Η Σία Κοσκινά τις Δευτέρες 27 Νοεμβρίου και 4 Δεκεμβρίου, θα φυγαδεύσει το μυαλό του κοινού του El Convento del Arte, στις μακρινές Ηνωμένες Πολιτείες, στα φαντασμαγορικά show του Broadway στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, στις σκοτεινές γειτονιές του Μπρούκλιν, στα πολύχρωμα στενά δρομάκια της Νέας Ορλεάνης, σε ένα κόσμο ζωηρό, γεμάτο ηχοχρώματα και λάμψη.
Το πάθος, ο έρωτας, ο θυμός, το γέλιο, η αγάπη θα ζωντανέψουν επι σκηνής, μέσα απο γνωστά και αγαπημένα ακούσματα απο Musical, Jazz, Country μέχρι Soul, με διαλόγους και τραγούδια, με την υπογραφή του σεναριογράφου/σκηνοθέτη Πάνου Αμαραντίδη στην σκηνοθεσία και την καλλιτεχνική επιμέλεια, σε ενορχηστρώσεις του μαέστρου Κωνσταντίνου Παγιάτη. Το μενού με «γεύση» Αμερικής θα δημιουργήσει για το κοινό ο Chef Μιχάλης Ντουνέτας και οι μπύρες και το καλιφορνέζικο κρασί θα ρέουν άφθονα σε μια βραδιά με χρώμα «Big apple».
Η Σία Κοσκινά συστήνεται: H Σία Κοσκινά, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Βραβευμένη με υποτροφία στην Ακαδημία Παραστατικών Τεχνών «URDANG ACADEMY OF PERFORMING ARTS» στο West End του Λονδίνου, με μαθήματα επάνω στο χορό, το τραγούδι και την υποκριτική, αποφοίτησε με πτυχίο ειδικότητας Musical Theatre Performer.Έλαβε πτυχίο Μπαλέτου Βασιλικής Ακαδημίας του Λονδίνου “ROYAL ACADEMY OF DANCING”.
Στην Αθήνα παρακολούθησε μια σειρά από σημαντικά masterclass όπως, υποκριτικής με τον Αμερικανό «γκουρού» Bernard Hiller, musical με τη βραβευμένη με Tony Award, Gillian Gregory, καθώς και με τον βοηθό του Bob Fosse, John Sharp. Ταξίδεψε στο Λος Άντζελες με το «BEST OF BROADWAY» και «BROADWAY IN CONCERT», δίπλα στους Αμερικανούς performers του Derick LaSalla. Συνεχίζοντας την δια βίου εκπαίδευση της στο αντικείμενο του μιούζικαλ, το 2010, παρακολούθησε το σεμινάριο «Jacob`s Pillow-Broadway in Athens” στο θέατρο Badminton και βραβεύτηκε με την υποτροφία «JACOB`S PILLOW SCHOLARSHIP AWARD».
Εκπροσώπησε την Ελλάδα στην διεθνούς φήμης σχολή JACOB`S PILLOW, στη Μασαχουσέτη της Αμερικής, παίρνοντας μαθήματα από τους σπουδαιότερους δασκάλους του Broadway: Chet Walker, Dana Moore, Bill Hastings, Ric Rider, Timothy Kasper, Lainie Sakakura, Emanuel Abruzzo, Steve Marzullo και Teri Ralston. Έχει δανείσει τη φωνή της σε ταινίες της Disney, της DreamWorks ενώ είναι η επίσημη φωνή της Barbie στην Ελλάδα Εχει πρωταγωνιστήσει και συμμετάσχει σε πολλές και μουσικοθεατρικές μεγάλες παραγωγές/musical στην Αθήνα και το εξωτερικό και σε τηλεοπτικά σήριαλ. Για δύο συνεχόμενες χρονιές (2013-2014) συμμετείχε στο επιτυχημένο τηλεοπτικό show του ΑΝΤ1 “YOUR FACE SOUNDS FAMILIAR” ως εκπαιδεύτρια – Acting Coach.
Διευθύνει και διδάσκει στην πρώτη Επαγγελματική Σχολή Μουσικού Θεάτρου στην Ελλάδα, ‘’SCHOOL OF PROFESSIONAL MUSICAL THEATRE PERFORMANCE” που ίδρυσε το 2010 στην Αθήνα, όπου διδάσκει με την κατοχυρωμένη μέθοδο διδασκαλίας “P.M.T.P. method by Sia Koskina”.
Πού: El Convento Del Arte Διεύθυνση: Βιργινίας Μπενάκη 7 Μεταξουργείο, Αθήνα Παράσταση: ΟΛΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ «The American dream» Ενότητα 4 – Αμερική – Μουσική παράσταση Παραστάσεις: Δευτέρα 27 Νοεμβρίου Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου Διάρκεια: 2:30 ώρες με διάλειμμα Ώρα προσέλευσης: 21:30 – Ωρα έναρξης: 22:00 Ο χώρος λειτουργεί από τις 21:15 για ποτό και φαγητό Πληροφορίες – Κρατήσεις: El Convento Del Arte – τηλ. 2105200602 –email: info@elconvento.gr Είσοδος: 12 euro Προπώληση εισιτηρίων: www.viva.gr
Η αίθουσα τέχνης “Chalkos gallery” (Cu) λειτουργεί από το 2015 στην οδό Ιουστινιανού 21 κοντά στην Παναγία Χαλκέων. Στην συγκεκριμένη περιοχή, παλαιότερα στεγάζονταν όλοι οι τεχνίτες χαλκού της πόλης, γεγονός που αποτέλεσε έμπνευση για το όνομα της αίθουσας τέχνης, αλλά και τον τίτλο της ομαδικής έκθεσης 15 Ελλήνων καλλιτεχνών με την οποία κάνει το ντεμπούτο της στην 2η έκδοση της διεθνούς φουάρ της Θεσσαλονίκης, την 2η Art- Thessaloniki στις εγκαταστάσεις της ΔΕΘ-Helexpo υπο την καλλιτεχνική επιμέλεια του Παντελή Τσάτση στις 23-26 Νοεμβρίου 2017.
Με την επιλογή του ονόματος και με τη συμμετοχή του στην φουάρ ο ιδιοκτήτης κ. Κώστας Παρχαρίδης, επιδιώκει την σύνδεση της δραστηριότητάς του παρελθόντος της περιοχής με το σημερινό πολιτιστικό εγχείρημα της γκαλερί και της πόλης, και αποκαλύπτει μέρος του εικαστικού καλλιτεχνικού του οράματος, φιλοδοξώντας να διευρύνει περαιτέρω την δραστηριότητά του στο εξωτερικό στο μέλλον.
Αντιγόνη Βάλερυ
Οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν με έργο τους στην έκθεση που θα παρουσιάσει η “Chalkosgallery” τις ημέρες της 2ης Art-Thessaloniki στο περίπτερο 9, booth 28 με τίτλο “CUPRUM-Διαφορά Δυναμικού” είναι με αλφαβητική σειρά: Άννα Αντάρτη, Athanasart, Αντιγόνη Βαλέρη, Ιάσονας Κοντογιάννης, Μαρία Κτιστοπούλου, Γιολάντα Κουντούρη, Έλενα Λακιώτη, Κώστας Μίχαλος, Σταυρούλα Μιχαλοπούλου, Βίκυ Μουδήλου, Αλεξάνδρα Πετρανάκη, Χρήστος Σκούρτης, Βασιλεία Τάτση, Παρασκευή Τσιμοπούλου, Έλενα Χατζηαθανασίου. Τα πειράματα του Λ. Γαλβάνι (Luigi Galvani) με χαλκό όσον αφορά την “διαφορά δυναμικού” ήταν καθοριστικά στην επινόηση της πρώτης ηλεκτρικής στήλης. Οι τρεις μορφές ηλεκτρισμού αποτέλεσαν τους άξονες που καθόρισαν την επιλογή των έργων τέχνης των καλλιτεχνών που συμμετέχουν στην έκθεση.
Ο πρώτος άξονας σχετίζεται με την “ανθρώπινη επινόηση στην εικαστική χειρονομία” και στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έργα της Άννας Αντάρτη, της Αντιγόνης Βαλέρη, της Αλεξάνδρας Πετρανάκη, του Χρήστου Σκούρτη και της Σταυρούλας Μιχαλοπούλου. Στη συνέχεια έργα όπου “η φύση” νοείται ως προβολή ηλεκτρισμού της εικόνας και μετάδοσης της ενέργειάς της όπως τα παραδείγματα έργων της Μαρίας Κτιστοπούλου, της Παρασκευής Τσιμοπούλου, της Βασιλείας Τάτση, της Βίκυς Μουδήλου και της Έλενας Λακιώτη. Και τέλος έργα, όπου “η τριβή” αντιμετωπίζεται ως νόημα δημιουργίας κι εικαστική άσκηση, όπως του Athanasart, του Ιάσονα Κοντογιάννη, της Γιολάντας Κουντούρη, του Κώστα Μίχαλου και της Ελένης Χατζηαθανασίου.
Fertility House λάδι σε καμβά
Η Hellenic Art Vioma είναι υποστηρικτής της έκθεσης (www.hellenicartvioma.com). Η εταιρεία ασφάλισης έργων τέχνης KARAVIAS Underwriting Agency – Coverholders at Lloyds χορηγεί την ασφάλιση των έργων τέχνης που θα εκτεθούν.
Πέθανε σε ηλικία 67 ετών από άνια, ο ποπ τραγουδιστής και εφηβικό σύμβολο της δεκαετίες του 70, Ντέηβιντ Κάσσιντυ.
Γεννήθηκε το 1950 στην Νεα Υόρκη και υπήρξε γιος των ηθοποιών Τζακ Κάσσιντυ και Έβελυν Γουάρντ. Ξεκίνησε την ακριέρα του στην “Οικογένεια Πέρδικα” (The Partridge Family) όπου έπαιζε τον ρόλο του Κήθ Πάτριτζ με την αληθινή του μητριά Σίρλευ Τζόουνς στον κεντρικό ρόλο μιας χήρας που με τα πέντε παιδιά της δίνει συναυλίες σε όλη την χώρα. Σε μια περίοδο (1970-1974) , κατά την οποία η Αμερική καιγόταν από φοιτητικές ταραχές, η “Οικογένεια Πέρδικα” αποτελούσε μια παραδοσιακή διασκέδαση για όλη την οικογένεια.
Έχοντας μια αθωότητα στο σήριαλ, η εμφάνιση του όμορφου Κάσσιντυ δημιουργούσε υστερία ανάμεσα στις έφηβες, την λεγόμενη “Κασσιντυμανία”. Μάλιστα το φαν κλάμπ του Κάσσιντυ ήταν μεγαλύτερο από τα φαν κλαμπ των “Μπητλς” και του “Ελβις” μαζί. Το I Think I Love You με τους “Παρτριτζ Φάιλυ” πήγε στο Νο1 και η φανταστική οικογένεια ήταν υποψήφια για Γκράμμυ Καλύτερου Νέου Καλλιτέχνη. Με όλη αυτήν την δημοτικότητα,ο Κάσσιντυ αποφάσισε να ακολουθήσει παράλληλα και σόλο καριέρα.
Όμως εκεί που ο ίδιος ήθελε να είναι ένας αξιοσέβαστος ροκ τραγουδιστής , η εταιρία του τον προώθησε στον κόσμο των εφηβικών ειδώλων, ταμπέλα που σιχαινόταν μέχρι πολύ αργά στην καριέρα του. Μάλιστα σε μια προσπάθεια να διαλύσει αυτήν την εικόνα, εμφανίσθηκε γυμνός στο εξώφυλλο του ροκ περιοδικού “Ρόλλινγκ Στόουν” και μιλούσε για τα προβλήματα του με τα ναρκωτικά.
Επίσης η επιλογή του ρεπερτορίου τον ξεχώριζε από άλλους, όπως οι Όσμοντς και οι “Μπαίη Σίτυ Ρόλλερς”. Ανάμεσα στις μεγάλες επιτυχίες του τα Cherish, How Can I Be Sure (διασκευές σε τραγουδια των ασσοσιέσιον και Γιανγκ Ράσκαλς ) Rock Me Baby, Day Dreamer, The Puppy Song του Χάρρυ Νίλσον και το I Write the Songs, πολύ πριν το τραγούδι ταυτιστεί με τον Μπάρυ Μανίλοου. Ενώ συνεργάσθηκε και με τους Μπητς Μπόυς στο άλμπουμ του Home Is Where The Heart Is, ενω΄ο Μπράιαν Τζόουνς συν-εγραψε το Cruise to Harlem.
Στην δεκαετία του 80 ο Κάσσιντυ θα δήλωνε χρεοκωπημένος παρόλο που πληρωνόταν με υψηλά μεροκάματα. Με την νεολαία να στρέφεται σε άλλα είδωλα., ο Κάσσιντυ θα στρεφόταν στην ηθοποιία και θα έπαιζε ως νατικαταστάτης του Ντόνυ Όσμοντ στο μιούζικαλ του Άντριου Λόυντ Βέμπερ “Joseph and the Amazing Technicolor Raincoat και στους Blood Brothers. To 1988, o Tζωρτζ Μάικλ , ο οποίος πάντα δήλωνε την επίδραση του Ντέηβιντ Κάσσιντυ στην μουσική του πορεία έκανε φωνητικά στο The Last Kiss και στο άλμπουμ της επιστροφής Romance του 1985.
Από την δεκαετία του 90 και μετά, επωφελούμενος από την νοσταλγία του καναλιού VHS 1, άρχισε να έχει ξανά επιτυχία και ίσως μεγαλύτερη από ποτέ, παίζοντας συχνά στα καζίνα και τα ξενοδοχεία του Λας Βέγκας.
Θα πρέπει, πριν από οτιδήποτε, να παραδεχθώ πως είμαι θετικά «προκατειλημμένος» με τα κείμενα του Παναγιώτη Λιάκου είτε πρόκειται για τα βιβλία του, είτε για τα άρθρα του στις εφημερίδες είτε ακόμη και για τις αναρτήσεις του στο εξαιρετικό ιστολόγιο του «Οι Αδιάβροχοι». Και όχι μόνο διότι αγαπάει και τιμάει το Ελληνικό Έθνος και την ιστορία του, όπως παραδέχεται στο βιβλίο του με τη φωνή του ήρωά του «…εγώ δεν είμαι άπατρις ή διεθνιστής…..Είμαι Έλλην το καυχώμαι. Χαίρω δια την καταγωγή μου…» καθώς και εγώ είμαι ομοϊδεάτης, αλλά γιατί γνωρίζει καλά και αναφέρεται συχνά στο έργο του λατρεμένου μας συγγραφέα Xάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ.
Στο αφιερωμένο σε αυτόν 11ο κεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο «Σκιά πάνω από το Ίνσμουθ» τον αποκαλεί «…τον αξεπέραστο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, τον μετρ του τρόμου και δημιουργού της μυθολογίας Κθούλου…Για να καταλάβεις …πόσο θαυμάζω την πένα του και την προσωπικότητα του Λάβκραφτ, ένα θα σου πω: Όταν ο Στίβεν Κινγκ αποκτήσει το ένα εκατομμυριοστό της διάνοιας και του ταλέντου του Λάβκραφτ θα γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ ή –κάτι ακόμα πιο δύσκολο- θα εντοπίσει σοβαρούς πολιτικούς στα ελληνικά κόμματα» !!! (τα θαυμαστικά δικά μου). Στα χρονογραφήματα του στη στήλη «Περί Πωλητικής» στην καθημερινή «Δημοκρατία» ο Λιάκος τα ντύνει πολλές φορές με φωτογραφίες από εξώφυλλα ελληνικών εκδόσεων του Λάβκραφτ ή με εμπνευσμένα από τα τέρατα του κολλάζ.
Για όσους είναι εξοικειωμένοι γνωρίζουν πως ο μεγάλος Αμερικανός λογοτέχνης μίλησε για όλα και έτσι ταιριάζει ακόμη και σε μια ιστορία έρωτα και κατασκοπίας όπως αυτή του Λιάκου. «Η Κατάρα πάνω από το Ίνσθμουθ» και το ανυπέρβλητο σκηνικό τρόμου και αγωνίας που εξυφαίνει ο δεξιοτέχνης Χάουαρντ χρησιμεύουν στον Λιάκο για να περιγράψει τον τόπο όπου καταφεύγει διωκόμενος στην ιστορία του. Για να μείνω αυστηρά βιβλιόφιλος, παρά τις συχνές αναφορές του συγγραφέα σε ταινίες, ο Παναγιώτης δεν σχολιάζει την έξοχη ταινία «Dagon» όπου η αγωνία του καταδιωκόμενου ήρωα αγγίζει τα ουράνια που δεν λένε να κλείσουν στο καταραμένο και μουλιασμένο Ίνσμουθ. Αυτό το κεφάλαιο θα αρκούσε για να αφιερώσω διθυράμβους στο «Εμείς οι δύο».
Μεγάλη αγάπη του Λιάκου και του ήρωα του ο Λάβκραφτ
Όμως το μυθιστόρημα έχει κι’ άλλες αρετές, εκτός από την αναφορά στον Λάβκραφτ. Αν και είμαι δύσπιστος στα έργα που απευθύνονται στον αναγνώστη με πολύ απλό και άμεσο τρόπο όπως θα έκανα εγώ σε έναν φίλο μου και καθώς αναζητώ καλολογικά σχήματα, εκτενείς περιγραφές και αναλύσεις χαρακτήρων (μάλλον εξαιτίας της άοκνης μελέτης μου των μεγάλων Ρώσων κλασσικών, εντούτοις πρέπει να ομολογήσω ότι το να γίνεται ένα βιβλίο-φίλος σου, όπως όλοι λέμε πως πρέπει να είναι το καλό βιβλίο, είναι πολύ σημαντικό. Το «Εμείς οι δύο» μεταμορφώνεται σε άνθρωπο, έναν άνδρα φίλο, ρωμαλέο , δυναμικό, με αντιφάσεις, αδυναμίες, δυσλειτουργίες αλλά και πρότυπο υγειούς πατριώτη Έλληνα που τιμάει τη γυναίκα, την φιλία και έχει υπηρετήσει (και υπερηφανεύεται για αυτό) στο στρατό (εκεί βρήκε και διαχρονικούς φίλους). Προφανώς λοιπόν να μην είναι της αρεσκείας κάποιων «προοδευτικών», όπως αυτοαποκαλούνται, και να σπεύσουν να κλείσουν το βιβλίο μόλις διαπιστώσουν πως ο ήρωας είναι ένας φυσιολογικός άνδρας και πατριώτης. Ας είναι, ο ήρωας του Λιάκου δεν θέλει να μιλήσει σε όλους, αν ήθελε μπορεί να μπόλιαζε το έργο του με έναν διάχυτο ομοερωτισμό, μια κρυφή εχθροπάθεια για τον στρατό, μια δυσανεξία για τον αρχαίο κόσμο και τότε, ω του θαύματος, ίσως έμπαινε στη λίστα των ευπώλητων πριν καν να εκδοθεί!!! Και χωρίς αυτά όμως θα μπει καθώς «η φυσικότητα είναι ο κανόνας».
Θα συγκρίνω τη συζήτηση που «κρυφακούω» διαβάζοντας το έργο, με αυτή του υπερτιμημένου (κυρίως λόγω του σήριαλ) «Τρίτου στεφανιού» του Κώστα Ταχτσή. Πιστεύω πως τα έργα ενός συγγραφέα θα πρέπει να τα διαβάζουμε συναρτώντας τα με τα προγενέστερα και τα ύστερα του αλλά και με την κρίση μας για την προσωπικότητα του, διαδικασία που έτσι και αλλιώς γίνεται ασύνειδα και αυτόματα. Έτσι ο Ταχτσής που μας εξομολογείται στο «Φοβερό Βήμα» το πάθος του, καθιστά τα έργα του αυτά που διάβασα «χαμένο χρόνο» και ας υπήρξαν δημοφιλή σήριαλ κι’ ας απέσπασαν διακρίσεις. Αυτή τη φορά ακούω φυσιολογικούς άνδρες να μιλούν με σεβασμό και χωρίς χυδαιότητα για τις γυναίκες, να σχεδιάζουν προαιώνια χαραγμένες στρατηγικές κατάκτησης του άλλου φύλου, χωρίς να το υποβαθμίζουν. Να σέβονται τους γονείς τους, να τιμούν τις φιλίες τους και να ρισκάρουν για αυτές.
Ο Παύλος Ρήγας είναι περήφανος για τον πατριωτισμό και την θητεία του
Η καθαρότητα των σκέψεων, των ενεργειών και των αντιδράσεων των ηρώων μαζί με την πανταχού παρούσα στο κείμενο σαρκαστική κριτική των κακοδαιμονιών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας (όπως την αντιποίηση αρχής, τη λογοκλοπή ή την απάτη) είναι απολαυστική. Έτσι εξηγώντας στους αναγνώστες του το «παράλογο» βρίσκει την ευκαιρία για να «φωτογραφίσει» τον «Ένας τρόμπας και εν πολλοίς ύποπτος και ανελλήνιστος τυπάς-που ξεσκίζεται στην γυμναστική, στο κανό και στο σούσι πάει την πατρίδα του ολοσούμπιτη στο ΔΝΤ. Πριν από αυτήν την μουρλαμάρα μερικά εκατομμύρια πρωτόζωα με νοημοσύνη μπανανόμηλου και δικαίωμα ψήφου τον έχουν κάνει πρωθυπουργό». Ο αναγνώστης μετέχει της αγωνίας του ήρωα να ξεμπλέξει από την αδιέξοδη σχέση του αλλά και την άβυσσο των μυστικών υπηρεσιών, όπου όχι εντελώς αδικαιολόγητα μπαίνει όταν ζητάει βοήθεια και υποστήριξη από έναν φίλο του στην Ε.Υ.Π. καθώς «αρκετά στελέχη της υπηρεσίας έχουν διδακτορικά στην ψυχολογία και στην ψυχιατρική (και μια τέτοια να μας προκύψει κάνουμε πάρτυ!)» .
Κάποιες άλλες φορές ο ήρωας του Λιάκου προκαλεί την «πολιτική ορθότητα» παίρνοντας θέση σε δύσκολα θέματα όπως η αυτοδικία και η οπλοκατοχή «Θέλεις να περνάς κακά ή χειρότερα; είναι το δίλημμα που σου προβάλει το ημεδαπό σύμπλοκο εξουσίας. Οπότε τι απομένει; Μία καπνισμένη κάνη πάνω από ένα κάθαρμα……Ξηγημένα πράγματα και ευκόλως μετρήσιμα αποτελέσματα…..όταν διαλύουν ολόκληρη κοινωνία, το έπαθλο τους δεν πρέπει να είναι τα φράγκα, η δόξα και η ισόβια ασυλία, που έχουν κατοχυρώσει μέσω της άδικης νομοθεσίας. Πρέπει να φοβούνται κάτι και το πιο φοβιστικό πράγμα στον κόσμο (τουλάχιστον σε δαύτους) είναι να βρεθείς στη λάθος άκρη ενός όπλου. Να σε κοιτάει μια κάννη». Εξαιρετικό μανιφέστο ριζοσπαστικής εθνικής πολιτικής αλλαγής!!!
Νοιώθω πως κάθομαι στο καφέ μαζί με τον Παύλο Ρήγα, τον ήρωα του Λιάκου, και μου εξιστορεί την περιπέτεια του χωρίς κομπασμούς και πως και εγώ συμμετέχω με ιδέες, σκέψεις, προτάσεις. Δεν θα κρύψω όμως πως θα ήθελα μια ευκρινέστερη στοιχειοθέτηση της απειλής που τους καταδιώκει και που μοιράζονται με τον ήρωα ο κυπατζής φίλος του. Εξάλλου, καθώς δεν έδωσε παρά ελάχιστα στοιχεία παρά μόνο υπαινιγμούς και υπονοούμενα, θα μπορούσε στο τέλος να δώσει αποκλειστικές απαντήσεις για το ποιος απειλούσε τη ζωή τους. Οι συχνές τέλος αναφορές σε βιβλία, ταινίες, βιογραφίες και ιστορικά περιστατικά, αυτή δηλαδή η «διακειμενικότητα» του έργου το καθιστούν για τους αναγνώστε του εξαιρετικά ευχάριστο αλλά και χρήσιμο. Ο Λιάκος μας πληροφορεί για αρχαίους ποιητές «Ο Φρύνιχος ήταν τραγικός ποιητής και ενέβασε το έργο «Μιλήτου άλωσις»….Οι Αθηναίοι πλάνταξαν στο κλάμα….Όλα κι όλα! Στα πατριωτικά θέματα δεν σήκωναν κουβέντα. Ούτε στο θέατρο δεν επέτρεπαν να χάνουμε ως Έλληνες. Ρίξανε κατακούτελα στον Φρύνιχο πρόστιμο ένα χιλιαρικάκι…..και του έκαναν σύσταση». Ή παίζει με τους τίτλους λογοτεχνικών έργων όπως «το Ρουλέτενμπουργκ» (από τον «Παίκτη» του Ντοστογιέφσκι) ή με τα ονόματα συγγραφέων που τους αφιερώνει εμπνευσμένα από το έργο τους κεφάλαια όπως «Ο Τόλκιν στα Τρίκαλα Κορινθίας» ή μας γνωρίζει με τον μεστό καίριο και διαχρονικό εθνικό λόγο του Λιαντίνη στη «Γκέμμα»:«Μ’ ερωτάς πώς έζησα χωρίς να υπάρξω; Μα είναι απλό. Γιατί στην προσπάθεια και στον αγώνα μου να πετύχω όλους τους στόχους που συνεχώς έθετα , ήμουν τόσο απορροφημένος από τη φροντίδα τους, ώστε δεν είχα μάτια για τίποτα βαθύτερο». Όλα τα παραπάνω σε ένα βιβλίο!!!
Ο Λιάκος παραπέμπει στην “Γκέμμα” του Λιαντίνη
Το «Εμείς οι δύο» είναι ένα διασκεδαστικό χρονογράφημα και ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα όπου οι συνειρμοί που πυροδοτεί όταν αφεθεί κανείς, και έτσι πρέπει να κάνει, τον οδηγούν σε προβληματισμούς για την κατάσταση της Ελλάδας σήμερα. Σκέψεις που βρίσκονται στο φόντο ενώ σε πρώτο πλάνο βλέπουμε στην άκρη του Τιτανικού τους δύο ερωτευμένους ήρωες, τον Παύλο και τη Ναταλία που αγκαλιάζονται στην πλώρη. Μόνο που στο τέλος ο ένας τους γλιτώνει την τελευταία στιγμή από το ναυάγιο της σχέσης τους.
Ο δημοσιογραφος και συγγραφέας Παναγιώτης Λιάκος
Επίσης σας συνιστώ να διαβάσετε:
Το βιβλίο του Παναγιώτη Λιάκου«Ελευθερία. Κείμενα για τον Ελληνικό τρόπο».
Τις στήλες του Παναγιώτη Λιάκου στην εφημερίδα Δημοκρατία: «Περί Πωλιτικής» (καθημερινά) και «Πατριδογνωσία» (Κυριακάτικη Δημοκρατία)
«Η Κατάρα πάνω από το Ίνσμουθ», συλλογή διηγημάτων του Howard Phillips Lovecraft, εκδόσεις Αίολος (και όλα τα άλλα, κυρίως την επιλογή των Επιστολών του).
Δείτε τέλος την πολύ ατμοσφαιρική ταινία τρόμου
«Dagon».
Καλά να περάσετε λοιπόν «Εσείς οι δύο», ο Παύλος Ρήγας και εσείς, ο φίλος του.
Ο Ιωάννης Μπαχάς είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Διατηρεί το ιστολόγιο ‘Το Φρούριο της Λήθης”
Ένα μεγάλο έγκλημα. Ολες οι σημαντικές πόλεις από την αρχαιότητα, τον μεσαίωνα και μέχρι τον τελευταίο αιώνα χτίζονταν πάνω σε ποτάμια και συνδέονταν με ποτάμια. Εκτός από την Αθήνα, τα ποτάμια της οποίας μπαζώθηκαν και έγιναν άσχημοι αυτοκινητόδρομοι.
Γνωστές πόλεις, όπως το Λονδίνο, η Πράγα, η Ρώμη, η Κολωνία, η Μόσχα, το Παρίσι, η Αγία Πετρούπολη, η Βουδαπέστη, η Βιέννη κ.ά., αλλά και τόσες πανέμορφες άγνωστες πόλεις, όπως π.χ. το Κόμπλενζ, το Μελκ, το Ούγκλιτς, το Κίζι, το Ρουντεσχάιμ, έχουν χτιστεί γύρω από τα ποτάμια τους και αποτελούν μαγνήτη για τους ντόπιους κατοίκους και τους τουρίστες.
Οι γεωτρήσεις του ΙΓΜΕ (Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών) απέδειξαν ότι οι περισσότεροι δρόμοι της Αθήνας κρύβουν ένα μπαζωμένο ρέμα ή ένα υπόγειο ποτάμι. Ο Ιλισός, ο Ηριδανός, ο Κυκλόβορος, το Λυκόρεμα, ο Βουρλοπόταμος, ο Βοϊδοπνίχτης, ο Αλασσώνας είναι μερικά από αυτά. Σύμφωνα με μελέτη του ΕΜΠ, τα ανοιχτά ρέματα το 1945 είχαν μήκος 1.280 χιλιόμετρα και σήμερα μόλις 434 χιλιόμετρα -μειώθηκαν, δηλαδή, σε ποσοστό 66,4%. Όπως προκύπτει, δε, από μελέτη του ΙΓΜΕ, πριν από μερικά χρόνια το 80% των νερών της βροχής το απορροφούσε το έδαφος και μόλις το 20% έπεφτε στη θάλασσα. Σήμερα, το ποσοστό αυτό έχει αλλάξει δραματικά…
Ο Κηφισός, το τελευταίο χαμένο ποτάμι του Λεκανοπεδίου
Η κοίτη του απλώνεται σε έκταση 12.000 στρεμμάτων και η αρχή του εντοπίζεται στην Πάρνηθα, ενώ διέρχεται μέσα από τουλάχιστον δέκα περιοχές της Αττικής, μεταξύ των οποίων η Νέα Ερυθραία, η Κηφισιά, η Λυκόβρυση, η Μεταμόρφωση και η Νέα Φιλαδέλφεια, και εκβάλλει στον Φαληρικό Ορμο του Σαρωνικού.
Οι πρώτες αναφορές στον Κηφισό έγιναν από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, περισσότερα από 2000 χρόνια πριν. Ιερός ήταν για τους αρχαίους ο ποταμός Κηφισός, πηγή ζωής για τη μεγάλη, εύφορη πεδιάδα. Δυστυχώς, η υποβάθμιση του Κηφισού και των παραχειμάρρων του τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ανοικτά περιβαλλοντικά μέτωπα του Λεκανοπεδίου.
Το όνειρο του Φορέα για τον Κηφισό:
Απόλυτη αδιαφορία
Το 1994 η κατάσταση του Κηφισού ήταν τόσο άσχημη που εκδόθηκε προεδρικό διάταγμα για τη διαφύλαξή του. Όμως, 13 χρόνια μετά το Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 632/27-6-1994) για τον καθορισμό των ζωνών προστασίας του, ο Κηφισός παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακοποίησης του φυσικού περιβάλλοντος στην πολύπαθη Αττική και ειδικά στους γειτονικούς του δήμους, ανάμεσα στους οποίους είναι και η Νέα Φιλαδέλφεια.
Ταυτόχρονα, ο Φορέας Διαχείρισης και Ανάπλασης του Κηφισού, που συστάθηκε με Π.Δ. (ΦΕΚ 346/2002), δεν έχει καταφέρει να ασκήσει αποτελεσματικά τις εκτεταμένες αρμοδιότητές του, καθώς δεν στελεχώθηκε και δεν του έχουν καταβληθεί οι προβλεπόμενες από τον νόμο χρηματοδοτήσεις -κατά συνέπεια, δεν λειτούργησε ποτέ.
Ας σημειωθεί ότι νέα ίχνη από τμήμα του Αδριάνειου υδραγωγείου εντοπίστηκαν από τα μέλη της Οικολογικής Εξόρμησης Αττικής στην κοίτη του Κηφισού, στο ύψος του αμαξοστασίου των ΗΛΠΑΠ, στη Νέα Φιλαδέλφεια. Στο συγκεκριμένο σημείο διακρίνονται τρία φρεάτια και λιθοδομές σε μήκος περίπου 50 μέτρων. Το αρχαιολογικό εύρημα υφίσταται φθορές από τα μπάζα και τα σκουπίδια που πετούν ασυνείδητοι από τα γειτονικά κτίρια, ενώ επιβαρύνεται και από τα νερά που εκτρέπονται από την τσιμεντένια πλατφόρμα των ΗΛΠΑΠ, καθώς πρόσφατα προστέθηκαν και επιχωματώσεις και άχρηστα υλικά στον χώρο λόγω ανέγερσης παρακείμενης οικοδομής.
Αναμνήσεις από τον Κηφισό
«Η πλημμύρα του 1961 είχε ξεχαστεί και εμείς τα παιδιά παίζαμε στην όχθη του, που πλέον είχε κτισθεί και υψωθεί, κάπου εκεί απέναντι από το εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Μοσχάτο. Ακόμα θυμάμαι τους παππούδες που πέρναγαν τον καιρό τους ψαρεύοντας, τις βάρκες που ελλιμενίζονταν μέσα στο ποτάμι για να προφυλαχθούν από τον άγριο νοτιά, που κατά καιρούς φύσαγε στον Φαληρικό Όρμο και την πιτσιρικαρία που έκανε ποδήλατο ή έπαιζε κάτω από τους ευκαλύπτους, που είχαν φυτευτεί στις όχθες του Κηφισού.
Βέβαια από τότε τα προβλήματα στο ποτάμι ήταν εμφανή. Η άναρχη ανοικοδόμηση του λεκανοπεδίου, η εγκατάσταση βιομηχανιών και βιοτεχνιών γύρω από το ποτάμι, χωρίς σχεδιασμό και υποδομές επιβάρυναν το περιβάλλον της περιοχής και το ποτάμι ακόμα περισσότερο. Κατά καιρούς λύματα και χημικά απόβλητα έφταναν και φτάνουν μέχρι κάτω στις εκβολές του ποταμού προκαλώντας δυσοσμία στην περιοχή ή βάφοντας τα νερά του ποταμού και του Φαληρικού Όρμου με διάφορα περίεργα χρώματα. Μεγαλώνοντας παρακολουθούσαμε σιγά – σιγά την καταστροφή του ποταμού Κηφισού.
Οι βάρκες σάπισαν, οι ψαράδες χάθηκαν. Οι ευκάλυπτοι κόπηκαν, γιατί οι ρίζες τους ήταν επικίνδυνες για τις πολυκατοικίες, που με την αντιπαροχή κτίζονταν δεξιά και αριστερά του ποταμού. Οι όχθες από χώρος παιχνιδιού έγιναν χώρος στάθμευσης για οχήματα. Η ιδεολογία του τσιμέντου κυριάρχησε κι εδώ. Τα αυτοκίνητα αυξήθηκαν και η αναζήτηση νέων δρόμων για να κινηθούν έγινε το μεγάλο θέμα όλων των σχεδίων ανάπτυξης. Ο Κηφισός από δρόμος του νερού προς την θάλασσα και δίοδος του αέρα από την θάλασσα προς το χτισμένο ασφυκτικά λεκανοπέδιο, εύκολα έπεσε θύμα της πολιτικής «ανάπτυξη με αυτοκινητόδρομους»», γράφει ο Μπάμπης Μπιλίνης στη 2η Επιστημονική Διημερίδα για τον Κηφισό, που έγινε τον Δεκέμβριο του 2009.
Οι αντιδράσεις των κατοίκων
Το 1999 τα σχέδια για δρόμο πάνω από το ποτάμι είχαν οριστικοποιηθεί και επιτροπή κατοίκων είχε πάει στο υπουργείο για να μεταφέρει την αντίδρασή της. Συναντήθηκαν με κάποιο αρμόδιο διευθυντή, που για να τους πείσει για την αναγκαιότητα του έργου άνοιξε πάνω σε ένα τραπέζι μια μεγάλη αεροφωτογραφία. Τους έδειξε ότι όλα ήταν χτισμένα -τσιμέντο παντού- και η μόνη ελεύθερη λωρίδα ήταν ο Κηφισός. «Από που θέλετε να περάσει ο δρόμος;», είπε. «Δεν υπάρχει άλλος χώρος».
Με αυτές λοιπόν τις πολιτικές πορευτήκαμε τις τελευταίες δεκαετίες. Ήρθε και η «μεγάλη ιδέα» των Ολυμπιακών Αγώνων και ο αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας πάνω από τον Κηφισό έγινε μέρος του μεγάλου ολυμπιακού δακτυλίου.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να διαπιστώσει ότι το έργο είναι ασύμβατο με την περιοχή και τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει στους κατοίκους πολλά. Αρκεί μια μικρή βόλτα για να τα δει κάποιος. Επειδή έπρεπε να συνδεθεί με την υπερυψωμένη παραλιακή λεωφόρο, ο δρόμος υψώθηκε πάνω από το ποτάμι, περνώντας κυριολεκτικά πάνω από διώροφες οικοδομές.
Αλλαξε το μικροκλίμα της περιοχής
Ο όγκος του τσιμέντου είναι τόσος πολύς που το μικροκλίμα της περιοχής άλλαξε. Η αύρα της θάλασσας πια δεν περνά και το καλοκαίρι η θερμοκρασία είναι μεγαλύτερη. Ο όγκος του δρόμου σκοτείνιασε την περιοχή και ο ήλιος δεν βλέπει αρκετά τις παρακηφίσιες κατοικίες. Ακόμα και το οδικό έργο μέσα σε πέντε χρόνια έφτασε στα όριά του.
Τα μποτιλιαρίσματα στον δρόμο ταχείας κυκλοφορίας είναι σχεδόν καθημερινά, κάνοντας ακόμα μεγαλύτερο το πρόβλημα του θορύβου και το καυσαέριο στα πνευμόνια των κατοίκων περισσότερο. Ο θόρυβος, τα ανήλιαγα νερά κάτω από τον δρόμο, τα κουνούπια από τα στάσιμα σκοτεινά νερά και η δυσοσμία κάνουν τη ζωή των κατοίκων δύσκολη και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής εμφανή.
Ποιοι μπάζωσαν τον Ιλισό
Αθήνα 1937, κάλυψη Ιλισού. Ο Διοικητής Πρωτευούσης (επί δικτατορίας Μεταξά) Κωνσταντίνος Κοτζιάς επισκέπτεται τα έργα της κάλυψης Ιλισού. Στις αρχές του 20ού αιώνα ολόκληρη η περιοχή μεταξύ Ιλισού και Υμηττού είχε κηρυχθεί αναδασωτέα και είχε φυτευτεί.
Στη δεκαετία του ’50, επί Κωνσταντίνου Καραμανλή, ολοκληρώθηκε η κάλυψη της κοίτης του ποταμού και τη θέση του ποταμού πήραν οι οδοί Μιχαλακοπούλου, Βασιλέως Κωνσταντίνου και Καλλιρρόης. Το έργο είχε ξεκινήσει το 1939 και το θεμελίωσε ο Μεταξάς με τη χαρακτηριστική φράση: «Θάπτομεν τον Ιλισόν».
Ο ποταμός Ηριδανός, στον Κεραμεικό:
Οι «καταρράκτες του Ιλισσού»:
Πώς θα ήταν η Αθήνα -Οπως και οι άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, Βουδαπέστη, Λονδίνο, Παρίσι:
Εκλεισαν χθες στισ 18 Νοεμβρίου 51 χρόνια από την έξοδο στις αίθουσες της ταινίας “Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν”
Ο Γίρι Μένζελ ήταν μέλος του Νέου Κύματος του Τσεχοσλοβακικου Κινηματογράφου, μια ομάδα αντιφρονούντων στην οποία ανήκαν ο Μίλος Φόρμαν, ο Φραντίσλεκ Βλασίλ, η Βερα Χιτίλοβα , ο ΊΒαν Πάσσερ, ο Πάβελ Τζουράσεκ κ.α
Η ταινία υποτίθεται ότι είναι μία δραματική-κωμική ταινία ενηλικίωσης, που επίκεντρό της είναι ένας έφηβος σταθμάρχης, κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής στην Τσεχοσλοβακία. Ο αθώος αυτός έφηβος ξεκινάει ένα ταξίδι σεξουαλικής αφύπνισης και ωρίμανσης, το οποίο εν τέλει θα τον οδηγήσει σε μία ηρωική πράξη κατά των Ναζί, απότοκο της οποίας θα είναι και ο θάνατός του.
Όμως πίσω από το ανάλαφρο στυλ και την σεξουαλική απελευθέρωση (βασικό στοιχείο της δεκαετίας του 60) κρυβόταν η κριτική στην Σοβιετική εξουσία που είχε υπό κατοχή την Τσεχοσλοβακία. Κλασσικό παράδειγμα κινηματογραφιστή που δεν μπορεί να πει αυτά που θέλει να πει λόγω καθεστώτος και παραπέμπει σε άλλες εποχές.
To 1967, o “Άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν” κέρδισε Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Όμως ένα χρόνο μετά, τα Σοβιετικά τανκ ανέκοψαν την Άνοιξη του Τσεχοσλοβάκικου Κινηματογράφου. Ο Μίλος Φόρμαν δραπέτευσε στην Αμερική και όπου έκανε την “Φωλιά του Κούκου” που για τον σκηνοθέτη παρέπαπεμπε στα κομμουνιστικά ψυχιατρεία. Ο Γίρι όμως δεν κατάφερε να φύγει, έμεινε στην πατρίδα του και για 6 χρόνια οι ταινίες του ήταν απαγορευμένες. H επόμενη ταινία του “Παγιδευμένοι Κορυδαλλοί” , που όμως απαγορεύτηκε και προβλήθηκε μόλις το 1990. Πράγμα που σημαίνει ότι οι λογοκριτές έβλεπαν αυτό που δεν μπορούσε να αντιληφθεί το δυτικό κοινό.
Ο σπουδαίος ιμπρεσιονιστής ζωγράφος που κλόνισε την τέχνη συθέμελα!
«Το χρώμα είναι η καθημερινή μου εμμονή, χαρά και βάσανο», δήλωνε άλλοτε ο μεγάλος κολορίστας του καμβά, ο «άνθρωπος που ζωγράφιζε τα νούφαρα», όπως θα μείνει λαϊκά γνωστός.
Διανοούμενος ζωγράφος και με παγιωμένη θέση για την τέχνη, ο γάλλος καλλιτέχνης ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τη φευγαλέα εντύπωση που δημιουργούν τα χρώματα στον καμβά παρά για την ακρίβεια στην απόδοση των μορφών, γεννώντας στην πορεία ένα νέο κίνημα ζωγραφικής, τον γνωστό μας ιμπρεσιονισμό.
Που θεωρείται βεβαίως το πρώτο βήμα για την απελευθέρωση της αναπαραστατικής ζωγραφικής από τις δικλείδες του παρελθόντος και το εφαλτήριο για τη γέννηση της πραγματικά μοντέρνας τέχνης!
Και όλα θα ξεκινούσαν από τον άνθρωπο που απέρριψε τον ρεαλισμό για χάρη της αισθητικής εντύπωσης, με τις αντιξοότητες του βίου του, όπως η χρόνια κατάθλιψη, η φτώχεια, η μη αναγνώριση, οι τραγωδίες της ζωής του αλλά και η αρρώστια, να προσυπογράφουν το «καταραμένο» της γέννησης μιας μικρής επανάστασης…
Πρώτα χρόνια
Ο Όσκαρ Κλοντ Μονέ γεννιέται στις 14 Νοεμβρίου 1840 στο Παρίσι, μέσα σε εύπορη οικογένεια εμπόρων. Το 1845, σε ηλικία 5 ετών, ο Μονέ και η οικογένεια μετακομίζουν στο σημαντικό λιμάνι της Νορμανδίας, τη Χάβρη, όπου και πέρασε την παιδική του ηλικία, πλάι στον μεγάλο του αδελφό.
Οι σχολικές του επιδόσεις κρίνονται ικανοποιητικές, αν και του ίδιου δεν του άρεσε καθόλου ο περιορισμός της σχολικής αίθουσας: προτιμούσε να είναι ελεύθερος στο ύπαιθρο. Και βέβαια ήταν πάντα και η αγάπη για τη ζωγραφική! Γέμιζε τετράδια και βιβλία με παραστάσεις ανθρώπων, συνηθίζοντας για να διασκεδάζει να σκαρώνει καρικατούρες των καθηγητών του.
Κι ενώ η μητέρα του ενθάρρυνε διαρκώς τη φανερή ζωγραφική κλίση του μικρού, ο πατέρας του τον προόριζε για διάδοχο στην επιχείρησή του. Ο Μονέ βίωσε με μεγάλη σφοδρότητα την απώλεια της μητέρας του το 1857.
Γνωστός στην πόλη για τα ερασιτεχνικά πορτρέτα που φιλοτεχνούσε στους οικογενειακούς φίλους των γονιών του, ο Μονέ έρχεται σε επαφή με τον Ευγένιο Μπουντέν, γνωστό καλλιτέχνη τοπιογραφιών, ο οποίος λειτούργησε ως πρώτος του δάσκαλος στη ζωγραφική: ο Μπουντέν είναι που θα τον συστήσει στη ζωγραφική στο ύπαιθρο και θα του μεταλαμπαδεύσει την αγάπη του για τη φύση, αμφότεροι ακρογωνιαίοι λίθοι της κατοπινής δουλειάς του Μονέ…
Δύσκολη αρχή
Το 1859 ο Μονέ αποφασίζει να επιστρέψει στο Παρίσι για να κυνηγήσει το όνειρο της τέχνης: εκεί επηρεάστηκε από τους ζωγράφους της λεγόμενης Σχολής Μπαρμπιζόν και γράφτηκε έτσι στην ακαδημία καλών τεχνών Academie Suisse. Αυτή την εποχή γνωρίζει και τον άλλο εμβληματικό χρωστήρα των ιμπρεσιονιστών, Καμίλ Πισαρό, με τον οποίο θα συνδεθούν με βαθιά και μακρόχρονη φιλία.
Από το 1861-1862, ο Μονέ υπηρέτησε τη θητεία του στην Αλγερία, τα προβλήματα υγείας όμως θα φέρουν την απόλυσή του μια ώρα αρχύτερα. Έτσι, επιστρέφει στο Παρίσι, αρχίζει και πάλι μαθήματα σχεδίου και γνωρίζει την ομάδα των ομοϊδεατών καλλιτεχνών, με τους οποίους θα έμεναν γνωστοί ως «ιμπρεσιονιστές»: Ρενουάρ, Σίσλεϊ, Μπαζίλ.
Οι ζωγραφικές εξορμήσεις του Μονέ στο ύπαιθρο είχαν πια συντροφιά την κατοπινή διάσημη τριανδρία. Ο ζωγράφος κατάφερε να τρυπώσει στην περίφημη ετήσια παρισινή έκθεση Salon το 1865, με δύο πίνακές του με θαλασσινά θέματα. Παρά το γεγονός ότι η δουλειά του εκτιμήθηκε σε κάποιους κύκλους, ο ίδιος συνέχιζε να δοκιμάζεται οικονομικά.
Την επόμενη χρονιά έγινε και πάλι δεκτός στο σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός του Παρισιού, με το Salon να επιλέγει αυτή τη φορά ένα πορτρέτο της Camille, τη σύντροφό του και μέλλουσα σύζυγο Camille Doncieux, η οποία ήταν κατά πολύ νεότερή του. Η ίδια θα λειτουργήσει ως μούσα του και θα απαθανατιστεί σε αναρίθμητους κατοπινούς του πίνακες.
Το ζευγάρι θα γνωρίσει πολλές δυσκολίες το 1867, όταν γεννήθηκε ο πρώτος γιος τους, Jean. Ο Μονέ μαστιζόταν από οικονομική ανέχεια και ο εύπορος πατέρας του, κάθετα αντίθετος στην επιλογή του να γίνει ζωγράφος, δεν βοηθούσε καθόλου το νεαρό ζευγάρι. Την επόμενη χρονιά, η χρόνια κατάθλιψή του και η οικονομική δυσπραγία θα φέρουν τον Μονέ ένα βήμα πριν από τον θάνατο: αποπειράται αυτοκτονία, προσπαθώντας να πνιγεί στον Σηκουάνα.
Ευτυχώς, η τύχη χαμογέλασε στον Μονέ βρίσκοντας την επόμενη χρονιά χορηγό: ο μαικήνας των τεχνών Louis-Joachim Guadibert πατρονάρει τον νεαρό καλλιτέχνη, επιτρέποντάς του έτσι να συνεχίσει το έργο του απερίσπαστος. Οι Μονέ και Camille παντρεύτηκαν τον Ιούνιο του 1870 και λόγω του ξεσπάσματος του Γαλλο-Πρωσικού Πολέμου το ζευγάρι αναγκάζεται να πάρει τον γιο του παραμάσχαλα και να μεταναστεύσει στο Λονδίνο.
Επιστρέφοντας στη Γαλλία στο τέλος του πολέμου, το 1872, ο Μονέ και η φαμίλια του εγκαθίστανται στη βιομηχανική πόλη Argenteuil, όπου και θα αναπτύξει προοδευτικά ο ζωγράφος την ιδιαίτερη τεχνική του και θα δέχεται συνεχώς επισκέψεις από τους ζωγράφους φίλους του, Ρενουάρ, Πισαρό και Μανέ, με την ομάδα να διαπιστώνει ότι έχουν πολλά κοινά στην τεχνοτροπία τους.
Ο Μονέ πολλές φορές δεν έμοιαζε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και δεν δίσταζε να καταστρέφει τους πίνακές του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο ίδιος έκαψε, έσκισε και διέλυσε περισσότερους από 500 πίνακες, αρνούμενος να συμβιβαστεί με τη μετριότητα. Τα ξεσπάσματα του θυμού του ακολουθούνταν από περιόδους μελαγχολίας και κατάθλιψης…
Μετρ του φωτός και του χρώματος
Ήταν σε συλλογική έκθεση του Απριλίου του 1874 που θα γινόταν η μικρή επανάσταση στη ζωγραφική: ο σπουδαίος πίνακας του Μονέ «Εντύπωση: Ανατολή Ηλίου», που αναπαριστούσε το λιμάνι της Χάβρης στην πρωινή ομίχλη, θα γινόταν το σκάνδαλο της έκθεσης, αναγκάζοντας τους κριτικούς να εφεύρουν τον όρο «ιμπρεσιονισμός» για να χαρακτηρίσουν την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του ζωγράφου, αλλά και των συγγενών πνευμάτων. Ο πίνακας έμοιαζε πράγματι με προσχέδιο παρά με ολοκληρωμένο έργο τέχνης!
Παρά το γεγονός ότι ο όρος χρησιμοποιήθηκε μειωτικά και ο νέος τρόπος ζωγραφικής απεικόνισης δεν έτυχε θερμής υποδοχής, οι ιμπρεσιονιστές ήρθαν για να μείνουν. Απομακρυνόμενοι από τα κελεύσματα της κλασικής ζωγραφικής, ο Μονέ και η παρέα του χρησιμοποιούσαν ζωντανά χρώματα και ζωηρές, πηχτές πινελιές για να αποδώσουν το παιχνίδισμα του φωτός στον φυσικό κόσμο, βάζοντας την ακρίβεια της αναπαράστασης σε δεύτερο πλάνο. Ήταν σκάνδαλο!
Ο Μονέ και η παρέα του άρχισαν να εκθέτουν περιοδικά ως ιμπρεσιονιστές πια, με τη συνήθεια να καλύπτει όλη τη δεκαετία του 1880. Ταυτοχρόνως, η προσωπική του ζωή γνώρισε νέες τραγωδίες: η σύζυγός του αρρώστησε βαριά κατά τη διάρκεια της δεύτερης εγκυμοσύνης της (ο γιος τους, Michel, γεννήθηκε το 1878), με την υγεία της να επιδεινώνεται συνεχώς: πριν πεθάνει, οι πάμφτωχοι Μονέ πήγαν να ζήσουν με φιλικό τους ζευγάρι, με τον ζωγράφο να την απαθανατίζει διαρκώς στα έργα του, μέχρι και στο νεκροκρέβατό της.
Μετά τον θάνατο της Camille, ο συντετριμμένος Μονέ φιλοτέχνησε μια σειρά από «παγερούς» πίνακες, ενώ ήρθε κοντά με τη γυναίκα του φίλου του, Alice, με τους δυο τους να συνδέονται σύντομα ερωτικά.
Ο άντρας της ζούσε στο Παρίσι και δεν πήραν ποτέ διαζύγιο, με την ίδια και τον Μονέ (και τα παιδιά τους) να αποσύρονται το 1883 στην Giverny, τον τόπο όπου θα μεγαλουργούσε ο Μονέ βρίσκοντας νέα πηγή έμπνευσης. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, Ernest, οι Μονέ και Alice ήταν πια ελεύθεροι να παντρευτούν (1892).
Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, ο Μονέ θα κατάφερνε επιτέλους να εγκαθιδρυθεί στον χώρο της τέχνης, χαρίζοντας στην ανθρωπότητα μια σειρά από μνημειώδεις συνθέσεις, εμβληματικές για την ιστορία της τέχνης.
Ήταν στην Giverny που θα κατέληγε στο οριστικό ζωγραφικό του στιλ, με τα περίφημα νούφαρά του να απεικονίζονται πια σε αναρίθμητα έργα του.
Η επιδίωξη της ανεύρεσης του κατάλληλου φωτός και χρώματος στη φύση θα τον έφερνε πια σε ταξίδια σε όλη τη γαλλική επικράτεια, ενώ συχνά απαθανάτιζε το ίδιο θέμα σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, όπως έκανε με τον Καθεδρικό της Ρουέν, που τον ζωγράφισε στο πρωινό φως, στο απομεσήμερο, με καλό καιρό, με συννεφιά κ.λπ.
Και βέβαια το 1900 ο Μονέ ταξίδεψε και πάλι στον Λονδίνο, μόνο και μόνο για να αποθεώσει ζωγραφικά τον Τάμεση!
Το 1911 ο Μονέ έπεσε σε βαθιά μελαγχολία, καθώς έχασε την πολυαγαπημένη του Alice. Την επόμενη χρονιά εμφάνισε καταρράκτη στο δεξί του μάτι, ενώ και στον χώρο της τέχνης γνώρισε απογοητεύσεις, καθώς οι ιμπρεσιονιστές δεν ήταν πια στην πρωτοπορία της ζωγραφικής: το νέο κίνημα των κυβιστών Πικάσο και Μπρακ απειλούσε να τους εξορίσει από την avant-garde θέση τους!
Υπήρχε βέβαια έντονο ακόμα ενδιαφέρον για τη δουλειά του Μονέ, ο οποίος πέρασε τα τελευταία αυτά χρόνια φιλοτεχνώντας τη σειρά με τους 12 πίνακες με τα νούφαρα για το παρισινό μουσείο Orangerie des Tuileries.
Σχεδόν τυφλός, με τον καταρράκτη να καλύπτει πια και τα δυο του μάτια, και την υγεία του συνεχώς επιδεινούμενη, η παραγγελία του μουσείου αποδείχτηκε ιδιαίτερα απαιτητική για τον ηλικιωμένο Μονέ. Ο ίδιος συμφώνησε να υποβληθεί τελικά σε εγχείριση για τον καταρράκτη το 1923…
Τελευταία χρόνια
Η κατάθλιψη έκανε και πάλι την εμφάνισή της στα κατοπινά αυτά χρόνια της ζωής του σπουδαίου ζωγράφου, με τον ίδιο να μην αφήνει ωστόσο ποτέ τον χρωστήρα από το χέρι.
Ο Μονέ πέθανε στις 5 Δεκεμβρίου 1926 στο σπίτι του στην Giverny, όχι βέβαια προτού κλονίσει συθέμελα το οικοδόμημα της τέχνης και αλλάξει τη μορφή της ζωγραφικής αναπαράστασης εκ θεμελίων!
Ο ίδιος ήταν που άνοιξε την πόρτα στην αποδέσμευση της ζωγραφικής από τα ορόσημα του παρελθόντος, κάτι που θα οδηγούσε φυσικά στην ολοένα και μεγαλύτερη αφαίρεση των κατοπινών χρόνων. Δεν είναι εξάλλου καθόλου τυχαίο ότι σύγχρονοι αφαιρετικοί εξπρεσιονιστές, όπως ο Ρόθκο, ο Πόλοκ και ο ντε Κούνινγκ τον Μονέ παραθέτουν ως πνευματικό τους δάσκαλο…
Κλείνουν φέτος 10 χρόνια από την κατάρρευση της επενδυματικής τράπεζας των Lehman Brothers, που σηματοδώτησε την σημερινή οικονομική κρίση.
Με τον Πρόεδρος Μπους να ζήτάει να πληρώσει ο λαός την απληστία των τοκογλύφων της Γουόλ Στρητ και τον Ομπάμα να τους προστατεύει από ποινικές κυρώσεις, είναι ευκαιρία να δούμε μια αντίθετη άποψη για την θέση του χρήματος και της πίστωσης σε μια υγιή κοινωνία. Αυτή του μεγάλου ποιητή Έζρα Πάουντ.
Ο Έζρα Πάουντ (30 Οκτωβρίου 1885 – 1 Νοεμβρίου 1975) -δεν υπήρξε μόνο ο μέγιστος,
μαζί με τον Τ.Σ. Έλιοτ, ποιητής του 20ου αιώνα. Ούτε μόνο ο μέντορας του Έλιοτ, του
Τζόϋς, του Γέητς και του Xέμινγουαίη. Υπήρξε επίσης o συγγραφέας λιγότερο γνωστων
οικονομικών προκηρύξεων, που μας προσφέρουν μια λύση για την οικονομική κρίση,
πέρα από τον διχασμό Καπιταλισμού- Κομμουνισμού.
Ο Πάουντ θεωρούσε ότι πίσω από την κυριαρχία της δημοκρατίας και του κομμουνισμού, που μιλούσαν για την «ευτυχία του μεγαλύτερου γενικού όρου» κρυβόταν η τυραννία των τραπεζιτών. Αυτή η κυριαρχία του χρήματος είχε δημιουργήσει μία καινούργια τάξη πραγμάτων, όπου η αριστοκρατία του χρήματος είχε αντικαταστήσει την αριστοκρατία του πνεύματος, που μέχρι τότε «υπήρξε ο οδηγός και ο φάρος του πολιτισμού».
Ενάντια σε μία κυριαρχία των τραπεζιτών, ο Έζρα Πάουντ οραματιζόταν ένα τραπεζικό σύστημα που να ανήκει στην κυβέρνηση και κατά συνέπεια στον λαό. Σε οικονομικό επίπεδο υπήρξε οπαδός της οικονομικής θεωρίας της Κοινωνικής Πίστωσης (Social Credit) του Μέητζορ Ντάγκλας. Σύμφωνα με αυτήν, η κακή διανομή του πλούτου οφείλεται σε ανεπαρκή αγοραστική δύναμη και αποτελεί την αιτία των οικονομικών κρίσεων.
Ο θεωρητικός της Κοινωνικής Πϊστωσης, Μέητζορ Ντάγκλας
Η θεραπεία αυτών των κρίσεων είναι η έκδοση πρόσθετου χρήματος για τους καταναλωτές ή η χορήγηση επιδοτήσεων στους παραγωγούς, ώστε να απελευθερωθεί η παραγωγή από το σύστημα τιμών. Αφαιρώντας την πολιτική της παραγωγής από τα τραπεζιτικά ιδρύματα, την κυβέρνηση και την βιομηχανία, η Κοινωνική Πίστωση οραματιζόταν μια «αριστοκρατία των παραγωγών που θα υπηρετεί και θα πιστώνεται από μια δημοκρατία των καταναλωτών».
Εδώ πρέπει να πούμε ότι την θεωρία της Κοινωνικής Πίστωσης προωθούσε η σοσιαλίζουσα English Revue, όπου αρθρογραφούσε ο Πάουντ, όσο έμενε στην Αγγλία. Όμως ο ίδιος ο Ντάγκλας αρνιόταν οποιαδήποτε σύνδεση με το Εργατικό Κόμμα, αλλά και με κάθε κόμμα. Θα διαφωνούσε τόσο με τον Άνταμ Σμιθ που διαχώριζε τους παράγοντες της παραγωγής σε γη, εργασία και κεφάλαιο, όσο και με τον Καρλ Μαρξ, που θεωρούσε ότι η εργατική τάξη δημιούργησε όλον τον πλούτο.
Το βιβλίο του Πάουντ για την Κοινωνική Πίστωση
Αντίθετα πίστευε ότι η πνευματική κληρονομιά της κοινωνίας ήταν ο βασικός παράγοντας της παραγωγής. Για αυτόν το χρήμα δεν είναι αγαθό, αλλά μέσο για διανομή της παραγωγής. Κατηγορούσε δε το υπάρχον τραπεζιτικό σύστημα για δύο λόγους : 1) ότι ήταν μια μορφή κυβερνήσεως που επί αιώνες δημιουργούσε ως κέντρο την εξουσία της και 2) οι τραπεζίτες θεωρούσαν ότι τα χρήματα που δημιουργούσαν τους ανήκαν, που σήμαινε ότι τους ανήκε και το ίδιο το κράτος.
Το χρήμα για τον Ντάγκλας ήταν μια αφηρημένη απεικόνιση της πραγματικής πίστης της κοινότητας, που είναι η δυνατότητα να παρέχει αγαθά και υπηρεσίες, όταν και όποτε χρειασθεί. Ένα μέσο για ανταλλαγή αυτών των αγαθών και υπηρεσιών και όχι κέρδος καθ’ αυτό. Με άλλα λόγια ζητούσε το χρήμα και η πίστωση να υπάρχουν για το όφελος της κοινωνίας και όχι κάποιων ανεξέλεγκτων τραπεζιτών. Έτσι η Κοινωνική Πίστη υπήρξε η Τρίτη Εναλλακτική Λύση για την Οικονομία.
Ανάμεσα στους οπαδούς της Κοινωνικής Πίστωσης συγκαταλεγόταν οι μεγάλοι ποιητές Τ. Σ. Έλιοτ και Ουϊλλιαμ Κάρλος Ουϊλλιαμς, ο Όσβαλντ Μόσλεϋ, ο Τσάρλυ Τσάπλιν, ο συγγραφέας Άλντους Χάξλεϋ και ο αναρχικός κριτικός τέχνης, Χέμπερτ Ρηντ. Tο 1935 ιδρύθηκε στην Αλμπέρτα του Καναδά το Κόμμα Κοινωνικής Πίστης, που συνδύαζε κοινωνική πίστωση και χριστιανικές αξίες και που επηρέασε τα πολιτικά πράγματα της χώρας μέχρι το 1971. Tα δε αντίστοιχα κόμματα στην Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία, υπήρξαν φοβερά δημοφιλή για δεκαετίες. Και τα τρία κόμματα ανήκαν στην Λαϊκή Δεξιά.
Ο πιο διάσημος όμως οπαδός της Κοινωνικής Πίστης παρέμενε ο Έζρα Πάουντ. Στην διάρκεια της δεκαετίας του ’30 και του ’40,ο Πάουντ θα έγραφε μια σειρά από σύντομα βιβλία οικονομίας, όπως «Η Αλφαβήτα της Οικονομίας», «Τζέφερσον και / ή Μουσσολίνι» και «Κοινωνική Πίστωση: Μια Επίδραση». Σε αυτά είχε ενστερνισθεί την θεωρία της Κοινωνικής Πίστωσης που για αυτόν εκπροσωπούσε το πραγματικό πνεύμα της Αμερικάνικης Επανάστασης. Ήδη πριν την Αμερικάνικη Επανάσταση οι αποικίες είχαν τυπώσει δικό τους χρήμα, το αποικιακό χρήμα. Έτσι υπήρχε ευημερία με την διάθεση πίστης, που ήταν ανεξάρτητη του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος. Όμως η Τράπεζα της Αγγλίας επενέβη για να υποχρεώσει τους αποίκους να αποσύρουν το αποικιακό χρήμα με αποτέλεσμα την υποτίμηση του χρήματος που δημιούργησε ανεργία και οικονομική κρίση. Αυτή η επέμβαση ήταν που πυροδότησε την Αμερικάνικη Επανάσταση, και όχι όπως έχει λεχθεί το φόρος του τσαγιού.
Ο Πάουντ θεωρούσε την Αμερικάνικη Επανάσταση θέμα ελέγχου χρήματος και κυριαρχίας των τραπεζών
O Μπένζαμιν Φράνκλιν έγραφε ότι οι ίδιοι οι άποικοι θα μπορούσαν να είχαν δημιουργήσει οι ίδιοι τον φόρο στο τσάϊ, αν δεν υπήρχε η ανεργία, που προκάλεσαν οι τραπεζίτες. Οι Πατέρες του Αμερικάνικου Έθνους δεν ξέχασαν την καταστροφική δύναμη των τραπεζιτών. Έτσι πρόσθεσαν ένα άρθρο στην Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας όπου δηλωνόταν ότι είναι το Κογκρέσο που πρέπει να τυπώνει το νόμισμα και να καθορίζει την αξία του. Όμως ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, υποτακτικός των τραπεζικών κύκλων έπεισε τον Τζωρτζ Ουάσινκτον για την δημιουργία μίας Ομοσπονδιακής Τράπεζας, ιδιωτικών συμφερόντων. Έτσι η ανεξάρτητη πλέον Αμερική θα βρισκόταν ξανά υπό τον έλεγχο του ιδιωτικού τραπεζιτικού συστήματος. Ο Αβραάμ Λίνκολν θα τύπωνε τα δικά του Greenbacks ως μορφή αντίστασης σε αυτήν την τυραννία, αλλά δολοφονήθηκε πριν μπορέσει να πολεμήσει την δύναμη των τραπεζιτών.
Ο Λίνγκολν προσπάθησε μέσω των “Γκρήμπακς” την κυριαρχία των τραπεζιτών αλλά δολοφονήθηκε
Ο ποιητής των Cantos θεωρούσε τα οικονομικά προγράμματα της Εθνικιστικής Ιταλίας και Γερμανίας ως τις καλύτερες εκφράσεις της Κοινωνικής Πίστωσης, και κατά συνέπεια του πνεύματος της Αμερικανικής Επαναστάσεως. Ενώ έβλεπε παράλληλες πορείες ανάμεσα την τραπεζιτική μεταρρύθμιση του Μουσσολίνι και το οικονομικό σύστημα που αναζητούσαν ο Τζέφερσον και ο Τζάκσον. Ένα σύστημα, όπου σύμφωνα με το σύνταγμα η κυβέρνηση είχε το προνόμιο να δημιουργεί πίστωση και να τυπώνει δικό του νόμισμα. Απέτρεπε έτσι την τοκογλυφία και την κυριαρχία των τραπεζιτών.
Τα κόμματα της Κοινωνικής Πίστωσης ανήκαν στην Λαίκή Δεξιά και ήταν ιδιαίτερα πετυχημένα στα 70s
Αυτή η κυριαρχία νομιμοποιήθηκε το 1913 με ένα νόμο που σύμφωνα με αυτόν η εκτύπωση του χρήματος περνούσε στα χέρια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, που μόνο ομοσπονδιακή δεν ήταν, αλλά ιδιωτικών συμφερόντων. Αυτή η απόφαση μετέτρεπε τον εκάστοτε διευθυντή της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, όπως πρόσφατα ο Γκρήνσπαν, σε πραγματικό πρόεδρο της χώρας. Ενώ η απληστία και τοκογλυφία των τραπεζιτών της Γουώλ Στρητ ήταν που οδήγησε την υπόθεση των στεγαστικών δανείων σε παγκόσμια κρίση.
Στην Ελλάδα, όπου τα μισά νοικοκυριά είναι χρεωμένα στις τράπεζες, μήπως η οικονομική λύση που θα έπρεπε να αναζητήσουμε είναι τελικά η Κοινωνική Πίστωση του Έζρα Πάουντ και του Μέητζορ Ντάγκλας;
Είχα διαβάσει το βιβλίο αμέσως μόλις είχε βγει, σαν φαν του Στίβεν Κινγκ αλλά και από ένστικτο ότι το Mr Mercedes θα ήταν από τα δυνατά του. Το πρώτο κεφάλαιο- σοκ.
Σε πάει πίσω στο 2009 στην άγρια οικονομική κρίση, εκεί που μέσα στη νύχτα μπροστά στο Σίτι Σέντερ όπου έχει σχηματιστεί μια ουρά από ανθρώπους χωρίς δουλειά που υπομονετικά περιμένουν ώστε να προλάβουν να βάλουν το όνομά τους στη λίστα σε αυτό που είχε διαφημιστεί από τον δήμαρχο της μικρής πόλης του Οχάιο σαν «1000 θέσεις εργασίας εξασφαλισμένες». Άνεργοι άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών, ταλαπωρημένοι, απογοητευμένοι, μια μάνα με το μωρό μαζί της…στην ουρά αξημέρωτα. Εκεί κάνει την εμφάνισή της μια γκρίζα Μερσεντές, στο τιμόνι ένας τύπος με μάσκα κλόουν, μαρσάρει, πατάει γκάζι – μακελειό.
Η σκηνή από τον Στίβεν Κινγκ, ένα πλαγιομετωπικό σχόλιο στην σημερινή πραγματικότητα, σε στοιχειώνει, όσο και η ίδια η πραγματικότητα σε έχει αγριέψει για τα καλά.
Μόλις είδα και τη σειρά Mr Mercedes. Ξετυλίγεται σε 10 επεισόδια (ανακοινώθηκε και η δεύτερη σεζόν-ελπίζω να είναι το έξοχο Finders Keepers) και ζωντανεύει το βιβλίο, πιστή στους χαρακτήρες με το βάθος που ο Κινγκ ήθελε να δώσει στα πρόσωπα και την τσακισμένη σχέση τους με την κοινωνία.
Στους δυο πόλους, ο Ντετέκτιβ Μπιλ Χότζες (ο Ιρλανδός βραβευμένος ηθοποιός Μπρένταν Γκλίσον) που βγήκε στη σύνταξη και βαδίζει με το κεφάλι σκυφτό στα όρια της κατάθλιψης και από την άλλη παρανοϊκός Μπρέιντι (τον υποδύεται ο Χάρι Τρίνταγουέι)- ναι μαθαίνουμε από νωρίς μαθαίνουμε ποιος είναι ο δράστης- επικίνδυνος ψυχοπαθής, ανεπανόρθωτα τραμαυτισμένος από την παιδική του ηλικία.
Έχουν περάσει μερικά χρόνια μετά το συμβάν και ο Χότζες δέχεται στην οθόνη του υπολογιστή του, μηνύματα με την υπογραφή «Mr Mercedes» που τον χλευάζουν ότι δεν έχει πιάσει ακόμη αυτόν που προκάλεσε την καταστροφή και έριξε την πόλη ολόκληρη στον εφιάλτη.
Ο Μπρέιντι εργάζεται σε ένα κατάστημα με κομπιούτερ (περιστασιακά και σαν παγωτατζής!) που έχει δει και καλύτερες μέρες στο παρελθόν, η πελατεία έχει πολύ αραιώσει, εκείνος όμως είναι ικανός στη δουλειά και πολύ τρελός επίσης. Γύρω από αυτούς δυο, ο μετρ Κινγκ και Ντέιβιντ Ε. Κέλι που είναι ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της αμερικάνικης τηλεόρασης, πλέκουν την ιστορία και με τους άλλους χαρακτήρες, επίσης δυνατούς – τον πιτσιρικά που κόβει το γκαζόν και «του κόβει» από υπολογιστές και βοηθάει τον Χότζες, την κοπέλα που ξεπερνάει τις ψυχολογικές ανασφάλειες και δυσκολίες προσαρμογής και πιάνει δουλειά μαζί τους, τη γειτόνισσα –στήριγμα στον Χότζες, την ‘καμένη’ και από το αλκοόλ μάνα του Μπρέιντι, τη συνάδελφό του που έχει μια καλή σχέση μαζί του και θα γίνει εύκολο θύμα όταν αγριέψουν τα αφεντικά και αρχίσουν τις απολύσεις.
Η ιστορία εξελίσσεται με τους τυπικούς όρους ενός αστυνομικού έργου, στο κυνήγι του κακού. Καταστάσεις πυροδοτούνται από τυχαία, ή όχι τυχαία περιστατικά, με σκόρπιες σκληρές και ωμές σκηνές που απέχουν ένα κλικ μόνο από τα καθημερινά και συνηθισμένα και τον παραλογισμό από πολλές διαφορετικές γωνίες φωτισμένο.
Ο Στίβεν Κινγκ βάζει την υπογραφή του με τον καλύτερο τρόπο (το Μr Mercedes είναι το 62ο μυθιστόρημά του- το 44ο με το δικό του όνομα) εκεί ακριβώς που σηκώνει την κουρτίνα και αποκαλύπτει τη φρίκη που κρύβεταια από πίσω. Όταν συμβαίνει, όπως εδώ, το βιβλίο να μην προδίδεται στην οθόνη και όλοι οι παράγοντες να δουλεύουν δημιουργικά, τότε τα νέα είναι ακόμη πιο καλά. Αφού, εδώ που τα λέμε, είναι ο κόσμος του Στίβεν Κινγκ (σε μια κινηματογραφική αίθουσα κοντά σας, τώρα, το σούπερ επιτυχημένο θρίλερ IT που διαδέχτηκε το δικό του επίσης The Dark Tower, ενώ στις σειρές, το The Mist(H Ομίχλη) ένα ακόμη δικό του)- είναι ο κόσμος του Στίβεν Κινγκ λοιπόν και εμείς απλά ζούμε σε αυτόν.
*Και κάτι ακόμη: οι μουσικές στο Mr Mercedes έχουν ρόλο δυναμικό- παίζουν σταθερά μπροστά. Από τα πανκ ροκ και μέταλ κομμάτια που συνοδεύουν την οργή και τη μανία του Μπρέιντι μέχρι τα βινύλια που βάζει να παίζουν ευλαβικά σε κάθε επεισόδιο ο Μπιλ Χότζες. Από Drifters και Radiohead και Τι Μπόουν Μπουρνέτ ως Cramps και Anti-Nowhere League και Sonic Youth. Κάτι για όλους.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση πραγματοποιήθηκε το τριήμερο 27-28 και 29 Οκτωβρίου στην τεχνόπολη του Δήμου Αθηνών, στο Γκάζι. Ήταν αυτή του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Πλαστικομοντελιστών (IPMS Hellas). Αν κρίνω από τη μεγάλη προσέλευση του κόσμου οι διοργανωτές πρέπει να έμειναν πολύ ικανοποιημένοι από αυτό το τριήμερο. Ωστόσο μεγαλύτερη ικανοποίηση αποκομίσαμε αναμφίβολα οι επισκέπτες, οι οποίοι είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε τις εξαιρετικές δημιουργίες των μοντελιστών που εκτίθονταν στους χώρους της τεχνόπολης.
Οι θεματικές των καλλιτεχνών κάλυπταν όλο το εύρος της λογοτεχνίας του φανταστικού (επική φανταστική λογοτεχνία, λογοτεχνία τρόμου και επιστημονική φαντασία), επεκτείνονταν σε μυθολογικά μοτίβα, ιστορικά θέματα της αρχαιότητας και του μεσαίωνα, και βέβαια εστίαζαν στο πεδίο της στρατιωτικής ιστορίας. Οι τυχεροί που παραβρεθήκαμε έστω για λίγες ώρες στην έκθεση των μοντελιστών απολαύσαμε καλοδουλεμένα και λεπτομερώς δημιουργημένα εκθέματα. Μεσαιωνικά σκηνικά, άρματα μάχης από τους κόσμους του Star Wars και της επιστημονικής φαντασίας, χιονισμένα πολυεπίπεδα τοπία στα οποία απλώνονταν παραμυθένιοι σιδηρόδρομοι, πειρατικά πλοία, αρχαιοελληνικές και βυζαντινές φάλαγγες λεπτοδουλεμένων μικρών πολεμιστών, έργα με μάγους και πλάσματα εμπνευσμένα από τους κόσμους του Τόλκιν, αλλά και μινιατούρες από τσόπερ και street αγωνιστικές μηχανές, κατάφεραν να μαγνητίσουν τις ματιές μας και να μας μεταφέρουν νοερά στα φανταστικά πεδία που απεικόνιζαν.
Ασφαλώς, την παράσταση έκλεψαν για άλλη μια φορά οι δημιουργίες που είχαν στρατιωτικές θεματικές. Σκηνές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκπληκτικές μινιατούρες τεθωρακισμένων αρμάτων μάχης, πολεμικών αεροσκαφών, θωρηκτών και άλλων πολεμικών πλοίων συμπλήρωναν την εικόνα ενός χώρου, που με την έξοχη σκηνογραφία του έκανε τον επισκέπτη να νιώσει οργανικό μέρος ενός κινηματογραφικού τοπίου. Και βέβαια, σε αυτό συνέβαλε τα μέγιστα και η ομάδα αναβίωσης ιστορικών μαχών, που βρισκόταν έξω από τους χώρους της έκθεσης μετατρέποντας, με την δική της σκηνογραφία και τις στρατιωτικές της στολές, το προαύλιο του εκθεσιακού χώρου σε φυλάκιο του γερμανικού στρατού του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Όπως προανέφερα η προσέλευση του κόσμου ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Με μια γρήγορη ματιά, αντιλαμβανόταν κανείς από τα ντυσίματα και τις ηλικίες των επισκεπτών, ότι η παρουσία των τελευταίων υπερασπιστών του rock κινήματος ήταν μεγάλη. Μεσήλικες με «μεταλλικές» και rock μπλούζες, γονείς με τα μικρά τους αγόρια αλλά και κάποιοι νεότεροι metalheads έδωσαν το παρόν, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι το πεδίο της rock αποτελεί το ύστατο βασίλειο των ρομαντικών της εποχής μας.
Θα ήταν παράλειψη να μην αποδώσω τα εύσημα σε εκείνους που ήταν υπεύθυνοι για την μουσική που ακουγόταν στους εκθεσιακούς χώρους. Το παλιό και αγαπημένο progressive rock των ‘70’s και βέβαια ένα μεγάλο μουσικό φάσμα από επιλογές του σκληρού ήχου των ‘80’s έκαναν την περιήγηση μας όχι απλά απολαυστική αλλά σχεδόν μαγική. Ασφαλώς, σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν αναμενόμενο ότι μαζί με τον Πάνο τον Μπουρδάκο και το Νικόλα τον “Dusan” (παλιοί στυλοβάτες του rockmachine.gr αμφότεροι, που με συνόδευσαν στην περιήγηση στους εκθεσιακούς χώρους) θα συναντούσαμε εξαιρετικά ενδιαφέροντες ανθρώπους, με τους οποίους συζητήσαμε για την Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ και για τα πολιτιστικά δρώμενα του ευρύτερου ρομαντικού πεδίου.
Καταληκτικά, δεν έχω παρά να συγχαρώ τους διοργανωτές της εκδήλωσης και να τους ευχηθώ να συνεχίσουν το δημιουργικό τους έργο. Είναι σαφές ότι τόσο οι εναπομείναντες rockers και metalheads όσο και οι αναγνώστες της λογοτεχνίας του φανταστικού, θα δίνουμε πάντοτε το παρόν σε τέτοιες εκδηλώσεις.