ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
2 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 178)

του Γιώργου Πισσαλίδη

28η Οκτωβρίου σήμερα και αναλογιζόμαστε ποιές ταινίες έχουν γυρισθεί για το θέμα. Θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε με τις διάφορες πατριωτικές ταινίες της δεκαετίας του 70 που εμείς προσωπικά λατρεύουμε. Όμως θα προτιμήσουμε για φέτος να αναφερθούμε σε μια διαφορετική ταινία, τον “Oυρανό” του Τάκη Κανελλόπουλου που η  κατεστημένη κριτική την παρουσιάζει ως “αντιμιλιταριστική” .Είναι όμως έτσι η μήπως το νόημα της έχει διαστρεβλωθεί;  Προσωπικά πιστεύουμε ναι και θα το αποδείξουμε παρακάτω.

Τάκης Κανελλόπουλος: ένας πνευματικός δημιουργός

Τάκης Κανελλόπουλος: ένας δωρικός σκηνοθέτης

Η ταινία του Κανελλόπουλου βασίζεται στις αναμνήσεις ανθρώπων που πολέμησαν στο έπος του ’40 και πολλά γυρίσματα έγιναν στο χωριό Δρυόβουνο του Νομού Κοζάνης. Η μουσική είναι του Αργύρη Κουνάδη, ενώ κιθάρα παίζει ο Δημήτρης Φάμπας, ο οποίος την ίδια περίοδο συνόδευε την Ντόρα Γιαννακοπούλου στο «Γελαστό Παιδί» και τα τραγούδια του «Ομήρου».

Λίγο πριν την 28η Οκτωβρίου σε ένα χωριό της Μακεδονίας, η Ανθούλα (Αιμιλία Πίττα) αγαπά τον στρατιώτη Γιάγκο (Φαίδων Γιωργίτσης), ενώ ένας συνάδελφος του, ο Στράτος (Τάκης Εμμανουήλ) αγαπά την Σοφία (Νίκη Τριανταφυλλίδη). Ο πόλεμος τους χωρίζει και οι βασικοί ήρωες (μαζί με τον λοχία και τον δάσκαλο του χωριού) δεν θα επιζήσουν. Το μέτωπο καταρρέει. Οι Έλληνες γυρίζουν ράκη στα σπίτια τους, ενώ οι Γερμανοί μπαίνουν στην χώρα τραγουδώντας.

Η ηρεμία στο χωρίο πριν τον πόλεμο

Ξεχάστε το επικό και μερικές φορές, πομπώδες στυλ των συνηθισμένων πατριωτικών ταινιών. Ο Κανελλόπουλος ήταν ένας δωρικός σκηνοθέτης που οι λιτές ασπρόμαυρες ταινίες ανέδιδαν μία φοβερή πνευματικότητα. Σε αυτήν την ταινία, ο Θεσσαλονικιός σκηνοθέτης εξυμνεί «την αποφασιστικότητα, την λεβεντιά και την θυσία των Ελλήνων». Όμως δεν απέφυγε να δείξει την τραγικότητα του πολέμου. Όπως σημείωνε και ο ίδιος: «Προσπαθήσαμε να δείξουμε όχι τον πόλεμο, αλλά τον άνθρωπο μέσα στο πόλεμο». 

Ο «Ουρανός» και η διαστρέβλωση του 

Αυτό βέβαια έκανε την κυρίαρχη αριστερή κριτική να το θεωρεί ένα αντιπολεμικό αριστούργημα, που έδειχνε το πόσο κακός ήταν ο πόλεμος και πως καταστρέφει τον έρωτα και την ειρηνική ζωή. Για μια ακόμα φορά, η Αριστερά υφάρπαξε ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα, διαστρέφοντας το νόημα του. Κατ’ αρχήν η ταινία είναι αφιερωμένη «στους γνωστούς και άγνωστους Έλληνες, που έβαψαν με το αίμα τους το έπος του 1940-1941». Στην αρχή δε του δεύτερου μέρους περιγράφει τους πέντε ήρωες (μαζί με τον ταχυδρόμο, που είναι ο αφηγητής) ως «μία σταγόνα στο ωκεανό δόξας». Άρα η δόξα είναι δεδομένη για τους ήρωες του ’40.

Ο ελληνικός στρατός στην Βόρεια Ήπειρο

Επίσης ο Κανελλόπουλος δείχνει επίκαιρα της εποχής, τα οποία η πρόσφατη κριτική τα θέλει ως διαστρέβλωση του αντιπολεμικού πνεύματος του έργου από τον παραγωγό. Όμως ο ίδιος ο Κανελλόπουλος, ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο. Τα δε επίκαιρα ταιριάζουν στα λεγόμενα των αφηγητών. Δίπλα δε στον ηρωισμό υπάρχει και η τραγικότητα του πολέμου. Έτσι όταν οι σειρήνες σημαίνουν πόλεμο, μία μητέρα φοβάται για τον γιο της που είναι στα σύνορα, αλλά όταν βλέπει τους φαντάρους να ξεκινούν για τον πόλεμο σαν να πηγαίνουν για διασκέδαση ο φόβος εξαφανίζεται. Επίσης υπάρχει η αφήγηση στρατιώτη: «Περπατάμε ώρες ατελείωτες πάνω στα χιόνια και τις λάσπες. Τα μάτια βαραίνουν από την αϋπνία. Η άγρια πείνα θολώνει το μυαλό μέσα στο φοβερό αγιάζι του αλβανικού χειμώνα». Αυτή έπεται της φράσης «σπιθαμή με σπιθαμή, κορφή με κορφή, ξανακάναμε Ελληνική την Βόρεια Ήπειρο» από την διήγηση ενός άλλου στρατιώτη. 

Ηρωισμός και τραγωδία

Το συναμφότερο υπάρχει και στην συμπεριφορά των στρατιωτών. Η συντροφικότητα ανάμεσα στους στρατιώτες συνυπάρχει με το κλέψιμο των αρβύλων του νεκρού λοχία για να αντιμετωπιστεί το κρύο. Η αυστηρότητα ενός ταγματάρχη προς ένα στρατιώτη συνάδει με το κλάμα του σαν μικρό παιδί, όταν αυτός ο στρατιώτης σκοτωθεί.

Παίρνοντας τις μπότες του νεκρού συμπολεμιστή
για να ζεσταθεί

Όσον αφορά την κινηματογράφηση του ίδιου του έργου έχουμε μία απέραντη γαλήνη του τοπίου στο πρώτο μέρος και υποβλητικά τοπία στο δεύτερο. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία δίνει ευκαιρία στον Κανελλόπουλο να παίξει με τα παιχνίδια φωτός και σκιάς, τονίζοντας έτσι ψυχολογικές αντιθέσεις ανάμεσα στους ήρωες και το φυσικό περιβάλλον και δίνοντας καλύτερα τον στοχασμό του για την πορεία της Ιστορίας. Όσο για τις ερμηνείες είναι φυσικές και απλές.

Γιατί όμως είναι πατριωτική ταινία; Στο τελευταίο μέρος οι στρατιώτες θλίβονται γιατί ενώ κέρδιζαν τον πόλεμο, ξαφνικά είναι οι χαμένοι. Ο Στράτος δεν αντέχει την οπισθοχώρηση και αυτοκτονεί. Υπάρχει πιο πατριωτική στάση από αυτήν; Αν η ταινία ήταν αντιπολεμική, δεν θα αυτοκτονούσε, αλλά σκεπτόμενος την Σοφία θα παρέμενε στην ζωή. Το ίδιο ισχύει και για την αντιπαράθεση της αρχής («Πόσο τον αγαπώ Θεέ μου!») και του τέλους («Καημένη Πατρίδα»), όπου ο Κανελλόπουλος δείχνει τι «καίει» τις γυναίκες και τι τους άνδρες. Σε αυτήν την αντιπαράθεση οι στρατιώτες δεν νοιάζονται για τα προσωπικά τους, όπως οι γυναίκες, αλλά για το γενικό δράμα που είναι η κατοχή της Πατρίδας.

Η κλασσική σκηνή στην εκκλησία

Καιρός λοιπόν να σταματήσει η διαστρέβλωση του «Ουρανού» και να ξαναανακαλυφθεί με το σωστό του νόημα.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Γιώργου Πισσαλίδη"][vc_empty_space][vc_column_text] 28η Οκτωβρίου σήμερα και

Συνέντευξη: Γιάννης Παναγιωτακόπουλος

Συνεχίζουμε το δεύτερο της συνέντευξης με τον Ψαραντώνη, ενός ζωντανού παραδείγματος του γεγονότος, πώς όσο πιο γνήσια μπορούμε να εκφράζουμε την ταυτότητά μας, και να συνομιλούμε με την παράδοσή μας, τόσο πιο αδιαμφησβήτητα μπορούμε να λαμβάνουνε την θέση που μας αρμόζει στο διεθνές επίπεδο.  

Γ.Π: Να σε ρωτήσω Ψαραντώνη, πώς πρόκυψε η συνεργασία με τον Nικ Κέηβ;

Ψ: Μας κάλεσε ο ίδιος στα φεστιβάλ που διοργανώνει. Μας έχει καλέσει πολλές φορές. Παίζουμε μαζί τους, παίζουν κι αυτοί ωραία, όμορφα. Και μετά μου λένε να πάμε στα δωμάτια τους να συνεχίσουμε. Να βάλουμε την λύρα, όπως παίζουν αυτοί, να κάνει συζήτηση με τα δικά τους όργανα. Και φιλούν την λύρα μετά, τρελαμένοι,  και λένε «του Θεού το όργανο»!

Θα έρθει τώρα κοντά ο Νικ Κέηβ εδώ να κάνει κάποιες εμφανίσεις. Ήθελε να έρθει και στην συναυλία μου στο Φάληρο αλλά είχε κλείσει εμφανίσεις αλλού.

Ο Ψαραντώνης με τον Νίκ Κέηβ

Γ.Π: Το 2011 ξεκίνησες να συνεργάζεσαι και με τον Βινίσιο Καποσσέλα;

Ψ: Ναι, είχε έρθει από την Ιταλία στη Κρήτη με τους μουσικούς του. Και με φώναξε και γράψαμε σε ένα στούντιο τραγούδια του Καποσέλα, Ιταλικά. Εγώ δεν ξέρω Ιταλικά, αλλά έκανα από πίσω φωνές, έβαλα λύρα, και έβγαιναν ωραία. Δικά του τραγούδια…

Γ.Π: Τι καινούριο ετοιμάζεις;

Ψ: Έχω πολλά! Τώρα θέλω να φτιάξω ένα τραγούδι που ήταν να πούμε στην έναρξη των Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα.

Γ.Π: Το 2004;

Ψ: Ναι.

Γ.Π: Και γιατί δεν το είπατε τότε;

Ψ: Όταν ήταν να γίνουν οι αγώνες, με είχαν πάρει τηλέφωνο. Η αυτή… Η Αγγελοπούλου την λέγανε;

Γ.Π: Ναι.

Ψ: Το συζήταγε αυτή για να παίξω στην έναρξη των αγώνων. Και με πήραν τηλέφωνο, να μου πουν να φτιάξω λέει μία αίτηση να την καταθέσω, γιατί πρέπει να παίξω να ανοίξω τους Ολυμπιακούς αγώνες. Και δεν μπορείς, μου λέγαν, να πεις όχι, πρέπει να συμπαρασταθείς. Εντάξει τους λέω. Μού λένε να πας στην Αθήνα να καταθέσεις την αίτηση, η κυρία Αγγελοπούλου, κι αυτή αυτό θέλει. Ε, ήρθα κι εγώ, την κατέθεσα την αίτηση. Δυό χρόνια πριν να γίνουν οι αγώνες… Όσο σίμωνε ο καιρός, είχαμε φτάσει δυο μήνες πριν την έναρξη, περίμενα να μου πουν που θα πάω, τί θα κάνω. Είχα μιλήσει και με τον Βασιλαρά από την Κάρπαθο, τον ποιητή. Που μού χε δώσει το «Θ’ ανεβώ στον ουρανό». Τον είχα πάρει για τους αγώνες και μού χε πει, «θα σου γράψω ένα τραγούδι να στο στείλω». Μου έγραψε ένα ωραίο τραγούδι, που θα το βάλω τώρα στο CD που θα φτιάξω. Ωραίο τραγούδι. Του φτιαξα και μια ωραία μουσική…

Γ.Π: Και με τους αγώνες τι έγινε;  

Ψ: Ε, όσο σίμωνε ο καιρός, είχαμε βρεθεί εκεί με μια παρέα, τους λέω περιμένω απάντηση να δω τι θα κάνω. Μου λέει ένας, «πήγαινε στον Δήμο, να ρωτήσεις τον Δήμαρχο. Δουλειά του είναι να συμπαρασταθεί στη Παράδοση». Και πήγα στον Δήμαρχο στο Ηράκλειο, του λέω κύριε Δήμαρχε έτσι κι έτσι. Θα πάω μου λέει στην Αθήνα αυτές τις μέρες, και θα το δω. Θα σού έχω απάντηση από βδομάδα. Πάω από βδομάδα και του λέω: «τι έγινε»; «Εμ, μου λέει, δεν ξέρω, κι από δω κι από κεί». «Καλιά», του λέω, «ίσα – ίσα προδότες είστε όλοι», και σηκώθηκα κι έφυγα…

Γ.Π: Καλά ρε παιδί μου, και δεν σε πήραν να σου πουν γιατί δεν σε βάλαν; Δεν σου είπαν κάποια δικαιολογία;

Ψ: Εμ, δεν τους ξέρεις; Όλοι αυτοί είναι κύκλωμα. Το καλό εδώ και την παράδοση τα κυνηγάνε. Από τους Δήμους, από τα βιβλία, αυτοί δεν κωλώνουν. Δεν σέβονται τίποτα…

Γ.Π: Θυμάμαι και με το Ηρώδειο, που για χρόνια δεν στο έδιναν να κάνεις μια συναυλία…

Ψ: Ε, μα φωνάξαμε τότε λίγο, και στο τέλος μου το δώκανε. Και λέγανε τότε αυτοί που δουλεύανε και ο πρόεδρος εκεί, «Δεν φτάνει, ακόμα και να παίζεις πέντε – έξι βράδια». Γιατί ο κόσμος ήταν γεμάτος κι έξω από το θέατρο, και καθόντουσαν κι ακούγανε. Ε, λέω, κάθε χρόνο τώρα θα με φωνάζουν… Αυτό ήταν… Δεν με ξαναφώναξαν…

Εμείς εμπαίξαμε Τετάρτη. Μετά πήγα στο Φεστιβάλ Αθηνών να υπογράψω κάποια χαρτιά. Και μου λέει ένας εκεί: «Το Σάββατο που παίξανε κάτι άλλοι, ήταν τρακόσια άτομα. Βιαζόμασταν να τελειώσουν να φύγουμε»… Και λέει μια κοπέλα εκεί: «Αυτά που βάζουν δεν ταιριάζουν στο περιβάλλον του Ηρωδείου. Είναι για το Μέγαρο Μουσικής. Εσύ ταιριάζεις εκεί»… Μα δεν με ξαναφωνάξαν…

Ο Ψαραντώνης στο Ηρώδειο
Φωτογραφία; Art D TV

Γ.Π: Η δική σου μουσική και το ύφος, η μουσική μας παράδοση, το αρχαίο θέατρο, θα έπρεπε να πρωταγωνιστούν σε τέτοιους χώρους. Γιατί αυτή η απαξίωση;  

Ψ: Δεν τα θέλουν εδώ αυτά… Στην Ιταλία πήγαμε και παίζαμε με τον Kαποσσέλα . Πριν δυό χρόνια, με βάλαν στην Κατάνια, στο αρχαίο Ελληνικό θέατρο. Με είχαν βάλει οι Ιταλοί στο πρόγραμμα, και δεν μου το ‘χανε πει. Με παίρνουν πριν τρείς μέρες και μου λένε οι Ιταλιάνοι πως παίζεις στο αρχαίο ελληνικό θέατρο της Κατάνια, μόνος. Ε, μα γιατί δεν μου το ‘χατε πει μωρέ; Τώρα, λέει, στο λέμε, κι έλα… Και πήγαμε… Είναι ένα αρχαίο θέατρο πιο μεγάλο από το Ηρώδειο. Πολύ ωραίο, που πίσω από τον πάτο έτρεχε και τσουτσούριζε το νερό. Πάω λοιπόν και έμπαινε ο κόσμος και το γέμισε. Είπα, «τώρα Αντώνη τι κάνεις»; Έφτιασα, κούρδισα το λυράκι, τη λύρα, τον τζουρά μου, και λέω βγαίνω κι ότι γίνει. Κάθισα κι άκουγα το νερό που τσουτσούριζε πίσω και αυτοσχεδίαζα πάνω. Να μη τα πολυλέμε, όταν έφτασε το διάλειμμά, ήρθαν οι υπεύθυνοι του φεστιβάλ στα καμαρίνια κι έκαναν σαν τα παιδιά από τη χαρά τους. Κι έρχεται ο Καποσσέλα και λέει, «ο Ψαραντώνης πρέπει να παίζει εδώ, δεν κάνει κανένας άλλος γι’ αυτό το μέρος»… Ωραία πράγματα…

O Ψαραντώνης και ο Βινίσιους Καποσσέλα

Γ.Π: Είναι δηλαδή ο πολιτισμός μας τόσο σεβαστός έξω;

Ψ: Ε, βέβαια! Υπάρχει καλύτερο πράγμα; Ο ομορφότερος πολιτισμός του πλανήτη. Η περισπωμένη του κόσμου. Και η περισπωμένη της Ελλάδος είναι η Κρήτη…

Γ.Π. – Ψ: Χαχαχαχαχαχαχα!

Ψ: Στην Αμερική είχαμε παίξει στο παγκόσμιο μουσικό ινστιτούτο, δεκαέξι μουσικοί είμαστε, και κράτησε τρείς μέρες το φεστιβάλ. Με είχανε πρώτο – πρώτο και λέγανε ο Τζίμι Χέντριξ της Ελλάδος. Και τους λέω, εμένα με λένε Αντώνη όχι Τζίμι… Και γελούσαν οι Αμερικάνοι! Ωραία είχαμε περάσει…

Ο Ψαραντώνης και ο συνεργάτης μας Γιαννης Παναγιωτακόπουλος

Γ.Π: Εκεί σε έβαλαν στο παγκόσμιο μουσείο παραδοσιακών οργάνων;  

Ψ: Μου επήραν την λύρα. Μου την ζητάγανε έναν χρόνο να την δώσω. Ήρθαν τελικά και την πήραν , και την έχουν βάλει πρώτη – πρώτη στο μουσείο. Πάνε εκεί πολλά σχολεία, τουρισμός, και βλέπουν πρώτη την λύρα της Κρήτης, κι έχουν δίπλα ένα βίντεο που παίζω. Και μέσα είναι τα παραδοσιακά όργανα από κάθε χώρα. Κι έχουν την λύρα, του Θεού το όργανο, μπροστά, πρώτο… Το πιο αρχαίο… Οι αυλοί και η λύρα…

Γ.Π: Στην αρχή ήταν η λύρα χωρίς δοξάρι ε;

Ψ: Στην αρχή ήταν σε όστρακο χελώνας. Σκέτη… Δεν υπήρχε δοξάρι στην αρχή… Ήτωνε τότε ένας αρχαίος λυράρης βοσκός στο Ιδαίον Άντρον. Και κρατούσε μια προβιά από τράγο, αίγα, δίπλα στην λύρα του. Κι έτσι όπως έκανε να κουνήσει την προβιά, οι τρίχες έπαιξαν την λύρα. Και το άκουσε, κι ανασηκώθηκε. Έφτιαξε μετά ένα δοξάρι που του πέρασε τρίχες τράγου. Κι έπαιζε με αυτό την λύρα, και γύριζε όλη την Κρήτη… Έτσι βγήκε μετά το παραμύθι που λέει…

(Σημ. Γ.Π:  ‘Εδώ πιά ο Ψαραντώνης είχε ανακαθίσει, μίλαγε, κουνούσε τα χέρια του και τα μάτια του άστραφταν σαν να έβλεπε μπροστά του αυτά που μας διγιώταν. Καθίσαμε και τον ακούγαμε μαγεμένοι. Ήταν το καλύτερο κλείσιμο για την συνέντευξή…)

Ψ: Εκατέβαινε ένας άνδρας από τον Ψηλορείτη. Φτάνει στον κάμπο που βόσκαν τα πρόβατα. Και τον εθωρεί ο Κατόπερος ο λυράρης, ο αρχαίος. Και του λέει, «ε, που πας; Κουρασμένος μου φαίνεσαι. Κάτσε»… Ο διαβάτης ήταν ο Δίας. Και λέει του λυράρη: «Ο δρόμος που έχω μπροστά μου είναι μεγάλος». Λέει του αυτός, «έμπα εδώ στο μητάτο να σου δώσω κάτι να φας και να πιείς, και θα συνεχίσεις τον δρόμο σου»… Μπήκε ο Δίας και κάθισε. Του δώσε ο Κατόπερος να φάει και να πιεί. Κι ήπιασε την λύρα του και άρχιζε να παίζει. Αγαλλίασε ο Δίας από την μουσική. Του φύγε από πάνω όλη η κούραση και πήρε δύναμη πολύ. Σηκώθηκε, έκανε έτσι κι ήφιαξε ένα δοξάρι χρυσό. Το δώσε στον λυράρη κι αυτός όταν το ακούμπαγε στη λύρα έβγαινε ήχος άλλο πράμα! Κι ήπεζε κι ακουγόταν μακριά. Κι έτσι τον ευχαρίστησε ο Δίας για τη φιλοξενία, κι έφυγε και πήρε τον δρόμο του, πού ήταν μακρύς ακόμα…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

του Γιώργου Πισσαλίδη

Κλείνουν σήμερα 20 Οκτωβρίου 2017, 40 χρόνια από την ημέρα που ένα αεροπορικό δυστύχημα στέρησε την ζωή του Ρόνυ Βαν Ζαντ και άλλων τριών μελών των θρυλικών θρυλικών «Λύνερντ Σκύνερντ». Ενός συγκροτήματος που στην δεκαετία του ʽ70 πρώτο σήκωσε την στρατιωτική σημαία του Αμερικάνικου Νότου, υπερασπιζόταν τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες του. Ευκαιρία λοιπόν να δούμε ποιες είναι οι αξίες που υεπρασπίσθηκε ένα από τα αγαπημένα μας συγκροτήματα.

Οι «Λύνερντ Σκύνερντ» ξεκίνησαν την καριέρα τους το 1964 ως «Νόμπλ Φάιβ» και το 1970 πήραν το όνομα με το οποίο έγιναν θρύλος. Η μουσική τους ήταν ένα σκληρό, ρυθμικό «μπλουζ ροκ», εμπνευσμένοι από τους πρωτεργάτες του southern rock «Ώλμαν Μπράδερς Μπαντ». Εκεί όμως που οι «Ώλμαν» μπορεί να αυτοσχεδίαζαν επί ώρα πάνω σε τζαζ ροκ και κλασικιστικά μοτίβα, οι «Σκύνερντ» είχαν ένα βασικό ήχο με κλασσικά δωδεκάμετρα του ροκ, εμπνευσμένα από το μπλουζ και την κάντρυ.

Ο Ρόνι Βαν Ζαντ σε μια συναυλία με την σημαία του Νότου από πίσω

Το 1972, οι «Σκύνερντ» που τότε αποτελούταν από τους Ρόνυ Βαν Ζαντ (τραγούδι), Άλλεν Κόλλινς και Γκάρυ Ρόσσινγκτον (κιθάρες), Μπομπ Μπερνς (ντραμς), Λέον Γουίτκεσον (μπάσσο) και Μπίλυ Πάουελ (κήμπορντς) ανακαλύφθηκαν από τον θρυλικό μουσικό και παραγωγό Άλ Κούπερ.

Το 1973, κυκλοφορεί το ντεμπούτο τους «Pronounced Leh-nerd Skin-nerd» σε παραγωγή του θρυλικού Αλ Κούπερ που με τραγούδια, όπως «Free Bird» και «Simple Man» τους κάνει γνωστούς. Το πρώτο ήταν ένας φόρος τιμής στον εκλιπόντα Ντούαν Ώλμαν, που από τότε έκανε γνωστό το συνθετικό ταλέντο του Βαν Ζαντ. Στο δεύτερο όμως έγραφαν ένα ύμνο στις κλασσικές αξίες του Νότου:

«Όταν ήμουν νέος, η μάνα μου μού είπε
Πάρε τον καιρό σου και μην ζεις τόσο γρήγορα
Τα προβλήματα θα έρθουν και θα φύγουν
Πήγαινε βρες μια γυναίκα, βρες μια αγάπη
Και μην ξεχνάς γιε μου, υπάρχει πάντα Κάποιος εκεί πάνω
Ξέχνα την λαγνεία σου για το χρυσάφι του πλούσιου
Ότι χρειάζεσαι βρίσκεται στην ψυχή σου».

Εκείνο όμως το τραγούδι που τους έκανε διάσημους ήταν το «Sweet Home Alabama» (Γλυκιά Πατρίδα Αλαμπάμα) που βρισκόταν στο επόμενο τους άλμπουμ «Second Helping». Το τραγούδι ήταν μια απάντηση στο «Southern Man» του Νηλ Γιανγκ, όπου κατηγορούσε σύσσωμο τον Νότο ως ρατσιστές και μέλη της ΚΚΚ. Σε αυτό οι «Λύνερντ Σκύνερντ» τραγουδούσαν για τον αγαπημένο τους Νότο.

Το εξώφυλλο του μικρού δίσκο του Sweet Home Alabama

«Οι μεγάλες ρόδες συνεχίζουν να κυλάνε
Με μεταφέρουν στην γενέτειρα μου να δω το σόι μου
τραγουδώντας τραγούδια για την χώρα του Νότου
Η γλυκιά μου Αλαμπάμα μου λείπει πάλι
Και νομίζω ότι είναι κρίμα
Λοιπόν άκουσα τον κύριο Γιανγκ να τραγουδά για αυτήν
Άκουσα τον γέρο Νηλ να την χλευάζει
Και ελπίζω ο Νηλ να θυμάται
ότι ο Νότος δεν τον έχει ανάγκη
Γλυκιά πατρίδα Αλαμπάμα
εκεί που ο ουρανός είναι ολογάλανος
Ω, Θεέ μου έρχομαι πάλι σε σένα».

Μέχρι εκείνη την στιγμή, το «Sweet Home Alabama» υπερασπιζόταν απλώς το Νότο και για πολλούς ήταν μια ροκ εκδοχή του «Okie from Muskogee» του Μερλ Χάγκαρντ. Όμως οι επόμενοι στίχοι θα έκανε το χίπικο κατεστημένο να βγάζει αφρούς: «Στο Μπέρμινχαμ λατρεύουν τον κυβερνήτη» και λίγο παρακάτω «Στο Μπέρμινκχαμ έχουν την λύση». Ο κυβερνήτης στον οποίο αναφέρονται δεν ήταν άλλος από τον Τζωρτζ Γουάλας, τον πολέμιο της πολυπολιτισμικότητας που το 1963 στάθηκε μόνος μπροστά στο πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα απέναντι στους ένοπλους αστυνομικούς κλείνοντας την είσοδο.  Σε μια περίοδο κοινωνικών δικαιωμάτων και προοδευτικών απόψεων ο Γουάλας ήταν ο κακός και το «Sweet Home Alabama» ήταν «ρατσιστικό» Τότε ο Βαν Ζαντ κράτησε αποστάσεις από τον Γουάλας λέγοντας ότι δεν έχει πολλά κοινά σημεία με τον κυβερνήτη της Αλαμπάμα.

Τζωρτζ Γουάλλας: ο κυβερνήτης του Sweet Home Alabama

Στο ίδιο άλμπουμ υπήρχε το «The Needle and the Spoon» (H βελόνα και το κουτάλι), ένα τραγούδι ενάντια στα ναρκωτικά, όπου φώναζαν στην γενιά τους:

«Παρατήστε την βελόνα και το κουτάλι
παρατήστε το ταξίδι στο φεγγάρι θα σας πάρουν μακρυά
Μα τον Θεό πρόκειται να σας θάψουν
Μην μπλέκεις με την βελόνα αγόρι μου».

Τα άλμπουμ «Nuthing Fancy» και «Gimme Me Back My Bullets» δεν ήταν άσχημα, αλλά μετά από δύο δυναμίτες southern rock και μπούγκι έμοιαζαν ισχνά. Η καλύτερη στιγμή των «Λύνερντ Σκύνερντ» ήταν το ζωντανό «One More From the Road», που έγινε πλατινένιο σε σύντομο διάστημα. Φυσικό, αν σκεφθεί κανείς ότι οι «Λύνερντ Σκύνερντ» είναι συγκρότημα της σκηνής και των τουρνέ και όχι των στούντιο.

Και ενώ η μπάντα ήταν στο απόγειο της, στις 20 Οκτωβρίου 1977, τρεις μέρες πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ «Street Survivors», ένα αεροπορικό δυστύχημα αφαιρεί την ζωή του Ρόνυ Βαν Ζαντ, του τότε κιθαρίστα τους Στηβ Γκέηνς και του μάνατζερ της τουρνέ, ενώ τα υπόλοιπα μέλη είχαν σοβαρά τραύματα. Από εκείνη την στιγμή δεν υπήρχαν οι «Λύνερντ Σκύνερντ».

Όμως η πνευματική κληρονομιά τους έμοιαζε να είναι το «That Smell»:

«Μπουκάλια από ουίσκι και ολοκαίνουργια αμάξια
Βελανιδιά βρίσκεσαι στον δρόμο μου
Υπάρχει τόση κοκαϊνη και τόσο πολύς καπνός
Κοίτα τι τρέχει μέσα σου
Ω, αυτή η μυρωδιά
Δεν μπορείς να μυρίσεις αυτή την μυρωδιά;
Ο άγγελος του θανάτου πηδά πάνω σου
Κάρφωσε μια βελόνα στο μπράτσο σου
Πάρε ακόμη μια δόση, πάρε μια ρουφηξιά από την μύτη
Ένα ακόμα ποτό ηλίθιε θα σε πνίξει
Αυτή η μυρωδιά
Η μυρωδιά του θανάτου σε έχει περικυκλώσει».

Το 1987 ο Ρόσσινγκτον θα ένωνε την μπάντα με τον Τζώνυ Βαν Ζαντ στην θέση του αδελφού του και καινούργια μέλη. Ιδεολογικά ανήκαν πλέον στην Αμερικάνικη Δεξιά και με την βούλα. Στο «The Last Rebel» του 1993 τραγουδούσαν:

«Υπάρχει ένα γκρι άλογο που παραμένει σιωπηλό
Καθώς ένας στρατιώτης ανεβαίνει για μια τελευταία βόλτα
καθώς η βροχή πέφτει στο καπέλο του
Μπορείς να δεις τις σκιές του παρελθόντος γραμμένες στα μάτια του

Τώρα τα κανόνια έχουν σιωπήσει
Όλοι του οι φίλοι έχουν πεθάνει
Πρέπει να τα αφήσει όλα αυτά πίσω
αν θέλει να βρει το δρόμο για το σπίτι
Είναι ο τελευταίος στρατιώτης του Νότου

Δεν είναι παρά ένα αγόρι με την παλιά του κιθάρα
Κλείνεται στον εαυτό του
Αλλά όλοι τον παρεξηγούν
Αλλά συνεχίζει

Έχει ένα όνειρο που ποτέ δεν θα πεθάνει
Δεν μπορείς να τον αλλάξεις
Δεν υπάρχει νόημα να ζεις κάπου, όπου δεν ανήκεις».

Ενώ στο «Red, White & Blue» του 2003 γιόρταζαν 40 χρόνια δισκογραφίας τραγουδώντας για μια πατριωτική redneck εργατική τάξη:

«Τα μαλλιά μου άσπρισαν
Ο λαιμός είναι πάντα κόκκινος
Και το κολλάρο είναι πάντα μπλε
Ήμασταν πάντα εδώ
προσπαθώντας να τραγουδήσουμε την αλήθεια για σένα
Ναι θα μπορούσες να πεις
Ότι είμαστε Αμερικανοί πατριώτες».

Τέλος στο ομώνυμο τραγούδι από το «God & Guns» του 2009 εξυμνούν το δικαίωμα της οπλοκατοχής και αρνούνται την αποχριστιανοποίηση της Αμερικής.

«Ο Θεός και τα όπλα
Μας κρατούν δυνατούς
Αυτά είναι πάνω στα οποία
αυτή η χώρα κτίσθηκε
Καλύτερα να τα παρατήσουμε όλα και να τρέξουμε
Αν τους αφήσουμε να μας πάρουν τον Θεό και τα όπλα

Είμαι μέσα στο σπίτι μου στο δάσος
Όπου ο Θεός είναι μεγάλος είναι μεγάλος και τα όπλα καλά
Αλήθεια δεν μπορείς να ξέρεις πολλά για αυτά
Αν πιστεύεις ότι μπορείς να ζήσεις καλύτερα χωρίς αυτά».

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι “Σκύνερντ” συνδυαζαν παραδοσιακές αξίες και σύγχρονο τρόπο ζωής, γενόμενοι ένα παράδειγμα του πως εννοούμε την μουσική εδώ στο “Άβαλον των Τεχνών”

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Γιώργου Πισσαλίδη"][vc_empty_space][vc_column_text]Κλείνουν σήμερα 20 Οκτωβρίου

Συνέντευξη: Γιάννης Παναγιωτακόπουλος

«Ο Δίας ήντωνε βοσκός στ’ Ανωγειανό αόρη, / ήντωνε και το σπίτι του μέσα στο Περαχώρι», τραγουδάει ο Ψαραντώνης στο γνωστό του τραγούδι… Όταν τον βλέπεις, συνομιλείς μαζί του, κι ακόμα περισσότερο όταν τον ακούς να τραγουδά και να παίζει την λύρα του, καταλαβαίνεις πως κάπως έτσι, τόσο απλά, χιλιάδες χρόνια παράδοσης είναι εδώ δίπλα μας. Μας μιλούν, μας τραγουδούν, πιανόμαστε από τους ώμους τους και χορεύουμε. Τα πόδια μας χτυπούν στην ίδια γη που χτυπούσαν τα πόδια των Κουρητών, όταν με τους χορούς τους έκρυβαν το κλάμα του μικρού Δία, για να μην τον ακούσει ο πατέρας του ο Κρόνος και τον φάει…

Κάπως έτσι και το σύγχρονο κράτος της παρακμής μας, σε ρόλο Κρόνου, συνεχίζει να τρώει τα παιδιά του. Όμως σε πείσμα τον καιρών και της συλλογικής μας καταχνιάς, κάπου σ’ εκείνα τα ιερά μέρη του Ψηλορείτη, οι μουσικές δεν σταματούν να γεννιούνται, να παίζονται και να μαγεύουν. Θυμίζοντας μας πως η τεχνοκρατική μας παγωμάρα και η αποικιοποιημένη υποκουλτούρα μας, δεν κατάφεραν να τα καταβροχθίσουν όλα…

Ο Ψαραντώνης είναι ένα ζωντανό παράδειγμα του γεγονότος, πώς όσο πιο γνήσια μπορούμε να εκφράζουμε την ταυτότητά μας, και να συνομιλούμε με την παράδοσή μας, τόσο πιο αδιαμφησβήτητα μπορούμε να λαμβάνουνε την θέση που μας αρμόζει στο διεθνές επίπεδο.  Αναγνωρισμένος από μεγάλους ξένους καλλιτέχνες που συνεργάζονται μαζί του, βραβευμένος πολλάκις σε διεθνείς διαγωνισμούς, πρωταγωνιστής σε πολλά έθνικ φεστιβάλ του εξωτερικού, και φυσικά ιδιαίτερα αγαπητός στους Έλληνες μουσικόφιλους κάθε είδους, κάθεται δίπλα μας δυσανάλογα απλός, και κουβεντιάζει μαζί μας παίζοντας το κομπολόι του.

Όταν μιλάει για την προσωπική του ιστορία, είναι λιγομίλητος. Όταν μας περιγράφει τις μουσικές του εμπειρίες, λύνεται η γλώσσα του. Όταν πιάνει στο στόμα του την παράδοση, την ιστορία, τον πολιτισμό μας, τα μάτια του αστράφτουν. Για να μας θυμίσει πώς δίπλα στις πολυεπίπεδες χρεοκοπίες μας, υπάρχει ακόμα κάτι πλούσιο και ζωντανό, που όσο πιο γνήσιο παραμένει, τόσο περισσότερο αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως υπερπολύτιμο οικουμενικό αγαθό. Κάτι για το οποίο αξίζει να αισθανόμαστε περηφάνια:  

«Ο πολιτισμός μας είναι η περισπωμένη του κόσμου»…

Τόσο απλά…  

Γ.Π: Καλησπέρα Ψαραντώνη. Να πάμε από την αρχή. Η πρώτη λύρα που έπαιξες ήταν αυτή του Νίκου;

Ψ: Ναί, πάνω σε αυτήν έμαθα. Βλέπαμε τον Νίκο που έπαιζε, του ζητάγαμε και μας μάθαινε. Την είχα πρωτοπάρει κρυφά, με άκουσε που έπαιζα και μου είπε να συνεχίσω. Μού έδειχνε λίγο – λίγο.

Γ.Π: Πρώτες επαφές με την δισκογραφία;  

Ψ: Πρώτη επαφή μου πρέπει να ήταν όταν ήμουν 18 χρονών. Εγράψαμε τότες ένα μικρό δισκάκι. Νομίζω στη Κολούμπια.

Ο Ψαραντώνης την δεκαετία του 60

Γ.Π: Μετά είχες γνωρίσει τον Χατζιδάκι;

Ψ: Ναι, είχε έρθει ο Χατζιδάκις στα Ανώγεια. Έκανε κάμποσα χρόνια εκδηλώσεις εκεί. Ωραία χρόνια, ωραίες εποχές… Εκάνανε τότες έναν διαγωνισμό που παίξαμε πολλοί λυράρηδες. Κι εμένα μου έδωκε ένα ειδικό βράβειο. Όχι το πρώτο βραβείο. Είπε:  «Αυτός πρέπει να πάρει ειδικό βραβείο μαζί με χρήματα». Όμως δεν τα πήρα τα λεφτά. Τα έδωσα στον Δήμο. Σε δραχμές τότε. Περίπου το 1975.

Γ.Π: Και έκτοτε ξεκίνησες να παίζεις σε μαγαζιά;  

Ψ: Ναι, μετά παίζαμε σε μαγαζιά στο Ηράκλειο και σε όλη την Κρήτη. Σε γιορτές, σε πανηγύρια…

Γ.Π: Τα πανηγύρια ήταν τότε, όπως είναι τώρα;

Ψ: Όχι, τώρα δεν έχει τέτοιο πράμα σαν αυτό που γινόταν τότε. Δεν γίνονται τώρα έτσι. Τότε έρχονταν με τα άλογα από τα άλλα χωριά. Και γέμιζαν οι πλατείες. Και κρατούσαν τα πανιγύρια δυό τρείς μέρες. Τώρα κάνουν οι σύλλογοι μερικές φορές κάποια ωραία πανιγύρια, αλλά και πάλι δέν είναι σαν αυτά τα παλιά, τα παραδοσιακά.

Γ.Π: Υπάρχουν πλέον, όμως, πολλοί αξιόλογοι μουσικοί καί σχήματα που ασχολούνται με την παράδοση.

Ψ: Όσο πάει ο καιρός, βλέπεις και ο κόσμος επιστρέφει στην παράδοση. Γιατί η παράδοση είναι πάντα παρόν. Είναι η ρίζα. Χωρίς την ρίζα, ούτε δέντρο, ούτε καρπός. Εκεί είναι η τέχνη και η ποίηση του λαού. Κι αυτή μένει για πάντα. Όσο κι αν την χτυπίσουν, αυτή ώπ… ξεπετάγεται πάλυ. Και είναι παρόν. Εκεί είναι η ουσία της Τέχνης.

Γ.Π: Σε έχουν καλέσει ποτέ σε κάποιο Πανεπιστήμιο σε κάποια έδρα μουσικών σπουδών να μιλήσεις στα παιδιά;  

Ψ: Μα τα παιδιά, βλέπεις πως όταν ακούν κάποιον μουσικό να παίζει έτσι, να αυτοσχεδιάζει, φεύγουν και πάνε στο εύκολο. Τους το δείξουν ένα, δύο, τρία. Έτσι τα έχουν μάθει. Μα η μουσική δεν είναι έτσι. Πρέπει να το έχει ο άνθρωπος. Αν δεν το έχεις μέσα σου, δεν γίνεται. Να αυτοσχεδιάζεις πάνω στο όργανο, να κάνεις τρέλες, να κάνεις γλύκες, να το νοιώθεις.

Γ.Π: Ναι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτοσχεδιάζεις εσύ, που είναι χαρακτηριστικός και στη δισκογραφία σου, στο «Νογώ» ή στο «παλιό κρασί η σκέψη μου», δεν θα έπρεπε να είναι αντικείμενο μελέτης για κάποιες μουσικές σχολές;

Ψ: Δεν το ξέρω αυτό. Δεν ξέρω πως μπορούν να το δώσουν αυτοί στα παιδιά για να το μάθουν. Τα μαθαίνουν πάνω στο χαρτί. Και τους λένε αυτό είναι, θα το μάθεις από εδώ μέχρι εκεί. Μα ο άλλος αν είναι καλλιτέχνης δεν τα χρειάζεται αυτά. Ούτε έτσι μπορεί να γίνει καλλιτέχνης. Μπορεί να μαθεύεται αυτό που του δείχνουν. Και να το μαθαίνει και να το παίζει. Όμως όλο το υπόλοιπο δεν μαθεύεται. Να γεννάει μουσική, μελωδία, να έχει μέσα του την δύναμη αυτή. Ο καλλιτέχνης γεννιέται…

Παλιό Κρασί η σκέψη μου

Γ.Π: Η παράδοση δίνει στον άνθρωπο τέτοια δύναμη;

Ψ: Είπαμε, πρώτα πρέπει να τό χει ο άνθρωπος. Και η παράδοση είναι εκεί για να του δώσει. Παρόν… Όπως τώρα. Ποτέ δεν υπήρχαν τόσα χωριά στη Κρήτη, που να κρατούν τα παιδιά λύρες να παίζουν. Αυτό είναι ομορφιά. Μαθαίνουν την παράδοσή τους, την καταγωγή τους, ακούν και προσανατολίζονται. Και είναι εκατοντάδες τέτοια παιδιά που παίζουν την λύρα. Από αυτά θα φανεί ένα ταλέντο που θα ξεχωρήσει, καί θα κάνει καινούρια πράγματα για την παράδοση. Να την πάει παρακάτω…

Γ.Π: Βλέπω πως έχουν αρχίσει πολλά νέα παιδιά καί ψάχνονται, και βρίσκουν και μαθαίνουν και όργανα που τείναν να εξαφανιστούν. Ασκομαντούρες, μπουλγαρί…

Ψ: …Ναι, ναι. Ξαναβγαίνουν οι ασκομαντούρες και πολλά τέτοια ωραία…

Ο Ψαραντώνης επικροτεί την επιστροφή των ασκομαντούρων

Γ.Π: Οι εντυπώσεις σου από τα φεστιβάλ που σε καλούν στο εξωτερικό;

Ψ: Έξω γίνονται ωραία φεστιβάλ. Μας καλούν καί πηγαίνουμε, και μιλούν για την ιστορία μας και χαίρεσαι να τους ακούς. Εδώ δεν μας τα λένε αυτά. Οι Έλληνες είναι η περισπωμένη του κόσμου. Από εδώ είναι ο πολιτισμός… Κάνουν καλά φεστιβάλ στο εξωτερικό, που καλούν μουσικούς από κάθε χώρα. Και παίζουν πολύ ωραία. Μιλούν οι παρουσιαστές και λένε πράγματα ωραία για τη Ελλάδα. Πως εκεί είναι η τέχνη…

Πήγαμε στο φεστιβάλ των πέντε ηπείρων, που το κάνουν Γάλλοι, Γερμανοί, Ελβετοί, καί έρχονται μουσικοί από κάθε χώρα, και γίνεται εκεί η μεγάλη συνάντηση. Έβγαιναν οι μουσικοί, έπαιζε ο καθένας κάποια κομμάτια και έλεγε ο παρουσιαστής κάποια λόγια. Τελευταίον λέει τον «Γκρέκ». Βγαίνω και παίζω κάτι που μου ήρθε εκείνη την στιγμή. Έγινε από κάτω βοή. Και βγαίνει ο παρουσιαστής και παίρνει φόρα. Άρχιζε και έλεγε αυτά που δεν μας λένε εδώ για να μην ξέρουμε την ιστορία μας. Λέει αυτή είναι η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας. Η κραυγή της Κρήτης που είναι το νησί των θεών. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Οι Κρήτες, Μινωήτες, Έλληνες είχαν στόλο, μουσική, θέατρο. Και πήγαν, λέει, με τον στόλο τους καί γυρίσαν τον κόσμο, και μας έμαθαν την μουσική. Τη λύρα, λέει, που έπαιζε μετά ο Ορφέας και ο Απόλωνας, τα τύμπανα των Κουρητών και τους αυλούς. Μας έδωσαν το φώς του πολιτισμού. Όσοι λαοί επισκεφτήκαν μετά αυτή την χώρα δεν είχαν τίποτα να δώσουν. Έπαιρναν και μετέφερναν…

Γ.Π: Εδώ γιατί δεν μας τα λένε αυτά;

Ψ: Εμ, πες μου εσύ! Αυτό είπα κι ενός καθηγητή. Πως αυτά πρέπει να τα λένε στα παιδιά από την πρώτη τάξη του Δημοτικού σχολείου. Να παίρνουν τα κοπέλια περηφάνια για την καταγωγή τους, για τον πολιτισμό τους. Αύριο αν χρειαστεί πώς θα πάνε να πολεμήσουν στον πόλεμο; Και μου λέει: «ότι μας λένε, λέμε». Και τσαντίστηκα εγώ, και μου λέει: «αν πούμε τέτοια θα μας απολύσουν». Γιατί μωρέ, αν μιλήσεις για την ιστορία σου θα σε απολύσουν; Ναι, μου λέει… Παράξενα πράγματα… Δεν μπορεί να το πιστέψει άνθρωπος… Όλοι οι λαοί ξέρουν την ιστορία τους, και θαυμάζουν και την δικιά μας. Κι εμείς δεν ξέρουμε τίποτα…

Για τον Ψαραντώνη η ελληνική ιστορία μας απόκρύβεται

Γ.Π: Το «Ψαρό» από το Ψαραντώνης και το Ψαρονίκος  έχει βγει για τον Παππού σου στην Κρητική επανάσταση;

Ψ: Ναι, λέει έτρεχε πρώτος και τους έπιανε τους Τούρκους. Και λέγανε εκεί οι άλλοι απ’ την παρέα, σαν τα ψάρια τους μαζεύει τους Τούρκους. Και του έμεινε το παρατσούκλι ο ψαρότουρκος, και συνέχισε έτσι κι έγινε ο ψαραντώνης. Γιατί έχουμε όλοι παρατσούκλια κάτω. Εμάς κρατάει από τότε, από την επανάσταση.

Γ.Π: Δηλαδή δεν είναι μύθος οι εθνικοί αγώνες του λαού μας;

Ψ: Ε όχι βέβαια…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

του Δημήτρη Μπαλτά

Δημήτρης Μπαλτᾶς 
Σοφία Δ. Κανταράκη, Κοινωνίας δρώμενα στόν Παπαδιαμάντη.
Ζητήματα κοινωνικοῦ καί ἐκπαιδευτικοῦ προβληματισμοῦ, Ἥρα Ἐκδοτική, Βόλος 2017, σελ. 115
Στόν τόμο πού παρουσιάζω ἐδῶ, ἡ ἐκπαιδευτικός Σοφία Κανταράκη ἔχει συγκεντρώσει ἄρθρα της «τά ὁποῖα κατά καιρούς δημοσιεύθηκαν στόν Τύπο, μέ ἀφορμή ἐπίκαιρα κοινωνικά, πολιτικά καί ἐκπαιδευτικά θέματα» (σ. 17) καί τά ὁποῖα ἀφοροῦν τόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη «πού ἔζησε μιά ζωή ἔχοντας γιά συντροφιά τήν ἀπέραντη ἀγάπη του γιά τούς φτωχούς, τόν ἄσβεστο ἔρωτά του πρός τή φύση καί τή θρησκευτική λατρεία του πρός τίς παραδόσεις τῆς πατρίδας μας» (σ. 18).
Τά δέκα αὐτοτελῆ μελετήματα πού συναπαρτίζουν τόν τόμο, θά μποροῦσαν νά ἐνταχθοῦν, κατά τήν γνώμη μου, στούς ἑξῆς θεματολογικούς ἄξονες:
α΄ Ἡ γυναίκα στόν Παπαδιαμάντη («Ρωμιές στή Χώρα τοῦ Παπαδιαμάντη», «Ἡ Ἀσύνειδος μητρική παραβατικότητα στόν Παπαδιαμάντη»).
β΄. Κοινωνικά ζητήματα στό παπαδιαμαντικό ἔργο («Σέ ὅλα τά καθημερινά μπορεῖς νά δεῖς τόν σύγχρονο καί διορατικό Παπαδιαμάντη», «Ἐκλογικά ἤθη καί ἔθιμα», «Τά κρούσματα στό Κάστρο τῆς Σκιάθου»
καί γ΄. Ὁ Παπαδιαμάντης στό σχολεῖο («Ἡ περιγραφικότητα καί ἡ εἰκονοποιΐα στόν Παπαδιαμάντη ως κριτήριο φιλαναγνωσίας», «Τό σχολικό ἀνάγνωσμα», «Ὀπτικοακουστική Οἰκολογία στόν Παπαδιαμάντη», «Τό φυσιολατρικό στοιχεῖο τῶν διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη», «Τό ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη ὡς ἀφόρμηση οἰκολογικῆς προσέγγισης καί περιβαλλοντικῆς ἀγωγῆς»).
Κατά τήν προτεινόμενη διάκριση, ἡ Σ. Κανταράκη φαίνεται νά ἑστιάζει περισσότερο στήν διδακτική ἀξιοποίηση τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου, καθ’ ὅσον μάλιστα ἡ ἴδια ὑποστηρίζει πώς «ἡ ἀξία τῆς ἀνάγνωσης ἔργων τοῦ Παπαδιαμάντη στό σχολεῖο ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ἀσκεῖ μία ἰδιαίτερη ἐπιρροή στή σκέψη τῶν μαθητῶν καί στόν εὐαίσθητο συναισθηματικό τους κόσμο, προσφέροντας παράλληλα τά ἀπαραίτητα ἐφόδια γιά μία πολύπλευρη ἀνάπλαση τῆς προσωπικότητάς τους, ἕναν κώδικα ἀξιῶν, ἀλλά καί ἕναν κριτικό ἀναστοχασμό» (σ. 87).
Παράλληλα ὅμως εἶναι ἀναγκαία καί χρήσιμη στήν σημερινή ἐκπαιδευτική διαδικασία (κατά τήν τρέχουσα ὕλη στό μάθημα τῆς Λογοτεχνίας στήν Β/βάθμια Ἐκπαίδευση) ἡ συζήτηση γιά τήν παρουσία τῶν γυναικῶν οἱ ὁποῖες «καταλαμβάνουν ἐξέχουσα θέση» (σ. 21) στό ἔργο τοῦ Σκιαθίτη συγγραφέα, «χωρίς νά ἔχουν ὑποστεῖ κάποια ἰδιαίτερη μετατροπή ἀπό τόν δημιουργό τους» (σ. 25).
Τέλος, ἡ ἀνάδειξη ἐκ μέρους τῆς Σ. Κανταράκη καί τῆς πολιτικῆς ἐπικαιρότητας τοῦ Παπαδιαμάντη μέσα ἀπό τά διηγήματά του «Χαλασοχώρηδες» καί «Τά δύο τέρατα» (σ. 55 κ.ἑξ.) εἶναι ἰδιαιτέρως εὔστοχη, ἐάν μάλιστα σκεφθεῖ κανείς «τήν διαχρονικότητα τῆς εὐτέλειας τῶν πολιτικῶν μας ἠθῶν» (σ. 57).
Σέ μία γενικότερη ἀποτίμηση, εἶναι γεγονός ὅτι μέ τά μελετήματα τῆς Σ. Κανταράκη «τό χθές ζωντανεύει μπροστά μας καί ἐναρμονίζεται μέ τό σήμερα». Ἔτσι τό παρόν βιβλίο ἔρχεται νά ἐπικαιροποιήσει τήν κοσμοαντίληψη τοῦ Παπαδιαμάντη, ἰδιαιτέρως στό πλαίσιο τῆς σύγχρονης ἐκπαίδευσης στήν χώρα μας.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Δημήτρη Μπαλτά"][vc_empty_space][vc_column_text] Δημήτρης Μπαλτᾶς  Σοφία Δ. Κανταράκη, Κοινωνίας

Κυκλοφόρησαν σε νέα υπερπολυτελή έκδοση (φωτοστατική ανατύπωση) τα περίφημα εραλδικά-γενεαλογικά βιβλία του Ευγενίου Ρίζου Ραγκαβή LIBRO D’ORO για τις ευγενείς τιτλούχους οικογένειες του Φαναρίου, της Κεφαλληνίας, της Κέρκυρας και της Ζακύνθου. Είναι σε γαλλική γλώσσα, όπως η αρχική έκδοσή τους, και διατίθενται αποκλειστικά μέσω της ιστοσελίδας των Ariston Books.

Χρυσή Βίβλος της Φαναριωτικής Ευγενείας, αρχική έκδοση 1892 (σελ. 216, σχήμα 17Χ24, τιμή 28 ευρώ)

 

https://aristonbooks.ch/products/eugene-rizo-rangable-livre-d-or-de-la-noblesse-ionienne-cephalonie-i-a-i

Χρυσή Βίβλος της Ιονίου Ευγενείας, τόμος Κεφαλληνία Β΄ [L-Z], αρχική έκδοση 1926 (σελ. 360, σχήμα 17Χ24, τιμή 32 ευρώ)

Χρυσή Βίβλος της Ιονίου Ευγενείας, τόμος Κέρκυρα, αρχική έκδοση 1925 (σελ. 292, σχήμα 17Χ24, τιμή 32 ευρώ)

Χρυσή Βίβλος της Ιονίου Ευγενείας, τόμος Ζάκυνθος, αρχική έκδοση 1927 (σελ. 276, σχήμα 17Χ24, τιμή 32 ευρώ)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ:
Αρλιώτη, Βούλγαρη, Καλογερά, Καπέλλου, Καποδίστρια, Τσερούλη, Δούσμανη, Γυαλινά, Λάνδου, Μαμωνά, Μάρμορα, Πιέρη, Πολυλά, Προσαλέντη, Καρτάνου, Ρίκκη, Ροδοστάμου, Σαχλίκη, Σορδίνα, Θεοτόκη, Τριβώλη, Βάρθη, Βραχλιώτη, Τζαγκαρόλα

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ:
Άννινου, Ασσάνη, Μπλέσσα, Καραντινού, Χαρβούρη, Καρύδη, Καρούσου, Κατσαΐτη, Κεφαλά, Χέλμη, Τσιμάρα, Κλαδά, Χοϊδά, Κομποθέκρα, Χωραφά, Κουρκουμέλλη, Δελλαδέτσιμα, Δελλαπόρτα, Φωκά, Γιαντιλίνη, Γερακάρη, Γεράκη, Ιγγλέση,
Λευκόκοιλου, Λοβέρδου, Λούζη, Μαρκέτου, Μελισσηνού, Μεταξά, Μομφερράτου, Παλατσόλη, Πανά, Πάγκαλη, Πινιατώρου, Πήλικα, Πιτσαμάνου, Ροσόλυμου, Σολωμού, Σκιαδά, Σδριν, Τυπάλδου, Βαλσαμάκη, Τζαγκαρόλου, Ζερβού, Τζουλάτη

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ:
Καλέντζη, Καπνίση, Καψοκέφαλου, Καρρέρ, Κυβετού, Κοκκίνη, Κομούτου, Κουτούβαλη, Δομενεγίνη, Φλαμπουριάρη, Φραγκόπουλου, Γαέτα, Γαρζώνη, Λογοθέτη, Λούντζη, Μακρή, Μαρτινέγκου, Μάτεση, Μελισσηνού, Μερκάτη, Μεσσαλά, Μινώτου, Νερούλη, Ραφτόπουλου, Ρώμα, Δε Ρώσση, Σιγούρου

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ:
Αργυρόπουλου, Αριστάρχη, Καλλιμάχη, Καντακουζηνού, Καρατζά, Γκίκα, Χαντζερή, Μάνου, Μαυροκορδάτου, Μαυρογένη, Μουρούζη, Νέγρη, Ρίζου Ραγκαβή, Ρίζου Νερουλού, Ρωσέττη, Σχινά, Σούτζου, Στούρτζα, Υψηλάντη

ΟΛΑ ΤΑ ΟΙΚΟΣΗΜΑ στο ιστολόγιο www.librodoro-gr.blogspot.gr

Κυκλοφόρησαν σε νέα υπερπολυτελή έκδοση (φωτοστατική ανατύπωση)

Ο φιλόσοφος Νικολάι Ονουέφρίεβιτς Λόσσκυ (1870-1965) μας δίνει μια λεπτή ανάλυση των σύνθετων απόψεων του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι* για το σοσιαλισμό. Ενώ ο Ντοστογιέφσκι υποστήριζε τις οικονομικές ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους και την αγροτιά, ταυτόχρονα απέρριπτε κατηγορηματικά την αθεΐα και τον υλισμό που στήριζαν τόσα πολλά σοσιαλιστικά ιδεώδη. Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας ήταν ένας αληθινός προφήτης, που «έβλεπε» την πείνα, τον κανιβαλισμό και τους θανάτους των 100 εκατομμυρίων ανθρώπων που θα χαρακτηρίζουν τον κομμουνισμό του εικοστού αιώνα. Ας σημειωθεί ότι οι υποστηρικτές αυτού του «πειράματος» ήταν οι δυνάμεις του διεθνούς κεφαλαίου, η ίδια φιλελεύθερη ολιγαρχία που ελέγχει τη Δύση σήμερα.[Μεταφράστηκε από τον Mark Hackard].

«Ποτέ δεν μπορούσα να καταλάβω την έννοια», λέει ο Ντοστογιέφσκι, «ότι μόνο το ένα δέκατο των ανθρώπων θα πρέπει να επιτύχει υψηλότερη ανάπτυξη, και τα υπόλοιπα εννέα-δέκατα πρέπει να χρησιμεύουν μόνο ως μέσο και υλικό για την επίτευξη αυτού του στόχου, ενώ οι ίδιοι θα παραμένουν στο σκοτάδι. Δεν θέλω να σκέφτομαι και να ζω με κανέναν άλλο τρόπο, παρά με την πίστη ότι τα ενενήντα εκατομμύρια Ρώσοι μας (ή και περισσότεροι που θα γεννηθούν) κάποια μέρα όλοι θα εκπαιδευτούν, θα εξανθρωπιστούν και θα ευτυχίσουν». (Ημερολόγιο ενός συγγραφέα, 1876). Στα σημειωματάρια του Ντοστογιέφσκι, η σκέψη για αυτούς τους δυστυχισμένους – τα εννέα δέκατα της ανθρωπότητας, επαναλαμβάνεται πολλές φορές. Από τα νεανικά του χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του, ανησυχούσε για τα ζητήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης, την ανάγκη της εξασφάλισης σε κάθε άτομο των μέσων για την ανάπτυξη μιας πνευματικής ζωής, την προστασία της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και την άμυνα ενάντια στην αυθαίρετη διοίκηση.

Στα μυθιστορήματά του, ο Ντοστογιέφσκι μιλάει πολύ μέσα από μια ψυχή που πληγώθηκε από τα αδικήματα που προέκυψαν από την κοινωνική και οικονομική ανισότητα. Στο Ημερολόγιο ενός Συγγραφέα, γράφει πολλά για την σκληρή δύναμη του κεφαλαίου, για ένα προλεταριάτο εξαντλημένο από τη φτώχεια και την εργασία, κλπ. Ο Dolinin λέει ότι «Σαν ένας πραγματικός οπαδός του Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι ονειρεύεται την επίτευξη της αρμονίας στη γη μέσω της αγάπης», αλλά ο ίδιος «εγείρει την ταξική πάλη κάθε φορά, όταν αρχίζει να μιλά για το καταπιεσμένο παρελθόν και παρόν, στη Δύση και τη Ρωσία».

Το πιο ισχυρό κίνημα από τον δέκατο ένατο αιώνα μέχρι τις μέρες μας, αυτό που έχει προσπαθήσει να θεσπίσει την κοινωνική δικαιοσύνη σε πλήρη μέτρο, είναι ο σοσιαλισμός. Και η στάση του Ντοστογιέφσκι προς τον σοσιαλισμό θα είναι το αντικείμενο του κεφαλαίου μας. Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι συμμετείχε στο σοσιαλιστικό κίνημα ως μέλος του Κύκλου Petrashevsky και γι’ αυτό παραλίγο να εκτελεστεί και υπέμεινε οκτώ χρόνια σκληρής εργασίας και εξορίας. Στο μέτρο που ο Ντοστογιέφσκι πνευματικά ωρίμασε, μέσα του αναπτύχθηκε ένα αυξανόμενο μίσος για αυτό το είδος του σοσιαλισμού που ήταν πιο διαδεδομένο από το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, ένα μίσος συγκεκριμένα για τον επαναστατικό αθεϊστικό σοσιαλισμό που βασιζόταν σε μια υλιστική κοσμοθεωρία χωρίς ηθική και θρησκευτική βάση. Για τον Ντοστογιέφσκι η υψηλότερη τιμή ήταν το πρόσωπο και η ελεύθερη πνευματική του ανάπτυξη. Ωστόσο ο επαναστατικός σοσιαλισμός εστιάζει όλη του την προσοχή πάνω στα υλικά αγαθά και ούτε έχει σε εκτίμηση το μεμονωμένο άτομο, ούτε νοιάζεται για την ελευθερία της πνευματικής ζωής.

Στα γραπτά του Ντοστογιέφσκι, το πνευματικό μακιγιάζ των αστών και ο υλιστής σοσιαλιστής είναι ίδιοι και όμοιοι: και οι δύο θεωρούν άξια εκτίμησης πάνω απ’ όλα τα υλικά αγαθά. «Ο παρών σοσιαλισμός», γράφει ο Ντοστογιέφσκι, «στην Ευρώπη και εδώ στη Ρωσία, αφαιρεί τον Χριστό από παντού και ενδιαφέρεται κυρίως για το ψωμί, επικαλείται την επιστήμης και υποστηρίζει ότι η αιτία για όλες τις ανθρώπινες καταστροφές είναι μία – η φτώχεια, ο αγώνας για την επιβίωση». Αυτοί οι σοσιαλιστές, «όπως τους βλέπω, στην προσδοκία τους για μια μελλοντική διευθέτηση της κοινωνίας, χωρίς προσωπική περιουσία, αγαπούν τα χρήματα τρομερά εν τω μεταξύ και τα εκτιμούν ακόμη και ακραία, αλλά συγκεκριμένα σύμφωνα με την ιδέα με την οποία συνδέονται». (υπέροχο επιστολή του Ντοστογιέφσκι στον V.A. Alekseev για τους τρεις πειρασμούς που πρόσφερε ο διάβολος στο Χριστό, 7 Ιουνίου 1876, αριθ. 550)

Προηγουμένως υπήρχε μια ηθική διατύπωση του θέματος: «Υπήρχαν Fourierists (οπαδοί του Σάρλ Φουριέ, Γάλλου σοσιαλιστή φιλοσόφου και διανοητή, 1772 – 1837, ο οποίος ανέπτυξε μια μορφή ουτοπικού σοσιαλισμού) και Cabetists, (οπαδοί του Ετιέν Καμπέ, Γάλλου συγγραφέα και εκδότη, υπέρμαχου της σοσιαλιστικής μεταρρύθμισης, 1788 – 1856), επιχειρήματα και συζητήσεις πάνω σε διάφορα αρκετά εκλεπτυσμένα πράγματα. Αλλά τώρα οι ηγέτες του προλεταριάτου τα έχουν ήδη κάνει πέρα όλα αυτά» και ο αγώνας διέπεται από το σύνθημα, «Ote-toi de la que je m’y mette»(«Φύγε από εδώ, παίρνω εγώ τη θέση σου»). Κάθε μέσο λογίζεται αποδεκτό: οι ταχυδακτυλουργοί του υλιστικού σοσιαλισμού λένε ότι δεν τους θεωρούν, την αστική τάξη, ικανούς να γίνουν αδέλφια με το λαό, και ως εκ τούτου, απλά κινούνται εναντίον τους με βία, ενώ αρνιούνται απερίφραστα την αδελφότητα:

«Η αδελφότητα θα διαμορφωθεί από το προλεταριάτο αργότερα, και εσείς – είστε ένα δισεκατομμύριο ψυχές καταδικασμένες σε εξόντωση και τίποτα περισσότερο. Έχετε τελειώσει για χάρη της ευτυχίας της ανθρωπότητας». Άλλοι μεταξύ των ταχυδακτυλουργών ευθέως λένε ότι δεν χρειάζονται καμία αδελφότητα, ότι ο Χριστιανισμός είναι ανοησίες και ότι το μέλλον της ανθρωπότητας θα πρέπει να σχεδιαστεί σε επιστημονική βάση. (Ημερολόγιο ενός Συγγραφέα, Φεβρουάριος 1877).

Αν τα ηθικά θεμέλια της δομής της κοινωνίας απορριφθούν, τότε η κοινωνική ενότητα θα αποδειχθεί ανεπίτευκτη. «Πώς θα ενώσεις τους ανθρώπους», ρωτά ο Ντοστογιέφσκι, απαντώντας στον Gradovsky αναφερόμενος στο άρθρο του τελευταίου που περιέχει κριτική του συγγραφέα στην ομιλία του Πούσκιν, «για να φτάσεις τους αστικούς/πολιτικούς σου στόχους, αν δεν έχεις μια βάση πάνω σε μια μεγάλη και αρχική ηθική ιδέα;» Ο Ντοστογιέφσκι δείχνει ταυτόχρονα αυτή την αρχική μεγάλη ιδέα: όλες οι ηθικές αρχές, λέει, «βασίζονται στην ιδέα της επιδίωξης της προσωπικής απόλυτης αυτο-τελειότητας, στο ιδανικό, γιατί αυτό συγκρατεί τα πάντα εσωτερικά, όλες τις προσδοκίες και τους πόθους όλων, και αντλεί από εκεί όλα τα αστικά ιδανικά μας. Απλά προσπάθησε να ενώσεις τους ανθρώπους σε μια κοινωνία πολιτών με το μοναδικό σκοπό «να εξασφαλίσουμε τις κοιλιές μας». Δεν θα πάρεις τίποτα, αλλά μια ηθική φόρμουλα του τύπου “Chacun pour soi et Dieu pour tous” (Ο καθένας για τον εαυτό του και ο Θεός για όλους). Με μια τέτοια φόρμουλα, κανένα αστικό ίδρυμα δεν θα διαρκέσει πολύ». (Ημερολόγιο ενός συγγραφέα, Φεβρ. 1877). Αντίθετα, η μικρή φόρμουλα του Ντοστογιέφσκι συνθέτει όλη την ουσία της χριστιανικής κοσμοθεωρίας. Το χριστιανικό ιδεώδες της απόλυτης προσωπικής αυτο-τελειότητας οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού, στην οποία κάθε μέλος αγαπά τον Θεό περισσότερο από τον εαυτό του και όλους τους ανθρώπους που δημιουργήθηκαν από το Θεό, κατ’ εικόνα Του.

Η συμπεριφορά είναι σωστή μόνο κατά το μέτρο που συνειδητά ή ενστικτωδώς καθοδηγείται από μια τέτοια αγάπη, με την οποία συνδέεται στενά η αγάπη για απρόσωπες απόλυτες αξίες – όπως είναι η αλήθεια, η ομορφιά, κλπ. Δεν είναι μόνο οι προσωπικές ατομικές σχέσεις, αλλά και οι κοινωνικοί δεσμοί, οποιαδήποτε κοινωνική ιεραρχία, και οποιαδήποτε κοινωνική υποταγή και η εντολή που εκτελείται με αγαθή συνείδηση, θα πρέπει να εν τέλει να αναβιβάζεται στο ιδεώδες του απόλυτου καλού κάτω από τον Θεό. Η έννοια αυτή αφελώς, αλλά ορθώς εκφράζεται από τον Ντοστογιέφσκι μέσω του “Captain Lebyadkin”, που απαντά αφού άκουσε τα επιχειρήματα των άθεων: «Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε τι είδους καπετάνιος είμαι μετά από αυτό!» (από το βιβλίο του “Demons” «Δαίμονες»). Στη ρωσική φιλοσοφική λογοτεχνία, η σκέψη σχετικά με την θρησκευτική βάση της κοινωνικής ζωής είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στο «Η Αιτιολόγηση του Καλού» του Vladimir Soloviev και στο βιβλίο του Σ. Φρανκ «Τα Πνευματικά Θεμέλια της Κοινωνίας».

Οι άθεοι σοσιαλιστές, αφού απέρριψαν την ιδέα του ανιδιοτελούς ηθικού καθήκοντος και λογάριασαν την ανάγκη για πλεονέκτημα και αυτοσυντήρηση ως μοναδικό κίνητρο συμπεριφοράς του ανθρώπου, την ίδια στιγμή απαιτούν ο πολίτης της κοινωνίας του μέλλοντος να παραιτηθεί από τα «δικαιώματα της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και της ελευθερίας». Ο άνθρωπος μπορεί να σχεδιαστεί έτσι μόνο μέσα από τρομερή βία, και να τοποθετηθεί κάτω από φοβερά συστήματα κατασκοπείας και συνεχούς ελέγχου μιας από μια υπερ-δεσποτική εξουσία». (Ημερολόγιο ενός συγγραφέα, 1877). Σε μια κοινωνία που στερείται πνευματικών ιδανικών, οι άνθρωποι είναι τέτοιοι ώστε, «δώστους ψωμί, και θα γίνουν εχθροί ο ένας με τον άλλο από την πλήξη». (Γράμματα, αριθ. 550) «Ποτέ δεν θα είναι σε θέση να τα κατανείμουν μεταξύ τους», λέει ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ακόμη και το ψωμί που αποκτήθηκε από αυτούς θα γίνει πέτρα στα χέρια τους.

Ο Ντοστογιέφσκι συγκρίνει το έργο της οικοδόμησης μιας κοινωνίας χωρίς ηθικό θεμέλιο, μια κοινωνία που βασίζεται μόνο στην επιστήμη και πάνω σε φανταστικά επιστημονικά αξιώματα, όπως ο «αγώνας για την ύπαρξη», με την κατασκευή του Πύργου της Βαβέλ. Στην προσπάθεια να σχεδιάσουν κάτι προς τις γραμμές μιας μυρμηγκοφωλιάς, οι άνθρωποι δεν θα δημιουργήσουν πλούτο, αλλά μάλλον θα φέρουν τέτοια καταστροφή ώστε να καταλήξουν σε κανιβαλισμό. (Νοέμβριος 1877) Στο ‘Demons’ ο Shigalev ανέπτυξε το πρόγραμμα για την μυρμηγκοφωλιά του. «Προχωρώντας από απεριόριστη ελευθερία, καταλήγω», λέει, «σε απεριόριστη δεσποτεία». Ο Pyotr Verkhovensky αναφέρει ότι «έχει κάθε μέλος της [μυστικής] κοινωνίας του, να παρακολουθεί ο ένας τον άλλον και είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν». «Όλοι είναι σκλάβοι και στην δουλεία είναι ίσοι. Σε ακραίες περιπτώσεις, υπάρχει συκοφαντία και δολοφονία, αλλά κυρίως ισότητα».

Το έργο του Shigalev φαινόταν μια καρικατούρα που δημιουργήθηκε μέσω της αντιπάθειας του Ντοστογιέφσκι προς τον άθεο σοσιαλισμό. Τώρα, όμως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η Επανάσταση των Μπολσεβίκων θέσπισε το σύστημα Shigalev και μάλιστα πολύ πιθανό το ξεπέρασε. Στον μπολσεβίκικο σοσιαλισμό,η κατασκοπεία είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που οι γονείς και τα παιδιά συχνά δεν εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλο. Ο μπολσεβίκικος δεσποτισμός είναι πιο πολυδιάστατος και ευτελής από το δεσποτισμό ορισμένων Αφρικανών ηγεμόνων. Οι συκοφαντίες και οι δολοφονίες εφαρμόζονταν σε ευρύτερη κλίμακα. Δεν υπάρχει η παραμικρή ελευθερία της συνείδησης κάτω από τους Μπολσεβίκους (για έναν δάσκαλο δεν υπάρχει ούτε καν η ελευθερία της σιωπής σχετικά με θρησκευτικά ζητήματα), ούτε υπάρχει η ελευθερία της σκέψης, η ελευθερία της εκτύπωσης ή των νομικών εγγυήσεων της υπεράσπισης του ατόμου από αυθαίρετη διοίκηση. Η εκμετάλλευση των εργαζομένων από το κράτος εκτελείται σε βαθμό περισσότερο από ότι θα φαντάζονταν οι καπιταλιστές στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος.

Ο Ντοστογιέφσκι επαναλαμβάνει επίμονα ότι ο άθεος επαναστατικός σοσιαλισμός θα οδηγήσει σε τέτοια καταστροφή ώστε θα επιφέρει ανθρωποφαγία. Η προφητεία του υλοποιήθηκε κυριολεκτικά: στην ΕΣΣΔ υπήρχαν τουλάχιστον δύο περίοδοι κανιβαλισμού, το 1920-21 ως αποτέλεσμα της πείνας που προκλήθηκε από τον «πολεμικό κομμουνισμό» και το 1933, ως αποτέλεσμα της πείνας που προκλήθηκε  από την ταχεία μετάβαση από την ατομική γεωργία σε κολεκτιβοποιημένα αγροκτήματα. Συγκλονιστικές περιπτώσεις κανιβαλισμού μπορούν να βρεθούν στη σοβιετική λογοτεχνία, όπως στο μικρό διήγημα του Vyacheslav Ivanov “Empty Arapia”, για παράδειγμα.

Αντιλαμβανόμενος σαφώς από ποιες διαδρομές είναι μάλλον απίθανο να φθάσει στο κέντρο της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο Ντοστογιέφσκι ούτε ανέπτυξε ένα ειδικό θετικό ιδεώδες κοινωνικής τάξης, ούτε υιοθέτησε έναν από τους άλλους στοχαστές. Το 1849 κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του, ο Ντοστογιέφσκι ομολόγησε ότι τα σοσιαλιστικά  «συστήματα», όπως ακριβώς το σύστημα του Φουριέ, δεν τον ικανοποιούσε, αλλά παράλληλα ανακοίνωσε ότι εξέταζε τις ιδέες του σοσιαλισμού, υπό την προϋπόθεση των ειρηνικών επιτευγμάτων τους, «ιερή και ηθική και το σημαντικότερο σε παγκόσμιο επίπεδο, η μελλοντική νομοθεσία της ανθρωπότητας, χωρίς εξαίρεση». Μια τέτοια πεποίθηση ο Ντοστογιέφσκι διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Αυτό είναι ευδιάκριτο από το άρθρο του με αφορμή το θάνατο της George Sand (Γεωργία Σάνδη ψευδώνυμο της Amandine-Aurore-Lucile Dupin, Γαλλίδας μυθιστοριογράφου και πρώιμης φεμινίστριας),το 1876. Με βαθιά συγκίνηση, ο Ντοστογιέφσκι μιλάει συγκινητικά για το σοσιαλισμό της George Sand, ο οποίος επεδίωκε να εξασφαλίσει την πνευματική ελευθερία του ατόμου και βασιζόταν στις ηθικές αρχές, «όχι στην αναγκαιότητα της μυρμηγκοφωλιάς» (1876). Όμως αυτή τη στιγμή της ζωής του, ο Ντοστογιέφσκι απαιτείται η κοινωνική τάξη οριστικά να έχει βάση τη διαθήκη του Χριστού. Έγραψε στον V.A. Alekseev, τον Ιούνιοτου 1876:

Ο Χριστός ήξερε ότι μόνο με ψωμί, δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος. Αν δε υπάρξει πνευματική ζωή, το ιδανικό της ομορφιάς, τότε ο άνθρωπος θα μαραζώνει και θα πεθαίνει, θα τρελαθεί και θα αυτοκτονεί ή θα καταλήξει σε παγανιστικές φαντασιώσεις. Και όπως ο ίδιος ο Χριστός και ο Χριστός στον Λόγο Του έφεραν το ιδανικό της Ομορφιάς, Εκείνος στη συνέχεια αποφάσισε ότι είναι καλύτερα να εμπνεύσει στις ψυχές το ιδανικό της Ομορφιάς. Έχοντας αυτό στην καρδιά, όλοι οι άνθρωποι θα γίνουν αδέρφια μεταξύ τους και στη συνέχεια, φυσικά, εργαζόμενοι ο ένας για τον άλλο, θα είναι πλούσιοι». (Αρ. 550)

* Ο Ρώσος συγγραφέας Fyodor Mikhailovich Dostoyevsky (11 Νοεμβρίου 1821 – 9 Φεβρουαρίου 1881) αποτελεί κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο ιδιοφυής Ντοστογιέφσκι χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς ως ένας από τους σπουδαιότερους ψυχογράφους, ενώ είναι αξιοθαύμαστη η ποιότητα του συνόλου των έργων του, η πλειοψηφία των οποίων χαρακτηρίζεται αριστουργηματική. Ο πατέρας του Mikhail Andreevich, γιος κληρικού, συνταξιούχος στρατιωτικός χειρούργος, ήταν αλκοολικός με βίαια ξεσπάσματα ενώ η μητέρα του Maria το άκρως αντίθετο, μια τρυφερή μορφή με την οποία ο νεαρός Fyodor είχε μια βαθιά σχέση αγάπης. Η μητέρα του, η οποία πέθανε από φυματίωση την ίδια μέρα με τον εθνικό ποιητή της Ρωσίας Aleksandr Pushkin το 1837, αποτέλεσε το πρότυπο της γυναικείας καρτερικότητας και καλοσύνης για πολλές ηρωίδες στο έργο του ενώ εμφύσησε στον γιο της τη βαθιά χριστιανική της πίστη. Από τα έργα του ξεχωρίζουν: Ο παίκτης (1866), Έγκλημα και τιμωρία (1866), Ο ηλίθιος (1868), Οι δαιμονισμένοι (1871-1872) και Αδελφοί Καραμαζώφ (1879-1880). Στον Ντοστογιέφσκι ανήκει η φράση: «Χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται».

 

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / Πηγή

Ο φιλόσοφος Νικολάι Ονουέφρίεβιτς Λόσσκυ (1870-1965) μας δίνει μια

 του Γεώργιου Πισσαλίδη 

Σαν σήμερα στις 13 Οκτωβρίου 1904, έπεφτε μαχόμενος στην Σιάτιστα της τουρκοκρατούμενης τότε Μακεδονίας, ο Κύρης Παύλος Μελάς, ενδοξότατος απόγονος του Συγκλητικού Οίκου των Μελάδων της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας σε μια προσπάθεια να απελευθερώσει παλαιά θέματα της Μεσαιωνικής μας Αυτοκρατορίας. 

Συγκλονίστηκε όλη η Ελλάδα από τον χαμό του, ανάμεσα τους και ο μεγάλος εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς που έγραψε για τον θάνατο του παλικαριού: 

«Σε κλαίει ο λαός. Πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι
Στον τόπο, που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλληκάρι. 

Πανάλαφρος ο ύπνος σου του Απρίλη τα πουλιά

Σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς λογάκια και φιλιά,

Και να σου φτάνουν του χειμώνα οι καταρράχτες,

Σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολέμου κράχτες.

Πλατειά του ονείρου μας η γη και απόμακρη. Και γέρνεις

Εκεί και σβεις γοργά.

Ιερή στιγμή. Σαν πιο πλατειά τη δείχνεις, και τη φέρνεις

Σαν πιο κοντά!»

 

 του Γεώργιου Πισσαλίδη  Σαν σήμερα στις 13 Οκτωβρίου

του Χρήστου Γιαννάκενα

Από τα τόσα σίκουελ που κυκλοφόρησαν φέτος, το «Blade Runner 2049» ήταν το μοναδικό που ήθελα πραγματικά να δω. Την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε, όμως, δεν μπόρεσα παρά να γίνω καχύποπτος. Ο σκηνοθέτης του αρχικού, Ridley Scott, έχει μια σχετικά κακή φήμη τα τελευταία χρόνια. Τα πρότζεκτ που αναλαμβάνει δεν πετυχαίνουν τον στόχο τους, ενώ συχνά επανέρχεται στο σύμπαν του «Alien» και προσθέτει κάτι ακόμη, το οποίο όμως δεν αρέσει σε κανέναν. Δεν θα κρύψω όμως πως η επιλογή του Dennis Villeneuve («Sicario», «Arrival») σαν σκηνοθέτη του σίκουελ ενίσχυσε την αισιοδοξία μου. Και, εν τέλει, ίσως έκανε καλό στο τελικό προϊόν

Τι εστί «Blade Runner», όμως; Πηγαίνοντας πίσω στο παρελθόν, η πρώτη ταινία κυκλοφόρησε το 1982 και βασιζόταν στο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας «Do Androids Dream of Electric Sheep?» του Philip K. Dick. Το σενάριο που γράφτηκε από τους Hampton Fancher και David Peoples, όμως, διέφερε αρκετά σε σχέση με το βιβλίο του Dick.

Η ταινία τοποθετείται το 2019, όπου η τεχνολογία έχει δώσει ζωή σε ανδροειδή – Ρέπλικες όπως τις αποκαλούν- που αναλαμβάνουν τις σκληρές δουλειές και χτίζουν αποικίες εκτός γης. Όμως οι Ρέπλικες επαναστατούν, ζητώντας ίσα δικαιώματα. Γι’ αυτόν το λόγο μισθόνονται σκληροτράχηλοι κυνηγοί για να «αποσύρρουν» όλες τις ρέπλικες που ξεφεύγουν. Αυτοί οι κυνηγοί ονομάζονται Blade Runners. Ένας από αυτούς είναι και ο Ρικ Ντέκαρντ (Harrison Ford), ο ήρωάς της πρώτης ταινίας. Παρότι έχει φύγει από την υπηρεσία, όμως, καλείται να αναλάβει μαι τελευταία επικίνδυνη αποστολή. Κατά την διάρκεια αυτής της αποστολής, όμως, γνωρίζει καλύτερα την φύση της δουλειάς μου μέσα από την γνωριμία με τον αντίπαλο Ρόι (Rutger Hauer) αλλά και την ερωτεύσιμη Ρέπλικα Ρέιτσελ (Sean Young). Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Ντέκαρντ καταλήγει να αμφισβητεί μερικές από τις σημαντικότερες αλήθειες: Τί σημαίνει να είσαι άνθρωπος; Να έχεις αναμνήσεις; Να έχεις ψυχή;

Η ταινία δεν έδωσε απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις, αντίθετα όμως έδωσε έναυσμα στον καθένα να τις ζημώσει μέσα του και να τις απαντήσει ο ίδιος. Το κοινό του 1982 όμως προτίμησε μια πιο «εύκολη» ταινία επιστημονικης φαντασίας, τον «E. T.» του Spielberg και έθαψε το μεγαλούργημα του Scott. Με τον καιρό η ταινία απέκτησε πολλές διαφορετικές εκδοχές, με τελική το «Final Cut» του 2007, όπου ο ίδιος ο Scott επέβλεψε το μοντάζ και πήγε τα οπτικά εφέ της ταινίας ακόμη ψηλότερα. Ο κόσμος αρχισε αν επανεκτιμά το «Blade Runner», τόσο φιλοσοφικά όσο και κινηματογραφικά. Και ίσως γι’ αυτό κυκλοφόρησε μια συνέχεια, επειδή υπήρχε η εντύπωση πως το κοινό του θα είναι έτοιμο να σκεφτεί και να συζητήσει ένα νέο Blade Runner. Η συνταγή του ιδανικού σίκουελ.

Όμως η ταινία του Villenueve μας πιάνει αδιάβαστους. Τοποθετημένο 30 χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, το «Blade Runner 2049» δεν περιγράφει έναν καλύτερο κόσμο. Νέες εξεγέρσεις έφεραν την ανθρωπότητα στα χειρότερά της, όμως η μεγαλοφυία του Νιαντίρ Γουάλας (Jared Leto) έφερε πάλι την ειρήνη. Ο ίδιος κατασκευάζει υπάκουες Ρέπλικες, οι οποίες δεν θα κάνουν περισσότερα απ’ όσα θα ζητήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, εξουσιάζει κάθε γωνιά του κόσμου μέσω του χρήματος και δεν αφήνει περιθώρια για αντιρήσεις. Αναθέτει, μάλιστα, στην αστυνομία του Los Angeles να βρει και να «αποσύρει» όλες τις ρέπλικες που ξέμειναν και δεν είναι στον έλεγχό του.

Σε αυτή την αστυνομία ανήκει και ο K (Ryan Gosling), ο οποίος προσπαθεί να ζήσει μια απλή ζωή, χωρίς ταραχές. Σύντομα όμως πέφτει πάνω σε μια ανακάλυψη που μπορεί να αλλάξει τα πάντα και όχι προς το καλύτερο απαραίτητα. Και αυτή η ανακάλυψη κάνει και τον ίδιο να αμφισβητήσει όσα είναι και κάνει, να μάθει τον πραγματικό του σκοπό. Και γι’ αυτό ψάχνει να βρει απαντήσεις στον παλιό αλλά χαμένο χρόνια Blade Runner, τον Ρικ Ντέκαρντ. Όμως τι απαντήσεις θα βρει; Ή, ακόμη πιο σωστά, θα βρει απάντηση;

Το στοίχημα που θέτει η ταινία, όμως, δεν είναι να δώσει απαντήσεις σε παλιές ερωτήσεις, αλλά να τις επεκτείνει και να προσθέσει κύρος στην αμφισημία της πρώτης ταινίας. Και αυτό το πετυχαίνει με μια πλοκή επιστημονικής φαντασίας, πιστή στο πνεύμα τόσο της πρώτης ταινίας όσο και του Philip K. Dick. Από την κεντρική πλοκή ως την μικρότερη υπό-ιστορία, το «Blade Runner 2049» μας πετάει ερωτήσεις που δεν ξέρουμε να απαντήσουμε. Και στο κέντρο τους βάζει έναν καλογραμμένο πρωταγωνιστή, τον οποίο συμπαθούμε και μπορούμε να εμπιστευτούμε στο ταξίδι μας. Σαν βγαλμένος από φιλοσοφικό δοκίμιο, ο Κ του Gosling είναι ταυτόχρονα κι ένας παράλογος ήρωας, που στο ταξίδι του για την απόλυτη αλήθεια το πιθανότερο είναι να καταλήξει με λιγότερα απ’ όσα ξεκίνησε, καρτερόντας όμως την μοίρα του με το κεφάλι όσο πιο ψηλά μπορεί.

Στο ίδιο μήκος κύματος, και οι υπόλοιποι χαρακτήρες μοιάζουν να έχουν επίγνωση της κατάστασης τους. Από την ψηφιακή κοπέλα του Κ, Joi (Ana de Armas), μέχρι την ρέπλικα σωματοφύλακα Luv (Sylvia Hoeks), όλοι σχεδόν έχουν έναν σκοπό να εκπληρώσουν. Μοναδική εξαίρεση, ίσως, είναι ο χαρακτήρας του βιομήχανου Γουάλας. Αν και μοιάζει υποβλητικός με τους ωραίους μονολόγους του,  ο χαρακτήρας μοιάζει πολύ μικρός για το σύνολο του έργου. Όμως η επιστροφή του Ντέκαρντ είναι και εκείνη εξαιρετική, μιας και ο ήρωας έχει αλλάξει παραμένοντας ο ίδιος. Ο ρόλος του δεν είναι πρωταγωνιστικός, όμως η σημασία του είναι διάχυτη σε όλο το έργο.

Και το σενάριο, νοηματικά, αγγίζει την σημασία του να είσαι ο ήρωας μιας ιστορίας. Τί σημασία έχεις; Ποιά είναι η θέση σου; Τί περιθώρια επιλογής έχεις; Ερωτήσεις επαναλαμβανόμενες, όλες ειπωμένες στο πρώτο υπέροχο μέρος, το οποίο όμως φάνηκε να γειώνεται κάπως απότομα στο δεύτερο μέρος. Όμως ακόμη και αυτή η απότομη γείωση λειτουργεί υπέρ της ιστορίας, των ερωτήσεων αλλά και της απόλυτης ουσίας του έργου. Όπως είπαμε και πριν, στόχος του έργου είναι ξεκάθαρα να κάνει ερωτήσεις, οι απαντήσεις όμως εξαρτιούνται από εμάς.

Το σενάριο και οι χαρακτήρες όμως δύσκολα θα δούλευαν αν δεν είναι και οι ηθοποιοί επιλεγμένοι ένας προς έναν. Από τον Dave Bautista και την Robin Wright, μέχρι την de Armas και την Hoeks, όλοι είναι υποδειγματικοί. Ο Jared Leto είναι μεν καλός, όμως δεν πείθει λόγω του μικρού του ρόλου. Ο Ford σαν Ντέκαρντ επιστρέφει στα λημέρια του, συνεχίζοντας έναν από τους γνωστότερους ρόλους του εξαιρετικά, χωρίς ίχνος βαρεμάρας. Όμως ο Ryan Gosling είναι αυτός που συμμετέχει σχεδόν σε κάθε σκηνή και, ταυτόχρονα, αυτός με τον οποίο ταυτιζόμαστε. Θυμίζοντας σε σημεία την ερμηνεία του στο «Drive», ο Gosling δίνει ισότιμες ποσότητες σκληρότητας και ψυχής στον Κ, κάνοντας τον έναν οικείο και συμπαθή δολοφόνο, για τον οποίο δεν μπορούμε παρά να νοιαστούμε.

Όμως, αν ήταν να ξεχωρίσουμε για κάτι την ταινία, τότε αυτό είναι το πόσο τεχνικά άρτια είναι. Ο Villenueve αποφάσισε να κάνει την μικρότερη πιθανή χρήση CGI, πράγμα που λίγοι σκηνοθέτες θα ρίσκαραν πλέον. Και το αποτέλεσμα είναι αποστομωτικό. Παραθέτοντας έναν από τους πιο όμορφους κινηματογραφικούς κόσμους που έχουμε δει, το «Blade Runner 2049» υπάρχει χάριν έξυπνων οπτικών τρικ και πανέμορφης φωτογραφίας. Και, μιλώντας για φωτογραφία, αυτή είναι ίσως η καλύτερη δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας Roger Deakins, που έχει βρεθεί υποψήφιος για Oscar Φωτογραφίας 13 φορές και δεν έχει κερδίσει ακόμη. Μακάρι αυτή η ταινία να του το χαρίσει, γιατί το αξίζει πραγματικά. Και να μην ξεχάσουμε, βεβαίως, τον τομέα του ήχου, όπου το μιξάζ μας επιτρέπει να ακούσουμε τα πάντα, ενώ η μουσική του Hans Zimmer θυμίζει το κλασικό θέμα του Vangelis, εξυπηρετόντας κυρίως την ατμόσφαιρα και λιγότερο την νοσταλγία.

Και, στο τέλος, ο συνδετικός κρίκος του όλου είναι ο φανταστικός Dennis Villenueve. Ξεκίνησε με μικρές καναδικές ταινίες, μπήκε στον χάρτη με το «Incendies», έδειξε πως ήρθε για να μείνει με τα «Prisoners», «Enemy» και «Sicario» και έφτασε κοντά στα Oscar με το «Arrival». Όμως στο «Blade Runner 2049» δίνει τον καλύτερό του εαυτό, σεβόμενος το όραμα του Ridley Scott αλλά και δημιουργώντας κάτι δικό του. Και έτσι καταφέρνει κάτι σχεδόν ακατόρθωτο, να δημιουργήσει μια καταπληκτική ταινία που στέκεται επάξια δίπλα στην προηγούμενη της. Και, πάνω απ’ όλα, χαρίζοντας στο κοινό μια δόση της πολυπόθητης μαγείας που λείπει από το Χόλιγουντ τα τελευταία χρόνια.

Το «Blade Runner 2049» δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα εξαιρετικό κινηματογραφικό έργο, εφάμιλλο του αρχικού «Blade Runner». Μπορεί να μην το ξεπερνάει σε κάποιους τομείς, όμως δεν είναι πως προσπαθεί κιόλας. Αντίθετα, αποτελεί ένα μοναδικό έπος επιστημονικής φαντασίας που δεν διστάζει να κάνει δύσκολες ερωτήσεις και να μην δώσει σαφείς απαντήσεις, αλλά και μια ταινία που λάμπει μέσα από τις εξαιρετικές ερμηνείες και τον υπέροχο τεχνικό τομέα της. Και, πάνω απ’ όλα, το «Blade Runner 2049» είναι ένας πολύ καλός λόγος για να πας σινεμά.

του Χρήστου Γιαννάκενα

Πηγή: alienage.gr

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Χρήστου Γιαννάκενα"][vc_empty_space][vc_column_text]Από τα τόσα σίκουελ

Την Δευτέρα 16 Οκτωβρίου στις 19:00 στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας (Ιπποκράτους 41, Αθήνα) οι Εκδόσεις Νεφέλη παρουσιάζουν το βιβλίο του Δημήτρη Κούντουρα “Μουσική των Τροβαδούρων στο Λατινικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης μετά το 1204”

Με την καταστροφική για το Βυζάντιο στρατιά της ∆΄ Σταυροφορίας έφτασαν στη Ρωµανία [σημ.:Τόσο στη ∆ύση όσο και στην Ανατολή εννοούσαν τη γη των Ρωµιών και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία] ορισµένοι Φράγκοι ποιητές. Ο τρουβέρος Κονόν ντε Μπετύν (Conon de Béthune), σηµαντικός Γάλλος ποιητής και συνθέτης, παρέµεινε στην Πόλη µετά την άλωση στις 13 Απριλίου του 1204 και υπήρξε υψηλόβαθµο στέλεχος της αυλής. Οι δύο Προβηγκιανοί τροβαδούροι  Ραιµπώ ντε Βακέιρας (Raimbaut de Vaqueiras) και Ελίας Καϊρέλ (Elias Cairel) συνδέθηκαν µε το νεοσύστατο βασίλειο της Θεσσαλονίκης στην αυλή του Βονιφάτιου του Μοµφερρά. 

Στόχος του βιβλίου αυτού καθώς και του δίσκου ακτίνας που το συνοδεύει είναι η ανάδειξη των έργων τόσο του Ραιµπώ όσο και του Ελίας που σχετίζονται χρονικά και θεµατικά µε το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, σε µια προσπάθεια προβολής του πολιτιστικού, πολιτικού και ιστορικού περιβάλλοντος της Φραγκοκρατίας στην περιοχή µετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ιδιαίτερη έµφαση δίνεται στα έργα πολιτικού και ιστορικού περιεχοµένου, τα οποία αναδεικνύουν χαρακτηριστικές πτυχές και ιστορικά γεγονότα των πρώτων χρόνων του βασιλείου της Θεσσαλονίκης (1204-1208). Γεγονότα, µάλιστα, τα οποία διασταυρώνονται και από άλλες πηγές της εποχής.

Η ηχογράφηση της µουσικής των τροβαδούρων έγινε µε το ειδικευµένο στην παλαιά µουσική σύνολο Ex Silentio, το οποίο εδώ και δεκαπέντε χρόνια µελετούν και αναβιώνουν µουσική από τον 12ο µέχρι και τον 18ο αιώνα.

Τους Ex Silentio αποτελούν:  

Φανή Αντωνέλου: φωνή
Δημήτρης Κούντουρας: φλάουτο με ράμφος & διεύθυνση
Θύμιος Ατζακάς: ούτι
Ηλέκτρα Μηλιάδου: βιέλα
Νίκος Βαρελάς κρουστά

Tα τραγούδια του CD είναι:
1. Ara pot hom conoisser Raimbaut de Vaqueiras [15:49]
2. Helias Cairel, Vida [01:24]
3. Pois chai la fuoilla Elias Cairel / Bernart de Ventadorn [07:40]
4. No m’agrad’iverns ni pascors Raimbaut de Vaqueiras [13:44]
5. Planh improvisation on a melody by Raimbaut [02:13]

Tο βιβλίο-CD θα παρουσιάσουν η μουσικολόγος Ίρμγκαρντ Lerch-Καλαβρυτινού και ο μεταφραστής Σταύρος Δεληγιώργης.
Συμμετέχει ο ηθοποιός Αλέξανδρος Βαμβούκος.

Την Δευτέρα 16 Οκτωβρίου στις 19:00 στο