ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 122)

Στις 14/12/2019 στις 18.00 στην αίθουσα συναυλιών του Ωδείου Μουσικοί Ορίζοντες στα Εξάρχεια

Το Ωδείο Μουσικοί Ορίζοντες, στο πλαίσιο του Μουσικού Εργαστηρίου Σύνθεσης & Εκτέλεσης που διευθύνει ο συνθέτης Αλέξανδρος Καλογεράς, Δρ. του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και καθηγητής του Berklee College of Music της Βοστώνης, διοργανώνει διάλεξη του Πατρινού θεολόγου και μουσικού Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, με θέμα: «Η Μάγισσα της Αραπιάς» του Βασίλη Τσιτσάνη, του Νίκου Σκαλκώτα και του Μάνου Χατζιδάκι.

Η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί αυτό το Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019, στις 6 το απόγευμα, στην Αίθουσα Συναυλιών του Ωδείου (Αραχώβης 39, Εξάρχεια) και η είσοδος θα είναι ελεύθερη για το κοινό.

Ένα τραγούδι, μια εποχή

Ο Μάνος Χατζιδάκις μέσα στην Κατοχή ανιχνεύει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά».

Με την απελευθέρωση ο Νίκος Σκαλκώτας μας δίνει το μοναδικό Κοντσέρτο για 2 βιολιά, το οποίο είναι το πρώτο έργο νεοελληνικής κλασικής µουσικής που χρησιµοποιεί το ρεµπέτικο τραγούδι, αφού, στο 2ο µέρος του, ακούγεται το «Θα πάω κει στην Αραπιά», του Βασίλη Τσιτσάνη.

Το 1949 ο Χατζιδάκις δίνει την περίφημη διάλεξή του για το Ρεμπέτικο στο Θέατρο Τέχνης και αναφέρεται στο τραγούδι αυτό. Οκτώ μήνες πριν τον αιφνίδιο θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα (19-9-1949). Αργότερα ο Χατζιδάκις θα επανέρχεται στην «Αραπιά» του Τσιτσάνη στο δικό του έργο.

Ο  Σκαλκώτας  χρησιµοποιεί τη µελωδία του Τσιτσάνη ως «λαϊκό τραγούδι», το οποίο εκθέτει σαφώς πιο έντεχνο από µορφολογική άποψη, καθώς η αυθεντική µελωδία του Τσιτσάνη είναι πολύ πιο απλή και λιγότερο χρωµατική από το θέµα που ακούγεται στο έργο. Στη συνέχεια στήνει πάνω του µια σειρά ονειρικές και εξώκοσµες παραλλαγές.

Ο Χατζιδάκις το προσεγγίζει ορχηστρικά, στον «Σκληρό Απρίλη του ΄45» και εν τέλει ως lied, για φωνή και πιάνο.

Η διάλεξη θα εστιάσει σ’ αυτήν ακριβώς την έμπνευση που έδωσε «Η μάγισσα της Αραπιάς» του Τσιτσάνη, στον Σκαλκώτα και στον Χατζιδάκι.

Η εκδήλωση είναι αφιερωμένη στην επέτειο των 70 χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου έλληνα συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα (1949).

Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος

Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική και ταυτόχρονα συμμετείχε σε πολλά χορωδιακά σχήματα και σε ερευνητικά προγράμματα του Κ.ΣΥ.Μ.Ε. (Κέντρο Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας).

Με το Καλλιτεχνικό Σύνολο «Πολύτροπον», το οποίο ίδρυσε, παρουσιάζει στην Ελλάδα και το εξωτερικό παραγωγές βασισμένες κυρίως στην ελληνική ποίηση και σύγχρονη μουσική.

Ως σολίστ έχει τραγουδήσει έργα ελλήνων συνθετών και σε πρώτη εκτέλεση. Επιμελήθηκε τον ψηφιακό δίσκο «Κουαρτέτα Πατρινών Συνθετών» (Δ. Λιάλιου, Α. Νεζερίτη και Θ. Κάββουρα), που ερμήνευσε το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο.

Έχει συμπράξει σε διεθνείς παραγωγές (documenta14 και la fiesta) του μεγάλου Ισπανού χορογράφου και χορευτή φλαμένκο Israel Galvan.

Δίνει διαλέξεις και δημοσιεύει μελέτες του για την σύγχρονη λόγια ελληνική μουσική στο διαδίκτυο και σε επιστημονικά περιοδικά.

Στις 14/12/2019 στις 18.00 στην αίθουσα συναυλιών

του Τηλέμαχου Χορμοβίτη

Έγραφα τις προάλλες ότι η μοντέρνα τέχνη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μορφή σνομπισμού και μανταμσουσουδισμού, όπου οι μύστες του μοντερνισμού επιβεβαιώνουν την πνευματική τους ανωτερότητα έναντι της αξιοθρήνητης, οπισθοδρομικής πλέμπας, που αδυνατεί να συλλάβει τα υψηλά του νοήματα.

Την άποψη αυτή ήρθε να επιβεβαιώσει, με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, σήμερα η διευθύντρια πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση (αυτής της σφηκοφωλιάς του πολιτισμικού μαρξισμού), η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, μας μάλωσε επειδή δεν εκτιμήσαμε τον χριστουγεννιάτικο στολισμό της Βασιλίσσης Σοφίας από το πεφωτισμένο Ίδρυμα (“καλλιτεχνική εγκατάσταση” χαρακτήρισε τον φωτισμό η διευθύντρια). Δεν φτάνει που το Ίδρυμα καταδέχτηκε να ασχοληθεί με αυτή την μπανάλ, οπισθοδρομική γιορτή, τα Χριστούγεννα, και αποφάσισε να ομορφύνει τις μίζερες ζωές μας με τα καλλιτεχνικά του αριστουργήματα, τολμήσαμε εμείς, ο αχάριστος και αμόρφωτος λαουτζίκος, που μόνο για αγγελάκια και αστεράκια είμαστε, αντί να υποκλιθούμε στην “σύγχρονη προσέγγιση” του Ιδρύματος, να αρχίσουμε και τις γκρίνιες.

Εμείς οι deplorables των Αθηνών ζητούμε ταπεινά συγνώμη από τη διευθύντρια πολιτισμού και υποσχόμαστε μέχρι την επόμενη χρονιά, αφού παρακολουθήσουμε όλες τις αβαν-γκαρντ παραστάσεις του Ιδρύματος, να γίνουμε αρκούντως μοντέρνοι και ανοιχτόμυαλοι ώστε να εκτιμήσουμε το καλλιτεχνικό μεγαλείο του…αντικουνουπικού φωτισμού.

Αν λάβω υπόψη μου και την εμμονή του Ιδρύματος με τις queer παραστάσεις, αφού δεν διακόσμησε με dildos όλη τη Βασιλίσσης Σοφίας, πάλι καλά να λέμε, φίλοι μου.

του Τηλέμαχου Χορμοβίτη Έγραφα τις προάλλες ότι η

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου στις 21:00
Gagarin 205 (Λιοσίων 205)

“Τα 4 επιπέδα της ύπαρξης” , της Ηλιάνας Δανέζη έρχονται στο Gimme Shelter Film Festival για να μας διηγηθούν μια όμορφη και παράξενη ιστορία.

Tο 1974, οι νεαροί φίλοι από το Ίλιον της Δυτικής Αττικής σχηματίζουν το γκρουπ “Tα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης”.

Γράφουν ψυχεδελικό/ «προγκρέσιβ ροκ, παίζουν σε αυτοσχέδια προβάδικα, κάνουν πράξη την δική τους «επανάσταση» και ηχογραφούν τα τραγούδια του ενός και μοναδικού τους δίσκου.

Ενός δίσκου που ακολούθησε μια μοναχική και ανεξέλεγκτη πορεία, από τις προθήκες των λιγοστών δισκάδικων της Αθήνας στις συλλογές συλλεκτών από όλα τα μέρη του κόσμου, αλλά και στα αυτιά μουσικών παραγωγών από την Αμερική.

Το 2009, στελέχη της δισκογραφικής εταιρείας του Jay Z αναζήτησαν τον Θανάση Αλατά, μέλος της μπάντας και συνθέτη πολλών από τα τραγούδια του δίσκου, ζητώντας του την άδεια να χρησιμοποιήσουν τμήμα ενός εκ των τραγουδιών του.
Κάπως έτσι το «Κάποια μέρα στην Αθήνα» γίνεται τμήμα του «Run this Town» της Rihanna, σε παραγωγή Jay Z και Kanye West, κατακτώντας μάλιστα, το 2010, το βραβείο Grammy στην κατηγορία Best Hip Hop Song!

Η ταινία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2019, όπου κέρδισε το Βραβείο της ΠΕΚΚ.
Mαζί μας, πριν την προβολή, η σκηνοθέτης της ταινίας Ηλιάνα Δανέζη, o κιθαρίστας της μπάντας Θανάσης Αλατάς και η ραδιοφωνική παραγωγός Θέκλα Τσελέπη, σε μια συζήτηση με τον Άγγελο Κράλλη.

Tη βραδιά ανοίγουν οι Otus σε μια μοναδική συνύπαρξη στη σκηνή του Gagarin, με μέλη από Τα 4 Επίπεδα της Υπαρξης!

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:30
21:00: Otus live

21:40: Συζήτηση με την σκηνοθέτη της ταινίας Ηλιάνα Δανέζη
και τους Αθανάσιο Αλάτα (Τα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης), Θεκλα Τσελέπη (ραδιοφωνική παραγωγός, “Στο Κόκκινο”)

Συντονιστής: Άγγελος Κράλλης (Εικαστικός, μουσικός, μέλος του συγκροτήματος Chickn)

22:00
Προβολή: Τα 4 επιπέδα της ύπαρξης – The 4 levels of existence – Doc Film (75’) Το μοντάζ έχει κάνει η Δώρα Μασκλαβάνου και η διεύθυνση παραγωγής είναι του Μίμη Χρυσομάλλη.

Tιμή εισιτηρίου: 7 ευρώ

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου στις 21:00 Gagarin

Ο λοχαγός Φόρεστερ ύψωσε το ποτήρι του, με το εύθραυστο πόδι του ποτηριού ανάμεσα στα χοντρά του δάχτυλα και ρίχνοντας μια ματιά γύρω γύρω σ’ολους τους καλεσμένους του και στην κυρία Φόρεστερ, είπε,
«Στις ευτυχισμένες μέρες!»

Αυτή ήταν η πρόποση που έκανε πάντοτε στο δείπνο, αυτήν την ευχή πρόφερε με σιγουριά όταν έπινε ένα ποτήρι ουίσκι με κάποιον παλιό φίλο. Όποιος τον είχε ακούσει να την λέει μια φορά, ήθελε να τον ακούσει να την ξαναπεί. Κανείς άλλος δεν μπορούσε να προφέρει αυτές τις τρεις λέξεις με την ίδια βαρύτητα και την ίδια ευγένεια. Ήταν μια τελετουργική στιγμή, λες και χτυπούσε την πόρτα της Μοίρας,που πίσω της κρύβονταν όλες οι μέρες, ευτυχισμένες και μη. Ο Νιλ ήπιε το κρασί του νιώθοντας μια ευχάριστη ανατριχίλα και με τη σκέψη πως τίποτε άλλο δεν έκανε τη ζωή τόσο αβέβαιη, το μέλλον τόσο σκοτεινό και μυστηριώδες, όσο εκείνη η σύντομη πρόποση που έβγαινε από τα χείλη αυτού του επιβλητικού ανθρώπου, «Στις ευτυχισμένες μέρες!»”

[Γουίλα Κάθερ, “Μια χαμένη κυρία”, Εκδόσεις Αστάρτη.

Η σχεδόν ξεχασμένη σήμερα Γουίλα Κάθερ (1873-1947)
είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση για τα αμερικάνικα γράμματα. Mε έναν μοναδικά γοητευτικό τρόπο γραφής, λυρικό και νοσταλγικό, ύμνησε την αμερικάνικη Δύση και τους πιονέρους της και η ίδια υπήρξε “εκπρόσωπος της αριστοκρατίας μέσα σε μια εξισωτική κοινωνία, συγγραφέας του αγροτικού κόσμου στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, συνήγορος του πνεύματος στην καρδιά του υλιστικού πολιτισμού, που δεν μπορούσε να υποφέρει τις νεοκυνικές μηδενιστικές αξίες της μαζικής κουλτούρας.” Στα ελληνικά, δυστυχώς κυκλοφορούν μόνο δύο βιβλία της : το “Μια χαμένη κυρία” και “Ο θανάσιμος εχθρός μου” από τις Εκδόσεις Νεφέλη. Αξίζει να την ανακαλύψετε.

Eυχαριστώ τον φίλο Γιώργο Πισσαλίδη που μου την έκανε γνωστή

Τηλέμαχος Χορμοβίτης

Ο λοχαγός Φόρεστερ ύψωσε το ποτήρι του,

Μία από τις μεγάλες αγάπες του “Άβαλον των Τεχνών” είναι μεγάλοι παραδοσιοκράτες συγγραφείς (η Συντηρητικοί στοχαστές) που είτε είναι άγνωστοι στην Ελλάδα είτε έπεσαν σε δυσμένεια και λήθη από την επέλαση των “νεων ιδεών” στις τέχνες και την πολιτική.

Ένας από αυτούς είναι ο Άρνολντ Μπένετ , μεγάλος σατιρικός συγγραφέας των αρχών του 20ου αιώνα που τα έργα του όπως “Ιστορίες για γριές” το θεατρικό “ Η Μεγάλη Περιπέτεια” (που βασιζόταν στον “Θαμμένο Ζωντανό) το “Μεγάλο Ξενοδοχείο “Η Βαβυλών” και “Κλάιφχάνγκερ” μεταφέρθηκαν στην μεγάλη και μικρή οθόνη.
Το πως όμως το έργο του έπεσε στην λήθη, μας το περιγράφει ο Τηλέμαχος Χορμοβίτης στο τελευταίο του κείμενο.

του Τηλέμαχου Χορμοβίτη

To Σαββατοκύριακο που μας πέρασε διάβασα για πρώτη φορά Άρνολντ Μπέννετ, έναν, εν πολλοίς ξεχασμένο σήμερα, Άγγλο συγγραφέα των αρχών του 20ου αιώνα. Το βιβλίο ήταν το “Θαμμένος Ζωντανός” από τις Εκδόσεις Πατάκη (δυστυχώς το μόνο του συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά) και είναι πραγματικά απολαυστικό.
Διηγείται την ιστορία ενός διάσημου και αγοραφοβικού ζωγράφου που όταν πεθαίνει ο υπηρέτης του, υιοθετεί την ταυτότητα του νεκρού προκειμένου να εξαφανιστεί και να μπορέσει να απολαύσει την ζωή του. Η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα είναι αξιοθαύμαστη και το μυθιστόρημα, γραμμένο με χιούμορ και φινέτσα, είναι μια αιχμηρή σάτιρα του κόσμου της τέχνης και προσφέρει μια γλαφυρή εικόνα του Λονδίνου της Εδουαρδιανής εποχής.

Όταν τελείωσα το βιβλίο, αναρωτήθηκα γιατί ένας τόσο καλός- και τόσο δημοφιλής στις μέρες του- συγγραφέας είναι σχεδόν άγνωστος σήμερα, παρότι υπάρχει μια σχετική αναβίωση του ενδιαφέροντος για το έργο του τα τελευταία χρόνια. Διαβάζοντας το επίμετρο του βιβλίου και ψάχνοντας στο ίντερνετ, βρήκα ότι η δημοτικότητα του συγγραφέα δέχτηκε ένα σημαντικό πλήγμα τη δεκαετία του ’20, όταν του άσκησε αυστηρή κριτική η ιέρεια του λογοτεχνικού μοντερνισμού, Βιρτζίνια Γουλφ.

Το βασικό βιβλίο κριτικης της Γουλφ στον Μπένετ

Ο Μπέννετ εκπροσωπούσε το κλασικό, ρεαλιστικό μυθιστόρημα που η Γουλφ θεωρούσε ξεπερασμένο. Χαρακτήριζε τον Μπέννετ και τους άλλους συγγραφείς της γενιάς του “υλιστές” επειδή, όπως έλεγε, ενδιαφέρονταν σε ένα μυθιστόρημα για την δράση, την πλοκή και την παρουσίαση των εξωτερικών χαρακτηριστικών των ηρώων και του χώρου, σε αντίθεση με τους πνευματικά ανώτερους συγγραφείς του μοντερνισμού, όπως η αφεντιά της, που ενδιαφέρονταν για τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων.

Αν θέλετε τη γνώμη μου, τα βιβλία της Γουλφ είναι πιο βαρετά και από τις ομιλίες του Φώτη Κουβέλη στην Κεντρική Επιτροπή της ΔΗΜΑΡ, όσο για τους χαρακτήρες των βιβλίων της, που η ίδια νόμιζε ότι ήταν το δυνατό της σημείο, είχε απόλυτο δίκιο ο Μπέννετ όταν έγραφε πως “ο αναγνώστης δεν μπορεί να φανταστεί τους ήρωες της Γουλφ ως ανθρώπους με σάρκα και οστά, επειδή η συγγραφέας είναι εμμονική με την πρωτοτυπία και την επίδειξη ευφυϊας”.

Πάνω απ’ όλα όμως, ο Μπέννετ ήταν θύμα του σνομπισμού της Γουλφ και των λοιπών μοντερνιστών. Για αυτούς, η λογοτεχνία έπρεπε να απευθύνεται μόνο στην υψηλή διανόηση και σιχαίνονταν τον Μπέννετ επειδή απευθύνοταν σε όλους και τα βιβλία του πουλούσαν σαν τρελά. Επίσης, η Γουλφ, η οποία μεγάλωσε μέσα στα πλούτη, σνόμπαρε τον Μπέννετ επειδή προερχόταν από τη μεσαία τάξη και μόχθησε για να πετύχει.

Βλέπετε, οι “αριστεροί της σαμπάνιας” που αποτελούσαν τον Ομάδα του Μπλούμσμπερι, στην οποία ανήκε η Γουλφ, μπορεί να είχαν τις διαφορές τους με τους άλλους σοσιαλιστές της εποχής τους, τους “Φαβιανούς”, αλλά τους έμοιαζαν πολύ στον σνομπισμό, τον ελιτισμό και την βαθιά περιφρόνηση προς τον…λαουτζίκο, τον οποίο , υποτίθεται, πως ήθελαν να βοηθήσουν.

Λύττον Στράνσεϋ και Βιρτζίνια Γουλφ: Δύο μέλη της ομάδος του Μπλούσμπερυ, της λογοτεχνικής “αριστεράς της σαμπάνιας” του 20 και του 30

Ο κορυφαίος Βρετανός συγγραφέας Γκίλμπερτ Κ. Τσεστερτον είχε γράψει πως η Μπέατρις Γουέμπ των “Φαβιανών” “έβλεπε τους πολίτες του κράτους, όπως τους υπηρέτες στην κουζίνα της” και, με αυτή την έννοια, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η Βιρτζίνια Γουλφ ήταν η Μπέατρις Γουέμπ της λογοτεχνίας.

Δυστυχώς, για την λογοτεχνία και για μας, η αφήγηση της Γουλφ επικράτησε, ο μοντερνισμός κυριάρχησε στους κύκλους των ελιτ και στα πανεπιστήμια και ένας εξαιρετικός συγγραφέας, όπως ο Άρνολντ Μπέννετ πέρασε στην λήθη.

Μία από τις μεγάλες αγάπες του “Άβαλον

Εγκαιρα κατατέθηκε από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη η πρόταση: Να γιορτάσουμε, στο μεθεπόμενο έτος, οι θεσμοί και οι πολίτες, τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821.

Η πρόταση δεν διευκρινίζει τι ακριβώς θα γιορτάσουμε: Την επιτυχία των στόχων της Επανάστασης ή απλώς τον ρομαντισμό του ξεσηκωμού; Θα είναι μια εθιμοτυπική φιέστα ο εορτασμός ή θα αφορά τη ζωή μας των Ελλήνων, σήμερα και στο μέλλον; Θυσίασαν τη ζωή τους χιλιάδες συμπατριώτες μας για την «εθνεγερσία», ήταν, όλοι όσοι πήραν τα όπλα, αποφασισμένοι να πεθάνουν για κάτι, που χωρίς αυτό η ζωή δεν έχει νόημα. Το πέτυχε αυτό το «κάτι» η Επανάσταση του 1821;

του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά

Ξέρουμε με βεβαιότητα ότι οι λέξεις, στην ίδια την «καθομιλούμενη» ελληνική μας γλώσσα, είχαν τότε άλλο νόημα και έχουν άλλο σήμερα. Παράδειγμα η λέξη «ελευθερία» ή η λέξη «πατρίδα». Σήμερα λέμε «ελευθερία» και εννοούμε θωράκιση ατομικών δικαιωμάτων, νομοθετημένο «άσυλο» που αμνηστεύει ακόμα και «κατά συρροήν», κάθε βράδυ, απόπειρες δολοφονιών εκ προθέσεως. Λέμε «πατρίδα» (αν τολμήσει κανείς τη λέξη) και εννοούμε το αντίπαλο του πολίτη, μισητό «κράτος». Η «ελευθερία» παραπέμπει στην αυτονόητη αντίσταση σε εξουσίες, εκλεγμένες μεν, αλλά ιδιοτελέστατες, και η «πατρίδα» σε κράτος συνώνυμο με τη φαυλότητα, τη διαπλοκή χυδαίων συμφερόντων.

Να γιορτάσουμε λοιπόν την Επανάσταση του 1821, χωρίς να καταλαβαίνουμε, ούτε καν λεκτικά, τους στόχους της; Πραγματικά, εγγίζει τα όρια του εμπαιγμού. Θα έχουμε κληθεί με τον «εορτασμό» σε γιορτή ή σε ξόδι, να γιορτάσουμε ή να θρηνήσουμε; Θα μιλάμε για αγώνα, τότε, ανεξαρτησίας, ζώντας σήμερα την πιο ολοκληρωτική και ατιμωτική εξάρτηση στην οποία μπορεί να εξαναγκαστεί ένας λαός. Είναι σκέτη παράνοια. Θα τιμάμε, με γιορτές και πανηγύρεις, εκείνους που τότε αρνήθηκαν υποταγή και υποτέλεια στους Τούρκους, ποιοι; Εμείς σήμερα, οι ηδονικά υπόδουλοι στους εξευτελιστικούς όρους δανεισμού από το ΔΝΤ και στη βάναυση σκαιότητα του όποιου κ. Σόιμπλε;

Είμαστε πια άλλος λαός, καμιά σχέση με τους επαναστάτες του 1821. Εκείνοι, σίγουρα, είχαν ελαττώματα, πάθη, μίση, στενοκεφαλιές, ήταν αγράμματοι. Αλλά είχαν ταυτότητα, την αυτοσυνειδησία μιας καταγωγικής αρχοντιάς. Εμείς σήμερα είμαστε μόνο εκτοπλάσματα του μιμητισμού, ένας απρόσωπος καταναλωτικός πολτός, καρικατούρα δήθεν Ευρωπαίων, δήθεν διεθνιστών ή δήθεν εθνικιστών – ένας λαός που δεν ενοχλείται όταν τον φτύνει προκλητικά ο Ερντογάν, όταν τον εμπαίζει συγκαταβατικά ο Ζάεφ, όταν τον ταπεινώνουν απροσχημάτιστα ακόμα και οι Αλβανοί.

Μας έχουν φορέσει, τα αφεντικά μας, τη συνείδηση του «μικρού» και «αδύναμου». Αντίθετα, οι επαναστατημένοι του ’21 έσωζαν τη συνείδηση του κοσμοπολίτη, «ανάσαινε ο Ελληνας τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας». Οργωνε τη Μεσόγειο καραβοκύρης, κυριαρχούσε έμπορος στις αγορές της Ευρώπης, διακριτός και σεβαστός στα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής. Και, για να συνεχίσω τον Ελύτη: «οι δυνατότητες του Ελληνα να κινηθεί, χωρίς διαβατήριο γλώσσας, καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότια Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και, φυσικά, την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ώς κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».

H Eλληνική παροικία της Βιέννης μεγαλούργησε προεπαναστατικά

Ο ίδιος αυτός κοσμοπολίτης Ελληνας, άρχοντας στο φρόνημα και ο πιο φτωχός, με την κρατικοποίηση του Ελληνισμού μεταμορφώθηκε σε βαλκάνιο επαρχιώτη, λούμπεν στοιχείο του δυτικού «παραδείγματος». Να πλένει πιάτα στα εστιατόρια της Αμερικής, να γδέρνει ψάρια στα μικροφαγάδικα της Αυστραλίας, ευτελισμένος «γκάσταρμπάιτερ» αργότερα στη Γερμανία. Αλλά και στην έσχατη κατάπτωση, μετά την κρατικοποίηση, καϋμός και νοσταλγία του Ελληνα ήταν η πατρίδα: Και «πατρίδα» σήμαινε τη γλώσσα του, το χωριό του, τη ζωντανή πνύκα του καφενείου, την εκκλησιά, ομφαλό του «ιερού» στη ζωή του, τη Γιορτή, το σταυροκόπημα. Ψάξτε αν υπάρχει χωριό στην Ελλάδα, που να μην χρωστάει την πλατεία του, το σχολειό του, την εκκλησιά του, την ύδρευσή του σε απόδημους ντόπιους «δωρητές» και «ευεργέτες». Τους ίδιους που έχτισαν και στην Αθήνα ό,τι κομψότερο και ελληνικό σε αρχιτεκτονική.

Το πρόσωπο που επελέγη από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη για να προεδρεύσει στην οργάνωση του εορτασμού για τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση, είναι μια κατεξοχήν εύστοχη επιλογή. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει ευστοχότερη. Συμβολική φιγούρα: σαρκώνει αποκαλυπτικά όλους τους λόγους που διαφοροποιούν και απομακρύνουν τελεσίδικα την ελλαδική κοινωνία από το θαύμα του 1821. Συλλογισθείτε το, είναι η συνεπέστερη έκφανση του «προοδευτικού» μηδενισμού, του διπολικού (μαρξιστικού και καπιταλιστικού) Ιστορικού Υλισμού, που κυβερνάει πια, μόνιμα και σταθερά, τη χώρα.

Μαζάουερ και Καλύβας: Η Οθωμανολατρεία και η αριστερή αποδόμηση στην “Επιτροπή 2021”

Με τον μαρξιστικό ιστορικο-υλιστικό μηδενισμό, οι προθέσεις είναι ξεκάθαρες: Θέλουν την Ελλάδα κράτος διεθνικό, επιθετικά άθρησκο, τον λαό άγλωσσο για να ’ναι και άσκεφτος, μόνο οπαδός, όχι πολίτης, χειραγωγούμενος λούμπεν συρφετός. Τα ίδια, για τους δικούς του στόχους, θέλει και ο μηδενισμός, ως ιδεολογία και πρακτική της διεθνικής ασυδοσίας των «Αγορών». Αυτός δουλεύει ακόμα πιο ύπουλα, υποκαθιστά την εμπειρία με τις εντυπώσεις, το πραγματικό με το φαντασιώδες. Η ιδεοληψία γίνεται «πεποίθηση», το χρήμα μέτρο κάθε «επιτυχίας», η ευτυχία μόνο ηδονική ανατριχίλα.

Τουλάχιστο, στις 25 Μαρτίου του 2021, κάποιος, οποιοσδήποτε, ας οργανώσει ένα μικρό, αθόρυβο μνημόσυνο, για όσους θέλουν να θρηνήσουν την Ελλάδα που χάθηκε.

Πηγή: kathimerini.gr

Εγκαιρα κατατέθηκε από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη

7ο Χριστουγεννιάτικο Gala 
για το πρώην Βασιλικό Κτήμα Τατοΐου

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019
ώρα έναρξης 20:00

Αίθουσα “Παρνασσός”
Πλατεία Καρύτση 8, Αθήνα

Ο Σύλλογος Φίλων Κτήματος Τατοΐου για έβδομη συνεχή χρονιά διοργανώνει το ετήσιο Χριστουγεννιάτικο γκαλά Όπερας, με στόχο την ενίσχυση του Ταμείου Μελετών Αποκατάστασης των ιστορικών κτιρίων του πρώην Βασιλικού Κτήματος στο Τατόι. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019 και ώρα 20:00, στην Αίθουσα Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει άριες από γνωστές όπερες και οπερέτες των συνθετών F. Lehar, J. Strauss, C. M. Schoenberg, C. Porter, A. Lloyd Webber, F. Loewe, L. Bernstein, M. Leigh, R. Rodgers και Θ. Σακελλαρίδη.
Στη φετινή εορταστική συναυλία λαμβάνουν μέρος οι καλλιτέχνες:
Τζίνα Φωτεινοπούλου, σοπράνο
Άρτεμις Μπόγρη, σοπράνο
Γιάννης Καλύβας, τενόρος
Χάρης Ανδριανός, βαρύτονος
Παναγιώτης Τζιώτης, βιολί
Δημήτρης Γιάκας, πιάνο
Και εφέτος όλα τα έσοδα της εκδήλωσης θα δοθούν αποκλειστικά για την μελέτη αποκατάστασης του κτιρίου του Οινοποιείου το οποίο βρίσκεται σε φάση κατάρρευσης. Είναι από τα παλαιότερα κτίρια του κτήματος και μια πρωτοποριακή μονάδα παραγωγής κρασιού για την εποχή του. Τα κρασιά του Τατοΐου είχαν βραβευθεί σε μεγάλες διεθνείς εκθέσεις. Στόχος είναι η αναστήλωση και η επαναλειτουργία του Οινοποιείου και η βιολογική παραγωγή κρασιού, η πώληση του οποίου θα αποφέρει έσοδα για την συντήρηση του κτήματος. Για να καλυφθεί το κόστος της μελέτης διοργανώνονται τακτικές ενέργειες fundraising μιας και το κόστος της μελέτης είναι ιδιαιτέρως υψηλό λόγω του μεγέθους του κτιρίου και των ειδικών απαιτήσεων.

Διάρκεια συναυλίας: 2 ώρες μαζί με το διάλειμμα

7ο Χριστουγεννιάτικο Gala  για το πρώην Βασιλικό Κτήμα

Σαν σήμερα στις 3 Δεκεμβρίου 1911 γεννήθηκε ο διάσημος Ιταλός κινηματογραφικής μουσικής Νίνο Ρότα. Υπήρξε διάσημος για την μακροχρόνια συνεργασία του με τον Φεντερίκο Φελλίνι σε ταινίες, όπως “Γλυκειά Ζωή”, “Λα Στράντα” και “8 1/2”. Η μουσική του για το “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” του Φράνκο Τζεφιρέλλι είναι από τις πιο αναγνωρίσιμες στην ιστορία του κινηματογράφου, ενώ κέρδισε Όσκαρ για την μουσική του δεύτερου μέρους του “Νονού”.

Στην Ελλάδα ο πιο διάσημος θαυμαστής και μαθητής του ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Για να τιμήσουμε την σημερινή επέτειο δημοσιεύουμε ένα κείμενο για την άποψη του Χατζιδάκι για το Νίνο Ρότα

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου

Στο περιοδικό ήχος, τεύχος 197, του έτους 1989 – πέρασαν κιόλας 30 χρόνια! – δημοσιεύθηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι.

Πρόκειται για μια εκτενή και πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία του Χατζιδάκι με τη Χριστίνα Τσεκούρα και τον Θάνο Φουργιώτη, που είχε ως κύριο θέμα τη σχέση του Μάνου Χατζιδάκι με τον γνωστό και αγαπητό Ιταλό συνθέτη Νίνο Ρότα.

Όπως ήταν φυσικό η συζήτηση δεν περιορίστηκε σ’ αυτή την ελκυστική σχέση, αλλά απλώθηκε στον κινηματογράφο, στον άλλο συγγενή συνθέτη, τον Νικόλα Πιοβάνι, στο ραδιόφωνο και στα τότε σχέδια του Χατζιδάκι που έμειναν στο συρτάρι…

 Στην ερώτηση «Τι άλλο ετοιμάζετε τώρα;», ο συνθέτης απαντά: «Ένα έργο για τον Γιώργο Μαρίνο. Λέγεται “Ελληνική Περιπέτεια”. Δεν έχει καμιά σχέση με το ύφος που τραγουδάει ο Γιώργος Μαρίνος. Τον μεταχειρίζομαι με πολύ λίγες φωνητικές δυνατότητες και με περισσότερο «διανοουμενίστικο» χαρακτήρα. Είναι σοφιστικέ τραγούδια. Και με πολύ ωραίους στίχους του Γκάτσου.»

Η «Ελληνική Περιπέτεια» μας είναι τελείως άγνωστη. Κάπου θα ‘χει παραπέσει στο αρχείο του συνθέτη…

Αλλά ας γυρίσουμε στον Νίνο Ρότα, ο οποίος πέθανε το 1979, πριν 40 χρόνια. Τη χρονιά του θανάτου του Ρότα ο Χατζιδάκις μιλά στην εκπομπή της ΕΡΤ «Παρασκήνιο» για την εκλεκτική του συγγένεια με τον Ιταλό συνθέτη:  «Ο Ρότα είχε συνείδηση του λαϊκού. Απ’ τη μητέρα του που λένε. Και θαυμαστά συνθέτει ολόκληρες σειρές από πρωτοφανέρωτες οικείες μελωδίες, που εξαρχής δεθήκανε με τα Φελινικά οράματα και φτιάξαν μία από τις πιο θαρραλέες και μαγικές στιγμές του κόσμου αυτού που ζούμε. Ο Φελίνι και ο Ρότα είναι η επιτυχημένη Ιταλία του Μεταπολέμου που γνωρίζει να διασκεδάζει και να βλέπει βαθιά τις ρωγμές και τους κραδασμούς του μέλλοντος, χωρίς να χάνει το αίσθημα και την μνήμη του μεταναγεννησιακού πάθους».

Παραθέτουμε το σχετικό video

Στο επόμενο βίντεο ο Μάνος Χατζιδάκις, στα πλαίσιο ραδιοφωνικής εκπομπής του για την καλλιτεχνική σχέση των Φελίνι-Ρότα διασκευάζει και παίζει με τον δικό του τρόπο το μουσικό θέμα: «Antonio Soffiantini» που ακούστηκε στην ταινία της Lina Vertmuller, «Film D’ Amore E D’ Anarchia».

Όμως ο Χατζιδάκις εκπλήρωσε στο ακέραιο – θα λέγαμε – το «χρέος» του στον Νίνο Ρότα με το μεγάλο αφιέρωμα που ετοίμασε και πραγματοποίησε στο Ηρώδειο στις 3 Αυγούστου 1992.
Εκεί με την Ορχήστρα των Χρωμάτων μας παρουσίασε μια μαγική συναυλία με έργα Νίνο Ρότα.
Στο Α’ μέρος το εξαίσιο Κοντσέρτο για έγχορδα, στη συνέχεια η Rabelaisiana, δηλ. τρία τραγούδια για φωνή και ορχήστρα σε στίχους του Rabelais και η «Φαντασία για τον Casanova», μια μικρή καντάτα για ορχήστρα, χορωδία και σολίστ υψίφωνο, εμπνευσμένη από τραγούδια του Casanova του Fellini. Η μεταγραφή εδώ ήταν του Νίκου Πλατύραχου. Συντελεστές: Μαρίνα Κρίλοβιτς, υψίφωνος και η Χορωδία Φίλων της Μουσικής Θεσσαλονίκης υπό την διεύθυνση του Αντώνη Κοντογεωργίου.

Στο Β’ μέρος: Felliniana, δηλαδή τα κύρια μουσικά θέματα από οκτώ ταινίες του Φελίνι. Μεταγραφή για πιάνο και ορχήστρα Νίκου Μαμαγκάκη και Βασίλη Τσαμπρόπουλου, ο οποίος ήταν και ο σολίστ στο πιάνο. Και για το φινάλε της βραδιάς επτά τραγούδια από τον κινηματογράφο, σε μεταγραφή για φωνή και ορχήστρα του Νίκου Πλατύραχου, με σολίστ την μεσόφωνο Κική Μορφωνιού.

Για την καλύτερη προβολή αυτής της συναυλίας, η οποία «χάλασε κόσμο», ο Χατζιδάκις έκανε και μια ξεχωριστή παραγωγή: Felliniana. Παραγωγή ορχήστρας των χρωμάτων 1990, δίσκος LP, σε περιορισμένα αντίτυπα μόνο για τα μέσα ενημέρωσης και ορισμένους δημοσιογράφους. Στον δίσκο διευθύνει ο ίδιος ο Νίνο Ρότα, μουσικές του από ταινίες του Φελίνι, που ο Χατζιδάκις έπαιξε επίσης στην αφιερωματική συναυλία στο Ηρώδειο.

Παραθέτω στη συνέχεια το ιδιόχειρο σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι στο πρόγραμμα της συναυλίας, όπου εξηγεί την ανάγκη του να αφιερώσει μια συναυλία στον φίλο του Νίνο Ρότα.

Και τώρα η ολόκληρη η συνέντευξη του Χατζιδάκι στο περιοδικό ήχος.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΗΧΟΣ – 1989 by Panagiotis Andriopoulos on Scribd

Σαν σήμερα στις 3 Δεκεμβρίου 1911 γεννήθηκε

Του Τηλέμαχου Χορμοβίτη

Πατριωτισμός με δυσπιστία προς την κρατική εξουσία (“Ένας Ήρως με παντούφλες”, “Υπάρχει και φιλότιμο”), γελοιοποίηση των trends της Νέας Αριστεράς (“Η Θεία μου η Χίπισσα”), πίστη στον απλό άνθρωπο, στη σκληρή δουλειά, στην ατομική προσπάθεια και στην οικογένεια . Χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί ο ίδιος, ο μεγάλος Αλέκος Σακελλάριος υπήρξε ο άνθρωπος που προώθησε τις αξίες του Συντηρητισμού, περισσότερο από κάθε άλλον, στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Το ίδιο κάνει και στο “Δόλωμα” (κατά τη γνώμη μου, η καλύτερη, μαζί με την “Μανταλένα”, ταινία της Αλίκης) όπου σατιρίζει ανελέητα την μοντέρνα ποίηση, τη δηθενιά, την ασυναρτησία, την αυτοαναφορικότητα και την περιφρόνησή της προς το γούστο του απλού ανθρώπου.

“Ένα ποίημα είναι ποίημα άμα δεν το καταλαβαίνει κάνεις. Άμα το καταλαβαίνουν όλοι, δεν είναι ποίημα, είναι τσιφτετέλι”, λέει ο Μάνθος, που υποδύεται ο Ντίνος Ηλιόπουλος και που έχει αναλάβει την μεταμόρφωση της Καίτης-Αλίκης από αμόρφωτο κορίτσι της Τρούμπας σε καλλιεργημένη κυρία της υψηλής κοινωνίας. “Όταν περάσει ο παγοπώλης/θα’ρθει η άνοιξη να μας φέρει λουκουμάδες./Τα σπουργίτια που φτεροκοπάνε στις αναμνήσεις μας/άστα να πλέξουν δαντέλες”, λέει το ποίημα που πρέπει να μάθει η Καίτη (“-Όλο; -Μάθε το μισό! Μήπως ξέρει κανείς πού αρχίζει και πού τελειώνει;”) και να το απαγγείλει, “με μια φωνή άχρωμη, συρτή και μελαγχολικιά” στην καλή κοινωνία των Αθηνών.

Έλα όμως που η Καίτη προτιμάει να πει ένα άλλο ποίημα, που κάθε φόρα που το ακούει κλαίει : “Ό,τι κι αν είχε το ‘χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του, τίποτε δεν τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά του”, αρχίζει να απαγγέλλει πριν την διακόψει έξαλλος ο Μάνθος. (“Σίγα μην τους πούμε και το “αρνάκι άσπρο και παχύ”). Όμως, το ποίημα, που απορρίπτει μετά βδελυγμίας ο Μάνθος, είναι το “Νερωμένο Κρασί” του Ιωάννη Πολέμη, ένα ποίημα από την εποχή που η ποίηση ήταν μια τέχνη λαϊκή και ζωντανή, που οι στίχοι της έφταναν στα χείλη όλων των ανθρώπων και μπορούσε να συγκινήσει τον καθένα. Και κάπως έτσι θα το έμαθε και η Καίτη, αγνοώντας προφανώς και τον ποιητή και τον τίτλο του.

Φυσικά, στη δεκαετία του ’60, όταν η μοντέρνα ποίηση είχε κυριαρχήσει, οι διανοούμενοι σνομπάρουν ένα ποίημα απλό, σαφές και ξεκάθαρο σαν το “Νερωμένο Κράσι”, που μπορούσε να το καταλάβει μέχρι και- αν είναι δυνατόν!- ο ταπεινός λαουτζίκος. Τελικά, η απαγγελία της “άνοιξης που θα μας φέρει λουκουμάδες” από την Καίτη ενθουσιάζει τις καλλιεργημένες κυρίες των σαλονιών, οι οποίες μάλιστα δηλώνουν και συγκινημένες με τις ασυναρτησίες της μοντέρνας ποίησης, γιατί “κάθε μορφωμένο άνθρωπο τον συγκινεί η μοντέρνα ποίηση, χρυσή μου”.

Για την ιστορία, αυτό είναι το ποίημα του Πολέμη :

 

Ό, τι κι αν είχε το ‘χασε, γυναίκα, βιός, παιδιά του·
τίποτε δεν τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά.
Πέταξ᾿ ἡ έννοια από το νου κι η ελπίδ᾿ απ᾿ την καρδιά του
κι η υπομονή εμαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.

Όπως τα λείψανα περνούν, περνάει αργά ο καιρός του
και ζει δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.
Μες στην ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι εμπρός του
του κάκου εκεί ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.

«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
τί το νερώνεις το κρασί, και πίνω απ’ το ξανθό,
και πίνω κι απ’ το κόκκινο κι  από το γιοματάρι
κι  από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;

Δεν ήρθα για ξεφάντωμα, μήτε για πανηγύρι,
ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά!»
Κι ο κάπελας γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι
με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:

«Τί φταίω εγώ αν τα δάκρυα που απελπισμένος χύνεις
πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασὶκι αδύνατο το πίνεις;
Τί φταίω εγώ κι αν δε μεθάς, τί φταίω εγώ κι αν κλαίς;»

Tα έχει γράψει ωραία ο Κώστας Κουτσουρέλης στο εξαιρετικό βιβλίο του “Η Τέχνη που Αυτοκτονεί- Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας”- Εκδόσεις Μικρή Άρκτος : «Απ’ την μεγαλειώδη κληρονομιά των προδρόμων τους οι νεωτερικοί παρέλαβαν ό,τι πιο φυγόκοσμο και ανθρωποδιωκτικό, και το επιδείνωσαν ως εκεί που δεν παίρνει. Η απαξίωση των δοκιμασμένων και δημοφιλών τρόπων του παρελθόντος αναγορεύθηκε επαναστατικό καθήκον. “Make it new”, κραύγαζε, ένας κι αυτός μες στους πολλούς, ο Έζρα Πάουντ. Μην επαναλαμβάνεσαι, παραδώσου σε κάθε ακρότητα, γίνε στριφνός και σκοτεινός και ακατάδεκτος· εκτροχιάσου όσο θες, σημασία έχει όχι τι λες αλλά να μη μοιάζεις σε κανέναν! Και μη διανοηθείς στιγμή να ξαναπιάσεις το τραγούδι εκείνο που έτυχε κι άρεσε και σου’φερε φίλους και αθρόους θαυμαστές…

Για ένα διάστημα η στάση αυτή είχε ενδιαφέρον, γέννησε έργα ερμητικά πλην αξιόλογα. Γρήγορα όμως εκφυλίστηκε, την εντυπωσιοθηρία διαδέχτηκε η αποχαλίνωση, ελλείψει μορφικών κριτηρίων ο κάθε ντιλετάντης είχε πια το ελεύθερο να δηλώνει ποιητής. Όσο για τον κοινό αναγνώστη, καταπονημένος όπως ήταν από όλους αυτούς τους -ισμούς και τις πατέντες τους, κατασυκοφαντημένος ως βλαξ και οπισθοδρομικός, κάποια στιγμή κατέθεσε τα όπλα. Σκέφτηκε δηλαδή τον εαυτό του, τις δικές του ανάγκες, γύρισε την πλάτη του στην ποίηση και την παράτησε να βοά μες στην έρημο που η ίδια έπλασε για τον εαυτό της.»)

Του Τηλέμαχου Χορμοβίτη Πατριωτισμός με δυσπιστία προς την

Η θριαμβευτική πορεία της χορευτικής παράστασης «The Thread» ολοκληρώνεται με 5 τελευταίες παραστάσεις 3-4-6-7 και 8 Δεκεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Η πρωτότυπη μουσική ανήκει στον Βαγγέλη Παπαθανασίου, ενώ τη σκηνοθεσία και τη χορογραφία υπογράφει ο Ράσσελ Μάλιφαντ. Τα κοστούμια είναι της σχεδιάστριας μόδας Μαίρης Κατράντζου, και οι φωτισμοί του Μάικλ Χαλς. Το έργο βασίζεται σε μια ιδέα της Γεωργίας Ηλιοπούλου, διευθύνουσας συμβούλου της πολιτιστικής εταιρίας ΛΑΒΡΥΣ.

Μια συμπαραγωγή της Λάβρυς με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

«Τhe Thread»
Η παράσταση βασίζεται στον διάλογο του παρελθόντος με το παρόν. Από τη μία οι παραδοσιακοί ελληνικοί χοροί και από την άλλη ο σύγχρονος χορός. Δύο κόσμοι φαινομενικά αντίθετοι και ξένοι. Ο κόσμος της παράδοσης που εκπροσωπεί τη σταθερότητα και την εξωστρέφεια και ο κόσμος της σύγχρονης κίνησης που αντιπροσωπεύει την αναζήτηση και τον εσώτερο κόσμο των ανθρώπων. Οι δύο «αταίριαστοι» δρόμοι εμφανίζονται επί σκηνής και πότε αντιδικούν, πότε συμπλέουν, πότε εκθέτουν τη διαφορετικότητα τους και πότε επιδιώκουν τη συνεννόηση.

Η εξαίρετη πρωτότυπη και εμπνευσμένη για τη συγκεκριμένη παράσταση μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου έχει έντονο τη γνωστό συνθετικό στίγμα του Βαγγέλη, ενώ πλαισιώνεται από διακεκριμένους σολίστ παραδοσιακών μουσικών οργάνων (γκάιντες, λύρες, νταούλια κ.λπ.). Η σύνθεση αυτή πότε διαχωρίζει και πότε ενώνει τους δύο αυτούς κόσμους δημιουργώντας μια ξεχωριστή μουσική ενότητα που καθηλώνει το κοινό.

Ο Ράσσελ Μάλιφαντ με την προσωπική του χορευτική γλώσσα τολμά, αποδομεί και ανασυνθέτει την κινησιολογία του παρελθόντος κάνοντας τομή στη δημιουργική του πορεία. Μελέτησε βαθιά, με τη βοήθεια δυο ελλήνων δασκάλων, της Ελένης Σπαθιά και του Τάκη Καραχάλιου, τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς και κατάφερε να δημιουργήσει ένα μαγευτικό έργο, άλλοτε συνομιλώντας, άλλοτε αντιπαρατιθέμενος και άλλοτε αποδεχόμενος να εντάξει αυτούσια στην παράσταση την αρχική «χορογραφία».

Ο «χορογράφος του φωτός» Μάικλ Χαλς, που το ελληνικό κοινό γνωρίζει από τις συνεργασίες του τόσο με τον ίδιο τον Ράσσελ Μάλιφαντ όσο και τον Άκραμ Καν ή τον Ρομπέρ Λεπάζ, δημιούργησε ένα μοναδικό φωτιστικό «σκηνικό» υψηλής αισθητικής, ενώ η ανερχόμενη δύναμη του σύγχρονου ντιζάιν Μαίρη Κατράντζου σχεδίασε τα κοστούμια της παράστασης εμπνεόμενη από αρχαία μινωικά αγγεία.

Η ιδέα της παράστασης «The Thread» γεννήθηκε πριν από τρία χρόνια, τον Γενάρη του 2016, από τη Γεωργία Ηλιοπούλου, ιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλο της πολιτιστικής εταιρίας ΛΑΒΡΥΣ από το 1991, η οποία αποφάσισε να υλοποιήσει ένα τολμηρό όραμα. Να δημιουργήσει μια πρωτογενή παραγωγή χορού με σπουδαίους συντελεστές διεθνούς φήμης και μια ομάδα 18 επιλεγμένων ελλήνων χορευτών (12 χορευτών σύγχρονου και 6 χορευτών παραδοσιακού χορού). Μια παράσταση που υπογραμμίζει στο διεθνές κοινό τη δημιουργικότητα του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.

Η παράσταση ονομάστηκε «The Thread» από τον μίτο της Αριάδνης. Είναι το νήμα που ενώνει, το νήμα που οδηγεί, το νήμα που μπορεί να κατανοήσει ό,τι με πρώτη ματιά φαίνεται ασύνδετο, το νήμα που μπορεί να μας ταξιδέψει σε κόσμους ασύμβατους φαινομενικά, φωτίζοντας υπόγειες συγγένειες που οι άνθρωποι διστάζουν να αποδεχτούν. Το νήμα που, με εργαλείο τη χορευτική τέχνη, μας υπενθυμίζει τη βάση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας: Από τα πολλά το ένα και από το ένα τα πολλά.

Προπώληση εισιτηρίων: www.megaron.gr και το 210 72 82 333
https://webtics.megaron.gr/el/events/?eventid=2354&showid=5087#5087

Διάρκεια παράστασης: 1 ώρα και 20 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Τιμές εισιτηρίων
Φοιτητές, νέοι, άνεργοι, ΑμεΑ, 65+, πολύτεκνοι: 20 €
Ζώνη Ε: 25 €
Ζώνη Δ: 35 €
Ζώνη Γ: 45 €
Ζώνη Β: 55 €
Ζώνη Α: 65 €
Διακεκριμένη Ζώνη: 75 €

Πληροφορίες
210 72 58 510

Χορευτές

Δημήτρης Δελής
Μαργαρίτα Δημητριάδη
Αναστάσης Καραχανίδης
Ηρώ Κόντη
Μήνα Λέτσου
Ηλίας Μπαγεώργος
Λίνα Ντεμελή
Χρήστος Ξυραφάκης
Δημήτρης Παγανός
Βασίλης Αρβανιτάκης
Λάμπρος Τσώλης
Μαρία Παπακωνσταντίνου
Θεμιστοκλής Παυλής
Ηώ Σπηλιωτοπούλου
Δάφνη Σταθάτου
Αλέξανδρος Σταυρόπουλος
Μυρτώ Σχοινοπλοκάκη
Μαρία Τσιγγίστρα
Γιώργος Τσώλης

Μουσικοί
Μιχάλης Καλιοντζίδης (λύρα)
Δημήτρης Μπάκης (γκάιντα)
Παντελεήμων Νικολαΐδης (αγγείον ή τουλούμ)
Βαγγέλης Παπαναστασίου (κλαρίνο)
Ιωάννης Σέρβος (τσαμπούνα)

Βαγγέλης Κότσου

Πολυφωνικό σύνολο

Βαγγέλης Κότσου
Νίκος Μενουδάκης
Παναγιώτα Μπαλινάκου
Ρούλα Γρηγορία Ριφούνα
Αθηνά Σιδέρη
Αλέξανδρος Τσιμέκας

Σημείωμα του Russell Maliphant

“Με τα χρόνια, είχα την ευκαιρία να διερευνήσω μια σειρά έργων, στα οποία η γένεση του λεξιλογίου και η ανάπτυξή του προερχόταν από ένα θέμα.

Το κομμάτι «Afterlight» είναι εμπνευσμένο από τις φωτογραφίες του Νιζίνσκι και από δικά του σχέδια. Αυτό αποτέλεσε το θεμέλιο μιας αισθητικής που τροφοδότησε τη δημιουργία και ανανέωσε τόσο το κινησιολογικό λεξιλόγιο, όσο και το μουσικό μέρος και φυσικά τη συνολική αισθητική της παράστασης. Ομοίως, για το «The Rodin Project» χρησιμοποιήθηκε η προσωπικότητα του Ωγκύστ Ροντέν, μέσα από τα γλυπτά του και τις ακουαρέλες του, τα οποία με τροφοδότησαν με ιδέες που διαμόρφωσαν την αισθητική και κινησιολογική γλώσσα του έργου.

Ράσελ Μάλιφαντ

Όταν ήρθε η Γεωργία Ηλιοπούλου με την ιδέα μιας νέας δημιουργίας βασισμένης στον παραδοσιακό ελληνικό χορό, ένιωσα ότι ήταν μια ιδέα που με ενδιέφερε πολύ να εξερευνήσω.

Ορισμένες κινήσεις στις παραδοσιακές φόρμες είναι εντυπωσιακά όμοιες με εκείνες που επηρέασαν την πρακτική μου εδώ και χρόνια, ενώ άλλες έχουν μια εντελώς διαφορετική αυστηρότητα και λειτουργία ως προς τη θεμελίωση τους –θεωρώ ότι είναι πλούτος η αναζήτηση και η διερεύνηση μιας κινησιολογίας που προέρχεται από τη συνάντηση αυτών των χορών με τις τόσο διαφορετικές ρίζες.

Υπάρχει ένα πνεύμα ομαδικότητας και κοινωνικής συμμετοχής που ενσωματώνεται σε πολλές από τις μορφές του ελληνικού παραδοσιακού χορού. Το έργο αυτό δομεί και αποδομεί κινήσεις του τελευταίου αλλά και του σύγχρονου χορού για να δημιουργήσει μια νέα αντίληψη και πρόταση χορού για θεατές του σήμερα.

Η συνεργασία με τον Βαγγέλη υπήρξε τιμή και χαρά για μένα. Ο μουσικός κόσμος που έχει δημιουργήσει, εμπεριέχει μια θεμελιώδη κατανόηση της παράδοσης και της κληρονομιάς, ενώ συγχρόνως κινείται σε νέες κατευθύνσεις που προκαλούν αντιπαραθέσεις. Η συνεργασία αυτή αποτέλεσε για μένα πηγή έμπνευσης και είμαι πολύ ενθουσιασμένος που είμαι μέρος αυτής της δημιουργικής ομάδας.

Bαγγελης Παπαθανασίου

Είναι πολύ σημαντικό, σε οποιοδήποτε έργο, να έχεις την ελευθερία να επιλέγεις συνεργάτες, και το ότι είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ και πάλι με τον Μάικλ Χαλς για το σχεδιασμό του φωτισμού της παράστασης αποτελεί για μένα ιδιαίτερο προνόμιο. Ο Μάικλ έχει πάντα τη δική του μοναδική οπτική για το φωτισμό του χορού στη σκηνή, κι έτσι μας δίνεται εκ νέου η δυνατότητα να συνεχίσουμε την κοινή εικοσαετή πορεία μας.

Η θριαμβευτική πορεία της χορευτικής παράστασης «The