ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
2 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 190)

Είχα μια ευχάριστη έκπληξη χθες βράδυ. Εντελώς τυχαία έπεσε στα χεριά μου και είδα την εκπληκτική ισπανική ταινία «Το μικρό νησί». Εκ των υστέρων έμαθα ότι κέρδισε το 2014, δέκα βραβεία Γκόγια  δλδ τα ισπανικά Όσκαρ, μεταξύ των οποίων κι αυτά της καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου και πρώτου ανδρικού ρόλου για την εξαιρετική ερμηνεία του Χαβιέ Γκουτιέρεζ.

του Τάσου Νικάκη

Άλλοτε μου θύμιζε το «Chinatown”  του Πολάνσκι και άλλοτε πλησίαζε το  “Seven” χωρίς όμως καμιά τάση μιμητισμού και προσηλωμένο καθαρά στην προβληματική Ισπανική ατμόσφαιρα της μεταΦράνκο εποχής, τοποθετημένο στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Υπέροχη φωτογραφία από τον Άλεξ Καταλάν, καταπληκτική μουσική επένδυση από τον Χούλια Ντε Λα Ρόσα και μαθήματα εμπνευσμένης σκηνοθεσίας από τον Αλμπέρτο Ροντρίγκεζ.
Εκτυλίσσεται γρήγορα, κρατά καθηλωμένο τον θεατή και δεν του επιτρέπει να αποσπάσει την προσοχή του ούτε ένα δευτερόλεπτο.

«Το μικρό νησί» με το νεονουάρ ύφος τους πολύπλοκους και σταθερούς χαρακτήρες του και ήρωες αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει μόνο το Χόλυγουντ και οι ακριβοπληρωμένες Αμερικάνικες παραγωγές .Δεν υστερεί και δεν υπολείπεται σε τίποτα αντίθετα το θεωρώ πολύ ανώτερο κι επιστροφή σε ένα υγιές σινεμά.

 

Δεν θα αναφέρω τίποτα για την υπόθεση γιατί θέλω να σας αφήσω να το απολαύσετε.

του Τάσου Νικάκη

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Είχα μια ευχάριστη έκπληξη χθες βράδυ. Εντελώς

Δεν θα μπορούσα να ξεκινήσω μία ομιλία για τους προραφαηλίτες, χωρίς πρώτα να κάνω την μοιραία σύνδεση με το θέμα της προηγούμενης ομιλίας μου, το θεσμό της ιπποσύνης και το αντίκτυπο που αυτός είχε στην ευρωπαϊκή κουλτούρα.

του Γιώργου Μπαστάκη Σχοινά

Κατά την εποχή του 19ου αιώνα και κυρίως με το κίνημα του ρομαντισμού και της «γοτθικής αναβιώσεως», η ιπποσύνη απετέλεσε την κύρια πηγή έμπνευσης των καλλιτεχνών που θέλγονταν από παραδοσιακές  αξίες και αναπολούσαν το θαυμαστό, σε αντίθεση με το κλίμα της εκβιομηχάνισης και του δοξασμού της «ανθρωπίνου λογικής» έτσι όπως ερμηνευόταν μέσα από τον απόλυτο θετικισμό της εποχής του δαρβινισμού και τον διαλεκτικό υλισμό.  

Ήταν τότε που τέθηκαν οι βάσεις όλου του σύγχρονου κόσμου της διανόησης αλλά και των αναπόφευκτων πολώσεων που προέκυψαν μέσα από τις μοιραίες διαφοροποιήσεις. (Μέχρι και σήμερα, πολύ συχνά εάν όχι πάντοτε, όταν θέλουμε να μιλήσουμε πολιτικά ή φιλοσοφικά, ανατρέχουμε  στους βικτωριανούς, με αποτέλεσμα, παρά τις φαινομενικές αντιθέσεις, να μπορούμε να ανιχνεύσουμε πίσω από τις σύγχρονες απόψεις την παλαιά εκείνη ρίζα.)

Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε πως κατά την εποχή που αυτό που ονομαζόταν «θετική σκέψη» ζούσε την απόλυτη δόξα και ακμή της, η ιπποσύνη, καθώς και οι παραδοσιακοί τύποι και οι αξίες που εκπροσωπούσε, φάνταζαν σαν ένα αντιδραστικό, συντηρητικό κατάλοιπο, ενάντιο προς την πρόοδο της υλικής αφθονίας που παρείχε η μαζική παραγωγή αγαθών- ένα επίτευγμα της ανθρώπινης λογικής.

Κατά την πρώτη εποχή του ρομαντικού κινήματος, στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, έλαβε τόπο ένα κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο που επηρέασε βαθιά την πολιτική σκέψη: το «πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης» και η δίψα των ανθρώπων για κοινωνική δικαιοσύνη, έβρισκε έρεισμα στον καλλιτεχνικό κόσμο. Πρωτοποριακές και τολμηρές κοινωνικές ιδέες εκφράζονταν μέσα από μία ουτοπική συνύπαρξη του κόσμου των ιδεών με αυτό της ύλης. «Ογκόλιθοι» της πρώτης εκείνης ρομαντικής περιόδου, όπως ο Γουόρντσγουόρθ και ο Πέρσυ Σέλλεϋ είχαν επηρεαστεί από πολιτικές απόψεις όπως αυτές που εκφράζονταν στο έργο του Γουίλλιαμ Γκόντουιν «Έρευνα Σχετικά με την Κοινωνική Δικαιοσύνη» όπου προτείνεται ένας δρόμος ώστε δια της «ειρηνικής επαναστάσεως» η κοινωνία να φτάσει στο σημείο να απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο δικαίωμα στα αγαθά, χωρίς την προϋπόθεση κάποιας κεντρικής εξουσίας.

Σύντομα όμως το παράδειγμα των επαναστατών της Γαλλίας έσβησε στα μάτια των ρομαντικών, ταυτόχρονα με τον ερχομό της περιόδου της τρομοκρατίας του Ροβεσπιέρου και ακόμη περισσότερο, με το ιμπεριαλιστικό κράτος του Ναπολέοντα- κάνοντας τον  Γουόρντσγουόρθ να αναφωνήσει πως οι επαναστάτες τελικά

«…έγιναν Καταπιεστές με την σειρά τους.

Οι Γάλλοι μετέτρεψαν έναν πόλεμο αυτό- άμυνας

σε έναν Κατακτητικό, χάνοντας την θέα όλων αυτών για τα οποία πάλεψαν.»

Ο Γουίλιαμ Μπλαίηκ (1757- 1827), ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της Βρετανίας διαχρονικά, ενώ υπήρξε φανατικός πολέμιος των κοινωνικών και θρησκευτικών προκαταλήψεων και των διανοητικών αγκυλώσεων που συνεπάγονταν αυτά, ωστόσο, δεν μπορούσε να συνυπάρξει με τον κόσμο της εκβιομηχάνισης και να τον αποδεχτεί ως «το μέλλον της ανθρωπότητας». Με αρνητικό δέος παρατηρούσε τις καμινάδες να υψώνονται η μία μετά την άλλη εκεί που παλαιότερα έστεκαν γραφικά σπίτια, παλαιές επιχειρήσεις ή δάση. Όπως ο ίδιος αναφέρει, κάποια στιγμή είδε ένα παιδί να έχει κοιμηθεί εξαντλημένο στον δρόμο, δίπλα στο σπίτι του, προφανώς, μετά από ώρες εργασίας στο εργοστάσιο. Τα ρούχα του σκισμένα και βρώμικα, τα πόδια του γυμνά. Η εικόνα αυτή τον συγκλόνισε και μπορεί να τον έκανε να εμπνευστεί τους στίχους του άτυπου «εθνικού ύμνου» των Άγγλων

« Και μήπως αυτά τα πόδια στην αρχαία εποχή,

περπάτησαν επάνω στα πράσινα Αγγλικά βουνά;…

και χτίστηκε η Ιερουσαλήμ εδώ,

ανάμεσα σε αυτούς τους Σατανικούς Μύλους;»

(Όπου ως «σατανικούς μύλους» εννοεί τα εργοστάσια και τις καμινάδες που κυριαρχούσαν πλέον στο αστικό τοπίο. Ένα σύμβολο της ηθικής και συναισθηματικής τελμάτωσης της βιομηχανικής εποχής που ανθούσε.)

Η τότε πόλωση ανάμεσα στον κόσμο της «προόδου» που εκπροσωπούνταν από τον δοξασμό της ύλης και του «πνεύματος της πρακτικότητας», που προέβαλλε θριαμβευτικά από την μία, και του κόσμου της «συντήρησης» που διαπνεόταν από την παράδοση αφ’ ετέρου, μοιραία εξέλαβε ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.

Η αμφισβήτηση της εξουσίας των αριστοκρατών σε πρακτικό επίπεδο, σήμαινε ταυτόχρονα την αμφισβήτηση των θρησκευτικών, ιδεαλιστικών  και αρχαϊκών αξιών

Η βιομηχανική επανάσταση, όντας η έναρξη της εποχής της μηχανής και της αφθονίας αγαθών, κοινωνικά και οικονομικά σήμαινε την μετατόπιση του πλούτου από αυτούς που κατέχουν γη (δηλαδή τους αριστοκράτες), σε αυτούς που κατέχουν τα εργοστασιακά μέσα παραγωγής, τους λεγόμενους «νεόπλουτους τυχάρπαστους» ή «άξιους αυτοδημιούργητους» (αναλόγως από ποια οπτική εξέτασε κανείς το φαινόμενο).

Έτσι, ενώ μέχρι προ τινός, η εξουσία της αριστοκρατικής κάστας ήταν αδιαμφισβήτητη, πλέον, μέσω των επιτευγμάτων του ανθρώπινου μυαλού, οι δυνατότητες εξέλιξης σε πραγματιστικό επίπεδο ήταν, εν δυνάμει, ένα προνόμιο που αφορούσε την «προσωπικότητα» και όχι την καταγωγή.

Κατά συνέπεια, η αμφισβήτηση της εξουσίας των αριστοκρατών σε πρακτικό επίπεδο, σήμαινε ταυτόχρονα την αμφισβήτηση των θρησκευτικών, ιδεαλιστικών  και αρχαϊκών αξιών που φαίνονταν να εκπροσωπούν, αξιών που αντικατόπτρίζαν στο μυαλό των υλιστών ένα κόσμο προκατάληψης και δεισιδαιμονίας (πχ Θρησκευτικό συναίσθημα).   

Ο, κλασικός πλέον, αμερικανός συγγραφέας Μάρκ Τουαίην, στο σατιρικό βιβλίο του «Ένας Γιάνκης από το Κοννέκτικατ στην Αυλή του Βασιλιά Αρθούρου» (1889) ασκεί κριτική στις ιπποτικές αξίες των ηρωισμών και των πολέμων, όπως και της κληρονομικής διαδοχής, βάζοντας έναν σύγχρονό του αμερικανό να «διδάσκει» στους «πρωτόγονους μεσαιωνικούς» τις αξίες της «σύγχρονης δημοκρατίας» έτσι όπως εκφράζονταν τότε από το ουμανιστικό όνειρο της  «χώρας της ελευθερίας». Το έργο, πέρα από το προφανές νόημα, επιχειρεί να διακωμωδήσει όλη την σύγχρονή του λογοτεχνική τάση για επιστροφή στην παράδοση και την ρομαντική άποψη περί του κώδικα της ιπποσύνης, όπως και να εκφράσει το μίσος του για τον Σερ Ουόλτερ Σκόττ.   

Παρ’ όλα αυτά όμως, το πνεύμα της βιομηχανικής επανάστασης, απείχε πολύ από το κοινωνικό πρότυπο της ισομέρειας αγαθών και δικαιωμάτων που φαντάζονταν οι οπαδοί του. Οι πόλεις γέμισαν εργοστάσια, στων οποίων τα βάθη η φράση «ανθρώπινα δικαιώματα» δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει, πόσο μάλλον να ακουστεί: Παιδιά δούλευαν νυχθημερόν στις μηχανές, ενώ ο μέσος όρος ζωής των ανθρώπων που βίωναν εντός του βιομηχανικού περιβάλλοντος ήταν στα 30 έτη. Το αντίκτυπο που είχε αυτή η αλλαγή, τόσο στο φυσικό τοπίο όσο και στον τρόπο ζωής των, λεγόμενων, «απλών ανθρώπων», είναι ακόμα ορατός στην «μαύρη χώρα» (black country) της περιοχής του Κάννοκ της Αγγλίας: Μαύροι λόφοι από κάρβουνο υψώνονται μέχρι και σήμερα στην περιοχή των ανθρακωρυχείων, όπου, κατά την εποχή της ακμής τους, «ο ουρανός ήταν πάντα μαύρος». Ο θρύλος λέει πως όταν η Βασίλισσα Βικτωρία χρειάστηκε να διασχίσει την χώρα με την άμαξά της, έκλεισε τις κουρτίνες μη αντέχοντας να βλέπει έξω.   

Ήταν μοιραίο μέσα σε αυτό το κλίμα να δημιουργηθούν δύο κύρια ρεύματα εντός του καλλιτεχνικού κόσμου.

Το πρώτο εξέφραζε το πρακτικό πνεύμα μίας ανατέλλουσας εποχής- επρόκειτο για τους «προοδευτικούς» που πίστευαν ακράδαντα στην ανθρώπινη επιστημονική θετική λογική, στην «παρατήρηση και το πείραμα», την οικονομική- πραγματιστική- ποσοτική λύση στα ανθρώπινα αδιέξοδα, όπου μέσα από το έργο τους καυτηρίαζαν τους θεσμούς και προέβαλλαν «κοινωνικό μήνυμα», προς υπεράσπιση των κατώτερων τάξεων και των κοινωνικών προκαταλήψεων. Αυτοί στον βιομηχανικό κόσμο έβλεπαν ένα νέο κόσμο ίσων ευκαιριών, όπου η λογική και όχι η δεισιδαιμονία θα οδηγούν την ανθρωπότητα, προς ένα μέλλον κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας, έναν κόσμο υλικής αφθονίας.

Το δεύτερο αποτελούσε τον καλλιτεχνικό κόσμο που εμπνεόταν από την παράδοση και τις διαχρονικές ηρωικές αξίες, αναγνωρίζοντας σε αυτό που ονομάζουμε «πολιτισμό» μία συνέχεια από την κλασική αρχαιότητα μέχρι την σύγχρονή τους εποχή- με επίκεντρο όχι τις τεχνολογικές εξελίξεις αλλά τις αξιακές δομές. Οι καλλιτέχνες αυτοί έβλεπαν την εκβιομηχάνιση και την ανάπτυξη των γκρίζων μεγαλουπόλεων σαν μία τεχνολογική πρόοδο που, εν τούτοις εξέφραζε μία πολιτιστική οπισθοδρόμηση, όπου ο άνθρωπος απομακρυνόταν από το φυσικό του περιβάλλον και τον τρόπο ζωής, για να συντριβεί εντός ενός αφύσικου και απρόσωπου τοπίου.

Γι’ αυτούς, η ανθρώπινη λογική των μετρήσεων και των αριθμών, δεν θα μπορούσε ποτέ να φέρει την «λύτρωση», εφ’ όσον ο άνθρωπος απαρνείται την πνευματικότητά του

Το έργο αυτών των καλλιτεχνών δεν εστίαζε στο «κοινωνικό μήνυμα» αλλά στην ανάδειξη των πολιτιστικών προτύπων που βασίζονταν στην παράδοση, με τρόπο αισθητικά εκλεπτυσμένο, ώστε να συμβάλλει σε μία βαθύτερη ψυχική καλλιέργεια με έντονο το συναισθηματικό, συγκινησιακό στοιχείο- ένα στοιχείο που έλλειπε τόσο πολύ από την αστική καθημερινότητα των «λογιστικών πράξεων που μιμούνταν συλλογισμούς». Γι’ αυτούς, η ανθρώπινη λογική των μετρήσεων και των αριθμών, δεν θα μπορούσε ποτέ να φέρει την «λύτρωση», εφ’ όσον ο άνθρωπος απαρνείται την πνευματικότητά του, την ιδεαλιστική αντιμετώπιση της ζωής και την εσωτερική διάσταση των κοινωνικών φαινομένων που θέλει να απορρίψει ή να εναγκαλιστεί. Αυτοί συχνά χαρακτηρίσθηκαν «συντηρητικοί» και  «εκτός πραγματικότητας».

Όμως, όπως αποδεικνύεται μετά από 200 χρόνια, εν τέλει δεν ήσαν τόσο αιθεροβάμονες όσο αρχικά θέλαμε να πιστεύουμε. Πλέον έχουμε διαπιστώσει πως η εκβιομηχάνιση και η αφθονία των αγαθών δεν έχουν καταφέρει ούτε να εξαλείψουν την κοινωνική και την οικονομική αδικία, αλλά ούτε και να δημιουργήσουν ευτυχισμένους ανθρώπους. Όταν οι βικτωριανοί ρομαντικοί μιλούσαν για καταστροφή, τόσο του τοπίου (ως μία απαραίτητη για την ψυχική υγεία αισθητηριακή ποιότητα), όσο και του φυσικού περιβάλλοντος  (σε επίπεδο πρακτικό και αντικειμενικό), οι «προοδευτικοί» της εποχής τους χλεύαζαν, θεωρώντας τους αιθεροβάμονες που εθελοτυφλούν μπροστά στην αναπόφευκτη νέα εποχή της τεχνολογικής προόδου, εμμένοντας σε νεκρούς τύπους και ανούσιους συναισθηματικούς στοχασμούς.

(Οι «προοδευτικοί» της σημερινής εποχής, φυσικοί απόγονοι των πρώτων, αντίθετα από τους προκατόχους τους, εκφράζονται πλέον μέσα από το «οικολογικό κίνημα» στρεφόμενοι ενάντια στην μηχανή, αρνούμενοι όμως εξ ίσου την φυσική σύνδεση με το παρελθόν ως μία προκατάληψη και ερμηνεύοντας τον «φυσικό τρόπο ζωής», όχι ως μία απαραίτητη προϋπόθεση μέσα στην εξελικτική πορεία της συλλογικότητας, αλλά ως μία επιστροφή στην ζωώδη φύση, ως μία παλινδρόμηση προς τον πρωτογονισμό- απαραίτητη κατ’ αυτούς συνθήκη για την ανακάλυψη της πραγματικής φύσης του ανθρώπου που απωλέσθη από την «προκατάληψη του πολιτισμού».)

απο ομιλία του Γεώργιου Μπαστάκη Σχοινά

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΜΕΡΗ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

Βγαίνει στις 25 Ιανουαρίου 2017 η ταινία «Έξοδος 1826» του Βασίλη Τσικάρα , για ένα άγνωστο σχετικά γεγονός της Επαναστάσεως του 1821, όταν 120 Βλάχοι ξεκίνησαν να πάνε από τα βλαχοχώρια της Ηπείρου για να βοηθήσουν στην Έξοδο του Μεσολογγίου. Η ταινία βασίσθηκε στην ιδιωτική πρωτοβουλία (επιχειρηματίες και σύλλογοι των Γιαννιτσών), μιας και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου αρνήθηκε να το χρηματοδοτήσει παρόλο που έλειπαν μόνο λίγα λεφτά για να ολοκληρωθεί. Οι δε ηθοποιοί προερχόταν κυρίως από την Θεσσαλονίκη και την Βόρεια Ελλάδα. Είδαμε την ταινία σε δημοσιογραφική προβολή μια εβδομάδα πριν την έξοδο στις αθηναϊκές αίθουσες (Αλκυονίς) και την επομένη πήραμε μέσω skype συνέντευξη με τον σκηνοθέτη της Βασίλη Τσικάρα.

Συνέντευξη στον Γεώργιο Πισσαλίδη

Κύριε Τσικάρα  πείτε μας πως ξεκίνησε η ιδέα να φτιάξετε  μια ιστορική ταινία, εν έτει 2017;

Από μικρό παιδί που παρακολουθούσα κινηματογράφο, έβλεπα πολλές ιστορικές ταινίες και όσο μεγάλωνα, με ενδιέφερε να δω μέσα από την μεγάλη οθόνη να ξεπηδούν κομμάτια της Ελληνικής ιστορίας. Έτσι λοιπόν περνώντας τα χρόνια και ασκώντας την δημοσιογραφία και την έρευνα σε μία περίοδο, όπου έκανα ιστορικές έρευνες, θέλοντας να παρουσιάσω στον κόσμο κάποιες ιστορικές εκπομπές

Οι οποίες που προβαλλόταν;

Η εκπομπή λεγόταν “Ιστορικές στιγμές” και προβαλλόταν στο εκκλησιαστικό κανάλι 4Ε στην Βόρεια Ελλάδα. Και κάποια στιγμή έπεσα πάνω στο θέμα των “Παιδιών της Σαμαρίνας” μέσα από το δημοτικό μας τραγούδι και συνειδητοποίησα ότι ελάχιστοι γνώριζαν ότι αυτό το δημοτικό τραγούδι βασιζόταν σε μια αληθινή ιστορία του 1826. Ξεκίνησα να αναζητώ ιστορικά στοιχεία, μίλησα με άτομα της πανεπιστημιακής κοινότητας, με εκπαιδευτικούς. Άρχισα να μιλάω με οικογένειες που είχαν την προφορική παράδοση, όπως είχε περάσει από τους παππούδες στα παιδιά όπως το είχαν ακούσει από τους δικούς τους παππούδες.

Έτσι παρόλο που τα στοιχεία δεν ήταν πάρα πολλά, άρχισε η συγγραφή του σεναρίου. Το οποίο σενάριο μπορούμε να πούμε ότι είχε πολλές περικοπές στην διάρκεια αυτής εδώ της περιπέτειας γιατί είχα ξεκινήσει να κάνω τα “Παιδιά της Σαμαρίνας” αλλά με έντονες σκηνές μέσα από το Μεσολόγγι. Δηλαδή πραγματικά ήθελα να γίνει μια αληθινά επική ταινία , να υπάρχει αναπαράσταση μέσα από το Μεσολόγγι και την Έξοδο.

Η ιστορία περνά μέσα από τα ίδια τα πρόσωπα των ανθρώπων, οι οποίοι άνθρωποι έρχονται κόντρα στον εαυτό τους και κόντρα με την Φύση.

Όταν δηλαδή πρωτοέγραψες το σενάριο ήταν πιο επικό;

Ναι ήταν πιο επικό. Και αυτό έγινε λόγω χρηματοδότησης. Χωρίς να υπάρχει χρηματοδότηση , δεν μπορείς να κάνεις τέτοια ταινία. Όμως εγώ είχα πείσμα ότι αν όχι τίποτα άλλο, ο κόσμος έπρεπε να μάθει την ιστορία για αυτό το τραγούδι , άρχισα σιγά – σιγά να κάνω περικοπές στα σενάρια. Δηλαδή έλεγα “ΟΚ, δεν μπορούν να γίνουν μάχες μεγάλης κλίμακος, έξω από μια πόλη”. Και έπρεπε να υπογραμμίσω την πορεία αυτών των παιδιών, την ψυχολογία τους και να μπορέσουμε να περάσουμε μέσα αυτής της ιστορίας, πληροφορία στο κοινό που έχει να κάνει με το δημοτικό μας τραγούδι και φυσικά να συνδυάσουμε την ιστορία με την Έξοδο του Μεσολογγίου. Γιατί η ιστορία των Παιδιών της Σαμαρίνας δεν είναι μόνο για τα παιδιά της Σαμαρίνας. Από δεκάδες χωριά σε όλη την χώρα, έφυγαν άνδρες για να βοηθήσουν στην Έξοδο του Μεσολογγίου.

Να ξεκινήσουμε τις ερωτήσεις για τη ταινία μιας και χθές την είδα σε δημοσιογραφική προβολή. Πως αποφάσισες να το κάνεις τρίγλωσσο και γιατί;

Κατ’ αρχάς τα ελληνικά είναι η μητρική μας γλώσσα. Με τα τούρκικα  ήθελα να δώσω μια πιστότητα της εποχής. Και η βλάχικη διάλεκτος ήθελα να την περάσω μέσα στην ταινία, γιατί στο μέλλον μπορεί να κινδυνεύσει και με αφανισμό. Διότι τα νέα τα παιδιά δεν μιλούν πλέον την γλώσσα των προγόνων τους. Ήθελα λοιπόν να την τιμήσω και νομίζω ότι για πρώτη φορά γίνεται σε ελληνική ταινία.

Ναι και δίνεις την άποψη ότι αυτοί ήταν βλαχόφωνοι αλλά στην σκέψη ήταν Έλληνες.

Ήταν Έλληνες στην σκέψη και Έλληνες στο DNA. Eγώ το μόνο που έχω να πω είναι να δούμε τα ονόματα τους. Είναι Φλώρος , είναι Τσάρας. Είναι δισύλλαβα Βλάχικα ονόματα που τα συναντάς σε όλη την χώρα. Είναι επίσης ονόματα που εκείνη την περίοδο λειτουργούσαν σαν παρατσούκλια: Καλογιάννης, Ζιώγας και Ζώγας. Δηλαδή αυτά ήταν επίθετα ελληνικά. Έχουμε τον  Μίχο Φλώρο, δηλαδή Μιχάλης Φλώρος. Έτσι που το συζητάμε αυτό είναι κάτι που δεν το διαπραγματεύομαι γιατί κάποιοι μπορούν  να λένε τα διάφορα τα δικά τους.  Οι Βλάχοι είναι Έλληνες.

Ήθελα να σε ρωτήσω για τις μάχες μέσα στην ταινία. Στην πρώτη μάχη είναι όταν αυτοί βρίσκονται απέναντι στον γιό του Σουλτάνου και τον φίλο του στρατιωτικό ακόλουθο της Αυστρίας, παρόλο που σηκώνουν τα όπλα για να δείξουν ότι θα γίνει η μάχη, η μάχη υπαινίσσεται. Δεν την δείχνεις. Υπήρχε συγκεκριμένος λόγος για αυτό η δεν μπόρεσες να το κάνεις λόγω χρηματοδότησης;

Καμία σχέση. Μπορούσαμε να κάνουμε τα πάντα. Απλά θέλαμε κινηματογραφικά να αφήσουμε να το καταλάβει ο κόσμος. Εγώ δεν ήθελα να κάνω μια ταινία να είναι φουλ στο αίμα και να δείξουμε  ότι γίνεται μάχη.

Οπότε καταλαβαίνω ότι δεν θέλεις να κάνεις ταινίες σαν τον «Παπαφλέσσα» και τους «Σουλιώτες». Θέλεις να κάνεις άλλου είδους ιστορικές ταινίες

Να πώ κάτι και να το υπογραμμίσω. Ότι εμείς είμαστε και επηρεασμένοι από τον σύγχρονο κινηματογράφο. Εγώ προσωπικά είμαι επηρεασμένος από τον Ευρωπαϊκό κινηματογράφο

Ο σκοπός μου ήταν να βγεί ο πόνος, να βγει η θυσία, η προσφορά για την πατρίδα, η αγάπη για τα παιδιά και την οικογένεια, η αγάπη για την ελευθερία.

Για πές μου για αυτές τις επιρροές και πως φαίνονται μέσα στην ταινία

Πολύ απλά πράγματα. Αν παρακολουθείς κάποιες ταινίες του Βορειοευρωπαϊκού κινηματογράφου, Σκανδιναυϊκές ταινίες να σου πω, που τα τελευταία δύο χρόνια παρακολουθώ πολύ και αρχίζω να επηρεάζομαι προσπαθούν οι σκηνοθέτες να φέρουν μια ισορροπία ανάμεσα στον άνθρωπο και την Φύση. Έτσι λοιπόν τα πρόσωπα και η Φύση κατέχουν μια εξέχουσα δυναμική με τους σκηνοθέτες να ρίχνουν το βάρος τους εκεί. Δηλαδή η ιστορία περνά μέσα από τα ίδια τα πρόσωπα των ανθρώπων, οι οποίοι άνθρωποι έρχονται κόντρα στον εαυτό τους και κόντρα με την Φύση.

Πως καταλήγει η ταινία;  

Η ταινία καταλήγει εντελώς ειρηνικά, εντελώς ποιητικά με μία ποιητική μάχη, αφαιρετική και νομίζω ότι στο τέλος βγαίνει το συναίσθημα στον θεατή. Και παίρνει τα συναισθήματα ο θεατής.

Νομίζω ότι όλη η ταινία δεν είναι η ιδέα της μάχης η των μαχών, αλλά μια αγωνία για την μάχη. Αυτό ήταν κάτι που είχες στο μυαλό σου η σου βγήκε πάνω στα γυρίσματα;

Υπάρχει μια αγωνία και μια προσμονή. Ναι το είχα στο μυαλό μου. Το  ήθελα όμως σταδιακά, γιατί ξεκινάει με την προετοιμασία των ανδρών που φεύγουν. Έχει ένα πιο αργό ρυθμό. Μπαίνει η πρώτη περιπέτεια, η δεύτερη περιπέτεια το οποίο σταδιακά σε βάζει να περιμένεις το τέλος της ταινίας. Να δείς τι θα γίνει. Και βλέπεις την μάχη όπως την έχουμε στήσει αφαιρετικά Και δεν ξέρω πόσο πειστική είναι. Εσείς θα το κρίνετε αυτό. Και αν ξέρεις τις ιστορικές πηγές τότε ξέρεις ότι ο Μίχος Φλώρος που πεθαίνει κάνει κάποια κίνηση και λέει κάτι στο αυτί του μελλοντικού γαμπρού του

Τι είναι αυτό που λέει;

Είναι τα λόγια του δημοτικού μας τραγουδιού. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση το δημοτικό μας τραγούδι βασίζεται στην αναφώνηση μιας μαυροφόρας που έβλεπε τους άνδρες να έρχονται λερωμένοι από τα αίματα. Γιώργο αυτό πρέπει να το υπογραμμίσουμε γιατί κάνεις μια προσπάθεια και ο κόσμος επειδή είναι ημιμαθής λένε διάφορα που είναι στα όρια του αστείου. Η προφορική παράδοση λέει ότι αυτοί οι άνθρωποι έφυγαν σαν γαμπροί μέσα στα κατάλευκα. Οι Βλάχοι έτσι ήταν. Φορούσαν τις καθαρές τους φουστανέλες όταν πήγαιναν στην μάχη μιας και δεν ήξεραν αν θα γυρίσουν ζωντανοί. Και αν έχεις παρατηρήσει στην ταινία, μετά την μάχη γυρίζουν λερωμένοι. Έτσι λοιπόν η μαυροφορεμένη λέει «Ωχ ρε παιδιά της Σαμαρίνας, γιατί είστε λερωμένα». Για αυτό και η μαυροφόρα και οι στίχοι του τραγουδιού είναι τα τελευταία λόγια του Μιχάλη Φλώρου στους άνδρες του όταν γυρίσουν στο χωριό όπου τους προτρέπουν να μην πουν ορισμένα πράγματα στην μητέρα η την αδελφή του.

Πολλούς θα τους εκπλήξει ότι ο απεσταλμένος που  περιμένουν είναι γυναίκα και είναι η Ελευθερία. Ήταν κατι που επέλεξες εσύ. Ήθελες να δηλώσεις κάτι με αυτήν την λεπτομέρεια;

Και τα δύο. Όσο αφορά τις γυναίκες του Μεσολογγίου γράφεται ξεκάθαρα ότι πολεμούσαν και οι γυναίκες. Και ήθελα να δείξω ότι μια γυναίκα θα μπορούσε να μεταφέρει ένα μήνυμα. Και είναι ντυμένη περίεργα σαν Τουρκαλβανός η σαν Αιγύπτιος. Και αυτό γίνεται για να ξεγελάσει. Δηλαδή αν κάποιος μπορεί να την δει με άλογο να μην καταλάβει ότι είναι γυναίκα. Μπορεί να είναι κάποιος άνδρας που κάπου κατευθύνεται. Όλο αυτό είναι ένα καμουφλάζ αγγελιοφόρου.

Χρέος είναι να συνειδητοποιείς ποιος είναι ο ρόλος σου στην κοινωνία και να πράττεις όχι μόνο για τον εαυτό σου, να πράττεις για όσους μπορεί να σε έχουν ανάγκη.

Για την τελική μάχη θα ήθελα να μιλήσουμε. Είπες προηγουμένως πως ήθελες να την κάνεις αφαιρετική.

Από την αρχή ήθελα να την κάνω αφαιρετική. Και το σενάριο έτσι είναι, αφαιρετικό. Είχα την δυνατότητα να περιμένω ένα μεγαλύτερο διάστημα και να κάνω την σκηνή ξεχωριστά χρησιμοποιώντας πολύ περισσότερους κομπάρσους και χρησιμοποιώντας την τεχνολογία. Δεν ήθελα. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Ο σκοπός μου ήταν να βγεί ο πόνος, να βγει η θυσία, η προσφορά για την πατρίδα, η αγάπη για τα παιδιά και την οικογένεια, η αγάπη για την ελευθερία. Και αυτό δεν χρειάζεται να βγει μετά από μια μεγαλοπρεπή μάχη. Μπορεί να βγει και μετά από μια αφαιρετική μάχη. Βγήκε έτσι όπως βγήκε. Δίνει μια ωραία αίσθηση.

Νομίζεις πως η αγάπη για την πατρίδα φαίνεται στον σημερινό κινηματογράφο; Εννοώ ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων διέπονται από ένα υγιή πατριωτισμό, αλλά αυτό δεν περνάει στο έργο των Ελλήνων σκηνοθετών.

Δεν είναι αυτοσκοπός του κινηματογράφου να περάσει τον πατριωτισμό, αλλά μιας και μιλάμε για σύγχρονο κινηματογράφο στο «Ο Θεός αγαπούσε το χαβιάρι» του Σμαραγδή, ο Βαρβάκης έδειχνε μια αγάπη για την πατρίδα. Οι ιστορικές ταινίες συνήθως το βγάζουν αυτό, νομίζω θέλοντας και μη δεν υπάρχει άλλη λύση. Μιλώντας πάντα για ιστορικές ταινίες έχει να κάνει και με το θέμα το οποίο αναπτύσσεις. Τώρα εδώ στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται να μην βγάλεις ένα πατριωτισμό, το οποίο γίνεται και πολύ κινηματογραφικά, έτσι έχει μία γλύκα η όλη διαδικασία και ένα πολύ έντονο συναίσθημα.

Εγώ ήθελα να θίξω πάρα πολύ το κομμάτι της οικογένειας, το κομμάτι της ελευθερίας και το κομμάτι του ύψιστου χρέους, που έχει ο καθένας από εμάς.

Για πές μας για το καθήκον στο χρέος και αυτήν την αίσθηση του χρέους.

Χρέος είναι να συνειδητοποιείς ποιος είναι ο ρόλος σου στην κοινωνία και να πράττεις όχι μόνο για τον εαυτό σου, να πράττεις για όσους μπορεί να σε έχουν ανάγκη. Και σε αυτήν τη περίπτωση ο άλλοι σε είχαν ανάγκη την βοήθεια. Και τι έγινε; Όταν υπήρξε για κάποια στιγμή μια σκοτεινή σκέψη «Τι πάμε να κάνουμε;» έρχεται μια κουβέντα από δύο διαφορετικούς ηθοποιούς που λένε: «Πάμε να βοηθήσουμε τα παιδιά που είναι κλεισμένα μέσα. Αυτό είναι το χρέος μας»  Κοίτα γύρω σου, τόσο πόνος, τόσο φρίκη. Που κάθεσαι και μπορείς να δακρύσεις;  Όταν τυραννιούνται τα ίδια τα παιδιά. Για μένα, η οικογένεια, τα παιδιά είναι το μέλλον ενός τόπου και όταν προσέχεις τα παιδιά, θα έχεις και πατρίδα, θα είσαι και λεύτερος, θα είσαι και πνευματικός ανεξάρτητος.

Ας κρατήσουμε αυτό για φινάλε. Σας ευχαριστώ για την συνέντευξη

Και εγώ Γιώργο.

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Βγαίνει στις 25 Ιανουαρίου 2017 η ταινία

Πριν από τρεις – τέσσερεις δεκαετίες κατά την περίοδο των θερινών μου διακοπών είχα παρατηρήσει πως ένα μεγάλο μέρος των αλλοδαπών τουριστών διάβαζε ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Ήταν «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών», ένας ογκωδέστατος τόμος που τράβηξε την προσοχή μου εξ αιτίας μάλλον του μεγέθους του και του παραμυθένιου εξωφύλλου που σε οποιαδήποτε γλώσσα και έκδοση αφύπνιζε εικόνες από τις παιδικές φαντασιώσεις μας.

Γράφει ο Νίκος Κοντογούρης

Ο συγγραφέας J.R.R. Tolkien ήταν τότε παντελώς άγνωστος στην Ελλάδα. Στην συνέχεια οι αναφορές κάποιων rock καλλιτεχνών στον Tolkien και στην επίδραση που άσκησε ο κορυφαίος αυτός συγγραφέας στη δομή της μουσικής τους, με έκαναν να αναζητήσω τα έργα του. Έτσι στην πρώτη επίσκεψή μου κιόλας στην Μ. Βρετανία, φρόντισα να αποκτήσω κάποια από τα βιβλία του με πρώτο και καλύτερο, πιο άλλο από το “Lord of the Rings”. Από εκεί πληροφορήθηκα για την θεωρεία της Μέσης Γης (Middle Earth), για τον Gandalf, για τους Hobbits, για την Galadriel και για κάποια άλλα ονόματα με τα οποία ήμουν απόλυτα εξοικειωμένος, αφού απλούστατα τα είχα συναντήσει επανειλημμένα μέσα από την rock ονοματολογία.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 αντιλήφθηκα για πρώτη φορά έργα του Tolkien να έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στην Ελληνική αγορά. Εκτός λοιπόν από την τριλογία «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» που χωρίζεται στα επιμέρους «Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού», «Οι Δύο Πύργοι» και «Η Επιστροφή του Βασιλιά», είδα το “Hobbit” και αργότερα το “Silmarillion” όπου βασίζονται στην ίδια θεωρεία της Μέσης Γης και των κατοίκων της. Θυμάμαι ότι χαμογέλασα ειρωνικά όταν παρατήρησα στις πρώτες σελίδες του “Hobbit” να αναφέρεται η ένδειξη «Παγκόσμια Λογοτεχνία για Παιδιά». Θεώρησα απίθανο το γεγονός να μπορέσει ένα παιδί να αντιληφθεί το βαθύτερο νόημα αυτών των έργων που είναι γεμάτα συμβολισμούς. Εξάλλου είχα δυσκολευτεί αρκετά να αντιληφθώ το γενικό όραμα της Μέσης Γης που γινόταν μέσα μου όλο και πι ξεκάθαρο όσο περνούσαν τα χρόνια και οι γνώσεις μου γύρω από κάποια «ιδιαίτερα» θέματα πλουτιζόταν με νέα στοιχεία.

Είναι αφελέστατο να νομίζει κανείς ότι ο Tolkien έγραψε αυτά τα βιβλία για να ενισχύσει την παιδική φαντασία (που έτσι κι αλλιώς είναι άπειρες φορές πιο ισχυρή από την φαντασία ενός ενήλικα). Ο σκοπός του ήταν βαθύτερος και αυτή τη στιγμή είναι αδύνατον να αναφερθώ λεπτομερέστερα γιατί θα ξεφύγω του θέματος.

Γύρω στο 1967-1968 για πρώτη φορά ο rock κόσμος χρησιμοποιεί ονόματα παρμένα από τα έργα του Tolkien. Το “Middle Earth” ήταν ένα από τα πιο γνωστά στέκια του Βρετανικού Underground. Άνοιξε αμέσως μετά το θρυλικό U.F.O., στο Covent Garden. Στέγασε το ίδιο κοινό, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή. Τα φαντασμαγορικά light shows και η μουσικές επιλογές από τον John Peel, προσέλκυσαν την αφρόκρεμα του Βρετανικού Underground που συνωστιζόταν σε αυτό το ευρύχωρο υπόγειο της King Street. Το Μάρτιο του ’68 το club έκλεισε για πάντα (για την ακρίβεια μετακινήθηκε στο “Roadhouse”). Οι αρχές έκαναν συχνές εφόδους για να εμποδίσουν τη λειτουργία του. Σε μια από αυτές, κατά την διάρκεια ενός party, κάποιος είχε κουβαλήσει μαζί του τα δυο ανήλικα παιδιά του. Το γεγονός αυτό στάθηκε αρκετό για να κλείσει το club…

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, περίπου την ίδια εποχή, εμφανίζονται οι Hobbits, μια ομάδα Νεοϋορκέζων μουσικών με επικεφαλής τον «αρουραίο» των studios Jimmy Curtiss (συνθέτης, τραγουδιστής, παραγωγός). Ονομάστηκαν έτσι από τον λαό της Μέσης Γης, τους Hobbits, που είναι νανόμορφα Ξωτικά (αν και η σωστότερη λέξη για αυτούς είναι Στοιχειακά). Η εξέλιξή τους είναι παράλληλη με αυτή των ανθρώπων. Δεν μπορούμε όμως να τους αντιληφθούμε γιατί ανήκουν σε άλλη διάσταση. Οι Hobbits ηχογράφησαν τρία albums (αν και το τρίτο μοιάζει περισσότερο σαν προσωπική δουλειά του Curtiss), όπου οι αναφορές στη Μέση Γη είναι φανερές (“Down to the Middle Earth”, “Men and Doors- The Hobbit Communicate” & «Back from Middle Earth”).

Ο σοφός μάγος Gandalf φαίνεται να είναι το δημοφιλέστερο όνομα στο χώρο του rock, αφού τέσσερα τουλάχιστον συγκροτήματα επέλεξαν το όνομά του για να αυτοχαρακτηριστούν. Οι Αμερικάνοι Gandalf άφησαν πίσω τους ένα εξαιρετικό ψυχεδελικό album το 1969, ενώ λίγο αργότερα, το 1972, ένας άλλος Νεοϋορκέζος που έφερε το περίεργο όνομα Gandalf the Grey ηχογράφησε ένα υπέροχο psychedelic-acid-folk δίσκο που είχε τίτλο “The Grey Wizard Am I”, όπου το στιχουργικό μέρος ήταν ως επί το πλείστον βασισμένο στο βιβλίο του Tolkien. Οι Αυστριακοί Gandalf σχηματίστηκαν στο τέλος της δεκαετίας του ’70 και θεωρούνται δημιούργημα ενός πολυτάλαντου μουσικού ονόματι Heinz Stobl. Αυτός τουλάχιστον φαίνεται να είναι ο Gandalf. Έχει ηχογραφήσει περισσότερα από είκοσι albums, όλα στο ίδιο ύφος. New Age, μελωδικό, κοσμικό rock. Τυγχάνει να γνωρίζω και τους Σουηδούς Gandalf οι οποίοι άφησαν ένα και μοναδικό album πίσω τους το 1977, επιχειρόντας να επαναλάβουν τις γνωστές symphonic-progressive φόρμες. Στην ίδια χώρα (Σουηδία) ένας από τους σπουδαιότερους συνθέτες θεωρείται ο Bo Hansson. Με το πρώτο του κιόλας album καθιερώθηκε σαν μια πολυτάλαντη μορφή. Ο δίσκος είχε γενικό τίτλο “Lord of the Rings” και φυσικά ήταν εξολοκλήρου βασισμένος στο βιβλίο. Απλές σχετικά μελωδίες, δεμένες αριστοτεχνικά μεταξύ τους, μας μετέφεραν αμέσως στο κλίμα του έργου. Η προσπάθεια θύμιζε τις οργανικές στιγμές των Pink Floyd στις απαρχές των 70’ς.

Αληθινά δεν γνωρίζω πόσοι καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν από το θέμα της τριλογίας του Tolkien και χρησιμοποίησαν στοιχεία στους στίχους τους. Μάλλον είναι πολλοί, όπως πολλά είναι και τα συγκροτήματα που πήραν τα ονόματά τους από ήρωες ή τοποθεσίες του βιβλίου. Peregrine Took ήταν π.χ. το όνομα ενός από τα Hobbits που συνόδευαν τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, Frodo. Το 1968 ο μακαρίτης Marc Bolan όταν εγκατέλειψε τους John’s Children, σχημάτισε ένα ακουστικό ντουέτο με τον Steve Peregrine Took που ονόμασε Tyrannosaurus Rex και αποτέλεσε την πρώιμη μορφή των θρυλικών T-Rex. O Steve πήρε τόσο σοβαρά το ρόλο του Γήινου Hobbit όπου ακολούθησε τις ίδιες ψυχωτικές διαδρομές με τον φίλο του Syd Barrett. Πέθανε το 1980, όταν ένα κερασάκι από cocktail του έφραξε τον λάρυγγα, οδηγώντας τον στο θάνατο από πνιγμό!… Του ήταν δύσκολο να αντιδράσει γιατί το cocktail εκτός από αλκοόλ περιείχε επίσης τριμμένα «μαγικά μανιτάρια».

Η Khazad Doom ήταν η μυστηριώδης υπόγεια χώρα των νανόμορφων στοιχειακών που παρουσιάζονται σαν Νάνοι, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι άλλοι από τους Γνώμους (θυμηθείτε τα τραγούδια “Gnome” των Pink Floyd & “Laughing Gnome” του David Bowie). Khazad Doom ήταν και το όνομα ενός άλλου εξαιρετικού Αμερικάνικου μετα-ψυχεδελικού γκρουπ από το Chicago (και όχι από την Indiana όπως λανθασμένα αναφέρουν κάποιοι) που το 1970 ηχογράφησε ένα περίφημο album, το “Level 6 ½”.

To Mirkwood εκτός από δάσος του μεγάλου φόβου, ήταν και το όνομα ενός άγνωστου Βρετανικού heavy-progressive group που άφησε πίσω του ένα πανσπάνιο για τα σημερινά δεδομένα lp το 1973. Φημολογείται ότι στις τελευταίες τους μέρες οι Mirkwood φιλοξένησαν στις τάξεις τους τον μετέπειτα drummer των Clash, Nick “Topper” Headon.

Μετά από την διάλυσή τους, τρία από τα μέλη σχημάτισαν τους Sprinter, όνομα που μας παραπέμπει πάλι σε ένα άλλο ήρωα του βιβλίου.

Η πεντάμορφη μάγισσα Galadriel είναι από τα πλέον μυστηριώδη πρόσωπα του έργου. Δύο τουλάχιστον συγκροτήματα έφεραν τουλάχιστον το όνομα αυτό. Πρώτα εμφανίστηκαν οι Αυστραλοί Galadriel στις αρχές των 70’ς από το Sydney. Και αυτοί άφησαν πίσω τους μονάχα ένα album το 1973 όπου δημιουργούσαν μια σύνθετη φόρμα bluesy hard & progressive rock.

Στο τέλος της δεκαετίας του ’80 κάνει τη εμφάνισή της μια Ισπανική μπάντα με το ίδιο όνομα, κινούμενη στις neo-progressive διαδρομές, φανερά επηρεασμένη από τους Yes. Έχουν ηχογραφήσει τουλάχιστον δύο albums, τα “Muttered Promises From an Ageless Pond” (1988) & “Chasing the Dragonfly” (1992).

Οι τερατόμορφοι απέθαντοι Nazgul έγιναν αιτία να ονομαστεί ένα παντελώς άγνωστο συγκρότημα του Kraut Rock που έκανε κάτι ιδιαίτερα παράτολμο για τα δεδομένα της εποχής (αρχές της δεκαετίας του ’70) : ηχογράφησε ένα album μόνο σε…πενήντα κόπιες και το πούλησε σαν έργο Τέχνης στις galleries Τέχνης! Αληθινό cosmic-space rock. Τα ψευδώνυμα των μουσικών;;; Frodo, Pippin, & Gandalf, παρμένα φυσικά από τα ονόματα των τριών βασικών ηρώων του βιβλίου.


Mirthandir ήταν το μυστικό όνομα του Gandalf και με το ίδιο όνομα έγινε γνωστό ένα εφήμερο Αμερικάνικο συγκρότημα από το New Jersey που στα μέσα των ‘70’ς κυκλοφόρησε ένα lp με διάχυτες επιρροές από Yes, Gentle Giant & Styx. Τίτλος του “For Your Old Women” (1975). Τέλος, Illuvatar ήταν ο ανώτερος Θεός των Hobbits. Ο δημιουργός όλων. Στην δεκαετία του ’90 μια Αμερικάνικη μπάντα από την Βαλτιμόρη που χρησιμοποίησε αυτό το όνομα ηχογράφησε δύο cd’s (“Illuvatar” – 1993 & “Children” – 1995) με δεκάδες αναφορές στο βιβλίο του Tolkien.

Από όλα τα παραπάνω πήρατε μια μικρή μονάχα γεύση για το πόσο το περίφημο βιβλίο φαντασίας “Lord of the Rings” επηρέασε τα rock δρώμενα. Αναφέρθηκα συνειδητά μονάχα στην ονοματολογία και όχι στο περιεχόμενο των στίχων, αφού για κάτι τέτοιο θα χρειαζόμουν πραγματικά πάρα πολλές λέξεις ακόμη!….

Όσοι δεν έχετε διαβάσει τα βιβλία του Tolkien ή δεν έχετε δει τα films, σπεύσατε!
Η μια και μοναδική αλήθεια κρύβεται πίσω από τους συμβολισμούς…

Συντάκτης: Κοντογούρης Νίκος

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Πριν από τρεις - τέσσερεις δεκαετίες κατά

Με την κούρσα των Όσκαρς να αποκορυφώνεται στις 27 Φεβρουαρίου 2017, μπορούμε να πούμε ότι η πιο αγαπημένη μας ταινία από αυτές που είναι υποψήφιες είναι το «Πάση Θυσία» (Hell or High Water) του Ντέηβιντ Μακένζι.

Πρόκειται για ένα νέο-γουέστερν γυρισμένο στο Δυτικό Τέξας που είναι υποψήφιο για 4 Όσκαρς: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Ηθοποιού Β! Ρόλου (Τζεφ Μπριτζες), Καλύτερου Σεναρίου (Ταίηλορ Σέρινταν) και Καλύτερου Μοντάζ (Τζέηκ Ρόμπερτς)

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών στο τμήμα «Μια Κάποια Ματιά» και εμείς την λατρέψαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Σε αυτήν δύο αδέλφια, ο Τόμπυ (Κρίς Πέην) και ο Τάννερ Χάουαρντ (Μπέν Φόστερ) ληστεύουν τα υποκαταστήματα μιας συγκεκριμένης τράπεζας (Texas Midlands Bank) σε μικρές πόλεις του Τέξας φορώντας μάσκες του σκι. Οι ληστείες γίνονται νωρίς το πρωί πριν έρθουν οι πελάτες και τα νομίσματα δεν είναι σημαδεμένα.

Ο βρετανός Ντέηβιντ Μακέντζι στην πρώτη αμερικάνικη ταινία δημιουργεί μια ανεξάρτητη παραγωγή που στην ουσία είναι ένα κλασσικό γουέστερν γυρισμένο εν έτει 2016.


Τα λεφτά δεν είναι πολλά αλλά σίγουρα. Το δε αυτοκίνητο της ληστείας θάβεται πάντα κάτω από όγκους χώμα, έξω από την εκάστοτε πόλη. Όμως η απληστία του δεύτερου βάζει σε κίνδυνο το όλο σχέδιο, ενώ στα ίχνη τους πλέον βρίσκεται ο Μάρκους Χάμιλτον, ο σερίφης των Texas Rangers Μάρκους Ρόμπινσον (Τζεφ Μπρίτζες) έτοιμος για συνταξιοδότηση και ο Ινδιάνικης/ Μεξικάνικης καταγωγής βοηθός του Αλμπέρτο Πάρκερ (Γκίλ Μπέρμινγκχαμ).

Σύντομα καταλαβαίνουμε ότι τα δύο αδέλφια προσπαθούν να σώσουν το οικογενειακό αγρόκτημα, που η συγκεκριμένη τράπεζα θέλει να κατασχέσει. Ο μεγαλύτερος αδελφός μόλις έχει βγει από την φυλακή και είναι εκείνος που απολαμβάνει τις ληστείες περισσότερο. Είναι όμως ο πιο διστακτικός για το έγκλημα και χωρισμένος πατέρας Τόμπυ, ο εγκέφαλος των ληστειών, μιας και τέτοιες δουλειές θέλουν γαλήνιο μυαλό και ο ενστικτώδης Τάμπερ είναι αυτοκαταστροφικός. Έχει δε την άποψη «εχθρός με όλους» σαν παλιός ινδιάνος Κομάντσι, από αυτούς που έχουν το καζίνο στο οποίο μετατρέπουν σε μάρκες τα λεφτά των ληστειών.


Ανακαλύπτουμε λοιπόν ότι οι ληστείες σχεδιάζονται από τον Τόμπυ για να αλλάξει μια για πάντα το μέλλον της οικογένειας, που πάντα ήταν φτωχοί αλλά ταυτόχρονα έχει το σχέδιο του για να μην μπορεί η τράπεζα να το αγγίξει. Έτσι οι δύο αδελφοί προσπαθούν να κάνουν το καλό διαπράττοντας το κακό.

Από την άλλη η ηθική του Ρόμπινσον είναι η κλασσική ηθική, που περιμένουμε από ένα σωστό εκπρόσωπο του Νόμου. Είναι ίσως ο μόνος που καταλαβαίνει το σκεφτικό των ληστών. Έτσι βλέπουμε αυτόν και τον βοηθό του να περιμένουν απέναντι από την τράπεζα να φανούν τα δύο αδέλφια. Κατά την διάρκεια της ταινίας τον βλέπουμε να εκσφενδονίζει μη πολιτικά ορθές ατάκες στον βοηθό του. Όμως όλο αυτό είναι μέσα στα πλαίσια μιας δοκιμασμένης φιλίας, που δεν ξέρει τι θα γίνει από την στιγμή που ο Μάρκους βγει στην σύνταξη.

Παρόλη όμως την εμπειρία του, κάτι ξεφεύγει στον σερίφη, και δεν μπορεί να καταλάβει το τι γίνεται μέχρι την στιγμή του τέλους που είναι μια σκηνή μεταμέλειας του νεαρότερου αδελφού. Έτσι ο ρόλος του Τζεφ Μπρίτζες θυμίζει σε πολλά τον σερίφη από το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» που υποδυόταν ο Τόμμυ Λη Τζόουνς.

Οι ομοιότητες δεν σταματούν εδώ , μιας και οι χαρακτήρες , αλλά και το ίδιο το Δυτικό Τέξας, ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας, θυμίζουν την λογοτεχνία του παραδοσιοκράτη Κόρμακ Μακάρθυ , στην οποία βασίστηκε η οσκαρική ταινία των Κοέν.
Έτσι έχουμε δύο ζευγάρια με διαφορετική ηθική και που ανήκουν σε διαφορετική πλευρά του νόμου. Όμως ο Μακ Κέντζι μας αφήνει να καταλάβουμε ότι σε μια Αμερική που κυβερνούν οι μεγάλες εταιρείες, οι πραγματικοί κακοί είναι οι τράπεζες.

Όπως λέει και ο Ινδιάνος βοηθός σερίφη «Οι παππούδες αυτών (σ.σ των κατοίκων του Τέξας) έκλεψαν την γη των προγόνων μου και τώρα τους την κλέβουν οι τράπεζες». Αυτό βέβαια θυμίζει αμυδρά τις ταινίες του Πέκινπα (με τις εταιρείες σιδηροδρόμων να είναι οι κακοί στην «Μεγάλη Μονομαχία»)
Αυτή η λεπτομέρεια ανατρέπει την άποψη μας περί ηθικής, όπως το κάνει και το γεμάτο μεταμέλεια τέλος.

Ο βρετανός Ντέηβιντ Μακέντζι στην πρώτη αμερικάνικη ταινία δημιουργεί μια ανεξάρτητη παραγωγή που στην ουσία είναι ένα κλασσικό γουέστερν γυρισμένο εν έτει 2016. Σε αυτό έχει για σύμμαχο το εκπληκτικό σενάριο του Ταίηλορ Σέρινταν που αναδεικνύει την σκληράδα, αλλά και την υπνηλία των μικρών πόλεων του Δυτικού Τέξας. Ο Κρίς Πάιν με την ομορφιά του θα κλέψει πολλές καρδιές και είναι εκπληκτικός στο να δείχνει την αμφιταλάντευση του ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ο Μπέν Φόστερ αναδεικνύει την επικίνδυνη τρέλα του χαρακτήρα του και έχει αυτό το κλασσικό μουστάκι που έχουν οι μηχανόβιοι των λαϊκών τάξεων.

Η καλύτερη του στιγμή είναι στην αρχή που δείχνει την απέχθεια για τους γονείς του. Όμως ό Τζεφ Μπρίτζες είναι κοινώς «όλα τα λεφτά». Δίνει στον ρόλο του την αίσθηση του παλιού σερίφη του Ουέστ που κόντρα στους καιρούς διατηρεί την ηθική του. Μιλάει με μια βαριά και υγρή και έχεις την αίσθηση ότι συνέχεια μασάει φύλλα καπνού, ενώ κάπου θυμίζει τον Κρις Κριστόφερσον. Είναι χαρά μας να βλέπουμε έναν από τους πιο αγαπημένους μας ηθοποιούς να λάμπει σε ανεξάρτητες παραγωγές και να είναι υποψήφιος για Όσκαρ.

Γενικά ένα σύγχρονο γουέστερν και μία από τις κορυφαίες ταινίες της χρονιάς που πολύ θα θέλαμε να κερδίσει αυτή το Όσκαρ καλύτερης ταινίας.

Με την κούρσα των Όσκαρς να αποκορυφώνεται

17-18-19 Μαρτίου: Etor Tenebrae de Profundis II Ένα φεστιβάλ με σκοτεινές και γκόθικ μουσικές. Ανάμεσα τους οι νεοκλασικίζοντες  Camerata Mediolanese, οι νεο-φολκ Sol Invictus και In A Gowan Ring, η προβοκατόρισσα του αρχικού πάνκ Lydia Lunch μαζί με τον Blaine Reininger από τους Tuxedo Moon και ο Paul Roland.   

[vc_row][vc_column][vc_column_text]17-18-19 Μαρτίου: Etor Tenebrae de Profundis II

12 Δεκεμβρίου 2016 -31 Μαρτίου 2017. Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης με την έκθεση “Κυκλαδική κοινωνία 5.000 χρόνια πρίν έρχεται να αναδείξει πτυχές της καθημερινής ζωής στην πρωτοελλαδικής κοινωνίας στις Κυκλαδες.

[vc_row][vc_column][vc_column_text]12 Δεκεμβρίου 2016 -31 Μαρτίου 2017. Το

Προβολές του ντοκυμανταίρ “Αγαπημένη Θεία Λένα. Η ζωή και το έργο της Αντιγόνης Μεταξά”για την μεγάλη παιδαγωγό στο Μουσείο Μπενάκη της Κουμπάρη.
Μέχρι τις 13 Μαρτίου 2017.

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Προβολές του ντοκυμανταίρ "Αγαπημένη Θεία Λένα. Η

“Φιλιώ Χαίδεμένου” στο Θέατρο Βεάκη. Η ζωή της γυναίκας που υπήρξε η φωνή -καταγγελίας της Μικρασιατικής Καταστροφής με την Δέποινα Μπερμπεδέλη στο κεντρικό ρόλο.

[vc_row][vc_column][vc_column_text]"Φιλιώ Χαίδεμένου" στο Θέατρο Βεάκη. Η ζωή