Απόψε είδα την ταινία “Η πιο Σκοτεινη Ώρα”, που αφηγείται τις πρώτες μέρες της πρωθυπουργίας του Oυίνστον Τσώρτσιλ το 1940, καθώς ο Χίτλερ προελαύνει και κατακτά τη μια χώρα μετά την άλλη. Συμπαθητική ταινιούλα με καλές ερμηνείες και χιούμορ, αν παραβλέψεις τον αφόρητο λαϊκισμό και τη δημαγωγία, που την χαρακτηρίζει. Και φυσικά ακολουθεί την mainstream θεώρηση της ιστορίας, όπου ο ηρωϊκός Τσώρτσιλ, μόνος εναντίον όλων, απέκρουσε τις προτάσεις για συμβιβιβασμό με την χιτλερική Γερμανία και εν τέλει δικαιώθηκε, αφού η Μ.Βρετανία ήταν στην πλευρά των νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου .
Για μια άλλη άποψη, θα σας προτείνω να διαβάσετε το εμβληματικό “Churchill : The End of Glory”, του συντηρητικού ιστορικού, John Charmley, το οποίο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πολιτικές του Τσώρτσιλ ήταν μια αποτυχία. Με την είσοδο της Μ. Βρετανίας στον πόλεμο ο Τσώρτσιλ επεδίωξε τη διατήρηση της βρετανικής ανεξαρτησίας και της βρετανικής Αυτοκρατορίας. Τελικά, η χώρα έγινε δορυφόρος των ΗΠΑ και ο πόλεμος επέσπευσε το τελος της Αυτοκρατορίας.
Επίσης, ο “πολεμικός σοσιαλισμός” , που εφάρμοσε ο Τσώρτσιλ, έκανε αναπόφευκτη την άνοδο των Εργατικών το 1945 και την οικοδόμηση ενός σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου με εκτεταμένο “κοινωνικό κράτος”, που ακόμη και σήμερα ισχύει, καθώς, κακά τα ψέματα, ουτε η Μάργκαρετ Θάτσερ δεν μπόρεσε να το ξηλώσει. Και βέβαια, μην ξεχνάμε πως, εξαιτίας του πολέμου, μπορεί ο Χίτλερ να μην κυριάρχησε στην Ευρώπη , όμως οι μισές ευρωπαϊκές χώρες έγιναν αποικίες ενός εξίσου αποκρουστικού τυράννου, του Ιωσήφ Στάλιν.
Ο Τσάρμλεϋ πιστεύει πως θα ήταν καλύτερα αν η M. Bρετανία έμενε εκτός του πολέμου και άφηνε τους δυο δικτάτορες να αλληλοεξοντωθούν.
Συνεχίζεται μέχρι τις 4 Μαρτίου 2018, η διαδραστική έκθεση Van Gogh Alive στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Πρόκειται για μια έκθεση που έχει χαρακτηριστεί το κορυφαίο καλλιτεχνικό γεγονός της περυσινής χρονιάς. Είναι ένα φαντασμαγορικό πολυθέαμα όπου μάγεψε περισσότερους από 10.000.000 θεατές σ’ όλο τον κόσμο με έναν νέο επαναστατικό τρόπο, όπου παρουσιάζοντας το συνολικό έργο του Van Gogh, αφηγείται ταυτόχρονα την δική του ιστορία, διεισδύει στα συναισθήματα και τις σκέψεις του και περιγράφει το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλούργησε.
Σε μία live συμφωνία φωτισμού, χρωμάτων, ήχων και μουσικής, που οργάνωσε η Grande Exhibitions με την Λάβρυς.
Μέσω του SENSORY4™, ενός μοναδικού συστήματος που ενσωματώνει 40 προβολείς υψηλής ευκρίνειας, γραφικά πολλαπλών καναλιών και ήχο surround, δομώντας έτσι ένα από τα συναρπαστικότερα περιβάλλοντα πολλαπλών προβολών στον κόσμο. Που γεμίζοντας τον χώρο (τοίχους, πατώματα) με γιγαντιαίες οθόνες ζωντανεύει τα αριστουργήματα του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, αναδεικνύοντας της αποχρώσεις και τις λεπτομέρειες, αποκαλύπτοντας την έμπνευση και την τεχνοτροπία τους, ενώ βυθίζουν ακαριαία τον θεατή μέσα στο σύμπαν του.
Σε μία καθηλωτική ατμόσφαιρα ρέουσων εικόνων, σ’ ένα ιδιότυπο, πανέμορφο και άκρως εντυπωσιακό «πλανητάριο», σε μία πνευματική γλυκιά και πλούσια εμπειρία, που ενσωματώνει τον επισκέπτη, διεγείροντας και θρέφοντας όλες τις αισθήσεις του. Σε μία καθολική και διασφαλισμένη εις βάθος επικοινωνία του θεατή με το έργο, αλλά και τον δημιουργό.
Διάρκεια 7 Νοεμβρίου 2017 – 4 Μαρτίου 2018 Πακέτα εισιτηρίων: – Family Pack 1 (4 ατόμων): 1 ενήλικας + 3 εκπτωτικά Τιμή Πακέτου: 45 € – Family Pack 2 (4 ατόμων): 2 ενήλικες + 2 εκπτωτικά Τιμή Πακέτου: 48 €
– Family Max (5 ατόμων): 2 ενήλικας + 3 εκπτωτικά Τιμή Πακέτου: 59 €
Για ιδιωτικές ξεναγήσεις στα τηλ.: 210 3411174, 698 664 6969 Η έκθεση θα παραμείνει κλειστή στις 17 Νοεμβρίου, 1 Ιανουαρίου και 19 Φεβρουαρίου
Τα ιστορικά δράματα είναι συνήθως ένας συνδυασμός πραγματικών γεγονότων και επινοημένων σκηνών καθαρά για καλλιτεχνικούς σκοπούς, αλλά σε ποια πλευρά ανήκει “Η Πιο Σκοτεινή Ώρα”;
Το Express.co.uk είχε την ευκαιρία να ρωτήσει έναν άνθρωπο που ήξερε τον Ουίνστον Τσώρτσιλ προσωπικά: έναν από τους εγγονούς του, τον Σερ Νίκολας Σόαμς.
Μιλώντας από το γραφείο του δίπλα στην Βουλή των Κοινοτητων , όπου είναι βουλευτής από το 1983, ο 69χρονος Σερ Νίκολας ένοιωσε ότι η ταινία ήταν βασικά σωστή και εξύμνησε μερικές σκηνές που δημιουργήθηκαν για δραματικούς σκοπούς.
Είπε: “Είναι αρκετά ακριβής(όταν συγκρίνεται με το αξιόλογο βιβλίο του Τζωρτζ Λούκας (George Lukas) που λέγεται “Πέντε Ημέρες στο Λονδίνο” που αναφέρεται στην δημιουργία της κυβερνήσεως το 1940.
Συνεχίζει ο Σερ Νίκολας :”Προφανώς έχει μια καλλιτεχνική ελευθερία (σ.μ ως προς την σενάριο) γιατί είναι ένα φιλμ, αλλά είναι αληθινό στο ότι είχες την Δουνκέρκη, είχες όλη αυτήν την διένεξη μεταξύ του Λόρδου Χάλιφαξ, του Τσάμπερλαιν και του παππού μου – σχετικά με το αν έπρεπε να δοκιμάσουν μια τελευταία χαρακωμάτων ενάντια στον Μουσσολίνι και επομένως με τον Χίτλερ”
“Χρησιμοποιεί βέβαια πολύ φαντασία, όπως όταν πηγαίνει στον Υπόγειο σταθμό και που χάνεται και όλα αυτά. Αλλά αυτό γίνεται για να δηλώσει κάτι δραματουργικά”.
Η σκηνή για την οποία μιλάει δείχνει τον Τσώρτσιλ να ανεβαίνει σε ένα τραίνο και να ρωτά τους απλούς εργαζόμενους τι νοιώθουν για τον πόλεμο , τι θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση και αν φοβούνται οι ίδιοι.
Προσθέτοι δε: “Το πραγματικό θέμα του θάρρους είναι ότι άνθρωποι που είναι πραγματικά γενναίοι είναι άνθρωποι που φοβούνται και ξεπερνούν τον φόβο. Αυτό είναι το πραγματικό θάρρος”.
Ενώ ο Νέβιλ Τσάμπερλαιν απεικονίζεται συχνά ως καρικατούρα, “Η Πιο Σκοτεινή Ώρα” δίνει μια πιο δίκαιη και ιστορικά σωστή ματιά στον προκάτοχο του Τσώρτσιλ.
Ακόμα και όταν ο Τσάμπερλαιν δείχνεται αντιπαθητικός, γίνεται στην προσπάθεια του να κάνει το σωστό. Δεν μπορούσε την ιδέα ενός ακόμα πολέμου και όλο αυτόντον θάνατο και την καταστροφή”
“Και παρόλα αυτά υπήρχε ένας Πρωθυπουργός που εμφανίσθηκε, που μπορούσε να το κάνει, και που μπορούσε να μιλαέι στον λαό”
“Η Πιο Σκοτεινή Ώρα” βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες στις 18 Ιανουαρίου 2018.
Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης. Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι. Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας, πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας. εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης· του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης και με το καριοφίλι μου και με τ’ απελατίκι την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι. Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι, κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανοίχτε τάφοι, και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα, παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα. Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια ξανάρχεται. Καλώς να ρθή. Γκρεμίζω την ασκήμια. Είμ’ ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το ‘χει το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει το λόγο που δεν έρχεται, και μια ντροπή το δένει Μα το τσεκούρι μοναχά στο χέρι σαν κρατήσω, και το τσεκούρι μου ψυχή μ’ ένα θυμό περίσσο. Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ’ ατσάλι και νιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι, και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές ν’ ανοίξω, και μ’ ένα Ναι να τιναχτώ, μ’ ένα Όχι να βροντήξω; Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας όποιοι είστε γρικάω, βγαίνει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!
***********************************************
απελάτης= βυζαντινός φρουρός των συνόρων – ζωοκλέφτης. νοητάκι= μαγικό άλογο με υπερφυσικές ικανότητες
Γεννήθηκα στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού τρίπατου στην οδό Λουκά Ράλλη και Βασιλέως Γεωργίου, στον Πειραιά. Όπως τα περισσότερα νέα σπίτια στον Πειραιά, ήταν νεοκλασικό. Όσο θυμάμαι, δύο μόνο δεν ήταν νεοκλασικά. Το ένα ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο και το άλλο Art Nouveau. Το τελευταίο γρήγορα μεταποιήθηκε για να συμμορφωθεί με τα άλλα. Φυσικά υπήρχαν και τα μικρά παλιά σπίτια που ‘χαν αυλή και κάμαρες γύρω γύρω. Απέναντι στο σπίτι που γεννήθηκα ήταν το σπίτι της θείας μου, της αδελφής της μητέρας μου, που ήταν χήρα και πλούσια. Τα παιδιά της ήταν όλα μεγαλύτερα από μένα. Στον Πειραιά έμενε και μια άλλη θεία που κατοικούσε στην οδό Πραξιτέλους που ‘χε δυο αγόρια και τρία κορίτσια που έκαναν παρέα μ’ ένα νεαρό, όχι και πολύ πλούσιο, που λεγόταν Σταύρος Νιάρχος.
«Νεοκλασσικό σπίτι της Αθήνας»
Το να βγεις περίπατο στον Πειραιά εκείνη την εποχή ήταν σα να σεργιανίζεις σε μία γιγάντια σκηνογραφία με βράχια και ωραία σπίτια με αγάλματα και αετώματα. Όταν κάποτε είδα σ’ ένα βιβλίο γαλλικό την εικόνα ενός τοπίου του Κλωντ Λοραίν, ρώτησα αν ήταν ο Πειραιάς την παλιά εποχή. Από τότε μικρό παιδί ρέμβαζα αυτά τα τέλεια κυμάτια κορινθιακά ή ιωνικά καμωμένα από τραβηχτό σοβά. Όλα αυτά τα πράγματα με γέμιζαν θαυμασμό και συγχρόνως πλήξη.
«Καφενείον “Ο Παρθενών”»
Η πρώτη εντύπωση που έχω από ζωγραφική παρατήρηση είναι η εξής: μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ομοιότης των σχημάτων. Το ότι η μία τοιχογραφία, στην εκκλησία που παρίστανε τον Άγιο Παντελεήμονα μπούστο, ήταν η ίδια με το εικονισματάκι που κρεμόταν στα σίδερα του κρεβατιού μου. Αυτή η διαπίστωση μου έφερε χαρά και ταραχή.
Μια άλλη «ανακάλυψη» ήταν το ότι στην τύχη έμαθα πως το γαλάζιο και το κίτρινο δίνουν πράσινο. Εκείνη την εποχή, σε ηλικία εφτά οχτώ ετών, μου άρεσε να ζωγραφίζω σε μεγάλες κόλλες χαρτί συχνά 70×100 πάντα με παστέλ. Πολλές φορές συνήθιζα να σχεδιάζω πάνω σ’ έναν μαυροπίνακα με την κιμωλία. Εχώριζα στα δύο τον πίνακα με μία γραμμή κάθετο και δεξιά σχεδίαζα εγώ και αριστερά ένα άλλο παιδί, συνήθως η ξαδέλφη μου. Όταν τελειώναμε, ο πίνακας πήγαινε σηκωτός από τους δυο μας στην κουζίνα για να ερωτηθούν «οι δούλες» ποιο είναι το καλύτερο απ’ τα δύο.
Κατά κανόνα άρεσε συνήθως του αλλουνού και όχι το δικό μου. Για να μη στεναχωριέμαι η μαγείρισσα εύρισκε πάντα τρόπο να μάθει ποιο είχα κάνει εγώ και έλεγε πως το προτιμούσε για να μ’ ευχαριστήσει.
«Καφενείον “Το Νέον” τη νύχτα»
Τα πρώτα πρώτα «έργα» μου παρίσταναν αγίους με πρόσωπα κατάμαυρα σαν τις παλιές ασημωμένες εικόνες. Αυτό συνέβαινε για δυο σοβαρούς λόγους. Πρώτα γιατί δεν ήξερα, δεν μπορούσα να ζωγραφίσω ένα τέλειο πρόσωπο όπως επιθυμούσα και δεύτερο γιατί κατά σύσταση μιας άλλης ευλαβικής «δούλας» ήταν καλύτερο να μη παριστάνω πρόσωπα γιατί αυτά τα χαρτιά πετιόνταν κατά γης, πατιόνταν και στο τέλος κατέληγαν στα σκουπίδια, κι’ ήταν μεγάλη αμαρτία. Μη παριστάνοντας πρόσωπα, ήταν μικρότερη η «αμαρτία». Η ίδια αυτή «δούλα» η Μαριγώ είχε δει στον ύπνο της την Αγία Κυριακή κι’ ήταν καταματωμένη και με πληγές και την ρώτησε, πώς είσαι έτσι σ’ αυτό το χάλι Αγία Κυριακή, κι αυτή απάντησε: όταν σας βάζουν τ’ αφεντικά σας να ράβετε Κυριακή το πετσί μου τρυπιέται, όταν σιδερώνετε Κυριακάτικα το κρέας μου καίγεται και πονάω, όταν σκουπίζετε ξεμερδιέται η σάρκα μου, γι’ αυτό δεν πρέπει να δουλεύομε Κυριακή.
«Το σπίτι με τις Καρυάτιδες», υδατογραφία 1952. Τη δεκαετία του 1950 ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγραφίζει μια σειρά έργων εμπνευσμένος από την νεοκλασσική αρχιτεκτονική της παλιάς Αθήνας . Ένα από τα υπέροχα έργα της σειράς αυτής είναι και το ιδιότυπο σπίτι με τις χαρακτηριστικές Καρυάτιδες της οδού Αγίων Ασωμάτων. Στο έργο είναι διάχυτη η αίσθηση της νοσταλγίας και αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο η γραφική Αθήνα του παρελθόντος
Αισθανόμουν από τότε ότι η εύτακτη οικογένειά μου έβλεπε σ’ αυτή την δραστηριότητά μου μόνο αιτία λερώματος και ακαταστασίας των δωματίων. Στο νέο σπίτι που πήγαμε, το 1917 αν θυμάμαι καλά, πάλι στην οδό Λουκά Ράλλη όλα τα ταβάνια ήταν ζωγραφισμένα από έναν Ιταλό ζωγράφο.
Το δωμάτιο όπου έπαιζα ήταν η καθημερινή τραπεζαρία. Το ταβάνι του είχε ένα κεντρικό σχήμα ωοειδές μέσα στο οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο Αδάμ και ο Θεός του Μιχαήλ Αγγέλου. Το ωοειδές σχήμα επλαισιώνετο από διάφορα κυμάτια και κοσμήματα σε οπτική απάτη σε γκρίζους τόνους. Στο δωμάτιο της μητέρας μου υπήρχε η αλληγορία της Ανοίξεως σ’ ένα μεγάλο στρογγυλό εγκόλπιο. Στην καλή τραπεζαρία μέσα σ’ ένα κύκλο πάλι το άρμα του Ηλίου προοπτικώς ιδωμένο κατά πρόσωπο. Όλα αυτά ήταν περιστοιχισμένα με ανάγλυφα που μου προξενούσαν σεβασμό και κατάπληξη αλλά και πλήξη. Πολύ αργότερα όταν εγνώρισα την γενεαλογία αυτών των διακοσμήσεων στην Ιταλία και στα ναπολεόντια ταβάνια άρχισα να τα καταλαβαίνω και να τα συμπαθώ.
«Σπίτι στην οδό Αγίων Ασωμάτων», 1971-73. Έργο δοξαστικό μιας Αθήνας που έσβησε, χάνοντας τη νεοκλασσική φυσιογνωμία της, που απλωνόταν από τα Ανάκτορα έως το πιο ασήμαντο μικροαστικό σπιτάκι. Ιδιωτική συλλογή
Την αντιγραφή του Μιχαήλ Αγγέλου είχα την ευκαιρία να συγκρίνω με μια φωτογραφία του πρωτοτύπου που βρισκόταν σ’ ένα βιβλίο που ‘χε φέρει ο θείος μου Χρήστος απ’ τη Ρώμη. Ο θείος αυτός ήταν ένας εργένης μανιώδης για Όπερα, και χαρτοπαιξία κι’ είχε τρεις φωνογράφους διαφορετικού τύπου ο καθένας. Η αισθητική μου μόρφωση συνετελείτο εκείνη την εποχή από δύο γαλλικά περιοδικά. Το ένα ήταν η Illustration καi το άλλο η Vie Parisienne. To τελευταίο ήταν ένα περιοδικό ευπρεπώς πορνογραφικό που δημοσίευε ακουαρέλλες με ημίγυμνες γυναίκες.
«Καλαμάτα, πλατεία 23ης Μαρτίου», 1966
[….] Ανεβαίνοντας στην Αθήνα με τη μητέρα μου εντύπωση μου έκαναν στο σταθμό Μοναστηρακίου κάτι μεγάλες διαφημίσεις ζωγραφισμένες στο χέρι καμωμένες απ’ την εταιρία GEO. Πολύ αργότερα έμαθα πως οι ωραίες αυτές διαφημίσεις ήταν αντίγραφα ή διασκευές από ξένα περιοδικά αντιγραμμένα από δύο εξαιρετικούς νέους ζωγράφους που λέγονταν ο ένας Κόντογλου και ο άλλος Παπαλουκάς. Δεν παρέλειπα ποτέ να επαναλαμβάνω από μνήμης με παστέλ ό,τι είχα δει. Μετά το 1925 δύο άλλα περιοδικά με πληροφορούσαν για το Παρίσι, το Femina και το Vogue. Τα κουβαλούσαν οι ξαδέλφες μου μαζί με παρτιτούρες τραγουδιών της μόδας που τα παίζανε στο πιάνο και τα τραγουδούσανε. Στα σαλόνια της θειας μου σχεδιασμένα απ’ τον Τσίλλερ και επιπλωμένα απ’ τον στενό του συνεργάτη Χάιμαν συνέβαιναν παράταιρα πράγματα. Πότε έβλεπες ιεράρχες με επικαλύμμαυχα που η ευλαβής θεία μου εδέχετο με σέβας και υπερηφάνεια, πότε καλογήρους του Αγίου Όρους που έφερναν εικόνες των Ιωσαφαίων για πούλημα, πότε την ηθοποιό Κυβέλη κι ένα σωρό προξένους και πρεσβευτάς.
Σ’ αυτό το σπίτι με τα πολυτελή χρυσοποίκιλτα ταβάνια και τους απαλόχρωμους ταμπλάδες των τοίχων δεν υπήρχαν έργα ζωγραφικής κρεμασμένα. Υπήρχαν μόνο φωτογραφίες φυσικού μεγέθους, αναρτημένες πολύ ψηλά κοντά στο ταβάνι με κορνίζες χρυσές με ωοειδή πασπαρτού περίτεχνα και χρυσοποίκιλτα. Υπήρχαν επίσης μεγάλες χρωμολιθογραφίες που παρίσταναν κοριτσάκια ή χανούμισσες με ξέπλεκα μαλλιά, στολισμένα με διαμαντένια μισοφέγγαρα. Ένα μόνο έργο ζωγραφικής υπήρχε που παρίστανε ένα στρατιώτη τρία τέταρτα με μαύρο φόντο. Άκουγα συνεχώς ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο. Αργότερα κρεμάστηκαν έργα ζωγραφικής που πιθανόν προέρχονταν από χρέος ή ήσαν δώρα ευεργετηθέντος. Πολλά ήταν δουλεμένα με την σπάτουλα και άγνωστο γιατί τα έλεγαν γερμανική ζωγραφική.
«Η αντιγραφή του Τιτσιάνο», 1971. Ακόμη και όταν εγκαταλείπει τα εθνοκεντρικά χαρακτηριστικά της τέχνης του, ο Τσαρούχης ζωγραφίζει τον εαυτό του στο εσωτερικό ενός νεοκλασσικού σπιτιού
Στο σπίτι αυτό, όπως είπα, εσύχναζαν πολλοί πρεσβευτές και πρόξενοι’ επίσης η ηθοποιός Κυβέλη και μετά μια ορισμένη εποχή η Ελένη Παπαδάκη. Στο σπίτι αυτό είδα δυο γάμους στα καταστόλιστα με τριαντάφυλλα σαλόνια του και τον πρώτο θάνατο της οικογενείας, της θείας μου. Μέσα στα ίδια σαλόνια ντυμένα με μαύρα τούλια και κορδέλλες πένθιμες και πολλά λουλούδια και ανθισμένες αμυγδαλιές.
Στο σπίτι της θείας μου εφιλοξενήθηκα από το 1920 ως το 1925 επειδή έλειπαν στο εξωτερικό οι γονείς μου. Ήταν η εποχή που άρχισα να ζωγραφίζω με κάποιες αξιώσεις. Εγκατέλειψα τα παστέλ που χρησιμοποιούσα ως τότε και άρχισα να ζωγραφίζω με ακουαρέλλα. Από τότε θυμάμαι δεν ζωγράφισα ποτέ μου με ευκολία και με αγωνία έπιανα τα πινέλα. Επήρα και μερικά μαθήματα, σχεδίου από ένα Γάλλο ζωγράφο που λεγόταν Πικ και ήταν ειδικευμένος για παιδιά. Νομίζω πως του ‘δωσα την εντύπωση πως ήμουν ανεπίδεκτος μαθήσεως και κάποτε σταμάτησα τα μαθήματα.
Άρχισα να ζωγραφίζω πάντα με ακουαρέλλα πιο εντατικά και πιο σοβαρά από το 1926 που είχαν επιστρέψει οι γονείς μου και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα στην οδό Ερμού κοντά στο Μοναστηράκι. Εζωγράφιζα πάντα απ’ το φυσικό νεκρές φύσεις ή τοπία κατά προτίμηση με κτίρια, αλλά και προσωπογραφίες. Εκείνη την εποχή έκανα την ακουαρέλλα που παριστάνει το σπίτι του χειρούργου Φωκά, όπου έμενε η οικογένεια Σεφεριάδη. Θυμούμαι τα παιδιά, τον Γιώργο και την Ιωάννα. Στο ίδιο περιβόλι ήταν και το σπίτι που μέναμε. Κάποτε είδα σ’ αυτό το περιβόλι τον κυβιστή ζωγράφο Μετζενζέ που ‘χε παντρευτεί την κόρη του Φωκά.
«Ο ζεϊμπέκικος». Ακόμη και στους πίνακες με πρόσωπα, δεν λείπουν τα νεοκλασσικά διακοσμητικά στοιχεία από τη ζωγραφική του Τσαρούχη
Το αντίγραφο του Δαφνιού το είχα κάνει πριν φύγει η μητέρα μου για το εξωτερικό, θυμάμαι πως πήγαμε με αμάξι με άλογα το 1920 για να λειτουργήσουμε την εκκλησία, γιατί το Δαφνί λειτουργιόταν τότε. Τον παπά τον πήραμε μαζί μας με το αμάξι. Έμενε απέναντι απ’ το σπίτι μας σε μια μάντρα με πολλά δωμάτια, ήταν Κρητικός κι’ είχε δώδεκα παιδιά. Το δωδέκατο το ‘χε βαφτίσει ο Βασιλιάς. Είχε έναν αδελφό χωροφύλακα και συνήθιζε να λέει στη μητέρα μου: «Όσα δεν προφθαίνω εγώ με την φοβέρα στην εκκλησία, τα αποτελειώνει ο αδελφός μου ο χωροφύλακας κι έτσι σας προστατεύουμε κι οι δυο απ’ τους κακοποιούς».
[….] Ένα άλλο είδος εντύπωση μου ‘χαν κάνει οι δυο μου επισκέψεις στο Δαφνί. Στη δεύτερη έκανα το αντίγραφο. Η ευχάριστη ταραχή που μου προξένησαν αυτά τα μωσαϊκά ήταν σαν μια πληγή που εδέχτηκα. Μια πληγή που ξαναμάτωσε όταν γνώρισα τον Κόντογλου και είδα τα εξαιρετικά αντίγραφα που είχε κάνει απ’ το Δαφνί και τον Όσιο Λουκά. Το 1927 ήδη μαθητής του Πολυτεχνείου που αργότερα ονομάστηκε ΑΣΚΤ (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) πήγα να γνωρίσω τον Κόντογλου μαζί με την Κατίνα Λάσκαρη, σήμερα σύζυγο του Δημήτρη Φωτιάδη και τότε συμμαθήτριά μου.
«Οφθαλμαπάτη». Έργο με την τεχνική της οφθαλμαπάτης που απεικονίζει ένα νέο στο παράθυρο του σπιτιού του όπως φαίνεται από την είσοδο
Μαζί μας ήταν και δύο άλλα παιδιά. Είχα πάρει μαζί μου να του δείξω μερικές ακουαρέλλες και σχέδια. Ο Κόντογλου με αποπήρε και μου ‘πε καθαρά ότι τον απογοήτευσα: «Μου ‘παν ένα παιδί γεννημένο στον Πειραιά. Νόμιζα ότι ήσουν λαϊκό, παιδί που σχεδιάζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορημένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού».
Μέρες και μήνες βάσταξε η στεναχώρια μου γιατί εθαύμαζα πολύ τον Κόντογλου. Είχε καταρρακώσει όλη μου την αστική περηφάνεια που δεν ήταν και πολύ στερεή. Η οικογένειά μου και το περιβάλλον της ακολουθούσαν τα υποδείγματα της Ευρώπης. Στις μόδες, στα εσώρουχα, στα καπέλα, στην αρχιτεκτονική, στα έπιπλα, στην μουσική, στην φιλολογία, σε όλα. Όλα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκά, παριζιάνικα ιδίως. Τα λόγια του Κόντογλου, γιατί μου είχε πει πολλά, ξύπνησαν μέσα μου αλλοτινές επαφές και συναντήσεις απ’ την παλιά Ελληνική Τέχνη.
Εξήγειραν ζωηρές εντυπώσεις απ’ τις ρεκλάμες του Δεδούσαρου του Καραγκιοζοπαίχτη, την πληγή απ’ τις πρώτες εντυπώσεις του Δαφνιού, θυμήθηκα τον παπά που ερχόταν κάθε πρώτη του μηνός να κάνει αγιασμό στο σπίτι ή παρακλήσεις στις δύσκολες στιγμές της οικογενείας ή κατά τον Δεκαπενταύγουστο. Άρχισα να δουλεύω διαφορετικά, να σκέπτομαι διαφορετικά, χωρίς ωστόσο να μαϊμουδίζω τον Κόντογλου. Αυτό θα γινόταν αργότερα.
«Το πνεύμα των μέτρων και των αναλογιών», 1959-1960. Το ψηφιδωτό αυτό παρήγγειλε στον ζωγράφο ο φίλος του αρχιτέκτων Κωνσταντίνος Δοξιάδης, για να κοσμήσει την αυλή του κτηρίου του νέου γραφείου του. Ως θέμα του, έδωσε τη μαστορική καθώς και τους στίχους από τον Πρόλογο της Οδύσσειας του Νίκου Καζαντζάκη, που καταγράφονται στο κάτω μέρος. Βρίσκεται στην είσοδο του κτηρίου της οδού Πειραιώς του Μουσείου Μπενάκη, κατόπιν δωρεάς των παιδιών του Κωνσταντίνου Δοξιάδη στη μνήμη του
[….] Εκείνη την εποχή, θα ‘μουν δεκαεννιά ετών, γνώρισα μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση. Αυτό που λένε έναν άτυχο έρωτα, κι αποφάσισα ν’ αυτοκτονήσω σιγά σιγά μη τρώγοντας καθόλου. Στους γονείς μου που τους παραξένευε το γεγονός πως δεν καθόμουν στο τραπέζι έλεγα πως είχα φάει πριν.
Σιγά σιγά άρχισα να αδυνατίζω και να γεμίζω σπυριά από αβιταμίνωση νομίζω. Το 1930 αποφάσισα να σταματήσω την αυτοκτονία με την πείνα και πήγα να δουλέψω στον Κόντογλου όπως παν στο Μοναστήρι για να ξεχάσουν τα πριν. Γίνηκα ένας καλός βοηθός και ένας πειθαρχικός μαθητής.
Συμμετείχα στους ενθουσιασμούς και στις δυσκολίες του – κι είχε πολλές – χωρίς να πάψω να φοιτώ στο Πολυτεχνείο. Με τον καιρό άρχιζα να τον κρίνω πιο γαλήνια, να βλέπω πιο καθαρά την προσπάθειά του, να τον κριτικάρω, αλλά πάντα να τον σέβομαι και να τον θαυμάζω. Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γέρο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιους. Ο ένας ήταν αστυφύλακας κι ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στην Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, την βυζαντινή μουσική την έλεγε βαϊζαντινή.
Κλείνουν στις 8 Ιανουαρίου , 83 χρόνια από την γέννηση του Έλβις Πρίσλεϋ. Όσο ζούσε, είχε αποκαλεστεί «βασιλιάς του ροκ», «αγριόγατα της κάντρυ» και «πρώτος λευκός μπλουζίστας».
Ποια ήταν όμως η πολιτική ιδεολογία και ποια η στάση απέναντι στις παραδοσιακές αξίες του ανθρώπου που έφερε επανάσταση στην διεθνή νεολαία και άλλαξε για πάντα την ροή της αμερικανικής λαϊκής μουσικής;
Ο Έλβις και η Γκλάντυς
Ο Έλβις γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1935 στο Τουπέλο με γονείς τους Βέρνον και Γκλάντυς Πρίσλεύ. Ουσιαστικά γεννήθηκε με δίδυμο αδελφό, που όμως πέθανε στην γέννα. Τότε όλη την αγάπη, η Γκλάντυς την έδωσε στον Έλβις. Θα έσπαγε στο ξύλο τα άλλα παιδιά, αν καταλάβαινε ότι απειλείτο ο μονάκριβος γιός της. Θα του μάθαινε την Βίβλο και θρησκευτικούς ύμνους. Ενώ του καλλιεργούσε την άποψη ότι ήταν γεννημένος για μεγάλα πράγματα.
Και εκείνος την υπεραγαπούσε. Ήταν για την Γκλάντυς που ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι. Ήταν το My Happiness των Τζων και Σάντρα Στηλ , για το οποίο το 1953 πλήρωσε 4 δολλάρια στην Sun Records του Σαμ Φίλιπς για να ηχογραφήσει στο στούντιο ένα και μοναδικό αντίτυπο. Ήταν ένα καινούργιο σπίτι και ένα αυτοκίνητο για τους γονείς του , που αγόρασε μόλις έγινε σταρ. Ενώ πρόσεχε να μην κάνει επί σκηνής τίποτα που θα την έφερνε σε αμηχανία. Τόση ήταν η αγάπη του, που όταν πέθανε , εκείνος κατέρρευσε. Ενώ ηχογράφησε το Mother Loved the Roses για αυτήν.
Ο Ελβις και η Ουγγρική Επανάσταση
Όσο για τις πολιτικές απόψεις του Έλβις, μια πρώτη απάντηση θα μπορούσε να δοθεί, αν αναλογισθούμε την στάση του στο σημαντικότερο διεθνές γεγονός που συνέβη στα πρώτα χρυσά χρόνια της καριέρας του. Και αυτό δεν ήταν άλλο από την Ουγγρική εξέγερση του 1956.
Τον Οκτώβριο του 1956, ξεσπά η επανάσταση του Ουγγρικού λαού ενάντια στην σοβιετική κατοχή της χώρας και το κομμουνιστικό καθεστώς. Η εξέγερση ξεκινά από τους φοιτητές της Βουδαπέστης και η φλόγα απλώνεται σε όλη την Ουγγαρία. Για να υπερασπισθούν την ελευθερία της πατρίδας τους, οι Ούγγροι οργανώνουν ένοπλες πολιτοφυλακές που περιφρουρούν την πρωτεύουσα και τις μεγάλες πόλεις. Μέλη του κομμουνιστικού κόμματος και της μυστικής αστυνομίας συλλαμβάνονται και εκτελούνται. Όμως τον Νοέμβριο, τα σοβιετικά τανκ εισβάλλουν στην χώρα και πνίγουν την επανάσταση στο αίμα.
Μια από τις πιο διάσημες φωτογραφίες της Ουγγρικής Επανάστασης του 1956
Στις 6 Ιανουαρίου του 1957, ο «βασιλιάς» θα παρουσιαζόταν, για τελευταία φορά στο πιο διάσημο μουσικό σόου της αμερικάνικης τηλεόρασης, το “Ed Sullivan Show”. Όμως δεν θα τραγουδούσε τις ροκ επιτυχίες του, αλλά ένα χριστιανικό ύμνο που, όπως θα δήλωνε και ο ίδιος ο Έντ Σάλιβαν στην εκπομπή, οι στίχοι του εξέφραζαν την άποψη του Έλβις για τα γεγονότα της Ουγγαρίας. Επρόκειτο για το «Peace in the Valley» (Ειρήνη στην Πεδιάδα):
«Θα υπάρξει ειρήνη στην πεδιάδα για μένα, κάποια μέρα Δεν θα υπάρχει στενοχώρια, δεν θα υπάρξει θλίψη Η αρκούδα θα είναι ευγενική και ο λύκος θα τιθασευτεί και το λιοντάρι θα ξαπλωθεί στο χώμα από το πρόβατο».
Παρόλο που ο Έλβις δεν έκανε πολιτικές δηλώσεις, η Ουγγρική εξέγερση ήταν κάτι που τον «έκαιγε». Για αυτό και ζήτησε από τους Αμερικανούς τηλεθεατές να μαζέψουν λεφτά για να στηρίξουν τον Ουγγρικό λαό. Αποτέλεσμα, μέσα σε λίγες ώρες είχαν μαζευτεί 26 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα. Εξαιτίας αυτής της υποστήριξης και με αφορμή τα 55 χρόνια από την Ουγγρική εξέγερση, το όνομα του Έλβις δόθηκε σε μια πλατεία της Βουδαπέστης και ο ίδιος ονομάστηκε μεταθανάτια επίτιμος πολίτης της χώρας.
Η θητεία στο στρατό και η κάντρυ μουσική
Στις 24 Μαρτίου 1958, ο Έλβις κατατάσσεται στον στρατό. Παρόλο που θα μπορούσε να τον αποφύγει και μάλιστα αρνιόταν οποιαδήποτε χάρη. Ο στρατηγός Κόλιν Πάουελ που τον συνάντησε στην διάρκεια ασκήσεων στα σύνορα με την Τσεχοσλοβακία, θυμάται: «Ήταν ένας ακόμα στρατιώτης, δεν ήταν ο Έλβις Πρίσλεϋ. Όχι αυτό δεν είναι σωστό. Ήταν ακόμα ο Έλβις Πρίσλεϋ, αλλά την ίδια περίοδο του είχαν αναθέσει δουλειές σύμφωνα με τις ανάγκες της θητείας και σε αντίθεση με άλλους που είχαν πάει στον στρατό, μετά από μια ζωή διασημότητας και ουσιαστικά χρησιμοποιούσαν τα ταλέντα τους για να ψυχαγωγούν τα στρατεύματα, (ο Έλβις) ήταν απλώς ένας στρατιώτης και δεν ζητούσε ειδικές χάρες. Ήταν ένας καλός στρατιώτης και πιστεύω ότι οι συνάδελφοι του τον θαύμαζαν για την αφιέρωση του, παρόλο που ήταν τόσο διάσημος όσο κανείς. Όταν πήγε στο πεδίο της μάχης ανήκε στην Τρίτη Θωρακισμένη Μεραρχία, που ήταν μέρος της 5ης Στρατιάς των Ηνωμένων Πολιτειών. Η μονάδα μου και η μονάδα του Έλβις ήταν μέρος αυτής της μεραρχίας και κάναμε την σκληρότερη δουλειά και ήταν περίοδος υψηλής έντασης μέσα στον ψυχρό πόλεμο».
Ο Έλβις στον Στρατό (AP Photo)
Το 1960, απολύεται από τον στρατό και ηχογραφεί μια σειρά από μπλούζ διασκευές. Το μεγαλύτερο όμως μέρος της δεκαετίας το περνά γυρίζοντας ανούσιες ταινίες. Αυτό θα άλλαζε το 1968 με το Χριστουγεννιάτικο The Comeback Special, οπότε ο Έλβις επέστρεψε στις συναυλίες.
Τώρα όμως ερμηνεύει καντρυ η καλύτερα κάντρυ ποπ (κάντρυ χωρίς μπάντζα και βιολιά, και κοντά στο στυλ Σινάτρα η της ποπ του 60) επιτυχίες , όπως “Guitar Man”, «Suspicious Minds» και «Burning Love» η διασκευές σε τραγούδια, όπως Welcome to My World και Always On My Mind. Ένα είδος που πουλούσε εκατομμύρια, που όμως την εποχή του χιπισμού θεωρείτο συντηρητικό και “αντιδραστικό”. Ενώ οι ίδιες οι συναυλίες του Ελβις (συνήθως στο Λας Βέγκας) θεωρείτο καταφύγιο από τις διαδηλώσεις στους δρόμους των ΗΠΑ.
Το πιο πατριωτικό «κάντρυ» τραγούδι που ερμήνευσε ήταν το «American Trilogy» του Μάικλ Νιούμπερυ, που αποτελείτο από το «Dixie» και το «The Battle Hymn of the Republic», τους εθνικούς ύμνους του Νότου και του Βορρά αντίστοιχα στην διάρκεια του Αμερικάνικου Εμφυλίου:
«Μακάρι να ήμουν στην χώρα του βαμβακιού Οι παραδόσεις, που δεν ξεχνιούνται Εκεί πέρα στην μακρινό Νότο Στον Νότο θα υπερασπιστώ το μετερίζι μου για να πολεμήσω Και να πεθάνω στον Νότο Γιατί στον Νότο ήταν που γεννήθηκα».
Ενώ στο τέλος υπήρχε ένα μαύρο γκόσπελ με κοινωνικό μήνυμα, πράγμα που έδειχνε την άποψη του Ελβις για το κίνημα υπερ των δικαωμάτων των μαύρων. Κάτι που συνέβη και με το In the Ghetto, σύνθεση του συνθέτη της κάντρυ Μακ Ντέηβις.
Τα θρησκευτικά άλμπουμς.
Ο Ελβις κέρδισε Γκράμμυ με γκόσπελ άλμπουμ
Εκείνο που αγνοείται στην Ελλάδα, είναι ότι μπορεί ο Έλβις να θεωρείται βασιλιάς της ροκ, όμως τα τα μοναδικά του Grammy (τα αντίστοιχα των Όσκαρ για την μουσική) με τα άλμπουμ χριστιανικής μουσικής, «How Great Thou Art» και «He Touched Me». Μάλιστα το Γκράμμυ για το πρωτο άλμπουμ του 1966 , ήταν εκείνο που βοήθησε την επιστροφή δύο χρόνια αργότερα. Ο πιο διάσημος ύμνος που ερμήνευσε ήταν το «Amazing Grace» (1779) του Άγγλου ιερέα Τζων Νιούτον:
«Ω Θεία Χάρις! Τι γλυκός που είναι ο ήχος Που έσωσε ένα τσακισμένο σαν και εμένα Ήμουνα χαμένος και τώρα έχω βρεθεί Ήμουνα τυφλός και τώρα βλέπω».
Ενώ κέρδισε Grammy καλύτερης θρησκευτικής ερμηνείας με το τραγούδι «How Great Thou Art»:
«Ω Κύριε και Θεέ μου! Όταν με μεγάλη απορία Αναλογίζομαι όλα τα έργα που έχεις κάνεις με τα χέρια Σου Βλέπω τα αστέρια, ακούω τον δυνατό κεραυνό Την δύναμη Σου που βλέπει κανείς σε όλο το Σύμπαν Τότε τραγουδά η ψυχή μου σε Σένα, Θεέ μου και Σωτήρα μου Πόσο μεγάλος είσαι, πόσο μεγάλος είσαι».
Όταν ο Έλβις συνάντησε τον Νίξον
Ο Πρόεδρος Νίξον με τους Σοννυ Γουεστ, Τζέρυ Σίλλινγκ και Ελβις Πρίσλεύ Photo: White House Photo Office
Το 1970, το χίπικο κίνημα και οι διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ είχαν φτάσει στο απόγειο τους. Ο Έλβις νοιώθει ενοχλημένος να βλέπει την αγαπημένη του Αμερική να καίγεται. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, θα γραψει στον Πρόεδρο Νίξον ένα γράμμα, όπου εκφράζει την ανησυχία του για την πορεία της Αμερικής:
Αγαπητέ Κύριε Πρόεδρε
Μίλησα με τον αντιπρόεδρο Άγνιου στο Παλμ Σπρινγκς πριν τρεις εβδομάδες και εξέφρασα την ανησυχία μου για την πατρίδα μου. Η κουλτούρα των ναρκωτικών, οι χίπις, οι «Σπουδαστές για μια Δημοκρατική Κοινωνία (σ.σ λευκή φοιτητική ένωση που οργάνωνε διαδηλώσεις ενάντια στον Πόλεμο στο Βιετνάμ), οι «Μαύροι Πάνθηρες» κ.λπ. δεν με θεωρούν εχθρό τους ή όπως λένε «κατεστημένο». Εγώ την λέω Αμερική και την λατρεύω. Έχω μελετήσει σε βάθος τις καταχρήσεις ναρκωτικών και μεθόδους κομμουνιστικής πλύσης εγκεφάλου και είμαι στο σημείο να μπορώ να βοηθήσω την πατρίδα μου.
Με σεβασμό Έλβις Πρίσλεϋ
Με την επιστολή αυτή, ο Έλβις δηλώνει δεξιός, οπαδός του Νίξον και υπέρ του πολέμου του Βιετνάμ. Η συνάντηση με τον Πρόεδρο Νίξον θα λάμβανε χώρα στις 21 Δεκεμβρίου 1970. Σε αυτήν την συνάντηση , ο Έλβις θα ζητούσε να ορισθεί μυστικός πράκτορας του FBI για την καταπολέμηση της κομμουνιστικής διείσδυσης στην αμερικάνικη νεολαία. Σύντομα θα κέρδιζε το ανάλογο σήμα και λίγο αργότερα θα δήλωνε: «Θεωρώ τους «Beatles» σημαντική δύναμη του αντιαμερικανισμού». Αυτή του η άποψη οφειλόταν στην επίσκεψη των «τεσσάρων υπέροχων» στην βίλλα του στο Χόλυγουντ το 1965. Εκεί ο Λένον δήλωσε την απέχθεια του για τον Τζόνσον και τον πόλεμο του Βιετνάμ. Κάτι που θα έκανε τον Έλβις, αλλά και τον φίλο του, Τομ Τζόουνς, να τον απεχθάνονται για τις αντιαμερικανικές δηλώσεις του.
Ο Έλβις απεχθανόταν τον αριστερό αντιαμερικανισμό του Λέννον
Σύμφωνα με την «Daily Mail» της 7ης Ιανουαρίου 2011, ο Έλβις έπεισε τον αντικομμουνιστή διευθυντή του FBI, Έντγκαρ Χούβερ να διώξει τον Λένον από την χώρα. Όταν αυτό έγινε το 1972, ο Έλβις είπε στον Τομ Τζόουνς: «Έπρεπε να τον είχαν απελάσει, εδώ και πολύ καιρό!».
Κατά τραγική ειρωνεία, ο Έλβις πέθανε από διάφορες ουσίες στις οποίες τον έμπλεξε ο Έλληνας γιατρός του. Όμως για πόλλους, η πραγματική πνευματική διαθήκη του Πρίσλεϋ ήταν το «America the Beautiful» (Αμερική η Όμορφη) των Σάμουελ Γουάρντ και Κάθριν Λη Μπέητς.
Ένα τραγούδι που θεωρείται ο δεύτερος εθνικός ύμνος των ΗΠΑ και που βρισκόταν στην δεύτερη πλευρά του τελευταίου του μικρού δίσκου:
«Ω! Όμορφη για αυτούς που απέδειξαν ότι είναι ήρωες Σε μάχες για την ελευθερία Για αυτούς που περισσότερο από τον εαυτό τους Αγάπησαν την πατρίδα τους Και τον οίκτο περισσότερο από την ζωή».
Έτσι ο Έλβις, παρόλο που πολλοί τον κατηγόρησαν ότι δημιούργησε ένα αντι-παραδοσιοκρατικό είδος, στην ουσία ήταν ένας πατριώτης, ένθερμος Χριστιανός και παραδοσιακός στις πολιτικές του απόψεις.
του Δημήτρη Μπαλτά
Δρα. Καθηγητή Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου, αλλά και γνωρίζω καλώς ότι η σκηνοθεσία δεν είναι ιστορική πραγματεία ή βιογραφία. Εάν ο θεατής θέλει να προσεγγίσει την ζωή ενός προσώπου, θα ανατρέξει στο έργο του ή σε τεκμηριωμένες βιογραφίες. Κατά την έννοια αυτή, είναι ατυχής η συστηματική κριτική των ημερών μας, που επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στην ιστορικότητα της ταινίας ”Καζαντζάκης”.
Διαβάζω ότι ο σκηνοθέτης έκανε ”κακή σκηνοθεσία” επειδή λ.χ. στην ταινία του δεν περιέλαβε αναφορά στην Γαλάτεια Καζαντζάκη. Νομίζω ότι καλώς έπραξε που δεν περιέλαβε την εριστική Γαλάτεια στην ταινία του. Η οποία (Γαλάτεια) επέκρινε τον συγγραφέα όχι μόνον όσο ζούσε αλλά και μετά τον θάνατό του.
Διαβάζω επίσης ότι ο σκηνοθέτης έκανε ”κακή σκηνοθεσία” επειδή στην ταινία του ”αγιοποιεί” τον Καζαντζάκη. Αν και δεν αποδέχομαι την συνολική κοσμοαντίληψη του Καζαντζάκη, δεν θεωρώ ότι αυτή η απόπειρα, αν όντως επιχειρείται, εκ μέρους του δημιουργού είναι κάτι αρνητικό, την στιγμή μάλιστα που το έργο του Κρητικού συγγραφέα δεν διαβάζεται σήμερα, όπως άλλοτε.
Ομοίως, εάν ο θεατής ενδιαφέρεται να προσεγγίσει γεγονότα ιστορικά, θα ανατρέξει σε τεκμηριωμένα ιστορικά δοκίμια, όχι αποκλειστικώς και μόνον στην σκηνοθετική ( = αισθητική) αντίληψη ενός δημιουργού. Λ.χ. η σκηνή της σφαγής στα σκαλοπάτια της Οδησσού το 1905 στην ταινία ”Θωρηκτό Ποτέμκιν” του Σεργκέι Αϊζενστάιν είναι προϊόν της φαντασίας του Ρώσου δημιουργού. Δεν συνέβη το γεγονός της σφαγής, αλλά ο θεατής θυμάται, με μία συναισθηματική ή ιδεολογική φόρτιση, αυτό το εφεύρημα. Και η κριτική, φυσικά, εκθειάζει επί δεκαετίες, όχι άδικα, την περίφημη αυτή ταινία.
Ας αφήσουμε, επιτέλους, κύριοι κριτικοί, τον θεατή να κρίνει. Και αν δεν μπορεί να κρίνει, ας τον αφήσουμε τουλάχιστον να ψάξει τα πράγματα χωρίς κατευθυντήριες γραμμές.
Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος της συνέντευξης με τον δημοσιογράφο Παναγιώτη Λιάκο, γνωστό για την οξυδέρκεια του, το χιούμορ και την αγάπη του για τους Κλασσικούς. Με αφορμή το χιουμοριστικό του μυθιστόρημα «Εμείς οι δύο», μια ερωτική σχέση με φόντο την μνημονιακή Ελλάδα, βρεθήκαμε να μιλάμε για την πολιτική ορθότητα και την αποδόμηση του κλασσικού ανδρικού προτύπου.
Title
Παναγιώτη, στο βιβλίο εκδηλώνεις την αγάπη και την προτίμηση σου σε κάποιους συγγραφείς. Όπως η αντιπαραβολή που κάνεις ανάμεσα στον Στήβεν Κίνγκ και τον Λάβκραφτ. Τι σημαίνει για σένα ο Λάβκραφτ;
Για μένα είναι μακράν ο προσφιλέστερος εκ των ξένων συγγραφέων. Μαζί με τον Έντγκαρ Άλλαν Πόου (κακώς προφέρεται Πόε) αποτελεί ένα δίδυμο που σέβομαι και θαυμάζω. Δεν τίθεται θέμα συγκρίσεως με τον Στήβεν Κίνγκ. Άλλο να φας σε φαστ φουντάδικο και άλλο να φας στο καλύτερο γαλλικό εστιατόριο κάποιο ουράνιο έδεσμα μαγειρεμένο από τον καλύτερο σεφ. Είναι άλλο πράγμα. Άλλο να πιείς μια ξυνισμένη ρετσίνα και άλλο να πιείς αληθινά καλό κρασί. Τι να κάνουμε; Ούτως έχουσιν τα πράγματα.
Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΓΚΑΡ ΑΛΛΑΝ ΠΟΕ ΔΕΝ ΚΡΥΒΕΤΑΙ
Τι σου αρέσει στον Λάβκραφτ;
Η βιρτουοζιτέ του, η ευρυμάθεια του, η εξοικείωσή του με τα κλασσικά γράμματα (χαρακτηριστικά για τα οποία δεν διακρίνεται ο Στήβεν Κινγκ), το στυλ του και το ήθος του! Έχω διαβάσει αρκετά για τον βίο του πολλά πράγματα και εκεί ο Λάβκραφτ έχει αποδείξει και το υψηλό φρόνημά του και το ήθος του. Εκτός των άλλων συμφωνώ με την πολιτική του τοποθέτηση. Ήταν παραδοσιακός και συντηρητικός, όπως εγώ.
Να περάσουμε στον Πάουντ, του οποίου ένα ποίημα χρησιμοποιεί ο ήρωας σε κομβικό σημείο της πλοκής.
Είναι το ιδανικό ποίημα για αυτό το σημείο του μυθιστορήματος. Τι λέει ο ήρωας στο «Dompna Pois De Me No’ ous Cal – Αρχόντισσα μία και καθόλου δεν με νοιάζεσαι»; Από την στιγμή που η ιδανική (για εκείνον) γυναίκα αδιαφορεί εκείνος σμίγει με πολλές και παίρνει από κάθε μία ένα από τα χαρακτηριστικά της γυναίκας που τον απέρριψε. Αναπληρώνει την ποιότητα με την ποσότητα.
Όμως να πούμε ότι είναι ο ήρωας του βιβλίου μου που λατρεύει τον Πάουντ, όχι εγώ. Εμένα μου αρέσει κάπως, αν και δεν βρίσκεται και τόσο ψηλά στην κλίμακα των προτιμήσεων μου. Είναι εξαιρετικός, αλλά για να πούμε την αλήθεια από τους ξένους ποιητές μου αρέσουν περισσότερο ο Σαίξπηρ, ο Πόου (φυσικά), ο Μπάυρον, ο Σέλλεϋ, ο Γητς. Ενδιαφέρον έχουν και μορφές όπως ο Κρόουλι, που είχε… τερματίσει την έννοια της αντισυμβατικότητας και ο Μπωντλαίρ για να αναφερθώ και στους «καταραμένους».
Με χαρά τους διαβάζω, αλλά δεν τους έχω και τόσο περί πολλού. Ο καλύτερος ξένος δεν μπορεί να ξεπεράσει σε ύψος ούτε ένα σκαλοπατάκι από το παλάτι που έχω κτίσει στην συνείδησή μου για τον Κωνσταντίνο Καφάβη. Αν έχεις διαβάσει τα 154 ποιήματα, που έχει γράψει και αναγνωρίσει, έχεις καταλάβει το μεγαλείο και το δράμα της ελληνικότητας. Περιγράφει αυτό που λέμε Ελλάς από το Α έως το Ω. Επίσης περιγράφει αυτό που λέμε άνθρωπος από το Α ως το Ω.
Εννοείς ακμή και παρακμή;
Δεν είναι ακμή και παρακμή. Είναι στάδια. Ο Καφάβης ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ! Απέραντα τον εκτιμώ, τον έχω μέσα στην καρδιά μου. Είναι μεγάλη η τύχη μου που έχω πάει δύο φορές στην Αλεξάνδρεια και τις δύο φορές έχω πάει στο σπίτι του και προτείνω σε όλους τους Έλληνες να το κάνουν αυτό.
Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΙΑΚΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Στο βιβλίο κάνεις αναφορά στην «Γκέμμα» του Λιαντίνη. Τι γνώμη έχεις για τον Λιαντίνη;
Ήταν πολύ σημαντική προσωπικότητα του 20ου αιώνα ο Λιαντίνης. Ήταν σημαντικός δάσκαλος, πολύ σεβαστή η μορφή του. Μεγάλο το ανάστημα του. Πρέπει να καταχωρισθεί στους μεγάλους του Ελληνικού Πνεύματος των καιρών μας.
Τι είναι εκείνο που τον κάνει μεγάλο;
Το έργο του. Είναι Ελληνικός, σκεφτόταν εθνικά, είχε ωραίο τρόπο διατύπωσης. Η σκέψη του είχε βάθος. Και δεν πρόκειται να σταθώ καθόλου στον τρόπο θανάτου του, γιατί εκείνο που μένει είναι το έργο του. Και θέλω μέσα από αυτήν την συζήτηση να υπάρξει έστω και ένας αναγνώστης που να ενδιαφερθεί για το έργο του. Και μετά ας κρίνει μόνος του.
Τι ετοιμάζεις τώρα;
Ετοιμάζω το «Εμείς οι Δύο Νο 2», στο οποίο λύνονται πολλά ζητήματα και εκρεμμότητες του Νο 1.
Όπως ποιοι κυνηγούν τον Φώτη;
Α, μπράβο. Σημαντικό αυτό.
Θα είναι οι ίδιοι χαρακτήρες;
Θα είναι και οι υπάρχοντες χαρακτήρες και καινούργιοι. Μπορώ να σου πω ότι θα είναι κάπως πιο «σκοτεινό» από το πρώτο. Και πιο γρήγορο και ίσως πιο βίαιο.
Τόσο , ο Παύλος, όσο και ο Φώτης είναι κλασσικά αρσενικά. Πως βλέπεις τον κλασσικό άντρα σήμερα;
Ο κλασσικός άνδρας. Χα, άραγε είναι ευφημισμός ή πραγματικότητα; Αυτό που λέμε «κλασσικός άνδρας» έχει ηττηθεί παραχωρώντας λέξεις κι ύστερα έχει δώσει και πράγματα. Ο Νίτσε είχε πει ότι «ισχυρός είναι εκείνος που έχει την εξουσία του ονοματίζειν τι είναι καλό και τι είναι κακό». Και στις μέρες μας το κλασσικό πρότυπο του άνδρα, του ευγενικού, του τζέντλεμαν, του πολεμιστή του ενάρετου και όλων αυτών, δέχεται μια σφοδρή, συστηματική και αδιάκοπη επίθεση από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, από την διανόηση, από τα πανεπιστήμια, κυρίως τα Δυτικά πανεπιστήμια, τα οποία τον έχουν ψαρώσει με «Μickey Mouse studies».
ΜΕ ΤΟΝ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΤΗΒΕΝ ΜΠΕΡΝΣΤΑΙΝ ΣΤΗΝ ΣΥΡΟ
Δηλαδή;
Mickey Mouse Studies θεωρώ τα gender studies και αν τα φύλα είναι 62 αν είναι 162 και πότε και πόσο συχνά πρέπει να αλλάζουμε φύλο και άλλες τέτοιες υπερμεγέθεις αρλούμπες. Αυτές οι ανοησίες αλλά και άλλες παρόμοιες διατηρούν στην ζωή και στον αφρό του παγκοσμιοποιητικού υπονόμου και ταΐζουν όσους βαριούνται να δουλεύουν και σκέπτονται στρεβλά. Αυτή η αρλουμπολογία που αναπαράγεται από τα ΜΜΕ τον άνδρα τον έχει, τρόπο τινά, οδηγήσει σε αυτοχειρία, τον έχει νικήσει στον καναπέ του.
Τι γνώμη έχεις για όλην αυτήν την ατζέντα που λέει ότι ο άνδρας μπορεί να αναγνωρίζεται ως γυναίκα;
Αν κάποιος έχει το δικαίωμα με μια δήλωση του να αλλάζει το φύλο του, δηλαδή να ανατρέπει , μια βιολογική και οντολογική πραγματικότητα, τότε και εγώ γιατί να μην έχω το δικαίωμα να ανατρέπω την φορολογική μου πραγματικότητα; Να δηλώσω στην εφορία ότι εγώ δεν νοιώθω ότι πρέπει να πληρώσω ούτε σεντ φέτος, αλλά ότι εκείνοι πρέπει να μου πληρώσουν κάποιες χιλιάδες ευρώ.
Όλα αυτά τα θεωρώ χρυσοπληρωμένες μπούρδες, που πραγματικά χάνουμε τον χρόνο μας συζητώντας τες.
Για την πολιτική ορθότητα τι πιστεύεις;
Είναι από τα πιο βασικά προβλήματα της Δύσης και τα περισσότερα καρφιά στο φέρετρό της θα έχουν μπει από την πολιτική ορθότητα. Και έχω να πω το εξής: Η πολιτική ορθότητα σου λέει «Να μην γίνουμε σαν αυτούς, τους βαρβάρους, τους άξεστους, τους κακούς».
Ωραία, ας μην γίνουμε σαν αυτούς. Εγώ προτείνω να γίνουμε χειρότεροι! Αν δεχόμαστε επίθεση πρέπει να πολεμήσουμε με την ίδια δύναμη, την ίδια βία (και περισσότερη) και την ίδια αποφασιστικότητα. Στον πόλεμο δεν παρατάς κάτω τα βέλη, τα ακόντια ή και τους πυραύλους (αν έχεις) επειδή είναι «ανήθικο» να πλήττεις αντιπάλους μακρόθεν. Ό,τι έχεις το χρησιμοποιείς.
Όμως για ποια πολιτική ορθότητα μιλάνε; Στην ζωή, πρέπει να υπάρχει δικαιοσύνη και η πολιτική ορθότητα δεν είναι αυτό. Ειλικρινά, το σκέφτομαι εδώ και καιρό και πιστεύω ότι η πολιτική ορθότητα μεταφράζεται ως εξής: Βγάλε τα κλειδιά του σπιτιού σου από την τσέπη και δώς τα στον εχθρό, πήγαινε στον συμβολαιογράφο υπόγραψε την εκχώρηση του ακινήτου, πλήρωσε και τον συμβολαιογράφο, πλήρωσε τον αναλογούντα φόρο και άντε ζήσε σε χαρτόκουτο ή κλείσε μόνος σου τον εαυτό σου τον τάφο. Η πολιτική ορθότητα είναι Α-Υ- Τ-Ο-Κ-Τ-Ο-Ν-Ι-Α. Και χαίρομαι που στην μητρόπολη της πολιτικής ορθότητας εξελέγη ο Ντόναλντ Τραμπ.
Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΙΑΚΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ
Γιατί;
Εκφράζει ακριβώς εκείνη την συμπεριφορά, τις αντιλήψεις και τις ενέργειες που είναι κάθετα αντίθετες με την πολιτική ορθότητα. Πολιτική ορθότητα είναι η δικτατορία με τρόπους. Να μην λες την αλήθεια μην τυχόν και θίξεις κάποιον που θίγεται από την αλήθεια! Τρελό αυτό αλλά κυρίαρχο.
Μια τελευταία ερώτηση. Τι πιστεύεις για την Παράδοση;
Μόνο η Παράδοση και η επιστροφή στην Παράδοση μπορεί να σώσει την Ελλάδα και τον κόσμο. Όπως είπαν άνθρωποι σοφότεροι εμού, τα δένδρα πρέπει να έχουν ρίζες βαθιά στην γη και τα κλαδιά στραμμένα στον ουρανό. Έτσι και η χώρα μας, ο λαός μας πρέπει να επιστρέψει στην πλουσιότατη παράδοση μας παντί τρόπω. Και εννοώ και πολιτιστικό και πολιτικό και πολιτειακό.
Η ΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟΥ ΣΤΗΝ “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ”
Τι εννοείς με «πολιτειακό τρόπο;»
Πρόσεξε, οι Βασιλείς δεν ήταν όλοι καλοί. Η Βασιλεία ήταν για την Ελλάδα ένα εξαιρετικό σύστημα διακυβερνήσεως. Άλλωστε στην Ευρώπη δεν υπάρχει κανένα κομμουνιστικό κράτος, αλλά υπάρχουν πάνω από 15 συνταγματικές μοναρχίες. Πρέπει να το πω θα μου άρεσε η ιδέα για την Ελλάδα. Έχω την αμυδρά υποψία ότι το φως της αρχαίας Ελλάδας και η υπερχιλιετής αυτοκρατορία του Βυζαντίου συνδέθηκαν με ονόματα βασιλέων και αυτοκρατόρων. Εκτός κι αν είχαν άδικο οι αρχαίοι Έλληνες και οι Βυζαντινοί και δίκιο εμείς που μας διατάσσουν μη εκλεγμένα περιτρίμματα της Ευρώπης, γραφειοκράτες των Βρυξελλών, οινόφλυγες της Κομισιόν, και άλλοι ανεκδιήγητοι.
Μια διεισδυτική ανάλυση του κοσμοκαλόγερου της ελληνικής λογοτεχνίας στην πολιτική της εποχής του, η οποία παραμένει εκπληκτικά επίκαιρη, 120 χρόνια μετά.
“Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος. Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμα τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σε εξεθέωναν οι προεστοί κ’ οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθεώνουν» οι Βουλευταί κι οι Δήμαρχοι. Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ’ τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν ον ήθελαν παρουσιάσουν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει τη φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ’ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ’΄αυτού.Μεταξύ δύο αντιπάλων μετερχομένων την αυτή διαφθορά, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κι επιδεξιώτερον τον κόθορνον. Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας.
Τον Παναγιώτη Λιάκο τον γνωρίσαμε από τη δημοφιλή ραδιοφωνική εκπομπή «Οι Αδιάβροχοι» που παρουσίαζε παλαιότερα στο ραδιόφωνο του ΑΝΤΕΝΝΑ. Ακολούθησαν το «Περί Πωλητικής» στην καθημερινή «δημοκρατία» Το 2017, εξερεύνησε τον μαγικό κόσμο της πεζογραφίας και το αποτέλεσμα ήταν το μυθιστόρημα «Εμείς οι δύο» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πελασγός»
Πρόκειται για μία ξεκαρδιστική περιπέτεια στην οποία μετέχουν, θέλοντας και μη, μια παρέα φίλων κι ένα αταίριαστο ζευγάρι. Στο φόντο της δράσης η μνημονιακή Ελλάδα με τα άγχη και τα προβλήματα, τις κωμικοτραγικές καταστάσεις, τα αδιέξοδα και τις λύσεις ανάγκης.
Για μας υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς και σκεφθήκαμε να κάνουμε μία συνέντευξη μαζί του.
Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη
Παναγιώτη, πολλοί σε ξέρουν από τα κείμενα στην “Δημοκρατία” και παλιότερα από την ραδιοφωνική εκπομπή “Αδιάβροχοι” στο ραδιόφωνοι του Antenna. Πάντα έχουν μια δόση χιούμορ όσα γράφεις, πώς, όμως, αποφάσισες να γράψεις ένα καθαρά χιουμοριστικό βιβλίο, όπως το “Εμείς οι δύο”;
Η μητέρα μου, την οποία έχασα φέτος, νοσηλεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2012 στο νοσοκομείο “Αττικόν”. Είχε υποστεί τότε ένα οξύ έμφραγμα. Νοσηλεύτηκε στην καρδιολογική κλινική. Τις ώρες που βρισκόμουν εκεί και της έκανα παρέα αποφάσισα να γράψω κάτι σατυρικής φύσεως για να διασκεδάσω τον εαυτό μου.
Να πάρουμε τους ήρωες του βιβλίου σου; Πως θα περίγραφες τον Παύλο, τον κεντρικό ήρωα; Λαϊκό;
Δεν είναι απόλυτα λαϊκός. Ανήκει σε μια τάξη που αποτελεί «θήραμα», είδος υπό εξαφάνιση στην νεοταξική ζούγκλα μας: την μεσαία τάξη. Ο ήρωας σκέφτεται λαϊκά αλλά δεν είναι λαϊκός στις οικονομικές δυνατότητές του. Έχει έναν αποτυχημένο μεν, αλλά υπαρκτό εκδοτικό οίκο. Λαϊκό είναι το κοινωνικό του περιβάλλον του, το υπόβαθρο του, οι πειραϊκές παραστάσεις του και η λατρεία του για τον Ολυμπιακό. Όμως, την κρίσιμη ώρα, εκείνη που φτάνει στο γκισέ για την πληρωμή των οφειλών του, πατάει στις ισχυρές πλάτες του πατέρα του.
Από την παρουσίαση του “Εμείς οι Δύο” Από αριστερά: Παναγιώτης Λιάκος, ο εκδότης Γιάννης Γιαννάκενας οι καθηγητές πανπιστημίου Χρίστος Γούδης και Αλκιβιάδης Κ. Κεφαλάς και ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος
Η Ναταλία και ο Παύλος είναι δύο άτομα από διαφορετικούς κοινωνικούς κόσμους. Τι φταίει και δεν κολλάνε;
Είναι η πολιτιστική απόσταση. Για να έρθεις κοντά με κάποιον αληθινά, πρέπει να συμβαίνουν δύο τινά. Να υπάρξει ένας σωματικός, ορμονικός, χημικός, όπως θέλετε πείτε τον, συντονισμός, αλλά να υπάρξει και ένα κοινό πολιτισμικό πλαίσιο. Αν ο ένας άνθρωπος φτάνει μέχρι να βλέπει τουρκικά σήριαλ στην τηλεόραση και ο άλλος διαβάζει Βιζυηνό, δεν ταιριάζουν. Ή αν ο ένας παίζει «Στοίχημα» και η άλλη διαβάζει Γκαίτε, παίζει πιάνο, της αρέσει η κοσμολογία και ποτέ δεν τέμνονται οι πνευματικές αναζητήσεις τους, δεν ταιριάζουν. Ακόμα κι αν τους κρατήσει κάποιον καιρό η σάρκα, θα τους χωρίσει το πνεύμα.
Βλέπουμε στην ιστορία, ότι αντίθετα με αυτό που προωθεί το σύστημα, υπάρχει ένας ήρωας που έχει κάνει την θητεία του και νοιώθει περήφανος που είναι Έλληνας. Πιστεύεις ότι τέτοιος χαρακτήρας σήμερα θεωρείται απόβλητος;
Πρώτον, δεν κάνω στρατευμένη τέχνη. Όποιος κάνει στρατευμένη τέχνη είναι νοικιασμένη κάνη μιας συνήθως χυδαίας εξουσίας και θα δεχθεί και εξίσου βδελυρά κακόπιστη και στρατευμένη «κριτική». Δεύτερον, ο ήρωας μου μπορεί να έχει υπηρετήσει τον στρατό, αλλά δεν είναι δα και πεισιθανάτιος υπερήρωας. Μέσα στο βιβλίο λέει «Ευχαρίστως να πάρουμε την Πόλη, αλλά να μην χρειαστεί να κάνω εγώ πολλές θυσίες για αυτό». Αντιπροσωπεύει δηλαδή τον μέσο όρο, αν υπάρχει όντως αυτός ο περιλάλητος μέσος όρος. Αυτός ο νοητός «μέσος όρος» ευχαρίστως θα ήθελε την Πόλη, αλλά χωρίς θυσίες. Δεν έχουμε ακούσει από πολλούς αυτές τις ημέρες να λένε «Γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος;» Αυτή η ερώτηση από μόνη της είναι βλακώδης. Έχεις ξεσηκωθείς εσύ για να κατηγορείς τους άλλους, ότι δεν ξεσηκώνονται;
O Παναγιώτης Λιάκος στο γραφείο του στην “δημοκρατία”
Να μιλήσουμε για τον Φώτη, τον φίλο του Παύλου που είναι στην Ε.Υ.Π;
Θα μπορούσε να είναι μια γνώριμη φυσιογνωμία. Θα μπορούσε να υπάρχει στο ημεδαπό οικοσύστημα των υπηρεσιών επειδή δεν λειτουργεί πάντα υπηρεσιακά. Λειτουργεί κατά μία έννοια εξωθεσμικά. Έχει «δουλειές» δικές του πέρα των καθιερωμένων. Και είναι και λίγο τυχοδιώκτης και ολίγον… ζιγκολό. Είναι ένας χαρακτήρας που έχουν συμπαθήσει ιδίως οι γυναίκες που διάβασαν το βιβλίο. Αυτές οι μορφές μάλλον αρέσουν. Κάποιες από τις γυναίκες έλκονται από τα «κακά», ατίθασα παιδιά. Όταν τελειώσει η περίοδος της έλξεως φροντίζουν να αποκατασταθούν με τα «καλά», «ήσυχα» παιδιά. Τουλάχιστον έτσι δείχνουν στην αρχή οι «καλοί» και οι ήσυχοι.
Υπάρχει και η Γιώτα.
Βεβαίως
Αυτή τώρα είναι ερωμένη ή καλή φίλη του Παύλου;
Θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω σαν ένα «μπλού τσιπ» από το χαρτοφυλάκιο των συναισθηματικών μετοχών του πρωταγωνιστή. Είναι ένας χαρακτήρας που υπάρχει γύρω μας. Και σε μένα είναι πολύ συμπαθής. Είναι μια προσωπικότητα που μπορείς να εμπιστευτείς.
Το πρώτο βιβλίο του Παναγιώτη Λιάκου
Είναι, αν έχω καταλάβει καλά, η πρώτη του σχέση;
Μία από τις πρώτες. Μάλλον η βαθύτερη. Παραμένει μια πολύ καλή φίλη. Η Γιώτα αποτελεί ένα συναισθηματικό κρησφύγετο. Η μορφή της μπορεί να φαίνεται υποτονισμένη, αλλά είναι κυρίαρχη, δεσπόζει. Παρόλο που δεν της φαίνεται, είναι μπαλαντέρ. Γνωρίζει χαρτιά του πρωταγωνιστή που δεν ξέρει κανένας. Ούτε καν ο ίδιος.
Εμένα μου αρέσει που όταν έχει πρόβλημα, συγκαλεί σε έκτακτο «συμβούλιο» τους φίλους του.
Σπάνιο, εξαιρετικά πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο οι φίλοι. Και δεν μιλώ για τους καλούς γνωστούς. Καλούς γνωστούς μπορείς να έχεις και δέκα και είκοσι. Φίλους όμως; Έναν; Δύο; Η λέξη είναι μεγάλη – τόσο μεγάλη που χωράει από έναν φίλο μέχρι κανέναν. Ας αναρωτηθούν οι αναγνώστες μας: Έχουν κάποιον φίλο, που στην δύσκολη στιγμή θα είναι εκεί; Που να μην θέλει τίποτα και να είναι έτοιμος να δώσει τα πάντα;
Έχει αποδειχθεί ότι όσοι έχουν φίλους, έχουν και καλύτερη υγεία. Έχουν λιγότερο στρες, λιγότερο άγχος, μεγαλύτερο αίσθημα ασφάλειας, αυτοπεποίθηση, αισιοδοξία. Πάρα πολύ καλό αυτό. Μεγάλο γιατρικό.
Με αρέσει κάτι που λες στον «Βασιλιά του Κόσμου» περί Θεού και θανάτου.
Πρώτον, εάν αποκολλήσουμε την ύπαρξη μας από τον Θεό, εμείς θα χάσουμε, όχι ο Θεός. Ο Θεός είναι αμέθεκτος. Είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, αλλά είναι δεν επηρεάζεται από τον διαποτισμό των πάντων με την ουσία Του. Τα πάντα επηρεάζονται από Εκείνον αλλά Εκείνος μένει αμετάβλητος, τέλειος, άχρονος, άναρχος, ατελεύτητος. Από την σχέση Του με τον άνθρωπο, ο άνθρωπος μεταβάλλεται σε σχέση με τον Θεό.
Η απόσταση που έχει δημιουργηθεί μεταξύ του τωρινού ανθρώπου με τον Θεό αποτελεί βασικό πρόβλημα του Δυτικού πολιτισμού. Και όσο μεγαλώνει αυτή η απόσταση, τόσο πιο γρήγορα θα συντριβούμε ολοκληρωτικά.
Και δεν θέλω να ακούω βλακείες του τύπου «Να γίνουμε Ιράν;» ή «να γίνουμε τζιχαντιστές;» . Το λέω αυτό γιατί αν το πεις αυτό δημόσια, ο κάθε μπαμπουϊνος που θέλει να το παίξει έξυπνος θα πεί «Και τι να γίνουμε; Ιράν, θεοκρατία;» Αυτά είναι βλακώδη. Είναι σαν να πεις «Θέλω ένα ποτήρι νερό» και να σου πούνε «Τι; Θέλεις έναν καταπιείς έναν ωκεανό;» Κάνουν κάτι τέτοιες αναγωγές στα ΜΜΕ, που είναι πέρα από εκνευριστικές και εκθαμβωτικά ηλίθιες και φτηνές.
Στο Εστία TV με τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Αλέξανδρο Κολλάτο
Υπάρχει Θεός;
Ο Θεός υπάρχει. Και ο θάνατος υπάρχει. Το έχουμε δει να συμβαίνει. Σε σχεδόν όλους. Η σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο είναι κάτι για το οποίο καλείται να προετοιμαστεί σε όλη του την ζωή. Είναι ένα ματς που διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα και η προθέρμανση για αυτό το ματς διαρκεί μια ζωή. Δεν έχω να πω κάτι άλλο για τον θάνατο. Προτείνω σε όλους να διαβάσουν Πλάτωνα, Μάρκο Αυρήλιο, τους Στωϊκούς γενικά, τους Νεοπλατωνικούς, να σκεφτεί καθαρά, να νοιώσει καλά και να δράσει αναλόγως. Δεν μπορώ να προτείνω σε κάποιον τρόπο διαχείρισης του βίου ή του θανάτου. Ένα έχω να προτείνω: να αποδείξουν οι θνητοί ότι υπάρχει ζωή πριν τον θάνατο! Η μεταθανάτια ζωή θα μας αποδειχθεί, θέλουμε, δεν θέλουμε. Εμείς πρέπει να αποδείξουμε ότι ζήσαμε πριν τον θάνατο. (Συνεχίζεται)