ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 143)

Πέθανε στις 30 Ιανουαρίου 2019, ο συνθέτης έντεχνης μουσικής, μουσικολόγος και οργανοποιός Χριστόδουλος Χάλαρης. O Χάλαρης συνεργάσθηκε με τους Νίκο Ξυλούρη, Δήμητρα Γαλάνη στον «Ερωτόκριτο» και την , Τάνια Τσανακλίδου και τον Χρύσανθο στους  «Δρουσουλίτες» γράφοντας έντεχνη μουσική επηρεασμένη από την βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική. Το ίδιο έκανε και στην μουσική που έγραψε για ταινίες, όπως ο «Μέγας Αλέξανδρος» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου και «Η Φωτογραφία» του Νίκου Πατατάκη.

Κυρίως όμως  ήταν εκείνος που ανακάλυψε  και ερμήνευσε έργα κοσμικής Βυζαντινής μουσικής, αλλάζοντας την άποψη που υπήρχε  μέχρι τότε για το Βυζάντιο. Τότε αρχίζει μια καλλιτεχνική πορεία κόντρα σε ένα μουσικό, αλλά και πνευματικό  κατεστημένο. Ίδρυσε την δισκογραφική εταιρεία «Orata» για την οποία ηχογράφησε αρχαία, βυζαντινή, μεταβυζαντινή και παραδοσιακή μουσική με την «Ορχήστρα παλαιών παραδοσιακών και πρωτότυπων Οργάνων». Στην δεκαετία του 90 δημιούργησε με την συμπαράσταση της «Τράπεζας Μακεδονίας και Θράκης», το «Μουσείο Αρχαίων, Βυζαντινών και Μετα-Βυζαντινών Οργάνων» στην Θεσσαλονίκη με όργανα τα οποία ανασκεύασε ο ίδιος αφού μελέτησε μια παράδοση 5.000 χρόνων.

Για να τιμήσουμε την μνήμη ενός εικονοκλάστη της Βυζαντινής και της ευρύτερης παραδοσιακής μουσικής, αναδημοσιεύουμε μια παλιότερη συνέντευξη που έγινε το 1996 για ξένο μουσικό περιοδικό με αφορμή την ανακήρυξη της Θεσσαλονίκης ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Ήταν η περίοδος που ο μεγάλος συνθέτης ζούσε στην Θεσσαλονίκη λίγο μετά την ίδρυση του «Μουσείου Αρχαίων, Βυζαντινών και Μετα-Βυζαντινών Οργάνων»  

Πιστεύουμε ότι ακόμα και σήμερα αυτή η συνέντευξη παραμένει ρηξικέλευθη.

Συνέντευξη στον Γεώργιο Πισσαλίδη

Κύριε Χάλαρη, πότε αρχίσατε να ασχολείστε με την Βυζαντινή μουσική;

Ξεκινάω το 1968, χωρίς να έχω σαφή γνώση του αντικειμένου , δεδομένου ότι αφορούσε την βυζαντινή μουσική είχε προ πολλού αρκούντως πλαστογραφηθεί Όπως είχε πλαστογραφηθεί σύμπασα η ιστορία του Βυζαντινού πολιτισμού. Ασχολούμαι κατά τύχη, κάνοντας ένα διδακτορικό στην Γαλλία ως μαθηματικός και ασχολούμαι με αναλύσεις μουσικών κειμένων.

 Tότε ανακαλύπτω ότι η Βυζαντινή μουσική γραφή έχει αλγοριθμική υπόσταση, που σημαίνει ότι κάθε σύμβολο λειτουργεί σαν μικρό πρόγραμμα για υπολογιστή. Τότε αρχίζω να θέτω ερωτήματα όπως εάν ένας λαός έχει εφεύρει τους λογαρίθμους, που είναι η ουσία της κυβερνητικής, δεν πρέπει να είναι ένας μικρός πολιτισμός, πρέπει να είναι ένας σημαντικός πολιτισμός. Όπως επίσης ότι αν ένας πολιτισμός θεώρησε αναγκαίο να συλλάβει και να κατασκευάσει ένα τέτοιο σύστημα καταγραφής μουσικών γεγονότων, σημαίνει ότι έχει σπουδαία μουσικά έργα να καταγράψει. Άρα και το ότι οι Βυζαντινοί ασχολήθηκαν αποκλειστικά και μόνο με θρησκευτικά έργα, για μένα έπαψε να ευσταθεί.

Δεν ζημιώνεται μόνο η Ελλάδα από την απόκρυψη της γνώσης, όποια και αν είναι. Ζημιώνεται το σύνολο των κατοίκων αυτού του πλανήτη.

Και τότε ξεκινάτε την θεωρία για την  Βυζαντινή κοσμική μουσική.

Ακριβώς . Οι έρευνες που έκανα απέδειξαν ότι υπήρχε ένας πακτωλός 20.000 έργων κοσμικής μουσικής , τα οποία είχαν επιμελώς αποκρυφτεί. Πρόκειται για μία ιστορία που θυμίζει εντονότατα το «Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο., και έτσι το περιέγραψε ο διεθνής μουσικός το 1977 , όταν άρχισα να κάνω τις πρώτες εκδόσεις τέτοιας μουσικής. Και δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιοι την σφετερίζονται, την κατακρατούν, την αποκρύπτουν ζημιώνοντας, εξαιρετικά την ανθρωπότητα ολόκληρη.
Δεν ζημιώνεται μόνο η Ελλάδα από την απόκρυψη της γνώσης, όποια και αν είναι. Ζημιώνεται το σύνολο των κατοίκων αυτού του πλανήτη.

Μιλήσατε για απόκρυψη γνώσης. Θα μπορούσατε να γίνετε πιο σαφής και συγκεκριμένος;

Η επανασύσταση του Ελληνικού Κράτους έγινε διότι όλη η Δύση επιθυμούσε να σταματήσει τον Οθωμανικό επεκτατισμό στις αρχές του 19ου αιώνα. Αλλά η Δύση δεν επιθυμούσε την επανασύσταση του Βυζαντινού Κράτους . Τότε σύμφωνα με αυτά που γράφει ο Γάλλος Βυζαντινολόγος Μπερζέ, οι Έλληνες πολιτικοί πρότειναν να υπογράψουν ένα είδος υποσχετικού εγγράφου , το οποίο συνυπέγραψε σαν εγγυήτρια δύναμη η Εκκλησία. Ότι δηλαδή δεν επρόκειτο ποτέ το νέο Ελληνικό Κράτος να συνδέσει το παρόν του με το βυζαντινό παρελθόν του, ούτε και με το αρχαίο, και ότι το νέο Ελληνικό Κράτος αρχίζει την ζωή τους εξ’ αρχής. Πράγμα που είναι παντελώς σχιζοφρενικό θα έλεγα, γιατί δεν μπορείς να μιλάς την ίδια γλώσσα, να είσαι ο μοναδικός λαός από υπάρξεως γραφής, όπως αποδεικνύει  η ιστορική έρευνα. Γιατί από την εποχή της Γραμμικής Α την ίδια γλώσσα μιλάμε. Δεν είναι δυνατόν να ζεις κάτω από την ίδια σκιά της Ακρόπολης , να εκκλησιάζεσαι σε εκκλησία του 10ου και 11ου αιώνα και να αρνείσαι ένα παρελθόν που είναι εξαιρετικά παρόν.

Τότε ξεκινάει εκείνη την περίοδο ένας τεράστιος διασυρμός που λέει ότι οι Βυζαντινοί ήταν κάποιοι αγροίκοι, ότι δεν ήταν Έλληνες. Ότι το Βυζάντιο είχε αλλάξει σε σχέση με την Αρχαία Ελλάδα. Ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν παρήγαν πολιτισμό, το οποίο είναι βέβαια σκευωρία.

Επίσης ουδείς, ούτε Έλλην, ούτε ξένος φιλόλογος ή αρχαιολόγος δεν μας λέει από πού ξέρουμε τον Αισχύλο και τον Ευρυπίδη, πως τους ξέρουμε εμείς σήμερα; Τους έχουμε από βυζαντινές πηγές διότι εδιδάσκοντο στην Μέση και Ανωτέρα Εκπαίδευση. Δεν τα έχουμε από παπύρους, αλλά από Βυζαντινούς αντιγραφείς, οι οποίοι ασκώντας επάγγελμα τα αντέγραφαν ανελλιπώς για την διδακτέα ύλη. Έλεγαν ότι δεν υπάρχει τίποτε να ψάξεις σχετικά με το Βυζάντιο, γιατί υπάρχει σε όλους τους τομείς μηδαμινή παραγωγή, με εξαίρεση την αγιογραφία και την υμνογραφία.

Αυτά ακούγονται εικονοκλαστικά. Δεν υπήρχαν μέχρι τώρα επιστήμονες με αυτές τις απόψεις;

Θα σας πρέπει να σας πω ότι τον προπερασμένο αιώνα υπήρχαν πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι με ίδιες με τις δικές μου απόψεις, όπως ο Ιωάννης Θέτης. ο Κωνσταντίνος Ζάχος και στους σύγχρονους καιρούς ο Φαίδων Κουκουλές, που έγραψε το μνημειώδες έργο «Βυζαντινών Βίος και

Πολιτισμός», όπου περιέγραφε τόσο τις καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων, όσο και την διάρθρωση του Κράτους . Αυτό τους χάλαγε την δημιουργία της εικόνας που φτιάξανε για το Βυζάντιο και γι ’αυτό τους κυνηγάγανε. Φτάσανε μάλιστα στο σημείο να χρειαστεί να μεταναστεύσουν για να γλυτώσουν. Για τους λόγους, που σας εξήγησα, υπήρξε ένας διεθνής διασυρμός, που ξεκινά από εμάς τους ίδιους. Ξεκινά από καθαρά πολιτικές επιλογές της Δύσης. Ο διασυρμός του Βυζαντίου είναι πολιτισμικός. Και αυτό ζημιώνει  εξαιρετικά κατά πρώτον την Ελλάδα και όλο τον υπόλοιπο κόσμο εν συνεχεία.

Θα μπορούσατε να μου δώσετε ένα τρανταχτό παράδειγμα απόκρυψης γνώσης για να καταλάβουν και οι αναγνώστες μας τι εννοείτε;  

Θα πρέπει να πούμε ότι ελάχιστοι τόσο στην Ελλάδα, όσο και αλλού γνωρίζουν ότι από τον 7ον αιώνα ότι είμαστε οι μόνοι , που θεωρούμε, απολύτως αναγκαίο για κάποιους συγκεκριμένους λόγους την εκπόνηση ενός συστήματος που θα καταγράφει μουσική. Οι λόγοι είναι δύο. Σχετίζονται και οι δύο με την μνήμη. Ο ένας είναι η διαιώνιση. Μόνο μικρές μελωδικές γραμμές είναι δυνατόν να διαιωνιστούν με την προφορική παράδοση.

Ο δεύτερος λόγος είναι για να μπορούν να την ελέγχουν, να μπορούν να γράφουν μεγάλα έργα. Μεγάλα έργα, ως προς την δομή και την έκταση υπήρξαν οι αρχαίες τραγωδίες. Δεν υπήρχε φθόγγος, που να μην συνδέεται με νότα. Δεν μπορούσε ο τραγικός ποιητής να συνθέσει μουσική για έργο δύο και τριών ωρών, χωρίς να ελέγχει το προηγούμενο που έχει γράψει. Γι ’αυτόν τον λόγο έχει υπάρξει σύστημα μουσικής γραφής, για να υπάρξουν λόγια μουσικά έργα.

Αυτός ο κώδικας υπήρχε εν ισχύ μέχρι τον 4ον αιώνα μ.Χ. και είχε αναπτυχθεί , για να αποτυπώσει όλα τα μουσικά γεγονότα που αναπτύσσονται σε 110 και πλέον κλίμακες. Και επειδή είναι εξαιρετικά περίπλοκη μουσική και είναι δύσχρηστη αυτή η μουσική γραφή και δύσκολα μαθαίνεται , και με δεδομένη την ανάπτυξη από τον 8ον αι. π.Χ. μέχρι 4ον αι. μ.Χ. της  αυτοματοποιητικής, του  hardwork, της Κυβερνητικής , της ρομποτικής όταν τα πράγματα είναι από πρακτικής ώριμα ανακαλύπτεται αυτός ο νέος μουσικός Κώδικας , που είναι ότι πιο ανεπτυγμένο έχει να επιδείξει η ανθρωπότητα, και που είναι η Βυζαντινή Παρασημαντική.

Η σχέση μουσικής γραφής και γραφόμενου έργου υπήρξε ανέκαθεν αναλογική. Δηλαδή πρέπει να ξέρεις ένα ισχυρό εργαλείο καταγραφής, για να έχεις λεπτομερή περιγραφή ενός έργου. Και αν έχεις ένα ισχυρό εργαλείο καταγραφής, μπορείς να κάνεις εξαιρετικά σύνθετα και ενδιαφέροντα  έργα. Η μελοποιία δημιουργεί ανάγκες στην γραφή, και εφόσον η γραφή είναι ανεπτυγμένη, αναπτύσσεται η μελοποιία. Είναι μία retroactive σχέση. Όσο πολύπλοκα έργα έχουμε τόσο αναπτύσσεται η γραφή και όσο αναπτύσσεται η γραφή τόσο πιο πολύπλοκα έργα έχουμε. Αυτό είναι το ιστορικό της ανάπτυξης της μουσικής επιστήμης, τόσο κατά τους αρχαίους, όσο και κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Τι σχέση είχε η αρχαία μουσική με την Βυζαντινή;

Θα πρέπει να πούμε σε ότι αφορά τις κλίμακες , τα ήθη και τους κανόνες μελοποιΐας δεν παρεκκλίνουν καθόλου από τις αρχαίες ελληνικές απόψεις. Οι Βυζαντινοί συνεχίζουν και καλλιεργούν το μουσικό φαινόμενο, όπως καλλιεργείτο κατά την αρχαιότητα και συνεχίζεται η διδασκαλία αυτής της μουσικής. Ακόμα συχνά-πυκνά διατηρείται η αρχαία ελληνική ονοματολογία. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το μέγεθος του Βυζαντινού κράτους και επίσης μία ιδιοτυπία :να αφομοιώνει πολιτιστικά μέχρι ενός σημείου τους λαούς από τους οποίους συνετέθη. Είναι αμιγώς ελληνικό ως προς την παιδεία, χωρίς να επιθυμεί να καταστρέψει  πολιτιστικά ιδιώματα των λαών που το συνθέτουν. Με τον ίδιο τρόπο που ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος ανακαλύπτουν ένα αλφάβητο για να αποτυπωθεί η γλώσσα των Σλάβων, με τον ίδιο τρόπο ανακαλύπτεται η παλαιοσλαβική μουσική γραφή προκειμένου να γραφούν τα μέλη των Σλάβων, να τους δωθεί το εργαλείο της μουσικής δημιουργίας, η ακόμα η δημιουργία της Συριακής μουσικής γραφής, που δεν είναι παρά μία παραλλαγή της Βυζαντινής Παρασημαντικής.

Έχουμε λοιπόν ένα κράτος που ευνοεί τα επί μέρους πολιτιστικά στρώματα και τους δίνει το κατά βάση εργαλείο για να προσφέρουν στο σύνολο της παιδείας της Αυτοκρατορίας. Ενώ από την άλλη μπορούν να καλλιεργούν τις κατά μέρους ιδιοτυπίες.

Είπατε ότι οι Βυζαντινοί διατηρούσαν την Ελληνική Παιδεία και τους κανόνες μουσικής των αρχαίων Ελλήνων. Αυτό δεν έρχεται σε σύγκρουση με το κυνήγι του Ελληνισμού;

Αυτό είναι μύθος.

Είναι μύθος το «Εις Έδαφος Φέρειν»;

Όχι, αυτό δεν  είναι μύθος. Θα πρέπει όμως να έχετε υπόψη σας τα εξής: Άλλα μπορεί να λέει κάποιος παπάς ή ένας αυτοκράτορας και άλλο αυτός ο τρόπος. Κανένας δεν βγαίνει να στηλιτεύσει ένας γεγονός που δεν υπάρχει.

Αντίθετα επειδή ακριβώς υπάρχει στον υπερθετικό βαθμό αναγκάζεται ο ιερέας ή το Κράτος να το μαντρώσει. Και θα πρέπει να ξέρουμε το εξής: ότι δεν πέρασε βόλτα ο Χριστιανισμός στο Βυζάντιο. Απόδειξη ότι σε πάμπολλες περιοχές της χώρας υπήρχαν ειδωλολάτρες μέχρι τον 10ον και 11ον αιώνα. Η Πελοπόννησος και ειδικότερα η Μάνη εκχριστιανίζονται με την έλευση και τις προσμίξεις Σλάβων, πέρα από τον Νίκωνα τον «Μετανοείτε», που έχει πάει εκεί ειδικά γι’ αυτόν τον λόγο να τους εκχριστιανίσει και δεν έκανε τίποτα. Όταν τότε γίνεται το ακριτικό θέμα της Μάνης και να επανδρώνεται με τους Σλάβους , οι οποίοι εκχριστιανίζονται και τους δίνεται η «ρόγα» και εκτάσεις για να κατοικήσουν , αλλοιώνεται ξαφνικά η φυσιογνωμία του χώρου και βρίσκονται να μειοψηφούν οι ειδωλολάτρες σε μία κατεμώμενη περιοχή , η οποία έχει προ πολλού γίνει άντρο των πειρατών, να βρίσκονται υπέρτεροι οι Σλάβοι, oι οποίοι βεβαίως πολιτικώς αφομοιώνονται παντελώς από τον αυτόχθονα πληθυσμό, θρησκευτικά δε, εκ των πραγμάτων ασπασθήκανε τον Χριστιανισμό. Μην μπερδεύουμε τις επιθυμίες των Πατέρων της Εκκλησίας με την πραγματικότητα. Είναι μεγάλο λάθος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

Επιμέλεια του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Εορτή των Τριών Ιεραρχών στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης 

Με λαμπρότητα τιμήθηκε η μνήμη των Τριών Ιεραρχών, με αφορμή την Εορτή της Ελληνικής Παιδείας και των Γραμμάτων, στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης (ΟΑΚ), η οποία διοργάνωσε επίσημη εόρτια εκδήλωση το Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019, με επίκεντρο το μέλλον της ελληνικής γλώσσας, γραπτής και προφορικής, ως θεμελιακού στοιχείου της εθνικής μας οντότητας.

Της εκδήλωσης προηγήθηκε Αρχιερατικός Εσπερινός, στην Ιερά Πατριαρχική Μονή Οδηγητρίας Γωνιάς, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κισάμου και Σελίνου κ. Αμφιλοχίου.

Ο Γενικός Διευθυντής της ΟΑΚ, Δρ Κωνσταντίνος Ζορμπάς, καλωσόρισε τους παρευρισκομένους, κάνοντας μία σύντομη εισαγωγική αναφορά στο νόημα της εορτής των Τριών Ιεραρχών, τονίζοντας πως εκείνοι: «αγάπησαν τη γνώση, θαύμασαν τα επιτεύγματα της εποχής τους, συνέβαλαν στην πρόοδο όλων των Επιστημών με τις οποίες ασχολήθηκαν», δίχως να παραμείνουν «κλεισμένοι στα εργαστήριά τους και αποκομμένοι από τον πόνο των φτωχών και των αδυνάτων», αλλά «αναζήτησαν το νόημα της ζωής στη σχέση τους με τον άνθρωπο και τον κόσμο». Στην ίδια κατεύθυνση ο κ. Ζορμπάς έθεσε τον εξής προβληματισμό: «Για να απαντήσουμε στο ερώτημα “τι είδους παιδεία χρειαζόμαστε σήμερα” θα πρέπει να απαντήσουμε πρώτα στο ερώτημα “τι είδους κοινωνία επιθυμούμε να έχουμε αύριο”».

Στη συνέχεια, ο κ. Ζορμπάς παρουσίασε τον επίσημο Ομιλητή της εκδήλωσης, κ. Αντώνιο Κουνάδη, Ακαδημαϊκό και Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Η καταγωγή της ελληνικής γλώσσας: προφορικής και γραπτής».


Ο Ομιλητής αφού ευχαρίστησε την ΟΑΚ για την πρόσκληση, άρχισε την Ομιλία του με αναφορά στις απαρχές της συγκριτικής γλωσσολογίας-ετυμολογίας. Στη διάλεξή του ο κ. Κουνάδης αναφέρθηκε σε δύο θέματα, που μέχρι τις ημέρες μας αποτελούν αντικείμενο έντονων συζητήσεων και αμφισβητήσεων: την «προβληθείσα τον 18ο αιώνα άποψη ότι η ελληνική γλώσσα ανήκει στην Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών», καθώς και την «άποψη ότι το Ελληνικό αλφάβητο είναι Φοινικοσημιτικής προελεύσεως». Παρουσιάζοντας αυθεντικές γνώμες γλωσσολόγων, αρχαιολόγων, ιστορικών, ανθρωπολόγων, παλαιοντολόγων, ο κ. Κουνάδης κατέληξε σε κάποια άκρως ενδιαφέροντα συμπεράσματα, όπως ότι το πρώτο αλφάβητο στον κόσμο είναι το Ελληνικό, του 8ου π.Χ. αι., αλλά και στο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι το Ελληνικό αλφάβητο είναι πολύ αρχαιότερο, αναγόμενο πιθανότατα στα χρόνια του Τρωικού πολέμου, πολύ δε πιθανότερο είναι, τα ομηρικά έπη να είχαν παραδοθεί γραπτά.

Καταλήγοντας στην ομιλία του ο κ. Κουνάδης ανέφερε χαρακτηριστικά πως, «η Ελληνική γλώσσα, φαινόμενο συνέχειας και ακτινοβολίας εξακολουθεί να είναι αντικείμενο θαυμασμού και σπουδής από κορυφαίους γλωσσολόγους, ελληνιστές και διανοουμένους» καθώς, «έχει θέσει ανεξίτηλη την σφραγίδα της σ’ όλες της δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες που θεωρούνται ημιελληνικές ή κρυπτοελληνικές», οδηγώντας στο τελικό συμπέρασμα πως, «η Ελληνική είναι η τελειότερη γλώσσα του κόσμου. Πράγματι, η Ελληνική γλώσσα, γραπτή και προφορική, αποτελεί επίτευγμα του ανθρωπίνου πνεύματος ανυπερβλήτου τελειότητος».

Κατά το κλείσιμο της εκδήλωσης ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου και Πρόεδρος του Ιδρύματος, κ. Αμφιλόχιος, αφού ευχαρίστησε με τη σειρά του τον ομιλητή, τόνισε πως η σύζευξη Ελληνισμού και Χριστιανισμού αποτελούν ένα μυστήριο και ένα θαύμα που δημιούργησε έναν νέο κόσμο, υπογραμμίζοντας τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού Πολιτισμού: τη θεοκεντρικότητα, την ανθρωποκεντρικότητα, τη φιλοσοφία και τον σεβασμό προς την ετερότητα του άλλου.

Στην εκδήλωση παρευρέθησαν εκπρόσωποι των Αρχών του τόπου, ο Δήμαρχος Πλατανιά κ. Ιωάννης Μαλανδράκης, ο Δήμαρχος Κισάμου κ. Θεόδωρος Σταθάκης, ο Πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης κ. Ευάγγελος Διαμαντόπουλος, ο πρ. Πρύτανης κ. Βασίλειος Διγαλάκης, ο Αντιπρύτανης κ. Μιχαήλ Λαγουδάκης, μέλη του ΔΣ της ΟΑΚ, Εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, καθώς και μαθητές των Σχολείων των Επαρχιών Κισάμου και Σελίνου.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="Επιμέλεια του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου "][vc_empty_space][vc_column_text] Εορτή

Deutscher Atem – Γερμανικός Αέρας

Ο μαγευτικός και συνάμα εντυπωσιακός ήχος των χάλκινων πνευστών σε συνεργασία με την εξαιρετική ακουστική της Γερμανικής Εκκλησίας είναι το αντικείμενο της συναυλίας Deutscher Atem – Γερμανικός Αέρας. Ο δυναμισμός που εκπέμπει ο ήχος ενός κουαρτέτου τρομπονιών, ερμηνεύοντας έργα κορυφαίων συνθετών, προσφέρει ένα μοναδικό άκουσμα στο οποίο η αντήχηση της Γερμανικής Εκκλησίας αποδίδει ένα μοναδικό ηχητικό χαρακτήρα! Τέσσερις καταξιωμένοι τρομπονίστες ερμηνεύουν έργα μεγάλων Γερμανών και Αυστριακών συνθετών: Bach, Haendel, Telemann, Beethoven, Speer, Wagner, Bruckner. Η συναυλία πραγματοποιείται στη Γερμανική Εκκλησία, οδός Σίνα 68 το Σάββατο 9 Φεβρουαρίου και ώρα 20.00.

Ερμηνεύουν οι καλλιτέχνες:

Σπύρος Βεργής

Χρήστος Γιάκκας

Γιάννης Καϊκης

Σπύρος Μοσχονάς

Ώρα έναρξης της εκδήλωσης: 20.00

Διάρκεια Εκδήλωσης 50’

Χώρος: Γερμανικής Εκκλησίας, οδός Σίνα 68

Εισιτήριο: 10€, 8€ μειωμένο

Προπώληση εισιτηρίων; Viva.gr

Πληροφορίες: 210 3612713

Deutscher Atem – Γερμανικός Αέρας Ο μαγευτικός και

Μετάφραση από τα Ρώσικα του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη

Φεβρουάριος! Πιάσε μελάνη και κλάψε!
Θρηνώντας για τον Φλεβάρη γράψε,
Ενώ η λασπουριά βροντοκοπάει
Και καίγεται την μαύρη άνοιξη.

Βρες παϊτόνι. Δεκάρες δώσε έξι
Με τον ήχο της καμπάνας, με των τροχών την κλαγγή
Πήγαινε εκεί, όπου η νεροποντή
Βροντοκοπάει πιο πολύ από τα δάκρυα και τη μελάνη.

Εκεί, σαν καρβουνιασμένα αχλάδια,
Χιλιάδες κουρούνες από τα δέντρα
Στους λάκκους θα πέσουν, θα καταστρέψουν
Τη στεγνή θλίψη στο βυθό των ματιών.

Σαν μαύρα στίγματα εκεί που έλιωσαν τα χιόνια,
Αυλακωμένος ο αγέρας από τα κρωξίματα,
Όσο πιο τυχαία, τόσο πιο σωστά
Θρηνώντας γράφονται τα ποιήματα.

 

Ο Μπορίς Λεονίντοβιτς Παστερνάκ (10 Φεβρουαρίου 1890 – 30 Μαΐου 1960) ήταν Ρώσος συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ξεκίνησε τη λογοτεχνική του παραγωγή ως φουτουριστής ποιητής. Έκανε αρκετές μεταφράσεις ξένων ποιητών και περισσότερο του Σαίξπηρ, που εκτιμούσε ιδιαίτερα.

Παρόλο που στην Ρωσία ήταν διάσημος ως ποιητής κυρίως, το έργο που τον έκανε γνωστό παγκοσμίως ήταν το μυθιστόρημά του Δόκτωρ Ζιβάγκο, που εκδόθηκε το 1957 στην Ιταλία. Για το έργο του αυτό βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Όμως ως αντιφρονούντας πιέσθηκε από το ΚΚΣΕ να αρνηθεί το βραβείο. 

Πηγή: stepamag.com

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="Μετάφραση από τα Ρώσικα του Δημήτρη

Η ΕΡΤ επανέρχεται δυναμικά στην ελληνική μυθοπλασία με την τηλεοπτική μεταφορά του αντιπολεμικού μυθιστορήματος του Στράτη Μυριβήλη «Η ζωή εν τάφω». Η πολυαναμενόμενη σειρά εποχής, σε σενάριο-σκηνοθεσία Τάσου Ψαρρά, κάνει πρεμιέρα στην ΕΡΤ1, την Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019, στις 22:00.

Αντιπολεμική δραματική σειρά, 16 επεισοδίων παραγωγής 2018-2019.

Λίγα λόγια για την υπόθεση: Έπειτα από την ερωτική επιστολογραφία του Αντώνη Κωστούλα, εθελοντή στρατιώτη στη Μεραρχία Αρχιπελάγους, με την τρυφερή Μυρσίνη, δασκάλα του Παρθεναγωγείου Μυτιλήνης, ακολουθούμε τα βήματα των πολιτικών εξελίξεων που μας οδηγούν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και γενικότερα διαπλέουμε σε μια διαχρονική ματιά των απάνθρωπων συνθηκών και της καταστροφικής ματαιότητας κάθε πολέμου. Μία υπέροχη, ευαίσθητη ερωτική ιστορία, που μεγαλώνει όπως «μια παπαρούνα» στα ζοφερά χαρακώματα.

Τα γυρίσματα της σειράς πραγματοποιήθηκαν σε πολλά σημεία της Ελλάδας και κυρίως στη Μυτιλήνη, τη Μακεδονία και την Αττική.

Το casting συνθέτουν μεγάλα και καταξιωμένα ονόματα του εγχώριου καλλιτεχνικού στερεώματος, όπως Δημήτρης Μοθωναίος, Γιάννης Μπέζος, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Νίκος Πουρσανίδης, Γιώργος Αρμένης, Δημήτρης Ήμελλος, Ερρίκος Λίτσης, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Βαγγέλης Στρατηγάκος.

Παίζουν επίσης, οι ηθοποιοί: Νικόλας Πανταζής, Γιώργος Σουξές, Νίκος Αλεξίου, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ρεγγίνα Παντελίδη, Μαρία Κίτσου, Τάκης Βαμβακίδης, Άρης Αντωνόπουλος, Βαγγέλης Στρατηγάκος, Δημήτρης Λιόλιος, Άρης Μπαλής, Στέλιος Καλαϊτζής, Πηνελόπη Σεργουνιώτη, Δημήτρης Πασσάς, Δημήτρης Σαμόλης, Στέλιος Ξανθουδάκης, Μάρθα Μπούρχα, Μαρία Σταυράκη, Λευτέρης Παπακώστας, Θάλεια Σταματέλου, Παναγιώτης Μποτίνης, Ράνια  Οικονομίδου, Έκτορας Λιάτσος, Σωτήρης Τσακομίδης, Μαρκέλλα Γιαννάτου, Κωνσταντίνος Γώγουλος.

Σκηνοθεσία-σενάριο: Τάσος Ψαρράς.

Παραγωγός: Γιώργος Κυριάκος.

Οργάνωση παραγωγής: Γιώργος Παπαδάτος.

Σκηνογραφία: Σπύρος Λάσκαρης.

Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Δρακουλαράκος.

Ενδυματολόγος: Ιουλία Σταυρίδου.

Εκτέλεση παραγωγής: View Master Films.

Ημερομηνία πρεμιέρας: Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019, ώρα 22:00

Επεισόδιο 1ο. Η αφήγηση του κλασικού μυθιστορήματος του Στράτη Μυριβήλη «Η ζωή εν τάφω», αρχίζει γύρω στο 1924, όταν ο Μυριβήλης αναζητώντας ένα έγγραφο της Στρατολογίας αναγκάζεται να ανοίξει ένα μικρό μπαούλο, όπου έχει φυλάξει διάφορα ενθυμήματα από τη ζωή του στα χαρακώματα του Νότιου Τομέα του Ανατολικού Μετώπου κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Όπως μας παραδίδεται από την αφήγηση, ο Μυριβήλης κατατάσσεται εθελοντής στη Μεραρχία του Αιγαίου Πελάγους και ακολουθεί όλα τα στρατιωτικά γεγονότα μέχρι τη μάχη του Σκρα, «τη φριχτή μάχη του υψομέτρου 908» κατά το μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας ωστόσο, ψάχνοντας στο μπαούλο βρίσκει έναν φάκελο με σημειώσεις από τη ζωή στα χαρακώματα του εθελοντή λοχία, διμοιρίτη του 7ου Λόχου του 4ου Συντάγματος, φοιτητή Αντώνη Κωστούλα. Σιγά-σιγά ο Κωστούλας εξελίσσεται σε μυθιστορηματική περσόνα του συγγραφέα που ζει και βιώνει αυτό που υποτίθεται έζησε ο Μυριβήλης.

Αφηγητής πλέον στο μυθιστόρημα και στο σενάριο είναι ο Αντώνης Κώστουλας, τελειόφοιτος φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που λόγω της έκρυθμης κατάστασης εξαιτίας του διχασμού, αναγκάζεται να επιστρέψει στη Λέσβο όπως κάνουν και οι συμφοιτητές του Ίων και Λάμπης. Στο πλοίο της επιστροφής γνωρίζονται με τον Λεωνίδα Γεράκη, λίγο μεγαλύτερό τους, που θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της αφήγησης.

Φτάνοντας στη Μυτιλήνη, τον Κωστούλα υποδέχεται η αγαπημένη του Μυρσίνη, δασκάλα του τοπικού Παρθεναγωγείου που μένει σε μια μικρή μονοκατοικία μαζί με τις ξαδέρφες της Τζέλικα και Λιλίτα. Η επιστροφή του Αντώνη αναπτερώνει τις ελπίδες της Μυρσίνης αλλά και του ίδιου πως σύντομα θα παντρευτούν. Μάλιστα, από την άλλη κιόλας μέρα ψάχνει να βρει μια προσωρινή δουλειά σε κάποια τοπική εφημερίδα μέχρι να πάρει το πτυχίο του.

Οι φήμες όμως, πως έρχεται ο πόλεμος στην Ελλάδα, δημιουργούν ανασφάλεια στους πιθανούς εργοδότες που αποφεύγουν να προσλάβουν επιπλέον προσωπικό. Αυτές οι φήμες δημιουργούν και μια σκιά στις σχέσεις του Αντώνη με τη Μυρσίνη, όχι χωρίς λόγο. Ήδη η Ευρώπη έχει εμπλακεί στη μέγγενη του Μεγάλου Πολέμου εδώ και δύο χρόνια. Λογικά δεν θα αργήσει να έρθει και η σειρά της Ελλάδας…

Πηγή: ert.gr

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Η ΕΡΤ επανέρχεται δυναμικά στην ελληνική μυθοπλασία με την

Κλείνουν σήμερα, 31 Ιανουαρίου 2019, 70 χρόνια από την ιστορική διάλεξη  του Μάνου Χατζιδάκι για το Ρεμπέτικο στο Θέατρο Τέχνης που άνοιξε τον δρόμο για την μουσική και εμπορική αναγνώριση του από τους μουσικολόγους και τους αστούς αντίστοιχα. Με αφορμή την ιστορική αυτήν επέτειο, αλλά και το «Έτος Νίκου Σκαλκώτα» σας παρουσιάζουμε ένα πρωτότυπο άρθρο του μουσικολόγου Παναγιώτη Ανδριόπουλου για το πως αυτοί οι δύο μεγάλοι λόγιοι συνθέτες επηρεάσθηκαν από τον «Μπάχ της Ελληνικής μουσικής» Βασίλη Τσιτσάνη.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

«Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ’ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ’ αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» – καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι».

Αυτά έλεγε, πριν 70 χρόνια ακριβώς – μεταξύ άλλων – ο Μάνος Χατζιδάκις, στην περίφημη διάλεξή του για το Ρεμπέτικο στο Θέατρο Τέχνης στις 31 Ιανουαρίου 1949. Σχεδόν οκτώ μήνες πριν τον αιφνίδιο θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (19-9-1949)… Και πέντε χρόνια μετά τη σύνθεση του Κοντσέρτου για 2 βιολιά, στο δεύτερο μέρος του οποίου ο Σκαλκώτας χρησιμοποίησε το πασίγνωστο ρεμπέτικο «Θα πάω εκεί στην Αραπιά» του Βασίλη Τσιτσάνη. Ο Χατζιδάκις προφανώς αγνοούσε το μέγα γεγονός που είχε συντελεστεί εν κρυπτώ υπό του ιδιοφυούς Σκαλκώτα: το πρώτο έργο της νεοελληνικής λόγιας ή κλασικής, αν προτιμάτε, μουσικής που περιείχε ρεμπέτικο θέμα, είχε συντεθεί αλλά ουδείς το γνώριζε.

Ούτε φυσικά κι ο έγκριτος μουσικοκριτικός Μίνως Δούνιας, ο οποίος σε κείμενό του στην Καθημερινή (8-2-1949) μεμφόταν ευγενικά τον Χατζιδάκι για τον παραλληλισμό του ρεμπέτικου «με την αιώνια, μεγάλη τέχνη».

Ο Χατζιδάκις δεν δίστασε να πει ότι η μελωδική γραμμή του τραγουδιού «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη «αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ»!

Ο Δούνιας εξανίσταται: «Δεν βλέπω γέφυρα να συνδέει τον Μπαχ με τα μπουζούκια». 
Εβδομήντα χρόνια από την μαγική εκείνη εποχή, ακούγοντας το Κοντσέρτο για 2 βιολιά του Σκαλκώτα, διαβάζουμε το σημείωμα του μουσικολόγου Κωστή Δεμερτζή για το έργο που αναπτύσσει ρεμπέτικο θέμα: «Όσον αφορά την γραφή των σολιστικών μερών στο Κοντσέρτο αυτό, η απώτερη καταγωγή της εντοπίζεται στον Μπαχ»!

Ο Χατζιδάκις είχε δίκιο. Ρεμπέτικο, Μπαχ, Σκαλκώτας, σε μιαν απίστευτη συνύπαρξη, την οποία μπορούμε πια να απολαύσουμε στην κυριολεξία, χάρη στον σημαντικότατο ψηφιακό δίσκο που κυκλοφόρησε το 2008 από την BIS. Το πρώτο έργο που ακούμε είναι το κοντσέρτο για 2 βιολιά – α’ παγκόσμια ηχογράφηση – σε ενορχήστρωση Κωστή Δεμερτζή, απολύτως ειδικού στην Σκαλκωτική ενορχήστρωση. Παίζουν: β’ βιολί ο Γιώργος Δεμερτζής, ο οποίος έχει παίξει και ηχογραφήσει τα άπαντα του Σκαλκώτα για βιολί και κουαρτέτο εγχόρδων και ο Σίμος Παπάνας α’ βιολί. Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης υπό τον μαέστρο Βασίλη Χριστόπουλο, συμβάλει σημαντικά στην ανάδειξη σύνθεσης.

Ο Γ. Δεμερτζής και ο Σ. Παπάνας μας «τραγουδούν» υπέροχα το «Θα πάω εκεί στην Αραπιά», πιο χρωματικά, είν’ αλήθεια, από τη μελωδία του Τσιτσάνη, μα αυτό ήθελε κι ο Σκαλκώτας. Ένα «λαϊκό τραγούδι» για βάση, και πάνω του, όπως παρατηρεί εύστοχα ο Κ. Δεμερτζής, «να στήνει ονειρικές και εξώκοσμες παραλλαγές». 

Σημειώνει ο Κωστής Δεμερτζής για το συγκεκριμένο έργο: 

«Η ιστορική µοναδικότητα του Κοντσέρτου για 2 βιολιά του Σκαλκώτα, οφείλεται στο ότι είναι το πρώτο έργο Νεοελληνικής κλασικής µουσικής, που χρησιµοποιεί το ρεµπέτικο τραγούδι, αφού, στο 2ο µέρος του, ακούγεται το «Θα πάω κει στην Αραπιά», του Βασίλη Τσιτσάνη. Την εποχή εκείνη, η ρεµπέτικη µουσική (µουσικό είδος που καλλιεργήθηκε πρώτα στο περιθώριο της κοινωνίας, ανάλογα µε την Αµερικάνικη τζαζ) θεωρείτο κατώτερο και, τρόπον τινά, «βλάσφηµο» είδος. Η χρησιµοποίηση του θέµατος τον Τσιτσάνη από τον Σκαλκώτα οφείλεται, πρώτα – πρώτα, στο ευρύ και ρηξικέλευθο πνεύµα του συνθέτη, ο οποίος, στο κάτω – κάτω, αν και έγραφε «κλασική» µουσική, είχε µείνει εξίσου περιθωριοποιηµένος από τον κοινωνικό του περίγυρο. Οφείλεται, ακόµα, στην οικειότητα του Σκαλκώτα µε την διασκεδαστική µουσική, αφού ο ίδιος έβγαζε το ψωµί του, στην Γερµανία αλλά και – υποψιαζόµαστε – και στην Ελλάδα, σαν διασκεδαστής, entertainer. Οφείλεται, βέβαια, στο ότι το θέµα του Τσιτσάνη είναι εξαιρετικό από µουσική άποψη. Οφείλεται, επίσης, στην ιδιότυπη Σκαλκωτική νοηµατοδοσία της λέξης «αραπιά» από τον Σκαλκώτα – δηλαδή, σε µια σύµπτωση (όπως θα δούµε παρακάτω). Οφείλεται, τέλος, στην «αναγκαιότητα» που δηµιούργησε η εξέλιξη των ιδεών του Σκαλκώτα για την «λαϊκή» µουσική, στην οποία στήριξε την µουσική δηµιουργία του, ιδίως από το 1944 και µέχρι το τέλος της ζωής του». 

Στο παραπάνω πλαίσιο, ο Σκαλκώτας εισάγει την ρεµπέτικη µουσική στην Ελληνική συµφωνική δηµιουργία µε ένα έργο πρώτης κλάσεως. Η ιστορική στιγµή που συµβαίνει αυτό κάθε άλλο παρά είναι τυχαία: τον επόµενο χρόνο, ένας άλλος Έλληνας συνθέτης µε καινοτόµες τάσεις, ο Γιάννης Α. Παπαϊωάννου, θα χρησιµοποιήσει σε δικό του συµφωνικό έργο, τον Βασίλη τον Αρβανίτη, ένα ζεϊµπέκικο, που θα του έχει τραγουδήσει και χορέψει ο ίδιος ο Μυριβήλης.

Τέσσερα χρόνια µετά, ο Μάνος Χατζιδάκις, µε µια (πολύ γνωστή) διάλεξη για το ρεµπέτικο, θα καλύψει ιδεολογικά το συγκεκριµένο µουσικό είδος. Από την δεκαετία του ’50 και µετά, το ρεµπέτικο θα αποτελέσει την πρώτη ύλη της µουσικής επανάστασης των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι, η οποία θα δώσει το αποφασιστικό χτύπηµα στις προηγούµενες απόπειρες δηµιουργίας «Εθνικής Σχολής», αφού θα έχει υποκατασταθεί, µε ένα πρωτόγνωρο σφρίγος, στους σκοπούς εκείνης. 

Το 1944, χρησιµοποιώντας µια ρεµπέτικη µελωδία, στηρίζει το νέο του έργο στο τραγούδι της πόλης. Στην ουσία, το «λαϊκό» στον Σκαλκώτα, την εποχή αυτή, αποβάλλει τον αγροτικό του χαρακτήρα, και γίνεται υπόθεση του άστεως, εκεί όπου έχουν συγκεντρωθεί και δρουν οι «µάζες του λαού». 

Στο δεύτερο µέρος, ο Σκαλκώτας χρησιµοποιεί τη µελωδία του Τσιτσάνη ως «λαϊκό τραγούδι», το οποίο εκθέτει, συµπληρωµένο από µορφολογική άποψη (η αυθεντική µελωδία του Τσιτσάνη είναι πολύ πιο απλή και λιγότερο χρωµατική από το θέµα που ακούγεται στο έργο), και στη συνέχεια στήνει πάνω του µια σειρά ονειρικές και εξώκοσµες παραλλαγές. Το µέρος αυτό συγκεντρώνει το συναισθηµατικό κέντρο βάρους του κοντσέρτου, και είναι µια από τις πιο όµορφες µουσικές που έχει γράψει ο συνθέτης.»

Η «Αραπιά», όμως, απασχόλησε και τον Χατζιδάκι. Την ενέταξε στον «Σκληρό Απρίλη του ‘45» (1972), δηλαδή στον δίσκο εκείνο που περιλαμβάνει μια σειρά από παλιά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, σε δική του ενορχήστρωση και διασκευή, για μικρή ορχήστρα. Στον δίσκο η «Αραπιά» σημειώνεται ως εξής: «ΘΑ ΠΑΩ ΕΚΕΙ ΣΤΗΝ ΑΡΑΠΙΑ [Η μάγισσα της Αραπιάς]. Χασάπικο του Βασίλη Τσιτσάνη, Δίσκος του 1939». Άρα, φέτος έχουμε και τα 80χρονα της «Αραπιάς», που τόσο αγάπησε ο Χατζιδάκις.

Γιατί εκτός από αυτήν την ορχηστρική εκδοχή του τραγουδιού, έχουμε και μία άλλη, ανέκδοτη, για φωνή και πιάνο. Μια ηχογράφηση από το σπίτι του Χατζιδάκι το 1970 στη Νέα Υόρκη. Τότε που δοκίμαζε ρεμπέτικα και άλλα δικά του τραγούδια, με την Φλέρυ Νταντωνάκη. Κι αυτές οι δοκιμές αποτέλεσαν αργότερα τα  «Λειτουργικά»(1991), όπου όμως δεν συμπεριλήφθηκε η Αραπιά, για λόγους που μόνο ο Χατζιδάκις γνωρίζει. Ευτυχώς, έχει διασωθεί σε ιδιωτικό αρχείο με τη φωνή της Φλέρυς και έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο.

Το ρεμπέτικο για τον Χατζιδάκι – είδος γνησίως ελληνικόν – υπάρχει για να μας ερμηνεύει. Και για να μας συνειδητοποιεί τον βαθύτερο εαυτό μας. Ή, όπως θα ‘λεγε κι ο Μάνος: «Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο.»

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_column_text]Κλείνουν σήμερα, 31 Ιανουαρίου 2019, 70 χρόνια

Έχοντας ταξιδέψει τις αρχαίες λύρες τους σε Ευρώπη κι Αμερική, οι Δαιμονία Νύμφη επιστρέφουν ,10 χρόνια μετά την τελευταία εμφάνισή τους στην Ελλάδα, να μας μεταφέρουν στο δικό τους ηχητικό σύμπαν. Για δύο μοναδικές συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ,η μπάντα, που εδώ και δέκα χρόνια έχει την έδρα της στο Λονδίνο, θα μας συστήσει για πρώτη φορά τους μόνιμους πια συνεργάτες της Victoria Couper,  Rey Yusuf, Θοδωρή Ζιάρκα, Lauren Taylor και Sile Gutrod.

Οι Δαιμονία Νύμφη, έχοντας πλέον αρκετές κυκλοφορίες στο ενεργητικό τους αλλά και μία έντονη παρουσία στο χώρο της θεατρικής μουσικής,έρχονται να μας παρουσιάσουν παλιές αλλά και νέες συνθέσεις από την παράσταση immersive theatre ”Psychostasia:The Ritual” που πρωτοπαρουσιάστηκε την άνοιξη στο Asylum Chapel και στη συνέχεια στο O2 Academy Islington του Λονδίνου. Η παράσταση, εμπνευσμένη από τα Ελευσίνια Μυστήρια,μάγεψε το κοινό, πλέκοντας με έναν τρόπο μοναδικό τους αρχαϊκούς συμβολισμούς γύρω από τις μελωδίες και τους ρυθμούς.Η αρχαία και η κρητική λύρα, η βάρβιτος, η πανδουρίδα, η γκάιντα, οι κιθάρες, το κοντραμπάσο και τα τύμπανα υπόσχονται να χορέψουν γύρω από τη φωτιά.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου Θεσσαλονίκη
Principal Club Theater (26ης Οκτωβρίου 15),

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου, Αθήνα
Gagarin 205 (Λιοσίων 205)

Έχοντας ταξιδέψει τις αρχαίες λύρες τους σε

Πέθανε το Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019, ο Μισέλ Λεγκράν, σε ηλικία 83 ετών. Για δεκάδες σκηνοθέτες από τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ στον Κλιντ Ήστγουντ και για τραγουδιστές από τον μακαρίτη Φρανκ Σινάτρα στην Μπάρμπρα Στράιζαρντ, Ο Μισέλ Λεγκράν υπήρξε ο μέγιστος συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής της τελευταίας 60ετίας. (και δεν ξεχνάμε τον Μορρρικόνε)

Ο Μισέλ Λεγκράν έγινε γνωστός όταν έγραψε την μουσική για τις ταινίες «Οι Ομπρέλλες του Χεμβούργου» και «Οι Δεσποινίδες του Ροσερφώ» ενώ κέρδισε το πρώτο του Όσκαρ για το θρυλικό «The Windmills of Your Mind” που έγραψε για την «Υπόθεση Τόμας Κράουν» του Νόρμαν Τζούισον με τους Στηβ Μακ Κουήν και Φαίη Νταναγουαίη.

Πολύ πριν όμως γράψει αυτό το αριστουργηματικό σάουντρακ αυτήν την  ταινία του Νόρμαν Τζιούισον, ο Μισέλ Λεγκράν (1932- 2019) υπήρξε ένα παιδί-θαύμα που σε ηλικία εννιά χρονών σπούδαζε πιάνο με την μεγάλη Νάντια Μπουλανζέ, ενώ μπορούσε άνετα να παίξει άλλα δώδεκα όργανα. Ήταν ένας έφηβος που λάτρευε την τζαζ και, και που στο μέλλον θα την συνδύαζε με την ελαφριά μουσική που ήξερε από τον πατέρα του Ραιημόν Λεγκράν, γνωστό διευθυντή ορχήστρας του είδους.

Σε ηλικία μόλις 20 χρονών θα έβλεπε το ντεμπούτο του «I Love Paris» (Columbia) με γνωστά τραγούδια για την Πόλη του Φωτός και τον Μάιλς Ντέηβις στην τρομπέτα να πουλάει 8 εκατομμύρια αντίτυπα και να μετατρέπεται σε ένα κλασσικό άλμπουμ του easy listening (δηλαδή της κακώς ονομαζόμενης «ελαφριάς μουσικής»).

Ενώ το 1955 ο μεγάλος Μωρίς Σεβαλιέ θα του προσφέρει την θέση του μουσικού διευθυντή στην ορχήστρα του και θα τον πάρει μαζί του στην τουρνέ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί ο Λεγκράν θα εκμεταλλευτεί τις μεγάλες πωλήσεις των δίσκων του για να ηχογραφήσει το «Legrand Jazz» με το λαμπρότερο καστ που θα μπορούσε να υπάρξει: Μάιλς Ντέηβις (τρομπέτα), Τζων Κολτρέην (άλτο σαξόφωνο), Μπιλ Έβανς (πιάνο) Μπεν Γουέμπστερ (τενόρο σαξόφωνο), Φιλ Γουντς (άλτο σαξόφωνο), Χανκ Τζόουνς (πιάνο) και Αρτ Φάρμερ (τρομπέτα).

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ξεσπά η νουβέλ βαγκ και ο Λεγκράντ γράφει μουσική για την «Λόλα» του Ζακ Ντεμύ και τρεις ταινίες του Γκοντάρ: «Ζούσε την Ζωή της», «Η Γυναίκα είναι πάντα γυναίκα» και «Χωριστή Συμμορία» (η αγαπημένη του υπογράφοντα). Όμως το πραγματικό «μπαμ» στην καριέρα του Λεγκράν ήλθε το 1964 όταν έγραψε την διάσημη μουσική για τις «Ομπρέλες του Χερβούργου» του Ζακ Ντεμύ, ένα μιούζικαλ με πρωταγωνίστρια την Κατρίν Ντενέβ όπου όλοι οι διάλογοι τραγουδιόταν και δεν υπήρχαν χορευτικά νούμερα. Μια πικρή ιστορία αγάπης ανάμεσα στην 17χρονη Ζενεβιέν που ζει με την χήρα μητέρα της που έχει ένα μαγαζί με ομπρέλες στην πόλη του Χερβούργου και τον 20χρονο μηχανικό αυτοκινήτων Γκυ. Πριν φύγει για να υπηρετήσει την θητεία του στην Αλγερία θα κάνουν έρωτα. Εκείνη θα μείνει έγκυος και η μητέρα της θα την πείσει να παντρευτεί ένα μεγαλύτερο της έμπορο κοσμημάτων που είναι ερωτευμένος μαζί της και δεν έχει αντίρρηση να μεγαλώσει το παιδί ενός άλλου μακριά από το Χερβούργο Μια ταινία που υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι μιας γενιάς.

Ο Μισελ Λεγκράν διεθυνει την μουσική για τις “Ομπρέλλες του Χεμβούργου” , ενώ ο Ζακ Ντεμύ παρακολουθεί

«Οι Ομπρέλες του Χερβούργου» δεν είχαν απογόνους και ο Λεγκράν έγραψε τραγούδια όπως το «I Will Wait for You» που ερμηνεύθηκε από δεκάδες αστέρια της ποπ. Ενώ το 1967 θα έγραφε μουσική για ένα ακόμα μιούζικαλ του Ντεμύ τις «Δεσποινίδες του Ροσερφώ».

Τώρα ο Μισέλ Λεγκράν απολάμβανε το κύρος ενός Μπερτ Μπάκαρα και ενός Τζων Μπάρυ. Έτσι ο Νόρμαν Τζιούισον θα του ζητούσε να γράψει μουσική για την «Υπόθεση Τόμας Κράουν», μια ταινία που θα γινόταν η επιτομή του «κουλ» της δεκαετίας του ’60 σε ένα κόσμο που άλλαζε. Η ταινία είχε τον Στηβ Μακ Κουήν ως βαριεστημένο πλέιμποϊ που οργανώνει ληστείες και την Φαίη Ντάναγουεϊ ως την ασφαλίστρια που τον κυνηγάει στις μεγαλύτερες ομορφιές τους και ντυμένη με τα πιο κυριλάτα ρούχα. Επ’ ευκαιρίας, η ταινία έχει επανεκδοθεί στους θερινούς κινηματογράφους και αξίζει να την δείτε. Το αποτέλεσμα ήταν ένα εκπληκτικό αισθησιακό τζαζ σάουντρακ με ποπ αίσθηση για να ταιριάζει στους ήρωες, που ανάγκασε τον Τζιούισον να κάνει το μοντάζ έχοντας υπόψη την μουσική και όχι το ανάποδο. Αυτό θα γινόταν για πρώτη και μοναδική φορά στα κινηματογραφικά χρονικά.

Καλύτερο δείγμα το «The Chess Game» για την κλασσική σκηνή της παρτίδας σκάκι ανάμεσα στους δύο ήρωες. Η σκηνή αρχίζει με το απαλό κτύπημα μιας κιθάρας, ενός χάρπσικορντ και μιας άρπας που δίνουν τη αίσθηση να αιωρούνται ώστε να δώσουν την ευκαιρία στα κρουστά που μπαίνουν πρώτα απαλά και μετά γρήγορα για να δημιουργήσουν μια ερωτική ατμόσφαιρα, όπου πνευστά και έγχορδα προσπαθούν να κατευθύνουν την σκηνή.

Στο «Playing Field» ο Λεγκράν χρησιμοποιεί όρθιο μπάσσο και γρήγορο πιάνο έγχορδα για να δώσει μια αίσθηση ευφορίας ανάμεσα στο ζευγάρι, πριν η επαγγελματική φύση τους οδηγήσει στην κρίση. Ενώ το «Doubting Thomas» είναι ένα κομμάτι μελωδικής τζαζ όπου τα πνευστά παίζουν μια πιο μελαγχολική εκδοχή του βασικού ερωτικού θέματος προϊδιάζοντας το τέλος. Ένα από τα απόλυτα σαουντρακς όλων των εποχών που κέρδισε Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού για το «The Windmills of Your Mind» τραγουδισμένο από τον Νόελ Χάρισον, ενώ ο Λεγκράν θα κέρδιζε το Όσκαρ καλύτερου μουσικού σκορ.

Θα ακολουθούσαν τα σάουντρακ για τις ταινίες «Σταθμός Ζέμπρα», «Η Πισίνα» με το ζευγάρι Αλαίν Ντελόν και Ρόμυ Σνάιντερ, βασισμένη στο «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϋ» της Πατρίτσια Χάϊσμιθ, καθώς και τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη». Για το «Happy Ending» για το οποίο έγραψε το «What Are You Doing for the Rest of Your Life?» Ένα τραγούδι που ήταν υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού και που ερμηνεύθηκε από πλειάδα καλλιτεχνών, όπως ο Φρανκ Σινάτρα, ο Τζώνυ Μάθις, η Τζούλι Άντριους, η Σίρλεϋ Μπάσσεϋ, η Πέγκυ Λη, η Ντάστυ Σπρίνγκφηλντ, η Μπάρμπαρα Στρέιζαντ και ο Άντυ Γουΐλιαμς.

Το 1971 θα κέρδιζε το δεύτερο του Όσκαρ για την συναισθηματική μελαγχολική μουσική για το «Καλοκαίρι του ’42» του Ρόμπερτ Μάλλιγκαν. Ο Μισέλ Λεγκράν θα ήταν δημοφιλής στο Χόλυγουντ, χάρη σε μουσικές για ταινίες όπως «Η Κυρία Τραγουδά τα Μπλουζ» μία βιογραφία της Μπίλυ Χολινταίη με την Νταϊάνα Ρος, οι «Τρεις Σωματοφύλακες» (1973) του Ρίτσαρντ Λέστερ και το «Ατλάντικ Σίτυ» (1980) του Ρόμπερτ Άλτμαν. Αλλά αυτό θα το έκανε με τους δικούς του όρους και χωρίς καλλιτεχνικούς συμβιβασμούς. Ενώ παράλληλα θα διατηρούσε την τζαζ του καριέρα με άλμπουμς όπως το «Shelly Manne Hole» με τον μπασίστα Ραίη Μπράουν και τον ντράμερ Σέλλυ Μάννυ (1968) και δύο συνεργασίες με τον Φιλ Γουντς στα «Jazz Le Grand» (1978) και «After the Rain» (1982). Τέλος το 1992 θα ηχογραφούσε ένα άλμπουμ με τον βιολιστή Στέφαν Γκραπέλι.

Εδώ να πούμε ότι ο Λεγκράν ήταν υποψήφιος για καλύτερη μουσική για δύο τηλεοπτικές σειρές: το «Μια γυναίκα που την έλεγαν Γκόλντα» (1981), μια βιογραφία της Γκόλντα Μέηερ με την Ίνγκριντ Μπέργκμαν και το «Τραγούδι του Μπράϊαν» (1982) με τον Τζέημς Κάαν.

Το 1983 θα ήταν η χρονιά του τρίτου Όσκαρ για το «Γιεντλ» της Μπάρμπαρα Στρέιζαντ. Βασισμένη σε μια ιστορία του Άιζαακ Μπάσεβις Σίνγκερ, η ταινία περιγράφει την ιστορία της Γιεντλ, μιας Πολωνο-Εβραιοπούλας με αγορίστικα χαρακτηριστικά που θα ντυθεί με αγορίστικα ρούχα για να μπορέσει να μπει στην Ιερατική Σχολή. Η ταινία ήταν όνειρο ζωής για την Στρέιζαντ που ήταν και παραγωγός της ταινίας και ο Λεγκράντ της έγραψε μερικά από τα καλύτερα κομμάτια της καριέρας της. Στο σάουντρακ υπήρχαν κομμάτια γεμάτα αγωνία («Where Is It Written?», «Tomorrow Night»), ευφορία («This Is One of These Moments») και αισθησιασμό («The Way You Make Me Feel»). Ενώ περιείχε το «Papa Can You Hear Me?» που έγινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια της Στρέιζαντ.

H MΠΑΡΜΠΡΑ ΣΤΡΕΊΖΑΝΤ, ΟΙ ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΙ ΑΛΑΝ ΚΑΙ ΜΕΡΙΛΥΝ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΚΑΙ Ο ΜΙΣΕΛ ΛΕΓΚΡΑΝ ΣΤΗΝ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ “ΓΙΕΝΤΛ”

Όμως το «Γιεντλ» σήμανε το τέλος της σχέσης του Λεγκράν με το Χόλυγουντ και τα 25 τελευταία χρόνια γράφει μουσική κυρίως για γαλλικές ταινίες.

Πέθανε το Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019, ο

Kλείνουν σήμερα 28 Ιανουαρίου 2019, 80 χρόνια από τον θάνατο του Ιρλανδού Νομπελίστα και εθνικού ποιητή Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς , ο οποίος εμπνεόταν από τους μύθους και τις παραδόσεις της Ιρλανδίας και της μελέτης του εσωτερισμού.

Προς τιμή του δημοσιεύουμε το ποίημα «Στης λίμνης το νησί» (The Lake Island of Innisfree) που ήταν εκείνο που διάβαζε ο Κλίντ Ήστγουντ ως προπονητής Φρανκ Νταν στο οσκαρικό  MIllion Dollar Baby για να τονώσει την Μάτζι Φιτζέραλντ που υποδυόταν η Χίλαρυ Σουάνκ.

Eδώ ο Ήστγιυντ ως σκηνοθέτης ανντιπαραθέτει την τάση για φυγή στην ρομαντική εξοχή με την σκληρή πραγματικότητα που ζει η Μάτζι, την οποία ο ίδιος ως πρωταγωνιστής προπονεί ως πολεμίστρια στην ζωή. Αν και η σκηνή δείχνει τον Ήστγιυντ να μεταφράζει τον Γέητς στα αγγλικά, ο ίδιος ο Γέητς, που δήλωνε εθνικιστής ως προς την γλώσσα, δεν ήξερε να γράφει καλά Ιρλανδικά και έτσι έγραφε στα Αγγλικά.

Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς: «Στης λίμνης το νησί»

«Θα σηκωθώ να φύγω τώρα, θα πάω στο Ινισφρί
Με λάσπη και καλάμια την καλύβα μου θα χτίσω,
Εννιά αυλακιές φασόλια ως και κυψέλς θα ‘χω κει
Και μόνος μου μες στη βουή των μελισσών θα ζήσω.

Κάποια γαλήνη θα ‘βρω εκεί, μια και η γαλήνη στάζει αργά
Από το πέπλο της αυγής ως τ’ άσματα των γρύλλων
Εκεί ‘ναι οι νύχτες φεγγερές, τα μεσημέρια είναι πυρά,
Και τα βραδάκια γέμουνε απ’ τα φτερά των σπίνων

Θα σηκωθώ να φύγω, γιατί με φως και σκοτεινιά
Ακούω της λίμνης το νερό να γλείφει την ακτή,
Κι ενώ στου δρόμου στέκομαι τη γκρίζα τη γωνιά,
Στα φύλλα της καρδιάς μου ηχεί της λίμνης η φωνή.»

(W. B. YEATS, «Μυθολογίες και οράματα», εκδ. Γαβριηλίδης)

Kλείνουν σήμερα 28 Ιανουαρίου 2019, 80 χρόνια

Η Ειρήνη Κετικίδη είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση για το ελληνικό ροκ. Ενώ είχε τελειώσει τις μουσικές σπουδές της στην Αγγλία, επιλέχτηκε ανάμεσα σε χιλιάδες κιθαρίστες για να παίξει μπροστά στον Steve Vai την σύνθεση της Rambler. Το  βίντεο έγινε viral και η Ειρήνη βρέθηκε να είναι μία από τις πιο πολυάσχολες session μουσικούς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επέστρεψε στην Ελλάδα και κυκλοφόρησε ένα λαμπρό εκπληκτικό shredding ντεμπούτο, το Martial Arts and Magic Tricks που έχαιρε της εκτίμησης μουσικών, όπως ο Greg Howe. Όμως το δεύτερο άλμπουμ της A Sky for All φλέρτάρει με το «προγκρέσιβ ροκ» και ακούγεται πιο εσωτερικό. Με αφορμή μια συναυλία με την Καμεράτα που συζητήθηκε και την παρουσίαση του δίσκου στις 31 Ιανουαρίου στο six d.o.g.s συναντήσαμε τον θηλυκό Joe Satriani για μια συνέντευξη εφ ‘όλης της ύλης

Συνέντευξη στον Γεώργιο Πισσαλίδη

Φωτογραφίες συνέντευξης: Σίμων Πορίχης

Ειρήνη, πριν από λίγο καιρό είχες συνεργαστεί με την Καμεράτα στο «Κονσέρτο για γκρουπ και ορχήστρα των Deep Purple και τη Sarabande του Jon Lord.  Πες μας την εμπειρία σου από τη συναυλία.

Αρκεί να πω ότι αυτή ήταν η καλύτερη συναυλία που έχω παίξει ποτέ για πάρα πολλούς λόγους.  Καταρχάς είναι μεγάλη τιμή για εμένα να συνεργαστώ με την Καμεράτα, δεν ήταν κάτι που περίμενα, επειδή, λόγω και του rock παιξίματος σπανίζουν τέτοιες ευκαιρίες, οπότε, όταν με πήρε ο Γιώργος Πέτρου να μου προτείνει αυτή τη συνεργασία, είχα ενθουσιαστεί.

Σε ήξερε από πριν, πώς έγινε;

Όχι δεν με ήξερε από πριν, έψαχνε κάποιον παίκτη για το συγκεκριμένο στυλ και είχε δει κάποια video στο YouTube που είχα κάνει εγώ, που είχα κάποια δική μου μουσική, γενικώς το παίξιμό μου και του άρεσε πολύ ήχος από ό,τι μου είχε πει –εντάξει, είχα χαρεί κι εγώ πάρα πολύ με αυτό– και μου πρότεινε αυτή τη συνεργασία.  Του λέω, βεβαίως, εννοείται, Deep Purple, Jon Lord, προφανώς είναι από τα πρώτα πράγματα που είχα ακούσει και είχα παίξει.

Καταρχάς, για να είμαι ειλικρινής, εγώ δεν ήξερα ότι ο John Lord είχε γράψει συμφωνικό.  Ήξερα ότι είναι μεγάλος μουσικός, τον είχα δει σε πολλές συναυλίες και με τους Deep Purple όταν είχαν έρθει Αθήνα, προφανώς κάνει stand out στους Deep Purple για εμένα, καλά, και ο Steve Morse που είναι από τους αγαπημένους μου κιθαρίστες.  Αλλά όταν έμαθα ότι έχει το κονσέρτο και το άκουσα, είπα, εντάξει, ιδιοφυές, ήταν από τα πιο ωραία πράγματα που θα μπορούσαν να μου προτείνουν.

Οι πρόβες ήταν απαιτητικές, γιατί το είδος αυτό, λόγω και των κλασικών οργάνων που έχει, έχει πολύ διαφορετικό τρόπο στο μέτρημα.  Δηλαδή ήταν η πρώτη φορά που με έβαζε ο μαέστρος, γιατί συνήθως όταν παίζεις με μπάντα, όπως γίνεται στην περίπτωση τη δική μου, έχεις συνηθίσει να ακούς τον ντράμερ.  Οπότε έμαθα πάρα πολλά πράγματα από τις πρόβες, για τον τρόπο που μετράς με την ορχήστρα, συχνοτικά πράγματα, ηχητικά, πώς θα δέσει η κιθάρα, πού θα πρέπει να βγω μπροστά και πού όχι.  Θα έλεγα ότι ήταν συνοπτικά, δηλαδή δεν κάναμε και τόσες πολλές πρόβες, ήταν πέντε πρόβες με τη μπάντα και άλλες τρεις ή τέσσερις με την ορχήστρα μαζί. Ήταν δύο έργα βέβαια, δεν ήταν μόνο το κονσέρτο, ήταν και η Sarabande, το οποίο θεωρώ ότι ήταν πιο εύκολο στον ακροατή, ήταν καλή επιλογή για εμένα, είχε πιο band στοιχεία ενώ το άλλο ήταν πιο intellectual κατά τη γνώμη μου.

Εννοείς το Concerto for Group & Orchestra;

Ναι, αλλά και πιο σολιστικό, δηλαδή είχα πολύ περισσότερα σημεία σόλο εκεί.  Μάλιστα στο ένα που ο Γιώργος μου λέει, δεν χρειάζεται να ακολουθήσεις καθόλου αυτό που έχει γίνει στο live ή του Blackmore, θα βάλεις τον δικό σου ήχο και λέω, «ωραία, εδώ είμαστε».

Αυτό σου έλυσε τα χέρια;

Ναι, γιατί κι εγώ ήθελα πάρα πολύ να γράψω κάτι δικό μου.  Εντάξει, οι επιρροές μου είναι κι άλλες, δηλαδή όταν ξεκίνησα να παίζω κιθάρα, βασική μου επιρροή ήταν ο Joe Satriani και ο Eddie Van Halen, και πιστεύω ότι σίγουρα ακούστηκαν στο σόλο μου αυτό.  Όπως θα είδες κι εσύ, πέρασε πολύ καλά το κοινό και εμείς περάσαμε πάρα πολύ ωραία. Είχα ένα φοβερό άγχος όταν ανέβηκα στη σκηνή, το οποίο ευτυχώς είναι το λεγόμενο δημιουργικό άγχος, αυτό που σε έχει σε εγρήγορση και θεωρώ ότι έπαιξα πάρα πολύ καλά και πέρασα πάρα πολύ ωραία.  Ο Γιώργος είναι μία μουσική διάνοια, ήταν πολύ εμπνευστικό να δουλεύει κανείς μαζί του και ελπίζω πραγματικά να κανονίσουμε να κάνουμε και κάτι άλλο σε τέτοια μορφή.

Συμφωνικό;

Που να συνδυάζει και το rock και την ορχήστρα.

Πώς σου φαίνεται αυτό το πάντρεμα;

Πάρα πολύ ωραίο.  Καταρχάς μου έκανε τεράστια εντύπωση το πόσο πολύ το ευχαριστήθηκε και η ορχήστρα η ίδια, δηλαδή έλεγαν, παιδιά, να ξαναέρθετε, μακάρι να ξανακάνουμε κάτι τέτοιο κ.λπ.  Μου άρεσε πάρα πολύ ο ήχος των βιολιών που τα είχα και δίπλα μου, ήταν εκπληκτικά, αλλά και το ξυλόφωνο και η μαρίμπα. Ήταν η πρώτη φορά που τα άκουγα αυτά σε live περιβάλλον άκουγα τα όργανα.  Ήταν πολύ ενδιαφέρον, όπως σου είπα και πριν αυτό με τα μετρήματα, είναι πολύ διαφορετικός ο τρόπος που κυλά ο ρυθμός, πολύ πιο οργανικός βέβαια, το οποίο νιώθω ότι κι εμένα με βοήθησε πάρα πολύ.

Για να πάμε πίσω, μια και είπες για ακούσματα, τι ακούσματα είχες πριν πάρεις κιθάρα;

Πριν πάρω κιθάρα ήμουν περίπου 14-15 ετών και ήταν η εποχή που το MTV ήταν πάρα πολύ διαδεδομένο.  

Τι περίοδο μιλάμε τώρα;

Όταν ήμουν εγώ 14 ετών ήταν το 1997, οπότε είχε όλες τις μπάντες, είχε Nirvana, είχε Foo Fighters, είχε Skunk Anansie, είχε Red Hot Chili Peppers.  Ήταν η εποχή που οι μπάντες ανθούσαν γενικότερα και είχαν έντονη παρουσία στα charts. Υπήρχε και το pop, αλλά άκουγα πιο πολύ rock, πιο mainstream rock αν θέλεις.

Μετά, μόλις άρχισα να παίζω κιθάρα και είχα μπει τότε στη φάση του metal πιο πολύ, με τους Iron Meiden, Metallica, Scorpions, White Snake, Deep Purple, Led Zeppelin, τα πρώτα DVD που κυκλοφορούσαν τότε ήταν μαγεία. Πιο μετά, μου άρεσε πάντα, η δεξιοτεχνία μου κέντριζε πολύ το ενδιαφέρον, οπότε άρχισα να γέρνω προς ονόματα όπως o Satriani, ο Vai, o Malmsteen , όχι τόσο πολύ αλλά και από εκεί, ο Eddie Van Halen από τους πρώτους, αλλά πάντα αγαπούσα Jimi Hendrix, Eric Clapton πάρα πολύ με τους Cream, Stevie Ray Vaughan.

Αν σου έλεγαν από τους κιθαρίστες που έχουν φύγει, να διαλέξεις κάποιον να δείς επί σκηνής, ποιος θα ήταν αυτός ;

Jimi Hendrix, με διαφορά. Και μόνο που βλέπω ντοκιμαντέρ και τον τρόπο που παίζει, είναι καθηλωτικό, Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλος σαν αυτόν. Ο πειραματισμός του με τον ήχο και με τα εφέ, πολύ οργανικός παίκτης, πολύ συντονισμένος με τη μουσική, δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί παίκτες σαν αυτόν.

Νομίζω ότι ήταν και σχολή από μόνος του.

Δεν το συζητάμε, ήταν επανάσταση.  Ο Jimi Hendrix, ο Eric Clapton και ο Jeff Beck είναι φοβεροί παίκτες.  Όσο περνούσαν τα χρόνια άρχισα να τους εκτιμώ πιο πολύ, γιατί στην αρχή είχα περάσει τη φάση του hard rock, του metal, του shred, το γνωστό κιθαριστικό ακραίο παίξιμο.  Πάντα όμως είχα στο νου μου τη μελωδία, γι’ αυτό σου είπα όχι τόσο σκληροί παίκτες. Δηλαδή ο Satriani, παρότι είναι μεγάλος δεξιοτέχνης, είχε πάντοτε ένα γλυκό ήχο, πάντα με ενδιέφερε ο ήχος.  Ο Steve Morse που σου είπα πριν, ο Andy Timmons, παίκτες που παρότι τεχνικά είναι αρτιότατοι και δεν το κρύβουν στις συνθέσεις τους, έχουν πάντα ένα φοβερό ήχο, πηγαίο, που μιλά η κιθάρα, και τη μελωδία σε πολύ έντονο βαθμό.  Αυτό μου άρεσε πάντα, όταν γράφω κι εγώ μουσική δική μου, που δεν έχει στίχους, αντικαθίστανται οι στίχοι με μελωδίες.

Τι σε εμπνέει να γράψεις ένα τραγούδι;  Όταν ακούς ένα τραγούδι, λες, αυτό με ενέπνευσε, είδα κάτι και θέλω να γράψω στίχους και μετά να γράψω τη μουσική για αυτούς τους στίχους.  Εσένα που είναι instrumental ο δίσκος και έχεις μόνο τον ήχο σου και την κιθάρα σου, τι σε ενέπνευσε για να γράψεις το A Church For All;

Το A Church For All έχει μία ιδιαίτερη ιστορία από πίσω, την οποία δεν θέλω να την πω. Θα μπορούσα, αλλά επειδή θα βγει το video clip πολύ σύντομα γι’ αυτό το κομμάτι, και είναι σαν ταινία μικρού μήκους το video clip –είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι τέτοιο– θέλω να δει ο άλλος τι θα καταλάβει από την ιστορία, δεν θα ήθελα να πω τι σκέφτηκα εγώ.  Στο A Church For All η βασική μελωδία βασίζεται σε λόγια, δηλαδή εγώ έχω γράψει στίχους και αυτούς τους στίχους όταν τους τραγουδάς, τους τραγουδάς με κάποια μελωδία, την οποία μετά προσαρμόζεις κιθαριστικά, γιατί η έκφραση της φωνής είναι κάπως διαφορετική από αυτή του οργάνου. Οπότε βασίζεται σε στίχους, υπάρχει ιστορία, οι στίχοι και η μελωδία τους μπορούν να μεταφραστούν στην κιθάρα και αυτό έχει γίνει σε αρκετά κομμάτια στο συγκεκριμένο album.  

Όπως και στο πρώτο –στο πρώτο σε λίγο λιγότερα– αλλά εκτός από αυτή τη μέθοδο, δηλαδή θα γράψω στίχους, θα τους μελοποιήσω κάπως και μετά θα βρω την αρμονία, αλλά αντί να τραγουδήσει κάποιος θα παίξω με τον ήχο, με το ηχόχρωμα, με κάποιο εφέ.  Τι θέλω να πω εκεί, πώς μεταφράζεται αυτή η λέξη, αυτό το συμβάν, τι ήχο θα ήθελε; Αυτό μου αρέσει πάρα πολύ, γιατί είναι και πολύ ανοικτό για τον ακροατή, δηλαδή δεν του λες ευθέως, έχεις εσύ κάποια ιστορία, αλλά ο άλλος μπορεί και να το μεταφράσει λίγο αλλιώς.

Αυτό είναι το καλό, γιατί το να τους «πετάξεις» το video, στερεί από τον άλλον να μπει στο κόπο να φανταστεί μόνος του πράγματα. Θα πεί: «Η Ειρήνη ήθελε να πει αυτό, τελείωσε. Ενώ έτσι όπως το ακούω μου φαίνεται ότι θέλει και λίγη φαντασία, να ψαχτεί.

Είναι λίγο σαν ζωγραφική που δεν ξέρεις ακριβώς τι, και βλέπεις πράγματα.  Γενικότερα όπου δεν υπάρχουν λέξεις, αξιοποιείς καλύτερα τη φαντασία σου, αλλά εκτός από αυτό είναι και πολλά πράγματα βιωματικά.  Δηλαδή μπορεί να είναι κάποια εμπειρία, η οποία μπορεί εμένα να μου έχει δημιουργήσει έντονα συναισθήματα.

Δηλαδή, ειδικά στο νέο album, υπάρχουν πολλά κομμάτια που βασίζονται σε πιο βιωματικά πράγματα.  Οπότε τώρα αυτά είναι ανοικτά σε ερμηνείες, δηλαδή κάποιοι τίτλοι μπορεί και να υποδηλώνουν κάπως την ιστορία ή το video clip.  Έχω κάνει ήδη ένα video clip, το The pill, στο οποίο είναι αρκετά σαφές το μήνυμα, θα έλεγα, και ο τίτλος. Γενικότερα, σε αυτό το δίσκο ήθελα και εξακολουθώ να θέλω να πειραματιστώ με διαφορετικούς τρόπους οπτικοποίησης της μουσικής.  Αυτό δεν θέλω να πω ότι είναι ριψοκίνδυνο, αλλά ο περισσότερος κόσμος με ξέρει περισσότερο για το τεχνικό μου παίξιμο, αυτό ισχύει.

Επομένως ο πρώτος δίσκος ήταν πιο εντυπωσιακός παικτικά, όχι ότι ο δεύτερος δεν είναι.  Οπότε, στον πρώτο δίσκο, επειδή ήθελα να βγάλω όλα όσα είχα μάθει να παίζω, πιστεύω ότι ίσως υπερέβαλλα και λιγάκι –εκ των υστέρων το πιστεύω αυτό– παρότι είχε μέσα πάρα πολύ ωραίες συνθέσεις, στις οποίες οι μελωδίες, όπως είχα πει, επειδή πάντα το έχω στο νου μου αυτό, να έχει μία μελωδία, να έχει μία σαφή δομή το κομμάτι, να έχει εισαγωγή, κουπλέ, ρεφραίν, όλα αυτά τα πράγματα.  Να έχει, δηλαδή, μία pop δομή, εάν θέλεις, οπότε να μπορεί να το παρακολουθήσει και κάποιος που δεν είναι απαραιτήτως κιθαρίστας.

Παρόλα αυτά, είχε πολλά τεχνικά σημεία μέσα, τα οποία, όπως θα το λέγαμε στα αγγλικά, είναι λίγο flashy, λίγο προσέξτε εδώ τι κάνω, κάνω κάτι αρκετά εντυπωσιακό.  Αυτό έχει το καλό βέβαια ότι τους προκαλεί ενθουσιασμό, μία ένταση, ένα excitement. Στο δεύτερο δίσκο δεν είναι ακριβώς έτσι το αίσθημα, το αίσθημα είναι πιο ιστορικό, πιο φιλοσοφημένο ας το πούμε.  Είναι δηλαδή λίγο σαν να βλέπεις μία μεγάλη ταινία με επτά ιστορίες ή επτά διαφορετικές ιστορίες. Σε βάζει πιο πολύ να σκεφθείς, είναι πιο αργά τα tempo, δεν είναι τα ίδια. Το άλλο σε πήγαινε, είχε ρυθμό…, ήταν πιο ενεργητικό.  Αυτό δεν είναι πιο παθητικό, αλλά είναι πιο εσωτερικό, αυτό που είπα και πριν.

Έπαιζες και με το «προγκρέσιβ ροκ». Έχω ακούσει πολλά περάσματα ακούγοντας τον δίσκο.

Γενικά νομίζω ότι είναι πολύ πιο progressive αυτό το άλμπουμ από το πρώτο.  Το πρώτο ήταν ξεκάθαρα instrumental rock, hard rock θα το έλεγε κανείς, shred μάλλον.

Shredding θα το έλεγα εγώ.

Shredding θα το έλεγε ο μέσος ακροατής, γιατί είχε πολύ εντυπωσιακό παίξιμο και ήταν στο top των δυνατοτήτων μου εκείνη την εποχή, οπότε μπήκαν όλα μέσα στις συνθέσεις, ό,τι μπορούσα να παίξω μπήκε, γιατί είχα χαλαρώσει κι εγώ.  Πλέον, όσο περνά ο καιρός, δεν έχεις και τόσο πολύ την επιθυμία να εντυπωσιάσεις τον άλλο κατευθείαν με το πόσο καλά παίζεις το όργανο. Με ενδιέφεραν και εμένα πιο πολύ οι μελωδίες, ακόμη περισσότερο δηλαδή, η ατμόσφαιρα, ο ήχος της κιθάρας πιο πολύ και το τι θα λέει το κομμάτι, τι αίσθημα δημιουργεί στον ακροατή.

Πώς είχες βρεθεί στο workshop του Steve Vai;

Αυτό ήταν μία μεγάλη στιγμή, γιατί από εκεί με έμαθε ο περισσότερος κόσμος.  Είχα πάει στο Λονδίνο για σπουδές, το 2007, απ’ όπου και πήρα Bachelor στο Popular Music Performance.  Εκεί, προς το τέλος των σπουδών μου, υπήρχε κάτι σαν διαγωνισμός μέσω της σχολής που ήμουν, στον οποίο έδινες ένα video με μία δική σου σύνθεση και εάν περνούσες, ένα ήταν αρκετά καλό, πήγαινες να παίξεις αυτή τη σύνθεση μπροστά στον Steve Vai, που είχε ένα masterclass σε ένα μεγάλο εκθεσιακό κέντρο στο Λονδίνο, το Olympia, στο οποίο γινόταν το αγγλικό guitar show.  Οπότε εγώ ήμουν μέσα στους τρεις που επιλέχθηκαν για να πάνε να παίξουν τη σύνθεσή τους δίπλα στον Steve Vai. Δεν υπάρχουν λόγια για την περιγραφή αυτού του αισθήματος. Καταρχάς, ήταν η πρώτη φορά που έπαιζα το κομμάτι που είχα γράψει εγώ η ίδια.

Το Rambler;.

Ναι, ήταν το πρώτο κομμάτι που έγραψα και το έπαιξα για πρώτη φορά live δίπλα στον Steve Vai. Το είχα ηχογραφήσει μόνο όταν το γύρισα στο video, το οποίο δεν είναι το ίδιο.  Θυμάμαι πάρα πολύ καλά πώς ένιωσα, θυμάμαι ότι είχα πάλι αυτή τη γνωστή νευρικότητα-ανυπομονησία, ότι θέλω να παίξω τώρα, και έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα. Ήμουν ενθουσιασμένη.

Πώς είναι να παίζεις δίπλα στο είδωλό σου;

Νομίζω ότι η λέξη είναι «συναρπαστικά», διότι δεν είχα φόβο, είχα ενθουσιασμό, είχα μία ορμή, ήθελα οπωσδήποτε να τα παίξω όλα αυτά σαν χείμαρρος, όπως ένα παιδάκι που του δίνεις το παιχνίδι και σου λέει, φέρ’ το, φέρ’ το, χωρίς κράτημα, καθόλου κράτημα.  Ήταν μεγάλη στιγμή, γιατί έκανα εντύπωση και σε αυτούς που ήταν εκεί, μου μίλησε κόσμος, καλοί μουσικοί από τη σκηνή του Λονδίνου, με κάποιους από τους οποίους μετά συνεργάστηκα κιόλας. Ήταν ένα καλό μπαμ για εμένα, ας το πούμε έτσι, ούσα και στο Λονδίνο από την Ελλάδα.  Ένιωσα καταπληκτικά, είναι στο top 3 των εμπειριών.

Τώρα, τι προβλέπει το μέλλον;

Το μέλλον προβλέπει την παρουσίαση του δεύτερου δίσκου μου που θα γίνει στις 31 Ιανουαρίου στο  six d.o.g.s, όπου θα παίξουμε με τη μπάντα που ηχογράφησε και στο δίσκο, που αποτελείται από τον Μιχάλη Καπηλίδη στα τύμπανα, τον Κωστή Βήχο στο μπάσο και το Διονύση Μόρφη στην κιθάρα, αυτός δεν ήταν στο album, γιατί έγραψα εγώ όλες τις κιθάρες.  Στο album ηχογράφησε ο Μάκης Τσαμκόσογλου όλα τα πλήκτρα, τα οποία θα τα έχουμε προηχογραφημένα σε αυτό το live, για καθαρά πρακτικούς λόγους. Οπότε, θα παρουσιάσουμε όλα το δίσκο εκεί, μαζί με έναν άλλο εξαιρετικό κιθαρίστα, τον Tom Yosi, ο οποίος δραστηριοποιείται και αυτός σε πιο blues ψυχεδελικό ιδίωμα, πολύ ευρηματικός και ταλαντούχος.

Έχουμε δηλαδή ετοιμασίες για αυτό και παράλληλα συμβαίνουν διάφορες δουλειές, υπάρχουν διάφορες μπάντες που θα παίζουμε σε κάποια πιο privé events, πιο πολύ μουσική δουλειά δηλαδή, όχι τόσο δημιουργικό.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_column_text]Η Ειρήνη Κετικίδη είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση