ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 25)

Mε αφορμή τις παραστάσεις των Χαϊνηδων και της ακροβατικής και χορευτικής ομάδος “Κι όμΩς κινείται”   αυτό και το επόμενο παρασκευοσαββατοκύριακο στο “Θέατρο Ροές” συναντήσαμε τον αρχι-χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη στο Θησείο και μιλήσαμε για μουσικές, τεχνικές στην λύρα και φυσικά το “Δρακοδόντι”. 

Συνέντευξη στον Τάσο Σταυρακάκη

Στην πρώτη φάση των Χαΐνηδων, όταν ξεκινήσατε, τι ήταν αυτό που ένωσε αυτή την ομάδα και ξεκινήσατε και πολύ δυναμικά τότε, δηλαδή από τον πρώτο σας δίσκο σας άκουσε όλη η Ελλάδα σχεδόν;

Δεν περιμέναμε κάτι τέτοιο, να σου πω την αλήθεια, είχαμε άγνοια κινδύνου. Αυτό που μας ένωσε ήταν από την αρχή αυτά που σου προείπα τα χαρακτηριστικά, αλλά και επίσης το γόνιμο έδαφος ενός πανεπιστημίου.  Ενός πανεπιστημίου που δεν είχε την εντατικοποίηση που βλέπουμε τώρα, ούτε τις απρόσωπες σχέσεις, ήμασταν όλοι μία παρέα, οι καθηγητές, οι μεταπτυχιακοί, οι φοιτητές, οι καθαρίστριες και οι φύλακες, ήταν ένα ανοιχτό πεδίο αμφισβήτησης και ιδεών.  

Από την πολύ αρχή, νομίζω, χρησιμοποιούσες αυτή τη λύρα που παίζεις με τις συμπαθητικές χορδές, όχι τον κλασικό τύπο που συναντάμε πια, που έχει καθιερωθεί, τη λύρα τύπου Σταγάκη που λέμε.  Αυτό ήταν γιατί σου άρεσε καλύτερα το ηχόχρωμα;  Αναζητούσες κάτι διαφορετικό από τον ήχο της κρητικής μουσικής που κυριαρχούσε τότε;

Η λύρα έχει πάρει πολλές μορφές και ήταν διαφορετική προπολεμικά και μεταπολεμικά.  Ήδη προπολεμικά υπήρχαν στα Χανιά λύρες με δύο ή τρεις συμπαθητικές χορδές.  Ο λόγος που χρησιμοποιώ τη λύρα αυτή που χρησιμοποιώ, χωρίς γλώσσα, είναι γιατί όπως ήταν και πιο κοντά στο παλιό λυράκι, είναι ο λόγος ότι τα σύγχρονα παιξίματα θέλουν μία διαρκή κίνηση του χεριού επάνω στο μπράτσο ενώ η άλλη με τον κοχλία και τη γλώσσα θέλει δεσμευμένο αντίχειρα, δεσμευμένη λαβή, οπότε με περιορίζει στο παίξιμο.

Παίζει στο πλάι κυρίως.

Ναι παίζει στο πλάι κυρίως, ο Σκορδαλός την έπαιζε στο πόδι.  Είναι το ίδιο πράγμα με την άλλη λύρα, μόνο που δεν έχει γλώσσα και κοχλία, είναι πιο κοντά δηλαδή στην προπολεμική λύρα, στο προπολεμικό λυράκι και σου είπα ότι ο λόγος είναι αυτός, για να μπορώ δηλαδή να κάνω και άλλων ειδών παιξίματα, να έχω την ελευθερία κίνησης του χεριού επάνω στο τάστο.

Οι πρώτες σου προσλαμβάνουσες όσον αφορά την κρητική μουσική, δηλαδή στο χωριό σου, ποιον άκουσες και είπες, να μάθω να παίζω;

Αυτό έχει πλάκα, γιατί, να σας πω την αλήθεια, στο χωριό δεν είχαμε εκείνη την εποχή λυράρη και περίμενα πώς και πώς να γίνει πανηγύρι ή κάποιος γάμος να ακούσω έναν λυράρη, που φυσικά προσηλωνόμουν στα δάκτυλά του, στο παίξιμό του.  Πήγαινα να αναπαράξω μετά το βράδυ στο σπίτι ό,τι άκουγα, με πενιχρά αποτελέσματα και φυσικά έπεφτε το κλάμα της αρκούδας, γιατί όλοι μας δεν αντέχαμε τον καημό δηλαδή να μην μπορούμε…, είναι δύσκολο να μάθεις.  Από εδώ, από εκεί, δεν είχαμε και κάποιο κασετόφωνο στο σπίτι, τίποτα να παράγει μουσική.

Αργότερα, στη Β’ Λυκείου, μετά που έκανα απεργία πείνας στο σπίτι, ήμουν και καλός μαθητής, ο πατέρας μου, μου πήρε ένα μονοφωνικό κασετόφωνο ΑΚΑΙ και μία κασέτα θυμάμαι του Σκευάκη, το «Εγώ δεν ζω με τη χαρά». Ο λυράρης που αγαπούσα πολύ σαν παιδί ήταν ο Ψαραντώνης.  Φυσικά εννοείται ότι λάτρευα τους παλιούς, Σκορδαλό, Μουντάκη, Ξυλούρη, όπως και τους προπολεμικούς, τον Ροδινό, τον Μπαξεβάνη, τον Φουσταλιέρη, τον Γαλατιανό, τον Καλογρίδη, τους Κισσαμίτες βιολιστές, τον Μαύρο, τον Μαριάνο, όλους αυτούς.  Ξέρεις, ήταν η καθημερινή μας συνομιλία δηλαδή με αυτούς.  Θέλω να σου πω ότι σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσα, δεν ήταν εύκολο να μάθει κανείς τότε λύρα και φυσικά έπαιζα μπουκόλυρα, τιρι-τιρι-τιριντάν-τιριντάν, όλη την ημέρα για να αποτυπώνω τους σκοπούς.

Αυτή είναι η καλύτερη εκπαίδευση για το αυτί όμως.

Με το αυτί μαθαίναμε.  Αργότερα έμαθα να γράφω στο πεντάγραμμο και σε παρασημαντική γραφή βυζαντινή μουσική.  Με το αυτί και χωρίς να έχουμε στο σόι λυράρη, ούτε στο χωριό εκείνη την εποχή, είχαμε όμως ένα λαουτιέρη –παίζει ο γιος του λαούτο– τον Χατζάκη το Γιώργη και αυτός είχε κασέτες και πήγαινα εκεί και ακούγαμε καμία κασέτα, ακούγαμε τότε τον Παντελή Σταυρουλάκη και μου είχε πάρει το μυαλό τότε το «Να ήσουν αέρας να έμπαινες».  Όλα δηλαδή τα υπέροχα κομμάτια της κρητικής μουσικής, νότα-νότα να προσπαθούμε να τα ξεπατικώσουμε.

Αλλά θυμάσαι ποιον είδες να παίζει και είπες του πατέρα σου, θέλω να πάρω μία λύρα;  

Πολλούς, αλλά που δεν είναι διάσημοι λυράρηδες, ήταν τοπικοί λυράρηδες που και αυτοί ήταν πολύ καλοί.

Διάσημοι ήταν και αυτοί αλλά τοπικά.

Βέβαια, που κι αυτοί είναι πολύ καλοί και θυμάμαι στην Ε’ Δημοτικού πάλι ήθελα λύρα, δεν μου την έπαιρναν γιατί δεν θα πρόσεχα τα γράμματα, οπότε αποφάσισα να εφαρμόσω μία πολιτική η οποία ήταν μία ριζοσπαστική πολιτική, δηλαδή ούτε μιλούσα, ούτε λαλούσα, ούτε έτρωγα, ούτε έπινα.  Δηλαδή μου έλεγα, δεν θα διαβάσεις;  Έλεγα, λύρα.  Δεν θα φας;  Λύρα.  Και ήξεραν ότι και να με σκοτώσουν και να βγάλουν τα έντερά μου, θα έλεγα λύρα και δεν θα κουνούσα. Οπότε απελπίστηκε ο πατέρας μου γιατί ήξερε ότι είμαι, όπως με έλεγαν, άχρηστο καλούπι, κάθαρμα της κοινωνίας και νευρασθενικός και ότι δεν υποχωρούσα με τίποτα, μου έλεγαν μάλιστα, δεν γυρίζει την κεφαλή σου ούτε το βίντσι. Οπότε ήξεραν δηλαδή ότι και να με σκοτώσουν δεν θα έκανα πίσω, καλύτερα να πέθαινα από πείνα και από δίψα, και παρακάλεσε ο πατέρας μου τον Ανδρουλάκη Μανώλη που ήταν λυράρης –τον πατέρα του Νίκου Ανδρουλάκη του τραγουδιστή– και μου πήρε την πρώτη λύρα.  Φυσικά δεν υπήρχε κάποιος να μου δείξει και μετά απογοητεύτηκα και της έδωσα μία και πήγε επάνω στη ντουλάπα η λύρα.

Ποιου κατασκευαστή ήταν, θυμάσαι;

Όχι, δεν θυμάμαι ποιου κατασκευαστή.  Είπε η μάνα του πατέρα μου, άσε τον και άμα μυριστεί την καβαλίνα, θα παίξει, μυρίζουν την καβαλίνα οι γάιδαροι όταν μπαίνουν σε οίστρο.  Όπερ και εγένετο. Στη Β’ Γυμνασίου ήρθε από τη Γερμανία ένα κορίτσι που το ηράσθη σφόδρα φυσικά με ουδεμία ανταπόκριση όπως καταλαβαίνετε, διότι το χάλι μου ήταν το ίδιο τότε όπως και τώρα, οπότε το έριξα και εγώ στη λύρα, έπαιζα και πραγματοποιήθηκε το ρηθέν της μητρός μου.

Φωτο: Νίκη Ζερβού

Στην πορεία όμως ασχολήθηκες και με άλλα όργανα.

Ασχολήθηκα και με άλλα όργανα, ανοικτά κυρίως, μαντολίνο, λαούτο, σάζι, όλα αυτά, αλλά αυτά τα παίζω για το δικό μου κέφι.  Η λύρα είναι απαιτητικό όργανο, άλλοι τα καταφέρνουν, εγώ άμα πιάσω άλλα όργανα και βάλω πολύ χρόνο στα άλλα, ξεφορμάρομαι από τη λύρα.  Άλλοι μπορούν να το κάνουν με ευκολία, εγώ δεν μπορώ να το κάνω.

Τον Ross που τον είχαμε για δάσκαλο περνά από το ένα όργανο στο άλλο.

Αλλά και αυτός όμως μου είπε το εξής, “Δημήτρη, εγώ παράτησα την πολίτικη λύρα επειδή δεν παίζω και κρητική λύρα και πολίτικη”.

Ναι, γιατί έχει άλλη τεχνική.

Όχι, δεν είναι αυτό, έχει άλλες αποστάσεις, είναι οι κλίσεις, είναι η πίεση που πρέπει να βάλεις στις χορδές, είναι διαφορετικό το πράγμα.  Δηλαδή υπάρχουν αθλητές που είναι καλοί και στο τριπλούν και στην άρση βαρών, οι δεκαθλητές ας πούμε, εγώ με το ζόρι παίζω λύρα.

Τα διαφορετικά όργανα…

Μου δίνουν άλλη οπτική γωνία, για αυτό παίζω και άλλα όργανα.

Σου έχουν ανοίξει και άλλους δρόμους στη σύνθεση;

Βεβαίως.  Η τεχνική είναι αναπόσπαστο μέρος της τέχνης, διευρύνει τους ορίζοντες και εάν δεν γίνεις σκλάβος της, απελευθερώνει τη σύνθεση.  Στην Κρήτη λοιπόν, που είναι απαιτητικός πολιτισμός, δεν καταλαβαίνουν από τραγουδοποιούς που δεν έχουν τεχνική στο όργανό τους, που δεν μπορούν να παίξουν, ούτε τους παίρνουν καθόλου υπόψη, ούτε τους σέβονται.  Εάν δεις από την Κρήτη δεν σεβάστηκαν κανένα τραγουδοποιό που δεν ξέρει να παίζει καλά το όργανό του, είναι μία σκληρή απαίτηση, αλλά είδα ότι αυτή η σκληράδα είναι απελευθερωτική γιατί σου ανοίγει τη σύνθεση.

Πολύ ενδιαφέρον.  Μου είχες πει κάποτε ότι δεν πρέπει να χάσουμε την τέχνη για λογαριασμό της τεχνικής.

Ναι, αλλά χωρίς τεχνική δεν υπάρχει τέχνη.

Πιστεύεις ότι αυτό συμβαίνει σήμερα;

Βέβαια.

Δηλαδή έχουμε πολύ σπουδαίους δεξιοτέχνες, καλλιτέχνες έχουμε όμως;

Αυτό είναι δύσκολο, διότι η Ελλάδα, όποιος αρχίζει να παίζει ένα όργανο τον κάνει καλλιτέχνη και άμα δεις καμία φορά και στις κρητικές εκπομπές, φέρνει το συμπέθερό του ο καλλιτέχνης και λέει, και ένας άλλος μεγάλος καλλιτέχνης, που είναι συμπέθερος του καλλιτέχνη.  Εδώ ισχύει η κρητική παροιμία που λέει, του σύντεκνου μας ο σκύλος, σύντεκνός μας είν’ κι εκείνος.  Θέλω να σου πω ότι η Ελλάδα έχει πολύ καλούς μουσικούς και ελάχιστους καλλιτέχνες, πολύ ελάχιστους.  Τι διαφορά έχει ο μουσικός από τον καλλιτέχνη;  Ο μουσικός και ο καλλιτέχνης είναι σαν τον ελαιοχρωματιστή και το ζωγράφο, και οι δύο κρατούν πινέλο και είναι πολύ χρήσιμοι.  Η διαφορά του ζωγράφου με τον ελαιοχρωματιστή είναι ότι ο ελαιοχρωματιστής ενδιαφέρεται για τα μάτια του πελάτη του που θα τον πληρώσει, ο ζωγράφος για τα μάτια όλου του κόσμου και όλων των γενεών που ήρθαν και θα έρθουν, αυτή είναι η διαφορά.  Είναι τεράστια η διαφορά του μουσικού από τον καλλιτέχνη, χρήσιμοι και οι δύο.

Είναι όμως ο καλλιτέχνης, ο δημιουργός μάστορας με μία έννοια, εργάτης του λόγου και της μουσικής;

Είναι μάστορας.  Ο καλλιτέχνης είναι μάστορας σε ένα τεράστιο χωροχρονικό πλαίσιο.

Το οποίο είναι;

Το άπειρο, όσο πιο μεγάλο γίνεται.  Όχι η φήμη του, το άπλωμα της συνείδησής του.

Θέλει σκέψη αυτό.

Δηλαδή οι παραδοσιακοί μουσικοί ήταν αριστοτέχνες αλλά δεν ήταν καλλιτέχνες.

Δηλαδή δεν ήταν καλλιτέχνης ο Ροδινός ας πούμε.

Όχι, ήταν αριστοτέχνης.

Τι εννοείς αριστοτέχνης;

Ήταν μάστορας που γνώριζε άριστα την τεχνική του, είχε συναίσθημα και μερακλίκι, ο καλλιτέχνης όμως έχει εποπτική θεώρηση του όλου και καθολική οικουμενική στάση ζωής.

Ποιον θα λέγαμε από τους δικούς μας ότι ήταν καλλιτέχνης;

Ο πρώτος καλλιτέχνης που γέννησε η Κρήτη στη μουσική ήταν ο Ψαραντώνης.  Για ποιο λόγο;  Ήταν ο πρώτος που μετατόπισε το κέντρο βάρους από το χορό επάνω στη σκηνή. Οπότε δηλαδή πραγμάτωσε το ρόλο του αφηγητή, έγινε κέντρο αφηγηματικής βαρύτητας, αυτός είναι ο ορισμός του καλλιτέχνη.  Ενστικτωδώς έκανε κάτι πολύ δύσκολο και πολεμήθηκε άγρια για αυτό, για χρόνια τον έλεγαν τρελό, για χρόνια έλεγαν πάμε να τον ακούσουμε να γελάσουμε.  Νόμιζαν πως μούγκριζε, έπεσαν επάνω του όλα τα Ανώγια και όλη η Κρήτη και του έλεγαν ότι ξεφτιλίζει την Κρήτη και τον αδελφό του το Νίκο που ήταν στις δόξες του και αυτός δεν απαρνήθηκε το δρόμο του.  Οπότε έλεγαν, ήρθε ο Ψαραντώνης, πάμε να γελάσουμε, ότι δεν μπορούμε να χορέψουμε.  Άρα λοιπόν ο Ψαραντώνης μετατόπισε το κέντρο βάρους και έγινε κέντρο αφηγηματικής βαρύτητας.  Είναι ο ορισμός του καλλιτέχνη, ο πρώτος καλλιτέχνης κατά τη γνώμη μου στην κρητική μουσική.

Εσείς έχετε συνεργαστεί πολλάκις.

Και καθημερινά τηλεφωνιόμαστε.  Δεν φαντάζεστε τι τρυφερότητα μου βγάζει αυτός ο άνθρωπος και είμαστε φίλοι δεκαετίες και έχουμε συνεργαστεί σε συναυλίες, σε γλέντια, σε παραστάσεις, σε δίσκους, έχουμε περάσει μαζί γέλια, μαζί αρρώστιες.  Δεν κάνω ευκαιριακές σχέσεις εγώ, κάνω σχέσεις ζωής, δεν κάνω project, το project δεν συνάδει με τη μουσική, συνάδει με το marketing, συνάδει με τις χρηματιστηριακές εταιρίες, δεν συνάδει με τον καλλιτέχνη το project.

Θέλω να σε ρωτήσω την πρώτη φορά που συνεργαστήκατε εάν τη θυμάσαι και πώς ένιωσες τότε που συνεργάστηκες με ένα από τα ινδάλματά σου.

Η πρώτη συνεργασία μας ήταν με την «Τίγρη».

Στον «Ξυπόλυτο πρίγκιπα»;

Ναι, που έχει μία ιστορία που τη διηγείται συχνά ο Ψαραντώνης, διότι μόλις του διαβάζω το τραγούδι, μου παίρνει το χαρτί από το χέρι και μου λέει, αυτό είναι δικό μου τραγούδι και μετά με κοιτάζει έντονα και μου λέει, γιατί δεν την έδωσες την «Τίγρη»; Γιατί δεν έδωσες το τραγούδι να το πει κανένας μεγάλος, σε εισαγωγικά, τραγουδιστής;  Και του λέω, γιατί θα μου έκανε την τίγρη κατσούλι, γατάκι σημαίνει στα κρητικά.

Αυτό το τραγούδι, αφού το ανέφερες, είναι αυτοβιογραφικό;

Ο κάθε ένας άνθρωπος, σκηνοθέτης, μουσικός, συγγραφέας, δεν μπορεί να γράψει τίποτα άλλο παρά μόνο για τον εαυτό του.  Ποιος μπορεί να γράψει τίποτα έξω από τον εαυτό του;  Ό,τι και να γράψεις, είναι μία διαφορετική ματιά του εαυτού σου.  Ο εαυτός σου δεν είναι το εγώ σου, είναι η οικουμενική σου αναπαράσταση.

Είναι αυτό που έλεγε ο Καζαντζάκης, ότι το μεγαλύτερο ταξίδι που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος είναι γύρω από τον εαυτό του και εάν είναι πολύ τυχερός μέσα στον εαυτό του;

Ακριβώς.

Είπαμε ότι πριν δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε πόσους δίσκους έχετε κάνει, δεν μπορούσαμε να τους μετρήσουμε.

Ο τελευταίος δίσκος έγινε πέρυσι και δεν ήταν ένας δίσκος, εγώ θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντική εργασία για τα ελληνικά μουσικά δρώμενα, είναι από τις σημαντικότερες κορυφές της δημιουργίας των Χαΐνηδων, είναι βιβλίο μαζί με δύο δίσκους, το όλο έργο λέγεται «Πόνημα μετανεωτερικής οντολογικής προσέγγισης αποκλινουσών κατηγοριών, κοινώς ΒΑΡΔΑ ΦΟΥΡΝΕΛΟ», το γράψαμε εν μέσω καραντίνας και μάλιστα ο δίσκος έγινε συλλογικά, γράψαμε όλοι μαζί, γιατί όταν γράφει ένας-ένας από το σπίτι του εν μέσω καραντίνας και μέσω διαδικτύου, μέσω Skype, ακυρώνει την κοινωνική υπόσχεση της μουσικής, αντιτίθεται. 

Θέλω να σας πω ότι διασωθήκαμε πάλι από την κοινότητα μέσα στην καραντίνα και θέλω να σας πω επίσης το άλλο, ότι φέτος, πριν από λίγο, κυκλοφόρησε ένα κόμικ, το «Δρακοδόντι», σε σκίτσα ενός ιδιοφυούς κομίστα, του Νίκου Μπράτου, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Με κείμενα δικά σου.

Ναι, με κείμενα δικά μου.

Γιώργος Πισσαλίδης: Πείτε μας περισσότερα για το κόμικ “Δρακοδόντι” (τι υπόθεση έχει κλπ) και πως μετράπηκε σε δίσκο.

Το ‘Δρακοδόντι’ μου δόθηκε μεταφυσικά κάποια περίοδο που ασκήτευα στην ενδοχώρα της Κρήτης. Το 2005 εκδόθηκε σε δίσκο από τους Χαΐνηδες. Το 2019 παίχτηκε για πρώτη φορά, σε συνεργασία με την ομάδα χορού και ακροβασίας ‘Κι όμΩς κινείται’ σε σκηνοθεσία και χορογραφία της Χριστίνας Σουγιουλτζή. Φέτος έγινε κόμικ από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε συνεργασία με τον δημιουργό κόμικ Νίκο Μπράτο. Η ιστορία ξεκινά με τον ήρωα να τάζει στην αγάπη του ότι θα τη φέρει του δράκοντα το δόντι. Οι περιπέτειές του, ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στο χάος και στη τάξη, του αποκαλύπτουν τα μεγάλα μυστικά της ζωής. Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Κυριακή 2 Απριλίου στις 9:30μμ στο θέατρο ‘Ροές’.

Γ.Π.: Τι να περιμένουμε από τις προσεχείς σας συναυλίες;

Απολύτως τίποτα, (για να λάβετε τα μέγιστα)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

Τους ανακαλύψαμε στις αρχές της δεκαετίας του 90 με ακουστικό ήχο και με τον Μίλτο Πασχαλίδη στις τάξεις τους. Ήταν το πιο ενδιαφέρον συγκρότημα της νέας γενιάς της Κρητικής μουσικής. Μετά όμως με τον “Ξυπόλητο πρίγκηπα” ο ήχος τους άρχισε να γίνεται ηλεκτρικός , να συνεργάζονται με Ψαραντώνη και τους Mode Plagal, ενώ οι συναυλίες να γίνονται sold out. 

Με αφορμή τις παραστάσεις των Χαϊνηδων και της ομάδος “Κι όμΩς κινείται” τα τριήμερα 31 Μαρτίου με 2 Απριλίου και 7-9 Απριλίου στο Θέατρο Ροές κάναμε μια  συνέντευξη με τον Δημήτρη Αποστολάκη στο Θησείο εφόλης της ύλης και κάποια θέματα που δεν πολυμιλάει. Η συνέντευξη έγινε στον φίλο και μουσικό Τάσο Σταυρακάκη και κάποιες ερωτήσεις είναι του Γιώργου Πισσαλίδη (Άβαλον των Τεχνών) 

Συνέντευξη στον Τάσο Σταυρακάκη, μουσικό

Δημήτρη  έχεις δηλώσει στο παρελθόν ότι σου αρέσει να εξαφανίζεσαι και όχι να εμφανίζεσαι, αλλά παρόλα αυτά μετά από 32-33 χρόνια οι Χαΐνηδες είναι εδώ, είναι ενεργοί, είναι δημιουργικοί. Τι είναι αυτό μετά από τόσα χρόνια που κρατά αυτή την ομάδα ενεργή και δημιουργική;

Τέσσερα χαρακτηριστικά. Πρώτον, οι ειλικρινείς σχέσεις μεταξύ μας, δεύτερον, η ισότητα αμοιβών, τρίτον, η αέναη μαθητεία και τέταρτον, η μη συναλλαγή με οποιοδήποτε εξουσιαστικό κέντρο. Αυτά είναι τα μορφολογικά χαρακτηριστικά που μπορώ να δω με μία πρόχειρη ματιά.

Από τους Χαΐνηδες έχουν περάσει πια δεκάδες μουσικοί, για να κάτσουμε να τους μετρήσουμε θα μπλέξουμε.

Οι Χαΐνηδες δεν είναι ένα συνονθύλευμα προσώπων, είναι μία κοινοτική ιδέα και μία εφαρμοσμένη αισθητική.

Αυτό ήθελα να ρωτήσω, το κοινό όραμα που σας συνδέει με όλους αυτούς, ακόμα και με αυτούς που έχουν φύγει από το συγκρότημα, ποιο είναι;

Δεν είναι τίποτα άλλο παρά να καμαρώσουμε έναν κόσμο που μπορεί να συνεξελίσσετε αρμονικά με το περιβάλλον του και να χαζεύουμε τα υπέροχα δημιουργήματα της κάθε μοναδικότητας και της κάθε λογής συνενέργειας γύρω μας.  

Μέσα στο χρόνο ο ήχος των Χαΐνηδων έχει αλλάξει πολύ, δηλαδή εάν κάποιος μας έλεγε τη δεκαετία του ‘90, εμείς που είμαστε παλιοί ακροατές, ότι θα βγουν οι Χαΐνηδες με ηλεκτρικό ήχο, θα του λέγαμε είσαι παλαβός ας πούμε.  Ξεκινήσατε με έναν ακουστικό ήχο που είχε σαφείς αναφορές στην κρητική παράδοση και προχωρήσατε από τον «Ξυπόλυτο πρίγκιπα» νομίζω και μετά σε άλλες αναζητήσεις, σε άλλα ηχοχρώματα και σε άλλες φόρμες.  Αυτό ήταν μία μουσική αναζήτηση δική σου για να εκφραστείς;

Άμα δεις την πορεία των Χαΐνηδων, βλέπεις την ενδελεχή μελέτη διαφορετικών μουσικών παραδόσεων και τη σύνθεση αυτών.  Θέλω να πω ότι καμία αλλαγή δεν έγινε τεχνηέντως, όλα έγιναν για κάποια αδήριτη ανάγκη. Εάν παρατηρήσει κανείς τους Χαΐνηδες, κανένας δίσκος τους δεν μοιάζει με τον άλλο, λογικά έτσι πρέπει να είναι και η πορεία ενός καλλιτέχνη, αλλιώς αναμασά τον εαυτό του, αλλά και επίσης μέσα στον ίδιο το δίσκο που δεν είναι συλλογή τραγουδιών αλλά πάντα είναι ένα ενιαίο αφήγημα.  Μέσα στον ίδιο δίσκο βλέπεις κομμάτια από τελείως, μα τελείως διαφορετικές παραδόσεις που πολλοί ξένοι τα ακούν και νομίζουν ότι είναι συλλογή τραγουδιών.

Έχετε θεματική όταν ξεκινάτε ένα δίσκο ή βγαίνει στην πορεία;  

Και τα δύο, αλλά κυρίως όταν λέμε μία θεματική, για να σου το πω καλύτερα, εννοούμε ένα κρίσιμο σημείο αλλαγής φάσης.  Αυτό το κρίσιμο σημείο αλλαγής φάσης καλεί μία στάση, η στάση αυτή σου υποδεικνύει το θέμα, γιατί είναι ο καθρέπτης των μελλοντικών αλλαγών σου.

Παρόλα αυτά οι καταβολές σου είναι από την κρητική μουσική, ήσουν λυράρης και παραμένεις λυράρης.

Η μητρική μου γλώσσα είναι η κρητική μουσική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην πορεία δεν είχα εκπληκτικούς δασκάλους από όλα τα μουσικά είδη και αγάπησα και άλλα μουσικά είδη. Για παράδειγμα, δεν μπορώ να ξεχάσω ας πούμε πώς παίζαμε στη Fortezza του Τάσου που είχε το Τρίο Ατενέ στο Ηράκλειο και άρχισα να μαθαίνω τα ρεμπέτικα, με ρεμπέτικη ορχήστρα παίζαμε το ρεμπέτ ασκέρ, πώς μετά με τον Χρήστο Κωνσταντίνου τα γνώρισα, το μεγάλο σολίστα που έπαιζε με τον Θεοδωράκη.

Συνεργαστήκατε, έπαιξε και στον «Ξυπόλυτο πρίγκιπα».

Του είχα κάνει και την παραγωγή σε έναν πολύ σπουδαίο δίσκο «Κάνω τη ρίζα μου φτερό».  Δεν θα ξεχάσω τη μαθητεία μου στη βυζαντινή μουσική με τον Δαμαρλάκη, δεν θα ξεχάσω τη μαθητεία μου στην κλασική οθωμανική μουσική με το Ross Daly, τον Σωκράτη Σινόπουλο, τον Derya Türkan, δεν θα ξεχάσω τη μαθητεία μου στην αντίστιξη και την αρμονία με το Θοδωρή Ρέλλο, τη μαθητεία μου στα γλέντια και στην κρητική μουσική συνεργαζόμενος με το μεγάλο δάσκαλο, τον Ψαρογιάννη τον Ξυλούρη.  

Θέλω να πω ότι όλη μου η ζωή ήταν συνεργασίες αλλά ταυτόχρονα και μαθητείες και όσο υπάρχω θα μαθαίνω.  Θεωρώ αποκρουστικό για εμένα να λανσάρω στη σκηνή το παρελθόν μου, θέλω το παρόν μου να μοιράζομαι κάθε φορά. Νομίζω δηλαδή ότι η ζωή είναι η τέχνη του παρόντος, νομίζω δηλαδή ότι η πραγματική ζωή είναι θυσία στο βωμό του παροντικού θεού.

Πώς το εννοείς αυτό;

Εννοώ την καθολική παρουσία στη στιγμή, δηλαδή οι άνθρωποι έχουν μία ζωή την οποία την κλέβουν δύο φαντασιώσεις, το παρελθόν και το μέλλον.  Το παρελθόν όμως δεν μπορείς να το αναδημιουργήσεις λένε οι νευροεπιστήμονες, μόνο να το ανακατασκευάσεις, δηλαδή κάθε φορά, αναλόγως πώς αισθάνεσαι, κατασκευάζεις ένα καινούριο παρελθόν, άρα δεν υπάρχει σαν έννοια.  Το μέλλον δεν το ξέρεις, μπορεί να καθόμαστε εδώ, αλλά η σκέψη μας τρέχει σαν πίθηκος στο παρελθόν και στο μέλλον άσκοπα, οπότε αυτό παίρνει τη ζωή σου από την πραγματικότητα που είναι γεμάτη μαγεία, είναι το αιώνιο παρόν και σου την πηγαίνει σε κατασκευές όπως το παρελθόν και το μέλλον.  Εάν δείτε, δηλαδή, οι πιο ενδιαφέρουσες καταστάσεις ζουν παροντικά.  Παροντικά δηλαδή ζουν μόνο οι ερωτευμένοι, οι επαναστάτες, τα παιδιά και οι τρελοί.

Έχεις δηλώσει στο παρελθόν ότι τα τραγούδια δεν τα γράφεις εσύ, δεν τα φτιάχνεις εσύ, τα φτιάχνει το συλλογικό ασυνείδητο.

Φυσικά.

Και ότι εσύ ισιάζεις κορνίζες.

Εγώ τα καταγράφω τα τραγούδια, δεν τα γράφω εγώ.

Κάποια στιγμή όμως έρχεται που ακούς το μοσχάρι να μουγκρίζει μέσα σου που έλεγες την άλλη φορά και κάθεσαι με το μολύβι στο χέρι ή το όργανο, όποιο όργανο σε εξυπηρετεί εκείνη τη στιγμή και δημιουργείς. Έρχεται εκείνη η στιγμή λοιπόν, αυτή τη στιγμή της δημιουργίας εσύ πώς τη βιώνεις;

Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να την περιγράψω γιατί ο λεκτικός κώδικας δεν μπορεί να περιγράψει αυτή την εμπειρία.

Είναι φτωχός.

Ναι, δηλαδή ούτε ξέρω –στο λόγο της τιμής μου– ποιος είμαι, ούτε πώς με λένε, ούτε πού είμαι, δεν ξέρω, έχω παντελή απώλεια συνείδησης. Θα μου πεις, “πώς είναι τόσο καλοδουλεμένες οι ρίμες σου, ρε φίλε, και τα μέτρα σου και όλα αυτά”;  Θα μου έλεγε ένας δύσπιστος.  Έχω να του απαντήσω το εξής, ότι μεγαλώνοντας σε έναν κρητικό πολιτισμό πολύ πριν την επικυριαρχία του άρρυθμου τηλεοπτικού λόγου, η καθημερινή μας αλληλεπίδραση γινόταν σε μέτρο, η ζωή και η αλληλεπίδραση είχαν ρυθμό και αυτό αποτυπωνόταν στο λεκτικό κώδικα. Μας μιλούσαν και μας συμβούλευαν με παροιμίες που ήταν μετρημένες στο λόγο, είχαν μετρική, μας μιλούσαν με στίχους. Μας νουθετούσαν με μαντινάδες από τον Ερωτόκριτο που επίσης είχαν μέτρο, οπότε θέλω να σου πω ότι να πώς βοηθά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα την καλλιτεχνική δημιουργία, όταν έχει ρυθμό που αποτυπώνεται στο λόγο και έτσι όταν καταδυθείς στα άδυτα του συλλογικού υποσυνειδήτου δεν χρειάζεται να επιστρέψεις στη λογική για να μαστορέψεις ομοιοκαταληξίες και μέτρα.

Είναι τελικά η δημιουργία μία μεταφυσική διαδικασία;

Ναι είναι, γιατί ακριβώς είναι συνέργεια, δεν τα κάνει ένα άτομο, τα κάνουν πολλοί ζωντανοί άνθρωποι. Δηλαδή μη νομίζετε πως είναι δικά μου αυτά που υπογράφω, τα κάνει η συνέργεια πολλών ανθρώπων, τα κάνουν πολλοί ομόκεντροι κύκλοι και η συνέργεια πολλών ανθρώπων που ζουν και πολλών που δεν ζουν. Οπότε αυτή η δημιουργία είναι μυστηριακή υπόθεση γιατί δεν μπορεί να εξηγηθεί με τον επαγωγικό τρόπο σκέψης.

Σε θυμάμαι από τη δεκαετία του ‘90 –τότε γνωριστήκαμε, τέλη του 1990– από τότε μιλούσες για την κρίση που περνάμε.

Να αγιάσει το στόμα σου!  Οι άλλοι το κατάλαβαν όταν η κρίση χτύπησε στην τσέπη τους.  Η τέχνη είναι προφητική, όχι εμείς, γιατί ακριβώς αφού είναι αποκύημα του συλλογικού ασυνειδήτου σημαίνει ότι είναι προφητική. Μην περιμένετε, παιδιά, να χτυπήσει το κέρμα για να καταλάβετε την κρίση. Το είχα καταλάβει από την αρχή, πρώτον από την αγένεια στη συναναστροφή και δεύτερον από την αισθητική παρακμή.

Την κρίση αυτή όμως τι την έφερε, για την οποία μιλούσες εσύ τότε;  Δηλαδή για παράδειγμα είναι αυτό που έλεγε ο Ελύτης ας πούμε, ότι στραφήκαμε προς τη Δύση και χάσαμε τον εαυτό μας, βάλαμε ένα κουστούμι που δεν μας κάνει και περπατάμε σαν τον ανάπηρο;

Το είπαν οι ποιητές, το είπαν όλοι.  Την κρίση αυτή την έφερε η αρρυθμία και η στρεβλή κοινωνική δόμηση δεκαετιών και αιώνων. Βασικά η κρίση εδράζεται σε μία βαθιά πολιτισμική παρακμή, γιατί πολιτική κάνουν όταν απευθύνονται τα άτομα προς το λαό.  Όταν λέμε λαό, εννοούμε ένα εκπολιτισμένο σύνολο. Όταν βλέπουμε αυτή την τερατώδη πολιτισμική παρακμή έχουμε να κάνουμε με έναν καταναλωτικό όχλο, άρα δεν μπορεί καμία πολιτική και καμία κοινωνική θέσμιση να τοποθετηθεί επάνω στις σαθρές βάσεις ενός παραπαίοντος πολιτισμικού οικοδομήματος. Δηλαδή προϋπόθεση της πολιτικής είναι ο πολιτισμός.

Αυτός ο λαός λοιπόν, οι παραδοσιακές κοινωνίες που εμείς τις προλάβαμε, ήμασταν τυχεροί και τις προλάβαμε στα τελευταία τους, είχαν μία κοινωνική δομή, μία αρχιτεκτονική και των σχέσεων που δημιουργούσε μία ζωντάνια και μία δημιουργία, μία τέχνη.Πώς έγινε αυτή η μετάβαση, δηλαδή πώς περάσαμε από αυτή την κοινωνία στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία;

Τις αλλαγές που έγιναν τα τελευταία 30 χρόνια δεν τις είδε η ανθρωπότητα τα τελευταία 5.000 χρόνια, δηλαδή μέχρι και πριν από 30 χρόνια όργωναν, ζύμωναν, εργάζονταν όπως από την εποχή των Σουμερίων 4.000 χρόνια προ Χριστού.

Κι εγώ έχω οργώσει μικρός, το έχω προλάβει.

Ακριβώς, το έχεις προλάβει, με τον ίδιο τρόπο. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα προχώρησαν τόσο που δεν μπορεί η πνευματικότητα του πλανήτη να τα διαχειριστεί.  Θέλω να σου πω ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα που έρχονταν στο χωριό, τα έλεγαν οι παλιοί «ξένες δυνάμεις», ακριβώς γιατί αναγνώριζαν ότι είχαν μία δύναμη που έπρεπε κανείς να έχει εξαιρετική σύνεση για να τα διαχειριστεί. Αυτό δεν συμβαίνει πια, δεν αγιοποιώ τις παλιές κοινωνίες αλλά σε σχέση με τις σημερινές ήταν πολύ φτωχότερες αλλά δεν είχαν άγχος και, το κυριότερο, είχαν δύο βασικά συστατικά, ρυθμό και οικονομία. Αυτά ήταν τα δύο συστατικά που τα έχει η αληθινή ζωή, η κατά φύση ζωή.  Όχι πως δεν υπήρχαν ανισότητες, δεν υπήρχε βία, βεβαίως, και αυτές είναι κακές κληρονομιές που πρέπει να απαρνηθούμε, τη βία και την ανισότητα.

Photo credit: Dmitri Kessel, Life magazine

Αυτή και η έννοια της παράδοσης άλλωστε, να κρατάμε αυτά που είναι σημαντικά.

Ακριβώς, αυτά που μπορούν να παντρευτούν.  Η παράδοση είναι αυτό που μπορεί να παντρευτεί και αυτά είναι τα σημαντικά, όχι αυτά που χωρίζουν, αυτά που ενώνουν.  Οπότε θέλω να σας πω ότι είχαν τα δύο βασικά συστατικά αυτές οι κατά φύση κοινωνίες που τα έχει η φύση και η τέχνη, ρυθμό και οικονομία.

Πάμε πάλι στα μουσικά, κυρίως τους στίχους τους γράφεις εσύ.

Ναι, ή τους υπογράφω εγώ.

Αλλά έχεις ασχοληθεί με τη μελοποίηση ως συνθέτης μεγάλων ποιητών.  Πώς είναι να έρχεσαι αντιμέτωπος με το έργο ας πούμε του Ρίλκε ή του Λόρκα;

Μία που ανέφερες αυτά τα ιερά τέρατα του πνεύματος, θέλω να πω ότι αυτοί είναι και οι παρέες μου κάθε ημέρα.  Οι παρέες μου είναι αυτά, δηλαδή καθώς είμαι ασκητής, έρχονται αυτοί και με συντροφεύουν.  Επίσης θέλω να σου πω πώς ασχολήθηκα.  Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε λέει στα «Γράμματα σε ένα νέο ποιητή» ότι σκοπός της ζωής είναι να νικήσει όλο και μεγαλύτερους αντιπάλους. Οπότε στραπατσάρω τα μούτρα μου σε σύγκρουση με αυτά τα υψηλά πνεύματα που μπορεί να γελούσαν με την αφελή μου προσπάθεια, αλλά ποτέ δεν θα αμφέβαλλαν ότι η σύγκρουση γίνεται με όλες μου τις δυνάμεις και με τίμιο τρόπο.

Παρόλα αυτά, στο πρακτικό επίπεδο, σου είναι πιο εύκολο να εκδώσεις κάτι που είναι απόλυτα δικό σου;

Πολύ πιο εύκολο.  Πολύ δύσκολα μπορώ να τραγουδήσω ή να μελοποιήσω λόγια άλλων, πάρα πολύ δύσκολα.  Θέλω να πω ότι αδυνατώ, άλλοι μπορούν να το κάνουν πιο εύκολα, εγώ δυσκολεύομαι.

Ποια είναι η σχέση σου με τα αρχέτυπα της κρητικής μουσικής, με τον Ροδινό, τον Μπαξεβάνη, τον Φουσταλιέρη, τον Σκορδαλό;

Μεγάλη.  Αυτοί είναι έρωτας, με όλους αυτούς κάθε ημέρα ζούμε μαζί.  Εννοείται, με όλους, είναι οι συγγενείς μου, η φύτρα μου.  Σκέψου πόσο κοντά είναι η ιστορία, δηλαδή όταν εγώ παίζω στα γλέντια με τον Ψαρογιάννη τον Ξυλούρη που ήταν λαουτιέρης του Νίκου Ξυλούρη, λαουτιέρης του Μουντάκη, έπαιζε με τον Ξαρχάκο και τον Μαρκόπουλο, όταν παίζω με τον Λιαπάκη το Μανώλη ο οποίος ήταν λαουτιέρης του Σκορδαλού.  Δηλαδή είναι τόσο κοντά οι γενιές και οι παραδόσεις και αυτό είναι το καλό που έχει η Κρήτη, ότι η μουσική δεν είναι μουσειακό έκθεμα, όσο και εάν είναι πολύ ταλαιπωρημένη η κρητική μουσική, υπάρχει μία ιστορική συνέχεια.

Τι είναι αυτό που πιστεύεις ότι κρατά την κρητική μουσική ζωντανή;  Υπάρχει δηλαδή τόσο μεγάλη *** που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον ελλαδικό χώρο.

Ναι, αλλά η διαφορά τώρα είναι ότι υπάρχει πληθωρισμός, δηλαδή πολλοί λυράρηδες, αλλά ελάχιστοι ζουν λυράρικα, παίζουν λύρα αλλά δεν ζουν λυράρικα.  Αυτό είναι εκφυλισμός.

Τι εννοείς δεν ζουν λυράρικα;

Εννοώ πόσους μπουζουξήδες ξέρεις να ζουν μπουζουξίδικα; Πόσους ηλεκτρικούς κιθαρίστες να ζουν ροκάδικα;  Να συνάδει δηλαδή αυτό που παίζεις με αυτό που ζεις. Θα σου πω με μία λέξη ότι όλοι, το 99% είναι επιχειρηματίες και αγωνίζονται για τη φήμη τους, τίποτα άλλο, πανελλαδικώς και παγκοσμίως. 

Θέλω να σας πω τι κράτησα από την Κρήτη.  Η Κρήτη έχει μία πολύ μεγάλη ιδιαιτερότητα, ότι ενώ είναι νησί καθορίζεται από τα βουνά της, πολύ παράξενο.  Δεύτερον, ότι καθώς είχε τόσα πολλά βουνά, δεν είχε μεγάλους κάμπους, οπότε δεν πέρασε από την ταξική κοινωνία που δημιούργησε φεουδαρχία. Οπότε η Κρήτη είναι ένα σχεδόν αταξικό νησί.  Η μάνα μου όταν μου έλεγε να παντρευτώ, δεν μου έλεγε να παντρευτώ την κόρη ενός πολιτικού ή οτιδήποτε, μου έλεγε, να παντρευτείς μία γυναίκα να έχει πολλά αδέλφια. Ξέρεις, άμα δεν υπάρχει ταξική κοινωνία και μεγάλα φέουδα, η μόνη σου δύναμη είναι να παντρευτείς μία γυναίκα που έχει πέντε αδέλφια, έχουν πέντε κουμπάρους, άλλους πέντε συντέκνους, άλλους πέντε συμπεθέρους, οπότε έχεις ένα στρατό.  Η Κρήτη είναι πολύ ιδιόμορφο μέρος. Βέβαια άμα δεις τώρα τι έγινε με την Κρήτη, την ξεφτίλισαν τελείως, την έκαναν σήριαλ.

Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις για τον “Σασμό”;

Εγώ δεν έχω τηλεόραση, αλλά όποιο ημίκλειστο πολιτισμό βρουν, τους τσιγγάνους ή τους κρητικούς τους κάνουν τηλεοπτικό θέαμα.  Σε λίγο θα τους βάζουν με τα χαρτονάκια να τους πωλούν στην πλατεία Συντάγματος.

Τους κάνουν καρικατούρες δηλαδή;

Είναι καρικατούρες, ναι, είναι φθηνές καρικατούρες και είναι ντροπή τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

 του Γιώργου Καραμπελιά 

Η βιομηχανία του Χόλυγουντ επιβάλει εδώ και χρόνια τα κριτήρια της νέας πολιτικής ορθότητας στην απονομή των Όσκαρ ενώ, στο εξής, ένας ρόλος ομοφυλόφιλου δεν θα μπορεί παρά να δίνεται σε έναν ομοφυλόφιλο ηθοποιό, ένας διεμφυλικός χαρακτήρας σε έναν διεμφυλικό κ.ο.κ. Μάλιστα, όταν πρόκειται να παρουσιαστεί μια μαύρη προσωπικότητα, ο ηθοποιός θα πρέπει είναι τόσο μαύρος όσο και εκείνος τον οποίο υποδύεται· η Ζόε Σαλντάνα, που υποδύθηκε την Νίνα Σιμόν επικρίθηκε ως «ανεπαρκώς μαύρη» για τον ρόλο.

Kαθόλου τυχαία στην απόλυτα πολιτικά ορθή Woke ταινία, «Τα πάντα όλα», δόθηκαν επτά βραβεία Όσκαρ το 2023. Πρόκειται για την κατεξοχήν ταινία της νέας πολιτικής ορθότητας που προσπαθεί να επιβάλει το Χόλυγουντ, καθώς συνδυάζει ολόκληρη την ιδεολογική παλέτα του Woke κινήματος. Την φυλετιστική επανάσταση, τη γυναικεία υπεροχή έναντι των ανδρών που υποτάσσονται, την γυναικεία ομοφυλοφιλία, την γυναικεία αλληλεγγύη που ξεπερνά τις ταξικές διαφορές, τον αντιεθνικισμό και τον μετανθρωπισμό. 

Η πρωταγωνίστρια είναι η έξυπνη και ικανή Κινέζα μετανάστρια, παντρεμένη με έναν χαζούλη Κινέζο, ιδιοκτήτρια πλυντηρίου ρούχων, ενώ η κόρη της είναι λεσβία. Η πρωταγωνίστρια, (την οποία υποδύεται η Μισέλ Γιο) αποκτά υπερφυσικές/μετανθρωπικές δυνάμεις και καταχεριάζει ορδές ανδρών, αστυνομικών και μπράβων, στην συντριπτική τους πλειοψηφία λευκών, κάποιος μάλιστα αντί για ρόπαλο κραδαίνει μια τυλιγμένη στο κοντάρι της αμερικάνικη σημαία. 

Ακόμα και η λευκή γυναίκα εφοριακός (η Τζέιμι Λη Κέρτις), με την οποία συγκρούεται η Γιο, συντάσσεται στο τέλος με τη γυναικεία αλληλεγγύη. Και στην τελική σκηνή όπου οι γυναίκες αγκαλιάζονται στο θρίαμβό τους τρέχει να προστεθεί και ο χαζούλης «μπάρμπα Θωμάς» Κινέζος (ο Τζόναθαν Κι Κουάν), στον οποίο παραχωρούν μεγάθυμα μια θέση, στην νέα γυναικοκεντρική ιεραρχία της οικογένειας –καθώς αναγνωρίζει το υποδεέστερο status του. Ακόμα και ο αντιδραστικός Κινέζος παππούς μεταστρέφεται και αυτός – ως Κινέζος και όχι λευκός. 

Και όμως αυτό το κινηματογραφικό έργο, που καλλιτεχνικά βρίσκεται πολύ κάτω του μετρίου, «θριάμβευσε» καθώς εικονογραφεί την νέα πολιτική και ιδεολογική ορθότητα του Χόλυγουντ. Από τον Γκαρυ Κούπερ και το «Τραίνο θα σφυρίξει τρεις φορές», του Φρανκ Τσίννεμαν πριν εβδομήντα ένα χρόνια που είχε αποσπάσει τέσσερα Όσκαρ, στην Μισέλ Γιο και «Τα πάντα όλα» με τα επτά Όσκαρ! 

Το 1952, ο αριστερός σεναριογράφος Καρλ Φόρμαν που διώχτηκε από την «Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών» και εγκατέλειψε τις ΗΠΑ δημιούργησε έναν χαρακτήρα αδαμάντινου ανδρισμού, τον σερίφη που αντιμετώπισε θαρραλέα τους κακούς», και υποτασσόταν ιπποτικά μόνο στη γυναικεία χάρη της Γκρέις Κέλι οποία εξιδανικευόταν όσο και ο άτεγκτος ήρωας. 

Στα 2023 οι Ντάνιελ Κουάν και Ντάνιελ Σάινερτ, έγραψαν το σενάριο και σκηνοθέτησαν μια ταινία στον αντίποδα του «Τραίνου». Όπως έγραφε ο Λένιν «Οι καπιταλιστές είναι ικανοί να μας πουλήσουν το σκοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουμε». 

 

Αναδημοσίευση από το “Αρδην” 

 του Γιώργου Καραμπελιά  Η βιομηχανία του Χόλυγουντ επιβάλει

της Ευαγγελίας Χαλδαιάκη
Δρα. Ιστορικής Μουσικολογίας

En Route. Ένας ορχηστρικός δίσκος, με συνθέσεις του Νίκου Παραουλάκη, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2022.

Την πρώτη φορά που άκουσα τον δίσκο, παρατηρώντας παράλληλα και την εικόνα του εξωφύλλου, σκέφτηκα πως προορίζεται για να ακούγεται στον δρόμο! Τον συνέδεσα δηλαδή με ταξίδια, ένα ακόμη άλμπουμ για να ακούω στο αμάξι (το οποίο έχω εξάλλου μετατρέψει στη μουσική μου βιβλιοθήκη). Περνώντας βέβαια από το ένα κομμάτι στο άλλο, αλλά κυρίως συζητώντας με τον δημιουργό του για το όλο εγχείρημα, κατάλαβα ότι στην ουσία αφορά τον δικό του δρόμο. Είναι ένα ταξίδι από το παρελθόν στο παρόν, όπως και ο ίδιος δηλώνει.

En Route λοιπόν. Καθ’ οδόν. Ένας τίτλος σαφής και περιεκτικός, που σκιαγραφεί επακριβώς την εντύπωση που αφήνει, ή που επιδιώκει να αφήσει, το άκουσμα του συγκεκριμένου έργου. Οι ονομασίες των συνθέσεων είναι επίσης απλές, αλλά συνάμα και περιγραφικές. Προδίδουν κατά κάποιο τρόπο το μουσικό περιεχόμενο. Νομίζω επίσης ότι η απουσία των στίχων δεν είναι τυχαία. Όσοι γνωρίζουν τον Νίκο ξέρουν ήδη ότι εκφράζεται καλύτερα και βαθύτερα μέσω των μελωδιών. Και πόσο άνετος είναι όταν φυσάει κάποιο καλάμι ή επιμελείται κάποια ηχογράφηση…

Το “En Route” ξετυλίγεται με μια συγκεκριμένη σειρά, τόσο από άποψη μουσική, όσο και με απώτερο σκοπό να αφήσει μια σαφή αίσθηση στις ακροάτριες και στους ακροατές. Να αποτυπώσει το μουσικό ταξίδι του δημιουργού του. Μια εξελικτική διαδικασία τόσο μουσική, όσο και ζωής. Ένας καλλιτέχνης που μεγάλωσε στην Ιεράπετρα της Κρήτης, με την παιδική του ηλικία να πλαισιώνεται από τα ανάλογα μουσικά ακούσματα που υπήρχαν γύρω του. Η μουσικότητά του φαίνεται ότι ενυπήρχε και κρυβόταν μέσα του, έτοιμη να αρχίσει να ξεδιπλώνεται και να αναπτύσσεται, τη στιγμή που θα εμφανίζονταν τα κατάλληλα εναύσματα. Όταν ήταν μικρό παιδί, στα κρητικά πανηγύρια που ενίοτε βρισκόταν, στεκόταν μπροστά στη σκηνή και παρατηρούσε τους οργανοπαίκτες· έτσι δημιουργήθηκε αρχικά η περιέργεια και το ενδιαφέρον του προς τη μουσική.

Αλλά το πρώτο του κίνητρο για να ασχοληθεί με το σημερινό βασικό του όργανο έγινε σε πιο ώριμη ηλικία, όταν είχε την πρώτη του συνάντηση με το νέυ, ακούγοντάς το σε μια συναυλία που οργάνωσε ο Ross Daly. Βέβαια, αυτή η πρώτη επαφή έπρεπε επίσης να διαφυλαχθεί, ώστε να εξελιχθεί όταν οι συνθήκες θα το ευνοούσαν. Καθότι κατά εκείνο το χρονικό διάστημα η ανεύρεση του συγκεκριμένου οργάνου, αλλά και δασκάλου επ’ αυτού, δεν ήταν ιδιαίτερα εφικτά στον ελλαδικό χώρο. Φανταστείτε επομένως την έκπληξή του όταν την πρώτη φορά που βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στον όροφο και μόνο του χόστελ όπου έμενε συνάντησε δυο επιπλέον νεϋζέν, όσους περίπου έβρισκε στην Αθήνα! Αν και έχουν περάσει χρόνια από τότε, μέχρι σήμερα χαμογελάει πραγματικά όταν διηγείται τα πρώτα του αυτά μουσικά βήματα – μικρό αλλά σημαντικό δείγμα της αγάπης του προς το αντικείμενο ενασχόλησής του. Επιστρέφει, τρόπον τινά, στον ίδιο παιδικό ενθουσιασμό με τον οποίο κοιτούσε τους μουσικούς στα πανηγύρια. Λίγο πολύ όπως τον βλέπουμε κι εμείς στο εξώφυλλο του CD να στρέφεται προς τον φακό της κάμερας.

Το έργο αυτό όμως δεν αφορά μόνο το νέυ, ούτε μόνο τον πνευστό Νίκο. Είναι ναι μεν ο ίδιος ως οργανοπαίκτης πνευστών, εδώ με νέυ, τουρκικό καβάλ, ζουρνά και ντουντούκ, έχοντας, ως γνωστόν, αφήσει ανάλογο ορόσημο στην ελληνική μουσική σκηνή. Από την άλλη, στον δίσκο εμφανίζεται και ως οργανοπαίκτης εγχόρδων, με κιθάρα και τζουμπούς. Στην κιθάρα εξάλλου έχει κάνει ωδειακές σπουδές και του έχει απονεμηθεί πτυχίο. Δεν δίστασε ωστόσο να παίξει και πλήκτρα σε κάποια από τα κομμάτια, αλλά και να προσθέσει ηχογραφήσεις της φωνής του! Και φυσικά σε αυτό το έργο προβάλλεται ως συνθέτης, μουσικός παραγωγός και τεχνικός ήχου. Γιατί, όπως πιθανό ήδη γνωρίζει το κοινό, εκτός από νεϋζέν και καλός δάσκαλος είναι και ένας εξαιρετικός ηχολήπτης, έχοντας στήσει, ας σημειωθεί εδώ με τα ίδια του τα χέρια και την πολύτιμη βοήθεια ενός φίλου του, το προσωπικό του στούντιο μέσα στο σπίτι του. Το στούντιο “K65”. Μάλιστα, ανά στιγμές σε κάποια από τα κομμάτια του, ο οργανοπαίκτης Νίκος αφήνει εντελώς τη θέση του στον ηχολήπτη Νίκο.

Παρότι είναι μια ατομική υπόθεση, ο δίσκος αφορά και τη συλλογή και μείξη των ήχων που πρόσθεσαν προθυμότατα οι φίλοι και συνεργάτες του δημιουργού του. Περιέχονται ακροάματα τζαζ, κλασικά δυτικά, ‘παραδοσιακά’, ανατολικά και πειραματικά. Τοποθετημένα γενικότερα στον χώρο της διεθνούς, world, μουσικής. Οι επιρροές του δημιουργού του δίσκου από τις μουσικές του σπουδές, τα ακούσματά του και τις μουσικές του συμπράξεις είναι εμφανείς. Ο Νίκος προσφέρει στο κοινό ένα πολύ περίτεχνο κέντημα που έφτιαξε ο ίδιος, χρησιμοποιώντας αρκετές και πολύχρωμες κλωστές. Έτσι, παρά τις διάφορες καλλιτεχνικές συνεργασίες που προβάλει αυτό το άλμπουμ, εδώ κυριαρχεί πλέον ως αυτόνομος καλλιτέχνης, ως μουσική προσωπικότητα, και όχι ως μέλος κάποιου γκρουπ. Είναι το προσωπικό του έργο, το οποίο έχει δουλέψει κυρίως κατά μόνας και ηχογραφημένο, σχεδόν εξολοκλήρου, στο δικό του στούντιο. 

Γενικώς, το “En Route” μπορεί να ακροαστεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Εξάλλου έτσι δεν οφείλει να είναι κάθε τέτοιο δημιούργημα; Κινείται γραμμικά, από τον χαιρετισμό μέχρι τον αποχαιρετισμό. Περιέχει πολλά επίπεδα ακρόασης αλλά και μουσικής, με βάθος έκφρασης. Οι αρμονίες, οι ενορχηστρώσεις και οι αυτοσχεδιασμοί έχουν όλα συντεθεί σε μια συνεργία με τρόπο ποικιλματικό. Το όλο εγχείρημα χαρακτηρίζεται από σεβασμό και αφοσίωση στη μουσική τέχνη και στα επιμέρους είδη της. Αποδίδεται απλότητα αλλά και πολλαπλότητα μαζί – ακριβώς όπως και η προσωπικότητα του Νίκου… Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για μελωδίες που ‘κολλάνε’ στον νου και παίζονται ξανά και ξανά στη μουσικοθήκη του εγκεφάλου. Συνθέσεις ανόμοιες μεταξύ τους, που ακούγονται και αυτόνομα. Κάτι ακόμη που προδίδει το μουσικοσυνθετικό ταλέντο του δημιουργού τους.

Και φυσικά, οι συναισθηματικές επιδράσεις δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν από ένα τέτοιο έργο. Συνθέσεις με σαφείς ή υπαινικτικές αφιερώσεις, ως εντυπώσεις από άτομα που πέρασαν από τη ζωή του Νίκου. Και, βέβαια, δεν παραλείπει να αποτίσει φόρο τιμής στους γονείς του και στην αδερφή του, που στέκονται αρωγοί στη ζωή του. Αξιοσημείωτο στοιχείο το ότι το εξώφυλλο του CD είναι μια παιδική ανάμνηση του ίδιου και της αδερφής του Αθηνάς, απαθανατισμένοι από μια οικογενειακή φίλη στο αγροτικό μάρκας Datsun του πατέρα τους, μαζί με αυτόν· ένα όχημα ορόσημο για την ελληνική αγροτική επαρχία και πόσο μάλλον για την Κρήτη! Σαφώς και δεν θα υπήρχε καλύτερη εικόνα για να πλαισιώσει την έννοια του “En Route”… Επίσης ενδιαφέρουσα πληροφορία, ότι και η ενασχόλησή του με την ηχοληψία ξεκινάει με συναισθηματικού τύπου επιρροές, αφού τα πρώτα του ηχοληπτικά μηχανήματα του δωρίστηκαν από τον κουμπάρο του! Ένα μάλιστα από αυτά τα αρχικά δώρα έχει βρει τη θέση του και παραμένει μέχρι σήμερα στο K65.

Kλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω το προσωπικά αγαπημένο μου κομμάτι του δίσκου: το “Karsilama”. Γιατί το συγκεκριμένο; Αρχικά για λόγους προσωπικών μουσικών προτιμήσεων, αναγνωρίζοντας ότι στο “Karsilama” αξιοποιείται τροπικού είδους σύνθεση και υπάρχουν αναμφίβολα επιρροές από την ‘παράδοση’. Πρόκειται για αποτέλεσμα συνθετικής σπουδής, για μια επέκταση στις μουσικές κουλτούρες της Ανατολής. Αλλά κυρίως το ξεχωρίζω διότι σε αυτό το κομμάτι ξεδιπλώνεται στο έπακρο ο πνευστός Νίκος, σε ένα διάλογο μόνο μεταξύ πνευστών και κρουστών. Και επειδή ταυτόχρονα αναδύεται ο ίδιος ως δημιουργικός, μουσικά καλλιεργημένος και ιδιοφυής, θα πρόσθετα! 

Σε όλες αυτές τις σκέψεις προστίθεται το γεγονός ότι το “Karsilama” ανοίγει με το ηχητικό αποτύπωμα της στιγμής της έμπνευσής του, στο πεδίο επιτέλεσής του. Ακούμε, συγκεκριμένα, μια πρόχειρη ηχογράφηση που έγινε στην πλατεία του Αγίου Λαυρεντίου στο Πήλιο, τις ημέρες του Μουσικού Χωριού. Με μια φλογέρα φτιαγμένη από ένα πλαστικό κέλυφος μαρκαδόρου! Και κάπως έτσι γινόμαστε κι εμείς μέτοχοι της ανάμνησης αυτής: καθώς στο βάθος ακούγονταν νταούλια να παίζουν σε ρυθμό εννιάσημο, ο Νίκος κρατούσε αυτό το ιδιαίτερο όργανο, το οποίο έφτιαξε ο πατέρας ενός φίλου του, και εμπνεύστηκε τη συγκεκριμένη μελωδία… 

Καλές ακροάσεις λοιπόν, ή όπως πολύ σοφά λέει ο ίδιος ο συνθέτης, καλά και περιπετειώδη ταξίδια!

της Ευαγγελίας Χαλδαιάκη Δρα. Ιστορικής Μουσικολογίας En Route. Ένας

Οι Arcturus επιστρέφουν στην Ελλάδα για δυο συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (WE).

Πιο συγκεκριμένα, στην Αθήνα θα εμφανιστούν την Παρασκευή 21 Απριλίου 2023 στο Fuzz Live Music Club και μια ημέρα μετά, το Σάββατο 22 Απριλίου 2023 θα παίξουν στη Θεσσαλονίκη στο WE.

Arcturus live – Εισιτήρια

▶️ Τα εισιτήρια κοστίζουν 25€ (περιορισμένη προπώληση), 28€ (υπόλοιπη προπώληση) και 30€ (ταμείο).

Αγοράστε ηλεκτρονικά τα εισιτήριά σας ΕΔΩ

Arcturus live Αθήνα και Θεσσαλονίκη 2023
Arcturus live Αθήνα και Θεσσαλονίκη 2023

Πραγματοποιώντας την εμφάνισή τους, περίπου πριν από ένα τέταρτο του αιώνα, οι Arcturus έκαναν κατευθείαν αίσθηση με το προοδευτικά σκεπτόμενο, πειραματικό και καλλιτεχνικά φιλόδοξο έργο τους, που περίτεχνα ζωγράφιζαν πάνω σε έναν black metal καμβά. Η φιλοδοξία τους αυτή συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Από την ίδρυσή τους κιόλας, οι Arcturus παρουσίασαν μία σταθερή αφοσίωση στην εξερεύνηση του ήχου και την εγκαθίδρυση του απρόβλεπτου σε αυτόν. Αυτά είναι τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα που καθιστούν τη μπάντα ένα μοναδικό και αγαπημένο στοιχείο μέσα στους progressive και extreme metal κύκλους.

Απαρτιζόμενοι από τους μεγάλους και ξακουστούς της black metal σκηνής, Steinar Sverd Johnsen (πλήκτρα – επίσης στους The Kovenant, Ulver και ζωντανά στους Emperor και Ved Buens Ende), Jan Axel Hellhammer  Blomberg (ντραμς – επίσης στους Mayhem, The Kovenant, Dimmu Borgir, Shining), Knut Magne Valle (κιθάρα – επίσης στους Ulver), Hugh Mingay (μπάσο – επίσης στους Ulver, Ved Buens Ende) και Simen ICS Vortex Hestnæs (φωνή – επίσης στους Borknagar, Lamented Souls και Dimmu Borgir), οι Arcturus ήταν πάντα φημισμένοι για τις εκρηκτικές ζωντανές εμφανίσεις τους και τις σπουδαίες ατομικές μουσικές και εκτελεστικές τους ικανότητες.

Από το καθαρόαιμο black metal ντεμπούτο ‘Aspera Hiems Symfonia’ (1996) μέχρι το εμβληματικό ‘La Masquerade Infernale’ (1997) μεσολάβησε μόνο ένα έτος, καθοριστικό όμως για την συνέχιση της μπάντας και τη διαμόρφωση της τόσο ξεχωριστής μουσικής της ταυτότητας.

 Η Απάνθρωπη Μεταμφίεση –όπως σημαίνει ο τίτλος του στα Γαλλικά- πήγε το ίδιο το σχήμα, αλλά και το black metal ως ήχο, ένα τεράστιο βήμα παραπέρα (ή και μπροστά για κάποιους), με την εξέχουσα χρήση πλήκτρων και προηχογραφημένων δειγμάτων (συχνά πιο εξέχουσα κι από αυτή της ίδιας της ηλεκτρικής κιθάρας) και την θαρραλέα αντικατάσταση των χαρακτηριστικών φωνητικών κραυγών του ιδιώματος, από μπάσα καθαρά φωνητικά, αλλά και τα οπερετικά του ICS Vortex, που λίγα χρόνια αργότερα έμελλε να αντικαταστήσει τον Garm, στο πόστο του βασικού τραγουδιστή.

Το ‘La Masquerade Infernale’ είναι για πολλούς ένας δίσκος σταθμός και ένα περίλαμπρο παράδειγμα του πως πρέπει να ηχεί το avant-garde metal.

Το ‘The Sham Mirrors’ του 2002 πήγε τη μπάντα ένα ακόμη βήμα πιο πέρα, με την περισσότερο αφηρημένη, εξωπραγματική και πολυσυλλεκτική ταυτότητά του, που περιείχε ακόμη και στοιχεία από trip hop, ambient και ηλεκτρονική μουσική, αποτελώντας κάτι τελείως διαφορετικό από οτιδήποτε συνέβαινε στο metal (ή και σε οποιοδήποτε άλλο μουσικό είδος) εκείνη την περίοδο, ενώ το ‘Sideshow Symphonies’ του 2005 (που μάλιστα σηματοδότησε την αποχώρηση του Garm, και την υπογραφή δισκογραφικού συμβολαίου με τη θρυλική Γαλλική δισκογραφική εταιρεία Seasons of Mist) έμοιαζε να ρέπει πολύ περισσότερο προς τις πιο progressive metal καταβολές του σχήματος.

Με την εξαιρετική χρήση πλήκτρων, synths και πιάνου, το υπερηχητικό drumming του Hellhammer και τον ICS Vortex σε πρώτο ρόλο να προβάλλει περισσότερο από ποτέ την πολυσχιδή φωνητική προσωπικότητά του, με ερμηνείες κάθε είδους από ψίθυρους και black metal κραυγές ως δραματικές οπερετικές ερμηνείες, το ‘Sideshow Symphonies’ αποτέλεσε –εκτός από μία αριστουργηματική κυκλοφορία- και το κύκνειο άσμα της πρώτης αυτής περιόδου των Arcturus, που οδηγήθηκαν λίγο καιρό αργότερα στην –προσωρινή ευτυχώς- διάλυσή τους, με κάθε μέλος να τραβάει τον δικό του δρόμο και να διαγράφει τη δική του μοναδική πορεία στο Νορβηγικό metal στερέωμα.

Άλλωστε οι περγαμηνές τους μιλούν από μόνες τους.

Το ‘Arcturian’ του 2015 ήρθε να αποτελέσει το επιστέγασμα των reunion εμφανίσεων των Arcturus, που ξεκίνησαν την ίδια χρονιά, και να σπείρει τον ενθουσιασμό στους fans του σχήματος παγκοσμίως, που κατάλαβαν πως εδώ δεν μιλούσαμε για μία… αρπαχτή, αλλά για την οριστική Ανάσταση, μίας μουσικής λεγεώνας που αποτέλεσε και αποτελεί σταθμό και ορόσημο για τη black metal σκηνή, και το extreme metal στερέωμα γενικότερα.

Η ποιότητα του έσχατου αυτού δισκογραφικού δημιουργήματος των Arcturus καταδεικνύει με τρόπο συμπαγή, πως οι Νορβηγοί δεν πιέστηκαν προς τη κατεύθυνση της επανένωσής τους, αλλά πως αυτή συνέβη με κίνητρα γνήσια και άκρως καλλιτεχνικά, τα οποία άλλωστε πάντα τη μπάντα, από τη δημιουργία της μέχρι και σήμερα.

Ο πυρήνας της μουσικής των Arcturus μπορεί να περιγραφεί ως ένα αμάλγαμα επιθετικού ακραίου metal, επιρροών από δραματική κλασική μουσική και παρανοϊκά ηλεκτρονικά jams, που κυριεύει τον ακροατή με μία σκοτεινή και κάποιες φορές ήπια γοητεία, φέροντας μία αίσθηση διεστραμμένου μελοδράματος όπως αυτή ανατέλλει μέσα από προσεκτικά κατασκευασμένες μουσικές δομές.

Αποτελεί μαρτυρία της αντοχής του συγκροτήματος, ότι παρά τις πολυάριθμες εσωτερικές εκρήξεις, τις χαοτικές αλλαγές στη σύνθεσή του και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά την πορεία του στη βιομηχανία, παραμένει κατακλυσμένοι από μία κατάμαυρη αίσθηση του χιούμορ και πιο αποφασισμένο από ποτέ να σφυρηλατήσει το δικό του μουσικό μονοπάτι.

Arcturus live Αθήνα και Θεσσαλονίκη 2023
Arcturus live Αθήνα και Θεσσαλονίκη 2023

Οι Arcturus επιστρέφουν στην Ελλάδα για δυο συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (WE). Πιο

Κλείνουν φέτος 50 χρόνια από το The Dark Side of the Moon των Pink Floyd και το Tubular Bells του Mike Oldfield, δύο άλμπουμς που έβαλαν το “προγκρέσιβ ροκ” σε κάθε σπίτι της δεκαετίας του ‘70. Ένα μουσικό είδος που εξέλιξε την ιδέα περί ροκ και που ακόμα επηρεάζει τα μουσικά πράγματα. Τι είναι όμως το “προγκρέσιβ ροκ”;       

του Γιώργου Πισσαλίδη

Οι απαρχές του “προγκρέσιβ ροκ”

Το “προγκρέσιβ ροκ” (progressive rock ή “προγκρέσιβ” η “προγκ”) γεννήθηκε μέσα από την ψυχεδέλεια* της περιόδου 1966- 1967, και απέκτησε ξεχωριστή ταυτότητα χάρις στην  μπαρόκ πόπ των Beach Boys, τα ινδο-κλασσικά πειράματα των Beatles και το πρωτο-συμφωνικό ροκ των Moody Blues και των Procol Harum. Eνώ  αναδείχθηκε καλλιτεχνικά και εμπορικά χάρις σε συγκροτήματα των 70’s, όπως οι Jethro Tull, οι Genesis, οι Yes, οι Pink Floyd, οι Emerson, Lake & Palmer, οι Kansas και οι Rush

Όλοι οι παραπάνω (και όσοι αναφέρονται στο άρθρο) ήθελαν να πάνε το ροκ πέρα από την κλασσική φόρμουλα κουπλέ-ρεφρέν -κουπλέ του ποπ τραγουδιού, να  σταματήσει το ροκ να θεωρείται θορυβώδης μουσική για έφηβους και να το ανεβάσουν στο επίπεδο της κλασσικής και της τζαζ. 

Αυτό ήταν ένα κοινό αίτημα στους ροκ μουσικούς της εποχής, από τους  Beatles που χρησιμοποιούσαν τον ήχο της ινδικής σιτάρ στα τραγούδια τους στον Bob Dylan, ο οποίος απαρνήθηκε το τραγούδι διαμαρτυρίας προς χάριν μιας ροκ ποίησης επηρεασμένης από τον Τ. Σ. Έλιοτ και τους Γάλλους Συμβολιστές. Και αρχικά αυτό σήμαινε “προγκρέσιβ ροκ” να πηγαίνει κανείς την ροκ πιο πέρα μέ κάθε καινούργιο άλμπουμ.  

Όταν το “Pet Sounds” των Beach Boys κυκλοφόρησε στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Ιούνιο του 1966, η αφίσσα της διαφήμισης έγραφε:“Το καλύτερο προγκρέσιβ ποπ άλμπουμ που κυκλοφόρησε ποτέ”. To άλμπουμ συνδύαζε τα πολύπλοκα φωνητικά για τα οποία το συγκρότημα ήταν διάσημο με μια καλειδοσκοπική μουσική γεμάτη επιρροές από την easy listening του Μπέρτ Μπάκαρα, το μπαρόκ του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ, την ψυχεδέλεια, την φολκ και την τζαζ. 

Ο Brian Wilson, o οποίος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για το καλλιτεχνικό όραμα του “Pet Sounds”, δήλωνε  επηρεασμένος από τον “Ήχο του Τοίχου” του μεγάλου του ειδώλου παραγωγού Phil Spector, ο οποίος χρησιμοποιούσε το στούντιο ως μουσικό όργανο και από το “Rubber Soul” των μεγάλων αντίζηλων Beatles. Ενώ με την σειρά του θα επηρέαζε τους Beatles  όταν ηχογραφούσαν το  “Sgt Pepper”. 

Το “Pet Sounds” χαρακτηριζόταν από τετρακάναλη και πολυεπίπεδη εγγραφή τραγουδιών (κάτι καινούργιο για την εποχή) και το πάντρεμα συμβατικών οργάνων της ροκ με όργανοθεσία κλασσικής μουσικής (μπαρόκ ποπ) όπως τσέμπαλα, φλάουτα, ορχήστρες εγχόρδων, εκκλησιαστικά όργανα, αλλά και Theremin, κουδούνες ποδηλάτων κ.α. που έδιναν ένα συνολικό συμφωνικό ήχο. Yπήρχαν μεγάλα ποπ τραγούδια, όπως το “God Only Knows”, το “Sloop John B”, το “Wouldn’t It Be Nice” και πάνω από όλα το “Good Vibrations”, μια “ποπ συμφωνία τσέπης” που επέδρασε καταλυτικά στο προγκρέσιβ. 

Το “Pet Sounds” υπήρξε το πρώτο άλμπουμ ψυχεδελικής ποπ, ενός στυλ που θα χρησιμοποιούσε τους νεωτερισμούς της κανονικής ψυχεδέλειας (από fuzz κιθάρες και ινδικές σιτάρ μέχρι τεχνικές στούντιο που αλλοίωναν ηλεκτρονικά τα τραγούδια και τα όργανα) στην μαίηνστρημ ποπ. Αυτά τα τραγούδια δεν ήταν ούτε πολύ “τριπαρισμένα” ούτε πολύ bubblegum. Ψυχεδελική ποπ ήταν επίσης οι Beatles του “Revolver” και του “Strawberry Fields Forever”, οι Pink Floyd στα δύο πρώτα “σαραπεντάρια” “Arnold Layne” και “See Emily Play”,   και οι Zombies του “Odyssey and Oracle”, που όλοι τους ήταν μέρος του πρώιμου προγκρέσιβ ροκ.  

Το καλοκαίρι του 1967, το Sergeant Pepper’s Lonely Heart Club Band των Beatles θα έμπαινε σε κάθε σπίτι, μένοντας για 27 εβδομάδες στο Νο 1 του Ηνωμένου Βασιλείου. Επρόκειτο για ένα από τα κορυφαία άλμπουμ της βρεταννικής ψυχεδέλειας με επιρροές από το μιούζικ χωλ, την κλασσική και ινδική μουσική και την αβαντ γκάρντ, σε συνδυασμό ανορθόδοξου χειρισμού σύγχρονων τεχνικών των στούντιο (λούπες, σβησίματα στο τέλος τραγουδιού, πηγαίνοντας μπρος- πίσω την κασσέτα ήχου) δημιουργώντας  μια  “φευγάτη” ατμόσφαιρα.

Oι Beatles στο πάρτυ που δόθηκε για τον τυπο με αφορμή την κυκλοφορία του Sergeant Pepper’s Lonely Heart Club Band. Photo credit: Getty Images

Με τραγούδια όπως A Day in Life και Lucy in the Sky of Diamonds (η το Strawberry Fields Forever που κυκλοφόρησε τελικά μόνο σε μικρό δίσκο), το Sgt Pepper σηματοδότησε την αρχή της εποχής των άλμπουμς, κάλυψε το χάσμα ανάμεσα στην υψηλή τέχνη και την ποπ μουσική και ανέτρεψε μια για πάντα το τι περίμενε κανείς να ακούσει από ένα ροκ συγκρότημα. Ενώ  έκανε μουσικούς της κλασσικής μουσικής, όπως ο Γιεχουντίν  Μενουχίν να παίρνουν τους Beatles στα σοβαρά. Με άλλα λόγια το πρώτο ίσως άλμπουμ του “προγκρέσιβ ροκ”. 

Ο ύμνος όμως του “Καλοκαιριού της Αγάπης”, θα γινόταν το “A Whiter Shade of Pale” των Procol Harum, ένα ονειρικό πρωτο-συμφωνικό/ μπαρόκ ποπ κομμάτι επηρεασμένο από το “Air on the G String” του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ, με ασυνήθιστους στίχους και ένα όργανο σε μπαρόκ στυλ παιγμένο από τον Matthew Fischer που ανέβηκε στο Νο 1.  

Αυτός ο πρωτο-συμφωνικός ήχος θα έφτανε στο απόγειο του τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς με το “Days of Future Passedτων   Moody Blues , το οποίο ηχογραφήθηκε με την βοήθεια της London Symphony Orchestra γραμμένο ως μία εκτενή σουίτα. Επρόκειτο για  ένα κράμα ψυχεδελικής ποπ αλά Beatles, φολκ και κλασσικής μουσικής με πλούσιες ενορχηστρώσεις έγχορδων και συνθέσεις βασισμένες στο μέλλοτρον του Mike Pinder, ένα καινούργιο όργανο που μπορούσε να δημιουργήσει τον ήχο μιας ολόκληρης ορχήστρας

To άλμπουμ γέννησε δύο επιτυχίες, το “Nights in White Satin” και “Tuesday Afternoon”, έμεινε στα αμερικάνικα τσαρτς για τα επόμενα πέντε χρόνια και επηρέασε μια νέα γενιά μουσικών, όπως οι Yes, οι Genesis, οι Electric Light Orchestra και οι Barclay James Harvest. 

Για έναν ορισμό του “προγκρέσιβ ροκ” 

Ήταν επίσης το άλμπουμ με το οποίο ο όρος “προγκρέσιβ ροκ” άρχισε να παίρνει συγκεκριμένο νόημα. Αρχικά σήμαινε την φανερή και μόνιμη επιρροή από την κλασσική μουσική στο ροκ. ξάλλου η πρώτη φορά που αναφέρεται η λέξη progressive rock είναι στο ομώνυμο άλμπουμ των Caravan και σημαίνει ακριβώς την σχέση με την κλασσική. Αργότερα όμως θα χαρακτήριζε την μουσική από απόφοιτους σχολών Καλών Τεχνών, που ήταν δεξιοτέχνες, έγραφαν ενδιαφέρουσες, εκτενείς (η και πιο σύντομες) συνθέσεις με εναλλαγές ρυθμών, εξερευνούσαν τις δυνατότητες της μουσικής και ήταν εμπνεόμενοι από την κλασσική, την τζαζ, την φολκ, την ηλεκτρονική και την “έθνικ” μουσική (συνήθως κλασσική Ινδική μουσική). Ενώ οι στίχοι ήταν ποιητικοί, γεμάτοι φαντασία ή εμπνευσμένοι από την μεγάλη λογοτεχνία. Εξάλλου η πρώτη φορά που αναφέρεται η λέξη progressive rock είναι στο ομώνυμο άλμπουμ των Caravan και σημαίνει ακριβώς την σχέση με την κλασσική.

Ανάμεσα στα πρώτα συγκροτήματα του “προγκρέσιβ” ήταν οι Jethro Tull, οι Traffic του Stevie Winwood, οι Caravan και οι Soft Machine από την σκηνή του Καντέρμπερυ με τζαζ και συμφωνικές επιρροές, οι Family, και οι King Crimson που με το “In the Court of Crimson King” θα άλλαζαν την πορεία του είδους. Όλοι τους ηχογράφησαν τα ντεμπούτα τους στην διετία 1968-1970. 

Οι Caravan το 1969

Εκείνο που βοήθησε πολύ την ανάπτυξη του “προγκρέσιβ ροκ” ήταν η ευημερία της δεκαετίας του 60 που έκανε τους παραγωγούς και διευθυντές δισκογραφικών εταιρειών να δώσουν καλλιτεχνική ελευθερία στους καλλιτέχνες, οι οποίοι έπαιρναν τους εαυτούς τους στα σοβαρά και δεν ένοιωθαν απλοί διασκεδαστές.  

Ένας δεύτερος παράγοντας ήταν η εξέλιξη της τεχνολογίας που βοήθησε στην ανάδειξη νέων οργάνων, όπως το moog, το μέλλοτρον και το συνθεσάιζερ, ενώ ήταν το στούντιο και όχι η  σκηνή όπου πλέον δημιουργείτο η μουσική. Ήταν η εποχή και το μουσικό είδος που μετέτρεψε τεχνικούς ήχου σε σταρς, όπως στην περίπτωση του Alan Parsons που είχε αναδειχθεί σε κανονικό μέλος των Pink Floyd όταν ηχογραφούσαν το  “The Dark Side of the Moon”. 

O τεχνικός ήχου Alan Parsons ηχογραφώντας με τους Pink Floyd το The Dark side of the Moon

Παράλληλα τα άλμπουμς πήραν την θέση των μικρών δίσκων, κάτι που έδωσε δυνατότητα για εκτενή τραγούδια σαν σουίτες η “κόνσεπτ” άλμπουμς, όπου τα τραγούδια βασιζόταν σε μια κοινή ιστορία η ένα κοινό θέμα, με πιο διάσημο παράδειγμα το “The Wall” των Pink Floyd. 

Ενώ ακόμα και τα εξώφυλλα των δίσκων θεωρούντο έργα τέχνης, όπως αποδεικνύουν περίτρανα τo εξώφυλλο της Hipgnosis για το  The Dark Side of the Moon των Pink Floyd, η του Ρότζερ Ντην για τους δίσκους των Yes και των άλλων συγκροτημάτων του είδους.

Τέλος μέσα στο ίδιο πνεύμα ο Peter Gabriel μετέτρεπε τις συναυλίες των Genesis σε θεατρικά σώου, ενώ οι σόλο συναυλίες του Rick Wakeman των Yes (Journey to the Centre of Earth) είχαν κάτι το  μεγαλειώδες ως θέαμα. 


* Ψυχεδέλεια: Διερευνητική μουσική που προσπάθησε να πάει πέρα από το μοτίβο κουπλέ-ρεφρέν- κουπλέ με συγκροτήματα όπως οι
Yardbirds και οι Byrds να γεμίζουν τα τραγούδια τους με fuzz κιθάρες, οι Beatles, οι Stones και οι Quintessence να παίζουν ινδική σιτάρ, ο Jimi Hendrix και οι Cream να “τραβούν” το μπλουζ ροκ τους αυτοσχεδιάζοντας και επιδεικνύοντας την δεξιοτεχνία τους και τέλος οι Pink Floyd, οι Doors, οι Jefferson Airplane και οι Grateful Dead να γραφουν αυτοσχεδιαστικά ινστρουμένταλς. 

Κλείνουν φέτος 50 χρόνια από το The

Στη σύγχρονη θρησκευτική μουσική εστιάζει η δεύτερη συναυλία του Φεστιβάλ της Άνοιξης, τη Δευτέρα 3 Απριλίου στις 8:30 μ.μ. στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Αυτή τη βραδιά, στην οποία το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε έναν σπουδαίο εσθονό συνθέτη της εποχής μας και σε διεθνώς διακεκριμένους ερμηνευτές του έργου του, επίσης από την Εσθονία, το βραβευμένο με Grammy (και όχι μόνο) φωνητικό σύνολο Vox Clamantis παρουσιάζει στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης τη συγκλονιστική σύνθεση Passio του Arvo Pärt [Άρβο Παιρτ].

Το έργο είναι γραμμένο για σολίστ, μεικτή χορωδία, οργανικό σύνολο και εκκλησιαστικό όργανο και βασίζεται στα Κατά Ιωάννην Πάθη. Τους Vox Clamantis διευθύνει ο Jaan-Eik Tulve [Γιααν-Έικ Τούλβε], ο οποίος θεωρείται ένας από τους πιο εμπνευσμένους μουσικούς στη φωνητική σκηνή της Σκανδιναβίας.

Τα μέρη του Ιησού ερμηνεύει ο βαθύφωνος Taniel Kirikal [Τάνιελ Κίρικαλ], και του Πιλάτου ο τενόρος Valter Soosalu [Βάλτερ Σόοσαλου]. Ο ρόλος του Ευαγγελιστή αποδίδεται από τέσσερις μονωδούς: την υψίφωνο Jaanika Kuusik [Γιάανικα Κούουσικ], την άλτο Susanna Paabumets [Σουσάννα Πάαμπουμετς], τον τενόρο Anto Õnnis [Άντο Όννις] και τον βαθύφωνο Tõnis Kaumann [Τόνις Κάουμαν]. Λαμβάνουν επίσης μέρος οι σολίστ: Robert Traksmann [Ρόμπερτ Τράκσμαν] (βιολί), Riivo Kallasmaa [Ρίιβο Κάλλασμαα] (όμποε), Peeter Sarapuu [Πέετερ Σάραπουου] (φαγκότο) και Johannes Sarapuu [Γιοχάννες Σάραπουου] (βιολοντσέλο). Στο εκκλησιαστικό όργανο, η Ene Salumäe [Ένε Σάλουμαε].

Passio Domini nostri Jesu Christi secundum Joannem

Τα Πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού  κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη για σολίστ, μικτή χορωδία,  οργανικό σύνολο και εκκλησιαστικό όργανο

Η σύνθεση Passio αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες θρησκευτικές δημιουργίες του Arvo Pärt (γενν. 1935). Χαρακτηρίζεται από μια βαθιά πνευματικότητα που υπηρετεί με ευλάβεια το ευαγγελικό κείμενο ‒και όχι την αυταρέσκεια του συνθέτη ή των ερμηνευτών‒ αποφεύγοντας ταυτόχρονα τον μουσικό εντυπωσιασμό και τις δραματουργικές εξάρσεις.

Ο Παιρτ ασπάστηκε την ορθόδοξη πίστη το 1972 και μελέτησε επισταμένως το γρηγοριανό μέλος και την παλαιά πολυφωνία, στα οποία βασίζεται άλλωστε η επινόηση της καινοτόμου συνθετικής τεχνικής του με την ονομασία tintinnabuli (από το λατινικό tintinnabulum=μικρή καμπάνα). Άρχισε να γράφει τα “Πάθη” το 1980, όταν μετοίκησε στο Βερολίνο, στρέφοντας την προσοχή του στα κεφάλαια 18 και 19 του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου και επιστρέφοντας στις ρίζες της ευρωπαϊκής πολυφωνίας, προκειμένου να αφηγηθεί μουσικά το Θείο Πάθος με όσο το δυνατό πιο λιτό
τρόπο.

Το αριστοτεχνικά γραμμένο έργο του ολοκληρώθηκε το 1982.

Πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στο Μόναχο. Οι βιβλικές περικοπές τραγουδιούνται στα λατινικά, ενώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον αριθμό τέσσερα που συμβολίζει τις τέσσερις άκρες του Σταυρού. Έτσι, ο ρόλος του Ευαγγελιστή δεν ερμηνεύεται από έναν σολίστ αλλά από τέσσερις, οι οποίοι πλαισιώνονται από τέσσερα όργανα (βιολί, όμποε, τσέλο και φαγκότο) και από τετράφωνη χορωδία.

Tο πολυβραβευμένο φωνητικό σύνολο Vox Clamantis…

… χαρακτηρίζεται από το πάθος των μελών του για το γρηγοριανό μέλος, την πρώιμη πολυφωνία και τη σύγχρονη δημιουργία. Συστάθηκε το 1996 από τον μαέστρο Jaan-Eik Tulve και έχει αγαπηθεί από κοινό και κριτικούς για τον μοναδικό του ήχο και το βάθος της ερμηνείας του. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη μουσική πράξη τα μέλη του έλκει από την παράδοση της πρώιμης ευρωπαϊκής μουσικής. Ωστόσο, στο ρεπερτόριό τους οι σύγχρονες μουσικές συνθέσεις έχουν κι αυτές περίοπτη θέση: συνθέτες όπως ο Arvo Pärt, η Helena Tulve, o Erkki-Sven Tüür, ο Tõnis Kaumann και ο Sven Grünberg έχουν γράψει και αφιερώσει έργα τους στο Σύνολο. Οι Vox Clamantis περιοδεύουν στην Ευρώπη, στο Ισραήλ, τον Καναδά, στις ΗΠΑ, στην Κολομβία, λαμβάνουν μέρος σε πολλά φεστιβάλ (Γαλλία, Πολωνία, Ιαπωνία, Γερμανία, Βέλγιο,  Αυστραλία και αλλού) και εμφανίζονται στο Klangvokal του Ντόρτμουντ, στην Μπρυζ και στην ελβετική πόλη Σιόν. Στα προσεχή τους σχέδια περιλαμβάνονται συμμετοχές σε σημαντικά διεθνή φεστιβάλ στην Ευρώπη και αλλού.

Vox Clamantis Arvo Pärt: Passio

Συμπράττουν συχνά με γνωστούς καλλιτέχνες και ορχηστρικά σύνολα: Arianna Savall, Dhafer Youssef, Marco Ambrosini, Yair Dalal, Jean Claude Pennetier, Cello Octet Amsterdam, consort Hortus Musicus, NYDD Enθsemble, Χορωδία Δωματίου της Φιλαρμονικής της Εσθονίας και Χορωδία της Ραδιοφωνίας της Λετονίας.
Στις ηχογραφήσεις τους συγκαταλέγονται επιτυχημένα άλμπουμ. Ανάμεσά τους και το το Via crucis που τιμήθηκε με το Diapason d’or. Το cd Adam’s Lament του Arvo Pärt με τον Tõnu Kaljuste και τη Χορωδία της Ραδιοφωνίας της Λετονίας πήρε βραβείο Grammy 2014. Έχουν επίσης ηχογραφήσει τη μουσική της βραβευμένης με Όσκαρ ταινίας La grande bellezza [Η τέλεια ομορφιά]. Φέτος κυκλοφορεί άλμπουμ τους με έργα Henrik Ødegaard.

Το 2011, οι Vox Clamantis και ο Jaan-Eik Tulve τιμήθηκαν από το Ίδρυμα Πολιτισμού της Εσθονίας.

Το Σύνολο απαρτίζεται από  τις σοπράνο Mari-Liis Urb, Anna Mazurtšak, Anete Peäske, τις άλτο Saale Kreen, Kadri Hunt, Merili Sarapuu, τους τενόρους Ryan Dean Adams, Sander Pehk και τους μπάσους Joosep Serva, Sakarias Jaan Leppik, Aare Külama.

Ο διακεκριμένος εσθονός μαέστρος Jaan-Eik Tulve…

… [Γιάαν-Έικ Τούλβε] αποφοίτησε από το Ωδείο του Ταλίν και στη συνέχεια σπούδασε γρηγοριανό μέλος στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού, από το οποίο αποφοίτησε το 1993. Εργάστηκε στο Κονσερβατουάρ ως βοηθός του Louis-Marie Vigne, που επηρέασε καθοριστικά την εξέλιξή του στη μουσική. Συνέχισε τις μουσικές του σπουδές με τον Daniel Saulnier από το Αβαείο του Αποστόλου Πέτρου της Σολέμ. Το 1993 ίδρυσε στο Παρίσι το σύνολο Lac et Mel, δίνοντας πολλές συναυλίες σε Ευρώπη και Λίβανο. Το 1994 οργάνωσε τμήμα γυναικείου τραγουδιού στη Γρηγοριανή Χορωδία στο Παρίσι. Από το 1996 διδάσκει γρηγοριανό μέλος στη Μουσική Ακαδημία της Εσθονίας και σε σεμινάρια σε όλο τον κόσμο. Έχει λάβει τον Μεγαλόσταυρο του Λευκού Αστέρα της Δημοκρατίας της Εσθονίας, τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Λεοπόλδου του Βελγίου και το Παράσημο Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας. Το 2017 ανακηρύχθηκε Μουσικός της Χρονιάς από την Εσθονική Ραδιοφωνία.

Φεστιβάλ της Άνοιξης

Η εαρινή γιορτή της μουσικής και του χορού, που διοργανώνεται για δεύτερη χρονιά στο Μέγαρο, συνεχίζεται στις 4/4 με τη βιολονίστα Vilde Frang και τον πιανίστα Denis Kozhukhin. Στις 5/4 προβάλλεται για μία και μοναδική βραδιά το ντοκιμαντέρ “Janine Jansen: Ερωτευμένη με τον Stradivari” (με ελληνικούς υπέρτιτλους) σε σκηνοθεσία του βραβευμένου με BAFTA Gerald Fox. Το επόμενο βράδυ (6/4) εμφανίζεται στο Μέγαρο ένα από τα σημαντικότερα σύνολα σύγχρονης μουσικής της εποχής μας, το Ensemble intercontemporain από τη Γαλλία. Στις 7/4 επιστρέφει στη σκηνή της Αίθουσας Χρήστος Λαμπράκης ο ρώσος βιρτουόζος του πιάνου Nikolay Lugansky. Η αυλαία του Φεστιβάλ της Άνοιξης πέφτει με το Μπαλέτο Preljocaj, επίσης τη Γαλλία, που παρουσιάζει στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη μια σύγχρονη εκδοχή της “Λίμνης των Κύκνων” (8 & 10/4).

Τιμές εισιτηρίων
30 € ● 26 € ● 22 € ● 18 € ● 13 € ● 9 € ● 7 € (εκπτωτικό)

Χορηγοί Επικοινωνίας
ΕΡΤ, ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 103,7, ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 90.9, ΚΟSMOS 93.6,  COSMOTE TV, ACTION 24, ATTICA MEDIA GROUP, ΔΙΕΣΗ 101.3, BEST 92.6, GALAXY 92, ΑΘΗΝΑ 9.84, KISS 92.9, CNN.GR, CULTURENOW.GR, IN2LIFE.GR, ΜΟNOPOLI.GR, NEWSBEAST.GR, ARTANDLIFE.GR, METEO.GR

Πληροφορίες

Αρχική Σελίδα


https://www.facebook.com/megaron.gr
https://www.instagram.com/megaron_athens/
https://www.youtube.com/user/AthensConcertHall

 

Πηγή: capital.gr

Στη σύγχρονη θρησκευτική μουσική εστιάζει η δεύτερη

Επιμέλεια Γιώργος Πισσαλίδης

Το Σάββατο 1 Απριλίου, ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος και ο Περικλής Αλιώπης προσκαλούν την Ελένη Τσαλιγοπούλου στο Roof Stage του Gazarte σε μία βραδιά αφιερωμένη στη Βαλκανική μουσική.

Οι δύο σολίστ παρουσιάζουν δικές τους πρωτότυπες συνθέσεις και εμπνευσμένες διασκευές, αντλώντας στοιχεία από την Ελληνική μουσική παράδοση, την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και απρόσμενα ταιριάσματα από το ευρέως γνωστό ρεπερτόριο που χαρακτηρίζει αυτή την μουσική. Την ορχήστρα συμπληρώνουν οι δεξιοτέχνες μουσικοί: Κώστας Μερετάκης στα κρουστά και Βασίλης Τζιατζιάς στην κιθάρα.

Η αυτοσχεδιαστική διάθεση δεσπόζει και καθορίζει την εξέλιξη της παράστασης ακροβατώντας μεταξύ διονυσιακού και μελαγχολικού ηχοχρώματος των πνευστών γεφυρώνοντας φαινομενικά ετερόκλητα στοιχεία, αντιθέσεις και ιδιαιτερότητες.

Η χαρακτηριστική ενέργεια των χάλκινων πνευστών των Βαλκανίων, συναντιούνται και αναμιγνύονται απρόσμενα με την ατμοσφαιρικότητα της Ethnic Jazz και της World Music εντάσσοντας παλαιά και νεότερα στοιχεία, στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον.

Η πιο δημιουργική ερμηνεύτρια της γενιάς της, Ελένης Τσαλιγοπούλου θα συμπληρώσει την ξεχωριστή μουσική παράσταση ‘Balkan Roots & Spirit’.

ΣΑΒΒΑΤΟ 1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
GAZARTE | ROOF STAGE
Ώρα προσέλευσης: 20:30
Ώρα έναρξης: 21:30
Εισιτήρια: viva.gr

Λίγα λόγια για τον Μάνο Αχαλινωτόπουλο

Από το 1990 και μετά, ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος έχει παίξει σε συναυλίες και δισκογραφία με το who’s who του δημοτικού , του έντεχνου και του λαϊκού. Ενδεικτικά: Χρόνης Αηδονίδης, Τασία Βέρρα, Γιώργος Κόρος, Αριστείδης Μόσχος, Πετρολούκας Χαλκιάς, Στέλιος Καζαντζίδης, Διονύσης Σαββόπουλος, Γιώργος Νταλάρας, Χάρις Αλεξίου, Μίκης Θεοδωράκης, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Σωκράτης Σινόπουλος, Γιώργος Ανδρέου Θανάσης Παπακωνσταντίνου κ.α
Ανάλογες δημιουργικές συνεργασίες κάνει και στο εξωτερικό με καλλιτέχνες όπως: Ara Dinkjian, Bijan Chemirani, John Psathas Goran Brecovic Peter Kowalt, Okay Temiz, Susheela Raman, Νάνα Μούσχουρη.

Έχει κυκλοφορήσει τους δίσκους “Υάκινθος” (1998), το “Λαϊκό Κλαρίνο” (1995), “Zeibekiko the Greek concert” με τη μεγάλη ορχήστρα Nederland’s Blazers Enseble (2004), “Ζωπυρείν” (2010), “Flight on light” (2012) κ.ά.

Το 2004, συμμετείχε με το κλαρίνο ως βασικός σολίστ στις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Το 2018 ο μεγάλος Έλληνας χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου συμπεριέλαβε αποσπάσματα από το δισκογραφικό έργο του Μάνου Αχαλινωτόπουλου για να επενδύσει την παράστασή του με τίτλο “Since She”, η οποία αρχικά σχεδιάστηκε ειδικά για το χοροθέατρο του Βούπερταλ – Πίνα Μπάους και έκτοτε παρουσιάστηκε σε διάφορες χώρες παγκοσμίως.

Από το 2018 είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, στο γνωστικό αντικείμενο «Ερμηνεία και Εκτέλεση Παραδοσιακών Οργάνων – Κλαρίνο».

Επιμέλεια Γιώργος Πισσαλίδης Το Σάββατο 1 Απριλίου, ο

Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος της συνέντευξης με τον Έλληνα ντράμερ του “προγκρέσιβ ροκ” Chris Stassinopoulos, που με την συνεργασία του στην Γαλλία με τους Έλληνες Axis, τους Clearlight και τους θρυλικούς Magma του Christian Vander (Κριστιάν Βαντέρ), αλλά και την σόλο καρριέρα με συνεργάτες μέλη των King Crimson και των Van Der Graaf Generator είναι ο δεύτερος διεθνής έλληνας μουσικός της ροκ μετά τον Βαγγέλη Παπαθανασίου.

 Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη

Φωτογράφηση Χρήστος Κισσατζεκιάν  

Κύριε Στασσινόπουλε μιλάγαμε για όταν αφήνετε τον Βαγγέλη Παπαθανασίου στην Γαλλία και αποφασίζετε να έρθετε στην Ελλάδα. Πως το αποφασίσατε; 

Λέω, εγώ να μείνω στην Ευρώπη με μία γυναίκα που την αγαπούσα μεν, αλλά δεν με ακολουθούσε πνευματικά και με φίλους οι οποίοι είναι διασπασμένοι, να γίνω sessionας δεν θέλω, θα πάω πίσω που έχω φίλους, τον Λάκη Ζώη τον Γιώργο Φιλιππίδη και τον Γιώργο Στεφανάκη.

Από αριστερά ο Δημήτρης Βισβίκης, ο Γιώργος Φιλιππίδης (Sphinx) ο Λάκης Ζώης (Sphinx) και ο Chris Stassinopoulos (Axis, Magma Clearlight) στο τζαζ κλαμπ του “Μπαράκου” το 1979

Και έρχεστε εδώ.

Nαι , και στην Πλάκα υπήρχε ακόμα επαφή.

Στου Μπαράκου παίζατε;   

Στου Μπαράκου και σε διάφορα. Υπήρχε ακόμα και ο Γιώργος Γαβαλάς που μένει στην Πλάκα. Υπήρχε ποιότητα φιλίας ακόμα και επικοινωνίας και έρευνας και μουσικής. 

Αυτό έσπασε το 1984 από όλους, εκτός των λίγων, και φθάσαμε στο σήμερα, οι μαθητές οι δικοί μας, το λέω με λίγο παράπονο αλλά δεν με νοιάζει, γιατί αυτοί έπεσαν στο βάλτο και εγώ είμαι καλά, 71 χρονών και αντέχω και παίζω ακόμα και έχω και κάτι προοδευτικό να προωθήσω παγκόσμια, international, ενώ αυτοί δεν έχουν να πουν τίποτα τώρα.

Οι μαθητές οι δικοί μας, αυτοί που είναι πέντε, επτά, οκτώ, δέκα χρόνια πιο μικροί, τους είπαν οι μητέρες τους να πάτε να πιάσετε μία θέση στο δημόσιο, στην ΕΡΤ, στο ωδείο κ.λπ.  Έπιασαν τις θέσεις, έπαιξαν λαϊκά, έχασαν τον ήχο που είχαν.  Έπεσαν λοιπόν παγκόσμια μέσα όλοι και έσπασε η μουσική και έχουμε κουνήματα με στρινγκάκια στην Αμερική, στρινγκάκια εδώ και γέμισε στρινγκάκι το πάλκο, κατάλαβες;  Ούτε καν λαϊκά σαν τον Καζαντζίδη να πει τον πόνο του ο παλιός λαϊκός, στρινγκάκια, σε αγαπώ, με αγαπάς. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός με στρινγκάκια και σε αγαπώ, με αγαπάς, λίγο τζαζούλα και λίγο ροκάκι και τώρα μπήκαν και μερικά ethnic τα οποία ξέρουν να τα παίξουν, αλλά δεν ξέρουν να τα ενώσουν με τη μοντέρνα μουσική, όπως έκανε ο McLaughlin με την Ινδία, με τους Mahavishnu Orchestra.

Για εσάς υπάρχει σήμερα progressive;

Πολύ λίγο.  Να σου πω τα ονόματα που είναι progressive, που τα έχω σταμπιλάρει; Ο McLaughlin συνεχίζει, ο Herbie Hancock συνεχίζει, μία κοπέλα Γιαπωνέζα, φοβερή πιανίστρια, με τον Simon Phillips στη ντραμς και τον Jackson τον μπασίστα, Hiromi Uehara, εάν έχεις ακούσει, Simon Phillips o ντραμίστας των Who, Toto κ.λπ. και ο Antony Jackson ο μπασίστας. 

O Herbie Hancock, o McLaughlin, ο Simon Phillips με ένα group που λέγεται Protocol, φοβερό, μοντέρνος ήχος, ο Kamasi Washington σαξοφωνίστας. με εικοσαμελή ορχήστρα παίζει Herbie Hancock μοντέλο, αλλά έχει βάλει άριες, αρχαίες αιθιοπικές, αφρικάνικες μελωδίες και ακούς ένα διαστημικό πράγμα σαν Scriabin με jazz-rock. Είναι πέντε-έξι, είναι λίγοι που κάνουν, οι  Magma που κρατιούνται και  οι Soft Machine, έχουν αλλάξει μέλη και παίζουν καλά, αλλά δεν είναι αυτό το παλιό, το πολύ ψυχεδελικό.

Ο Καμάσι Γουάσινκτον στα “φρη τζαζ ” βήματα του Κολτρέην

Για συγκροτήματα όπως οι Muse και οι Porcupine Tree τι γνώμη έχετε; 

Εκπληκτικοί και οι δύο Είναι αυτό που λέω εγώ νέα μουσική. Με αρέσουν. Ανήκουν στο σήμερα. 

Κάποτε υπήρχαν μεγάλες ιδέες και μεγάλες μουσικές . Σήμερα τι υπάρχει;  

Η όλη φάση ήταν ότι όλοι το 1960-1984, που έλεγε και ο Orwell το 1984 θα αλλάξουν τα πράγματα, κοίταζαν το καινούριο και έτσι έβγαιναν καινούριες καταστάσεις. Τα αυτοκίνητα Plymouth, μεγάλα, υπήρχαν οι Jethro Tull, Blood Sweat & Tears, Chicago, Hendrix, John McLaughlin, Miles Davis με τα rock jazz αφού έφυγε από την cool jazz κ.λπ., Magma, King Crimson, επαναστατικές μουσικές που ανοίγουν το πνεύμα του ανθρώπου.  

Στην Αμερική, έφυγαν από την Ευρώπη τυχοδιώκτες και έφτιαξαν όλον αυτό τον πολιτισμό, τεράστιο, με Plymouth, jazz μουσικές, γέφυρες τεράστιες, μηχανικές, και μετά έφαγαν-έφαγαν και έγιναν σαν τα ζώα, όπως στον Οδυσσέα που η Κίρκη τους έλεγε μη φάτε από αυτά τα ζώα και τα έφαγαν και έγιναν γουρούνια και αυτοί. Έχουν γουρουνοποιηθεί όλοι.  Αν και νομίζω ότι τωρα με τον κορωνοϊό, τον Πόλεμο στην Ουκρανία και τους σεισμούς έχει αρχίσει να σπάει αυτός ο εγωισμός. 

Μετά το 1984 όλοι πήγαν σε ωδεία, που χρειάζονται και οι γνώσεις, αλλά επειδή κόπηκαν οι φιλοξενίες και οι μεγάλες φιλίες και τα πάρτι κ.λπ., πηγαίνουν και μαζεύονται στα studios, παίζουν για λίγο, έχουν μία φιλική σχέση, δουλεύουν επαγγελματικά και αμέσως μόλις τελειώσουν το ωδείο γίνονται και καθηγητές.

Εγώ άμα ήμουν σήμερα 20 χρονών και πήγαινα να μάθω από έναν 25 χρονών, τι να μάθω; Εγώ έμαθα από τον ντραμίστα των Magma, από άλλους μουσικούς, από πιανίστες φοβερούς. Εγώ είδα Tony Williams, Archie Shepp, Cecil Taylor με Andrew Cyrille, είδα Jackie McLean, όλα αυτά live, Weather Report, Mahavishnu Orchestra, αυτά τα είδα live, δίπλα τους καθόμουν στη Γαλλία 12 χρόνια. 

Tις τελευταίες δεκαετίες σας βλέπουμε να pαίζετε με τον David Cross και τον Hugh  Hopper Για πείτε μας για την συνεργασία σας μαζί τους 

Τον David Cross τον γνώριζα από τότε που ήμουν  στους  Clearlight Έτσι έγινε το connection γιατί είμαστε χρόνια φίλοι από τότε, τον έχω καλέσει επτά φορές εδώ και έχουμε παίξει. Παίξαμε στο “Μικρό Μουσικό Θέατρο” δύο φορές, παίξαμε στο “Ροντέο” δύο φορές, τον ένωσα με τον Hugh Hopper, τον μπασίστα από τους Soft Machine. Μετά φέρνω τον David Cross στο Ωδείο Αθηνών και παίζουμε με τον Στέλιο Κρητικό κιθάρα και τον Γιώργο Γαβαλά μπασίστα του Σαββόπουλου.  Δική μου μουσική πάντα, δικές μου συνθέσεις, πάντα άφηνα τον David Cross να κάνει τα δικά του μισή ώρα και μετά τον έφερα ξανά το 2019 στο Μέγαρο Μουσικής στη Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη με τον κολλητό του, γιατί έχουν group μαζί τώρα αυτοί, του David Cross το group και μπήκε ο David Jackson, σαξοφωνίστας των Van der Graaf Generator και αυτοί κόλλαγαν πάρα πολύ.

Chris Stassinopoulos & Friends Live at Megaron Athens. David Cross (βιολί King Crimson) David Jackson (σαξ, πνευστά, Van Der Graaf Generator) Nίκος Βαρδής (μπάσσο) Jude Shiels (κιθάρα) και ο Νίκος Σακέλης (πιάνο) δεν φαίνεται

Να μιλήσουμε για τους δίσκους σας τους προσωπικούς;  Τώρα ετοιμάζετε κάτι;

Όχι, γιατί έχω κάνει επτά δίσκους με ξένους μέσα, είναι ο David Cross, ο David Jackson, ο Hugh Hopper, ο Joe Berger κιθαρίστας που έχει παίξει με τον μπασίστα των Who, τον Entwistle, ο Barry Finnerty κιθαρίστας που είχε παίξει με τον Miles Davis, ο Καρακαντάς φυσικά παίζει keyboards κ.λπ., mini moog κυρίως, ο Κώστας Καραμήτρος, η Μαρία Κοτσίδη, ο Κώστας Περάκης και διάφοροι Έλληνες μουσικοί, ο Στέλιος Φρειδερίκος, ο Νίκος Αγγέλης και τώρα η συνεργασία που κάνω με τον φοβερό κρουστό που έχω, τον Βασίλη Σταματιάδη όλα αυτά είναι συμπτυγμένα σε επτά CD. Τα βρίσκεις στο bandcamp.com, βάζεις το όνομά μου και βγαίνουν τα CD, τα ακούς όλα και άμα θέλεις μπορείς να αγοράσεις ένα-ένα κομμάτι.  

Σύμπτυξα 17 χρόνια δουλειάς με τα keyboards, έπαιξα μία καινούρια μουσική, μπορεί να μην είμαι πιανίστας, να μην είμαι βιρτουόζος, αλλά είναι κάτι καινούριο, δηλαδή άμα τα ακούσεις, θα πεις Στασινόπουλος, δηλαδή και με κλειστά τα μάτια σου, όπως όταν ακούς Pink Floyd.  Αυτό ακόμα στην Ελλάδα δεν υπάρχει, δηλαδή να κλείνεις τα μάτια σου και να λες αυτός είναι ο Χρήστος. 

Την μουσική σας την καταλαβαίνουν περισσότερο οι Έλληνες ή οι ξένοι;.

Θα σου πώ ότι όταν την μουσική μου την άκουσαν ο David Cross και Hugh Hopper όταν το άκουσαν το κατάλαβαν με την πρώτη Χωρίς να το δουν, με το που τους το έπαιξα, μπήκαν 1000%. Ο Alex Foster έπαιξε και αυτός στο δίσκο μου, πολύ καλός σαξοφωνίστας, new age με jazz κ.λπ., αυτός ήταν στο 85-90%, ο Barry Finnerty και αυτός στο 85-90%, ο Joe Berger στο 80%.  Αυτοί ήταν στο 100%.  Άρα οι Εγγλέζοι μου συμπαραστάθηκαν πιο πολύ από τους Έλληνες και τους Γάλλους, στα τελευταία χρόνια της πτώσης του πολιτισμού. Από Αμερικάνους, Γάλλους, Γερμανούς, Έλληνες μόνο οι Εγγλέζοι με κατάλαβαν.

Αγαπημένοι σας ντράμερ ποιοι είναι;

Ο Ginger Baker, ο Tony Williams, ο Buddy Rich για την τεχνική του και όχι για το feeling του, οι άλλοι έχουν πιο καλό feeling, ο Jack DeJohnette, ο Christian Vader, ο Andrew Cyrille, ο ντραμίστας που παίζει free jazz με τον Cecil Taylor, ο Elvin Jones και μου αρέσουν από τη σύγχρονη μουσική Ολιβιέρ Μεσσιάν, ο Μπέλα Μπάρτοκ , Στραβίνσκυ και Αλεξάντερ Σκριάμπιν, σε αυτά κινούμαι και ανακατεύω πάντα John McLaughlin .

Bill Cobham μου αρέσει, αλλά λίγο τετράγωνο τον βρίσκω, πολύ καλός και ο Michael Narada Walden, αυτός μου αρέσει πολύ και κιθάρα Jeff Beck και Hendrix, μη ξεχάσουμε το βασιλιά.  Σε αυτά κινούμαι, αλλά αυτά τα έχω στο 35%, όλο το άλλο είναι δικό μου.  Mε το φίλο μου το Γιώργο Στρατή έχουμε κάνει καινούριο ήχο, είναι διαστημικός ήχος αυτός.

Εσείς πώς τον εννοείτε το διαστημικό ήχο;

Όταν ακούς Hendrix και παίρνει ένα blues και κάνει ουουου…

Ως space rock ας πούμε.

Ναι, αρχίζει ο ήχος και σβουρίζει, γίνεται συναισθηματικός όμως, όχι metal.  Για αυτό έλεγα, τα metal είναι καλά, έχουν δύναμη, αλλά δεν έχουν φευγιό στο σύμπαν μέσα, δεν βάζεις συναίσθημα, δηλαδή είναι μόνο ή δύναμη σκέτη ή δύναμη απωθημένη στο σύστημα.  

Εγώ όταν παίζω, μπορεί να μη γουστάρω πολλά πράγματα της σημερινής εποχής που γίνονται από τους πολιτικούς, αλλά την ώρα που παίζω δεν παίζω εναντίον τους, κάνω προσευχή ας πούμε στο σύμπαν να κατέβει ενέργεια θετική.  Αυτοί παίζουν, ή παίζω απλώς δυνατά να δείξω πού είμαι δυνατός, μπράβο, παιδάκι μου, του λέω, έχεις δουλέψει και οικοδομές, ή πετάνε τα απωθημένα τους.   Ο Hendrix δεν πετούσε απωθημένα, το είπε μόνο με ένα κομμάτι “Machine Gun”, σε όλα τα άλλα παίζει με τη ψυχή του.  Άλλο δυναμική συναισθηματική και άλλο απωθημενική.

Οι Chris Stassinopoulos & Explorers Band μετά από συναυλία στην “Αντίθεση”

Εάν ήταν να δώσετε έναν ορισμό progressive, τι θα λέγατε σε έναν πιτσιρικά της καινούριας γενιάς.;

Το προοδευτικό είναι το καινούριο, δηλαδή, φίλε πιτσιρικά, φτιάξε καινούρια σπίτια με μεγάλους τοίχους, καινούρια αυτοκίνητα, καινούριες μουσικές, καινούριους τρόπους ζωής και ψάξε γενικά στη ζωή σου κάτι καινούριο και να πατάει, μη μένεις όλο στα παλιά, στα παλιά, στα παλιά, γιατί το σύγχρονο παίρνει ενέργεια και γνώση από τα παλιά, αυτό που είπα, 30%, παραπάνω δεν θέλει, μετά το χαμηλώνει, γίνεται παλιό, δηλαδή αναμασάς τα παλιά.  Η σιγουριά, το μεροκάματο, η αναγνώριση από το λαό που δεν κουνιέται, σου λέει θέλουμε το παλιό, το waltz, μπορείς να μας παίξεις το waltz εκείνο εκεί, κατάλαβες;

Και το waltz καλό είναι, αλλά πρέπει να υπάρχει και σύγχρονο.

Άσε να το παίξουν αυτοί που παίζουν waltz, εσύ κατασκεύασε, γίνε “προοδευτικός”.

Αυτό ήθελα να ακούσω για να το κλείσουμε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

του Δημήτρη Δελφινόπουλου* 

Αξίζει να αναφερθούμε εδώ στη διάρθρωση της μουσικής για την ταινία «Κβό Βάντις» (Quo Vadis) του Μαρβιν Ληρόυ. Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο ιστορικό μυθιστόρημα του νομπελίστα Χένρικ Σεκιέβιτς (1846- 1916) και  έχει ως θέμα τους διωγμούς των πρώτων Χριστιανών στη Ρώμη, στα χρόνια του Αυτοκράτορα Νέρωνος και την πλοκή των επί μέρους ιστοριών των προσώπων που πρωταγωνιστούν. 

Για τη σύνθεση της μουσικής ο Ρόζα εστάλη στην αγαπημένη του Ρώμη για να μελετήσει τη λεγόμενη ρωμαϊκή μουσική. Το μουσικό αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό με μια ιδιαιτερότητα: πέραν από το γνωστό ύφος του, ο Ρόζα χρησιμοποιεί μελωδίες από την αρχαία ελληνική μουσική σε συγκεκριμένα σημεία του έργου. Όπως π.χ. όταν ο Νέρων, τον οποίον υποδύεται ο καταπληκτικός Πήτερ Ουστίνοφ, κάνει επίδειξη στο ανάκτορο των μουσικών του δεξιοτήτων, ο Ρόζα  του δίνει ως τραγούδι τη μουσική με άλλους στίχους του λεγομένου Σκόλιου του Σεικίλου, έργο του Α’ π. Χ. αιώνα που βρέθηκε σε επιτύμβια στήλη στις αρχαίες Τράλλεις της Μικράς Ασίας και σήμερα φυλάσσεται στο μουσείο της Κοπεγχάγης. 

Επίσης ακούγεται η μουσική του Πυθιόνικου του Πινδάρου του Ε’ π. Χ. αιώνα από τα χείλη της Ευνίκης, πάντα με άλλους στίχους από το πρωτότυπο, προς τον αγαπημένο της Πετρώνιο σε σκηνή των ανακτόρων, όπως σε σκηνή γεύματος των πρωταγωνιστών σε κατοικία ακούγεται ως υπόκρουση ο Α’ Δελφικός Ύμνος, έργο του Β’ π.Χ. αιώνα σε σύνθεση του Αθήναιου. Χρήση μελωδιών έχουμε από το Β’ Δελφικό Ύμνο, έργο γραμμένο το 128 π.Χ. από το Λιμένιο και από κομμάτι τραγωδίας για τον θάνατο του Αίαντα, γραμμένο τον Γ’ αι. μ.Χ. Σε ορχηστρική διασκευή ακούμε τον Ύμνο στη Μούσα και τον Ύμνο στον Ήλιο του Μεσομήδους του Κρητός, συνθέτη του Γ’ μ.Χ. αιώνα και μουσικού στην αυλή του Αυτοκράτορα Αδριανού. Ιδιαίτερη αίσθηση στους γνώστες κάνει και το τραγούδι των Χριστιανών  που τη μουσική του, με άλλους στίχους, έχει πάρει ο Ρόζα  από τον Ύμνο στη Νέμεση του παραπάνω Έλληνα συνθέτη, μετατρέποντάς τον σε χριστιανικό ύμνο. 

Ο ίδιος ο Μίκλος Ρόζα, σε συνέντευξή του το 1977 ανέφερε ότι στο Χόλλυγοντ, όταν γυρίζονταν παρόμοιες ταινίες δεν υπήρχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αυθεντικότητα στον τομέα της μουσικής. Αφού λοιπόν, όπως ανέφερε ο ίδιος, είχε το μουσικολογικό υπόβαθρο και σπούδασε τη μουσική της αρχαιότητας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό αναπλάθοντας την επίκαιρη μουσική των Ρωμαίων, των πρώτων Χριστιανών και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, περιλαμβανομένων των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων κ.α. Και συνεχίζει λέγοντας: «Ήταν συναρπαστική δουλειά διότι κατέληξα ό,τι αναμφίβολα δεν έχει διασωθεί ρωμαϊκή μουσική. Γνωρίζουμε τα πάντα για την αρχιτεκτονική, τη λογοτεχνία, τη γλυπτική, για την ακρίβεια  ολόκληρο τον πολιτισμό των Ρωμαίων, αλλά μουσική δεν επιβίωσε. Γνωρίζουμε τα μουσικά τους όργανα από γλυπτά και ζωφόρους, αλλά όχι τη μουσική. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι η μουσική των Ρωμαίων και ολόκληρος ο πολιτισμός τους επηρεάστηκε από τους Έλληνες. Έτσι, έχουμε ευτυχώς, 14 μουσικά αποσπάσματα με ακριβείς μελωδίες: ύμνους στον Άρη, ύμνους στον Απόλλωνα κ.ο.κ. και τα χρησιμοποίησα όλα. Χρησιμοποίησα απόσπασμα για δύο μέτρα (σ.σ. μουσικός όρος) και ανέπτυξα ολόκληρο μουσικό θέμα από αυτό. Έτσι, με βάση τα παραπάνω η μουσική ήταν σχετικά αυθεντική για το «Κβό Βάντις».  

Όσον αφορά την ταινία «Έλ Σίντ» του Άντονυ Μαν που αφορά τον Ισπανό από την Καστίλη ήρωα Ροδρίγο Ντιάζ ντε Βιβάρ (1048 – 1099) των μεσαιωνικών χρόνων, ο παραγωγός Σάμουελ Μπρόνστον (1908 -1994) πρόσφερε στον Ρόζα κατοικία στην Ισπανία για να αφοσιωθεί στη σύνθεση της μουσικής της ταινίας. Εκεί εργάστηκε με τον Ραμόν Μενέντεζ Πιντάλ (1869 – 1968), ονομαστό φιλόλογο, ακαδημαϊκό και πρωτοπόρο στην ισπανική φιλολογία και γλωσσολογία. Ο Πιντάλ  προχώρησε στην εφαρμογή επιστημονικής έρευνας σε ιστορικά  λογοτεχνικά ζητήματα της Ισπανίας, μεταξύ των οποίων το “Άσμα του Ελ Σιντ”, διατηρώντας την ισπανική παραδοσιοκρατία. Η συνεργασία του Ρόζα με τον Πιντάλ, βοήθησε το συνθέτη να εξοικειωθεί με το θέμα και να δημιουργήσει άλλη μια μεγάλη μουσική επιτυχία, την οποία θεωρούσε το καλύτερο έργο του.

Ο Μίκλος Ρόζα έχει στο ενεργητικό του 55 έργα που δεν αποτελούν κινηματογραφική μουσική. Εκτός από το προαναφερθέν στην αρχή του άρθρου έργο του, συνέθεσε κοντσέρτα για διάφορα μουσικά όργανα, όπως βιολί, βιόλα, πιάνο. Έγραψε σονάτες για σόλο όργανα όπως βιολοντσέλλο, βιολί, κιθάρα, όμποε, κλαρινέτο, καθώς και έργα για πιάνο. Τα έργα του για συμφωνική ορχήστρα ξεχωρίζουν τόσο για την ενορχηστρωτική πρόταση του Rozsa όσο και για το παραδοσιακό τους ύφος. Τα «Τρία Ουγγρικά Σκίτσα» op. 14 (1938), η «Ουγγρική Σερενάτα» op. 25 (1953), oι «Παραλλαγές σε παραδοσιακό ουγγρικό τραγούδι για βιολί και ορχήστρα» op. 4 (1929) είναι ενδεικτικοί τίτλοι για να καταλάβουμε το μουσικοσυνθετικό προσανατολισμό του. Άλλωστε ο Ρόζα από νωρίς μελέτησε την παραδοσιακή μουσική το τόπου του και κυρίως αυτή των Μαγιάρων. 

Σημαντικό μέρος του έργου του είναι και οι συνθέσεις του για διάφορες φωνές όπως για κοντράλτο, για σοπράνο και για τενόρο, καθώς και για χορωδιακά σύνολα. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως χορωδιακές συνθέσεις του από ταινίες όπως «Ben Hur» και «Ο Βασιλεύς των Βασιλέων» έχουν χρησιμοποιηθεί από διάφορες εκκλησίες κατά τη λειτουργική τους πράξη.

Αγαπημένος του συνθέτης ήταν ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (1770 – 1827) και από τον 20ο αιώνα ο Σεργκεϊ Προκόβιεφ  (1891 -1953). Ο Ρόζα δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει μουσική για τον ίδιο, αναδεικνύοντας το τροπικό σύστημα γραφής, δηλαδή τη χρήση των τρόπων της αρχαίας ελληνικής μουσικής, σε συνδυασμό με την ουγγρική παραδοσιακή μουσική. Μεγάλο μέρος της εκτός κινηματογράφου δημιουργίας του προέκυψε στην περιοχή της Σάντα Μαργκερίτα στην Ιταλία, που πήγαινε με την οικογένειά του τα καλοκαίρια και διέμενε σε μια μικρή κατοικία τριών δωματίων, όπου συνέθετε. Αυτό που ονομάζει ο ίδιος ως « διπλή ζωή», που αποτελεί και τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του, είναι η διακριτή διατήρηση των δύο συνθετικών ιδιοτήτων του, ιδίως της μή κινηματογραφικής του, που κατά τον βιογράφο του Τζέφρυ Ντέην είναι αυτό που τον εξέφραζε περισσότερο, παρόλα τα αριστουργήματα της μουσικής των ταινιών.  

Κατά τον μαέστρο Τζων Μαουκέρι, ακολούθησε τις αρχές του Ριχάρδου Βάγκνερ (1813-1883), όπως άλλωστε και κάθε σπουδαίος συνθέτης του είδους, δηλαδή να ορίζει συγκεκριμένο μουσικό θέμα για κάθε χαρακτήρα της ταινίας.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των οικείων του ήταν ένας ευγενέστατος άνθρωπος, με ήθος, «ένας κύριος της παλαιάς σχολής» κατά τον βιογράφο του Τζέφρυ Ντέην. Είχε λατρεία για την ποίηση, την τέχνη και ιδιαίτερα την ιστορία, κάτι που αμέσως καταλάβαινε κάποιος επισκέπτης στην κατοικία του από την ποικιλία των σχετικών αντικειμένων που τη διακοσμούσαν, όπως πίνακες, προτομές κ.α.

H τελευταία φωτογραφία του Μίκλος Ρόζα με τον βιογράφο του Τζέφρυ Nτέην

Ο Μίκλος Ρόζα «κοιμήθηκε» στο Los Angeles στις 27 Ιουλίου του 1995, ύστερα από μακρόχρονη ασθένεια. Στην κηδεία του ο μαέστρος Τζων Μαουκέρι με μουσικούς του Χόλλυγουντ  αποχαιρέτησαν το συνθέτη ερμηνεύοντας από την ταινία «Ben Hur» την Παρέλαση των Αρματοδρόμων, προκαλώντας έτσι συναισθήματα συγκίνησης και μεγαλείου.

Δεν άφησε τον εαυτό του να κυλίσει σ’έναν «εξαμερικανισμό». Παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας Ευρωπαίος συνθέτης, διατηρώντας τα ιδιαίτερα μουσικά χαρακτηριστικά της Ουγγαρίας στα έργα του. Σε σχέση όμως με την κινηματογραφική μουσική αυτό που τον διαφοροποιεί  από άλλους συνθέτες είναι πως ανεξαρτήτως της θεματολογίας των ταινιών που επένδυσε μουσικά, διατηρεί ένα ύφος που δηλώνει ξεκάθαρα την ουγγρική καταγωγή του.

 

* Ο Δημήτρης Δελφινόπουλος είναι μουσικός της Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και διευθυντής του ερευνητικού συνόλου αρχαίας ελληνικής μουσικής “Ορφεία Αρμονία”  . 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two