει βιολί, δεξιά ο Γρηγόρης Κωνσταντινόπουλος παίζει μαντολίνο και αριστερά ο Τάκης Δημητρακόπουλος παίζει κιθάρα.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 

Το ιδιόμελο τροπάριο «Κύριε, η εν πολλαίς αµαρτίαις περιπεσούσα γυνή» είναι το πιο γνωστό και δημοφιλές έργο της βυζαντινής υμνογράφου Κασσιανής (9ος αι.), αλλά και από τους πλέον σηµαντικούς ύµνους της βυζαντινής υµνογραφίας. Ψάλλεται την Μεγάλη Τρίτη το βράδυ και είναι το δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης. 

Πολλοί έλληνες λογοτέχνες και ποιητές απέδωσαν το τροπάριο της Κασσιανής στα νέα ελληνικά (Κ. Παλαμάς, Φ. Κόντογλου, Ι. Πολέμης, Γ. Χειμωνάς κ.α.), ενώ και πολλοί έλληνες συνθέτες μελοποίησαν το πρωτότυπο τροπάριο ή τις μεταγραφές του στα νέα ελληνικά (Νικόλαος Χαλικιόπουλος- Μάντζαρος, Θεμιστοκλής Πολυκράτης, Δημήτρης Μητρόπουλος, Δημήτρης Μηνακάκης κ.α.). 

Ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε το τροπάριο της Κασσιανής για τετράφωνη ανδρική χορωδία a capella αρχικά το 1942. Αργότερα, το 1984, συνέθεσε την εκδοχή για µικτή χορωδία επίσης χωρίς συνοδεία. Υπάρχει, όμως, και η συμφωνική εκδοχή του έργου, που έχει παρουσιαστεί επανειλημμένως σε συναυλίες. 

Ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης ομολογεί πως τα πρώιμα χορωδιακά έργα του προέκυψαν επειδή «υπήρχε μια ζωντανή δική μας παράδοση, τόσο σε εκκλησιαστικά όσο και χορωδιακά έργα. Ο Πολυκράτης [σπουδαίος συνθέτης πολυφωνικής εκκλησιαστικής μουσικής] ήταν ένα υπόδειγμα για τους ύμνους της Λειτουργίας, Χερουβικό, Σε υμνούμεν, κ.λ.π. -κι εγώ τον είχα άλλωστε σαν πρότυπο. Έτσι θεωρώ την «Κασσιανή» μου σαν κάτι, θα έλεγα, το ανεξήγητο, όταν σκέφτομαι τα λίγα τεχνικά μέσα και τα ελάχιστα ακούσματα εκείνου του καιρού. Είναι εξάλλου το μόνο έργο εκείνης της εποχής που το θεωρώ άξιο να σταθεί πλάι στις μεταγενέστερες δημιουργίες μου.» 

Η «Κασσιανή» του Μ. Θεοδωράκη γράφτηκε και παρουσιάστηκε στην Τρίπολη, όταν ο συνθέτης ήταν μόλις 17 ετών! Η μελοποίηση του ύμνου είναι σαφώς επηρεασμένη από την πολυφωνία της εποχής και δεν έχει σχέση με την βυζαντινή μελωδία του τροπαρίου, παρ΄ ότι διαθέτει και κάποια τροπικά στοιχεία. 

Ο ίδιος ο συνθέτης στην Αυτοβιογραφία του (Οι Δρόμοι του Αρχάγγελου), διηγείται ένα πολύ …χαριτωμένο περιστατικό, που είχε να κάνει με την απόδοση του τροπαρίου της Κασσιανής εκείνη την Μ. Τρίτη, πριν 78 χρόνια! 

«… Στα 1942, τη Μεγάλη Τρίτη, η Τριπολιτσά είχε αναστατωθεί από τη μάχη των τριών Κασσιανών, όπως την ονόμασαν. Το τύπωμα και το μοίρασμα διαφημιστικών προκηρύξεων, που προκάλεσε την παρέμβαση των αρχών κατοχής και ο αφορισμός από το δεσπότη του Γιάννη Κούρου με την απαγόρευση να δοθεί η «Κασσιανή» του στη μητρόπολη, προσέδωσε εκρηκτικό χαρακτήρα στην ατμόσφαιρα. Εκτός από τον Κούρο, ο καθηγητής μου κ. Παπασταθόπουλος είχε γράψει τη δική του «Κασσιανή», που θα την ερμήνευε ο ΜΟΤ (Μουσικός Όμιλος Τριπόλεως) στον Προφήτη Ηλία, κι εγώ τη δική μου, που θα τη δίναμε στην Αγία Βαρβάρα. Ο Κούρος βρήκε τελικά κάποιο ξωκλήσι. Το έργο του ήταν στηριγμένο στην Αρκαδική Μουσική, δηλαδή μια απλούστευση της βυζαντινής, δικής του επινοήσεως. Ο ίδιος ήταν καθηγητής ιχνογραφίας στο γυμνάσιο, δεξιός ψάλτης στον Αι-Βασίλη, τη μητρόπολη, και κυρίως μέγας τραγουδιστής, με ειδικότητα τα επιτραπέζια «κολοκοτρωναίικα», όπως είναι γνωστά. 

Πολύ ψηλός, ξερακιανός, θυμόσοφος, καλαμπουρτζής και γερό ποτήρι, αποτελούσε ένα ζωντανό θρύλο. Στην «Κασσιανή» του, στη φράση «ως εν τω Παραδείσω», είχε βάλει φωνές που έκαναν «τσίου-τσίου», δηλαδή τα πουλιά του Παραδείσου, πράγμα που έδινε χειροπιαστά την εικόνα… και ίσως γι’ αυτήν την τόλμη ο δεσπότης τον αφόρισε. Δεδομένου ότι η βυζαντινή τέχνη θα πρέπει να παραμένει απογυμνωμένη από ειδωλολατρικά τερτίπια, όπως είναι τα «πουλάκια» ή τα μουσικά όργανα ή μια νέα αντίληψη για τη μελοποίηση, που να ξεφεύγει από τα ιερά πρότυπα και την παράδοση της εκκλησίας.

Η σύνθεση της δικής μου «Κασσιανής» έγινε στις αρχές του 1942. Τότε είχα μια δική μου τετράφωνη χορωδία στην Αγία Βαρβάρα, για το μέρος της Λειτουργίας. Έγραφα «Χερουβικά», «Σε υμνούμεν» και άλλα μέρη. Άρχισα τις πρόβες αμέσως. Κάθε φωνή ξεχωριστά. Έτσι κάθε μέρα δούλευα τέσσερις ώρες μόνο για τις φωνές. Ανακάλυψα και ένα θαυμάσιο βαρύτονο -ήταν μόνιμος επιλοχίας- για τον οποίον έγραψα ένα μεγάλο σόλο. Στη δική μας εκτέλεση, στην Αγία Βαρβάρα, χάρη στον πατέρα μου, ήρθαν οι αρχές της πόλης. Ο Ευάγγελος Παπανούτσος [διευθυντής τότε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Τρίπολης] μας έφερε την ιντελιγκέντσια. Ο κόσμος πατείς με πατώ σε. Ψάλαμε από το γυναικωνίτη με μεγάλο τρακ και συγκίνηση. Ακόμα θυμάμαι το φάλτσο που έκανε ο Τάκης, που ως συνήθως τραγουδούσε πάντα λίγο χαμηλά. Τον είδα να τεντώνει το λαιμό του και είπα: «Τώρα θα το κάνει», και το έκανε. Αυτό έσπασε τη μαγεία της στιγμής. Ο Παπανούτσος, όλος χαρά, μας έσφιγγε τα χέρια στο προαύλιο της αυλής. Μετά και οι τρεις χορωδίες σμίξαμε σε μια υπόγεια ταβέρνα. Φάγαμε, ήπιαμε και, οι αθεόφοβοι, ψάλαμε και τις τρεις «Κασσιανές». 

Ο Μ. Θεοδωράκης είχε αναφερθεί, σε συνέντευξή του, στην «Κασσιανή» ως «ένα έργο φιλίας»: «Πραγματικά το κίνητρό μου ήταν να γράψω ένα σύνθετο έργο για τους φίλους μου που τραγουδούσαν τότε τα πρώτα μου τραγούδια σε εκδρομές και καντάδες κάτω από τα παράθυρα των αγαπημένων μας κοριτσιών.»

Τρίο του Μίκη Θεοδωράκη στον Πύργο του

του  Στέφεν Μ. Κλούγκεβιτζ 

Παρόλο που ο “Μεσσίας” του Χέντελ κυριαρχεί και δίκαια ως ο βασιλιάς της Μουσικής του Πάσχα, υπάρχουν και άλλα αριστουργήματα για την περίπτωση που αξίζουν να ακουγονται περισσότερο συχνά. Εδώ είναι δέκα λιγότερα γνωστά έργα κλασσικής μουσικής που απεικονίζουν με εκπληκτικό τρόπο τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος και της Κυριακής του Πάσχα

  1. “Resurrexit” από την  Messe Solennelle του Έκτωρ Μπερλιόζ  (1824)

Είναι το μόνο μέρος μιας δυνατής Λειτουργίας, που ο εικοσι ενός χρόνων συνθέτης θεώρησε αξίο προς διάσωση (η υπόλοιπη Λειτουργία ανασκευάσθηκε από παρτιτούρες που ανακαλύφθηκαν σε μια σοφίτα στο Βέλγιο στην αρχή της δεκαετίας του ‘90). Η  “Resurrexit” (“Ανάσταση”) του Μπερλιόζ είναι σίγουρο η πιο συναρπαστική απόδοση της Ανάστασης του Ιησού στην ιστορια της μουσικής. Επίσης κάνει κάποιον να αντιληφθεί το πόσο επαναστατική ήταν η μουσική του Μπερλιόζ. Η Λειτουργία γράφηκε 3 χρόνια πριν από τον θάνατο του Μπετόβεν και αρόλα αυτά ήδη ακούγεται σαν ένα έργο μετα-Μπετοβενικού Ρομαντισμού. Παρόλο που είναι έργο του Μπερλιόζ, δεν μοιάζει με κανένα άλλο έργο του συνθέτη.

  1. Stabat Mater του Αντόνιο Βιβάλντι (1712)

Εχουν υπάρξει πολλές όμορφες συνθεσεις που απεικονίζουν την σκηνή της Μητέρας του Θεού να στέκεται θλιμμένη στην βάση του Σταυρού, αλλά κανένα πιο όμορφο από αυτό που δημιουργήθηκε από τον “Κόκκινο Ιερέα”. Ακόμη μια απόδειξη ότι τα περίφημα κονσέρτα του συνθέτη είναι στην ουσία οι πιο ελάσσονες από τις δημιουργίες του.

  1. Stabat Mater του Τζιοάκιμο Ροσσίνι (1841)

Η σύνθεση του Ροσσίνι της σκηνής του Stabat Mater, του οποίου το κείμενο προ΄ρχεται από έναν ύμνο του 13ου αιώνα, πιθανόν γραμμένο από Πάπα Ιννοκέντιο Γ! , έρχεται ένα αιώνα και ΄25 χρόνια μετα την απόδοση του από τον συμπατριώτη του Βιβάλντι και απέχει πασάγκας τόσο σε στυλ, όσο και σε χρόνο. Εμπνευσμένος από την παράδοση του “μπελ κάντο”, το οποίο βοήθησε να γίνει διάσημο, η προσπάθεια του Ροσσίνι είναι οπερατική σε  πολλά σημεία, όμως δεν υπήρξε πιο πολύ από την δεύτερη κίνηση, το “Cuius animam gementem” (“Μέσα από την δακρύζουσα ψυχή της), στην οποία ο τενόρος τραγουδά σε ένα πρόσχαρο σκοπό , λόγια του μεγαλύτερου πάθους .

  1. Οι “Σονάτες του μυστηρίου η του Ροζάριου” του Χέινριχ Ίγκναζ Φραντζ Μπίμπερ  (1676)

Μια σειρά από δεκαπέντε σύντομες σονάτες για βιολί και κοντίνουο, βασιμένες στα μυστήρια του Ροζαρίου (Καθολικό προσευχητάρι), αυτό το έργο του Αυστριακού συνθέτη του  17ου αιώνα Φραντζ Μπίμπερ ήταν άγνωστο μέχρι το 1905.

  1. “Οι Επτά Τελευταίες Λέξεις του Σωτήρα μας επί του Σταυρού “ του Τζόσεφ Χέυδν (1787)

Ενορχηστρωμένο κατά καιρούς για κουαρτέτο εγχόρδων, για ορχήστρα και για ορχήστρα και φωνές, το  Seven Last Words του Χέυδν είναι μια σειρά από διαλογισμούς στις επτά τελικές δηλώσεις που ειπώθηκαν από τον Ιησού πάνω στον Σταυρό.

  1. ‘Πασχαλινό Ορατόριο” του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1725)

Παρόλο που δεν είναι τόσο γνωστο όσο το “Κατά Ματθαίον Πάθη” η τα “Κατά Ιωάννη Πάθη”, το “Πασχαλινό Ορατόριο” είναι ένα αριστούργημα από μόνο του.

  1. “Ο Χριστός στο ‘Όρος των Ελαίων” του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν (1803) 

Tο μοναδικό ορατόριο του μεγάλου δασκάλου της μουσικής χρονολογείται από την ίδια χρονιά που γράφτηκε η επική “Ηρωϊκή” συμφωνία του.

  1. “Η Ανάσταση” του Γκέοργκε Φρήντιχ Χαίντελ (1708)

Επισκιαζόμενο την περίοδο του Πάσχα από τον “Μεσσία”, το ορατόριο του Χαίντελ αξίζει να γίνει καλύτερα γνωστό, όπω ς αποδεικνύει η συναρπαστική άρια “Disserratevi porte d’averno”.

  1. “Ο Βασιλεύς των Ιουδαίων” του Αλεξάντερ Γκλαζούνωφ 

Ο Ρώσος συνθέτης δημιούργησε αυτή την μουσική για ένα βιβλικό δράμα του 1908, όπου χρησιμοποιούσε ορχήστρα και χορωδία και εμπνεόταν από την παράδοση της Ρωσσικής Ορθόδοξης εκκλησιαστικής  μουσικής.

  1. “Θρήνος της Μητέρας του Θεού” του Τζων Τάβενερ  (1988)

Ο ίδιος ο συνθέτης έγραψε: “Στην Ορόδοξη Εκκλησία, ο Θρήνος της Μητέρας του Θεού” (ένα ρωσσικο αντίστοιχο των Εγκωμίων του Τάφου του Κυρίου” και της “Ζωής εν Τάφω” ) τραγουδιέται κανονικά την Μεγάλη Παρασκευή.  Η διάρκεια του είναι μιάμιση ώρα και απαγγέλεται από τον ιερεά η τον Επίσκοπο ενώ ο κ΄σομος προσκυνά τον Επιτάφιο, που βρίσκεται στο κέντρο της εκκλησίας και στολισμένος με λουλούδια. Ο θρήνος πρέπει να τραγουδιέται με βυζαντινή αυστηρότητα και μεγάλη καθαρότητα. Μεγαλώνει σε ένταση και φτάνει στην αποκορύφωση των φωνητικών δυνατοτήτων χωρίς να υπάρχει κάτι ούτε κατά ιδεά μελοδραματικό στην ερμηνεία. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει ποτέ η αίσθηση της απόλυτης  tαποξένωσης που νοιώθει κανείς στην Δυτική Εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή . Από εδώ προέρχεται το κλάμα της Μητέρας του Θεού” “Θα αλλάξεις την θλίψη μου σε χαρά με την Ανάσταση σου; “ που ακολουθείται τραγουδισμένο με όλη την δύναμη “ Ανάστα ο Θεός, κρίνων την Γην” 

 

O Στέφεν Κλούγκεβιτζ (Stephen Klugewicz) είναι συντάκτης του The Imaginative Conservative. Έχει Ph.D. στην Αμερικάνικη Ιστορία με εξειδίκευση στις περιόδους ίδρυσης και των πρώτων χρόνων της Αμερικάνικης Δημοκρατίας. Είναι συνεπιμελητής των συλλογικών έργων  History, on Proper Principles: Essays in Honor of Forrest McDonald  (Ιστορία βασιμένη σε σωστές αρχές: Δοκίμια προς Τιμή του Φόρεστ Μακ Ντόναλντ) και Founders and the Constitution: In Their Own Words (Οι Πατέρες του Αμερικάνικου Έθνους και το Σύνταγμα: Με τα δικά τους λόγια” Υπήρξε ο πρωην Γενικός Διευθυντής Κολλεγιακού Δικτύου στο  Intercollegiate Studies Institute , Πρόεδρος στο Franklin’s Opus, Διευθυντής Εκπαίδευσης στο Εθνικό Κέντρο Συνταγματικών Σπουδών και διευθυντής στην Regina Luminis Academy. 

Πηγή: theimaginativeconservative.org

του  Στέφεν Μ. Κλούγκεβιτζ  Παρόλο που ο “Μεσσίας”

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

O ποιητής από νωρίς έχει συλλάβει την σημασία του “των θυρών κεκλεισμένων”
Άλλωστε ο Ιησούς “των θυρών κεκλεισμένων” εισήλθε προς τους μαθητές του μετά την Ανάσταση.

Για να δηλώσει και την μυστική λατρεία, την “εσωτερική πια λατρεία” που λέει ο Παπατσώνης.

Η λατρεία στην Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται – δυστυχώς συχνά – υπόθεση αυτοπροβολής, εξουσίας, εξωστρέφειας άνευ προηγουμένου και επομένου.

“Ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος” μοιάζει να μη χωράει σ’ αυτή την πρακτική, που πολλές φορές είναι και αντιαισθητική. Επικρατεί ο θόρυβος αντί της σιωπής, τα κενά λόγια αντί της καινής διαθήκης, ο βερμπαλισμός αντί της λιτότητος.

Αλλά πάντοτε …τρυπώνει, ακόμα και “των θυρών κεκλεισμένων” ο “κρύφιος εορταστής” που λέει ο Παπατσώνης. Αυτός που γιορτάζει “εν αγνοία των άλλων χριστιανώ픨

Ο Μάνος Τασάκος σημειώνει για το ποίημα αυτό:
Θαρρῶ ὅτι στό ποίημα αὐτό ἔχουμε δηλωμένη, (μέ σαφῆ τρόπο), τήν ἀδιαφορία τοῦ Παπατσώνη γιά τά μεγαλόσχημα καί τά ἠχηρά της ἐκκλησίας. Καί ὄχι μόνο. Προσέξτε τόν στίχο «ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἄλλων χριστιανῶν» καί «ἔξω ταγμένου χρόνου» – ἡ ἀντίθεση μέ τόν διπλανό δέν εἶναι ἐδῶ ἀντίθεση ἀνάμεσά σε ἕναν πιστό καί σέ ἕναν ἄπιστο, ὅπως θά περίμενε κανείς, ἀλλά ἀνάμεσα σέ ἐκείνους πού ἐνστερνίζονται τήν ἀπέριττη πνευματικότητα τῆς πίστης καί σέ ἐκείνους πού ἁπλῶς ἀκολουθοῦν τό τυπικό λειτουργικό της, μόνο κατ’ ὄνομα χριστιανοί καί ἐντελῶς ἀνυποψίαστοι γιά τά βαθύτερα τῆς συνείδησης. Οἱ ἀποχρώσεις εἶναι ἴσως μέ δυσκολία ὁρατές, ἀλλά ὑπάρχουν καί ἔστω καί ἀσύγγνωστα, καταδεικνύουν τήν ἄποψη τοῦ Παπατσώνη γιά τά ἀσήμαντα καί τά παρεκκλίνοντα μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ ἐπίσημη ἐκκλησία.

Ὅμως ἐτοῦτα δέν εἶναι τά μόνα, (καί μᾶλλον δέν εἶναι τά κύρια), πού ἀπορρέουν ἀπό τό ποίημα. Σέ μία ἑρμηνεία ἐξωθρησκευτική, τό νόημα εἶναι ἐπίσης σαφές καί καθολικό – ἡ δημιουργία εἶναι πάντοτε μία ὑπόθεση ἐσωστρεφής, ἡ προσπάθεια μοναχική, τό βίωμα μοναδικό καί αὐστηρά προσωποποιημένο. Οἱ ἀλλαγές στήν συνείδηση δέν μποροῦν νά εἶναι ἀποτέλεσμα μαζικῶν συμμετοχῶν καί συνομιλιῶν, οἱ μεταβολές καί τό ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργίας δέν προκύπτουν ποτέ ἀπό συναθροίσεις ὅπου οἱ συγκλίσεις τείνουν πάντοτε στόν μέσο ὄρο, στήν ἁπλοϊκότητα, στήν ἐπιφάνεια. Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων εἶναι ἡ μετάφραση τῆς ἀπόσυρσης τοῦ Ἰησοῦ στήν ἔρημο, ἡ ἀπόλυτη ἀπομόνωση, ἕως ὅτου ἐπιστρέψει τελείως μεταρσιωμένος.

Εἶναι ὅμως καί κάτι ἀκόμη, ἡ ἀντίθεση στήν ἔννοια τοῦ ποιμνίου, τῆς ὁμαδικῆς πίστης. Ὁ καθείς μοναχός θά εὕρει τόν δρόμο γιά τήν Ἀνάσταση, (γιά νά μιλήσουμε μέ ὅρους θεολογικούς) καί οὐδείς ξένος δέν ἠμπορεῖ νά βοηθήσει τήν ἀνάβαση στόν Γολγοθά. Δέν εἶναι τυχαῖος ἄλλωστε καί ὁ στίχος Paratum est cor ejus γιά τή σπουδαία Θυσία, γιά τόν Παπατσώνη ἡ ἐνασχόληση μέ τό πνεῦμα, μέ τήν λογοτεχνία, μέ τήν ποίηση, ἔχει πάντοτε ἕνα τεράστιο κόστος, εἶναι μιά ἄποψη πού διατρέχει τό σύνολο σχεδόν τῆς ποίησής του.

Παρόλο πού τό ποίημα «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» ἡ (ἐλάχιστη) κριτική δέν τό πιστεύει ἀπό τά καλύτερα τοῦ Παπατζώνη, ἡ γνώμη μου εἶναι ἀρκετά διαφορετική. Ἐκτός ἀπό ὅλα τα προρρηθέντα, νομίζω ὅτι εἶναι καί ἀπό τά ἐλάχιστα ὅπου ὑποβόσκει ἀδιόρατη εἰρωνεία γιά τούς κάτ΄ ὄνομα πιστούς καί τούς μεγαλόσταυρους τῆς ἐκκλησίας. Κι αὐτό ἀπό μόνο του προσδίδει στούς στίχους μία ἀξία.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895-1976)
Των θυρών κεκλεισμένων

Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ΄ αντικρύζει κι’ ευθύς αναρωτάται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανάνθισε αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο κρύφιος εορταστής.
Paratum est cor ejus για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ΄ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόσην ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου O ποιητής από νωρίς

Έκλεισαν στις 8 Απριλίου 2020, 110 χρόνια από την αυτοκτονία του ελληνολάτρη διανοούμενου Περικλή Γιαννόπουλου. Και εμείς συνεχίζουμε το αφιέρωμα μας στις αισθητικές απόψεις του  ανθρώπου που ανάμεσα σε άλλους επηρέασε τον Άγγελο Σικελιανό, τον Δημήτρη Πικιώνη, τον Γιάννη Τσαρούχη, αλλά και τον Κώστα Φέρρη και τον Λάκη Παπαστάθη (Άβαλον των Τεχνών) .

Του Κώστα Τάταρη 

Σε μια στιγμή απελπισίας έκαψε όλα τα αδημοσίευτα έργα του, μεταξύ των οποίων την πολύ σημαντική μελέτη «περί Αρχιτεκτονικής», όταν το είπε στον Ίωνα Δραγούμη,  ο τελευταίος αντέδρασε : «Γιατί ; Είναι έγκλημα αυτό που κάνατε, τα έργα σας είναι πολύτιμα για εμάς τους νέους» κι εκείνος χαμογελώντας απάντησε: «δεν πειράζει, η αττική γη όπως τα  ενέπνευσε σε μένα, θα τα εμπνεύσει και σε άλλους, έχω εμπιστοσύνη στη γενιά σας». 

Μετά άρχισε με τρόπο να συζητά για την αυτοκτονία΄ ο Δραγούμης επέμενε ότι σε κάθε περίπτωση – δεν πήγε ο νους του στο κακό – είναι πράξη δειλίας. Ο Γιαννόπουλος όμως ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν περιπτώσεις που είναι επιλογή δύναμης, βουλησιοκρατική επιλογή ενός ελεύθερου ανθρώπου.

Ιων Δραγούμης

Οι σκέψεις για αυτοκτονία 

Υπήρχε  και κάτι ακόμα που τον τρόμαζε όσο έφτανε τα σαράντα. Η ιδέα των επερχόμενων γερατιών’ ο Γιαννόπουλος δεν μπορούσε να συμβιβαστεί – και αυτή ήταν η «Ουαϊλδική» πλευρά του, δεν είναι τυχαίο ότι την τελευταία νύχτα της ζωής του εθεάθη σε αμάξι φορτωμένο λουλούδια και ότι απάγγειλε σε φιλική συντροφιά το μεταφρασμένο από τον ίδιο ποίημα του Όσκαρ Ουάϊλδ «το τριαντάφυλλο και τ’ αηδόνι»- με την ιδέα της αργής φθοράς : 

«Ο Περικλής Γιαννόπουλος δεν ανήκε στις διαλλακτικές εκείνες φύσεις, που συμβιβάζονται με τον χρόνο περιφέροντας ένα κακέκτυπο της  νεότητάς τους: χωρίς μαλλιά, χωρίς δόντια, με δίχτυα τις ρυτίδες, βλέμμα άτονο και κορμί κυρτό, μακάβριο αποτέλεσμα του συμβιβασμού τους. Οι κρόταφοί του ψάραιναν. Στη φιλντισένια του επιδερμίδα ώρες – ώρες διαχυνότανε κάτι  πικρό. Κι αυτός, ο τόσο άκακος – όπως ομολογούνε οι φίλοι του – άρχισε να γίνεται πικρόχολος, δηκτικός…»

Πλέον υπέγραφε ως «Διόνυσος» και «Θάνατος», έστελνε κάρτες που έδειχναν ένα έφηβο καβαλάρη από τη ζωφόρο του Παρθενώνα με το πρόσωπό του χαλασμένο, οι φίλοι του άρχισαν να ανησυχούν σοβαρά, ο προϊδεασμός της αυτοκτονίας  φάνηκε άλλωστε με αισθητικό τρόπο στην εισαγωγή του τελευταίου βιβλίου του, της «Έκκλησης». 

«Ποια είναι η γνώμη σας για την καύση των νεκρών ;» τον ρώτησαν μια μέρα σε μια συντροφιά. «Στη Δύση μπορεί», απάντησε, «όμως εμείς εδώ δεν έχουμε φράγκικα βρομοχώματα. Έχουμε το λεπτό χωματάκι της Αττικής. Έπειτα έχουμε και θάλασσα και τι θάλασσα !…»

Σ’ ένα άλλο φίλο είπε : « Να πάρεις ένα όμορφο άλογο, δίχως σέλα, χάμουρα και λοιπές αηδίες. Να καλπάσεις στη θάλασσα. Όταν το άλογο δε θα μπορεί να προχωρήσει πλέον να το στρέψεις στην ξηρά ώστε να μην πνιγεί. Ύστερα να δώσεις τέλος στη ζωή σου, το άλογο θα βγει τρέχοντας στη στεριά και εσύ θα χαθείς στην ωραία θάλασσα χωρίς να φανεί τίποτα».  

Το τέλος 

Mεγάλη Πέμπτη 8 Απριλίου 1910: Η σκηνοθεσία ολοκληρώθηκε με άψογο τρόπο, η σκηνοθεσία ενός estete: Ντυμένος στα ολόλευκα πήρε  ένα αμάξι και έφτασε στον Σκαραμαγκά. Εκεί, αφού έφαγε στο χάνι, ζήτησε την απ’ τον αμαξά να ξεζέψει ένα άλογο. Το καβάλησε και αφού αλείφτηκε με αρώματα και στεφάνωσε το κεφάλιτου με αγριολούλουδα κάλπασε προς τα κύματα ενώ έβρεχε καταρρακτωδώς . Σαν έφτασε καβαλάρης στα βαθιά νερά,γύρισε το άλογο προς την ακτή κρατώντας τοτε το ένα χέρι και με το αυτοπυροβολήθηκε στον κρόταφο. Το άλογο γύρισε αγριεμένο προς την ακτή. 

Με αυτόν τον τρόπο ο Γιαννόπουλος θέλησε με ένα «κβαντικό άλμα» να φθάσει στην «Αρχή», να χαθεί, να γίνει «ΕΝΑ» με την άφατη αλήθεια της Ελληνικής Εδέμ, να επιστρέψει στον απωλεσθέντα Παράδεισο.

1964. Έτος Περικλή Γιαννόπουλου. Μπροστά σειρά: Δημήτρης Πικιώνης, Δημήτρης Λαζογιῶργος – Ἑλληνικός, Λίνος Καρζής.
Πίσω Σειρά: Δημήτριος Παπαστρατηγάκης, Γ. Μετσόλης, Ἰ.Μ. Χατζηφώτης (προφίλ), Ἔλλη Λαμπρίδη, Γιῶργος Σταμπολῆς,
ἄγνωστος, κα Καραβίδα.

Ύστερα από μέρες το πτώμα του ξεβράσθηκε στην ακτή, τα μάτια του είχαν φαγωθεί από τα ψάρια,στη τσέπη του βρήκαν «τον οβολό» που θα έδινε στον Χάρο για να περάσει «απέναντι». Η κηδεία του έγινε το επόμενο έγινε μεσημέρι  «ελληνική ιεροτελεστία»

.Ο αστυνόμος εξήγησε στους συγγενείς και φίλους ότι δυο άγνωστες κυρίες ήρθαν το πρωί και περιποιήθηκαν τον νεκρό. Ένας ιερέας έψαλε τη νεκρώσιμη ακολουθία, κάποια αρχόντισσα τύλιξε τη σορό με λινομέταξο σεντόνι, κορίτσια από την Ελευσίνα φορώντας τοπικές ενδυμασίες ακούμπησαν πλάϊ  στο νεκρό μια γεμάτη υδρία… Όταν το σώμα κατέβαινε στον τάφο τα κορίτσια χύνανε στο χώμα νερό από την υδρία, από μακριά φάνηκαν οι δύο γυναίκες που παρακολουθούσαν τη τελετή από απόσταση.η μια από αυτές ήταν η Σοφία Λασκαρίδου. 

Σοφία Λασκαρίδου, ο μεγάλος έρωτας του Περικλή Γιαννόπουλου

Γράφει ο Κωστής Παλαμάς: 

Πάει κι ο Αντίνοος  έφηβος κι ο πιο λαμπρός που ζούσε

με το όραμα ημερόφαντον ανάστασης ως πέρα

μιας ομορφιάς ελλήνισσας, απάνου από τα λόγια,

και που γοργά τη ζήση του που ζούσε ανάμεσό μας,

και ξαφνικά, την τράβηξε μέσα από μας και φεύγει,

καθώς τραβάς το χέρι σου να μη σου το μολέψη

το χέρι κάποιου ανάξιου με το χαιρετισμό του. 

Η επίδραση στα καλύτερα μυαλά της Ελλάδος.

Άν και δεν έγινε ευρύτερα αποδεκτός στην εποχή του, η επίδραση του Περικλή Γιαννόπουλου υπήρξε καθοριστική σ’ όλους τους δημιουργούς που έχουν κάτι σημαντικό να μας πουν. 

Ο Ίων Δραγούμης έγραψε στο ημερολόγιό του ότι «τώρα που έφυγε πρέπει να αναλάβω όλα τα βάρη του». 

H ποίηση του Άγγελου Σικελιανού (ο οποίος του αφιέρωσε το όμορφο ποίημα («Απολλώνιος θρήνος») είναι η ποιητική μετουσίωση του «περικλογιαννοπούλειου» οράματος. 

H “μεταφυσική του φωτός» επέδρασε καταλυτικά στην ποίηση του Ελύτη και την ζωγραφική του Γιάννη Τσαρούχη. 

Ενώ η άποψη του για επίδραση της Ελληνικής Γης επηρέασε την αρχιτεκτονική του Πικιώνη.

H “γιαννοπούλεια” κληρονομιά συμπεριλαμβάνει επίσης την λαογραφία της Αγγελικής Χατζημιχάλη, την Δώρα Στράτου και τους ελληνικούς χορούς, τον Σίμωνα Καρρά και την Δόμνα Σαμίου με  την έρευνα τους για το δημοτικό τραγούδι, και τον Χριστόδουλο Χάλαρη με την έρευνα για την κοσμική βυζαντινή μουσική η την ανακατασκευή Αρχαίων, Βυζαντινών και Μετα-Βυζαντινών οργάνων και το αντίστοιχο Μουσείο. 

Συμπεριλαμβάνει επίσης τις αγιογραφίες του Φώτη Κόντογλου, την επηρεασμένη από το ελληνικό τοπίο ποίηση του Γιώργου Σταμπόλη και το βιβλιαράκι “Αυτοκρατορία” του Κώστα Σοκόλη.

Ενώ ο Λίνος Καρζής θέλησε να δημιουργήσει ένα ελληνικό θέατρο υπό την επίδραση του Γιαννόπουλου και συνδύαζε το  μεγάλο μήνυμα του με τον Κοινοτισμό του Καραβίδα και την Δελφική Ιδέα του Σικελιανού, της οποίας υπήρξε πρωτεργάτης. 

Στην δεκαετία του 60, οι νέοι δέχτηκαν με ενθουσιασμό το κήρυγμά του Περικλή Γιαννόπουλου σε σημείο να χαρακτηριστεί «ο άγιος της ελληνικής νεολαίας». Βασικός μαθητής του ο Δημήτρης Λαζογιώργος – Ελληνικός.

Ο Λαζογιώργος-Ελληνικός το 1963, συνέλεξε τα “Άπαντα” του  Περικλή Γιαννόπουλου διασώζοντας σε αυτά τα εξαντλημένα από καιρό έργα του, αλλά και τα ανέκδοτα (π.χ “Η Ελληνική Γραμμή” δημοσιεύθηκε μόνο σε συνέχειες στην ‘Ακρόπολη”) Ενώ υπήρξε πρωτεργάτης στο γιορτασμό του Έτους Περικλή Γιαννόπουλου το 1964.  

Επίσης υπήρξε από τους πιο θερμούς μαθητές του Λίνου Καρζή και επιμελήθηκε την κυκλοφορία μετα από δεκαετίες, των βιβλίων “Εστίες Ελληνικού Ζωϊσμού” και “Οι Έλληνες ανακαλύπτουν τον Μύθο τους” στις “Εκδόσεις Πελασγός”.

Όσο αφορά την επίδραση του Περικλή Γιαννόπουλου στην σύγχρονη εποχή, οι ταινίες του Κώστα Φέρρη (“Φόνισσα”, “Ρεμπετικο”) και του Λάκη Παπαστάθη (“Θεόφιλος”, “Τον καιρό των Ελλήνων”, “Το μόνο της ζωής του ταξείδιον”) εκφράζουν μια αναζήτηση ελληνικότητας στον Ελληνικό κινηματογράφο.

Το “Ρεμπέτικο” του Κώστα Φέρρη ήταν επηρεασμένο από την ρήση του Περικλή Γιαννόπουλου για ανακάλυψη της ελληνικής μουσικής που περιφρονείτο στην εποχή της

Ο υπερρεαλισμός του Εγγονόπουλου και του Γκάτσου, το βαλκανικό ροκ του Σαββόπουλου και η εθνοτζάζ των Mode Plagal , όλα επηρεασμένα από την Παράδοση και το δημοτικό τραγούδι είναι η καλύτερη απόδειξη της ρήσης του ότι κανένα ξένο στυλ δεν μπορεί να επιζήσει στην Ελληνική γή εκτός και αν ελληνοποιηθεί. 

Το εξώφυλλο από τον δεύτερο δίσκο των Mode Plagal

Πιστεύουμε δε ότι πολύ θα του άρεσε σήμερα η άνθιση των μουσικών σχολείων, τα οποία μετατρέπουν την ελληνική νεολαία σε κοινωνό της Ελληνικής Παράδοσης.

Τέλος η επίδραση του στους έλληνες συγγραφείς του σήμερα μπορεί να ανιχνευθεί στο μυθιστόρημα του Τάκη Θεοδωρόπουλου, “Το Αδιανόητο Τοπίο” (Eκδόσεις “Ωκεανίδα” 2000, Εκδόσεις Μεταίχμιο 2016), όπου περιγράφει τη ζωή ενός αντικομφορμιστή ζωγράφου, του Γιώργου Γαλανού, που εγκαταλείπει την Αθήνα για τα βουνά της Πελοποννήσου. Στόχος του είναι να ζωγραφίσει το απόλυτο ελληνικό τοπίο υπό την διαύγεια του του ελληνικού φωτός. Αυτό ομως τον οδηγεί στην τρέλλα γιατί δεν μπορεί να το ζωγραφίσει. Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαετιών.

Όπως βλέπουμε, ο Περικλής Γιαννόπουλος χάθηκε στην Ελληνική Εδέμ όμως από «εκεί» λειτουργεί για τους Έλληνες Δημιουργούς ως Σηματωρός και Κήρυκας, ως Σύμβολο και Ιδέα.

To τελευταίο μέρος του παρόντος άρθρου γράφηκε σε συνεργασία με τον Γιώργο Πισσαλίδη. 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

Έκλεισαν στις 8 Απριλίου 2020, 110 χρόνια από την αυτοκτονία του ελληνολάτρη διανοούμενου Περικλή Γιαννόπουλου. Και εμείς συνεχίζουμε το αφιέρωμα μας στις αισθητικές απόψεις του  ανθρώπου που ανάμεσα σε άλλους επηρεασε τον Άγγελο Σικελιανό, την Αγγελική Χατζημιχάλη, τον Δημήτρη Πικιώνη και τον Γιάννη Τσαρούχη (Άβαλον των Τεχνών) . Διαβάστε τα δύο πρώτα μέρη εδώ το μέρος Α’ και εδώ το δεύτερο μέρος .

Κεντρική φωτό: Έκθεση του Φώτη Κόντογλου “μαθητή” του Περικλή Γιαννόπουλου. 

του Κώστα Τάταρη 

Έγραφε ο Περικλής Γιαννόπουλος: «Εγώ τίποτε δεν σας ζητώ και τίποτε δεν έχετε να μου δώσετε. Επαίνους δεν θέλω. Δόξαν σας την χαρίζω. Εγώ θα σας αδειάσω εις το κεφάλι ό,τι είναι χρήσιμον , κινητικόν, ηδονικόν της ζωής σας΄ γρήγορα, γρήγορα, και έπειτα χαίρετε, χαίρετε. Εγώ μιαν φοράν θα ζήσω, δεν θα ζήσω δύο. Και όταν περάση η νεότης, τα ρέστα σάς τα χαρίζω. 

Και εγώ δεν έχω σκοπό να φάω τα νιάτα μου με σας. Εγώ την μόνην δόξαν που εζήλευσα είναι η δόξα των φιλιών. Θέλω να αισθάνομαι το κεφάλι μου άδειον, κούφιο, φορτωμένο με το στεφάνι των φιλιών. Και θέλω να πεθάνω νέος. Και θέλω να πεθάνω ορθός. Θα κάμω ό,τι είναι δυνατόν για να σας πείσω να τα  πάρετε, για να σας δείξω ότι είναι χρήσιμα δια σας. Θέλετε να πάρετε ; Πάρετέ τα , είναι ιδικά σας. Δεν θέλετε; Τύφλα σας !». 

Τα γραπτά του προκαλούν παθιασμένες συζητήσεις, σε κάθε περίπτωση δεν περνούν απαρατήρητα. Τουλάχιστον στους λογίους, στους καλλιτέχνες, αλλά και στους νέους που ζητούν διέξοδο. Υπάρχουν φανατικοί οπαδοί του και φανατικοί ενάντιοι – που είναι και οι περισσότεροι- οι τελευταίοι τον αντιμετωπίζουν στην καλύτερη περίπτωση ως έναν ιδιόρρυθμο estete στη χειρότερη ως  τσαρλατάνο. 

“Περικλής Γιαννόπουλος, 1897” Σχέδιο με κάρβουνο της Σοφίας Λασκαρίδου
Αρχείο Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Καλλιθέας

Οι υποστηρικτές του όμως δεν είναι τυχαίοι: Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος τον εγκωμιάζει συνέχεια, γράφει διθυραμβικές κριτικές για το έργο του, θεωρεί πως «κάθε φράση του Γιαννόπουλου είναι αρκετή για να γεμίσεις  ολόκληρο βιβλίο», 

Ο πρύτανης της ελληνικής δημοσιογραφίας, ο Βλάσης Γαβριηλίδης, είναι από του πιο φανατικούς «Γιαννοπουλικούς». Του διαθέτει την εφημερίδα του, την εφημερίδα «Ακρόπολις», πριν από κάθε άρθρο του Γιαννόπουλου εισάγει μια δική του εγκωμιαστική κριτική, ο Παλαμάς τον επαίνεσε, αλλά και άλλοι σημαντικοί διανοούμενοι της εποχής του, ο Άριστος Καμπάνης, ο Καμπούρογλου και πολλά έντυπα, έντυπα γνωστά, με κύρος, δέχονται την συνεργασία του.

Ο Γιαννόπουλος χτυπά την μεγάλη ασθένεια της πιθηκίζουσας ελληνικής κοινωνίας, την ξενομανία : 

Αντίτυπον της πρωτης έκδοσης της ‘Εκκλήσεως προς το Πανελλήνιον Κοινόν” (1907) με ιδιόχειρη
αφιέρωση του Περικλή Γιαννόπουλου στον Δημήτρη Πικιώνη. ( Από την ‘Εκθεση για τον Δημήτρη
Πικιώνη 2010-2011 στο Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138) Από το αρχείον του “Χοιροβοσκού”)

«Το χτύπημα της ξενομανίας είναι το πρώτο κίνημα, ο πρώτος αγών των ποθούντων να αγωνισθούν δια μια αρχήν Ελλάδος.

Η ξενομανία είναι χωριατιά. Είναι προστυχιά. Είναι κουταμάρα. Είναι αφιλοτιμία. Είναι αφιλοπατρία. Κ α ι  ε ι ν α ι ξ ι π α σ ι ά. Κ α ι ε ί ν α ι α μ ά θ ε ι α… Είναι πρόστυχοι και γελοίοι οι καναπέδες σας με τα ευρωπαϊκά παλιόπανα τα οποία κάμνει η Ευρώπη δια τους κουτούς βαρβάρους λαούς που φέρουν όλα τη μάρκα «δια την Ανατολήν»… 

Πετάξετε τα βάζα και τα χρυσόχορτα και όλα αυτά τα παλιοπράγματα τα μαζεμένα από τα ευρωπαϊκά χωριά.  Ένα κανάτι ξύλινον της Κορίνθου από το αρωματώδες κυπαρίσσι με τα ωραία του στεφάνια και ολίγα άνθη του αγρού μέσα , είναι κομψοτέχνημα που θα εζήλευε ο κάθε Ευρωπαίος καλλιτέχνης. Κάνετε τα έπιπλά σας από ξύλα του τόπου σας, από την ελιά σας, απλά, ήρεμα, αναπαυτικά. Μη τα μαυρίζετε σαν να σας απέθαναν δώδεκα παιδιά εις το τόπον όπου δεν μαυρίζει ούτε το μάρμαρον χιλιάδες χρόνια…». 

Από εκθεση στο “Λαογραφικό Μουσείο Αγγελικής Χατζημιχάλη

Η εχθρότητα προς την «Φραγκιά», δηλ. προς τη Δύση είναι απόλυτη, φτάνει σε υπερβολές, ακόμη και αφορισμούς : Ο «Φράγκος» δεν είναι απλά «απολίτιστος», είναι «ανεπίδεκτος πολιτισμού». Οι «Φράγκοι» είναι  «ληστές», άλλοτε «λύκοι» και άλλοτε «χοίροι», «γουρουνόφραγκοι», «τα χθεσινά αγριογούρουνα», « οι μόνοι ευγενείς και ωραίοι εχθροί που γνωρίσαμε είναι οι Άραβες», ποιοι είναι οι «Φράγκοι» που θα μας κρίνουν ; Τα «χθεσινά αγριογούρουνα» θα μας κρίνουν ; Εμείς θα κρίνουμε αυτούς  και τον πολιτισμό τους. Όσο η ελλαδική κοινωνία επιμένει να πιθηκίζει ευρωπαϊκά, τόσο ο Γιαννόπουλος ψάχνει να βρει τους πιο σκληρούς, τους πιο ακραίους χαρακτηρισμούς. 

Χωρίς να είναι «Ρωμηός» (με τη «Ρωμανίδεια» έννοια, βλ. Ι. Ρωμανίδη, «Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη»), δεν είναι «αντι –ρωμηός», (όπως κάποιοι «αρχαιολάτρες» με δυτικά ματογυάλια), λατρεύει το Βυζάντιο, «τη βυζαντινή μας τέχνη, την παρεξηγημένη» (από τους «εσπεριοειδείς»), τη Χιλιόχρονη Αυτοκρατορία, να αγαπάτε το Βυζάντιο, μας λέει, είναι δικό μας κόσμημα και καύχημα, 

«Εάν ο «Φραγκόκοσμος είχε και ίχνος Τιμιότητος, όχι εις τον Αρχαίον, αλλά εις τον Βυζαντινόν Έλληνα θα έκαμνε : ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ», αλλά όχι, ως κανονικός ληστής θέλει να καταστρέψει ό,τι δεν μπορεί να φτάσει και το κατέστρεψε όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Το Βυζάντιο δεν είναι Μεσαίωνας,  ο Μεσαίωνας είναι δυτική έννοια και μόνο, αντιθέτως, «στη δική μας Ιστορία δεν υπήρξε ούτε μια σκοτεινή ημέρα». 

Mωσαϊκό της Βασιλικής του Σαν Βιταλε απεικονίζον τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό και τους συμβούλους του

«Ο μέγας Χριστιανός Σουλτάνος της Ευρώπης, ο Πάπας» είναι για γέλια, δεν μας αφορούν οι δυτικές περιπέτειες, ούτε «ο Μεσαίωνας», ούτε «η Αναγέννηση», ούτε «η Μεταρρύθμιση», ούτε «η αντι – Μεταρρύθμιση» αυτές είναι δικές τους ιστορίες, όχι δικές μας. Το Βυζάντιο είναι «Κλειδί» για την ερμηνεία του  Ελληνισμού, « Εις το Βυζαντινόν Σημείον και Σταθμόν, πρέπει να στέκεται ο Έλλην, δια να εννοή σωστά τα πριν του, τα έκτοτε και τα τώρα». 

Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στους νέους, «το έργο μου είναι ικετήριος έκκλησις προς την Πανελλήνια Νεότητα, Αρσενικήν και Θηλυκήν…ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΝΕΑΙ ! Αγαπήσατε με πάθος πύρινον τη Μητέρα Γη, θ’ αναστηθείτε στην αληθινή Ηδονική Ζωή », οι νέοι είναι εκείνοι που αφού αποστασιοποιηθούν από τις προκαταλήψεις των γονέων, αφού χλευάσουν «ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΙΣΜΟΝ τη φυλής» και τα ευρωπαϊκά είδωλα, θα κάνουν την επανάσταση που θα φέρει την επανελλήνιση. Οι νέοι θα γίνουν επαναστάτες αφού πρώτα γίνουν διονυσιακοί. Και όταν συμβεί αυτό, το μόνο που  ζητά : 

Ο διονυσιακός Άγγελος Σικελιανός ήταν επηρεασμένος από τις διδαχές του Περικλή Γιαννόπουλου

«Μνήσθητί μου ΝΕΕ όταν έλθεις εις την Ελληνικήν Σου Βασιλείαν».

Τα χρόνια όμως περνούν, τα βιβλία που δημοσίευσε, το «ΝΕΟΝ ΠΝΕΥΜΑ» (1906) Και «ΕΚΚΛΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ ΚΟΙΝΟΝ» (1907),σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις», αργότερα τα εξέδωσε ο ίδιος σε περιορισμένα αντίτυπα, δεν βρήκαν την απήχηση που περίμενε. Η οικονομική ένδεια έγινε ασφυκτική. Ο ίδιος δεν επέτρεπε  να φανεί η δύσκολη οικονομική του κατάσταση, κυκλοφορούσε πάντα άψογα ντυμένος, με το δικό του «ιδιόρρυθμο» στυλ, δεν ζητούσε βοήθεια από κανέναν, πολλές φορές δεν καταδέχονταν να ζητήσει αμοιβή για τις δημοσιεύσεις του, οι φίλοι του έβρισκαν «έξυπνους» τρόπους να τον στηρίξουν, τρόπους δεν θα έθιγαν την περηφάνεια του. 

Είχε δεσμό με τη Σοφία Λασκαρίδου, πρωτοποριακή γυναίκα και ζωγράφο, αλλά οι δικοί της, παρ’ όλο που του συμπεριφέρονταν με αξιοπρέπεια δεν «συναινούσαν» σε ένα γάμο… η ίδια του πρότεινε να ζήσουν μαζί στη Γερμανία, «μακριά από όλους και από όλα», αλλά εκείνος δεν μπορούσε να ζήσει σε μια χώρα που περιφρονούσε, του ήταν αδιανόητο να αφήσει «τα χώματα και τα μάρμαρα της Αττικής». 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two