ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 94)

Μια από τις λαμπρότερες συμφωνικές σελίδες της μεταπολεμικής Ελλάδας

του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Το  Ορατόριο “Άγιος Δημήτριος” είναι ίσως το κορυφαίο έργο του σπουδαίου συνθέτη Νίκου Αστρινίδη (1921-2010) και μια από τις λαμπρότερες συμφωνικές σελίδες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ολοκληρώθηκε το 1962 ύστερα από παραγγελία του Δήμου Θεσσαλονίκης για την πεντηκοστή επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης.

Ξεκινάμε με το πρελούδιο:

Το 1966 στο πλαίσιο των Α΄ Δημητρίων ο συνθέτης παρουσίασε σε πρώτη εκτέλεση ολόκληρο το ορατόριο «Άγιος Δημήτριος», για 4 σολίστ, χορωδία και ορχήστρα, σε κείμενο του σημαντικού ποιητή Γιώργου Θέμελη. Ένα έργο μεγάλης πνοής, με θαυμάσια αρμονικά ευρήματα, έντονα δραματικό και λυρικό χρώμα με ισορροπία μεταξύ των αφηγηματικών και μουσικών μερών (δεξιοτεχνική χρησιμοποίηση των χάλκινων πνευστών),

Ο μελετητής του έργου του συνθέτη, Ηλίας Χρυσοχοΐδης, συνεργάτης ερευνητής στο Τμήμα Μουσικής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ (Research Associate, Department of Music Academic staff, Stanford Continuing Studies Stanford University), μας πληροφορεί ότι η σύνθεση όπερας υπήρξε ο απώτερος δημιουργικός στόχος του Ν. Αστρινίδη. Το ορατόριο Άγιος Δημήτριος, για παράδειγμα, ξεκίνησε ως σχέδιο για όπερα που σύντομα ευνουχίστηκε όταν ο ανίδεος Έλληνας της Διασποράς πληροφορήθηκε ότι κανείς στην Ελλάδα δεν τα βάζει με την Εκκλησία (ένας οπερατικός Άγιος Δημήτριος τη δεκαετία του 1950 ήταν πέτρα σκανδάλου). Έτσι, ο συνθέτης ακολούθησε τον δρόμο του Ορατορίου και μας έδωσε μια λαμπρή σελίδα του είδους! Περιώνυμη είναι η επεξεργασία και εναρμόνιση του Απολυτικίου του Αγίου Δημητρίου “Μέγαν εύρατο…”, που ο συνθέτης συμπεριέλαβε στο ορατόριό του.

Ο Νίκος Αστρινίδης αποτελεί εξόχως ενδιαφέρουσα μορφή της Ελληνικής Διασποράς στα Βαλκάνια. Γεννήθηκε το 1921 στη Βεσσαραβία, μέρος τότε της Ρουμανίας, από Έλληνα πατέρα και Ρουμανορωσσίδα μητέρα. Σπούδασε μουσική και Χημεία στο Βουκουρέστι έως ότου η Σοβιετική εισβολή του 1940 διέλυσε την οικογένειά του και τον οδήγησε στη Μέση Ανατολή. Εκεί ο Αστρινίδης κατατάχτηκε στην Ελληνική Βασιλική αεροπορία και έπειτα από δύο έτη στο μέτωπο της Λιβύης, μετατέθηκε στο Κάιρο όπου συνέχισε τη μουσική του εκπαίδευση και άρχισε την καριέρα του. Με το πέρας του πολέμου μετανάστευσε στο Παρίσι τελειώνοντας τη Schola Cantorum και αρχίζοντας διεθνείς περιοδείες ως πιανίστας και συνοδός μεγάλων ονομάτων της Παρισινής σκηνής. Το 1965 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη συμβάλλοντας έκτοτε στην αναβάθμιση της μουσικής ζωής της πόλης ως διευθυντής της Φιλαρμονικής του Δήμου και άλλων συγκροτημάτων, συνθέτης ορατορίων και συμφωνικών έργων, πιανίστας, και παιδαγωγός.

Ένα ακόμα απόσπασμα του Ορατορίου

Ο Νίκος Αστρινίδης πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 2010. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του έργου του παραμένει ανέκδοτο.

Είναι άξιον και δίκαιον το αίτημα του Ομίλου Φίλων του Νίκου Αστρινίδη, που θέλουν το 2021 ως “Έτος Νίκου Αστρινίδη”, αφού συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννησή του.

Ο προγραμματισμός που έχει ανακοινώσει ο Όμιλος Φίλων του συνθέτη, έχει πολύ συγκεκριμένους και δίκαιους στόχους:

– Ένταξη του έργου “Συμφωνία 1821” του Νίκου Αστρινίδη στις εκδηλώσεις για τη 200ή επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης.

– Ενσωμάτωση των “Νεανικών χρόνων του Μ. Αλεξάνδρου” στην προβολή της Μακεδονικής Ιστορίας. – Ανάδειξη του έργου “Αγιος Δημήτριος” ως μουσικού εμβλήματος της Θεσσαλονίκης.

– Πολυεθνικό Φεστιβάλ “Νικου Αστρινίδη” (Ρουμανία, Ουκρανία, Ισραήλ, Αίγυπτος, Κύπρος, Γαλλία, Ελλάδα), δηλ. στις χώρες όπου έζησε και δημιούργησε μουσικά ο Νίκος Αστρινίδης.

– Ένταξη των έργων του μουσουργού σε προγράμματα των υπουργείων (Παιδείας, Εσωτερικών (Μακεδονίας – Θράκης) Αποδήμου Ελληνισμού, κ.α.).

Θα προσθέσω ότι θα πρέπει να παιχτεί και το έργο «Στο Χριστό, στο κάστρο», συμφωνικό διήγημα για αφηγητή, χορωδία και ορχήστρα (1991), βασισμένο στο ομώνυμο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, από τον θάνατο του οποίου συμπληρώνονται 110 χρόνια το 2021. Νομίζω πως δεν υπάρχει αντίστοιχο έργο λόγιας μουσικής πάνω σε Παπαδιαμαντικό κείμενο.

Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Ηλίας Χρυσοχοΐδης: “Το εθνικό στοιχείο στη θεματική των έργων του Νίκου Αστρινίδη είναι έντονο κι΄ έγινε ίσως η “αιτία” για την αντιμετώπιση ως του συνθέτη που έδωσε μουσική υπόσταση σε σημαντικές στιγμές της μακεδονικής ιστορίας – τόσο ώστε να έρθει ίσως σε δεύτερη μοίρα η υψηλότατου επιπέδου μουσική του παραγωγή. Αυτό που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι το ότι ο Αστρινίδης προσέγγισε την ελληνική ιστορία όπως οι Έλληνες της Διασποράς κι΄ όχι οι …”γηγενείς”. Κι αυτό το στοιχείο μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα! Η οπτική της ιστορίας από έναν Έλληνα της Διασποράς και κοσμοπολίτη, που συγκινείται πολύ από την Ελληνική ιστορία, η οποία τον συνέχει.

Παραθέτουμε στη συνέχεια κι άλλα ενδεικτικά αποσπάσματα από το Ορατόριο “Άγιος Δημήτριος”.

Μια από τις λαμπρότερες συμφωνικές σελίδες της

Κλείνουν σήμερα 26 Οκτωβρίου 2020, 63 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη. Και για να τιμήσουμε τον Έλληνα εκπρόσωπο  του ηρωϊκου μηδενισμού θυμόμαστε τι έλεγε για το μεγάλο του πρότυπο, τον Φρειδερίκο Νίτσε (Αβαλον των Τεχνών)

Επιλογή Κώστα Τάταρη 

“Ό,τι είχες ψυχανεμιστεί, ω μελλούμενε προφήτη του Υπερανθρώπου, οργανώνεται τώρα σε αυστηρή, σφιχτοδεμένη θεωρία, υψώνεται σε όραμα ηρωικό : ο ποιητής, ο φιλόσοφος κι ο πολεμιστής που πάλευαν μέσα στην καρδιά σου, αδερφώνουνται. Ο νεαρός ασκητής, στη μοναξιά, στη μουσική, στους μακρινούς περιπάτους σου, χαίρεται κάμποσο καιρό την ευτυχία…

Ο Αιώνιος Γυρισμός είναι χωρίς ελπίδα, ο Υπεράνθρωπος είναι μια μεγάλη ελπίδα’ πως μπορούν οι δύο αυτές αντικρουόμενες κοσμοθεωρίες ν’ αρμονιστούν; Αγωνία μεγάλη. Η ψυχή σου από τότε πια φτεροκοπάει πάνω από την άβυσσο της παραφροσύνης. Ο Ζαρατούστρας απομένει μονάχα μια Κραυγή. Παρατάς μισερωμένο το τραγικό ετούτο ποίημα και μάχεσαι τώρα επιστημονικά ν’ αποδείξεις πως η ουσία της ζωής είναι η βούληση κυριαρχίας.…

Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε, στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης…”

Ν.Καζαντζάκης, “Παρίσι – Νίτσε ο Μεγαλομάρτυρας”, από την “Αναφορά στον Γκρέκο”.

 

Κλείνουν σήμερα 26 Οκτωβρίου 2020, 63 χρόνια

 του Τηλέμαχου Χορμοβίτη 

Tα τελευταία χρόνια πολλοί σπουδαίοι κωμικοί σε όλον τον κόσμο (από τον Μελ Μπρούκς μέχρι τον Τζον Κλήζ) έχουν δηλώσει πως “η πολιτική ορθότητα σκοτώνει την κωμωδία” και αυτή η ρήση φαίνεται να επιβεβαιώνεται απόλυτα στην Ελλάδα με την περίπτωση του Γιώργου Καπουτζίδη. Ο Καπουτζίδης υπήρξε ένας πετυχημένος σεναριογράφος που έγραψε κάποια από τα πιο έξυπνα και αστεία σήριαλ στην ιστορία της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης. Σειρές όπως οι “Σαββατογεννημένες” (προσωπικό μου αγαπημένο) και το “Παρά Πέντε” άφησαν εποχή.

Μέχρι που μια ωραία πρωία, είδε το φως το αληθινό και συνειδητοποίησε πως ο προορισμός του σε αυτή τη γη είναι να διαδώσει το ορθοπολιτικό Ευαγγέλιο. Και από τότε, πήρε το αυστηρό, και ελαφρώς ξινισμένο, ύφος του ιεροκήρυκα και άρχισε να περιφέρεται από κανάλι σε κανάλι, μεταλαμπαδεύοντας τον Λόγο του Δικαιωματισμού και κουνώντας το δάχτυλο στους αμαρτωλούς συμπατριώτες του που παρασύρονται και δεν ακολουθούν πιστά τις Ιερές Γραφές του νέου προοδευτισμού.

Μάλιστα, όπως συνηθίζουν οι born-again πιστοί σαν του λόγου του, ο Καπουτζίδης κατά καιρούς μετανιώνει πικρά και για τα αμαρτήματα της παλιάς του ζωής. Έτσι πρόσφατα ζήτησε συντετριμμένος συγνώμη από την τρανς κοινότητα γιατί ένα παλιό επεισόδιο του “Πάρα Πέντε” περιείχε, όπως είπε, “τρανσφοβικά” αστεία (στην πραγματικότητα, μια τρανς με χιούμορ θα γελούσε με αυτά τα αστεία- τα οποία παρεμπιπτόντως ήταν τελείως αθώα και ανώδυνα- αλλά ποιος είμαι εγώ που θα διακόψω την αυτάρεσκη επίδειξη αρετής του Γιώργου Καπουτζίδη;)

Βέβαια, ο αγαπητός σεναριογράφος, απορροφημένος από τον ρόλο του Μαχητή της Κοινωνικής Δικαιοσύνης, ξεχνάει πως από τα αρχαία χρόνια, η καλή κωμωδία και η καλή σάτιρα ήταν πάντα αναιδής, προκλητική και προσβλητική και δεν άφηνε κανέναν στο απυρόβλητο. Για έναν κωμωδιογράφο, για έναν σατιρικό καλλιτέχνη, δεν πρέπει να υπάρχουν ιερές αγελάδες. “Η σάτιρα δεν κωλώνει σε αναπηρίες, δεν κωλώνει σε τίποτα. Σατιρίζει και τον χοντρό και τον ομοφυλόφιλο, έχει αριστοφανικές καταβολές, και πιο άγριες ακόμα.”, έλεγε,πολύ σωστά, ο Τζίμης Πανούσης.

Επιπλέον, με την στάση του αυτή, ο Καπουτζίδης καθόλου δεν προάγει την υπόθεση της ισότητας αλλά αντίθετα προσβάλλει και υποβιβάζει τις ίδιες τις ομάδες που θέλει να υπερασπιστεί. Δεν τους αντιμετωπίζει σαν ώριμους ενήλικες αλλά σαν μικρά παιδιά που χρειάζονται ειδική προστασία , ανίκανα να ακούσουν ένα χλευαστικό αστείο γιατί τάχα θα πληγωθεί ανεπανόρθωτα ο ντελικάτος ψυχισμός τους! Πόσο υποτιμητικό, αλήθεια!

Ο Καπουτζίδης μπορεί να λέει πως δεν βιάζεται να επιστρέψει με μια νέα τηλεοπτική σειρά, αλλά στην πραγματικότητα ξέρει και ο ίδιος πως με τα καινούργια μυαλά που κουβαλάει δεν πρόκειται να ξαναγράψει καλή κωμωδία. Όταν πας να γράψεις και συνεχώς είσαι με το άγχος μήπως προσβάλλεις κάποιο από τα δεκάδες victim groups της πολιτικής ορθότητας και όταν θεωρείς καθήκον σου να προπαγανδίσεις, μέσω των σεναρίων σου, την δικαιωματιστική σου ατζέντα, τότε είναι σίγουρο πως το αποτέλεσμα θα είναι τόσο άνευρο, αποστειρωμένο και δασκαλίστικο που η μόνη που θα γελάσει θα είναι η Έλενα Ακρίτα και οι προοδευτικές φιλενάδες της από την Φιλοθέη.

Μπορεί λοιπόν, στο μέλλον να δούμε τον Καπουτζίδη να παρουσιάζει ξανά την “Eurovision”, μπορεί να τον δούμε ξανά παρουσιαστή στο “Τhe Voice”, μπορεί να τον δούμε μέχρι και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δυστυχώς, αν συνεχίσει έτσι, δύσκολα θα ξαναγελάσουμε με τις ιστορίες του. Η πολιτική ορθότητα σκότωσε το κωμικό του ταλέντο.

 του Τηλέμαχου Χορμοβίτη  Tα τελευταία χρόνια πολλοί σπουδαίοι

Κυκλοφορεί στις 26 Οκτωβρίου 2020 από τις “Εκδόσεις Καπόν” το νέο βιβλίο του Μελέτη Η. Μελετόπουλου “Παναγιώτης Κανελλόπουλος: Ο πολιτικός, ο διανοούμενος και η εποχή του”.

Η περιπετειώδης ζωή ενός κορυφαίου Έλληνα πολιτικού και διανοούμενου, που διατρέχει ολόκληρη την ταραγμένη πορεία της Ελλάδας τον 20ό αιώνα, με αποκαλυπτικά στιγμιότυπα και άγνωστα παρασκήνια.

Ακολουθώντας τον πρωταγωνιστή, ο αναγνώστης θα ξεκινήσει από την Πάτρα της Belle Époque, θα ταξιδέψει στην Χαϊδελβέργη των φιλοσόφων και των ποιητών και θα επιστρέψει μαζί με τον νεαρό κοινωνιολόγο στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, των σφοδρών ιδεολογικών συγκρούσεων και της  δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Θα ακολουθήσει τον Κανελλόπουλο στο Μέτωπο του ελληνοϊταλικού πολέμου και θα διαφύγει μυστικά μαζί του στην Μέση Ανατολή, όπου αυτός συγκρότησε τον “Ιερό Λόχο”.

Θα συμπορευθεί με τον πρωταγωνιστή στην δραματική μοναχική του πορεία μέσα στον Εμφύλιο Πόλεμο, που έθεσε επιτακτικά διλήμματα στις συνειδήσεις. Ακολουθεί η πολιτική καριέρα του Κανελλόπουλου, ως κορυφαίου στελέχους της Δεξιάς, στο πλευρό του Παπάγου και του Καραμανλή, ενώ η υπονόμευση της δημοκρατίας την δεκαετία του ΄60 περιγράφεται με αποκαλυπτικές λεπτομέρειες.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την σύλληψη του πρωταγωνιστή ως πρωθυπουργού την 21 Απριλίου 1967. Ακολουθεί ο επίλογος και η μοναδική για Έλληνα πολιτικό αυτοκριτική για τα γεγονότα της  μεταπολεμικής εποχής. Το βιβλίο βασίζεται σε πολυετή έρευνα σε ελληνικά και ξένα αρχεία, ενώ συμπληρώνεται με σπάνιες, ανέκδοτες φωτογραφίες.

Κυκλοφορεί στις 26 Οκτωβρίου 2020 από τις

 του Κώστα Τάταρη 

Το βίντεο της “Επιτροπής” για τα “200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης” δεν έχει καμία σχέση με την Επανάσταση.

Κατά τ’ άλλα πρόκειται για μια “καλή δουλειά” με προσεγμένη σκηνοθεσία και μουσική κάλυψη με το ωραίο τραγούδι του Σαββόπουλου (“Ας κρατήσουν οι χοροί”) και θα επρόκειτο για το πλέον κατάλληλο “προϊόν” εάν απευθύνονταν, για παράδειγμα, στην ομογένεια ή αφορούσε ένα “κορυφαίο” αθλητικό ή άλλο γεγονός, αλλά όσον αφορά την Επανάσταση, όχι κυρίες και κύριοι. Όχι.

Μα, θα μπορούσε ν’ αντιτείνει κάποιος, (πολιτικά ορθός, βεβαίως, βεβαίως) το συγκεκριμένο βίντεο δείχνει προς τα έξω “το σύγχρονο πρόσωπο της Ελλάδας” και αποπνέει “αισιοδοξία”, τι θα θέλατε δηλαδή ; Φολκλόρ και φουστανέλα ;

Αυτό που “θα θέλαμε”, αλλά θεωρούμε και ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ είναι από το “οπτικοακουστικό μήνυμα” να αναδεικνύεται η ηρωική αντίληψη ζωής, η ετοιμότητα για θυσία, η Τιμή και όχι να παρελαύνουν χαμογελαστά πρόσωπα που ερωτοτροπούν, που “προς την πολαρόϊντ κοιτάνε γελαστοί” και τον “μικρό Άλκη” που τρέχει χαρωπός διασχίζοντας την απόσταση (υποτίθεται από το “χτες” στο “σήμερα”).

Ένα από τα συμπτώματα παρακμής μας είναι ότι αγνοούμε τι είναι “Σύμβολο”, τι εμπεριέχει, τι νοηματοδοτεί ,τα ταυτοτικά και ταυτοποιητικά του στοιχεία. Το “Σύμβολο” έγινε “σήμα” και ο “Συμβολισμός” επικοινωνιακή διαχείριση . Ένα ακόμα σύμπτωμα όχι απλά παρακμής, αλλά ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΥ, είναι ότι ακόμα και όσον αφορά το Έπος της Επανάστασης πρέπει να “θάβονται” τα ζωτικά και υπέροχα, δυνατά εκείνα ένστικτα που (πρέπει να) χαρακτηρίζουν ένα λαό αποφασισμένο να πολεμήσει για να ζήσει.

Βέβαια, θα ήταν έκπληξη αν το βίντεο της “Επιτροπής” είχε κ ά τ ι από τα παραπάνω…

 του Κώστα Τάταρη  Το βίντεο της "Επιτροπής" για

Την καινούργια δουλειά τους παρουσιάζουν αυτήν την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020 στο Galati Gazi (Τριπτολέμου 8), οι Mode Plagal. Ένα από τα λίγα ελληνικά ονόματα που από την δεκαετία του 90 ήδη καθιέρωσαν μια ανανεωμένη μουσική παράδοση ενώ ταυτόχρονα αγαπήθηκαν από το “εθνικ” κοινό του εξωτερικού, με αποκορύφωμα μια συνέντευξη στην “βίβλο” του είδους fROOTS το 2002.

Οι Mode Plagal είναι ένα συγκρότημα που χρησιμοποιώντας την τεχνοτροπία της jazz, δημιούργησαν ένα ξεχωριστό μουσικό ιδίωμα, με αναφορές κατά κύριο λόγο στην ελληνική παραδοσιακή μουσική αλλά και σε βυζαντινούς ήχους, βαλκανικούς, αφρικάνικους, funky, groovy, rock, blues ρυθμούς και σε πολλά άλλα στοιχεία που υπάρχουν στην μουσική τους ως επιρροές. Ακροβατώντας με μαεστρία ανάμεσα σε όλα αυτά τα στοιχεία και συνδυάζοντάς τα με τον αυθορμητισμό και το κέφι τους -βασικό στοιχείο του ύφους της δουλειάς τους- έχουν καταφέρει να παράγουν ένα δικό τους μουσικό ιδίωμα και έναν αναγνωρίσιμο πλέον ήχο.

Αποτελούνται από τους:
Θοδωρή Ρέλλο: Σαξόφωνο, τραγούδι
Κλέων Αντωνίου: Κιθάρα, τραγούδι
Φλοριάν Μικούτα: Πλήκτρα, τραγούδι
Αντώνη Μαράτο: Μπάσο
Τάκη Κανέλλο: Τύμπανα

Κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο “Mode Plagal” το 1995 στην Ano Kato Records της Θεσσαλονίκης. Ακολουθούν τα επόμενα δύο άλμπουμς “Mode Plagal II” (1998) και “Mode Plagal III” (2001) στην Λύρα, το δεύτερο με  γκεστ σταρς τις Ελένη τσαλιγοπούλου, Σαββίνα Γιαννάτου και Θεοδωσία Τσάτσου. Tα δύο τελευταία ανέβηκαν στις θέσεις Νο 96 και Νο 33 στα ετήσια World Music Charts Europe  για τις χρονιές 1999 και 2002.

Το 2003, σε συνεργασία με το παραδοσιακό σχήμα Βόσπορος από την Τουρκία, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Νικηφόρου Μεταξά, κυκλοφορεί από την Hitch Hyke το άλμπουμ “Του Βόσπορου το Πέρα”, με νέες συνθέσεις καλλιτεχνών και από τα δύο σχήματα, σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, Τάκη Συρέλλη και Βασιλικής Παπαγεωργίου, η οποία και ερμηνεύει τα τραγούδια.

Κομμάτια τους έχουν συμπεριληφθεί σε διεθνείς συλλογές της world σκηνής, όπως στο ισπανικό “Grecia – De Oriente y de Occidente”, (το “Γω στα Ξένα”), στο “The Rough Guide to the Music of Greece” – (“Πικροδάφνη”), στη συλλογή του fRoots – 2002, (το “Φεγγαράκι”), κ.ά.

(Στοιχεία από το επίσημο σάιτ τους)

Εκτακτη συμμετοχη: Θοδωρης Κανελλος(ηλ.μπασο), Αχιλλεας Κανελλος(ηλ.πιανο)
Galati Gazi Τριπτολέμου 8 στο Γκάζι

Ώρα 8:45 με 11:45

Είσοδος 6 ευρώ.
Κρατήσεις από 17.00 -24.00 στο 2103410222

Την καινούργια δουλειά τους παρουσιάζουν αυτήν την

Επιμέλεια: Γιώργου Πισσαλίδη

Καινούργια έκθεση θα παρουσιάσει ο Ρότζερ Ντην, διάσημος ανάμεσα σε άλλα, για τα εξώφυλλα των δίσκων  των βασιλιάδων του προγκρέσιβ ροκ Yes των Gentle Giant και των Asia, καθώς και για το λογότυπο της Virgin Records του Ρίτσαρντ Μπράνσον. Η έκθεση με τίτλο Pathways οργανώνεται σε συνεργασία με το περιοδικό “Prog’ αφιερωμένο στο προγκρέσιβ ροκ και θα  λάβει χώρα στον εκεθεσιακό χώρο Trading Boundaries του Ανατολικού Σάσεξ από την 1η Νοεμβρίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου.

Η νέα έκθεση θα συμπεριλαμβάνει τρία ολοκαίνουεργια έργα που ο Ντηνσχεδίασε φέτος συμπεριλαμβανομένου του Αglow (Φωταγωγημένος), το οποίο χρησιμοποιήθηκε για το εξώφυλλο του τελευταίου “ζωντανού” άλμπουμ των Yes (“Γιές”) The Royal Affair Tour – Live From Vegas, το Island Ferry  (Φέρρυ για νησιά) που χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο του Islands  των Φιλανδών νεο-προγκρεσιβ ροκερς The Flower Kings  και το Ηalcyon Hymns που θα κοσμεί το ερχόμενο τέταρτο άλμπουμ των Down Braide Association.

Σε ένα χώρο δύο ορόφων, η Pathways Exhibition θα συμπεριλαμβάνει την μεγαλύτερη έκθεση αυθεντικών πινάκων  του Ντην που σπάνια έχουν εκτεθεί δημόσια συν σχέδια, σκιτσα και καλλιτεχνικές στάμπες. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Trading Boundaries έχουν ανακαινίσει τον χώρο τους.

Για τον θρυλικό σχεδιαστή φαντασίας, η χρονιά ήταν τρομακτική οικονομικά, αλλά όπως λέει ο ίδιος για πρωτη φορά είχε ελευθερο χρόνο ενώ υπήρξαν νέες ευκαιρίες για δουλειά, όπως μαθήματα ζωγραφικής, κάτι για το οποίο είναι ευγνώμων.

Ο ίδιος δηλώνει για την έκθεση: “Ελπίζω να μαζέψω έργα από το παρελθόν που δεν έχουν εκτεθεί πριν και όπως πάντα πριν από το σώου προσπαθώ να τα δω όλα κρεμασμένα σε ένα μέρος” ”

Η είσοδος στην έκθεση θα είναι ελεύθερη αλλά λόγω των οδηγιών για την πρόληψη του κορωνοϊού , ο αριθμός των επισκεπτών θα είναι πάντοτε περιορισμένος Ενώ η Trading Boundaries θα οργανώσει μια εικονική διαδραστική περιήγηση της έκθεσης.

Παρακάτω ένα δείγμα από την διάσημη δουλειά του Ρότζερ Ντην

Επιμέλεια: Γιώργου Πισσαλίδη Καινούργια έκθεση θα παρουσιάσει ο

”Δεν ήταν εύκολος στις γνωριμίες. Κρατήθηκε μέσα σε μια φτώχεια αλλά με αξιοπρέπεια πρίγκιπα. Τους επαίνους τους έδιωχνε μακριά όπως και τις λοιδορίες. Κοκκινοπρόσωπος, με φωτεινά μάτια και φωνή εξαιρετικά υποβλητική, φορούσε μόνιμα ένα χρυσό δαχτυλίδι στο δείκτη του δεξιού του χεριού που ήταν αδύνατον να μην το παρατηρήσεις, είτε όταν σου μιλούσε (με τις μεγάλες ιερατικές χειρονομίες του), είτε όταν σιωπούσε. Κανείς δεν γνώρισε όσο αυτός τη γαλλική ποίηση. Έφθανε μια νύξη μόνο να κάνεις σε ένα κείμενο, ας ήταν το πιο σπάνιο, για να σου συνεχίσει με άψογη προφορά. Η τακτική του αιφνιδιασμού ήταν η αγαπημένη του μέθοδος που εφάρμοζε στην πρώτη επαφή του με τους ανθρώπους.”

 

''Δεν ήταν εύκολος στις γνωριμίες. Κρατήθηκε μέσα

του Σταμάτη Μαμούτου

Όσο τα χρόνια περνούν νιώθω ότι μεγαλώνει η εσωτερική μου παρόρμηση να διαβάζω εικονογραφημένα αφηγήματα και comics κατά τους θερινούς μήνες. Μια πρώτη εξήγηση γι’ αυτή μου την τάση θα μπορούσε να είναι η ανάκληση των παιδικών αναμνήσεων από τις διακοπές στην επαρχία. Ο συνδυασμός των εικόνων της δεκαετίας του ’80 που αναδύονται στο νου – χαμηλά σπιτάκια που οι πόρτες εισόδου σχεδόν εφάπτονταν στο δημόσιο δρόμο, μυρωδιές καμένων χόρτων, ο μπουχός που στροβιλιζόταν στο ελαφρύ φύσημα του ανέμου, τα χαμίνια με τα όμορφα παλιά ποδήλατα – με κάνουν να αντιλαμβάνομαι πόσο ευνοϊκό ήταν για τους αναγνώστες των comics εκείνο το περιβάλλον.

Οι σχεδόν προνεωτερικές εικόνες που γέμιζαν τα παιδικά μου μάτια γονιμοποιούσαν, σαν ευγενές πνευματικό λίπασμα, την φαντασία προκειμένου εκείνη να μου επιτρέψει να ταξιδέψω στα πέρατα των εικονογραφημένων κόσμων που απλώνονταν στις σελίδες του φτηνού χαρτιού το οποίο κρατούσα στα χέρια μου. Όχι, δηλαδή, πως η αναγνωστική απόλαυση μειωνόταν αισθητά τον χειμώνα. Μπορεί, μάλιστα, τον χειμώνα να ταίριαζα καλύτερα την ανάγνωση μιας επικής, sword’ n’ sorcery, περιπέτειας ή μιας εκ των πολλών αγγλικών αφηγήσεων ποδοσφαιρικών comics. Αλλά το ηλιόλουστο καλοκαίρι της παλιάς ελληνικής επαρχίας και των τοπιών της υπαίθρου αποτελούσε, αναμφίβολα, την αισθητική γέφυρα που με συνέδεε νοερά με τους κόσμους των western, εικονογραφημένων αφηγήσεων.

Όταν, λοιπόν, μια απ’ τις ζεστές μέρες του περασμένου Ιουλίου, ενημερώθηκα από τον Παναγιώτη Κάππο ότι ο εκδοτικός του οίκος είχε προχωρήσει στην επανακυκλοφορία του θρυλικού εικονογραφημένου περιοδικού Μικρός Αρχηγός, με σκίτσα του παλιού του δημιουργού Κωνσταντίνου Ραμπατζή και νέες περιπέτειες γραμμένες από τον κοινό μας φίλο Βαγγέλη Γεωργάκη, ένιωσα λες και ο Παναγιώτης είχε βρει κάποιον ανεξήγητο τρόπο να ρίξει φως σε μια από τις μυστικές προθήκες του δωματίου των αναμνήσεων μου.

Ο Μικρός Αρχηγός, η μία εκδοτική εκδοχή της θρυλικής παρέας του νεαρού Έλληνα σερίφη Τζιμ Άνταμς που υπερασπιζόταν το νόμο στο φαρ ουεστ της φαντασίας χιλιάδων αιωνίων παιδιών δηλαδή, επέστρεφε. Και η αδιαμφισβήτητη αγάπη των Παναγιώτη Κάππου και Βαγγέλη Γεωργάκη για τα παλιά comics και την λογοτεχνία του φανταστικού δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει την πρώτη απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία ενός δύσκολου εγχειρήματος.

Ο Βαγγέλης βρέθηκε ασφαλώς μπροστά από μία δύσκολη πρόκληση. Γιατί δεν είναι εύκολο για έναν συγγραφέα, όσο και ταλαντούχος να είναι, το να μπορέσει να συνδεθεί δημιουργικά με μια μυθολογία που έχει καταγράψει δεκαετίες ζωής και οκτακόσια δεκαοκτώ τεύχη στο ενεργητικό της. Ιδίως μάλιστα αν θα πρέπει να πιάσει το νήμα εκεί που το έχουν αφήσει ιστορικοί συγγραφείς σαν τον αείμνηστο Γιώργο Μαρμαρίδη. Ωστόσο η αποστολή εξετελέσθη και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Τόσο στο συγγραφικό σκέλος όσο και στο εικαστικό.


Ο νέος Μικρός Αρχηγός περιλαμβάνει δυο ιστορίες του Βαγγέλη, τo «Μυστικό το νεκρού» και το «Άλλο πρόσωπο του δολοφόνου», ένα σύντομο χιουμοριστικό comic του Βαγγέλη Σαϊτη, κι ένα κείμενο στο οποίο ο Βαγγέλης ανατρέχει στις αναμνήσεις του και αναφέρεται στην γνωριμία του με τον Κωνσταντίνο Ραμπατζή.

Η λογοτεχνική τακτική στην οποία βασίστηκε ο Βαγγέλης προκειμένου να γράψει τις δυο ιστορίες της θρυλικής τετράδας εστίασε σε δυο γνωστά για τους αναγνώστες του Μικρού Αρχηγού πεδία. Από την μια στην αφήγηση που αν απλωνόταν μέχρι το τέλος της κάθε ιστορίας θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως σκοτεινό, western, θρίλερ. Κι από την άλλη, στο χιουμοριστικό νεανικό ανάγνωσμα των παλαιότερων εποχών. Ο Βαγγέλης επιχειρεί να μπολιάσει αυτά τα δυο φαινομενικά διαφορετικά στυλ γραψίματος προκειμένου να κρατήσει την μυθολογία του Μικρού Αρχηγού ζωντανή και, ταυτόχρονα, να της προσδώσει την δική του λογοτεχνική ταυτότητα.

Το στήσιμο του βιβλίου -γιατί ο συγκεκριμένος τόμος έχει τυπωθεί με την μορφή βιβλίου- δεν θα μπορούσε να παρά να αφήσει εξίσου ικανοποιημένους τους αναγνώστες. Τα γνωστά gothic western σκίτσα, με τις ψυχεδελικές επιρροές, του Ραμπατζή διακοσμούν με τον καλύτερο τρόπο τις σελίδες του βιβλίου ενώ η όλη αισθητική υποστήριξη, αποδεικνύει την φροντίδα με την οποία αντιμετωπίζει το όλο εγχείρημα της αναβίωσης του Μικρού Αρχηγού ο Παναγιώτης Κάππος.

Συμπερασματικά, ένα παλιό εικονογραφημένο ανάγνωσμα επανήλθε! Μπορεί να έχουν αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο ο Θέμος Ανδρεόπουλος και ο Γιώργος Μαρμαρίδης, ωστόσο ο Κωνσταντίνος Ραμπατζής πλαισιώνεται και σήμερα από εξαιρετικούς συνεργάτες.

Παλαιότεροι και νέοι αναγνώστες έχουμε κάθε λόγο να γνωρίσουμε τη δεύτερη περίοδο του Μικρού Αρχηγού, αν θέλουμε να διαβάσουμε ξανά τις περιπέτειες του Τζιμ Άνταμς από την πένα ενός ταλαντούχου συγγραφέα και να ταξιδεύσουμε νοερά στις στέπες και τους ερημότοπους του φαρ ουέστ. Εκεί που ο θάνατος αποτελεί την μόνιμη συντροφιά των σαγηνευτικών παρανόμων που καραδοκούν στις σκιές των γοτθικών εικονογραφήσεων του Κωνσταντίνου Ραμπατζή.

του Σταμάτη Μαμούτου Όσο τα χρόνια περνούν νιώθω

Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος της συνέντευξης μας με τον Κώστα Καζάκο (διαβάστε το πρωτο μέρος εδώ) έναν θρυλικό ηθοποιό του ΄παλαιού ελληνικού κινηματογραφου, του οποίου οι δυναμικοί ρόλοι του σε ταινίες όπως “Πανικός” και “Οι σφαίρες δεν γυρνούν πίσω” έμειναν κλασσικοί ,ενώ οι ερμηνείες του σε ρόλους του θεάτρου από τον “Προμηθέα Δεσμώτη” στον “Πουλίντα” του Μπρέχτ ήταν συγκλονιστικές.

Η συζήτηση μαζι του φώτισε μια άλλη πλευρά για τον κλασσικό ελληνικό κινηματογράφο και οι απόψεις του για αυτόν είμαστε σίγουροι ότι θα συζητηθούν.

Συνέντευξη με τον  Γεώργιο Πισσαλίδη 

Kύριε Καζάκο , μιας και μιλάμε για το Μπλόκο” του Κύρου,  να πω ότι εμένα μου άρεσε η μεταλλαγή που γίνεται στο ρόλο του Κοσμά, γιατί αυτός είναι ο άνθρωπος που δεν έχει παρτίδες με την Αντίσταση, είναι ένας μαυραγορίτης. Από τη στιγμή που ο άλλος του βάζει την κουκούλα, φαίνεται, έτσι όπως το παίζετε, πως ουσιαστικά δεν βλέπει με την κουκούλα, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Εγώ κάθε φορά που βλέπω αυτές τις σκηνές η καρδιά μου χοροπηδάει .

Έχασε τα αβγά και τα πασχάλια ο άνθρωπος και κατάλαβε περί τίνος πρόκειται.

Τελικά βγάζει την κουκούλα και συντάσσεται με αυτούς που είναι να εκτελεστούν. Φοβερή σκηνή.

Κοίταξε, ο κινηματογράφος έχει αυτό το προνόμιο, ότι μπορεί τα πραγματικά περιστατικά να τα εκμεταλλεύεται.  Διότι το πραγματικό περιστατικό σε αναστατώνει, δεν μπορείς να πεις ότι δεν κατάλαβες, πρέπει να είσαι γαϊδούρι.

Όπως και πολλά κωμικά έχουν συμβεί και πολλά δραματικά έχουν συμβεί.  Όπως σε μία άλλη ταινία, κατεβαίναμε στη Σχολή Ευελπίδων, εκεί που είναι τα Δικαστήρια τώρα.  Είχε την πύλη εκεί, την είσοδο την κεντρική με τη σκοπιά, με το φρουρό, και έφθανε ένα βαν με ντυμένους τους ανθρώπους μέσα, μας είχαν παραχωρήσει το γραφείο της Διοίκησης για να φτιάξουμε μία σκηνή με το Γενικό Επιτελείο Στρατού του 1940.

Ο Κώστας Καζάκος κουκουλοφόρος με το ζόρι στο “Μπλόκο” του Άδωνη Κύρου

Μιλάμε για το «Κοντσέρτο για πολυβόλα»;

Ναι. Ήμασταν μέσα οκτώ-δέκα ηθοποιοί. Ο Κατράκης στρατηγός εκεί, με τα κόκκινα σιρίτια, με τα παράσημα, ο Μαυρόπουλος άλλος στρατηγός, οι άλλοι Συνταγματαρχέοι κ.λπ.  Βέβαια του 1940, ποιος πρόσεχε ότι ήταν μπότες με γυλότα;  Σταματάμε μπροστά στην πύλη, ανοίγει η πόρτα και κατεβαίνουν κάτω οι άνθρωποι.  Τους βλέπει λοιπόν ο φρουρός, ο οποίος γουρλώνει τα μάτια και του φεύγει το όπλο από τα χέρια.  Έπαθε πανικό ο άνθρωπος και άρχισε και έτρεχε μέσα και φώναζε «Έρχονται οι Στρατηγοί!  Έρχονται οι Στρατηγοί για επιθεώρηση», μας έπιασαν στον ύπνο.  Να έβλεπες το γέλιο που έγινε.  Άρχισαν μέσα στα γραφεία να τρέχουν άνθρωποι ξεσκούφωτοι, Ταγματαρχέοι κ.λπ. να τους φεύγουν οι φάκελοι, να εξαφανίζονται από τους διαδρόμους.  Μέχρι που βγήκε ο Διοικητής –που ήξερε ο άνθρωπος– και μας υποδέχθηκε.  Γελούσε και εκείνος και κατάλαβαν ότι επρόκειτο για γύρισμα.  Δεν μπορείς να πάρεις χαμπάρι, δεν καταλαβαίνεις, βλέπεις τη στολή και παθαίνεις, δεν μπορείς να καταλάβεις εάν είναι του 1940, του 1950 ή οτιδήποτε.

Για το Δημόπουλο, που είχατε συνεργασθεί και στο «Κοινωνία Ώρα Μηδέν” τι γνώμη έχετε ως σκηνοθέτη;

Ο Ντίνος ήταν από τις καλύτερες περιπτώσεις. Πρώτα από όλα, ήταν υψηλής καλλιέργειας παιδί, έγραφε, ήταν θεατροπαίδι, είχε δουλέψει και σαν βοηθός σκηνοθέτη με το Μινωτή στο Εθνικό. Ήταν θεατροπαίδι ο Ντίνος, ήταν έξυπνος άνθρωπος και καλλιεργημένος και πέρασε πράγματα, και στην κωμωδία.  Αλλά οι σκηνοθέτες ήταν δέσμιοι των παραγωγών. Ο παραγωγός έλεγε «αυτό δεν περνά, εκείνο δεν περνά», ξανά το γύρισμα την άλλη ημέρα.

Και εάν ο σκηνοθέτης έκανε του κεφαλιού του και δεν προσαρμοζόταν, πήγαινε άπατος.  Πολλοί σκηνοθέτες έγιναν δούλοι των παραγωγών, άλλοι κράτησαν μία αξιοπρέπεια, άλλοι κράτησαν μία απόσταση, άλλοι αντέδρασαν. Αλλά εκείνοι που έκαναν καλλιτεχνικό κινηματογράφο ήταν ανεξάρτητοι άνθρωποι όπως ήταν ο Γρηγόρης Γρηγορίου, που είχε κάνει το «Πικρό ψωμί», είχε κάνει την «Περσεφόνη», που είχε ένα νόημα αλλά για αυτό και δεν πρόκανε.  Ε, χάθηκαν αυτοί.  Ο Κούνδουρος που έκανε την πρώτη του ταινία και μετά το «Δράκο» κ.λπ., αλλά ήταν ένας ανεξάρτητος άνθρωπος, καλλιτέχνης, αλλά πήγαιναν άπατες οι ταινίες.¨Ηταν καταστροφή.  Όσοι είχαν πέντε δεκάρες τα κατάφερναν.  Ο Τάκης Κανελλόπουλος στη Θεσσαλονίκη.

Αυτά ήταν 800 εισιτήρια, 1.000 εισιτήρια και η άλλη έκανε 400.000, 600.000 εισιτήρια.  Η «Εκδρομή», ο «Ουρανός, όλα.  Του Αγγελόπουλου οι ταινίες. Να δεις τα νούμερα δηλαδή, είναι δημοσιευμένα αυτά.  Του Κακογιάννη οι ταινίες, το «Κυριακάτικο ξύπνημα» που ήρθε το 1953 και είδαμε κινηματογράφο επιτέλους, με ρυθμό…

Ο Ντίνος Δημόπουλος, η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στα γυρίσματα του “Κονσέρτου για πολυβόλα

Αυτός συνδυάζε και το εμπορικό και το καλλιτεχνικό.

Μεγαλωμένος στην Αγγλία, πλούσιος Κύπριος, άλλο κλίμα.  Όλες, και αυτές που έκανε με τη Λαμπέτη, «Το κορίτσι με τα μαύρα»…

Αυτό δεν έκανε επιτυχία;

Δεν ξεπέρασε τα 130.000 εισιτήρια. Ο θίασος» του Αγγελόπουλου έκανε 80.000 εισιτήρια, η «Στέλλα» του Κακογιάννη δεν πέρασε τα 130.000,

Μου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψω 

Όταν έκαναν 600.000, 800.000 εισιτήρια ο Φίνος, Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, Λαζαρίδης, Σαρρής-Ψαρράς κ.λπ.

Εσείς, δηλαδή, απορρίπτετε τις ταινίες που κάνατε τότε;  Ας πούμε ο «Πανικός» 

Ο «Πανικός» του Τσιώλη ηταν, ωραία ταινία.

Να μιλήσουμε λίγο για αυτή, που είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες;

Τι θέλεις να πούμε για αυτά;  Εγώ σε όποιον με ζητούσε, και εάν ήταν και λίγο ανεξάρτητος από τους παραγωγούς, πήγαινα.  Και τσάμπα έχω παίξει και να μη σου πω ότι και λεφτά έχω βάλει, όπου ερχόταν το Σάββατο και δεν είχε να πληρώσει το συνεργείο και το ανελάμβανα εγώ.

Ο Κώστας Καζάκος στον “Πανικό” του Τσιώλη

Τι αναμνήσεις έχετε από τα γυρίσματα, από τον ίδιο τον Τσιώλη, γενικά;

Αυτά ήταν κάποια παιδιά που κάτι ήθελαν να φτιάξουν, όπως είχε ξεκινήσει και ο Σμαραγδής. Ο Πέτρος Λύκας που ήταν φίλος μου χρόνια –από τη Σχολή Σταυράκου και αυτός– έγινε μοντέρ μετά στο Φίνο και έκανε και ταινία.  Σκηνοθέτης ήταν, έκανε μία ταινία λοιπόν, «Το κορίτσι του 17» την έλεγε, όπου πήγαμε τσάμπα.

Ο Τσιώλης τότε και με τον «Πανικό» και με τις άλλες ταινίες που έκανε, 1969-1971, που προσπαθούσαν να φέρουν το νουάρ η την αστυνομική ταινία στην Ελλάδα; 

Κάτι πήγε να κάνει ο Σταύρος, αλλά δεν ολοκληρώθηκε, δεν κατάφερε να σκάσει μύτη.

Εσείς ως ηθοποιός πώς το βλέπατε; Θα μπορούσει να γίνει μία νουάρ καλή ταινία στην Ελλάδα;  Εγώ σας ρωτώ ως οπαδός του νουάρ ή των αστυνομικών ταινιών. Εσείς όμως πώς το βλέπατε τότε;

Κοίταξε, άμα έβλεπα μία διάθεση να κάνει κάτι ανεξάρτητο από το αυλάκι που έτρεχε ο κινηματογράφος των παραγωγών –έτσι το λέω εγώ, κινηματογράφος των παραγωγών ήταν αυτό, δεν είναι κινηματογράφος αυτός– όταν έβλεπα ότι κάτι καινούριο ένας νέος άνθρωπος ήθελε να κάνει, εγώ ήμουν παρών, δεν είπα ποτέ όχι, και χωρίς οικονομικό ενδιαφέρον.  Άλλος το πετύχαινε, άλλος πετύχαινε κάτι λίγο, άντε προσπάθεια να ξανακάνει, μετά δεν μπορούσε να ξανακάνει ταινία και έμεναν στη μέση τα πράγματα.

Και ο Παναγιωτόπουλος προσπάθησε να κάνει κάτι καινούριο και άλλοι σκηνοθέτες, δεν ολοκληρωνόταν το πράγμα, Δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία και τη συνθήκη αυτή, την άνεση, να το κάνουν αυτό όπως το είχαν φαντασθεί.  Αυτές οι προσαρμογές που αναγκάζεται να κάνει ο καλλιτέχνης λόγω της συνθήκης και λόγω της πολύ περιορισμένης δυνατότητας που είχε ο κινηματογράφος εδώ, και ακόμα έχει. Κάποια ώρα, είδες, ο νέος ελληνικός κινηματογράφος τον εκπαραθύρωσε τον παλιό, το 1973, λες και έγινε με το μαγικό ραβδάκι, ξαφνικά σε μία νύχτα μέσα άδειασαν οι αίθουσες, τελείωσε.  Ο νέος ελληνικός κινηματογράφος και το περιοδικό εκείνο που έβγαινε…

Μιλάμε για τον “Σύγχρονο Κινηματογράφο” τωρά; 

Για αυτόν. Και μαζί όλη αυτή της μισής δεκαετίας του ‘60, υπήρξε μία άνοδος πολιτιστική, μία έκρηξη, η οποία έφερε τη δικτατορία.  Για να ανακοπεί αυτό το κύμα αναγκάσθηκαν να κάνουν δικτατορία.  Λοιπόν, το 1973 τελείωσε.  Κάτι ο «Εξώστης» του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, κάτι το φοιτητικό κίνημα, τον ξεδόντιασαν, τον ξεμπρόστιασαν τον παλιό κινηματογράφο, τελείωσε, πάει, σταμάτησε.  Αλλά ο νέος ελληνικός κινηματογράφος δεν κατάφερε να αντικαταστήσει τον παλιό.  Διότι, πώς θα γίνει, δεν γίνεται με ψίχουλα κινηματογράφος.

Ήταν με ψίχουλα ή μπορεί να ήταν και εσωστρεφείς ταινίες οι οποίες μπορεί να απασχολούσαν μόνο τον σκηνοθέτη και τον στενό του κύκλο;

Ωραία, θα περνούσαν μία κρίση, αλλά ότι ήταν καταρτισμένοι άνθρωποι.

Ναι, καμία αντίρρηση.

Οι οποίοι ήξεραν τους νόμους του κινηματογράφου, δεν ήταν αυτό το αίσχος, το παλιό.  Δηλαδή ο παλιός κινηματογράφος αυτό που ανακάλυψε ήταν το τηλεοπτικό γύρισμα, δηλαδή φάτσα όλοι στο φακό, έμπαινε ο ηθοποιός πλάτη, πήγαινε εκεί, γύριζε φάτσα και παιζόταν. Μονοκάμερο, πώς το λένε;  Αυτό ανακαλύψαμε.

Το τευχος του “Συγχρονου Κινηματογράφου” αφιερωμένη στην “Ευδοκία”

Οι άνθρωποι ήταν καταρτισμένοι, ήρθαν από έξω, από Σχολές, από το Παρίσι, από τη Ρώμη, την Αγγλία, αλλά δεν είχαν οικονομική άνεση και το Κέντρο Κινηματογράφου έδινε πενταροδεκάρες.  Με πενταροδεκάρες δεν γίνεται το πράγμα, ο κινηματογράφος είναι μεγάλη βιομηχανία, βαριάς μορφής.  Οι Αμερικάνοι που είναι μάστορες σε αυτά, πώς το πρωτοέκτισαν;  Αμέσως έγινε, βαριά βιομηχανία, σαν τη βιομηχανία των όπλων.  Είναι του αυτού επιπέδου κινηματογράφος. Έκαναν παγκόσμια εκστρατεία, δεν στέκονται αλλιώς αυτά.

Δεν φτούρησε και ο νέος κινηματογράφος, συν το γεγονός ότι μόλις έπεσε ο παλιός το ‘73, ήρθε το καινούριο μέσο, η τηλεόραση, η οποία ζει από τότε με τον παλιό κινηματογράφο και αυτός έκανε καινούρια καριέρα.  Και λέει ο κόσμος τώρα “Α, μεγάλωσαν και τα παιδιά μας με αυτές τις ταινίες. Τι  ωραίες ταινίες; Γιατί δεν κάνετε τώρα τέτοιες ταινίες;”

Σε αυτούς τι απαντάτε;

Τι απαντάμε;  Να ξυπνήσει λιγάκι, γιατί αυτό δεν δείχνει ότι ήταν καλός ο κινηματογράφος αλλά ότι ήταν η ανέχεια του κόσμου. Ο κόσμος έχει φάει μία κατραπακιά και ζει ακόμα με τα ίδια σκουπίδια εδώ και 50, 60, 70, 80 χρόνια τώρα.  Από τον πόλεμο και μετά είναι πόσα χρόνια;  Είναι 80 χρόνια. Ζει ακόμα με τα ίδια αυτά. Αυτό είναι η κακοδαιμονία του τόπου όχι ο καλός κινηματογράφος.

Έχουν περισωθεί κυρίως μερικές κωμικές ταινίες, κωμωδίες, που μερικοί έξυπνοι σκηνοθέτες, όπως ο Δημόπουλος, ο Τζαβέλλας, ο Σακελλάριος, άφηναν τους σπουδαίους κωμικούς μας –ήταν μεγάλοι ηθοποιοί– και αυτοσχεδίαζαν μπροστά στο φακό.  Δηλαδή όταν άρχιζε να παίζει ο Χατζηχρήστος, ο Αυλωνίτης, ο Σταυρίδης και οι υπόλοιποι, έλεγε ο σκηνοθέτης του οπερατέρ, “Μην κόβεις, μην κόβεις, άφησε το 120άρι να φύγει” και έπαιζε ο άλλος και έχουν μείνει σκηνές που είναι για ταινιοθήκη, είναι σπάνιες.  Αλλά οι άνθρωποι αυτοί ήταν οι αξίες που είχε φτιάξει το θέατρο, ήταν οι μεγάλοι ηθοποιοί της επιθεώρησης, της λαϊκής επιθεώρησης και άλλοι που βγήκαν συν τω χρόνω κ.λπ.  Αλλιώς τα άλλα πράγματα, ειδικά τα δράματα ήταν μελό, ήταν σκουπίδια, πλαστογραφημένα, αντιγραφές από τα αμερικάνικα έργα που έρχονταν.

Για τις πολεμικές ταινίες που κάνατε;

Κάτσε γύρευε τώρα, πολεμικές ταινίες τι θα πει; Σιγά.

Ο Κώστας Καζάκος στο “Υποβρύχιο Παπανικολής”

Δεν έχετε καλή άποψη. Για το «Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω» που θεωρούνταν και η πρώτη προσπάθεια γουέστερν;

Έκανε ο Φώσκολος τότε την πρώτη του ταινία.  Είχε φαντασία, όρεξη να κάνει.

Εμένα μου αρεσε ο ρόλος που παίζατε , ο Τσάκος 

Ήταν παραμυθάς, έφτιαχνε σενάρια, και στο γύρισμα σαν σκηνοθέτης.

Που είχαν γίνει τα γυρίσματα;

Στη Στυμφαλία. Τραβιόμασταν τρεις-τέσσερις μήνες στην Κωπαΐδα, στη Στυμφαλία, στου διαόλου τις άκρες, να αναβιώσει την εποχή της ληστείας.  Τώρα πόση αλήθεια, πόσο από την ελληνική πραγματικότητα που ήθελε να αποτυπώσει πέρασε σε αυτές τις ταινίες, αυτά είναι υπό κρίση.  Κάθεται και σκέφτεται κανείς, τώρα ήταν αληθινά πράγματα αυτά;  Κατασκευές ήταν.  Πολλά έγιναν με φαντασία, έγιναν με όρεξη.  Ο κόσμος του κινηματογράφου ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα είχε μία αξιοσύνη, ειδικά οι τεχνικοί του κινηματογράφου, αυτή η περίφημη ΕΤΕΚ.

Ο Κώστας Καζάκος ως Τσάκος στο “Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω” του Νίκου Φώσκολου

Αυτή γαλούχησε έναν κόσμο των τεχνικών, οι οποίοι ήταν περιωπής. Δηλαδή θα τους ζήλευε το μεγαλύτερο κινηματογραφικό συνεργείο σε όλο τον κόσμο.  Η αυταπάρνηση, η όρεξη, το κουράγιο τους, η αυτοθυσία, δεν έχουν ξαναγίνει.  Εγώ τον κινηματογράφο τον αγάπησα για αυτό τον κόσμο, για τη διάρκεια του γυρίσματος…

Και όχι για το πώς είναι το αποτέλεσμα 

Όχι, δεν με ενδιέφερε ποτέ αυτό, αλλά εκεί.  Δεν υπήρχε, διαγράφτηκε από το λεξιλόγιο η λέξη «αυτό δεν γίνεται», δεν υπάρχει αυτό.  Το «αυτό δεν γίνεται» δεν υπήρξε.  Στις χειρότερες συνθήκες, σε βουνοκορφές, στου διαόλου τις άκρες, σε βάλτους μέσα, χωρίς να υπάρχει ρεύμα πουθενά, θα έβρισκαν τρόπο, το γύρισμα θα γινόταν. Δηλαδή έκαναν πράγματα ηρωικά, ήταν μεγάλη υπόθεση.  Είχε ο σκηνοθέτης τη βεβαιότητα ότι θα γίνει το γύρισμα.  Εάν δεν άφηναν στο χώρο, εάν ήθελαν να μπουν σε μία βίλα μέσα και να μην αφήνουν οι ιδιοκτήτες, δεν γινόταν, θα πέρναγαν τα εμπόδια όλα.  Αυτό ήταν πολύ μεγάλη υπόθεση. Πολύ μαγευτικό.

Σπουδαία παιδιά, τους θυμάμαι έναν-έναν, ηλεκτρολόγοι, μακιγιέρ, μακινίστες, γενικών καθηκόντων.  Η αυτοθυσία τους και η όρεξη τους, είχαν την αίσθηση ότι έκαναν μεγάλο έργο και ο Φώσκολος είχε μία τέτοια ικανότητα χωρίς να το ξέρει.

Ποια;

Όταν έκανε τον σκηνοθέτη νόμιζε ότι είναι ο Σεσίλ Ντε Μιλ.  Αυτό όμως το πίστευε και του έδινε δύναμη. Ξέρεις τι δύναμη του έδινε; Νόμιζε ότι είναι ο άρχων του κινηματογράφου, ότι είναι ο Γκρίφφιθ.  Όταν έγραφε νόμιζε ότι είναι ο Σαίξπηρ, αλλά αυτό το ζούσε και του έδινε δύναμη αυτό.

Ως σκηνοθέτης πώς ήταν με τους ηθοποιούς;

Πολύ ωραίος συνεργάτης ήταν, πολύ ωραίος, ευφάνταστος κ.λπ.  Είχε τη μανία, για παράδειγμα είχαμε μία σκηνή, χειμώνας, με κάτι μάλλινα, με κάτι γούνες, ντυμένοι κ.λπ., χιόνια, και ξαφνικά παλεύαμε με το φουκαρά τον Καλογήρου και έβλεπε ο Φώσκολος και είχε ένα ρουμάνι εκεί, ένα ρυάκι με νερά που έτρεχαν, παγωμένα, κρύσταλλο, και λάσπες μέσα, ένας βούρκος, εκεί.  Στάσου, ρε Νίκο, πού;  Δηλαδή ό,τι έβρισκε, τη χειρότερη συνθήκη, την πιο άγρια συνθήκη, εκεί.

Ο Νίκος Φώσκολος σε γυρίσματα

Δημιουργούσε κάτι από τις πιο δύσκολες συνθήκες.

Ναι και πέφταμε μέσα στις λάσπες, να μη μπορούμε να κουνηθούμε, μετά μούλιαζαν οι γούνες και βγαίναμε παγωμένοι.  Κάναμε τη δουλειά μας.

Ο κινηματογράφος έχει αυτή τη διάσταση, ότι είναι μυθοπλασία, αλλά δημιουργεί μία πραγματικότητα στο γύρισμα, μία συνθήκη που είναι πραγματική και έχει ενδιαφέρον από πολλές απόψεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two