Πρώτη φορά επιλέγεται πόλη του ευρωπαϊκού Νότου για τη διοργάνωση ενός σπουδαίου γεγονότος από την εκλεκτική δισκογραφική εταιρεία.
Τη Θεσσαλονίκη επέλεξε για να γιορτάσει τα 50ά γενέθλιά της η διεθνώς καταξιωµένη δισκογραφική εταιρεία ECM (Edition of Contemporary Music), που, µεταξύ άλλων, έχει φροντίσει να ταξιδέψει σε όλο τον κόσµο τη µουσική της Ελένης Καραΐνδρου, αρχής γενοµένης από τα υπέροχα σάουντρακ της σπουδαίας Ελληνίδας συνθέτριας για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Από εκεί έµαθαν πολλοί Ελληνες κατ’ αρχάς την ECM και ύστερα την ανακάλυψαν ξανά και ξανά για τις εκπληκτικές παραγωγές άλµπουµ ονοµάτων όπως οι Κιθ Τζάρετ, Τσικ Κορία, Γιαν Γκαρµπάρεκ, Πατ Μέθενι, Αρβο Παρτ, Κιµ Κασκασιάν, Μανού Κατσέ, αλλά βέβαια και του Λεωνίδα Καβάκου, της Σαββίνας Γιαννάτου, του Βασίλη Τσαµπρόπουλου και πιο πρόσφατα από τις εξαιρετικές δουλειές µε τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, αλλά και από αυτές του δεξιοτέχνη της λύρας Σωκράτη Σινόπουλου.
Ο ΑΡΒΟ ΠΕΡΤ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ECM , ΜΑNΦΡΕΝΤ ΆΙΧEΡ
Η αλήθεια είναι ότι και ο κατάλογος ονοµάτων αυτής της εταιρείας δεν είναι µία… εµπορική υπόθεση, αλλά µία εκλεκτική επιλογή συνεργατών µε τη σφραγίδα του ανθρώπου που ίδρυσε την ECM και φροντίζει προσωπικά µία µία για τις παραγωγές της: του Μάνφρεντ Αϊχερ. Να λοιπόν που η εταιρεία του χαρισµατικού Γερµανού µουσικού και παραγωγού συµπληρώνει µισό αιώνα ζωής, συνεχίζοντας -σε πείσµα των καιρών- να λειτουργεί µε καλλιτεχνικά και όχι µε εµπορικά κριτήρια στην επιλογή των δηµιουργών µε τους οποίους συνεργάζεται.
Η νέα γενιά των καλλιτεχνών της ECM συνοµιλεί µε τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο του «καλύτερου ήχου µετά τη σιωπή», από την 1η έως τις 3 Μαρτίου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, όπου θα γίνει η ετήσια συνάντηση αντιπροσώπων και µουσικών από όλο τον κόσµο, ενώ παράλληλα θα παρουσιαστούν οι καλλιτέχνες της νέας γενιάς της εταιρείας.
Το Mats Eilertsen Trio από τη Νορβηγία, η Ελίνα Ντούνι από την Αλβανία και το Κουαρτέτο του Σ. Σινόπουλου από την Ελλάδα θα δώσουν συναυλία το Σάββατο 2 Μαρτίου, παρουσία του Μ. Αϊχερ (ο οποίος πρόσφατα έλαβε την τιµητική διάκριση του µέλους της Βασιλικής Ακαδηµίας Μουσικής του Λονδίνου, µία διάκριση που αφορά µόνο σε τεράστιες προσωπικότητες που καθόρισαν την ιστορία της µουσικής), γεγονός που δίνει στην τριήµερη εκδήλωση ιδιαίτερη ακτινοβολία και βαρύτητα.
Είναι η πρώτη φορά που επιλέγεται µια πόλη του ευρωπαϊκού Νότου για τη διοργάνωση ενός τέτοιου γεγονότος και το τριήµερο πραγµατοποιείται σε συνεργασία µε το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και την AN Music.
Το νορβηγικό Mats Eilertsen Trio
Ποιοτικοί όροι
Η πορεία της ECΜ σηµατοδοτήθηκε από την απελευθέρωση εκρηκτικών καλλιτεχνικών δυνάµεων, που για πρώτη φορά µπορούσαν να ηχογραφήσουν τη δουλειά τους µε τέτοιους ποιοτικούς όρους: µε µοναδική προσοχή στην ατµόσφαιρα, στην ηχητική αρτιότητα και στο καλλιτεχνικό αποτέλεσµα µέχρι την παραµικρή λεπτοµέρεια (δεν είναι τυχαίο ότι ακόµα και τα εξώφυλλα των δίσκων της ECΜ είναι µικρά καλλιτεχνικά αριστουργήµατα που δείχνουν άµεσα την ταυτότητα της εταιρείας).
«Ισως να µην έχει υπάρξει άλλη εταιρεία που να έχει αφήσει τόσο έντονο αποτύπωµα στον τρόπο που ακούµε µουσική» σχολίασε πρόσφατα για την ECM αρθρογράφος της βρετανικής εφηµερίδας «The Independent».
Η ECM έχει ηχογραφήσει περισσότερους από 1.700 δίσκους, αναδεικνύοντας καλλιτέχνες από όλο τον κόσµο, από κάθε µουσικό ιδίωµα της έντεχνης έκφρασης των ηµερών µας. Η εταιρεία καλύπτει ένα ευρύ φάσµα συνθετών και συνθέσεων από την προ-µπαρόκ εποχή µέχρι το σήµερα, µε πολλές αναφορές και στην τζαζ.
Παράλληλα, έχει αποσπάσει πολλές διακρίσεις και έχει τιµηθεί µε τα σηµαντικότερα βραβεία σε όλο τον κόσµο, ενώ ο Μ. Αϊχερ έχει αναδειχθεί παραγωγός της χρονιάς το 2008, το 2009, το 2010, το 2012, το 2013 και το 2014.
Κορυφαία στιγµή της τριήµερης συνάντησης στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης αποτελεί η συναυλία που θα γίνει το Σάββατο 2 Μαρτίου. Ο Ματς Αϊλερτσεν µε το τρίο του θα παρουσιάσει τη νέα δισκογραφική πρότασή του υπό τον τίτλο «And then comes the night», πηγή έµπνευσης της οποίας είναι η οµότιτλη νουβέλα του Ισλανδού συγγραφέα Γιον Καλµαν Στεφάνσον.
Ο εξαιρετικά ατµοσφαιρικός Νορβηγός µπασίστας θα µεταφέρει µε το τρίο του τα τόσο γνώριµα στην ΕCM τοπία του Βορρά. Το Μats Eilertsen Trio θα παρουσιάσει τη δουλειά του για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό. Ακόµη, η εντυπωσιακή φωνή της Ελίνα Ντούνι µε τη συνοδεία πιάνου, κιθάρας και κρουστών, στη νέα της δουλειά υπό τον τίτλο «Partir», θα αφηγηθεί τις δικές της εκδοχές µεγάλων τραγουδιών που διέτρεξαν τη µνήµη του ευρωπαϊκού χώρου, αλλά και προσωπικές καταθέσεις µνήµης από την πατρίδα της, την Αλβανία.
Στον επίλογο της συναυλίας αυτής, το κουαρτέτο του Σωκράτη Σινόπουλου (Σωκράτης Σινόπουλος – λύρα, Γιάννης Κυριµκυρίδης – πιάνο, Δηµήτρης Τσεκούρας – µπάσο, Δηµήτρης Εµµανουήλ – ντραµς) θα παρουσιάσει σε παγκόσµια πρώτη τις νέες του συνθέσεις, υπό τον τίτλο «Meta-modal».
Το Τριώδιον του Arvo Pärt είναι ήδη ένα έργο 20 χρόνων, αφού γράφτηκε στα 1998. Ακούγοντάς το και πάλι συνειδητοποιώ πως έχει νικήσει πια το χρόνο.
Στάζει μουσική και πνευματικότητα. Μνημείο της σύγχρονης χορωδιακής μουσικής. Ένας ύμνος στην ανθρώπινη φωνή. Κι ένας ύμνος στον Κύριο και τον άνθρωπο του Τριωδίου. Δεν πρόκειται απλώς για μια κατανυκτική μουσική. Σαφώς και είναι τέτοια. Αλλά είναι πέρα κι απ’ την κατάνυξη αυτή η μουσική του Pärt. Είναι μετεωρισμός, είναι λυγμός, είναι δοξαστικό, είναι ικεσία, είναι κραυγή, είναι περιπέτεια, ό,τι, δηλαδή, κι ο Θεός.
Δεν πρόκειται για συναισθηματική μουσική, και σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για μια καλή “εύπεπτη” χορωδιακή μουσική. Το αντίθετο. Πρόκειται για μια δύσκολη μουσική – ειδικά ως προς την ερμηνεία πολύ δύσκολη, με σαφείς επιρροές από το Γρηγοριανό μέλος και την προκλασική μουσική. Δεν είναι τυχαίο, π.χ., που στην Ελλάδα δεν υπάρχει η χορωδιακή υποδομή για ερμηνεία τέτοιων έργων. Γι’ αυτό και με το συγκεκριμένο έργο δεν καταπιάστηκε μέχρι τώρα καμία ελληνική χορωδία. Αλλά πέρα από τις τεχνικές δυσκολίες, η πνευματική εγρήγορση που απαιτείται δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Η συγκέντρωση, η προσήλωση και η ευλάβεια είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για ένα τέτοιο έργο, καθαρά φωνητικό, απόλυτα – θα λέγαμε – πολυφωνικό και καθαρά προσευχητικό.
“Απαιτείται απ’τους ακροατές προσήλωση, θρησκευτικότης και ει δυνατόν νηστεία”, όπως έλεγε κι ο Χατζιδάκις για τα δικά του “Παράλογα”.
Κάποιοι σ’ αυτή τη ζωή, όπως ο Arvo Pärt, φαίνεται πως πήραν πολύ σοβαρά την περίοδο του Τριωδίου. Πέρα από παχιά λόγια και συνθηματάκια “ευσεβών συνάξεων”.
Γιατί μη ξεχνάμε πως ο συνθέτης έγραψε και τον «Κανόνα Μετανοίας» (Kanon pokajanen) όπου μελοποιεί σλαβική μετάφραση του γνωστού ύμνου που έχει συνθέσει ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης και ο οποίος ψάλλεται την Μ. Τεσσαρακοστή.
Σε καθαρά μουσικό επίπεδο τώρα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Pärt είναι από τους λίγους σύγχρονους συνθέτες που γράφει πολλή χορωδιακή μουσική, την οποία ανανεώνει ως προς τα εκφραστικά μέσα, έχοντας ως αφετηρία την εκκλησιαστική χορωδιακή μουσική και μάλιστα αυτή της ρωσικής παράδοσης, καθότι Εσθονός ο ίδιος, που σημαίνει ότι αυτά είναι τα ακούσματά του. Η θεματολογία της χορωδιακής μουσικής του είναι κατ’ εξοχήν εκκλησιαστική. Προφανώς και ίδιος θεωρεί ότι η ανθρώπινη φωνή καθιστά τον ίδιο τον άνθρωπο “ψαλτήριο” και άρα είναι η μόνη ικανή για να αποδώσει την θρησκευτικότητά του.
Ακούμε χορωδιακή μουσική του Arvo Pärt και ιδιαιτέρως το επίκαιρο Triodion, για να επανακτήσουμε τα χαμένα κριτήρια μας. Μουσικώς και γενικώς…
[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου"][vc_empty_space][vc_column_text]Το Τριώδιον του Arvo Pärt είναι ήδη
Κελτικά και Βόρεια μουσικά τοπία Ακουστική συναυλία με την Κελτική/Σκανδιναβική χορωδία Curfá Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου, 19:30 Θέατρο Ελληνοαμερικανικής Ένωσης Είσοδος ελεύθερη Η Nορδική και Γαελική χορωδία Curfa παρουσιάζει μια μουσική διαδρομή από την Ιρλανδία, στη Σκωτία μέχρι την Σουηδία, την Νορβηγία και την Ισλανδία. Η χορωδία ερμηνεύει, στην Αγγλική και την Γαελική (Κελτική) γλώσσα αλλά και σε παλιές διαλέκτους των Βόρειων χωρών, τραγούδια για την αγάπη και για το ψάρεμα, τραγούδια ποιμενικά, ύμνους και νανουρίσματα. Συνοδεία πιάνου, διεύθυνση χορωδίας και ενορχηστρώσεις: Λαμπρινή Γιώτη
Φωτογραφικό υλικό σε προβολή: George Tsimbouksis photography Η συναυλία «Κέλτικα και Βόρεια μουσικά τοπία» της χορωδίας Curfá, διοργανώνεται σε συνεργασία με το Πρόγραμμα Μουσικής (ΒΜ) του Hellenic American College/Hellenic American University.
Το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον» (υπεύθυνος: Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος) παρουσιάζει την Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019 και ώρα 7μ.μ. στην Αίθουσα Διδασκαλίας της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής», στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, τη νέα παραγωγή του με τίτλο: «Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΔΥΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ».
Με αφορμή την επέτειο των 160 χρόνων από τη γέννηση του μεγάλου ποιητή Κωστή Παλαμά, το «Πολύτροπον» θα παρουσιάσει τις Παλαμικές ανθολογίες δύο Πατριαρχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου και του μακαριστού Πατριάρχου Αντιοχείας Ηλία Δ΄.
Πρόκειται, δηλαδή, για τα ποιήματα του Παλαμά που ανθολόγησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ως μαθητής στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης (από το 1954) και για τα Παλαμικά ποιήματα που ανθολόγησε και μετέφρασε στα αραβικά ο μακαριστός, ελληνομαθής Πατριάρχης Αντιοχείας Ηλίας Δ΄, τα οποία, μάλιστα, εξέδωσε σε μια ανθολογία ελλήνων ποιητών που επιμελήθηκε (1960).
Αξίζει να σημειωθεί πως και ο Αντιοχειανός ιεράρχης σπούδασε στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Στην εκδήλωση θα ομιλήσουν: ο θεολόγος και μουσικός Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος και ο Λιβανέζος θεολόγος, φιλόλογος και μεταφραστής Roni Bou Saba.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει, επίσης, απαγγελίες ποιημάτων του Κωστή Παλαμά, από τις ανθολογίες των δύο Πατριαρχών, στα ελληνικά, τουρκικά και αραβικά, καθώς και μελοποιημένη ποίηση του Κ. Παλαμά από τους έλληνες συνθέτες: Δημήτρη Μητρόπουλο, Ιάκωβο Χαλιάσα, Δημήτρη Μηνακάκη, Δημήτρη Δημακόπουλο και Σοφία Καμαγιάννη.
Η «Κασσιανή» του Κ. Παλαμά (που ανθολογείται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη), στην μελοποίηση του μεγάλου έλληνα συνθέτη Δημήτρη Μητρόπουλου, θα παρουσιαστεί με αφορμή και τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την σύνθεσή της (1919).
Συνεχίζουμε την αναφορά μας με το «μπόλιασμα» της μουσικής των King Crimson από την τζαζ, αυτή τη φορά. Ακούγοντας το “Pictures of a City” από το “In the Wake of Poseidon” και τα ξέφρενα περάσματα των πνευστών που θυμίζουν έντονα δείγματα της «φρη τζαζ» δισκογραφίας, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κομμάτι που παραπέμπει ηχητικά σε ένα φανταστικό, αποκαλυπτικό τοπίο, αν θέλετε. Ακόμη, στο 3o album του συγκροτήματος με τίτλο “Lizard”, σε πολλά σημεία θαρρείς ότι «καθρεφτίζεται» το ιδιαίτερο ύφος του σαξόφωνου του Ornette Coleman, στις συνηθισμένες εκκεντρικές στιγμές του τελευταίου. Πιό «γήϊνες» και όμορφες μελωδικές τζαζ γραμμές, συναντά κανείς στο σόλο τρομπέτα που ακούγεται στο δίσκο “Islands” (1971), στην ομώνυμη μπαλάντα.
Υπάρχει άραγε κάποιο «μήνυμα» μέσα από την μουσική των King Crimson; Ο άκρατος ναρκισσισμός και η πλεονεξία που οδηγεί τον άνθρωπο σταδιακά από την σύγχιση στην παράνοια, προοιωνίζοντας αναπόφευκτα ένα σκηνικό καταστροφής της ανθρωπότητας, είναι το κοινωνικό μήνυμα που κάνει αισθητή την παρουσία του στη μουσική τους… “The fate of all mankind I see, is in the hands of fools”, τραγουδάει ο Greg Lake στο “Epitaph”, υπογραμμίζοντας το νόημα και την διάθεση του στιχουργού, Peter Sinfield.
Μία άλλη τεχνική καινοτομία που χρησιμοποίησε το συγκρότημα για να εμπλουτίσει το υλικό του, ήταν ο Ξενοχρονισμός (Xenochrony). Πρόκειται για μία studio τεχνική που επινόησε στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 ο Frank Zappa, σύμφωνα με την οποία αντιγράφεται μιά μουσική φράση (π.χ. ένα κιθαριστικό σόλο) από ένα συγκεκριμένο κομμάτι και στη συνέχεια επικολλάται σε επιλεγμένο σημείο ενός διαφορετικού κομματιού, ώστε να προκαλέσει ευχάριστη έκπληξη στον ακροατή.
Με την αποχώρηση των κορυφαίων Greg Lake και Ian McDonald, το λυρικό ύφος στο οποίο αυτοί εστίαζαν, άρχισε να παραχωρεί γόνιμο έδαφος σε περαιτέρω επιρροές από τον χώρο του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, την τζαζ αλλά και το hard rock. Σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, ένα άλλο χαρακτηριστικό που παρατηρείται στις μετέπειτα συνθέσεις τους, είναι η εναλλαγή πολλών διαφορετικών περασμάτων/θεμάτων, μέσα στο ίδιο κομμάτι.
To μελωδικό σαξόφωνο του Ίαν Μακ Ντόναλντ χαρακτήρισε το συμφωνικό ροκ στυλ των δυο πρώτων άλμπουμς των KIng Crimson
Έτσι, φθάνουμε στο 1973 και στον επικό δίσκο “Larks’ Tongues in Aspic”, στον οποίο συνυπάρχουν αριστοτεχνικά διατονικά σχήματα και μουσικοί τρόποι (modes), ενώ είναι εμφανέστατη η επήρεια από την Ανατολικό-ευρωπαϊκή σχολή της Κλασσικής Μουσικής (κυρίως από την Ρωσική Σχολή). Στην ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκαν δεκάδες μουσικά όργανα, ακουστικά και ηλεκτρικά. Όσο μάλιστα το συγκρότημα προχωρούσε προς τα 80s, στις διάφορες live ενορχηστρώσεις των κομματιών του δίσκου ενσωμάτωναν τα synthesizers και drum pads της εποχής, προσφέροντας μία ακόμα όμορφη διάσταση στη μουσική τους. Τα παραδοσιακά κρουστά και τα τυμπάνια κλασσικής μουσικής του εξαιρετικού περκασιονίστα (και ζωγράφου, παρακαλώ) Jamie Muir, τα πλήκτρα και οι προσεγμένοι, όσο και εκρηκτικοί, ήχοι της κιθάρας του Robert Fripp, το βιολί, η βιόλα και το φλάουτο του David Cross, το μπάσο του John Wetton και τα τύμπανα του Bill Bruford (πρώην μέλος των Yes), συνθέτουν μία συναρπαστική εικόνα και προσφέρουν μία ιδιαίτερη μουσική εμπειρία.
Στην Ελλάδα, ο δίσκος αγαπήθηκε πολύ από τους θιασώτες του είδους. Σε διεθνές επίπεδο, ο συγκεκριμένος δίσκος αποτέλεσε πρότυπο σύνθεσης και ενορχήστρωσης στην κοινότητα των μουσικών του Progressive Rock. Αξίζει να ακούσει κανείς την ενδιαφέρουσα διασκευή του ομώνυμου κομματιού “Larks’ Tongues in Aspic” από το μεγάλο αμερικανικό Progressive Metal συγκρότημα “Dream Theater”, στο δίσκο τους “Black Clouds & Silver Linings” (2009).
Φθάνουμε πλέον στο 1981 και υποδεχόμαστε τον δίσκο “Discipline”, με τον γνωστό Κέλτικο κόμπο στο εξώφυλλο (δημιουργία του καλλιτέχνη George Bain). Όπως ήταν αναμενόμενο, τα πράγματα άλλαξαν για μία ακόμη φορά. Πολλές οι ευχάριστες εκπλήξεις… Ο Robert Fripp «οργιάζει» με την κιθάρα του, συνοδευόμενος αυτή τη φορά από την κιθάρα του Andrew Belew. Μοναδική καινοτομία του δίσκου, η χρήση της κιθάρας-συνθεσάϊζερ GR G-808/GR 303, που μόλις είχε κυκλοφορήσει εκείνη την εποχή και πρόσφερε ένα τεράστιο πεδίο μουσικών πειραματισμών. Πανέμορφες μουσικές φράσεις και ευφάνταστα αρπίσματα που συνδυάζονται με εύηχα solos, τα οποία, αν και «καταιγιστικά», παραμένουν διακριτικά, με έντονη μουσικότητα, χωρίς διάθεση επίδειξης ικανοτήτων. Μακάρι αυτό να μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση για αρκετούς νεότερους κιθαρίστες, που συχνά αρέσκονται σε ένα μουσικά στείρο και συναισθηματικά απονευρωμένο “shredding”.
To γκρουπ που ηχογραφησε το Discipline: Τζων Λεβίν, Μπιλ Μπρούφορντ, Άντριαν Μπίλιου και Ρόμπερτ Φρηπ
Ο Robert Fripp θα μείνει στην ιστορία των πρωτοπόρων κιθαριστών, αλλά και ολόκληρης της μουσικής βιομηχανίας, για ένα ακόμη σημαντικό λόγο. Ήταν εκείνος που επινόησε την τεχνική “Frippertronics”, ένα σύστημα αναλογικής καθυστέρησης του ήχου (analog delay), με την χρήση δύο μαγνητοφώνων ανοικτής ταινίας (τεχνική tape looping). Η τεχνική προήλθε ως εξέλιξη ενός συστήματος που ανακάλυψαν την δεκαετία του ’60 οι μουσικοσυνθέτες Terry Riley and Pauline Oliveros, το οποίο ακούστηκε σε παγκόσμια πρώτη, στο δίσκο του Brian Eno με τίτλο “Discreet Music” (1975).
O Fripp xρησιμοποίησε αυτή την τεχνική, ώστε να δημιουργήσει δυναμικά ηχογραφήσεις που περιείχαν επάλληλες διαστρωματώσεις του ήχου της ηλεκτρικής κιθάρας, σε πραγματικό χρόνο. Με βάση αυτό το ηχητικό πεδίο, μπορούσε να παίζει στην κιθάρα μία μελωδική γραμμή, ενώ στο υπόβαθρο να ακούγεται, συμπληρωματικά, μία επαναλαμβανόμενη μουσική φράση διαρκείας. Πόσο σπουδαίο ήταν αυτό, πέραν της ηχητικής καλαισθησίας και του θαυμασμού που δημιουργούσε στο ακροατήριο; Τόσο, ώστε να υπάρχει σήμερα μία ξεχωριστή και ευρύτατα διαδεδομένη κατηγορία επεξεργαστών μουσικού σήματος, τα λεγόμενα “loopers”, τα οποία βρίσκονται πολύ ψηλά στην προτίμηση των σύγχρονων μουσικών που πειραματίζονται με νέους ήχους και τεχνικές.
Ο Ρόμπερτ Φριπ και η τεχνολογία για την χρήση των Frippertonics
Στους δίσκους που ακολούθησαν, όπως π.χ. στους “Beat” (1982), “Three of a Perfect Pair” (1984) και THRAK (1995), η χρήση των “loopers” κάνει συχνότερα αισθητή την παρουσία της, ανάμεσα στα τύμπανα εμφανίζονται εμβόλιμα και electronic drums, ενώ τα κομμάτια γίνονται πιό «επίπεδα» και “up-tempo”. Η δισκογραφική παραγωγικότητα του συγκροτήματος, ύστερα από 35 χρόνια ασυγκράτητης δημιουργικότητας, αρχίζει να περιορίζεται φυσιολογικά, φθάνοντας έτσι στις τελευταίες, σήμερα, studio ηχογραφήσεις τους, το “The Construkction of Light” (2000) – έτσι το γράφουν – και το “Power to Believe” (2003).
Αυτό δεν σημαίνει, σε καμμία περίπτωση, ότι «τα πάντα τελείωσαν» για αυτούς τους εξαιρετικούς μουσικούς. Αντίθετα, μάλιστα. Επιστρατεύοντας όλη την εμπειρία, την δεξιοτεχνία και την μοναδική ικανότητά τους να εκμεταλλεύονται στο έπακρο την τρέχουσα μουσική τεχνολογία, κυκλοφορούν μία αξιοπρόσεκτη σειρά από καταπληκτικές ζωντανές ηχογραφήσεις του υφιστάμενου υλικού τους, αρχίζοντας από το “EleKtriK: Live in Japan” (2003) μέχρι και το πρόσφατο “Meltdown: Live in Mexico City” (2018).
Έχει ιδιαίτερη αξία να αναζητηθούν τα έργα αυτά και ως βίντεο, ώστε να παρατηρήσει κανείς με λεπτομέρεια και να απολαύσει τις αλλαγές/προσθήκες στον ήχο, καθώς και την συνολική παρουσία του συγκροτήματος. Τα ψηφιακά synthesizers έχουν πλέον αντικαταστήσει τα ογκώδη, βαριά και δύσχρηστα Mellotrons (που είναι πιά συλλεκτικά και πανάκριβα), ενώ, επάνω στη σκηνή, συνυπάρχει η ηλεκτρική κιθάρα, η σύγχρονη κιθάρα-synthesizer και η κιθάρα-Chapman Stick. Oι ενορχηστρώσεις έχουν εκμοντερνιστεί, το ίδιο και οι χροιές των τυμπάνων. Πάλι τα κατάφεραν, δημιούργησαν ένα μοναδικό, ζωντανό, progressive rock θέαμα, με σύγχρονο ήχο!
Τι συμβαίνει, λοιπόν, αυτή τη στιγμή με τους King Crimson; Με αφορμή την 50ή επέτειο από την ίδρυσή τους, σχεδιάζουν μία μεγάλη περιοδεία εντός του 2019, που θα περιλαμβάνει τρία διαδοχικά κονσέρτα στο London Royal Albert Hall τον προσεχή Ιούνιο, όπως και πολλές άλλες εμφανίσεις ή κονσέρτα, σε τρεις διαφορετικές ηπείρους. Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί το King Crimson 1972-1974, μια 6απλή κασσετίνα με βινυλιακές εκδόσεις ανάμεσα σε άλλα του Lark’s Tongues in Aspic, του Red και του Starless and Bible Black. Τον Μάιο θα κυκλοφορήσει σε CD, DVD και Βlueray το Heaven and Hell με ζωντανά κομμάτια της περιόδου 1999-2008. Mια κασσετίνα με το In the Court of Crimson King με έξτρα υλικό θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο για να συμπέσει με τα 50χρονα του πρώτου και πιο διάσημου άλμπουμ τους. Ενώ στο τέλος της χρονιάς θα κυκλοφορήσει το ντοκυμανταίρ Cosmic F*ck: The King Crimson Documentary του του Τόμπυ Άμις που θα έχει πρόσβαση σε σπάνιο υλικό του συγκροτήματος
Ύστερα από 50 χρόνια, φαίνεται ότι τελικά τους King Crimson θα περιβάλλει ένα ευρύτερο (και σαφώς νεότερο) κοινό, όχι μόνον οι «υποψιασμένοι μουσικόφιλοι», τα «απαιτητικότερα ακροατήρια» και οι μουσικοί που είχαν καλύτερη εικόνα και αντίληψη για το έργο τους. Κάτι τέτοιο, άρχισε ο γνωστός Αμερικανός ράπερ, στιχουργός, παραγωγός, σχεδιαστής μόδας και επιχειρηματίας Kanye West το 2010, ο οποίος ενσωμάτωσε ένα sample του “21st Century Schizoid Man” στη γνωστή επιτυχία του “Power”. Αργότερα, ο Nicholas Cage χρησιμοποίησε το κομμάτι “Starless” στις αρχικές σκηνές της ταινίας “Mandy” (2018).
Ύστερα από όλη αυτή την διαδρομή, τι να σημαίνουν άραγε οι King Crimson, για το ακροατήριό τους;
Για τους παλαιότερους, θα εξακολουθεί να ηχεί βαρύγδουπα στη συνείδησή τους το συγκλονιστικό ρεφραίν του Greg Lake “Confusion will be my epitaph…” το οποίο όμως αντιμετωπίζουν με ελπίδα και πίστη για ένα καλύτερο αύριο. Για τους νεότερους, μιά προειδοποίηση για το που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο η αλαζονεία και η πλεονεξία. Για τους μουσικούς, ας αποτελέσει μία σπάνια πηγή αυθεντικής καλλιτεχνικής έμπνευσης…
Κλείνουν φέτος 50 χρόνια από την ίδρυση των «Κίνγκ Κρίμσον» και ο Ρόμπερτ Φριππ βγάζει το συγκρότημα σε παγκόσμια τουρνέ, ενώ ένα ντοκυμανταίρ με τίτλο «Cosmi F*ck» θα παρουσιάσει την ιστορία τους. Τέλος μια σειρά από επετειακά box set θα κυκλοφορήσουν τους επόμενους μήνες.
Με αφορμή όλα αυτά αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε ένα αφιέρωμα στο σημαντικό αυτό συγκρότημα του «προγκρέσιβ ροκ», τόσο στο έργο τους, όσο και στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία των μουσικών που συμμετείχαν στο σχήμα.
Αφίσσα για τις Λονδρέζικες συναυλίες των Κing Crimson
Οι King Crimson δημιουργήθηκαν τον Ιανουάριο του 1969 στη Μεγάλη Βρεττανία από τους Greg Lake (Γκρέγκ Λέϊκ – φωνητικά, ηλεκτρικό μπάσο), Robert Fripp (Ρόμπερτ Φριπ – κιθάρα), Ian McDonald (Ίαν Μακντόναλντ – πλήκτρα), Peter Sinfield (Πήτερ Σίνφιλντ – στίχοι) και Michael Giles (Μάϊκλ Ζιλ/Τζάϊλς – τύμπανα).
Η σύνθεση (line-up) του συγκροτήματος άλλαζε διαρκώς. Κατά καιρούς, εκτός από τα ιδρυτικά μέλη, έχουν συμπεριληφθεί πολλοί κορυφαίοι μουσικοί, όπως ο μεγάλος συνθέτης και τζαζ πιανίστας Keith Tippett (Κηθ Τίππετ), καθώς και οι κιθαρίστες Adrian Belew (Άντριαν Μπίλιου), Jakko Jakszyk (Τζάκο Τζακσζικ), John Wetton (Τζων Γουέτον) και Trey Gunn (Τρέυ Γκαν), ο οποίος χρησιμοποιούσε τις -πρωτοποριακής κατασκευής- ηλεκτρικές κιθάρες Warr Guitar και Chapman Stick, που παρέχουν την δυνατότητα χρήσης της τεχνικής double tapping (με τα δύο χέρια).
Η κλασσική σύνθεση των Κινγκ Κρίμσον: με την φόρα του ρολογιού : Ίαν Μακ Ντόναλντ (σαξόφωνα και μελλοτρον) , Ρόμπερτ Φρίπ (κιθάρα) Πήτερ Σίνφιλντ (στίχοι, φωτισμοί, ήχοι) Τζων Τζάιλς (ντραμς) και Γκρέγκ Λέηκ (τραγούδι, κιθάρα)
Αυτοί οι επιλεγμένοι μουσικοί, είχαν την δυνατότητα να προσθέτουν αυτούσια την προσωπική τους ηχητική εκδοχή, αφού στη γενικότερη φιλοσοφία του συγκροτήματος υπήρχε η διαρκής ανανέωση και η ελευθερία στην έκφραση. Κάτι τέτοιο είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία αριστουργημάτων, με εμφανή επήρεια (ή απλές ‘πινελιές’ σε κάποιες περιπτώσεις) από ετερόκλητα μουσικά ιδιώματα (όπως θα δούμε παρακάτω) έξω από την περίμετρο της ροκ μουσικής, ιδιαίτερα στο χώρο της κλασσικής μουσικής και της τζαζ.
Ορισμένοι θεωρούν ότι η διαρκής εναλλαγή προσώπων είχε και την αρνητική της πλευρά, προτάσσοντας την άποψη ότι με την συνεχή ανάπλαση των ηχοχρωμάτων και την πολυπρόσωπη παρουσία ερμηνευτών, επήλθε κάποια σχετική αλλοίωση της μουσικής ταυτότητας του συγκροτήματος. Ίσως έχουν κάποιο δίκιο, αλλά με αυτό τον τρόπο, οι King Crimson αποτέλεσαν ‘καταφύγιο’ και πόλο έλξης για πολλούς από τους επιφανέστερους και πιό προωθημένους μουσικούς της εποχής εκείνης. Ήταν μία πραγματικότητα, που μόνο καλό μπορούσε να κάνει στην έμπνευση των δημιουργών και στο ενδιαφέρον των «απαιτητικών ακροατηρίων», που τότε αποτελούσαν τον κύριο κορμό των οπαδών της μουσικής τους.
Kίνγκ Κρίμσον : Κλασσάτοι στο ντύσιμο, όσο και στην μουσική. Από αριστερά: Ρόμπερτ Φριπ, Μπίλ Μπρούφορντ, Ντέηβιντ Κρός και Τζέημς Γουέτον το 1972.
Από το 1969 μέχρι σήμερα, το συγκρότημα έχει κυκλοφορήσει περισσότερους από (50) δίσκους, μεταξύ των οποίων απαριθμούνται (13) studio και (15) ζωντανές ηχογραφήσεις (live albums). Η τελευταία studio δουλειά τους κυκλοφόρησε το 2003 (The Power to Believe), ενώ η πιό πρόσφατη ζωντανή ηχογράφησή τους έγινε το 2018 (Meltdown: Live in Mexico City). Θα σταθούμε στους πιό χαρακτηριστικούς, από αυτούς.
Ο δίσκος που αποτελεί ορόσημο στην πορεία των King Crimson είναι βέβαια ο πρώτος τους δίσκος, με τίτλο “In the Court of the Crimson King”, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1969 και περιείχε το κομμάτι που τους ανέδειξε, το περίφημο “Epitaph”. Ο δίσκος έγινε «χρυσός» στη Μ. Βρεττανία και στην Αμερική, ενώ έγινε «πλατινένιος» στον Καναδά. Το 2015, το γνωστό μουσικό περιοδικό «Rolling Stone» ανακήρυξε το “In the Court of the Crimson King” σαν τον δεύτερο μεγαλύτερο δίσκο του Progressive Rock όλων των εποχών, μετά το “The Dark Side of the Moon” των Pink Floyd. Επίσης, ο πρώτος αυτός δίσκος των King Crimson, συμπεριλήφθηκε και στο γνωστό βιβλίο “1001 Albums You Must Hear Before You Die” (1001 δίσκοι που πρέπει να ακούσεις πριν πεθάνεις).
Το In the Court of Crimson KIng σήμανε την επίσημη γέννηση του προγκρέσιβ ροκ
Είδαμε λοιπόν, ότι οι King Crimson πέτυχαν υψηλές διακρίσεις, και δημιούργησαν ένα πλούσιο, μεστό και πολυδαίδαλο ήχο. Υπάρχουν όμως και άλλοι σημαντικοί λόγοι τόσο για την αναγνώρισή τους, όσο και για την κατάταξή τους στο μουσικό εκείνο ιδίωμα που ακούει στο όνομα “προγκρέσιβ ροκ”. Υπήρξαν κάποιοι ιδιαίτεροι μουσικοί πειραματισμοί και ορισμένες επαναστατικές ιδέες που αξιοποιήθηκαν από τα ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος, με αποτέλεσμα να παρουσιάσουν στο κοινό ένα μοναδικό, νέο άκουσμα. Η συνέχεια είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα…
Καταρχήν, οι Greg Lake, Ιan McDonald και Robert Fripp, ήταν σπουδαίοι μουσικοί, ξεχώριζαν με χαρακτηριστική ευκολία από τον μέσο όρο, είχαν σπάνιο ταλέντο, ευρύτερη μουσική αντίληψη, γνώσεις, φαντασία και όραμα. Έπαιζαν πολύ περισσότερα μουσικά όργανα από αυτά που τυπικά καταγράφονται στις πληροφορίες των δίσκων (liner notes). Ήταν όλοι τους, αυτό που ακριβώς αποδίδεται στα Αγγλικά με τον όρο “multi-instrumentalists” (ας τους πούμε «πολυοργανοπαίκτες»).
Ο Ρόμπερτ Φριπ στην πρώτη συναυλία στο Marquee του Λονδίνου τον Μάιο του 1969
Ο Greg Lake (R.I.P.), πέραν των ικανοτήτων του στη μουσική σύνθεση, είχε αναλάβει τα κύρια φωνητικά, ενώ έπαιζε ακουστική κιθάρα, ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρικό μπάσο και πιάνο. Σημειώνεται ότι το 1970 άφησε τους King Crimson για να προσχωρήσει (και να διαπρέψει) σε ένα άλλο κορυφαίο σχήμα του Progressive Rock, τους Emerson, Lake & Palmer.
O Γκρέκ Λέηκ, ιδρυτικό μέλος των “Κινγκ Κρίμσον” και των “Έμερσον Λέηκ εντ Πάλμερ”
Ο Ian McDonald, πρωτοπόρος στη μουσική σύνθεση, εκτός από πλήκτρα, έπαιζε φλάουτο, άλτο και τενόρο σαξόφωνο, ξυλόφωνο, μεταλλόφωνο και κιθάρα. Ήταν εκείνος που εκμεταλλεύτηκε την νέα μουσική τεχνολογία της εποχής και βρήκε τον τρόπο να ενσωματώσει ήχους συμφωνικής ορχήστρας στο υλικό των King Crimson, προτείνοντας στα υπόλοιπα μέλη την αγορά ενός οργάνου “Mellotron”, που είχε τότε κυκλοφορήσει στην αγορά πριν από λίγα χρόνια. Θυμίζουμε ότι, εκείνη την εποχή, δεν υπήρχαν όπως σήμερα αρμόνια ή synthesizers, ώστε με το πάτημα ενός κουμπιού να είναι διαθέσιμος στον μουσικό ο ήχος από οποιοδήπτε όργανο επιλέξει. Πόσο μάλλον, όταν συζητάμε για όργανα που τυπικά ανήκουν στο χώρο της Κλασσικής Μουσικής.
Επιγραμματικά, το “Mellotron” είναι ένα ηλεκτρομηχανικό μουσικό όργανο με πλήκτρα (λιγότερα από αυτά που έχει το πιάνο) και προήλθε από αντιγραφή του αμερικανικού “Chamberlin”, περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ‘60. Στις γνωστότερες εκδόσεις του οργάνου, με το πάτημα κάθε πλήκτρου ενεργοποιείται ένας προηχογραφημένος σε μαγνητοταινία (tape loop) ήχος από ένα συγκεκριμένο μουσικό όργανο. Κάθε πλήκτρο αντιστοιχεί σε ξεχωριστή μαγνητοταινία, αλλά όλα τα πλήκτρα μαζί παίζουν ένα μόνο όργανο, π.χ. φλάουτο. Αν θέλει ο μουσικός να αλλάξει όργανο, πρέπει να επέμβει στο εσωτερικό του οργάνου και να αντικαταστήσει το εξάρτημα (loop frame) του φλάουτου, με εκείνο, π.χ. των εγχόρδων… Μεγάλη φασαρία, αν αναλογιστεί κανείς ότι κάθε εξάρτημα είναι σχετικά βαρύ και μοιάζει με ψυγείο μικρού αυτοκινήτου (!).
Ο Ίαν Μακ Ντόναλντ παίζοντας mellotron
Το “Mellotron” έδινε την δυνατότητα στον Ian McDonald να ηχογραφεί περάσματα με έγχορδα (strings), και αργότερα να συμπληρώνει τον ήχο του προσθέτοντας στην ηχογράφηση π.χ. αυθεντικό φλάουτο ή σαξόφωνο. Αυτό άλλωστε έκανε στο υλικό του “In the Court of the Crimson King”, που ήταν ηχογραφημένο στο studio σε ταινία 8 καναλιών (8-channel multitrack), οπότε και υπήρχε περιθώριο για εφαρμογή μιάς τέτοιας τεχνικής.
Κατά συνέπεια, δεν ήταν καθόλου εύκολο να εισπράξουμε αψήφιστα, ως ακροατές, το πρωτοποριακό για την εποχή, συμφωνικής χροιάς άκουσμα του “Epitaph” ή του “I talk to the wind”. Πάμπολλες ήταν οι απορίες για την προέλευση και κατασκευή των ιδιαίτερων ήχων του δίσκου. Στο τέλος της ημέρας, ήταν κυρίως το “Mellotron” η βάση πάνω στην οποία «κτίστηκε» ο προσωπικός ήχος των King Crimson. Το όργανο αυτό χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον τόσο από τον Ian McDonald όσο και από τον Robert Fripp. Ο πρώτος, αποχώρησε και αυτός από το σχήμα, για να καταλήξει αργότερα στους γνωστούς μας Foreigner.
Πολυδιάστατα τα κιθαριστικά σχήματα του εκπληκτικού Robert Fripp. Στη σύγχρονη εποχή, με την πληθώρα των «εξωτικών» ψηφιακών συστημάτων και των επαναστατικών ηχητικών «εφφέ» για κιθάρα, αναγνωρίζεται ότι ήταν από τους πρώτους που έπαιξαν μουσική φρασεολογία, σαν αυτή που τώρα αποκαλείται “ambient” (μαζί με τους Anthony Phillips, Mike Rutherford και Steve Hackett – όλους κιθαρίστες των επίσης πρωτοπόρων Genesis). Προχωρώντας ακόμα ένα βήμα, πρέπει να σημειώσουμε και το γεγονός ότι ο Robert Fripp ήταν ικανότατος και ως πιανίστας, συμμετέχοντας με επιτυχία στις ηχογραφήσεις του συγκροτήματος με το ηλεκτρικό πιάνο του, όσο και με το “Mellotron”.
Όμως, η θετική επήρεια της Κλασσικής Μουσικής, δεν τελείωνε εκεί. Είναι γεγονός ότι τόσο στον πρώτο δίσκο των King Crimson (τοποθετημένα εμβόλιμα στο “Epitaph”), όσο και στον δεύτερο δίσκο “In the Wake of Poseidon” (1970), στο χαοτικό κομμάτι “The devil’s triangle”, υπάρχουν ψήγματα μουσικών φράσεων εμπνευσμένα από το έργο “Planets” (Οι Πλανήτες) του Γκούσταβ Χόλστ. Mάλιστα, για την αποφυγή νομικού ερείσματος, έγιναν κάποιες αλλαγές στο staccato σχήμα του κομματιού, για να μην θυμίζει τόσο έντονα το “Mars: Bringer of War” του Χολστ.
Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος (το πρώτο μέρος εδώ) μιας ρηξικέλευθης συνέντευξης που είχαμε πάρει πριν από 23 χρόνια από τον αείμνηστο συνθέτη και μουσικολόγο Χριστόδουλο Χάλαρη με την ευκαιρία (τότε) της ανακήρυξης της Θεσσαλονίκης ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.
Συνέντευξη στον Γεώργιο Πισσαλίδη
Θα ήθελα να μιλήσουμε για μία παρεξήγηση που υπάρχει, ότι η Βυζαντινή μουσική βασίζεται στην Εβραϊκή μουσική και όχι την αρχαία Ελληνική μουσική, και αυτό το βασίζουν κάποιοι σε κείμενα του Αλεξανδρέα.
Αυτά είναι μπαρούφες. Δεν το συζητάμε καν. Η Δαυιδική μελωδία, όπως την αποκαλούσαν οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες και την οποία υπερασπιζόντουσαν , ήταν μία υπερβολικά απλουστευμένη ώς απλοϊκή αντιμετώπιση του μουσικού φαινομένου.
Η συνηθέστερη κατά τους πρώτους αιώνες τακτική, ήταν να παίρνουν ένα ειδωλολατρικό Ύμνο και να τον μεταγλωττίζουν Έπαιρναν ένα Ύμνο στην Αθηνά ή την Δήμητρα και τον μετέτρεπαν σε Ύμνο στην Παναγία. Χρησιμοποιώντας την αρχαία Ελληνική μουσική γραφή, ως αποδεικνύει και ο Ύμνος στην Αγία Τριάδα , που ανακαλύφθηκε το 1918 σε οξύριγγο σε Πάπυρο του 3ου μ. Χ. αιώνα, και ο οποίος χρησιμοποιεί αρχαία ελληνικά μουσικά σύμβολα
Επειδή φτάνουν σε πάμπολλες περιπτώσεις, όπως αναφέρουν οι Πατέρες, να εκβακχεύουν τις Λειτουργίες, δηλαδή να χρησιμοποιούν βακχικές μελωδίες και να λένε «ευοί-ευάν» στην διάρκεια της Λειτουργίας. Έχουμε και περιγραφές εκβακχισμένων λειτουργιών. Ήταν χρήστες της ίδιας μουσικής, της θυμελικής, και συνήθιζαν να πέφτουν σε έκσταση στην διάρκεια της Λειτουργίας.
Σερ Λώρενς Αλμα-Τεντάμα: Αφιέρωση στον Διόνυσο
Να μην ξεχάσουμε τον τεράστιο αριθμό αιρέσεων και τα κόλπα που χρησιμοποιεί η καθεμία από αυτές για να προσηλυτίσει κόσμο, όπως ο Αρειανισμός, που χρησιμοποιούσαν βακχικές μελωδίες και θυμελική μουσική και έτσι γίνεται η πάλη. Γράφεται ας πούμε ένα Ύμνος και αναγκάζεται η Ορθόδοξη Εκκλησία να βγάλει ένα Ύμνο με τίτλο με τίτλο «Παλαιά» χρησιμοποιώντας τις ίδιες βακχικές μελωδίες. Αυτά τα πράγματα δεν έγιναν ποτέ με κανόνες.
Έγιναν με ζυμώσεις, έγιναν με αίμα, έγιναν με σφαγές εκατέρωθεν. Ο υπέρτερος πολιτισμός πάντα καπακώνει . Οι Χριστιανοί δεν είχαν πρόταση πολιτική, είχαν πολιτιστική. Και αυτό απόδεικνύεται από τα κείμενα των Πατέρων, ειδικά του Χρυσόστομου και ο οποίος λέει εν ψυχρώ «Αυτοί οι άνθρωποι (οι Έλληνες ) αν δεν αφελληνιστούν, δεν εκχριστιανίζονται». Πράγμα βλακώδες . Δεν ήταν σε θέση να πρoβλέψουν την δημιουργία της Ορθοδοξίας, η οποία είναι η καθ’ ημάς αριστοκρατική προσέγγιση των Χριστιανικών προτάσεων, που θεμελιώνονται επί παλαιότερων φιλοσοφικών απόψεων, οι οποίες δεν είναι άμοιρες θρησκευτικής προσέγγισης και θρησκευτικής φιλοσοφίας, σχετιζόμενης τόσο με τον Χριστό του Ερμή όπως εμφανίζεται στα Ερμητικά Κείμενα. Πρέπει να ξέρουμε ότι τα Ερμητικά είναι Ελληνικά κείμενα του 10.000 π.Χ. και αυτά αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες μέσα από τα Μυστήρια περίμεναν τον Κεχρισμένο , ο οποίος θα ήταν ο Κεχρισμένος (= Χριστός) του Θεού, ο οποίος επρόκειτο να έρθει να άρει την αμαρτία του Κόσμου και να τον οδηγήσει στην Θέωση και ο οποίος θα πέθαινε και θα εξανίστατο μετά από τρεις ημέρες.
Ερμητικά
Πιστεύω ότι αν η Ορθοδοξία δεν βασιζόταν πάνω σε αυτές τις προγενέστερες ιδέες, θα ήταν ένα ξένο σώμα για μας. Η Ορθοδοξία είναι φυσική συνέχεια ενός μακρότατου πνευματικού παρελθόντος. Φυσικότατο. Από την άλλη η λατρεία του Δωδεκάθεου δεν υπήρξε παρά ένα μακρύ διάλειμμα ανάμεσα σε μονοθεϊστικές περιόδους.
Σε σχέση με τους αρχαίους Έλληνες οι Βυζαντινοί τι όργανα είχανε;
Να ξεκινήσουμε με την υδραυλίδα ή πνευματικό όργανο, το οποίο περνάει τον 8ον αιώνα στην Δύση. Μέχρι την εφεύρεση των ηλεκτρικών αεραντλιών, όλα τα εκκλησιαστικά όργανα που ξέρουμε, από μηχανικής απόψεως είναι εφευρέσεις των Βυζαντινών. Το όργανο υπήρξε εκπαιδευτικό όργανο και το χρησιμοποιούσαν κατά τις εξετάσεις μουσικής, προκειμένου να προαχθούν μαθητές. Μπαίνει στις εκκλησίες και όταν έπαιζε το όργανο , κανένα έγχορδο, νυχτό η τοξοτό όργανο δεν συμμετείχε στην απόδοση του συγκεκριμένου μέλους. Θα πρέπει να πούμε ότι η θεωρία ότι δώσαμε το όργανο στους Δυτικούς τον 8ον αιώνα, και μετά το ξεχάσαμε, είναι λάθος. Γινόντουσαν εξαγωγές και χρησιμοποιούταν μέχρι λίγα χρόνια πριν από την άλωση τόσο στην Δύση, όσο και στην Ρωσία.
Υδραυλίς
Υπήρχε επίσης το ψαλτήριο, που είναι η μετεξέλιξη του Πυθαγορικού κανόνα, και που παιζόταν με τα νύχια(η ρίζα της λέξεως είναι το ψάλλω = παίζω με τα νύχια) Και υπάρχει ο ταμπουράς που είναι η πανδουρίς των αρχαίων. Αυτά είναι τα τρία βασικά εκκλησιαστικά όργανα.
Οι Βυζαντινοί είναι επίσης οι εφευρέτες των τοξοτών οργάνων. Δεν έχω την απόλυτη απόδειξη, αλλά θα την έχω σε μερικά χρόνια. Εξάλλου οι Βυζαντινοί είχαν τοξωτά από τον 9ον και 10ον αιώνα, ενώ οι Άραβες από τον 11ον αιώνα.
Έχουμε ορχήστρες εγχόρδων νυκτών οργάνων στις οποίες συμμετέχουν διαφόρων ειδών ξύλινα πνευστά, αλλά και το πνευματικό όργανο. Είναι ορχήστρες που μπορούν να πάνε από το κουαρτέτο έως το μέγεθος της συμφωνικής ορχήστρας. Τα έργα που υπάρχουν κατά την διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου, και τα οποία δεν τα ξέρουμε όλα, είναι συγκλονιστικά έργα διάρκειας 40 λεπτών, όσο δηλαδή διαρκεί ένα συμφωνικό έργο.
Και έχουμε ταυτόχρονα την ανάπτυξη ενός άλλου είδους ορχηστρών, των σουρουβλιστών, ορχήστρες πνευστών οργάνων στις οποίες συμμετέχει το πνευματικό όργανο, η μετεξέλιξη της υδραύλου. Αυτά παίζουν σε ανοικτούς χώρους, αλλά και εντός των Εκκλησιών αλλά και των ανακτόρων, σε μεγάλες γιορτές και παίζουν ένα συγκεκριμένο ρεπερτόριο, μία συγκεκριμένη κατηγορία μουσικής που καλείται επετηρίς, να υποστηρίζουν τους εμμελείς διαλόγους μεταξύ των φατρίων των Δήμων και των Αυτοκρατορικών Κραταιών. Δηλαδή μία τέτοια εμμελής συζήτηση προηγήθηκε της Στάσης του Νίκα επί Ιουστιανού και δια-σώζεται ως κείμενο Αναπτύχθηκε σε εξαιρετικό βαθμό το μουσικό γίγνεσθαι. Έχουμε απίστευτη ποικιλία όσο αφορά το μουσικό ρεπερτόριο, αλλά και το σκηνικό ρεπερτόριο. Έχουμε από πολιτικές επιθεωρήσεις έως μπαλέτα και παραλλαγές σε αρχαίες τραγωδίες έως θρησκευτικού περιεχομένου μουσικοχορευτικές παραστάσεις και πορνογραφικά θεάματα.
Πως συμβιβάζονται τα πορνογραφικά θεάματα με ένα Θεοκρατικό Κράτος;
Μα δεν υπήρξε ποτέ Θεοκρατικό. Το θέμα είναι ότι ξεκινάμε και λέμε ότι το Βυζάντιο υπήρξε α, β, γ, δ. Από όλα αυτά που λέμε δεν ήταν τίποτα . Ξεκινούμε με μία τελείως εσφαλμένη αντίληψη και μετά όταν το προσεγγίζουμε λέμε «Μα είναι δυνατόν;» Μα έχουμε κάνει το μεγάλο λάθος να λέμε ότι είναι θεοκρατικό κράτος. Μα μόνο θεοκρατικό κράτος δεν υπήρξε. Υπήρξε κράτος απίστευτης ανεκτικότητας σε κάθε έμφαση της καθημερινής ζωής. Υπήρξε κράτος με εξαιρετικά ανεπτυγμένο οικογενειακό δίκαιο.
Λέτε ότι υπήρχε ανοχή σε ορισμένα θέματα. Ποια ήταν αυτά ;
Υπήρχε νομοθεσία για να προστατέψουν τις πόρνες από τους νταβατζήδες τους, που ήταν συνήθως δικηγόροι. Είναι δυνατόν ένα τέτοιο κράτος να είναι θεοκρατικό και να έχει αναδείξει ως αυτοκράτειρα μία πόρνη, όπως ήταν η Θεοδώρα, που έγινε γνωστή με το νούμερο της χήνας; Φανταστείτε πόσο ανεκτική μπορεί να είναι μία κοινωνία, η οποία αναδεικνύει μόνο εκ των προσόντων της μία σπουδαία Αυτοκράτειρα. Είναι δυνατόν να είναι δυνατόν να είναι θεοκρατική; Εγώ αυτό το υπογραμμίζω. Να μην ξεκινάμε με λάθος απόψεις για το Βυζάντιο, γιατί είναι το υπ’ αριθμόν ένα ανασταλτικό σημείο προκειμένου να προσεγγίσουμε την Παιδεία. Δεν ήταν ποτέ το Βυζάντιο αυτό που πιστεύουμε ότι ήταν. Για να μπορέσει να καταλάβει κανείς το Βυζάντιο, ας διαβάσει ένα από τα πονήματα του Ζάππα και του Κουκουλέ, για να αντιληφθεί ότι καμία σχέση δεν έχει με αυτό που πιστεύουμε. Υπήρξε ένα κράτος ελευθεριάζον, μία φοβερή ελευθεριάζουσα κοινωνία εξ’ αρχής μέχρι της τελευταίας ημέρας.
Ποια είναι η σχέση Βυζαντινής μουσικής και δημοτικού τραγουδιού;
Ο όρος καταρχήν δημοτικό τραγούδι ταυτίζεται με αυτό που οι Βυζαντινοί λέγανε «ωδές εκ των δημοτικών ταγμάτων», αναφερόμενοι στα τραγούδια των συντεχνιών, και από εκεί γενικώς στα λαϊκά τραγούδια. Και αυτό για να τις διακρίνουν από τις θρησκευτικές ωδές. Το δημοτικό τραγούδι δεν αναπτύχθηκε ποτέ στην ενδοχώρα, αλλά πάντοτε στα αστικά κέντρα. Ότι λέγεται δημοτικό είναι το λαϊκό τραγούδι των εμπορικών κέντρων της Βυζαντινής και Οθωμανικής περιόδου. Και ενώ πάμπολλα πράγματα ξεχνιούνται στις πόλεις, αυτά διατηρούνται στην υπαίθριο χώρα. Και είναι στην ύπαιθρο που διατηρούνται και τα ειδωλολατρικά δρώμενα, τα ονομαζόμενα paganis = αγρότης .
Με τον ίδιο τρόπο που διατηρούνται οι ειδωλολατρικές συνήθειες, που έχουν χαθεί και ξεχαστεί στα αστικά κέντρα, με τον ίδιο τρόπο επίσης τρόπο, η δημώδης λαϊκή μουσική των αστικών κέντρων περνάει μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Δηλαδή μέσω των «τουρνέ». Έβγαινε ένα συγκρότημα, έπαιζε σε διάφορα μέρη σε συναυλίες, γλέντια σε 40-50 χωριά για 1-2 χρόνια. Αυτά διατηρούνται στην μνήμη των ανθρώπων.
Για ποια περίοδο μιλάμε τώρα;
Για όλη την περίοδο του Βυζαντίου. Έχουν ανακαλύψει δύο ειδών μουσικές , δύο ειδών μουσικών: τους λαϊκούς και τους λόγιους. Είχαμε ανθρώπους που παίζανε για τα τρίφραγκα και είχαμε τους μεγάλους μαϊστρους που παίρνανε τις παραγγελίες από το Κράτος ή τις φατρίες των Δήμων, τον Άρχοντα και τις Εκκλησίες και έγραφαν παραγγελίες.
Πρέπει να ξέρουμε ότι δεν υπάρχει μία Εκκλησιαστική μουσική. Τα έργα τα εκκλησιαστικά είναι χάος. Δεν μπορούν να έρθουν Χριστούγεννα και η τάδε εκκλησία να μην παραγγείλει στον χ μάϊστρο να γράψει μία λειτουργία γι ’αυτήν. Έχουμε συνεχή παραγωγή ρεπερτορίου, όπως έχουμε αιώνες αργότερα στην Δύση. Ο Μπαχ όταν έγραφε λειτουργίες, παραγγελίες δεν έπαιρνε; Το ίδιο γινόταν με τον Κουκουζέλη και όλους τους άλλους. Με παραγγελίες δουλεύανε, οι οποίες ερχόταν , είτε από το ίδιο το Κράτος , είτε από φορείς κρατικής εξουσίας, τοπικούς ηγεμόνες και την Εκκλησία.
Εκεί που διαταράσσεται όμως αυτή η ισορροπία είναι αυτή η ισορροπία είναι από το 1453 και ύστερα. Τελειώνει το θέμα, γιατί χάνεται το Κράτος. Δεν έχουμε πλέον κράτος και είμαστε κάτω από τον βάρβαρο κατακτητή. Εκεί γίνεται λαμπόγιαλο. Εκεί καταστρέφονται οι θεσμοί και μετά ξαναδημιουργούνται πράγματα. Δεν έχουμε καμιά σχέση ούτε με την παλαιά αίγλη, είτε με την έκταση ή το μέγεθος, έχουμε ενός διαφορετικού είδους καθεστώς.
Σήμερα ποια είναι η επίδραση της Βυζαντινής μουσικής στην Ελληνική μουσική;
Πέρα από το δημοτικό τραγούδι και τους μουσικούς που απασχολούνται με αυτό, υπάρχουν νέα παιδιά που επηρεάζονται από αυτήν την μουσική. Από συνθετικής άποψης υπάρχει ο Νίκος Ξυδάκης, ή ακόμα τραγουδιστές όπως ο Αλκίνοος Ιωαννίδης , που βρίσκεις στην ερμηνεία του επιρροές από Βυζαντινή μουσική. Αλλά ακόμα και στα λεγόμενα σκυλάδικα (σ. σ. τύπου Χριστοδουλόπουλου) θα βρεις πλάγιους δεύτερους ή πλάγιους τέταρτους. Μπορεί να είναι κακοποιημένοι η συγκερασμένοι, αλλά όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει μία μεγάλη μουσική παράδοση που ανθίστανται στην μουσική εξαθλίωση τύπου Μαϊκλ Τζάκσον.
Κάποτε στην δεκαετία του’ 80 οι ξένες πολυεθνικές στενοχωριόταν, γιατί ο Μαϊκλ Τζάκσον και οι συν αυτώ δεν πωλούσαν όσο ήθελαν στην Ελλάδα Γι ’αυτό τον λόγο θέλησαν να καταστρέψουν την Παράδοση μας, αλλά η ελληνική μουσική επικράτησε. Πάντα αυτό γινόταν, γίνεται και θα γίνεται.
Η παρούσα συνέντευξη πάρθηκε το 1996 για λογαριασμό του εγγλέζικου μουσικού περιοδικού Folk Roots και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο περιοδικό ‘Ελληνική Αγωγή» το 2008.
Με αφορμή το live τους με BattleRoar και Lonewolf και, αφού τους ανακρίναμε με μία συνέντευξη, είπαμε να ξανακούσουμε το ντεμπούτο τους με… κριτική διάθεση.
του Χρήστου Κεσκίνη
Ο Αχελώος κατά τη μυθολογία ήταν μια ποτάμια Θεότητα. Γνωστός είναι ο μύθος της πάλης του με τον Ηρακλή για χάρη της Δηιάνειρας, την οποία ο ήρωας υποσχέθηκε να κάνει γυναίκα του. Θέλοντας να τηρήσει την υπόσχεση του πήγε στην Καλυδώνα, όπου βασίλευε ο Οινέας. Εκεί όμως ένας επίμονος μνηστήρας, ο Αχελώος, ζητούσε την κόρη του Οινέα παίρνοντας διάφορες μορφές. Έγινε μάχη και ο ποτάμιος θεός, παρά τις συνεχείς μεταμορφώσεις του, έχασε. Τότε ο Ηρακλής του απέκοψε το δεξί του κέρατο (έκλεισε τη μία εκβολή του ποταμού) και από το αίμα που έρρευσε γεννήθηκαν οι Σειρήνες. Το κέρατο αυτό δεν το κράτησε ο Ηρακλής. Ο Αχελώος σε αντάλλαγμα του έδωσε το κέρας της Αμάλθειας (το νέο πλούσιο γόνιμο έδαφος) που στην συνέχεια ο ήρωας δώρησε στον Οινέα. Ο ποταμός-Θεός είχε νικηθεί και ο Ηρακλής νυμφεύθηκε την Δηιάνειρα. Βέβαια ο μύθος αυτός, και κατά τον Διόδωρο αλλά και τον Στράβωνα, ερμηνεύει τις προσπάθειες των αρχαίων εκεί κατοίκων να τιθασεύσουν την ορμή του ποταμού (κέρας) περιφράσσοντάς τον με μεγάλα έργα (μεταμορφώσεις ποταμού) και να τον μετατρέψουν σε γόνιμο ποταμό (γάμος του Ηρακλή).
Και μετά το μάθημα μυθολογίας, ας πάμε στο ζουμί.
Οι Achelous είναι μια μπάντα από την Αθήνα και από την πρώτη νότα τους, που άκουσα (πριν από λίγους μήνες), ήξερα πως τουλάχιστον θα με ενδιέφεραν μελλοντικά. Εφτασε η ώρα που η πρώτη τους δουλειά (Macedon) είδε το φως και δεν έχασα την ευκαιρία να το ακούσω προσεκτικά. Και δεν απογοητεύτηκα. Με στίχους που ακολουθούν την πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου (θέμα με το οποίο έχουν καταπιαστεί στο παρελθόν αρκετά συγκροτήματα) δίνουν, μαζί με το εξώφυλλο, μια ξεκάθαρη εικόνα για το ποια είναι η μουσική τους κατεύθυνση. Μετά από πολλά ακούσματα, μπορώ να εκφράσω την γνώμη μου για κάθε κομμάτι του δίσκου:
Bound For Glory: Αποτελεί στην ουσία την εισαγωγή του δίσκου και με αρκετά ωραία μελωδία, σε βάζει στο κλίμα. Παρακάτω δεν θα ακούσεις κάτι άλλο, πέρα από ΕΠΙΚΗ μουσική. Κομμάτι (και δίσκος) που ξεκινάει με σάλπιγγες, σπάνια δεν είναι ΕΠΟΣ.
Macedon: Η κιθάρα φέρνει ανατριχίλες μέχρι να μπει το πρώτο ριφ που σε κάνει να ουρλιάξεις ‘Macedoooon’ στο ρεφρέν. Φυσικά αναφέρεται στον μεγαλύτερο Μακεδόνα στρατηλάτη και στον Θρύλο, που ξεκινάει… Ανοίγει στην ουσία τον δίσκο όπως πρέπει. Δυστυχώς βγήκε σαν τραγούδι αμέσως μετά το ‘Gaugamela’ και περίμενα περισσότερα, αλλά θα μιλήσουμε γι αυτό, όταν έρθει η ώρα.
Gordian Knot: Ο μύθος γνωστός. Ό,τι δεν λύνεται, κόβεται. Heavy epic metal όπως πρέπει, χωρίς πλήκτρα, ανούσια σόλο και οπερικά περάσματα. Straight to the face.
Blood: Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και αυτό το τραγούδι, χωρίς να ξεφύγει στο ελάχιστο από αυτό που περιμένεις. Αίμα γεμίζει σιγά – σιγά τον ποταμό των Achelous και φαίνεται πως ήρθαν για να μείνουν. Δεν είναι κακό, αλλά μου θυμίζει πολλά τραγούδια. Όμως, αυτό δεν είναι και το νόημα των επιρροών; Να σου θυμίζει το τελικό αποτέλεσμα αυτά που αγάπησες, χωρίς να είναι αντιγραφή;
Gaugamela: Το έπος του δίσκου. Αυτό με έκανε να ασχοληθώ μαζί τους και αυτό παραμένει το αγαπημένο μου κομμάτι. Παίζει να γίνει το άκουσμά μου για πάρα πολύ καιρό, όταν θα ετοιμάζομαι για προπόνηση σπαθασκίας ή όταν θα θέλω να γράψω κάτι επικό (ok μαζί με τους αγαπημένους μου ManOwaR!) και σίγουρα θα είναι στο playlist μου από εδώ και πέρα. Κάθε φορά μου αρέσει και περισσότερο. Στα χνάρια των παλιών καλών epic κομματιών που με έκαναν να αγαπήσω αυτή τη μουσική.
Persepolis: Εμφανώς πιο γρήγοροι ρυθμοί, χωρίς φυσικά να αλλάζει το στυλ της μουσικής τους. Είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι (6 λεπτά), χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως έχει τρελές εναλλαγές στον ρυθμό ή τη μελωδία. Δεν κουράζει, αλλά μετά το ΕΠΟΣ των ΕΠΩΝ θα ήθελα να είναι μικρότερο.
Warriors With Wings: Το δεύτερο αγαπημένο μου τραγούδι. Τα ριφ είναι κολλητικά όσο δεν πάει και το κεφάλι μου κοπανιέται ακόμη και την στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές. Σε κάνει να θες να ορμήξεις στην πρώτη γραμμή της μάχης μαζί με το ιππικό του Αλέξανδρου.
Hephaestion: Δεν θα μπορούσε να λείπει ο Ηφαιστίωνας από έναν concept δίσκο για την εκστρατεία του Μεγάλου στρατηλάτη στην Περσία. Πιο αργοί ρυθμοί, που στα δικά μου αυτιά, αν και δίνουν επικό τόνο, χαλαρώνουν τον ακροατή μετά τον καλπασμό. Είναι λογικό, αφού μιλάει για τον θάνατο του Ηφαιστίωνα και τον θρήνο του Αλέξανδρου. Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος που το έκαναν, μα με ξένισε. Πάντως προς το τέλος του τραγουδιού η επανάληψη του refrain δίνει ένα εντυπωσιακό φινάλε.
Final Day: Περίμενα μπαλάντα. Ή έστω αργό τέμπο. Χαίρομαι που διαψεύστηκα. Ωραίο, γρήγορο τραγούδι που σε κάνει να θες να το ξανακούσεις. Σε καμία περίπτωση δεν είναι εδώ στον ρόλο filler. Πολύ καλή η εναλλαγή των solo στη μέση του τραγουδιού. It’s Final… Final day…
Al Iskandar: Πεθαίνουν άραγε οι Ήρωες; Μπορεί κάποιος να σβήσει το όνομά τους; Όχι, μας λένε οι Achelous με ένα αρκετά ενδιαφέρον κομμάτι, που σε κάποια σημεία θυμίζει ανατολικούς ύμνους. Μάλλον γι αυτό και ο τίτλος. Δεν ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο δίσκο. Αυτό είναι καλό μα και κακό. Δεν έρχεται να διεκδικήσει όσκαρ πρωτοτυπίας, μα συνεχίζει να λέει την ιστορία που θέλουν να πουν οι Achelous.
Legends Never Die: Ο δίσκος κλείνει με ένα instrumental κομμάτι που φέρνει στο μυαλό soundtrack τίτλων τέλους από επικές ταινίες. Αφήνει στον ακροατή έντονα τη θέληση να το ξανακούσει.
Σε γενικές γραμμές, ο δίσκος ακούγεται από την αρχή ως το τέλος ευχάριστα. Σε κάποια σημεία μάλιστα σου φέρνει την επιθυμία να ψάλεις μαζί με το γκρουπ παιάνες προς τον Αλέξανδρο. Δεν πέφτει στην παγίδα των ανούσια μεγάλων και βαρετών κομματιών, κάτι που βλέπουμε συχνά να κάνουν πολλά γκρουπ του χώρου. Σε αφήνει με μια έντονη επιθυμία δίψας να το ξανακούσεις και αυτό είναι υπέρ των Achelous. Ελπίζω να ακούσουμε νέα τραγούδια τους το συντομότερο. Ως τότε, ας το βάλω ακόμη μία φορά.
Τους ανακαλύψαμε μέσα από τα επικά βίντεο τους εμπνευσμένα από την Ελληνική Μυθολογία και Ιστορία και το άλμπουμς τους Macedon. Έτσι με αφορμή την συναυλία της 10ης Φεβρουαρίου 2019, όπου παίζουν μαζί με τους Γάλλους Lonewolf και τους Έλληνες headliners BattleRoar ο ειδικός επί του epic metal Χρήστος Κεσκίνης ανέλαβε να τους πάρει μια συνέντευξη.
Συνέντευξη στον Χρήστο Κεσκίνη
Τι θα λέγατε να αρχίσουμε με ένα σύντομο βιογραφικό της μπάντας;
Οι Achelous δημιουργήθηκαν το 2011 από τον Chris Acheous ως προσωπικό project σε ατμοσφαιρικά και extreme μονοπάτια. Κυκλοφόρησε λοιπόν 2 demos σε αρκετά διαφορετικό ήχο απ’ότι έχει η μπάντα σήμερα.
Όταν αποφάσισε να δουλέψει τα συγκεκριμένα κομμάτια σε πιο κλασσικές φόρμες μου ζήτησε να τραγουδήσω στο επόμενο demo που ετοίμαζε. Με τον Χρυσόστομο είμαστε φίλοι πολλά χρόνια και λόγω του ότι ήμουν αρκετό καιρό εκτός της σκηνής δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ καθόλου και απάντησα αμέσως ότι θα το έκανα. Οι δυό μας λοιπόν ετοιμάσαμε το demo Al Iskandar το οποίο πήγε πολύ καλά και έγινε sold out μέσα σε μερικούς μήνες.
Από την παρουσίαση του δίσκου στο The Crow Band
Κάπου εκεί βλέποντας πως η μπάντα είχε δυνατότητες μπήκαμε στο Music House studio του Στάθη Παυλάντη (Reflection) και ηχογραφήσαμε το EP “The Cold WInds Of Olympus” το οποίο μας έβαλε για τα καλά μέσα στην Ελληνική σκηνή αφού κάναμε τις πρώτες μας συναυλίες. Και φτάνουμε στο σήμερα όπου μετά από πολλές δυσκολίες κυκλοφορήσαμε το πρώτο μας full length album με τίτλο Macedon.
Το ‘Macedon’ είναι εδώ και λίγο καιρό στα δισκάδικά. Πόσο ικανοποιημένοι είστε; Θα αλλάζατε κάτι τώρα;
To Macedon είναι ότι πιο σημαντικό έχει δημιουργήσει η μπάντα μέχρι τώρα. Είμαστε πολύ ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα αλλά και με την απόδοχή του κόσμου αλλά και του τύπου. Δεν είμαστε άνθρωποι που πιστεύουμε ότι στις κυκλοφορίες μας χρειάζεται να αλλάξουμε κάτι αφού το κάθε τι που κάνουμε αντικατοπτρίζει την εποχή αλλά και τα μέσα που είχαμε για να το δημιουργήσουμε. Οπότε το album είναι αυτό που είναι, πιστεύουμε ότι κάναμε μια πολύ καλή δουλειά και είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό.
Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας τις επιρροές σας;
Η μπάντα έχει επιρροές από όλο το φάσμα του σκληρού ήχου. Ακούμε από 70s prog rock, Aor έως Death και Black Metal. Όλα αυτά περνάνε από το πρίσμα των Achelous και βγαίνει ο ήχος που ακούτε στο album. Τα βασικά φίλτρα όμως που περνάνε τα κομμάτια μας είναι οι Bathory, οι Warlord, οι Maiden, οι Running Wild και πολλοί ακόμα.
Πάμε σε ένα track by track σχόλιο του άλμπουμ; Από πού είναι εμπνευσμένοι οι στίχοι;
Το άλμπουμ είναι concept και έχει να κάνει με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία.
Το Bound For Glory είναι ένα instrumental που βάζει τον ακροατή στο γενικό κλίμα του δίσκου.
Το Macedon είναι ένα εισαγωγικό κομμάτι το οποίο παρουσιάζει την προσωπικότητα του ήρωα της ιστορίας. Το συγκεκριμένο ήταν και το πρώτο lyric video για τον δίσκο.
Το Gordian Knot παρουσιάζει το πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Αλέξανδρος στην Φρυγία με τον Γόρδιο Δεσμό. Παρουσιάζει την ψυχοσύνθεσή του με το να τον κόψει ενώ όλοι οι άλλοι προσπαθούσαν να τον λύσουν. Ότι δεν λύνεται, κόβεται!
Στην συνέχεια έχουμε το Blood, το οποίο είναι επηρεασμένο από τις θυσίες που έκαναν οι Μακεδόνες πριν την μάχη στα Γαυγάμηλα για να αποκτήσουν την εύνοια των θεών. Αυτό ήταν το δεύτερο lyric video για την προώθηση του Macedon.
To Gaugamela εξιστορεί την μεγάλη νίκη των Ελλήνων και την καταστροφή του Περσικού στρατού στα Γαυγάμηλα.
Το Persepolis βρίσκει τους ‘Ελληνες σε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Περσικής Αυτοκρατορίας περιγράφοντας την ολική καταστροφή της ως αντίποινα για την σφαγή και τον ακρωτηριασμό Ελλήνων αιχμαλώτων.
Στην συνέχεια το Warriors With Wings βρίσκει τον Αλέξανδρο στην επαρχία της Σογδιανής και τις προσπάθειες του να καταλάβει το κάστρο της το οποίο βρίσκονταν στην κορυφή ενός βράχου.
Το Hephaestion μιλάει για τον χαμό του αδελφικού φίλου του Αλέξανδρου, Ηφαιστίωνα και το πως θρήνησε τον θάνατό του.
Στο Final Day παρακολουθούμε τις τελευταίες ώρες και τελικά τον θάνατο του Αλέξανδρου στην Βαβυλώνα και τέλος το Al Iskandar είναι ένας ύμνος στην ζωή και τα έργα του ήρωα.
Τελευταίο κομμάτι είναι το Legends never die, μια σύνθεση συμφωνικής μουσικής του μαέστρου Κώστα Ρεκλείτη βασισμένο πάνω στην μελωδία του Al Iskandar.
Φαίνεται πως διαβάζετε πολύ και οι γνώσεις σας χρησιμοποιούνται στους στίχους σας. Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας τα τελευταία βιβλία που μελετήσατε;
Γενικά είμαστε μεγάλοι λάτρεις της ιστορίας, της μυθολόγίας και της fantasy μυθιστορίας. Τα βιβλία που έχω διαβάσει αλλά και διαβάζω αυτό το διάστημα είναι το “Επικίνδυνες Γυναίκες” μια συλλογή fantasy διηγημάτων των Joe Abercrombie, Jim Butcher, Lawrence Block και αρκετών άλλων σε επιμέλεια των George R.R. Martin και Gardner Dozois, το “665 ημέρες και μία … ζωή Metal” και 2 comics του Deadpool το “Suicide Kings” και το “Bad Blood”.
Το video clip του ‘Gaugamela’ έσκασε σαν κεραυνός πριν λίγο καιρό. Πείτε μας κάποια πράγματα γι αυτό.
To video clip για το Gaugamela γυρίστηκε στο επιβλητικό Θέατρο Πέτρας στην Πετρούπολη. Βρισκόμασταν σε συνομιλίες με τον Δήμο Πετρούπολης για αρκετό καιρό, τους εξηγήσαμε τι θέλαμε να κάνουμε και μας το παραχώρησαν για τα γυρίσματα. Οπότε ένα τεράστιο ευχαριστώ πάει στην δημοτική αρχή Πετρούπολης. Η παραγωγή έγινε από την JP Production Video Film Making (jpvideofilmmaker@outlook.com) και τα γυρίσματα κράτησαν μια ολόκληρη μέρα.
Το video αυτό όπως και τα υπόλοιπα video clips, lyric videos αλλά και official live videos από εμφανίσεις της μπάντας μπορείτε να τα δείτε στο επίσημο κανάλι της μπάντας στο youtube (Achelous).
Macedon ο τίτλος του άλμπουμ. Πόσο σας έχουν επηρεάσει τα τελευταία γεγονότα με την συμφωνία στις Πρέσπες κτλ;
Το concept για το συγκεκριμένο album το δουλεύουμε από το 2013 πολύ πριν ξεκινήσει η δισκογραφία της μπάντας. Απλά η κυκλοφορία του cd συνέπεσε με τις πολιτικές εξελίξεις. Σαν συγκρότημα διαλέγουμε να μην μπερδεύουμε την πολιτική με την μουσική και επιλέγουμε να υπηρετούμε αυτό που αγαπάμε, δηλαδή τη μουσική.
Τι να περιμένουμε από το επερχόμενο live με τους Lonewolf και τους Battleroar;
Μπορείτε να περιμένετε ένα live γεμάτο ενέργεια. Για εμάς είναι τρομερή τιμή να παίζουμε με τόσο μεγάλες μπάντες όπως οι Lonewolf που μετράνε περίπου 30 χρόνια παρουσίας στο χώρο, αλλά και τους ΤΕΡΑΣΤΙΟΥΣ Battleroar μια από τις μεγαλύτερες underground μπάντες στον χώρο του Ευρωπαϊκού Επικού Μετάλλου.
Αλήθεια, στην Θεσσαλονίκη πότε να σας περιμένουμε;
Εμείς θέλουμε να παίξουμε Θεσσαλονίκη εδώ και πολύ καιρό. Έχουμε πολλούς φίλους που θέλουν να μας δούνε και προσπαθούμε το τελευταίο διάστημα να βρούμε κάποιο διοργανωτή ή κάποια μπάντα που μπορεί να τρέξει ένα τέτοιο live έτσι ώστε να ανέβουμε και να παίξουμε για εσάς. Ευελπιστούμε να τα καταφέρουμε κάποια στιγμή.
Οι Achelous στο Malta Doom Festival
Ολοκληρώστε την συνέντευξη όπως εσείς θέλετε.
Θα θέλαμε να σε ευχαριστήσουμε για την ωραία συνέντευξη. Όποιος θέλει να στηρίξει την μπάντα μπορεί να κάνει ένα like στην σελίδα μας στο facebook και subscribe στο κανάλι μας στο youtube. Στηρίξτε την Ελληνική σκηνή γιατί μπορείτε να βρείτε μπάντες διαμάντια και σας περιμένουμε όλους στο Κύτταρο στις 10 του Φλεβάρη για μια αληθινά μεταλλική βραδιά.
Ο Χρήστος Κεσκίνης ζεί και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη. Είναι συγγραφέας των βιβλίων ηρωικής φαντασίας Britfort και Beer-O- Quest και Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Epic Metal kαι Φαντασίας Excalibur
Από τον αείμνηστο Λυκούργο Αγγελόπουλο στην Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία μάθαμε και τραγουδήσαμε σύγχρονους έλληνες συνθέτες,που εμπνεύστηκαν από την βυζαντινή μουσική και έγραψαν έργα ειδικά για τον Λ. Αγγελόπουλο και την Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία: Μιχάλης Αδάμης, Δημήτρης Τερζάκης, Κυριάκος Σφέτσας, Γιώργος Κυριακάκης, Σωτήρης Φωτόπουλος κ.α. Μυηθήκαμε, δηλ., στην σύγχρονη λόγια μουσική παραγωγή, που βασίστηκε στο βυζαντινό μέλος.
Η Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία σήμερα, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Λυκούργου Αγγελόπουλου, παραδίδεται εις χείρας …Γιώργου Θεοφάνους. Θα συμμετάσχει – δυστυχέστατα – στο μαξιμαλιστικό, τάχα και ορατόριο για την Παναγία που ετοιμάζει ο Θεοφάνους για να το παρουσιάσει 7 και 8 Φεβρουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής. Δεν θα τραγουδήσει – ευτυχώς! – παρτιτούρα Θεοφάνους, αλλά θα συμμετάσχει αποδίδοντας ύμνους, σε (άλλη) μια βατοπαιδινής εμπνεύσεως διοργάνωση, προς τέρψιν των «ευσεβών και φιλόθεων» μαζών.
Έχοντας επιλέξει ως κύριο εργόχειρό της η ΕΛ.ΒΥ.Χ. την συμμετοχή στην Βατοπαιδινή Φεστιβαλιάδα (παρουσιάσεις τόμων και άλλες εκδηλώσεις προς ενίσχυσιν της σφαίρας επιρροής πάση τη κτίσει), δεν θα μπορούσε να λείψει από την «Θεοφανία», «εξαγιάζοντας», έτσι, το …αμαρτωλό μουσικό παρελθόν του Γ. Θεοφάνους, ο οποίος έχει παράξει τόνους σαχλοτράγουδων και αποτελεί περσόνα της showbiz.
Η Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία δεν υπάρχει πια… Την παρέσυρε το ρέμα… Ή κάλεσε τον Θεοφάνους με το άσμα του: «Έλα να με τελειώσεις»…