ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
2 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 180)

του Γιώργου Πισσαλίδη

Αφιέρωμα στις ταινίες του μεγάλου σκηνοθέτη Τζων Χιούστον οργανώνουν από τις 21 Σεπτεμβρίου έως τις 1 Οκτωβρίου 2017, οι “23ες Νυχτες Πρεμιέρας- Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας” στους κινηματογράφους ‘Δαναός 1 & 2″ (Κηφισίας 109) και Ideal (Πανεπιστημίου 46) .

Έμεινε διάσημος για ταινίες, όπως “Το Γεράκι της Μάλτας”, “Ο Θησαυρός της Σιερρά Μάντρε”, “Η Βασίλισσα της Αφρικής”, “Η Ζούγκλα της Ασφάλτου”, “Ο Άνθρωπος που θα γινόταν Βασιλιάς” και η “Τιμή Πρίτζι” Μετέφερε στον κινηματογράφος αριστουργήματα της λογοτεχνίας, όπως ο “Μόμπυ Ντικ” του Χέρμαν Μέλβιλ η τους “Δουβλινέζους” του Τζέημς Τζόυς που είχαν την φήμη ότι δεν μπορούν να γίνουν ταινίες.

Οι πρωταγωνιστές που μένουν ρομαντικοί τυχοδιώχτες, άνδρες ανεξάρτητοι,  ξεροκέφαλοι, ακόμα και αποτυχημένοι και που πίσω από την σκληρή εμφάνιση κρύβουν μια πίστη σε κλασσικές αξίες και μια προσωπική αξιοπρέπεια. Οι ήρωες του αναζητούν ηρωϊκά ένα σκοπό η ένα τρόπαιο, που όμως όταν συνεργάζονται μεταξύ τους έρχεται συνήθως η καταστροφή.

Οι ταινίες του ήταν 15 φορές υποψήφιος για Όσκαρ είτε σαν σκηνοθέτης είτε σαν σεναριογράφος. Κέρδισε δύο Όσκαρς ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος του “Θησαυρού της Σιερά Μάντρε”. 13 από τους ηθοποιοί του από τον Χάμφρεύ Μπόγκαρντ και την Κάθριν Χέμπορν στον Τζακ Νίκολσον και τον Άλμπερτ Φίνεϋ ήταν υποψήφιοι για Όσκαρ Καλύτερης Ερμηνείας. Χάρισε δε το Όσκαρ στον Μπόγκαρντ για τον ρόλο του στην “Βασίλισσα της Αφρικης”, καθώς επίσης  στον πατέρα του Γουώλτερ Χιούστον και την κόρη του Αντζέλικα Χιούστον για τις ερμηνείες τους στον “Θησαυρό της Σιέρρα Μάντρε” και την “Τιμή των Πρίτζι” αντίστοιχα.

Το ημερολόγιο των προβολών είναι το εξής:

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου

Οι Αταίριαστοι του Τζων Χιούστον (πρωτότυπος τίτλος : The Misfits, 1961). Με τους Κλάρκ Γκέημπλ, Μαίριλυν Μονρόε και Μοντγκόμερυ Κλιφτ.  Mία μόλις χωρισμένη γυναίκα που αναζητά αγάπη και αποδοχή συναντά στην έρημο της Νεβάδα ένα ανεξάρτητο καουμπόυ και τον φίλο του που είναι αστέρι του ροντέο. Τελευταία ταινία και για τους τρεις σταρς και μια ελεγειακή ταινία του Χιούστον.  Ideal 20:00.

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου

Μόμπυ Ντίκ του Τζων Χιούστον (π.τ: Moby Dick, 1956) Mε τους Γκρέγκορυ Πεκ, Ρίτσαρντ Μπέηζχαρτ, Λήο Γκέν και Όρσον Γουέλς. Ο Κάπταιν Άχαμπ,  καπετάνιος ενός φαλαινοθηρικού κυνηγά να σκοτώσει τον Μόμπυ Ντικ, μια λευκή φάλαινα που τον άφησε ανάπηρο. ¨Ομως η εκδίκηση θα τον κάνει να επικίνδυνο για τον ίδιο και το πλήρωμα του. O Xιούστον αναμετράται με το λογοτεχνικό αριστούργημα του Μέλβιλ σε σενάριο Ραίη Μπράντμπερυ (Φαρενάιτ 451) αποσπώντας από τον Γκρέγκορυ Πεκ μία εκπληκτική ερμηνεία . Δαναός 1, 17:30

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου

Ο Άνθρωπος που θα γινόταν βασιληάς του Τζων Χιούστον (π.τ: The Man Who Would Be King, 1975) Με τους Σων Κόννερυ, Μάικλ Κέην και Κρίστοφερ Πλάμμερ. Δύο πρώην αξιωματικοί του βρεταννικού αυτοκρατορικού στρατού ταξιδεύουν μέχρι το Κιφιριστάν, μια χώρα όπου δεν πάτησε λευκός από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και λατρεύονται ως Θεοί. Όμως η απάτη αποκαλύπτεται και η καταστροφή είναι κοντά. Βασισμένο σε διήγημα του Ράνγιαρντ Κίπλινγκ, που υμνούσε την Αυτοκρατορία, αλλά δεν χαριζόταν στις άσχημες πλευρές των Άγγλων. Δαναός 1, 17:15

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου

Η Ζούγκλα της Ασφάλτου του Τζων Χιούστον (π.τ: The Asphalt Jungle). Η τέλεια ληστεία δεν εκτελείται έτσι ακριβώς όπως θα έπρεπε και εκείνο που ακολουθεί είναι ένα όργιο προδοσίας που δίνει στον Χιούστον την ευκαιρία για μια ενδελεχή ματιάσ τον κόσμο των παρανόμων και των ονείρων τους για μια διαφορετική ζωή. Κορυφαίο heist με τέσσερεις υποψηφιότητες για Όσκαρ (Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Φωτογραφίας και Β! Ανδρικού Ρόλου) και την πρώτη σημαντική εμφάνιση της άσημης μέχρι τότε Μαίρυλιν Μονρόε. Προβάλλεται σε αποκαταστημένη κόπια. Ideal 17:30.

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου

Η Τιμή των Πρίτζι του Τζων Χιούστον (π.τ: Prizzi’s Honour, 1985)  Με τους Τζακ Νίκολσον, Κάθλην Τέρνερ και Αντζέλικα Χιούστον. Ο Τσάρλυ Παντάνα, πρωτοπαλλήκαρο της Μαφίας, που παλαιότερα είχε σχέση με την κόρη του αφεντικού, Μαερόζι Πρίτζι ερωτεύεται την Άιριν , μια επαγγελματία δολοφόνο. Όμως αγνοεί ότι η “φαμίλια” την έχει προσλάβει για να σκοτώσει κάποιον που τους έχει προδώσει. Θα επιζήσει ο έρωτας τους της επαγγελματικής σχέσης τους με την Μαφία; Αριστουργηματική μαύρη κωμωδία, όπου η Αντζέλικα Χιούστον κέρδισε πανάξια το Όσκαρ Β! Γυναικείου Ρόλου, ενώ ο Νίκολσον ήταν επίσης υποψήφιος. Ideal, 22:00

Tετάρτη 27 Σεπτεμβρίου  

Ο Θησαυρός της Σιέρρα Μάντρα του Τζων Χιούστον (π.τ: The Treasure of Sierra Madre, 1948) Mε τους Χάμφρεύ Μπόγκαρντ, Γουώλτερ Χιούστον, Τιμ Χολτ. Τρείς άνδρες ανακαλύπτουν βλέφα χρυσού στο Μεξικό. Θα αντιμετωπίσουν επιτυχώς τους εξωτερικούς εχθρούς, αλλά θα πέσουν θύμα της απληστίας τους. Περιπετεια με ηθικό προβληματισμό που χάρισε Όσκαρ Σκηνοθεσίας και Διασκευασμένου Σεναρίου στο Τζων Χιούστον και Όσκαρ Β! Ρόλου στον πατέρα του Γουώλτερ Χιούστον. Δαναός 1, 17:30. Προβολή με ψηφιακά αποκαταστημένη κόπια.

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου

Η Βασίλισσα της Αφρικής του Τζων Χιούστον (π.τ: The African Queen, 1951). Με τους Χάμφρεύ Μπόγκαρτ και Κάθρην Χέμπορν Στην διαρκεια του Α! Παγκοσμίου Πολέμου, δύο αταίριαστοι τύποι, μία γεροντοκόρη ιεραπόστολος και ένας μέθυσος τυχοδιώκτης πρέπει να συγβιώσουν σε μια βάρκα που θα ανέβει τον ποταμό Κογκό. Γρήγορα όμως η αντιπάθεια θα μετατραπεί σε έρωτα. Μία από τις καλύτερες εξωτικές περιπετειες όλων των εποχών με ένα γοητευτικό ζευγάρι πρωταγωνιστών, τέσσερεις υποψηφιότητες για Όσκαρ και το μοναδικό Όσκαρ στην σημαντική καρριέρα του “Μπόγκι”. Ideal, 17:30. Προβολή με ψηφιακά αποκαταστημένη κόπια.

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου

Βρώμικη Πόλη του Τζων Χιούστον. (π.τ: Fat City, 1972) Mε τους Στήβεν Κέισυ, Τζεφ Μπρίτζες και Σούζαν Τάιρελ. Δύο πυγμάχοι, ο ένας τελειωμένος και ο άλλος ταξιδεύουν στις ΗΠΑ παίζοντας συνήθως σε στημένα παιχνίδια. Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες στην δεκαετία του 70 δίνει στον Χιούστον την ευκαρία για μια ματιά στον πάτο του αμερικάνικου ονείρου και μία συγκλονιστική ερμηνεία από τον υποτιμημένο Στήβεν Κέισυ. Ideal, 17:30.

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου

Το Πνεύμα του Κακού του Τζων Χιούστον. (π.τ: Wise Blood) Βασισμένο στο βιβλίο της μεγάλης Καθολικής συγγραφέος Φλάννερυ Ο’ Κόννορ, μία από τις σημαντικότερες και πιο αγνοημένες ταινίες του Χιούστον με τους Μπράντ Ντούριφ, Τζων Χιούστον, Χάρρυ Ντην Στάντον και Αίημυ Ράιτ. Σε αυτήν ο Χέηζελ Μοουζες, βετεράνος ενός ακαθόριστου πολέμου και κουβαλώντας την οργή του για την αυστηρή θρησκευτική ανατροφή του δημιουργεί την δικιά του Εκκλησία χωρίς την Αλήθεια του Χριστού. Περιφέρεται στον Νότο όπου συναντά απατεώνες και γοητεύει όσες γυναίκες τον πλησιάζουν ενώ διατηρεί το αντιεκκλησιαστικό μίσος του στα όρια της παράνοιας. Odeon Oπερα (Ακαδημίας & Ιπποκράτους) 17:30.  

Κυριακή 1 Οκτωβρίου

Το Γεράκι της Μάλτας του Τζων Χιούστον. (π.τ: The Maltese Falcon) Με τους Χάμφρεύ Μπόγκαρτ, Μαίρη Άστορ και Πήτερ Λόρρε. Βασισμένο σε ένα από τα καλύτερα βιβλία του Ντάσιελ Χάμετ , το σημαντικό ντεμπούτο του Χιούστον αναφέρεται στην ιστορία του ιδιωτικού ντετέκτιβ Σαμ Σπέηντ που αναλαμβάνει μια υπόθεση που τον φέρνει σε επαφή με τρεις τυχοδιώχτες που ο καθένας από αυτούς θέλει να κερδίσει για τον εαυτό του το επίχρυσο αγαλματίδιο του τίτλου. Μια ταινία που σηματοδοτεί την γέννηση του φιλμ νουάρ και της υπέροχης φιλίας του Χιούστον με τον Μπόγκαρτ.  

Οι Δουβλινέζοι του Τζων Χιούστον. (π.τ: The Dead).  Με τους Αντζέλικα Χιούστον και Ντόναλντ Μακάν. Ο Γκάμπριελ Κόνρού και η γυναίκα του Γκρέτα, μέλη της μεσοαστικής κοινωνίας της Ιρλανδίας παρακάθονται σε ένα γεύμα στο σπίτι των γεντοκόρων θείων του πρώτου και έχουν μια επώδυνη συνειδητοποίηση, ότι η μόνη πραγματικότητα είναι ο θάνατος. Το κύκνειο άσμα του Χιούστον βασισμένο σε ένα διήγημα του Τζέημς τζόυς και υποψήφιο για 2 Όσκαρς.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Γιώργου Πισσαλίδη"][vc_empty_space][vc_column_text]Αφιέρωμα στις ταινίες του

Μια νέα τηλεοπτική σειρά που χρηματοδοτείται από το BBC και που υποτίθεται ότι απεικονίζει τον Τρωικό Πόλεμο της Ιλιάδας του Ομήρου, όλοι οι αρχαίοι Ελληνες είναι… μαύροι! Ο Αχιλλέας, ο φίλος του ο Πατρόκλος και ο θεός Δίας είναι όλοι μαύροι! 

Χωρίς καμία ρατσιστική διάθεση, άλλωστε υπάρχουν εξαιρετικοί αφροαμερικανοί ηθοποιοί όπως ο Ντένζελ Ουάσιγκτον, Γιούπι Γκόλντεμπεργκ, Γουίλ Σμιθ και δεκάδες άλλοι, μήπως είναι κάπως “κουλό” να ενσαρκώνουν τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο έγχρωμοι ηθοποιοί;

Είναι σα να βάζαμε να παίζουν στις “Ρίζες”, την περίφημη σειρά όπου εξιστορούσε τα βάσανα και τις ταπεινώσεις των μαύρων σκλάβων που μεταφέρονταν από την Αφρική στις ΗΠΑ, τον Λάμπρο  Κωνσταντάρα, τον Κώστα Βουτσά (αυτός έχει παίξει και στην προφητική ταινία “Τον αράπη κι αν τον πλένεις…” υποδυόμενος έναν λευκό που… βάφεται μαύρος για να βρει δουλειά!) ή τον Κώστα Χατζηχρήστο, να υποδύονται μαύρους σκλάβους!

  Ο Αχιλλέας της βρετανικής σειράς vs “Ο Αχιλλέας διδάσκεται πώς να παίζει τη λύρα” (τοιχογραφία του πρώτου μ.Χ. αιώνα)

 

Ο Νοτιοαφρικανός ηθοποιός που θα παίξει το Πάτροκλο εναντίον της αυθεντικής ελληνικής εκδοχής (αμφορέας, 500 π.Χ.)

 

 

Ο Βρετανο-Νιγηριανός Δίας και ο ελληνικός Δίας.

Ποιος είναι λευκός στην σειρά; Η… Ωραία Ελένη. Πάλι καλά!

Με στοιχεία από το Κόκκινος Ουρανός

Πηγή: www.pronews.gr

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Μια νέα τηλεοπτική σειρά που χρηματοδοτείται από το

του Γεωργίου Πισσαλίδη

Kλείνουν στις 17 Σεπτεμβρίου 2017, 10 χρόνια από την επίσημη πρεμιέρα του “Κατύν” του Αντρέϊ Βάιντα στην Πολωνία. Πρόκειται για μια ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη  για την σφαγή 15.000 Πολωνών αξιωματικών από τους Σοβιετικούς την άνοιξη του 1940. Μια ταινία που υπό την σκιά του συνεδρίου της Εσθονίας, αποκτά μια παραπάνω επικαιρότητα.

Κατ’ άρχήν να πούμε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Αντρέι Βάιντα καταγγέλε τα εγκλήματα του κομμουνισμού και την σταλινική τρομοκρατία στην χώρα του. Στην δεκαετία του ’70 είχε αποκτήσει τον τίτλο του πιο  διάσημου αντιφρονούντα σκηνοθέτη του τότε Ανατολικού Μπλόκ. Η πιο διάσημη ταινία του ήταν ο «Άνθρωπος από Μάρμαρο» του 1977 για έναν αγνοημένο σταχανοβίτη ήρωα της εργατικής τάξης που έπεσε σε δυσμένεια και έχει εξαφανιστεί. Στην πραγματικότητα  δολοφονήθηκε στις εργατικές διαδηλώσεις του 1972. Η ταινία αυτή άνοιξε τον δρόμο για το ανεξάρτητο συνδικάτο της «Αλληλεγγύης», το οποίο, ο Βάιντα έκανε αργότερα διάσημο με τον «Άνθρωπο από Σίδερο» (Χρυσός Φοίνικας 1981). Στο ίδιο πνεύμα κινιόταν τόσο το αλληγορικό «Δαντών» με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ για την διαμάχη Βαλέσα- Γιαρουζέσκι, όσο και το «Χωρίς Αναισθητικό» για έναν πετυχημένο καθηγητή πανεπιστημίου που μετά από μια δήλωση του, πέφτει σε δυσμένεια του καθεστώτος και αυτοκτονεί.

Όμως ο Βάιντα έπρεπε να περιμένει μέχρι τα 81 του για να κάνει την προσωπική του ταινία: το «Κατύν». Ήταν 13 χρονών ο Βάιντα όταν ο πατέρας του εκτελέσθηκε στο Κατύν. Όμως από την στιγμή που το όνομα του δεν συμπεριλήφθηκε στις λίστες των θυμάτων, η μάνα του περίμενε για χρόνια τον άνδρα της. Μόνο στα τέλη της δεκαετίας του ’60 έμαθε την πικρή αλήθεια.

Ο Αντρέι Βάιντα στην πρεμιέρατου “Κατύν” στο Φεστιβάλ Βερολίνου

Κατ’ αρχήν λίγα ιστορικά στοιχεία για καλύτερη κατανόηση του έργου. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1939, ο Κόκκινος Στρατός παραβιάζοντας το Πολωνο-Σοβιετικό Σύμφωνο Μη-Επιθέσεως, εισβάλει στην Πολωνία από τα ανατολικά. Ήδη είχε προηγηθεί η εισβολή των Γερμανών την 1η Σεπτεμβρίου 1939. Παρ’ όλο που η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία είχαν δεσμευτεί μέσω αντίστοιχων συμφώνων να επιτεθούν στην Γερμανία σε περίπτωση εισβολής τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει. Αντίθετα η Σοβιετική Ένωση προσάρτησε ανενόχλητη εδάφη της Πολωνίας, όπως είχε συμφωνηθεί στο Σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ. Από τις αρχές του Οκτωβρίου 1939, 40.000 αιχμάλωτοι πολέμου αξιωματικοί και οπλίτες είχαν συλληφθεί από την NKVD (την μυστική αστυνομία του Στάλιν, πριν γίνει KGB). Ενώ οι Γερμανοί είχαν συλλάβει 43.000 στρατιώτες.

Στις 5 Μαρτίου του 1940, όταν με διαταγή του Ιωσήφ Στάλιν προς τον ηγέτη της NKVD Λαυρέντι Μπέρια, εκτελέσθηκαν 22.000 Πολωνοί αξιωματικοί που ήταν αιχμάλωτοι πολέμου στο δάσος του Κατύν και στις φυλακές Καλύνιν και Καρκίβ. Από αυτούς γύρω στους 8.000 ήταν αιχμάλωτοι αξιωματικοί. Οι υπόλοιποι ήταν Πολωνοί που κατηγορήθηκαν ως «πράκτορες του εχθρού, σαμποτέρ, τσιφλικάδες, βιομήχανοι, δικηγόροι, ιερείς και αξιωματικοί». Σκοπός του Στάλιν ήταν όχι μόνο να στερήσει από την χώρα την στρατιωτική ελίτ, αλλά και τον ανθό του μεταπολεμικού κράτους, μιας και όλοι τους ήταν επιχειρηματίες, δικηγόροι, δάσκαλοι και ιατροί που είχαν καταταγεί ως εθελοντές στον Πολωνικό στρατό.

Το 1943 τα Γερμανικά στρατεύματα ανακάλυψαν ένα μαζικό τάφο στο Κατύν, κοντά στο Σμολένσκ στην Δυτική Ρωσία με 4.500 πτώματα Πολωνών αξιωματικών. Ελπίζοντας να διαλύσουν την συμμαχία των Σοβιετικών με τους Δυτικούς, οι ναζί δημοσιοποίησαν την ανακάλυψη του τάφου και κατηγόρησαν την Σοβιετική Ένωση για την σφαγή. Η Μόσχα όμως αρνήθηκε την κατηγορία και δήλωσε ότι το έκαναν οι ίδιοι οι Γερμανοί.

Κατύν: το έγκλημα που αποσιώπησαν οι πάντες

Παρ’ όλο που το Κρεμλίνο ήταν ένοχο, οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν. Ενώ ο ίδιος ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, αρνήθηκε την εισήγηση της εξόριστης στο Λονδίνο Πολωνικής Κυβερνήσεως να διεξαχθεί έρευνα από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό.

Στην δίκη της Νυρεμβέργης η σφαγή του Κατύν είχε αποδοθεί στους Ναζί και είχε συμπεριληφθεί στα εγκλήματα πολέμου. Όμως ο φόβος μήπως και λάμψει η αλήθεια, έκανε τους δικαστές να αποσύρουν την κατηγορία. Μεταπολεμικά, η Πολωνία συνέχιζε να βρίσκεται υπό Σοβιετική κατοχή, αλλά τώρα με κομμουνιστική κυβέρνηση. Έτσι παρόλο που ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έγινε για να προστατευθεί η ανεξαρτησία της Πολωνίας, αυτή δόθηκε ως δώρο στον Στάλιν. Μόνο το 1991 ο Γιέλτσιν παραδέχθηκε την ενοχή της Σοβιετικής Ένωσης στην υπόθεση του Κατύν.

) O πατέρας του Βάιντα , Τζάκομπ Βάιντα, μέλος του “Στρατού της Πατρίδας” ήταν ανάμεσα στα θύματα της σφαγής του Κατύν

Η ταινία του Βάιντα ξεκινά σε μια γέφυρα όπου ένα καραβάνι από Πολωνούς που προσπαθούν να γλυτώσουν από τους Γερμανούς συναντά ένα καραβάνι Πολωνών που προσπαθούν να γλυτώσουν από τους Σοβιετικούς. Με αυτήν την σκηνή, ο Βάιντα δείχνει την τραγική μοίρα της Πολωνίας τόσο στην διάρκεια του Πολέμου, όσο και μεταπολεμικά. Ένας συμβολισμός που ολοκληρώνεται όταν η Πολωνική σημαία κόβεται στα δύο. Η μεν κόκκινη λωρίδα γίνεται κομμουνιστικό λάβαρο, πράγμα που σημαίνει ότι κυριαρχούν πλέον οι κομμουνιστές. Ενώ η άσπρη λωρίδα θα χρησιμοποιηθεί για να δεθεί ένα τραύμα.

Μία από τις ηρωίδες του φιλμ είναι η Άννα (Μάγια Οσταλένσκα) που διασχίζει την μισή Πολωνία μαζί με την κόρη της για να ακούσει τον άνδρα της να της λέει ότι ο όρκος που έχει δώσει στην πατρίδα και τους στρατιώτες του είναι μεγαλύτερος από εκείνον που έδωσε ως σύζυγος της.

Ο Βάιντα δεν χαρίζεται σε καμιά πλευρά. Έτσι δείχνει την σύλληψη όλης της πανεπιστημιακής κοινότητας από τους ναζί. Όμως είναι οι Σοβιετικοί που δέχονται τα περισσότερα πυρά του διάσημου σκηνοθέτη από την σωτηρία της Άννας και της κόρης της από τα ρωσικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, χάρις σε ένα Ρώσο αξιωματικό, μέχρι την σφαγή του τέλους.

Ο Αντρέι αποχαιρετώντας την οικογένεια του

Δύο είναι οι συγκλονιστικές στιγμές στο πρώτο μέρος. Η πρώτη είναι όταν η κάμερα επικεντρώνει σε ένα σταυρό που το μόνο που έχει μείνει από τον Εσταυρωμένο είναι το καρφωμένο χέρι του που είναι κομμένο από τον αγκώνα. Το υπόλοιπο το έχει κρύψει ο παπάς. Δεν υπάρχει σκληρότερη σκηνή που να δείχνει όχι μόνο την απελπισία του Πολωνικού λαού, αλλά και τον ηθικό κατήφορο του ανθρώπινου είδους.

Η άλλη είναι όταν οι Γερμανοί δείχνουν στην γυναίκα ενός στρατηγού το φιλμ με τους νεκρούς που ανακάλυψαν στο Κατύν, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο άνδρας της. Είναι τόσο συγκλονιστικό το ασπρόμαυρο φιλμ (μάλλον αρχείου) που δεν κρύβουμε την επιθυμία μας να είχε γυρισθεί όχι όλη η ταινία σε ασπρόμαυρο, αλά «λίστα του Σίντλερ».

Ο Βάιντα διηγείται παράλληλες ιστορίες, αποφεύγοντας να δείξει την σφαγή μέχρι το τελευταίο εικοσάλεπτο. Όμως το «Κατύν» δεν είναι μία ταινία για τα θύματα, αλλά μία ταινία για τους συγγενείς και φίλους που έμειναν πίσω και ο τρόπος που αντιμετωπίζουν την αλήθεια. Έτσι η αναζήτηση της επικίνδυνης ιστορικής αλήθειας επανέρχεται ως ηθικό και πολιτικό θέμα, συνδέοντας το «Κατύν» με τον «Άνθρωπο από Μάρμαρο». Είναι αυτή η υπεράσπιση της αλήθειας και η σφαγή του δεύτερου μέρους που βάζουν φωτιά στην οθόνη.

Η γυναίκα του αξιωματικού αρνείται την μεταπολεμική κομμουνιστική προπαγάνδα ότι οι Γερμανοί σκότωσαν τον άνδρα της. Οι δύο αδελφές ενός πιλότου αντιδρούν διαφορετικά στο νέο καθεστώς και στην διατήρηση της μνήμης του αδελφού τους. Η Ιρένα συμβιβάζεται, αλλά η Αννιέσκα (Μανταλένα Τσιεκέλσκι) σαν την Αντιγόνη που υποδύεται στο θέατρο προσπαθεί να διατηρήσει ζωντανή την μνήμη του αδελφού της με την πραγματική ημερομηνία (1940 και όχι 1941) ως πράξη αντίστασης. Όμως Αννιέσκα λεγόταν και η ηρωίδα-σκηνοθέτιδα του «Άνθρωπου από Μάρμαρο» και η πανέμορφη ξανθιά Τσιεκέλσκι με τον μπερέ παραπέμπει ολοφάνερα στην Κριστίνα Γιάντα της παλιότερης ταινίας.

Πρέπει να πούμε ότι οι αξιωματικοί εκτελούνται σε ένα παλιό στάβλο με μια σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ενώ τα αίματα σκουπίζονται με έναν κουβά νερό. Μία σκηνή που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, δίνοντας μία γροθιά στο στομάχι του θεατή και τον Βάιντα την ευκαιρία να πενθήσει τον θάνατο του ανθού του Πολωνικού έθνους.

Η σκηνή της δολοφονίας του ανθού του Πολωνικού Έθνους

Αυτή η συγκλονιστική ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, παρουσία της Άγκελα Μέργκελ. Ο ίδιος ο Βάιντα είχε δήλωσε ότι περιμένει την ρωσική προβολή της ταινίας, που θα δείχνει τις καλές ή όχι σχέσεις των δύο χωρών. Όμως ο Πούτιν τον απογοήτευσε, μιας και με αφορμή το «Κατύν», οι Ρώσοι άρχισαν να δηλώνουν ότι τα ντοκουμέντα πάνω στα οποία βασίσθηκε η ενοχή της Σοβιετικής Ένωσης είναι αμφισβητήσιμα. Από την άλλη η ελληνική Αριστερά την κτύπησε ανελέητα. Ο «Ριζοσπάστης» περιέγραψε τόσο την ταινία, όσο και την ιστορία του Κατύν, «γκεμπελικό ψέμα». Ενώ πρόσθετε ότι ο Γιέλτσιν πιέσθηκε από τον Γιαρουζέλσκι για να δηλώσει ότι η Σοβιετική Ένωση είναι ένοχη!

Τελικά αξίζει το «Κατύν» τον μύθο του; Κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε, ότι έχοντας υπόψη της προσωπικής ταύτισης του Βάιντα με τα θύματα του Κατύν, θα περίμενε κανείς ένα αριστούργημα στο επίπεδο του «Στάχτες και Διαμάντια» και του «Ανθρώπου από Μάρμαρο». Όμως αυτά τα αριστουργήματα γίνονται μόνο μια φορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι το «Κατύν» δεν είναι μια μεγάλη ταινία. Αντίθετα είναι από τις καλύτερες του σκηνοθέτη, με φοβερή σκηνοθεσία, παίξιμο που συγκλονίζει και που στο δεύτερο μέρος ρίχνει γροθιά στο στομάχι. Ενώ ο Βάιντα αρνείται να γίνει μελοδραματικός και να ηθικολογήσει. Γι’ αυτό και είναι μεγάλη ταινία.

Παρ’ όλη την καταπίεση, κάποιοι αποφασίζουν να διαδώσουν την αλήθεια

Με αφορμή τα 10χρονα του “Κατύν” είναι ευκαρία να την ανακαλύψουν εκ νέου οι λάτρεις του κινηματογράφου, ειδικά όταν οι κυβερνήτες αυτής της χώρας δηλώνουν ότι τα εγκλήματα του Στάλιν δεν υπήρξαν.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Γεωργίου Πισσαλίδη"][vc_empty_space][vc_column_text]Kλείνουν στις 17 Σεπτεμβρίου

Ο Γεώργιος Χ. Παπαϊσιδώρου ή Παπασίδερης ήταν Έλληνας συνθέτης τραγουδιστής και στιχουργός. Γεννήθηκε στη Σαλαμίνα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902. Ήταν το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του Χρήστου Παπαϊσιδώρου και της Αι- κατερίνης θυγ. Παναγιώτη Μπούνταλη. Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια απασχολήθηκε σε βαριές εργασίες όπως: αγρότης, ναύτης σε εμπορικά καΐκια και καραγωγέας, έως ότου δόθηκε εξ’ ολοκλήρου στο τραγούδι. Το 1923 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό.

Το 1928 ο συνεργάτης της «Columbia» Λαμπρούλιας συναντήθηκε με τον Παπασίδερη, ύστερα από μεσολάβηση του Σαλαμίνιου λαουτιέρη Σιδέρη Ανδριανού, επαγγελματία μουσικού από οικογένεια μουσικών, που ήταν κουμπάρος του Λαμπρούλια και φίλος αγαπητός του Παπασίδερη. Έκατσαν ώρες μαζί, συζήτησαν, τραγούδησαν. Ο έμπειρος Λαμπρούλιας ενθουσιάστηκε και του πρότεινε να συνεργαστεί με την «Columbia». Έτσι κι έγινε. Ο Γιώργος Παπασίδερης βρέθηκε να ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι σε ηλικία 26 ετών, το 1928. Αφού έγινε η ηχογράφηση η «μήτρα» μεταφέρθηκε στην Αγγλία όπου έγινε η αναπαραγωγή σε δίσκους 78 στροφών οι οποίοι ήλθαν στην Ελλάδα μετά από έξι μήνες, το 1929, οπότε κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος. Το τραγούδι αυτό ήταν αμανές και οι στίχοι του ήταν:
«Έχω πολλά παράπονα
στο στήθος μου γραμμένα
πότε θα ’ρθεί αυτή η στιγμή
να στα πω ένα – ένα.»

Από τότε μέχρι το 1972 τραγούδησε αδιάκοπα δεκάδες τραγούδια σε δίσκους. Στην αρχή ηχογράφησε ορισμένους αμανέδες, είδος τραγουδιού που όπως ξέρουμε απαιτεί ερμηνευτή με τεράστιες φωνητικές δυνατότητες. Επίσης, τραγούδησε και ρεμπέτικα τραγούδια των Μάθεση, Τούντα, Περιστέρη, Σκαρβέλη, Μπαρούση, Ψυριώτη. Την εποχή αυτή, αρχές του 1930 έπαιρνε απ’ την «Οdeon» 1.000 δραχμές για κάθε τραγούδι. Επειδή οι φωνητικές του δυνατότητες το επέτρεπαν ηχογραφούσε πολλά τραγούδια σε μια μέρα. Έτσι κάποια φορά παρουσία του αδελφού του Δημήτρη ηχογράφησε σε μια μέρα τριάντα τραγούδια παίρνοντας το μυθικό, για την εποχή αυτή μεροκάματο, των τριάντα χιλιάδων δραχμών.

Το 1931 παντρεύτηκε την Αφροδίτη (Βίτα) θυγατέρα του Ισιδώρου Τσεβά. Το 1932 απέκτησαν το μοναδικό τους παιδί, τον αγαπητό στη Σαλαμίνα γιατρό Χρήστο Παπαϊσιδώρου (+ 1992). Το Νοέμβρη του 1940 ο Γιώργος Παπασίδερης, συμβάλλει κι αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού στρατού, που πολεμούσε στην Αλβανία γράφοντας τα τραγούδια: «Μες της Κλεισούρας τα βουνά» και «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τραγουδούσε κι άλλα, όπως τα: «Με δόξα να γυρίσετε», «Να’ μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς». Για τα τραγούδια αυτά τον κατάτρεχαν οι Ιταλοί. Αυτά τα ηχογράφησε σε δίσκους αργότερα, το 1947. Κάποια στιγμή συναντήθηκε με τη Σοφία Βέμπο και συζήτησαν για τη φυγή τους στην Αίγυπτο. Η Βέμπο έφυγε, ο Παπασίδερης έμεινε. Οι Ιταλοί τον είχαν στο μάτι, ένα βράδυ τον ξυλοκόπησαν άγρια. Αυτή την περίοδο τραγουδούσε στο κέντρο «Έλατος» στην Ομόνοια.

Στη διάρκεια της καριέρας του, πήγε σε κάθε γωνιά της Κεντρικής Ελλάδας από Ήπειρο, Θεσσαλία, Ρούμελη, Εύβοια, Αττική, Πελοπόννησο και σε αρκετά νησιά. Το 1972 πήγε στο Σικάγο της Αμερικής για ένα μήνα. Στη δισκογραφία εκτός από την «Columbia» συνεργάστηκε και με άλλες εταιρείες όπως: «Οdeon», «Parlophon», «His Master Voice», «Dore» και άλλες. Έχει ηχογραφήσει δεκάδες τραγούδια. Απ’ αυτά τα μισά περίπου είναι δικά του (στίχοι) και τα άλλα μισά παλιά δημοτικά τραγούδια (στίχοι και μουσική) που άλλα τραγούδησε όπως ήταν και άλλα συμπλήρωσε με στίχους του γιατί ήταν ξεκομμένα δίστιχα. Έχει γράψει επίσης στίχους για τραγούδια που έχουν ερμηνεύσει άλλοι τραγουδιστές.

Ο Παπασίδερης διέσωσε δεκάδες παλιά δημοτικά από βέβαιο θάνατο και τα ξαναπαρήγαγε δίνοντάς τους «ζωήν αιώνιoν». Σε κάθε χωριό που πήγαινε και ιδιαίτερα στ’ απομακρυσμένα, επειδή δεν υπήρχαν ξενοδοχεία για να μείνει, συνήθως τον φιλοξενούσαν άνθρωποι του τόπου που είχαν τη δυνατότητα. Τις ώρες της ανάπαυλας συζητούσε με τους ντόπιους και κατέγραφε παλιά τραγούδια ολόκληρα ή ελλιπή τα οποία ηχογραφούσε και διέσωζε. Στις περιοχές που πήγαινε να τραγουδήσει πολλές φορές έπρεπε να μείνει μέρες για τις εκεί γιορτές, γάμους κ.λ.π. Σ’ αυτά του τα ταξίδια τον συνόδευε πάντα σχεδόν η σύζυγός του, η οποία ήταν απαραίτητη για τη διαμονή και την εμψύχωση του στα μεγάλα γλέντια που διατηρούσε ζωντανά για μέρες ολόκληρες. Χαρακτηριστικό της δύναμης του είναι ότι πολλές φορές μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα, παράγγελνε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει άλλο τόσο «γλέντι», γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση. Ένα άλλο έργο που μας πρόσφερε ο Γιώργος Παπασίδερης είναι ότι μας έδωσε ταλέντα στη μουσική και το τραγούδι, που αλλιώς μπορεί να είχαν χαθεί. Στις περιοδείες που έκανε γνώριζε νέους μουσικούς και τραγουδιστές και σε όσους διέβλεπε ταλέντο τους έφερνε στην «Columbia» σαν συνεργάτες του, που ξεκινούσαν την καριέρα τους κάνοντας δίσκο μαζί του. Έτσι πολλοί απ’ αυτούς που βοήθησε ο Παπασίδερης στα πρώτα τους βήματα είναι σήμερα αναγνωρισμένοι και μερικοί κορυφαίοι στο είδος τους. Αναφέρουμε τον Γιώργο Κόρο, τον Γιάννη Βασιλόπουλο, τη Σοφία Κολλητήρη και την Τασία Βέρρα.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Γιάννη Βασιλόπουλου, στο βιβλίο του Γιώργου Παπαδάκη: «Λαϊκοί πραχτικοί οργανοπαίχτες» εκδ. «Επικαιρότητα», Αθήνα 1983, σελ. 225. «Δούλευα σε πανηγύρια, σε γάμους κ.λ.π. Μετά με είχε ακούσει σ’ ένα πανηγύρι στην Πάτρα και μ’ έφερε μετά στην Αθήνα και πρωτογραμμοφώνησα, ήταν ο πρώτος μου δίσκος με τον Παπασίδερη».
Στην Σαλαμίνα ο Γιώργος Παπασίδερης τραγουδούσε στα μεγάλα πανηγύρια της Παναγίας της Φανερωμένης στα μαγαζιά του Παναγιώτη Σκαλίθρα και Σωτήρη Παπασωτηρίου (Πούφη), της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στο Αιάντειο (Μούλκι) στα μαγαζιά του Βασίλη Βασιλείου (Σπανού) και στου Χρήστου Γαβριήλ (Κολωνάκη). Της Αγίας Μαρίνας στην Κακή – Βίγλα στο μαγαζί του Ντίνου Πούτου. Στο πανηγύρι της Φανερωμένης τραγούδησε ανελλιπώς επί 25 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε με άριστους σολίστες, στο κλαρίνο με τους: Νίκο Καρακώστα, Κώστα Γιαούζο, Απόστολο Σταμέλο,Νίκο Ρέλλια, Γιώργο Ανεστόπουλο, Βασίλη Σαλέα τον παλιό, Χαράλαμπο Μαργέλη, Τάσο Χαλκιά, Βάϊο Μαλιάρα, Αντώνη Λαβίδα, Παναγιώτη Πέππα (από Θήβα), Παναγιώτη Κοκοντίνη, Γιάννη Βασιλόπουλο, Βασίλη Μπατζή, Πέτρο Καλύβα, Θανάση Σαλέα, Νίκο Ξηρό, Γιάννη Κυριακάτη, Θόδωρο Αγαπητό, Γιάννη Καραγιάννη, Κώστα Ανατσαλόπουλο, Γιώργο Καρακό. Στο βιολί με τους: Δημήτρη Σέμση (Σαλονικιό), Γιάννη Δραγάτση (Ογδοντάκη),Γιώργο Κόρο, Αλέκο Αραπάκη, Ιάκωβο Ηλία, Ανέστη Αρβανιτόπουλο, Θεμιστοκλή Αγγελή, Δημήτρη Λαβίδα, Παναγιώτη Σαρίκα, Γιώργο Αραπάκη.
Στο λαούτο:Μακρόχρονη υπήρξε η συνεργασία του με τον συμπατριώτη μας Σιδέρη Ανδριανό, Μήτσο Κωνσταντίνου ή Ψαρά, Απόστολο Κλαπαδώρα.
Στο ούτι: Αγάπιο Τομπούλη, Νίκο Σαραγούδα.
Στο σαντούρι: Κώστα Παλαιολόγο, Χρήστο Μαρίνο ή Χιώτη, Αλέκο Γκαραβέλη, Γιάννη Ζαφειρόπουλο, Δημήτρη Μπενέτο, Μανώλη Φιστιξή, Νίκο Καρατάσο.
Επίσης με τους: Λάμπρο Σαββαϊδη ή Λάμπρο στο κανονάκι, και Λάμπρο Λεονταρίδη ή Λάμπρο λυρατζή στη λύρα.

Στο τραγούδι με τους: Δημήτρη Καλλίνικο – Τσούση ή Δημήτρη Αραπάκη, Κώστα Καρύπη, Κώστα Ρούκουνα, Μήτσο Ατραϊδη, Νίκο Σαραγούδα, Βαγγέλη Σωφρονίου, Αντώνη Νταλγκά, Μιχάλη Μενιδιάτη, Δημήτρη Φραγκούλη, Κώστα Σκαφίδα, Γεωργία Μηττάκη, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Μαρίκα Πολίτισσα, Μαριάννα Χατζοπούλου, Γιασεμή Καταρτζόγλου, Σοφία Κολλητήρη, Τασία Βέρα, Μαρία Φλωροπούλου και τους Σαλαμίνιους: Προκόπη Καλιότσο, Μίμη Ανδριανό, Γιάννη Φερλέμη, Γιάννη Μπούτση, Δημήτρη Φράττη, Γιώτα Μπούκη.

Η φωνή του έμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, γι’ αυτό και τραγουδούσε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Η τελευταία φορά που τραγούδησε ήταν στα Τρίκαλα της Κορινθίας, την ημέρα του Σταυρού (14-9) στο πανηγύρι. Μετά από 24 μέρες απεβίωσε, στις 8 Οκτωβρίου του 1977 από ανακοπή. Ο κορυφαίος του δημοτικού μας τραγουδιού άφησε την τελευταία του πνοή στο νησί που γεννήθηκε και έζησε.

Από τον πλούτο της δισκογραφίας του Παπασίδερη διαλέξαμε ένα ελάχιστο δείγμα για να σας θυμίσουμε τραγούδια με τα οποία μεγάλωσαν και ψυχαγωγήθηκαν ολόκληρες γενιές και που ακόμη είναι αξεπέραστα. Έτσι ενδεικτικά αναφέρουμε 50 τραγούδια εκ των οποίων τα 20 είναι από τα πιο παλιά του, δηλ. πριν το 1935 και τα 30 είναι από τα πιο γνωστά του που είναι και κλασσικά.

Τα πρώτα τραγούδια 

1.. «Έχω πολλά παράπονα» Αμανές 1929
2.. «Σαν το νεκρικό κερί Αμανές» 1929
3.. «Ποιος είδε τέτοιο θαύμα» Επιτραπέζιο 1930
4.. «Ο Τσέλιος ο Βασίλης» Κλέφτικο 1930
5.. «Εξήντα Κλέφτες είμαστε» Κλέφτικο 1930
6.. «Πάρε Μαριώ τη ρόκα σου» Συρτό 1931
7.. «Η Θεωνίτσα» Κλέφτικο 1931
8.. «Σου είπα μάνα πάντρεψέ με» Τσάμικο 1931]]
9.. «Βασίλω Καλαματιανή» Καλαματιανό 1931]]
10.. «Στ’ Αναυπλιού το Παλαμίδι» Τσάμικο 1932
11.. «΄Ολες οι Δάφνες» Τσάμικο 1932
12.. «Θ’ αφήσω γένια και μαλλιά» Καλαματιανό 1932
13.. «Ποιος ασίκης σαν εμένα» Καλαματιανό 1932
14.. «Ρά Καμπάνα Παπαντήσε» Καλαματιανό 1933
15.. «Συ που σέρνεις το χορό» Καλαματιανό 1933
16.. «Η Εβραιοπούλα» Καλαματιανό 1934
17.. «Λεμονάκι Μυρωδάτο» Καλαματιανό 1934
18.. «Του Γάμου το τραγούδι» Καλαματιανό 1934
19.. «Οι όμορφες της Λειβαδιάς» Τσάμικο 1934
20.. «Γρίβα μ’ σε θέλει ο βασιλιάς» Τσάμικο 1935

Δημοφιλέστερα

1.. «Σαν πας πουλί μου στο Μωριά» Κλέφτικο
2.. «Κόρη που πας στον ποταμό» Καλαματιανό
3.. «Τριανταφυλλάκι θα γινώ» Συρτό
4.. «Πρωτομαγιά μου τάριξες» Τσάμικο
5.. «Μας πήρε το ποτάμι» Καλαματιανό
6.. «Αυτά τα μάτια τα γλυκά» Συρτό
7.. «Μαράθηκε η κιτρολεμονιά» Τσάμικο
8.. « Λαλούδι της Μονεμβασιάς» Συρτό
9.. «Σε ωραίο περιβόλι» Τσάμικο
10.. «Μπροστά χορεύει ο Αυγερινός» Συρτό
11.. «Στης ματζουράνας τον ανθό» Τσάμικο
12.. «Σαράντα παληκάρια» Τσάμικο
13.. «Πουλάκι ξένο» Τσάμικο
14.. «Σαράντα πέντε λεμονιές» Καλαματιανό
15.. «Πλάτανος» Τσάμικο
16.. «΄Ολες οι μελαχροινές» Συρτό
17.. «Μαρία Πενταγιώτισσα» Τσάμικο
18.. «΄Ενας Αητός» Τσάμικο
19.. «Το φεγγάρι κάνει κύκλο» Συρτό
20.. «Αμάραντος» Τσάμικο
21.. «Το πανηγύρι» Συρτό
22.. «Νάταν τα νειάτα δυο φορές» Τσάμικο
23.. «Στην κεντημένη σου ποδιά» Συρτό
24.. «Ιτιά Μοσχοϊτιά» Τσάμικο
25.. «Πουλιά μου διαβατάρικα» Τσάμικο
26.. «Κάτω στου Βάλτου τα χωριά» Τσάμικο
27.. «Παπάκι» Καλαματιανό
28.. «Σήκω Διαμάντω» Τσάμικο
29.. «Συννέφιασε ο Παρνασσός» Τσάμικο
30.. «Καραϊσκάκης» Κλέφτικο

Κριτικές 

Χαρακτηριστικά και ανάλογα του μεγέθους του έργου του Γιώργου Παπασίδερη είναι τα σχόλια δύο σημαντικών προσώπων στο χώρο του δημοτικού τραγουδιού, της Δόμνας Σαμίου και του Γιώργου Κόρου. Συγκεκριμένα σε τηλεφωνική συνέντευξη που είχαμε το Μάρτιο του 1994 με τη Δόμνα Σαμίου, μας είπε για τον Παπασίδερη: “Ο Γιώργος Παπασίδερης και η Γεωργία Μητάκη είναι δύο μεγάλοι ερμηνευτές του δημοτικού τραγουδιού, ιδιαίτερα των τραγουδιών της Κεντρικής Ελλάδος με τα οποία ασχολήθηκαν και χαρακτήρισαν μια εποχή 30 – 40 χρόνων. Ο Γιώργος Παπασίδερης τραγούδησε με τέτοιο τρόπο αυτά τα τραγούδια που και σήμερα λέμε «αυτό είναι του Γιώργου» εν- νοώνας ότι, είτε ήταν δικό του είτε παλιό δημοτικό, ο Παπασίδερης το ζωντάνεψε και το έκανε κλασσικό και αθάνατο. Το Γιώργο δεν τον γνώριζα προσωπικά αλλά επειδή 50 χρόνια ασχολούμαι με τη συλλογή και αναπαραγωγή δημοτικών τραγουδιών, από εμπειρία μου μπορώ να πω ότι ήταν κορυφαίος ερμηνευτής και έγινε μέτρο σύγκρισης της ικανότητος των άλλων”.

Επίσης σε τηλεφωνική συνέντευξή του, ο Γιώργος Κόρος τον Ιούνιο του 1994 για τον Γιώργο Παπασίδερη, είπε τα εξής: «Ο Γιώργος Παπασίδερης κατ’ αρχάς ήταν πολύ καλός άνθρωπος, άξιος, δυναμικός και εργατικός. Στο χώρο του δημοτικού τραγουδιού άφησε εποχή. Πολλοί νέοι καλλιτέχνες σήμερα προσπαθούν να τον μιμηθούν». Μίλησε επίσης ότι η γνωριμία του με τον Γιώργο Παπασίδερη, η οποία υπήρξε σταθμός στη δισκογραφική του καριέρα. Ο Γιώργος Παπασίδερης γνώρισε το νεαρό Γιώργο Κόρο σε συνεργασίες τους σε γάμους και πανηγύρια. Με το βέτο που είχε τότε απαίτησε να γίνει η πρώτη δισκογραφική δουλειά του Κόρου σ’ ένα απ’ τα τραγούδια του, το 1952 στην «Columbia». Έτσι τον βοήθησε να ξεκινήσει την καριέρα του.
Εν κατακλείδι, παρατίθεται ένα σχόλιο του ειδικού συλλέκτη δίσκων και συνεργάτη διαφόρων εταιρειών, Δημήτρη Ράνιου, για το Γιώργο Παπασίδερη. Το σχόλιο είναι γραμμένο σε μια σειρά δίσκων με τραγούδια του Παπασίδερη, της εταιρείας «MARGO», Μίνως Μάτσας & Υιός Α.Ε», που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβρη του 1984. Η ίδια είναι γραμμένη και σε μια σειρά αντίστοιχων δίσκων, που κυκλοφόρησε η εταιρεία «ΕΜΙ-REGAL, EMIAL Α.Ε» το Μάρτη του 1986. “Το δημοτικό τραγούδι βρήκε στη φωνή του Γιώργου Παπασίδερη τον ιδανικό και τέλειο ερμηνευτή του. Πριν απ’ αυτόν, αλλά και μετά δεν βρέθηκε κανείς που να μπορέσει να τραγουδήσει τα δημοτικά όπως ο Παπασίδερης. Η ερμηνεία του Γιώργου Παπασίδερη ήταν και θα παραμείνει υποδειγματική και δεν αφήνει περιθώρια για μίμηση ή για σύγκριση. Φωνή μεστή, ρωμαλέα, που ανάλογα με την περίσταση γινόταν εκφραστική ή δυναμική. Χαρακτηριστικό της ανυπέρβλητης ερμηνευτικής του αξίας είναι ότι ο Γιώργος Παπασίδερης ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του σαν κορυφαίος ερμηνευτής και τερμάτισε μετά από 45 χρόνια πάλι σαν κορυφαίος”.

Δισκογραφία

Πηγές: el.wikipedia.org

Πηγή: ww.tralala.gr

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Ο Γεώργιος Χ. Παπαϊσιδώρου ή Παπασίδερης ήταν

Μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση μιας νεαρής Σμυρνιάς και με τη βοήθεια του Φωτογραφικού Αρχείου του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, αναβιώνει την πιο σκοτεινή σελίδα του ελληνισμού της Μικράς Ασίας , 94 χρόνια μετά τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης το Σεπτέμβριο του 1922

«Οι γονείς μου κατοικούσαν στη Σμύρνη και ωνομάζοντο Ανδρομάχη και Κωνσταντίνος Χατζημάρκου. Ο πατέρας μου είχε ξενοδοχείο ύπνου, καφενείο και ηλεκτροκίνητο καφετριβείο “η Μόκα” στην προκυμαία της Σμύρνης. Γεννήθηκα στη Σμύρνη, στο ξενοδοχείο μας, στες 15 Μαρτίου του 1909.

Επειδή οι αδελφές μου μεγάλωσαν και δεν ήθελε ο πατέρας μου να ζούμε στο ξενοδοχείο, κατοικήσαμε σ’ άλλο προάστειο, τον Κιός Τεπέ. Το σπίτι μας ήταν μία ωραία έπαυλις σ’ένα ύψωμα, από όπου εφαίνετο ωραία η κίνησις του κόλπου…

Η ζωή μας κυλούσε ήρεμη και ανέφελη, την ευτυχία μας δε τη μεγάλωσε ο Ελληνικός στρατός, που κατέλαβε τη Σμύρνη. Θυμούμε μάλιστα με τι λαχτάρα στες 2 Μαΐου 1919 τους υποδεχθήκαμε στο σπίτι μας, τον χορό που έδωσε ο πατέρας μου στον 1ον λόχο των ευζώνων, που ήλθε στο χωριό καθώς και τον Εθνικόν Ύμνον που για πρώτη φορά έπαιξα στο πιάνο με την αδελφούλα μου. Έτσι πέρασαν τρία χρόνια γεμάτα χαρά και ευτυχία, που βλέπαμε τη Σμύρνη μας γαλανόλευκη.

Η ευτυχία μας όμως δεν βάσταξε πολύ· και μια μέρα του 1922, στες 14 Αυγούστου , μάθαμε την οπισθοχώρησι του Ελληνικού στρατού. Στην αρχή μας φάνηκε απίστευτο, γιατί ο εγωϊσμός μας δεν μας άφινε να το πιστέψωμε.

Και όμως ένα Σάββατο… ακούστηκε ο φοβερός ερχομός των Τούρκων…»

Η Αμφιλύκη Χατζημάρκου, ήταν ένα κορίτσι που μεγάλωνε στη Σμύρνη ανέμελα και με σχετική οικονομική άνεση μέχρι την καταστροφή της πόλης το Σεπτέμβριο του 1922. Η αφήγησή της αναβιώνει μια από τις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας, τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης, που σφράγισε επί της ουσίας το θάνατο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και την αποτυχία της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας. Μικρασιατική Καταστροφή για τους Έλληνες, Αγώνας Ανεξαρτησίας (Kurtuluş Savaşı) για τους Τούρκους

Το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 1923 ο τουρκικός στρατός, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ και οι άτακτοί του, μπήκαν στην Σμύρνη. Επτά μέρες πριν είχε αποχωρήσει και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα από τη Μικρά Ασία με το Μέτωπο να έχει καταρρεύσει από τις παραμονές του Δεκαπενταύγουστου.

Η ήττα του Ελληνικού στρατού και η κατάληψη της πόλης από τους κεμαλικούς βρήκε την οικογένεια της Αμφιλύκης απροετοίμαστη. Αναζήτησαν ασφάλεια «στο στόμα του λύκου», στο ξενοδοχείο της Προκυμαίας, αλλά κατάφεραν να σωθούν με τη βοήθεια ενός άλλου ξενοδόχου μουσουλμάνου, πιθανόν του Ναΐμ Μούλαβιτς, ιδιοκτήτη των «Σμύρνα Παλάς» και «Σπλέντιτ Παλάς».

Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι αντάλλασαν εξυπηρετήσεις και προστασία κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και της ελληνικής κατοχής του 1919-1922, ως τεχνολογία επιβίωσης απέναντι στις υπερβάσεις των αρχών και τη βιαιότητα των ατάκτων ενόπλων ομάδων. Μόνο που τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο του 1922 οι παλιές ασφαλιστικές δικλείδες αποδείχθηκαν ανεπαρκείς…

Φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα

Μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση μιας νεαρής Σμυρνιάς και με τη βοήθεια του Φωτογραφικού Αρχείου του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, αναβιώνει την πιο σκοτεινή σελίδα του ελληνισμού της Μικράς Ασίας , 94 χρόνια μετά τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης το Σεπτέμβριο του 1922

«Οι γονείς μου κατοικούσαν στη Σμύρνη και ωνομάζοντο Ανδρομάχη και Κωνσταντίνος Χατζημάρκου. Ο πατέρας μου είχε ξενοδοχείο ύπνου, καφενείο και ηλεκτροκίνητο καφετριβείο “η Μόκα” στην προκυμαία της Σμύρνης. Γεννήθηκα στη Σμύρνη, στο ξενοδοχείο μας, στες 15 Μαρτίου του 1909.

Επειδή οι αδελφές μου μεγάλωσαν και δεν ήθελε ο πατέρας μου να ζούμε στο ξενοδοχείο, κατοικήσαμε σ’ άλλο προάστειο, τον Κιός Τεπέ. Το σπίτι μας ήταν μία ωραία έπαυλις σ’ένα ύψωμα, από όπου εφαίνετο ωραία η κίνησις του κόλπου…

Η ζωή μας κυλούσε ήρεμη και ανέφελη, την ευτυχία μας δε τη μεγάλωσε ο Ελληνικός στρατός, που κατέλαβε τη Σμύρνη. Θυμούμε μάλιστα με τι λαχτάρα στες 2 Μαΐου 1919 τους υποδεχθήκαμε στο σπίτι μας, τον χορό που έδωσε ο πατέρας μου στον 1ον λόχο των ευζώνων, που ήλθε στο χωριό καθώς και τον Εθνικόν Ύμνον που για πρώτη φορά έπαιξα στο πιάνο με την αδελφούλα μου. Έτσι πέρασαν τρία χρόνια γεμάτα χαρά και ευτυχία, που βλέπαμε τη Σμύρνη μας γαλανόλευκη.

Η ευτυχία μας όμως δεν βάσταξε πολύ· και μια μέρα του 1922, στες 14 Αυγούστου , μάθαμε την οπισθοχώρησι του Ελληνικού στρατού. Στην αρχή μας φάνηκε απίστευτο, γιατί ο εγωϊσμός μας δεν μας άφινε να το πιστέψωμε.

Και όμως ένα Σάββατο… ακούστηκε ο φοβερός ερχομός των Τούρκων…»

Η Αμφιλύκη Χατζημάρκου, ήταν ένα κορίτσι που μεγάλωνε στη Σμύρνη ανέμελα και με σχετική οικονομική άνεση μέχρι την καταστροφή της πόλης το Σεπτέμβριο του 1922. Η αφήγησή της αναβιώνει μια από τις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας, τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης, που σφράγισε επί της ουσίας το θάνατο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και την αποτυχία της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας. Μικρασιατική Καταστροφή για τους Έλληνες, Αγώνας Ανεξαρτησίας (Kurtuluş Savaşı) για τους Τούρκους

Το Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 1923 ο τουρκικός στρατός, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ και οι άτακτοί του, μπήκαν στην Σμύρνη. Επτά μέρες πριν είχε αποχωρήσει και το τελευταίο ελληνικό στρατιωτικό τμήμα από τη Μικρά Ασία με το Μέτωπο να έχει καταρρεύσει από τις παραμονές του Δεκαπενταύγουστου.

Η ήττα του Ελληνικού στρατού και η κατάληψη της πόλης από τους κεμαλικούςβρήκε την οικογένεια της Αμφιλύκης απροετοίμαστη. Αναζήτησαν ασφάλεια «στο στόμα του λύκου», στο ξενοδοχείο της Προκυμαίας, αλλά κατάφεραν να σωθούν με τη βοήθεια ενός άλλου ξενοδόχου μουσουλμάνου, πιθανόν του Ναΐμ Μούλαβιτς, ιδιοκτήτη των «Σμύρνα Παλάς» και «Σπλέντιτ Παλάς».

Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι αντάλλασαν εξυπηρετήσεις και προστασία κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και της ελληνικής κατοχής του 1919-1922, ως τεχνολογία επιβίωσης απέναντι στις υπερβάσεις των αρχών και τη βιαιότητα των ατάκτων ενόπλων ομάδων. Μόνο που τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο του 1922 οι παλιές ασφαλιστικές δικλείδες αποδείχθηκαν ανεπαρκείς…

Φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα

a1

Όποιος μπορέσει ας σωθή· η Σμύρνη καίεται

«Την Τετάρτη το βράδυ έρχεται ο Τούρκος ξενοδόχος και μας λέγει: “Όποιος μπορέσει ας σωθή· η Σμύρνη καίεται”» περιγράφει η Αμφιλύκη Χατζημάρκου στην σπάνια σήμερα έκδοση«Από τας ημέρας της Μικρασιατικής Καταστροφής, Αυτοβιογραφίαι των Προσφύγων Κοριτσιών του Οικοτροφείου του Διεθνούς Συνδέσμου Γυναικών» (Αθήνα, 1926).

«Βγήκαμε όλοι έξω και βλέπομε τη Σμύρνη να καίεται από τέσσερα μέρη και όλος ο κόσμος να φωνάζη και να μη ξεύρη που πηγαίνει. Ο πατέρας μου βλέποντας το κακό που γινότανε έξω, αποφάσισε να καούμε εκεί για να μη πέσωμε στα χέρια των θηρίων αυτών».

Ο πατέρας μου βλέποντας το κακό που γινότανε έξω, αποφάσισε να καούμε εκεί για να μη πέσωμε στα χέρια των θηρίων αυτών.

«Η απόφασις του ήτο σταθερά. Η μητέρα μου κ’ εμείς με κλάματα τον παρακαλούσαμε να φύγωμε. Τόσο τραγικό το σύμπλεγμα αυτό φάνηκε στον Τούρκο ξενοδόχο που ήρθε και είπε στη μητέρα μας: “Έλα πάρε τα παιδιά σου και θα σωθούμε όλοι μαζί. Έχω ατμάκατο”. Μια αχτίνα χαράς μας παρηγόρησε και αφού μας έδωσαν σκεπάσματα οθωμανικά μαζί με τη μητέρα και αδελφή του ξενοδόχου μας παρέλαβον μερικοί ωπλισμένοι Τούρκοι και μας πήγαν στην ατμάκατο.

Προχωρήσαμε λίγο και ύστερα από πολλά εμπόδια, γιατί τα πτώματα των πνιγμένων κτυπούσαν δεξιά και αριστερά στην ατμάκατο, σταθήκαμε στο μέσον του κόλπου. Μπροστά στα μάτια μας είχαμε το τραγικό θέαμα, που μας παρουσιάζει φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα. Σ’ όλη μου τη ζωή δε θα ξεχάσω την τραγική αυτή νύχτα».

Μπροστά στα μάτια μας είχαμε το τραγικό θέαμα, που μας παρουσιάζει φωτιά, μαχαίρι και θάλασσα. Σ’ όλη μου τη ζωή δε θα ξεχάσω την τραγική αυτή νύχτα.

Η μεγάλη πυρκαγιά εκδηλώθηκε αρχικά στην αρμενική συνοικία από την ανατίναξη της Αρμενικής Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Με τη βοήθεια του ευνοϊκού για τους Τούρκους ανέμου (που έπνεε αντίθετα από την τουρκική συνοικία) και της βενζίνης με την οποία ράντιζαν τα σπίτια, η φωτιά κατέκαψε όλη την πόλη, εκτός από τη μουσουλμανική και την εβραϊκή συνοικία.

Η φωτιά διήρκεσε από τις 13 έως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922 (31 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο). Καθώς η οικογένεια Παπαμάρκου προσπαθούσε να διαφύγει, ο πατέρας συνελήφθη. Στην αφήγησή της η Αμφιλύκη χρησιμοποιεί το παλιό ημερολόγιο αλλά και αυτές οι ημερομηνίες φαίνεται πως είναι συγκεχυμένες στο μυαλό της.

«Στες 4 το πρωΐ της 1ης Σεπτεμβρίου φθάσαμε στο Κορδελιό, προάστειο της Σμύρνης. Οι Τούρκοι για να δείχνουν δυσκίολες στους χριστιανούς, ζητούσαν διάφορα πιστοποιητικά. Ο πατέρας κατώρθωσε με τη βοήθεια ενός δικηγόρου, Τούρκου να κάνη ένα τέτοιο πιστοποιητικό, που έπρεπε να επικυρωθή από την Τουρκική κυβέρνησι, και γι αυτό πήγε στο Διοικητήριο.

Αλά δυστυχώς για μας εκεί κρατήθηκε από τους Τούρκους. Ήτανε Σαββάτο στες 15 Σεπτεμβρίου του 1922, η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής μου . Αφού άδικα γυρέψαμε να τον σώσωμε και δεν μπορέσαμε, στες 15 Σεπτεμβρίου το πρωΐ φύγαμε αφήνοντας πίσω μας τον καλό μας πατέρα, περιουσία, σπίτι και την πατρίδα μας, με ένα επίτακτο Αμερικανικό που ήλθε να μας σώση».

Πιθανόν αναφέρεται στο Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου, τελευταία μέρα που επιτρέπονταν η ελεύθερη αποχώρηση του χριστινικού πληθυσμού από τον Τουρκικό στρατό. Φαίνεται ότι η οικογένεια εξάντλησε άδικα κάθε περιθώριο για τη σωτηρία του πατέρα…

Ξεριζωμός

Φύγαμε αφήνοντας πίσω μας τον καλό μας πατέρα, περιουσία, σπίτι και την πατρίδα μας

Ο ξεριζωμός ενός μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού, Ελλήνων και Αρμενίων, προς τη μικρασιατική ακτή, που -κατά τους υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου- έφτανε τις 250.000, άρχισε μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και την κατάρρευση του Μετώπου στα μέσα Αυγούστου του 1922.

Την επομένη της αναχώρησης και του τελευταίου ελληνικού στρατιωτικού τμήματος από τη Σμύρνη, οι χιλιάδες των προσφύγων Έλληνες και Αρμένιοι που κατέκλυζαν όλο το μήκος της περίφημης Προκυμαίας “Κε” μάταια περίμεναν πλέον τα επιταγμένα ελληνικά πλοία για τη μεταφορά τους στα γειτονικά ελληνικά νησιά. Μετά από παρέμβαση του Αμερικανού Προξένου G. Horton, στάλθηκαν δύο αμερικανικά αντιτορπιλικά για την εξυπηρέτηση των προσφύγων.

Οι μαρτυρίες για όσα συνέβησαν στην πόλη πριν την πλήρη εκκένωση της είναι ανατριχιαστικές. Οι Αρμένιοι και οι Έλληνες άντρες από 15 μέχρι και 45 ετών οδηγήθηκαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) που βρήκαν τραγικό θάνατο από την εξουθενωτική εργασία και τις ταλαιπωρίες. Περίπου 160.000 άντρες δεν γύρισαν ποτέ.

Όλη η Σμύρνη καλύφθηκε από τις στριγκλιές και τα ουρλιαχτά των γυναικών που βιάσθηκαν, οι Ευρωπαίοι μάρτυρες διέκριναν ακέφαλα βρέφη στους δρόμους της αρμένικης συνοικίας, ολόκληρες οικογένειες εκτελέσθηκαν εν ψυχρώ ενώ από τη μανία των Τούρκων δεν γλίτωσαν ούτε οι Γαλλίδες νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού και οι καθολικές αδελφές του Τάγματος του Ελέους που σφαγιάσθηκαν εν ώρα καθήκοντος.

Ο ευαγγελιστής ιερέας πατήρ Μαλτάς εκτελέσθηκε και ο πρόεδρος του Αμερικανικού Κολεγίου Αλεξ Μακ Λάχλαν υπέστη βασανιστήρια μέχρι θανάτου. Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός έστειλε αντιπροσωπεία στον Κεμάλ Ατατούρκ ώστε να συγκαταθέσει στην εκκένωση της πόλης.

Η εκκένωση της Σμύρνης άρχισε στις 11 Σεπτεμβρίου και διήρκησε μια εβδομάδα.Κατόπιν ασφυκτικών πιέσεων ο Κεμάλ Ατατούρκ επέτρεψε σε ελληνικά και άλλα πλοία να μπουν στο λιμάνι.

Όταν η πόλη τυλίχτηκε στις φλόγες στις 13 Σεπτεμβρίου, 19 συνολικά πλοία μπήκαν στη Σμύρνη να σώσουν τον κόσμο.Συνολικά 300.000 πρόσφυγες πέρασαν στην Ελλάδα.Οι εμπρησμοί κατέστρεψαν τα 3/5 της έκτασης της Σμύρνης αφήνοντας άθικτη την τουρκική συνοικία.

Από τις φωτιές δεν γλίτωσαν ούτε τα πολυτελή κτίρια της πόλης, όπως το Sporting Club, τα κομψά ξενοδοχεία του Και, τα εστιατόρια και οι επαύλεις. Από τις 46 ορθόδοξες εκκλησίες σώθηκαν οι τρεις.

Τα τελευταία τραγικά δείγματα της σμυρνιώτικης φωτογραφίας

Την έκταση της καταστροφής αποτυπώνει καρέ καρέ η συλλογή φωτογραφιών που έθεσε στη διάθεσή του NEWS247 το Φωτογραφικό Αρχείο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου και έχει αξιοποιηθεί από το νεοϊδρυθέν Ψηφιακό Μουσείο Νέας Σμύρνης σε μια προσπάθεια συγκέντρωσης και ψηφιοποίησης του σχετικού με τον ελληνισμό της Σμύρνης υλικού που βρίσκεται σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και του κόσμου.

«Αυτή η σχετικά άγνωστη ιδιωτική συλλογή, που παραχωρήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, είναι επί της ουσίας τα τελευταία τραγικά δείγματα της σμυρνιώτικης φωτογραφίας» επισημαίνει ο ιστορικός Μιχάλης Βαρλάς, υπενθυμίζοντας πως η Σμύρνη, η Νέα Υόρκη της Ανατολής όπως αποκαλείτο λόγω της ιδιαίτερης κουλτούρας της, είχε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων της εικόνας: επαγγελματίες φωτογράφους, φωτορεπόρτερ, καλλιτέχνες, κινηματογραφιστές  αλλά και απλούς ανθρώπους που ήταν εξοικειωμένοι με τη φωτογραφία και την εικονοληψία.«Από τέτοιες συλλογές όχι μόνο ξαναζούμε την καταστροφή αλλά βλέπουμε και πως οι άνθρωποι αποτύπωναν την ιστορία» τονίζει ο κύριος Βαρλάς.

Πηγή Φωτογραφιών: Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.Ευχαριστούμε για τις πληροφορίες και τη βοήθεια τον Μιχάλη Βαρλά, επιμελητή και υπεύθυνο τεκμηρίωσης της έκθεσης του Ψηφιακού Μουσείου Νέας Σμύρνης, καθώς και την Νίκη Μαρκασιώτη, υπεύθυνη του Φωτογραφικού Αρχείου στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας.

 

Πηγή: www.tilestwra.com

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Μέσα από τη συγκλονιστική αφήγηση μιας νεαρής

Του Γιώργου Πισσαλίδη

Είδαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου μας (διαβαστέ το εδώ) ότι από τις πρωτες μέρες του ροκαμπίλλυ στην Sun Records μέχρι την επιτυχία του Heartbreak Hotel, ο Έλβις Πρίσλεϋ θεωρείτο καλλιτέχνης της κάντρυ, έκανε περιοδείες με κάντρυ μουσικούς, ενώ τα τραγούδια του πέρα από τα ποπ τσαρτς, ανέβαιναν στους καταλόγους επιτυχιών της κάντρυ. Πως όμως ο ίδιος ο Ελβις επηρέασε την κάντρυ, την λαϊκή μουσική των λευκών του Νότου ;

Από την ροκαμπίλλυ στον «Ηχο της Νασβιλ»

Καταρχήν, το ροκ εντ ρολ η καλύτερα το ροκαμπίλλυ υπήρξε εφαλτήριο για την καριέρα μετέπειτα διάσημων καλλιτεχνών της κάντρυ.  Έτσι ο Τζώννυ Κας ηχογραφησε τα Cry, Cry, Cry και I Walk the Line, o Κόνγουαίη Τουιττυ το It’s Only Make Believe και ο Μάρτυ Ρόμπινς τα Singing the Blues, White Sport Coat και Story of My Life. Από την άλλη, ο Τέννεση Έρνι Φόρντ, που είχε ηχογραφήσει πολλά κάντρυ μπούγκι (ο άμεσος πρόδρομος του ροκαμπίλυ) στις αρχές της δεκαετίας , θα ανέβαινε στο Νο 1 των ποπ τσαρτς με μια σχεδόν ροκ εντ ρολ εκτέλεση εκτέλεση του Sixteen Tons, ενός κλασσικού τραγουδιού του κιθαρίστα / τραγουδιστή Μέρλ Τρέηβις.

Μια συμβολή του Έλβις ήταν ότι διατηρώντας το σπίτι του στο Μέμφις και ηχογραφώντας πολλά τραγούδια στην Νάσβιλ  βοήθησε να μετατραπεί η Νάσβιλ στην λαμπρή πρωτεύουσα της μουσικής κάντρυ (η Music City USA, αποκαλείται στις ΗΠΑ). Εξηγεί ο παραγωγός και κιθαρίστας Τσετ Άτκινς (μεγάλο είδωλο του Μαρκ Νόφλερ): «Μέχρι που βγήκε ο Έλβις, οι αποφάσεις της βιομηχανίας της κάντρυ παιρνόταν στο «Μπρίλ Μπίλντινγκ» της Νέας Υόρκης. Ο Έλβις τα άλλαξε όλα αυτά η τα άλλαξε κατά 50%. Βοήθησε να γίνει η Νάσβιλ ένα μεγαλύτερο κέντρο ηχογραφήσεων»  

Αυτό θα γινόταν χάρις στην δημιουργία ενός καινούργιου κάντρυ ποπ ήχου που συνδύαζε κάντρυ χωρίς βιολιά και μπάντζα με ερμηνείες , ενορχηστρώσεις και όργανα (ορχήστρες εγχόρδων) της παραδοσιακής ποπ αλά Ντην Μάρτιν, Πέρρυ Κόμο και Πάττυ Πέητζ. Αυτό το στυλ θα ονομαζόταν «‘Ηχος της Νάσβιλ» (Nashville Sound) με κυριώτερους εκπροσώπους τον Τζιμ Ρήβς (Welcome to My World) , τον Έντυ Άρνολντ (He’ll Have to Go) και την Πάτσυ Κλάιν (Crazy) που τα τραγούδια τους γινόταν μεγάλες επιτυχίες στα ποπ τσαρτς και τα τσαρτς του Easy Listening. Θα μετέτρεπε έτσι την κάντρυ σε βιομηχανία εκατομμυρίων δολλαρίων κάθε χρόνο, γοητεύοντας ακόμα και καλλιτέχνες σαν τον Ραίη Τσαρλς (Ι Can’t Stop Loving You) και τον Τομ Τζόουνς (Green , Green Grass of Home).  

1955: Ο Έλβις συναντά το μεγάλο είδωλο του, τον κρούνερ της κάντρυ Έντυ Άρνολντ

Η αναγέννηση της καρριέρας του και η κάντρυ

Όμως μετά τις πρώτες επιτυχίες στην RCA και ειδικά μετά τον  στρατό, η κάντρυ επιρροή στις ηχογραφήσεις του Έλβις θα εξαφανιζόταν. Χαμένος στο Χόλλυγουντ και τα σάουντρακς, ο Έλβις άρχισε να μην έχει κατεύθυνση στην καριέρα του και η καριέρα του να παίρνει την κατηφόρα. Αυτό θα άλλαζε το 1967 με το Γκράμμυ για Θρησκευτική Μουσική που κέρδισε με το Ηοw Great Thou Art και  την επιτυχία του  διάσημου πλέον Comeback Special της 6ης  Δεκεμβρίου 1968, που σήμανε και την επιστροφή στις ζωντανές εμφανίσεις.

Τον Ιανουάριο του 1969, ο Έλβις θέλοντας να εκμεταλλευτεί την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντας του κόσμου για τα τραγούδια του, αναζητούσε τραγούδια που θα τον έφερναν ξανά στα τσαρτς. Δεν ήθελε όμως να ηχογραφήσει το καινούργιο άλμπουμ στην Νάσβιλ η το Χόλλυγουντ. Έτσι  συζήτησε το θέμα αρχικά με τον παραγωγό Φέλτον Τζάρβις και μετά με δύο φίλους του, τον  ντισκ τζόκεύ Τζωρτζ Κλάιν και τον Μάρτιν Λάκερ. Οι δύο τελευταίοι του πρότειναν να συνεργασθεί με τον  ανερχόμενο παραγωγό Τσιπς Μόμαν, γνωστό για ένα καινούργιο κάντρυ σόουλ ήχο στα American Studios του Μέμφις, και που είχε ήδη συνεργασθεί με τους «Μποξ Τόπς», τον Μπόμπυ Γούμακ, τον Γουίλσον Πίκετ, τον Τζο Τεξ και την Πετούλα Κλάρκ.

Ο Έλβις Πρίσλεύ μαζί με τον παραγωγό Τσίπσ Μόμαν (αριστερά) και την μπάντα των American Studios

Το βράδυ της 10ης Ιανουαρίου 1969, ο Έλβις θα ξεκινούσε την ηχογράφηση του From Elvis in Memphis σε παραγωγή του Τσιπς Μόμαν. Συνοδευόταν δε από την κλασσική μπάντα των American Studios: Ρέγκι Γιάνγκ (κιθάρα), Tόμμυ Κόγκμπιλ (μπάσο) Μπόμπυ Έμμονς (πιάνο, όργανο) και Τζην Γκρίσμαν (ντραμς) . Συμμετείχαν  επίσης στην κιθάρα ο συνθέτης Νταν Πέν, με τον οποίο ο  Μόμαν είχε γράψει τα Do Right Man, Do Right Woman, και Dark End of the Street για την Αρήθα Φράνκλιν  και ο Γουέην Τζάσκον και τα πνευστά των «Μέμφις Χόρνς». Ανάμεσα στα τραγούδια ήταν το Long Black Limousine που ο Έλβις και η μπάντα το μετέτρεψαν σε σόουλ, το «Ι’m Moving On” του Χάνκ Σνόου και το Gentle on My Mind του κάντρυ ποπ τραγουδιστή Γκλέν Κάμπελ,  το I’ll Hold You In My Heart του κρούνερ (ρομαντικός ερμηνευτής παλιάς κοπής) της κάντρυ  Έντυ Άρνολντ , το Αfter Loving You , και το «Don’t Cry Daddy”.

Το σημαντικότερο τραγούδι ήταν το In the Ghetto, ένα τραγούδι κάντρυ/ σόουλ που έδειχνε τις κοινωνικές ευαισθησίες του Έλβις και γραμμένο από τον κάντρυ ποπ συνθέτη/ τραγουδιστή Μάκ Ντέηβις. Αρχικά οι παραγωγοί προβληματίσθηκαν αν το κοινό θα δεχόταν ένα λευκό εκατομμυριούχο να τραγουδά για το γκέττο. Τελικά το «Ιn the Ghetto” κυκλοφόρησε και έγινε τεράστια ποπ επιτυχία σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην διάρκεια των ηχογραφήσεων, ο Έλβις ερμήνευσε δύο τραγούδια, που δεν μπήκαν τελικά στο άλμπουμ: το καντρίζον Suspicious Minds που θα γινόταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία και το Kentucky Rain, σύνθεση του ανερχόμενου κάντρυ ποπ συνθέτη/ τραγουδιστή Έντι Ράμπιτ.

Οι κριτικές στο From Elvis in Memphis ήταν διθυραμβικές και μάλιστα ο θρυλικός δημοσιογράφος του «Ρόλλινγκ Στόουν» Πήτερ Γκουράλνικ έγραψε ότι ήταν το καλύτερο άλμπουμ του. Θέλοντας να επιστρέψει στις συναυλίες ο Έλβις πήρε μαζί του τον κιθαρίστα Τζέημς Μπάρτον, που ξεκίνησε παίζοντας ροκαμπίλλυ με τον Ρίκι Νέλσον (Hello Mary Lou)  και είχε μετατραπεί στον καλύτερο κάντρυ/ κάντρυ ροκ κιθαρίστα της περιόδου. Ο Μπάρτον θα έμενε μαζί του μέχρι το τέλος.

O Έλβις και ο κάντρυ κιθαρίστας Τζέημς Μπάρτον

Το επόμενο στούντιο άλμπουμ ήταν και αυτό κάντρυ με τίτλο Elvis Country – I’m 10.000 years old. Σε αυτό τραγουδούσε «γουέστερν σουίνγκ (Faded Love), μπλούγκρας (Little Cabin on the Hill) κάντρυ ποπ (το Snowbird της Άννι Μιούρεϋ) ήχο της Νάσβιλ (το Make the World Go Away του Εντυ Άρνολντ) και μια εκτέλεση του Whole Lotta Shaking Going On. Επίσης θα έδειχνε προτίμηση στην ανερχόμενη «κάντρυ των παρανόμων» με το Funny How Time Slips Away του Γουίλλυ Νέλσον, ενώ η βασική επιτυχία ήταν το I Really Don’t Want To Go πάλι του μεγάλου ειδώλου του Έντυ Άρνολντ.

Το κάντρυ άλμπουμ Elvis Country

Σε συνέντευξη τύπου τον Φεβρουάριο του 1970, σχετικά με την ανερχόμενη επιτυχία της μουσικής κάντρυ (που φαινόταν και σε εξώφυλλα του Τάιμ και του «Νιουσγουήκ») ο Έλβις δήλωνε «Νομίζω ότι είναι φοβερή. Βλέπετε η κάντρυ επηρέαζε εν μέρει την μουσική μου. Είναι εν μέρει ένας συνδυασμός, κάντρυ , γκόσπελ και ρυθμ εντ μπλούζ» Στην ερώτηση αν θεωρούσε τον εαυτό του βασικά ένα τραγουδιστή κάντρυ εκείνος απάντησε «Μισώ να πώ ότι είμαι καθαρά κάντρυ γιατί με άρεσαν πολλά διαφορετικά είδη μουσικής όταν ήμουν παιδί. Φυισκά το «Γκραντ Όλ Όπρυ» ήταν πιθανόν το πρώτο πράγμα που άκουσα. Αλλά μου άρεσαν τα μπλούζ και το γκόσπελ»

Η μεταθανάτιος αναγνώριση

Σε όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 70, ο Έλβις θα συνέχιζε να διασκευάζει κάντρυ επιτυχίες , όπως το Welcome to My World , του κρούνερ (ρομαντικός ερμηνευτής παλιάς κοπής) της κάντρυ Τζιμ Ρήβς, το Always On My Mind (συνδεδεμένο με το διαζύγιο του) , το Help Me Make It through the Night, σύνθεση του Κρις Κριστόφερσον που έγινε ποπ επιτυχία με την Σάμυ Σμιθ και το She Things I Still Care, το κλασσικό τραγούδι του βασιλιά του χόνκυ τονκ Τζωρτζ Τζόουνς . Ακόμα και το τελευταίο τραγούδι που ηχογράφησε πριν τον θάνατο του ήταν κάντρυ: το “He’ll Have to Go” του Έντυ Άρνολντ. Ενώ μεταθανάτια , τραγούδια του, όπως My Way και Unchained Melody συνέχιζαν να ανεβαίνουν στα τσαρτς της κάντρυ.  

Η σημασία όμως για την μουσική κάντρυ φαίνεται από το γεγονός ότι το 1998 ο Έλβις θα έμπαινε στο Country Music Hall of Fame. Εκεί υπάρχει μια πλάκα που τονίζει ότι ο Έλβις δημιούργησε ένα καινούργιο  κοινό για την κάντρυ και άλλαξε την πορεία της για πάντα.

Και αυτό το καινούργιο κοινό ήταν το νεανικό κοινό που κατά καιρούς έχει λατρέψει καλλιτέχνες από τους «Ηγκλς» και τον Τζων Ντένβερ στον Γκάρθ Μπρούκς (τον δεύτερο δημοφιλέστερο καλλιτέχνη στις ΗΠΑ για τον 20ον αιώνα) και την Σάνια Τουαίην. Σε αυτό η κάντρυ, η δημοφιλέστερη μουσική στις ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες,  του χρωστά πολλά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

Έκλαψε, υπέρλαμπρε, η πατρίδα σου θωρώντας
έρμη από σε την αγκαλιά της ν’ απομένει,
κι έκλαψε πάλι για τη δάφνη σου, πονώντας
π’ όχι δική της τόσο σ’ άρεσε, αλλά ξένη.
Και πικρότερα τώρα δέρνεται χτυπώντας
χέρι με χέρι, κι ανακράζει απελπισμένη·
«Ωιμέ! και το κορμί μού παίρνουν, που και ζώντας
στα ξένα ηύρε τιμή, στα ξένα και πεθαίνει!»
Αχ! για τα εξαίσι’ αυτά που σ’ εδοξάσαν κάλλη
του νου και της καρδιάς και δύναμη ’χαν τόση,
που μοναχά θα τα νοήσουν οι μεγάλοι,
αν η πατρίδα σου δε θέλεις να σπαράζει
πάντα στον πόνο, και στο κλάμα της να λιώσει,
κάμε σ’ αυτήν να βγει κάποιος που να σου μοιάζει.
μτφρ. Γεώργιος Καλοσγούρος
(1849-1902)

Έκλαψε, υπέρλαμπρε, η πατρίδα σου θωρώντας έρμη από

Las Incantadas, οι Μαγεμένες. Ένα μνημείο σαν παραμύθι!

Οι αμφίγλυφοι πεσσοί της Στοάς των Ειδώλων, γνωστοί ως Incantadas ή Μαγεμένες, που το 1864 μεταφέρθηκαν στο Λούβρο και επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη ως πιστά αντίγραφα τον Σεπτέμβριο του 2015, θα εκτίθενται πλέον στο προστώο του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.

Οι πεσσοί ανήκαν σε μία δίτονη κιονοστοιχία του τέλους του 2ου ή των αρχών του 3ου αι. μ.Χ., η οποία κοσμούσε πιθανόν ένα πολυτελές συγκρότημα θερμών νοτίως της Αρχαίας Αγοράς της Θεσσαλονίκης. Το μνημείο λεηλατήθηκε το 1864 από τον Γάλλο παλαιογράφο Emmanouel Miller και τμήματά του μεταφέρθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου, όπου και βρίσκονται έως σήμερα.

Οι Μαγεμένες της Θεσσαλονίκης, επέστρεψαν στην πόλη τους το 2015 ως ακριβή αντίγραφα κατασκευασμένα στο Λούβρο χάρη στην υποστήριξη της προσπάθειας από τον Δήμο Θεσσαλονίκης, στη γενναία χρηματοδότηση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) HELEXPO και τη συνδρομή τεσσάρων τοπικών φορέων (Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης, Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης), καθένας από τους οποίους «υιοθέτησε» και έναν πεσσό. Τον Σεπτέμβριο του 2015 τα αντίγραφα εκτέθηκαν για πρώτη φορά, με τη συνδρομή της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, σε περίπτερο της ΔΕΘ κατά τη διάρκεια της 80ής διοργάνωσής της.

Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιήσει η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, κ. Λυδία Κονιόρδου.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο προστώο του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Las Incantadas, οι Μαγεμένες. Ένα μνημείο σαν

της Μαρίας Μαρκουλή

*προσοχή-spoilers…

Όταν μάθαμε για την επιστροφή Twin Peaks, είκοσι πέντε χρόνια αφ’ ότου φύγαμε από εκείνα με μέρη (μερικοί από εμάς δεν έφυγαν και τόσο…) κανείς δεν φανταζόταν ότι θα ζούσαμε μέσα στο καλοκαίρι μοναδική τηλεοπτική εμπειρία.

Μερικά εικοσιτράωρα μετά το φινάλε της Επιστροφής, αναρωτιέμαι μήπως όλα αυτά τα ονειρεύτητα και ο Ντέιβιντ Λιντς το σκέφτεται ακόμη να επιστρέψει με την συνέχεια του θρυλικού cult μεταφυσικού θρίλερ. Γιατί θα μπορούσε και αυτό να ήταν ένα ακόμη μυστήριο. Ένα από τα πολλά που έμειναν να αιωρούνται στο τέλος – τι συνέβη τελικά; και What year is this?, που ρωτούσε ο Πράκτορας Κούπερ (Kyle MacLachlan)- και άλλα αναπάντητα που τέλεια συμπυκνώνονται σε ένα και μοναδικό, αυτό: πότε θα δούμε επόμενο κύκλο, την Επιτροφή της Επιστροφής.

Υποκλίνομαι σε David Lynch και Mark Frost που έκαναν τηλεόραση χωρίς να ακολουθήσουν κανέναν της κανόνα στην αφήγηση, στον ήχο, στην εικόνα, τόσο ανορθόδοξα και άλλο τόσο ποιητικά.

Απίθανα πράγματα συνέβησαν όλο το καλοκαίρι

Όσο απίθανο φαινόταν να σταθεί κάτι στο ύψος του Twin Peaks των 90ς (δυο σεζόν και μία ταινία/ prequel ), 18 μέρη (επεισόδια) αργότερα ο Λιντς είχε κάνει πάλι το θαύμα του με άφθονες κερασόπιττες και damn good coffee: με τους μοναδικούς χαρακτήρες, τους γρίφους, τις ονειρικές σεκάνς, το βουητό, τον ηλεκτρισμό, τις παράλληλες ιστορίες, τη μουσική, το χιούμορ, το μυστήριο, εκείνα τα σημεία του ‘τι ήταν αυτό που είδαμε τώρα;’- αλλόκοτες καταστάσεις, μεγάλη τέχνη χωρίς εξηγήσεις και σταθερά με πολύ καφέ στην αισθητική του Λιντς και πυκνά στοιχεία να παραπέμπουν στο έργο του, Erasehead και Lost Highway, Blue Velvet και Mulholland Drive με Straight Story  σινιάλο, από τον Χάρι Ντιν Στάντον αυτοπροσώπως.

H αιώνια μάχη του καλού με το κακό και στη μέση ο Αgent Cooper, δηλαδή δύο Cooper (μπορεί και τρεις) κανείς από τους δυο αυτός που ξέρουμε ως τη στιγμή που «επιστρέφει» ηλεκτρικά και κανονικά με εκείνη την “I am the FBI” ατάκα του, χάρισμα στους Twin Peak-άδες. Το άλλο μεγάλο χάρισμα της Επιστροφής του Twin Peaks, η Νταϊάν (Laura Dern) την οποία στα παλιά επεισόδια την ξέραμε μόνο σαν φωνή από του Κούπερ το μαγνητοφωνάκι, με πολλά ακόμη θέματα γυρω από την παρουσία της να παραμένουν μυστήριο.

Μπερδευτήκατε;

Μην ανηυχείτε- και εμείς που είμαστε «μέσα» μπερδεμένοι είμαστε. Twin Peaks είναι αυτό και αυτή είναι η γοητεία του. Μπορείς να ρωτάς ό,τι θέλεις αλλά απαντήσεις δεν δίνει. Στο τέλος είσαι ακόμη πιο μπερδεμένος. Αν θέλεις τα πράγματα τακτοποιημένα, δες άλλη σειρά, δεν είναι για σένα –αλλά, αλήθεια τώρα, έχεις εξηγήσεις για όλα όσα συμβαίνουν εκεί έξω;

What year is this? είναι η τελευταία φράση του Κούπερ, έχοντας δίπλα του τη Λόρα Πάλμερ- που είναι ή δεν είναι η Λόρα Πάλμερ, την λένε Κάρι Πέιτζ-την οποια έχει πάρει μαζί του και οδηγούν προς το Twin Peaks, φτάνουν στο σπίτι της, όπου όμως μένουν άλλοι και κανείς δεν τους ξέρει- ηλεκτρισμός στον αέρα, η Λόρα ουρλιάζει. Την έσωσε ή δεν την έσωσε ο Κούπερ (μάλλον το δεύτερο). Τι έγινε; Είναι το μέλλον; είναι παρελθόν; Είναι όνειρο και ποιος ονειρεύεται;

Βάλτε καφέ, να φέρουμε και την κερασόπιττα να τα συζητήσουμε.

 

Αλλά κυρίως μουσική:

Γιατι το Twin Peaks είναι (και) η μουσική του. Ο David Lynch έχει δώσει ξεκάθαρες οδηγίες παρακολούθησης: καθείστε κοντά στην οθόνη και δυναμώστε την ένταση. Η μουσική του Άντζελο Μπανταλαμέντι στην αρχή, σήμα κατατεθέν της σειράς είναι ένα πράγμα, το άλλο είναι όλη αυτή ο οργειώδης μουσική βλάστηση, ενορχηστρωμένη από τον Λιντς τον ίδιο, που υπογράφει και ωs sound designer: παράξενοι ήχοι, βουητά, άνεμος, βόμβος, τριξίματα, βοές, ντρον, ψίθυροι, θόρυβος και καταπληκτικές μουσικές. Κάθε ένα από τα μέρη της σειράς κλείνει με λάιβ από την σκηνή του Roadhouse κλαμπ- όπου εμφανίζονται: η Ρεμπέκα Ντελ Ρίο που ερμηνεύει No Stars, ο Eddie Vedder με την κιθάρα του, ο Trent Reznor, οι Chromatics, oι Cactus Blosssoms, η Sharon Van Etten, oι Au Revoir Simone, κ.α, αλλα και η Julee Cruise και ο Τζέιμς, ο James Hurley. Τη μια ακούς Nine Inch Nails και industrial noise και ‘καπάκι’ μελωδική μπαλάντα των Platters από τα 50ς, που ο Λιντς αγαπάει πολύ.

Και ο χαρακτήρας που παίζει ο Lynch ο ίδιος; Ο απολαυστικός Πράκτορας του FBI Γκόρντον Κόουλ; Αυτός, δεν ακούει καθόλου καλά.

Τώρα η λύση του μυστηρίου (για να κρατάμε και τις υποσχέσεις μας). Λοιπόν ήταν εκει από την αρχή. Κανένα μυστήριο, απλά αριστούργημα.

της Μαρίας Μαρκουλή

Πηγή: monopoli.gr

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="της Μαρίας Μαρκουλή"][vc_empty_space][vc_column_text]*προσοχή-spoilers

του Κων/νου Χρυσόγελου

Η ελληνική δεκαετία του 1970 είναι κυρίως γνωστή για τις έντονες πολιτικές ζυμώσεις της, με αποτέλεσμα να λησμονείται ότι ταυτόχρονα αποτελούσε εποχή πειραματισμών στον χώρο του κινηματογράφου, αλλά και της ροκ μουσικής. Ειδικά στην περίπτωση του πρώτου, αξιοσημείωτες ήταν οι προσπάθειες που έγιναν ακριβώς εκείνη την εποχή για να ανοίξει ο διάλογος μεταξύ της ελληνικής και της διεθνούς κινηματογραφικής Τέχνης, με σκοπό και επίτευγμα την παραγωγή έργων που διερευνούσαν τα αρχετυπικά και κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιαιτερότητας, με όχημα τις πρωτοποριακές φόρμες του εξωτερικού — χαρακτηριστικό παράδειγμα της διπλής αυτής κίνησης, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Εξωστρεφής διάλογος με τη Δύση και αναζήτηση-διερεύνηση του ελληνικού χαρακτήρα. Πρόκειται για τις δύο όψεις της «ελληνικότητας», ενός όρου που τελευταία απασχολεί την εγχώρια διανόηση. Η «ελληνικότητα» ως θέμα συζήτησης πάνω στο ζήτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού ξεκινά ήδη από τον 19ο αιώνα, επανατίθεται όμως, ουσιωδώς διαφοροποιημένη, στο επίκεντρο του προβληματισμού της λογοτεχνικής «Γενιάς του ‘30» (άσχετα αν ο ίδιος ο όρος δεν απαντά παρά ελάχιστες φορές στις πρωτογενείς πηγές), οπότε και  συνδιαλέγεται με τον εισαγόμενο (αγγλοσαξονικό και γαλλικό) μοντερνισμό. Η πνευματική κληρονομιά της «Γενιάς του ‘30» περνά, είτε διά της ευθείας είτε διά της τεθλασμένης οδού, στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο της δεκαετίας του ’70, καθώς και στη λιλιπούτεια σκηνή του ελληνικού progressive rock.

Η εν λόγω σκηνή περιλαμβάνει τρεις δίσκους, έναν αγγλόφωνο και δύο ελληνόφωνους. Η αγγλόφωνη πρόταση εκπροσωπείται από το πληθωρικό 666 των Aphrodite’s Child, που φέτος κλείνει τα 45 χρόνια (ηχογραφήθηκε από τα τέλη του 1970 μέχρι τις αρχές του 1971, αλλά κυκλοφόρησε το 1972), και η ελληνική από τον Ακρίτα (1973), που παίρνει το όνομά του από το ομώνυμο συγκρότημα που έφτιαξε ο Σταύρος Λογαρίδης, και τα Απέραντα χωράφια (1973) του Κώστα Τουρνά, με τη συμμετοχή των Ρουθ. Στο παρόν κείμενο δεν θα ασχοληθούμε με τον δίσκο του Τουρνά, διότι ο κατά βάση αυτοβιογραφικός χαρακτήρας των στίχων του τον τοποθετεί κάπως μακρύτερα από τον θεματικό πυρήνα της «ελληνικότητας».

ΟΙ ΑPHRODITE’S CHILD: ΛΟΥΚΑ ΣΙΔΕΡΑΣ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΤΕΜΗΣ ΡΟΥΣΣΟΣ

Τύχη αγαθή, το 666 έχει πάρει τη θέση που του αξίζει στην ιστορία της μοντέρνας ροκ μουσικής. Τα επιφανή διεθνή έντυπα και οι αντίστοιχες ιστοσελίδες που ασχολούνται με τον προοδευτικό ήχο της δεκαετίας του ‘70 δεν παραλείπουν τις αναφορές στον διπλό ογκόλιθο των Aphrodite’s Child, αν και θα πρέπει να σημειωθεί ότι από υφολογική σκοπιά ανήκει περισσότερο στην ψυχεδέλεια του τέλους της προηγούμενης δεκαετίας, παρά στο μπαρόκ / νεορομαντικό βρετανικό κίνημα της επόμενης, του οποίου ηγούνταν μπάντες όπως Yes, Genesis και Jethro Tull. Ενδεχομένως οι πρώιμοι Pink Floyd αλλά και οι Doors αποτελούν πιο ταιριαστά παραδείγματα συσχετισμού, μολονότι οι όποιες συγκρίσεις περιττεύουν όταν εισδύει κανείς στην ιδιαίτερη καλλιτεχνική φυσιογνωμία του ελληνικού δίσκου.

Με τα σημερινά δεδομένα, το 666 πιθανώς να φαντάζει κάπως εκκεντρικό. Παρόλα αυτά, ο επαρκής ακροατής μπορεί άνετα να εστιάσει στο ιδιοφυές και πραγματικά αξιοθαύμαστο πάντρεμα του ξένου ροκ ήχου με την ελληνική δημοτική παράδοση που επιχειρεί (και κατορθώνει) ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Με κινητήριο δύναμη το απόλυτα προσωπικό στυλ στον ήχο των πλήκτρων, με εκείνα τα γοητευτικά “καμπανάκια” που θα γίνουν αργότερα το σήμα κατατεθέν του συνθέτη, ο Παπαθανασίου ενορχηστρώνει ένα απρόσμενα επιτυχημένο αμάλγαμα από ψυχεδελικούς ήχους, που ντύνουν παραδοσιακές φόρμες της παραδοσιακής, αλλά και βυζαντινής, μουσικής μας παράδοσης (χαρακτηριστικά παραδείγματα τα “The lamb”, “Lament” και “The wedding of the lamb”). Από την άλλη, δυτικότροπες συνθέσεις συνδράμουν το τελικό αποτέλεσμα, που κατά βάση φιλοδοξεί να έχει διεθνή χαρακτήρα, με έντονη όμως “ελληνική” απόχρωση.

O Νταλί ήθελε να οργανώσει εκδήλωση για την προώθηση του 666 των Aphrodite’s Child

Τους στίχους του εγχειρήματος, που υποτίθεται ότι στηρίζεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, υπογράφει ο γνωστός σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης (Ρεμπέτικο, Προμηθέας σε δεύτερο πρόσωπο κ.ά.). Η περίπτωση του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, που το 1974 σκηνοθετεί τη Φόνισσα (στηριγμένη στη γνωστή νουβέλα του Παπαδιαμάντη), αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Στο συγκεκριμένο φιλμ, ο σκηνοθέτης πειραματίζεται με τη φόρμα, επιλέγοντας τον ηθογραφικό ρεαλισμό στην κύρια γραμμή της πλοκής και την ψυχεδελική απεικόνιση στις αναδρομές, όπου γίνεται λόγος για μάγισσες, φονικά και όνειρα. Με άλλα λόγια, ο Φέρρης -όπως βέβαια και άλλοι Έλληνες κινηματογραφιστές της περιόδου, όπως αναφέραμε- παίρνει τη σκυτάλη από τη “Γενιά του ’30”, επιχειρώντας και ο ίδιος τη δημιουργία μιας Τέχνης ευρωπαϊκής και ελληνικής ταυτόχρονα, ερμηνεύοντας και επανερμηνεύοντας διαρκώς την έννοια της “ελληνικότητας” και τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη του μοντερνισμού.

Όλα τα παραπάνω φανερώνουν ότι το 666 είναι έργο όχι μόνο μουσικής, αλλά κυρίως και πρωτίστως πολιτισμικής αξίας, καθώς αντιπροσωπεύει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο τη θέληση των δημιουργών του να ενσωματώσουν το “ελληνικό” στο “ευρωπαϊκό”, δίχως να θυσιάσουν το πρώτο, αλλά ούτε και να θίξουν το δεύτερο. Από αυτή την άποψη, το 666 σχεδόν λειτουργεί ως το μουσικό (ροκ) αντίβαρο, έστω και στ’ αγγλικά, σε ποιητικά και δοκιμιακά έργα κλειδιά της «Γενιάς του ‘30», όπως το Μυθιστόρημα του Γ. Σεφέρη ή το Ελεύθερο Πνεύμα του Γ. Θεοτοκά — αξίζει να αναφέρουμε ότι στο τραγούδι “Ofis”, που κλείνει το πρώτο μέρος του “666”, συμμετέχει ο Γιάννης Τσαρούχης, από τους πλέον επιφανείς εκπροσώπους της “Γενιάς του 30” στη ζωγραφική.

Οι “Ακρίτας” του Σταύρου Λογαρίδη

Δίχως το πληθωρικό εκτόπισμα του “666”, αλλά οπωσδήποτε αξιόλογος με τον τρόπο του, ο Ακρίτας συνεχίζει το ταξίδι στα άδυτα της «ελληνικότητας». Όπως δηλώνει ο τίτλος του, ο δίσκος έχει κατεξοχήν “ελληνικό” θέμα, αφού παραπέμπει (και θεματοποιεί, ως ένα βαθμό) το πιο αναγνωρίσιμο ίσως σύμβολο του νέου Ελληνισμού, τον Διγενή Ακρίτη. Τα πράγματα πάντως περιπλέκονται όταν κανείς εισδύσει τόσο στη μουσική, όσο και στη συσκευασία του δίσκου. Ειδικά η δεύτερη παρέχει αρκετές πληροφορίες για την εξέλιξη της αφήγησης, με τρόπο όμως κρυπτικό και νεφελώδη, γεγονός που επιτείνει και εντείνει τη σύγχυση του ακροατή.

Στιχουργός και εν γένει αρχιτέκτονας της ιστορίας είναι και πάλι ο Κώστας Φέρρης, που αναμιγνύει θεότητες της Ανατολής (Αστάρτη) με πολιτισμικές αναφορές στην αρχαία Ελλάδα (στροφή-αντιστροφή). Δεν απουσιάζουν πάντως και σποραδικοί υπαινιγμοί με χιουμοριστικό περιεχόμενο. Για παράδειγμα, στο «Τραγούδι», το εσώφυλλο μας πληροφορεί ότι: «Καθισμένος πάνω σ’ ένα ιπτάμενο “κορν φλέικ”, ο Ακρίτας τραγουδούσε». Είναι δύσκολο να μην κάνει κάποιος τον συσχετισμό με τον στίχο από το “I am the walrus” των Beatles: “Sitting on a cornflake”. Από την άλλη, το «Καί ιδού ίππος χλωρός» αποκτά εύθυμες προεκτάσεις μόλις συνειδητοποιήσουμε πως στα νέα ελληνικά ο τίτλος θα αποδιδόταν ως: «Να ένα πράσινο άλογο».

Σε μουσικό επίπεδο, το συγκρότημα φανερώνει τις επιρροές του από τη ζωηρή τότε σκηνή του βρετανικού progressive rock. Με οδηγό τους ξένους πρωτοπόρους, οι Έλληνες μουσικοί εφοδίασαν τον δίσκο τους με δαιδαλώδεις συνθέσεις και πολύπλοκες ενορχηστρώσεις. Η επανέκδοση του 2005 από την “Anazitisi Records” αναγνωρίζει ως κύρια πρότυπα της μπάντας τους Emerson, Lake and Palmer, Yes, King Crimson και -τους λιγότερο γνωστούς- Gracious. Δεδομένου ότι στον Ακρίτα δεσπόζει το πιάνο του Άρη Τασούλη, οι Emerson, Lake and Palmer αποτελούν εύλογη αναφορά. Ωστόσο, πέρα από το δέντρο, χρειάζεται να δούμε και πάλι το δάσος της «ελληνικότητας». Κι αυτό γιατί στον Ακρίτα συνυπάρχουν «Τα παιδιά», μια φολκ σύνθεση που αντλεί ξεκάθαρα από το δημοτικό «Τσοπανάκος ήμουνα» στο δεύτερο μισό της, με το «Πανηγύρι», ένα θαυμάσιο ροκ βαλς καθαρά δυτικής κοπής.

Συμπερασματικά, οι δύο αυτοί δίσκοι αποτελούν ενδιαφέροντα δείγματα ελληνικού progressive rock, δεν θα πρέπει ωστόσο να λησμονούμε επ’ ουδενί τον διάλογο των Ελλήνων καλλιτεχνών με το ξένο, την απόπειρα σύζευξης του “δυτικού” με το “ελληνικό”, άρα την κατασκευή μιας «μοντέρνας ελληνικής» ταυτότητας, με χαρακτήρα δυναμικό και εξωστρεφή. Συνεπώς, για την προσέγγισή τους δεν επαρκεί ούτε η ελληνοκεντρική ούτε η διεθνιστική προσέγγιση. Χρειάζεται κάτι άλλο, που περιμένει τους κατάλληλους επιστήμονες για να το φέρουν στην επιφάνεια.

 

*Ο Κων/νος Χρυσόγελος είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Φιλολογίας. Έχει διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Κων/νου Χρυσόγελου"][vc_empty_space][vc_column_text]Η ελληνική δεκαετία του