ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
2 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 170)

του Τηλέμαχου Χρομοβίτη

Αυτήν την εβδομάδα διάβασα την “Ελλάδα του Όθωνα” του Γάλλου Εντμόντ Αμπού. Κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1855 και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων γιατί θεωρήθηκε συκοφαντικό και ανθελληνικό.

Το βιβλίο είναι γραμμένο με ζωντάνια και σου κρατάει το ενδιαφέρον, η αλήθεια είναι όμως πως μια ελαφρά εμπάθεια ενάντι των Ελλήνων την έχει ο Αμπού. Προσπερνάει με ευκολία τα θετικά μας , επιμένει στα αρνητικά μας ενώ αν ήμουν “πολιτικά ορθός” θα έλεγα πως κάποια σχόλιά του αγγίζουν τα όρια του ρατσισμού (“κλέφτες”, “βρωμάνε” κτλ). Επειδή όμως δεν είμαι, προτιμώ να το προσπεράσω. Βέβαια, η αιχμηρότητα και η καυστικότητα του συγγραφέα εξαντλείται στους Έλληνες. Όταν ασχολείται με την πατρίδα του, και ειδικά με την εξωτερική πολιτική της Γαλλίας έναντι της Ελλάδας , εκεί ο Αμπού αφήνει στην άκρη το κριτικό πνεύμα του και έχει να πει μόνο καλά λόγια! (από τη στιγμή που η Ελλάδα δεν έχει αποπληρώσει τα δάνεια της , η Γαλλία έχει κάθε δικαίωμα να παρεμβαίνει στις ελληνικές υποθέσεις , μας λέει)

Πάντως, προσωπικά, αυτό που με ενόχλησε περισσότερο στο βιβλίο είναι πως ο Αμπού κουβαλάει όλες τις ιδεοληψίες που χαρακτήριζαν και χαρακτηρίζουν τους Γάλλους διανοούμενους. Η σκέψη του και οι κρίσεις του για την Ελλάδα δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον ,τόσο αγαπημένο στους Γάλλους, κρατισμό (βαρέθηκα να διαβάζω για το τί πρέπει να κάνει η κυβέρνηση για να αναπτυχθεί η Ελλάδα) και από έναν ακραίο γιακωβίνικο αντικληρικαλισμό (η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να είχε κλείσει όλα τα μοναστήρια, υποστηρίζει) , ο οποίος μάλιστα στιγμές στιγμές φτάνει στα όρια της αμορφωσιάς (πχ όταν λέει ότι οι, γεμάτες σπάνια και πολύτιμα χειρόγραφα, βιβλιοθήκες των μοναστηριών έχουν απλά “κάποια λειτουργικά βιβλία”)

Τελικά, περισσότερο από ενα βιβλίο για τα αρνητικά του Έλληνα, η “Ελλάδα του Όθωνα” είναι ένα βιβλίο που φανερώνει τα διαχρονικά μειονεκτήματα της γαλλικής ιντελιγκέντσιας. Στους φιλελέδες θα αρέσει, στους υπόλοιπους δεν θα το πρότεινα.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title=" του Τηλέμαχου Χρομοβίτη"][vc_empty_space][vc_column_text]Αυτήν την εβδομάδα

Στις, 21 Φεβρουαρίου, του 1913, ο ελληνικός Στρατός, μετά από σκληρές μάχες που κράτησαν πάνω από τέσσερις μήνες συνολικά, κυριεύει το οχυρωμένο Μπιζάνι και απελευθερώνει τα Ιωάννινα από τους Τούρκους, που είχαν ήδη κλείσει πάνω από 480 χρόνια σκλαβιάς.

Ο Εσάτ Πασάς αναζητά όλη τη νύχτα το στρατηγείο του διαδόχου Κωνσταντίνου για να παραδοθεί. Οι αιχμάλωτοι φτάνουν τους 30.000. Ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα που γράφτηκαν για το σημαντικό αυτό γεγονός ήταν το «Τα πήραμε τα Γιάννινα» του Γιώργου Σουρή.


Τα πήραμε τα Γιάννινα
Μάτια πολλά το λένε,
Μάτια πολλά το λένε,
Όπου γελούν και κλαίνε.

Το λεν πουλιά των Γρεβενών
Κι αηδόνια του Μετσόβου,
Που τα έκαψεν η παγωνιά
Κι ανατριχίλα φόβου.

Το λένε χτύποι και βροντές,
Το λένε κι οι καμπάνες,
Το λένε και χαρούμενες
Οι μαυροφόρες μάνες.

Το λένε κι οι Γιαννιώτισσες
Που ζούσαν χρόνια βόγγου,
Το λένε κι οι Σουλιώτισσες
Στις ράχες του Ζαλόγγου.

Στις, 21 Φεβρουαρίου, του 1913, ο ελληνικός

Η παρακάτω ιστορία είναι η συμμετοχή του συνεργάτη του «Άβαλον των Τεχνών» Ιωάννη Μπαχά στον διαδικτυακό διαγωνισμό σύντομης ιστορίας  που διοργάνωσε η Ελένη Ρήγα, συγγραφέας και συντονίστρια ενός όμορφου και προσεγμένου ιστότοπου για τη λογοτεχνία του Φανταστικού και του Τρόμου, το www.nyctophilia.gr. Πιστεύουμε  ότι θα σας αρέσει.

Όχι, δεν υπογράφω τίποτα που δεν ομολόγησα. Σας διαβεβαιώνω σύντροφοι πως τα όσα έκανα είναι αρκετά για να με εκτελέσετε εκατό φορές. Τις ξέρω καλά αυτές τις «ομολογίες» που γράφει το Πολιτικό Γραφείο και βάζει τους συντρόφους μας να υπογράψουν. Αφού ξενυχτήσουν μερόνυχτα. Αφού πεινάσουν αφάνταστα. Αφού τους δείρουν, τους εξευτελίσουν και λίγο πριν ξεχάσουν πως είναι άνθρωποι, υπογράφουν με την τελευταία τους ανάσα στα μουσκεμένα υπόγεια της Λιουμπιάνκα, ότι φαντάστηκε για αυτούς ο Μπέρια.

Ξέρω καλά πως κανείς δεν νοιάζεται για τους αναρίθμητους συντρόφους μας που εκτελούνται σε όλες τις φυλακές και τα στρατόπεδα της Σοβιετικής Ένωσης. Ούτε για τα εκατομμύρια των φυλακισμένων που λιώνουν ζωντανοί στα κάτεργα των «νησιών του Αρχιπελάγους». Και γνωρίζω πως εάν δεν του αντιμιλούσα, αν δεν έβριζα τον σύντροφο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, θα συνέχιζα να είμαι η πανίσχυρη ιδιαιτέρα Γραμματέας του Μεγάλου Πατερούλη Στάλιν. Η παρασημοφορεμένη με το ανώτατο παράσημο της «Ηρωϊδας της Σοβιετικής Ένωσης»!!! Η Όλγκα Κοζμοντένσκαγια!!!

Κανένας δεν θα μου ζητούσε ποτέ τον λόγο για τα εκατοντάδες ονόματα που προσέθετα στις καταδικαστικές αποφάσεις που υπέγραφε ο Σύντροφος Στάλιν και έστελναν στο εκτελεστικό απόσπασμα τον ανθό όλων των φυλών που κατοικούσαν στην απέραντη χώρα μας. Δακτυλογραφούσα τις ατελείωτες καταστάσεις και έβαζα μέσα τις ερωτικές αντιζήλους μου, τους δανειστές μου, όσους με είχαν προσβάλλει ή το σκέφτηκαν, όσους δεν μου άρεσε η προφορά τους, η μυρωδιά τους, το βλέμμα τους, οτιδήποτε.

Και όταν σχολνούσα και αφού ο Σύντροφος Στάλιν υπέγραφε τις καταστάσεις, πήγαινα στα σπίτια των μελλοθανάτων, περνούσα από την εργασία τους στα κολχόζ και στις φάμπρικες, έπινα μαζί τους καφέ, έπαιζα χαρτιά ή συζητούσα στις αχτιδικές επιτροπές τα θέματα του Κόμματος. Προσπαθούσα να συγχρονίσω την φιλική παρουσία μου, που ενθουσίαζε τους ανυποψίαστους μελλοθάνατους (καθώς τους επισκέπτονταν η ίδια η Σύντροφος Γραμματέας Του), με τη σύλληψή τους. Κάποιες φορές οι αξιωματικοί που πραγματοποιούσαν τις συλλήψεις ξαφνιάζονταν με την παρουσία μου. Το ξάφνιασμά τους ήταν αρκετό .…

Αντλούσα απίστευτη ηδονή από την μετάπτωση των θυμάτων από την ευτυχία της συναναστροφής μαζί μου στην φρικτή συνειδητοποίηση της μοίρας που τους επεφύλασσε το Κόμμα. Στρέφονταν σε μένα, με ικέτευαν, ούρλιαζαν για το δίκαιο τους, για την παρανόηση και το λάθος που έκανε η Γκεπεού. Τους υποσχόμουν να μεριμνήσω και να τους απελευθερώσω. Και τότε μόνο είχα οργασμό!!!

Μην νομίζετε πως ο Σύντροφος Στάλιν σταμάτησε να υπογράφει θανατικές καταδίκες μετά τον Πόλεμο. Αντιθέτως τότε ήταν που βρέθηκε σε ανθρωποκτόνο παραλήρημα. Πότε του όμως δεν έδειξε πως είχε καταλάβει. Το ήξερε!!!

Συντρόφισσα Όλγκα. Ξέρω τι κάνεις. Είσαι ένας «Αξιωματικός του Θανάτου» και σε σέβομαι. Στέλνεις ξέχειλα τα φορτία μου στον Χάροντα, όπως ακριβώς τα θέλει. Αυτά τα ονόματα των εχθρών του Λαού δεν θέλω να τα δακτυλογραφήσεις. Θα τα δώσω εγώ ο ίδιος στην Γκεπεού.

Κοίταξα πάνω από την πλάτη του τα χειρόγραφα με την υπογραφή του Πατερούλη. Ήταν και το δικό μου όνομα μέσα: Όλγκα Κοζμοντένσκαγια. Βγήκα από το γραφείο βρίζοντας χυδαία.

Έτσι τέλειωσε ευδοκίμως η θητεία μου στον Άδη και είμαι περήφανη για αυτό.

Μόνα αυτά υπογράφω και κάντε ότι θέλετε σύντροφοι.

Ζήτω ο Σύντροφος Στάλιν!!!

 

Γιάννης Μπαχάς

Θήβα, 14/2/1018.      

Η παρακάτω ιστορία είναι η συμμετοχή του

O Antonio De Curtis, γνωστότερος με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Τοτό» (Νάπολη, 15 Φεβρουαρίου 1898 – Ρώμη, 15 Aπριλίου 1967), υπήρξε κορυφαίος Ιταλός κωμικός ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, συγγραφέας, τραγουδιστής και στιχουργός, ο οποίος θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους και δημοφιλέστερους Ιταλούς καλλιτέχνες του 20ου αιώνα.

Tου Νίκου Στεφανίδη

Αυτόγραφο του Τοτό από τα τέλη της δεκαετίας του 1920

Αν και πρωτίστως είναι γνωστός ως κωμικός, διακρίθηκε εξίσου και σε δραματικούς ρόλους, στην ποίηση και στο τραγούδι. Ο δημοφιλέστατος ηθοποιός ξεκίνησε την θεατρική καριέρα του το 1913, στην ηλικία μόλις των 15 ετών και το 1937 έκανε την πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση στην ταινία «Fermo con le mani». Πρωταγωνίστησε στη συνέχεια σε εκατό περίπου κινηματογραφικές ταινίες, πολλές απ’ τις οποίες γνώρισαν τεράστια επιτυχία πανευρωπαϊκώς και συνεργάστηκε με σπουδαίους Ιταλούς σκηνοθέτες και ηθοποιούς, όπως ο Μάριο Μονιτσέλι, ο Βιττόριο Ντε Σίκα, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο Εντουάρντο Ντε Φιλίππο, η Άννα Μανιάνι, ο Πεππίνο Ντε Φιλίππο, ο Άλντο Φαμπρίτζι, η Σοφία Λόρεν, η Κλάουντια Καρντινάλε, ο Νίνο Μανφρέντι, ο Αλμπέρτο Σόρντι, ο Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι και ο Βιτόριο Γκάσμαν.

Ο Τοτό με τον διάσημο κωμικό Φερναντέλ στην ταινία «Ο νόμος είναι νόμος» (1958).

Στην Ελλάδα είναι ίσως περισσότερο γνωστός για τη συμμετοχή του στην περίφημη ταινία «Ο κλέψας του κλέψαντος» (1958) του Μάριο Μονιτσέλι με συμπρωταγωνιστές τους Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, Βιτόριο Γκάσμαν και Ρενάτο Σαλβατόρι.

Ως κωμικός ηθοποιός ο Τοτό, κατατάσσεται στους σύγχρονους κληρονόμους της μεγάλης παράδοσης της ιταλικής Commedia dell’ Arte και έχει συγκριθεί με κωμικούς αστέρες, όπως ο Buster Keaton, οι αδελφοί Marx και ο Charlie Chaplin. Ο διάσημος Ιταλός συγγραφέας και φιλόσοφος Ουμπέρτο Έκο, έγραψε για τον Τοτό και τη σημασία που είχε για την ιταλική κουλτούρα: «Σ’ αυτό το παγκοσμιοποιημένο σύμπαν όπου φαίνεται ότι όλοι βλέπουν τις ίδιες ταινίες και τρώνε το ίδιο φαγητό, εξακολουθούν να υπάρχουν αβυσσαλέα και τεράστια ρήγματα που χωρίζουν έναν πολιτισμό από τον άλλο. Πώς μπορούν δύο λαοί (σ.σ. οι Ιταλοί και οι Κινέζοι), να καταλάβουν αληθινά ο ένας τον άλλο, τη στιγμή που ένας από αυτούς αγνοεί τον Τοτό;»

To παρωνύμιο του Τοτό ήταν ο «Πρίγκιπας του Γέλιου» (Il Principe della risata). Ωστόσο ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ο Ναπολιτάνος κωμικός, ήταν … αληθινός Πρίγκιπας, ελληνικής βυζαντινής καταγωγής και ότι το πλήρες αληθινό του όνομα ήταν ….Πρίγκηψ Antonio Focas Flavio Angelo Ducas Comneno De Curtis di Bisanzio Gagliardi!

Ο Τοτό και ο Βιτόριο Γκάσμαν σε μία σκηνή απ΄την ταινία «Ο κλέψας του κλέψαντος» ( Ι soliti ignoti) 1958

Γεννήθηκε σε μία φτωχική συνοικία της Νάπολης, στις 15 Φεβρουαρίου 1898, ως νόθος γιος της Σικελής Άννας Κλεμέντε και του Μαρκησίου Giuseppe De Curtis, Ναπολιτάνου ευγενούς με ελληνική βυζαντινή καταγωγή! Αρχικώς ως εξώγαμο τέκνο έφερε το επώνυμο της μητέρας του και ονομαζόταν Antonio Vincenzo Stefano Clemente. O βιολογικός πατέρας του, τον αναγνώρισε μόλις το έτος 1937, ενώ ήδη προηγουμένως το έτος 1933 είχε υιοθετηθεί από τον Μαρκήσιο Francesco Maria Gagliardi Focas, Ναπολιτάνο ευγενή επίσης ελληνικής καταγωγής, από τον βυζαντινό αυτοκρατορικό Οίκο των Φωκάδων.

Ως εκ τούτου ο Τοτό, αν και πάμπτωχος, κατέληξε να είναι κληρονόμος δύο οικονομικά ανίσχυρων, αριστοκρατικών οικογενειών της Νάπολης με ελληνική βυζαντινή καταγωγή, με εντυπωσιακό αριθμό τίτλων ευγενείας μεν, αλλά χωρίς πολλά χρήματα δε και με αξιώσεις μέχρι και στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης! Μάλιστα ο Τοτό επεδίωξε την δικαστική αναγνώριση της βυζαντινής αριστοκρατικής του καταγωγής, μετά την παύση της λειτουργίας του οικοσηματολογικού Εραλδικού Συμβουλίου του Στέμματος το 1946 στην Ιταλία (όταν καταργήθηκε η Μοναρχία). Έτσι με απόφασή του, το Δικαστήριο της Νάπολης το 1946, τον αναγνώρισε ως νόμιμο απόγονο, κληρονόμο και εξ αρρενογονίας διάδοχο διαφόρων βυζαντινών αυτοκρατορικών οικογενειών, μεταξύ των οποίων και της αρχαιότατης οικογενείας των Φωκάδων και νόμιμο διάδοχο και κληρονόμο του Μεγάλου Κωνσταντίνου! Βάσει δε της απόφασης αυτής άλλαξε το όνομά του από Antonio Clemente σε Α.Α.Υψηλότητα, Antonio Griffo Focas Flavio Angelo Ducas Comneno Porfirogenito Gagliardi De Curtis di Bisanzio, Κόμης Παλατινός, Ιππότης της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Έξαρχος Ραβέννας, Δουξ της Μακεδονίας, Δουξ της Ιλλυρίας, Πρίγκηψ της Κωνσταντινουπόλεως, της Κιλικίας, της Θεσσαλίας, του Πόντου, της Μολδαβίας, της Δαρδανίας, της Πελοποννήσου, Κόμης της Κύπρου και της Ηπείρου, Κόμης και Δουξ Δριβάστου και Δυρραχίου ή απλούστερα Antonio De Curtis .

Για κάποιον όπως ο Τοτό, που γεννήθηκε και μεγάλωσε με πολλές στερήσεις και αντιξοότητες σε μια από τις πιο φτωχικές συνοικίες της Νάπολης, η αναγνώριση της αριστοκρατικής του καταγωγής ήταν οπωσδήποτε μία ηθική δικαίωση, χάριν οικογενειακού και προσωπικού γοήτρου. Άλλωστε και ο ίδιος ο κωμικός αυτοσαρκαζόταν ως προς την διεκδίκηση αυτών των τίτλων ευγενείας, σε μια εποχή όπου πλέον ήταν άνευ πρακτικής σημασίας, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «… Αν το καλοσκεφτώ ο πραγματικός μου τίτλος ευγενείας είναι ο Totò. Με την αυτοκρατορική Υψηλότητα δεν κατόρθωσα να εξασφαλίσω ούτε ένα τηγανητό αυγό. Ενώ με το «Τοτό» μπορώ και βρίσκω φαγητό από τα είκοσί μου χρόνια…».

Ο Τοτό πέθανε στη Ρώμη στις 15 Απριλίου του 1967, στα 69 του χρόνια, μετά από καρδιακή προσβολή, βυθίζοντας στο πένθος όλη την Ιταλία. Ακόμη και με το θάνατό του ξεχώρισε, καθώς κηδεύτηκε τρεις φορές! Η πρώτη έλαβε χώρα στη Ρώμη, η δεύτερη στη Νάπολη όπου τον αποχαιρέτησε ένα πλήθος 250.000 συμπατριωτών του και … η τρίτη στη συνοικία Rione Sanità της Νάπολης, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε με πρωτοβουλία του τοπικού «νονού» της Καμόρρα, με κενό φέρετρο! Η οικία που γεννήθηκε σήμερα είναι μουσείο, ενώ στην επιγραφή του τάφου του αναγράφεται το πλήρες όνομά του, δηλωτικό της αριστοκρατικής βυζαντινής καταγωγής του: » Α.Α.Υ. Antonio Focas Flavio Angelo Ducas Comneno De Curtis, Αυτοκρατορικός Πρίγκιπας του Βυζαντίου».

Ο τάφος του «Τοτό» με τις ελληνικές αριστροκρατικές ρίζες. Στην ταφική επιγραφή είναι χαραγμένο το πλήρες όνομά του: Α.Α.Υ. Antonio-Focas-Flavio- Angelo, Ducas Comneno de Curtis, Αυτοκρατορικός πρίγκιπας του Βυζαντίου.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_column_text]O Antonio De Curtis, γνωστότερος με το

To πρόγραμμα που έγινε sold out από την πρώτη κιόλας στιγμή επιστρέφει για τρεις νύχτες στον ΦΣ “Παρνασσός”.

 Σάββατo, 24 Φεβρουαρίου, 3 και 10 Μαρτίου και ώρα έναρξης 9.00μμ

Ένα αφιέρωμα από καρδιάς στον ποιητή των τραγουδιών και μέσα από αυτό μια ολοκάθαρη μουσική διαδρομή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεώτερης Ελλάδας.

Οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου, του ποιητή που έδωσε τον κανόνα του καλού ελληνικού τραγουδιού και που αγαπήθηκε όσο λίγοι ομότεχνοί του, θα πλημμυρίσουν τη σκηνή του ΦΣ “Παρνασσός” με τις μελωδίες των Μάνου Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρου Ξαρχάκου, Δήμου Μούτση, Λουκιανού Κηλαηδόνη και Ηλία Ανδριόπουλου. “Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα”, “Ο Γιάννης ο Φονιάς”, “Τ΄Αστέρι του Βοριά”, “Αθανασία”, “Κεμάλ”, “Αύριο πάλι”, “Ραλλού”, “Άσπρη μέρα και για μας”, “Χάρτινο το Φεγγαράκι”, “Αθήνα”, “Ήταν καμάρι της αυγής”, είναι μερικοί μόνο από τους τίτλους των υπέροχων τραγουδιών που θα ακουστούν.

O αξεπέραστος Μανώλης Μητσιάς συναντιέται στην σκηνή με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη που απαγγέλλει στίχους του ποιητή και τραγουδά για πρώτη φορά επί σκηνής.
Και οι δυο μαζί αποδίδουν και αναδεικνύουν τον πλούτο συναισθημάτων, εικόνων και χαρακτήρων που ο Γκάτσος χώρεσε σ’ αυτή τη σύντομη τέχνη που λέγεται τραγούδι.

Ανάμεσα στα τραγούδια, θα ακουστούν κείμενα σε επιμέλεια Αγαθής Δημητρούκα. Πρόκειται για κείμενα ανθρώπων του πνεύματος, που κρατούν όπως κι ο Γκάτσος με το έργο τους τη συλλογική μνήμη ζωντανή και το «σκηνικό» μας όρθιο.

[vc_row][vc_column][vc_column_text] To πρόγραμμα που έγινε sold out από την πρώτη κιόλας στιγμή

Την αυτοβιογραφία του σημαίνοντος Ρώσσου τραγουδιστή της όπερας Φιόντορ Σαλιάπιν (1873-1938) παρουσιάζω σήμερα. Είναι αξιοσημείωτο ότι το βιβλίο δεν περιέχει μόνον όψεις της προσωπικής και της καλλιτεχνικής πορείας του Ρώσσου καλλιτέχνη στην Ρωσσία και στην Ευρώπη, αλλά και γενικότερες προσεγγίσεις της αξίας της θεατρικής τέχνης, όπως και κριτική της πολιτικής μετάβασης από τον τσαρισμό στον μπολσεβικισμό. 

Φιόντορ Σαλιάπιν, Η μάσκα και η ψυχή, μετ. Ελ. Κατσιώλη, Εκδόσεις Λέμβος, Αθήνα 2014, σελ. 493

Δημήτρης Μπαλτάς, Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Αφιερώνει αρκετές σελίδες ο Σαλιάπιν για να σκιαγραφήσει τα χαρακτηριστικά της ρωσσικής ψυχής, την «μελαγχολία» (σ. 32), την «ανυπομονησία, τον φθόνο, την κακία, την σκληρότητα» (σ. 38), αλλά και την «τρυφερότητα και συμπόνια», την «ρωσική ιδιοφυία» (σ. 39). Τονίζει δε ότι «σε τίποτε, ούτε στο καλό, ούτε στο κακό, δεν έχει μέτρο ο Ρώσος» (σ. 38).

Ένα ζήτημα που θίγει εξαρχής και μέχρι το τέλος (βλ. σσ. 463-466) του βιβλίου του ο Σαλιάπιν είναι η απουσία της θρησκευτικότητάς του. Όμως, αυτή η θρησκευτικότητα είναι παρούσα και ιδιαίτερη: «Προσωπικά, παρ’ όλο που δεν είμαι θρησκευόμενος, όπως συνηθίζεται να το αντιλαμβάνεται κανείς, φθάνοντας στην εκκλησία και έχοντας ακούσει το ‘’Χριστος ανέστη εκ νεκρών’’, αισθάνομαι εξυψωμένος» (σ. 57). Είναι δε γνωστό ότι κατά τα τελευταία έτη της ζωής του στο Παρίσι ο Σαλιάπιν είχε πνευματικό τον π. Γεώργιο Σπάσκι (1877-1934).

Σταθμοί στην ζωή του Σαλιάπιν υπήρξαν, κατά την ομολογία του ιδίου, οι συναντήσεις του με σπουδαίους Ρώσσους της εποχής του, με τον Ρίμσκι-Κόρσακοφ (σ. 90), τον Σεργκέϊ Ραχμάνινοφ (σ. 223), τον Λ. Τολστόϊ (σσ. 225-227), και τον Μαξίμ Γκόρκι (σ. 267, καί passim).  Εκφράζει πάντως την πικρία του που δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον περίφημο Μουσόργκσκι (σ. 240).

Μεταξύ των ενδιαφερόντων θεμάτων του βιβλίου ο αναγνώστης θα διακρίνει την σχέση της ζωής με την τέχνη. Γράφει ο Σαλιάπιν ότι «στην ζωή όπως και στην τέχνη, η δημιουργική φαντασία και η καλλιτεχνική θέληση πάνε μαζί» (σ. 46). Παράλληλα, όμως, τονίζει ότι «η ελευθερία στην τέχνη, όπως και στην ζωή, είναι καλή, μόνο τότε, όταν είναι προστατευμένη και καθορισμένη από εσωτερική πειθαρχία» (σ. 175).

Όσον αφορά την σχέση του με την πολιτική ζωή, ο Σαλιάπιν διέκρινε σαφώς την άδικη πολιτική συμπεριφορά του τσαρικού καθεστώτος, όπως διέκρινε και την «επιδίωξη για μία πραγματική ανασυγκρότηση της ζωής με περισσότερη δικαιοσύνη» του Λένιν (σ. 407).   Αναγνωρίζει όμως ο Ρώσσος καλλιτέχνης: «Αν ένα πολιτικό σύστημα καταστέλλει την ελευθερία μου, μου επιβάλλει δια της βίας είδωλα τα οποία είμαι υποχρεωμένος να προσκυνήσω, τότε σ’ αυτό σύστημα αντιτίθεμαι, όχι γιατί ονομάζονται μπολσεβίκοι ή κάτι άλλο, αλλά γιατί είναι ενάντια στην ψυχή μου» (σ. 259). Γι’ αυτό και προς το τέλος του βιβλίου του ο Σαλιάπιν διακηρύσσει: «Εγώ, λόγω του ατίθασου χαρακτήρα μου, αγαπώ πολύ την ελευθερία και δεν αντέχω οποιεσδήποτε εντολές, ουτε τις τσαρικές ούτε των κομισαρίων» (σ. 475).

Οπωσδήποτε το βιβλίο του Σαλιάπιν μπορεί να αναγνωσθεί από τους ανθρώπους του θεάτρου, τους ηθοποιούς και τους τραγουδιστές. Σε πολλά σημεία ασκεί κριτική στην αντίληψη εκ μέρους της τσαρικής και της μπολσεβικικής εξουσίας περί των θεατρικών πραγμάτων. Αναγνωρίζει την μεγάλη κληρονομιά του ευρωπαϊκού θεάτρου (σ. 485), αλλά και την αξία της ρωσσικής μουσικής παράδοσης (σ. 481). Παραδέχεται, ωστόσο, ότι «οι σημερινοί καλλιτέχνες της όπερας που έχω δει στο εξωτερικό  είναι τόσο λίγοι, όσο και στην Ρωσσία. Υπάρχουν καλοί ακόμα και θαυμάσιοι τραγουδιστές, αλλά καλλιτέχνες της φωνής, οπερατικοί καλλιτέχνες με την πλήρη έννοια της λέξης, δεν υπάρχουν» (σ. 488).

Αυτά και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα περί θεάτρου, ρωσικής ζωής, ιστορίας και πολιτικής, θα αναγνώσει κανείς στο έργο του Φιόντορ Σαλιάπιν. Πρόκειται για ένα βιβλίο γραμμένο από έναν καλλιτέχνη της φωνής που αποδεικνύεται συνάμα και καλλιτέχνης του λόγου.

Πηγή: pemptousia.gr

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_column_text]Την αυτοβιογραφία του σημαίνοντος Ρώσσου τραγουδιστή της

“Ο εφιαλτικός τρόπος με τον οποίο ο Κέτσαμ βλέπει τον κόσμο μπορεί να σας σοκάρει, μπορεί ακόμα και να σας απωθήσει, αλλά δεν είναι δυνατόν να τον αγνοήσετε ή να τον ξεχάσετε”.
Stephen King

Κριτική του Χρήστου Κεσκίνη

Μακάρι να ξεκινούσα αυτήν την κριτική διαφορετικά! Δυστυχώς όμως από το τέλος του Ιανουαρίου(24/1/2018) αυτός ο τεράστιος συγγραφέας δεν είναι ανάμεσά μας. Πέθανε από καρκίνο σε ηλικία 71 ετών. Όμως, άφησε πίσω του υπέροχα έργα για να μας μεταφέρουν σε έναν τρομακτικό κόσμο: τον πραγματικό!

Λάτρεψα για ακόμη μια φορά την γραφή του Ketchum! Είτε μιλούσε για το… όχι τόσο αθώο ξελόγιασμα δύο εικοσάχρονων ζευγαριών, είτε για τον πρώτο του έρωτα, πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο φόβος. Ο φόβος για τον Θάνατο και ο τρόμος που αυτός φέρνει. Δεν ξέρω πως το κάνει, μα ο Ketchum με παρέσυρε σε ένα κυνηγητό. Ανά πάσα στιγμή ούρλιαζα πως ΚΑΘΕ απόφαση των πρωταγωνιστών θα ήταν η μοιραία. Και κάποιες όντως ήταν. Το ‘Κρυφτό’ είναι μία απλοϊκή σχετικά ιστορία. Είναι κάτι, που όλοι μας έχουμε κάνει κάποια στιγμή στη ζωή μας: να πάμε να παίξουμε σε ένα ‘στοιχειωμένο’ σπίτι. Και μας δείχνει ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε άσχημα. Πολύ άσχημα…

Αν και ξεκινάει με την καθημερινότητα δύο ζευγαριών και τις περιπέτειες τους για να ξεπεράσουν την πλήξη τους, σύντομα ο τρόμος πλησιάζει… Και ακόμη και αν έχει την σχεδόν αθώα μορφή ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού, καταφέρνει τον σκοπό του.

Όταν πρωτοδιάβασα Ketchum, στο βιβλίο «Το Κορίτσι της Διπλανής Πόρτας»(εκδόσεις Οξύ), για πολλούς μήνες(για να μην πω ακόμη και σήμερα) το σκεφτόμουν με τρόμο. Αυτό είναι κάτι που λίγοι συγγραφείς μπορούν να καταφέρουν σήμερα. Ίσως μετρημένοι τα δάχτυλα του ενός χεριού.

Σίγουρα, στα έργα του δεν υπάρχει ο υπερφυσικός τρόμος και για κάποιους να είναι αρνητικό αυτό, μα για εμένα αυτό είναι ένα στοίχημα που ο Ketchum το κερδίζει. Το εξωπραγματικό τέρας δεν υπάρχει… Το πραγματικό τέρας, κρύβεται μέσα μας. Είναι ένας από εμάς. Εμείς είμαστε τα τέρατα! Το ‘happy end’ δεν χωράει στην πραγματικότητα του συγγραφέα. Όπως δεν χωράει και στην πραγματική ζωή. Τα λάθη πληρώνονται. Οι αποφάσεις έχουν τίμημα!

Ίσως το καλύτερο σημείο στην γραφή του Ketchum να είναι η ατμόσφαιρα που καταφέρνει να φτιάξει. Ο συγγραφέας μπορεί περιγράφοντας καθημερινά πράγματα να σε κάνει να φοβηθείς. Και αυτός είναι ένας φόβος που σου μένει. Είναι εύκολο να τρομάξεις από την περιγραφή ενός τέρατος που τρώει ανθρώπους, αλλά αυτό δύσκολα θα σε κάνει να φοβηθείς. Ξέρεις ότι –μάλλον- δεν είναι πραγματικό. Όμως, ο Ketchum δεν προσπαθεί να σε τρομάξει με μη πραγματικά τέρατα. Περιγράφει καθημερινούς φόβους σε καθημερινά πράγματα. Και αυτό ακόμη και αν δεν σε τρομάζει στην αρχή, σε φοβίζει…. Για μέρες… Πάμε να παίξουμε κρυφτό; Σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι; Λένε πως είναι στοιχειωμένο…

Ο Χρήστος Κεσκίνης είναι συγγραφέας ηρωικής φαντασίας

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_column_text]"Ο εφιαλτικός τρόπος με τον οποίο ο

Όποιος δεν χρησιμοποιεί σωστά την γλώσσα, δεν μπορεί να μεταφέρει τις σκέψεις του στον έξω κόσμο. Δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους γύρω του, δεν μπορεί να ενεργήσει γρήγορα

Ο βασικός λόγος που τα ελληνόπουλα δεν μαθαίνουν Αρχαία Ελληνικά στο σχολείο είναι διότι το υπουργείο παραπαιδείας εδώ και δεκαετίες έχει θέσει ως σκοπό του να μην διδάσκεται σωστά η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα.

Η γλώσσα είναι εργαλείο σκέψεως. 

Όσο πιό πολλές λέξεις χρησιμοποιούμε, όσο πιό αφηρημένες έννοιες συλλαμβάνουμε, όσο πιό καλή σύνταξη προτάσεων οικοδομούμε, τόσο περισσότερο ακονίζουμε την σκέψη μας. Όποιος δεν χρησιμοποιεί σωστά την γλώσσα, δεν μπορεί να μεταφέρει τις σκέψεις του στον έξω κόσμο. Δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους γύρω του, δεν μπορεί να ενεργήσει γρήγορα.

Αυτός μάλλον πρέπει να είναι ο σκοπός του υπουργείου παραπαιδείας για να διδάσκει με τέτοιο βασανιστικό τρόπο την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα στα δύσμοιρα ελληνόπουλα.

Επιβάλλει στους μαθητές να μαθαίνουν αμέτρητους τύπους, καταλήξεις και κανόνες. Αυτό αποτελεί σαδομαζοχιστική τάση. Μετά 3 χρόνια διδασκαλίας οι Έλληνες μαθητές δεν μπορούν να καταλάβουν τί θέλει να πει ένα απλό Αρχαίο Κείμενο. Και ακόμη χειρότερα: Οι μαθητές δεν μπορούν να γράψουν ένα απλό κείμενο στην Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, αλλά ούτε και να μιλήσουν Αρχαία Ελληνικά.

Αλλά αυτός ακριβώς είναι ο βασικός σκοπός εκμαθήσεως μίας γλώσσης, το να γράφεις, το να σκέφτεσαι και το να μιλάς με αυτή την γλώσσα. Και όχι απλώς να γνωρίζεις τους γραμματικούς κανόνες και το συντακτικό.

Γιατί λοιπόν τα ελληνόπουλα δεν μαθαίνουν την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα; Διότι απλούστατα το υπουργείο παραπαιδείας δεν ακολουθεί κανόνες διδασκαλίας που ισχύουν για όσους μαθαίνουν μία ξένη γλώσσα ή κανόνες που ακολουθούνται για τα νήπια.

Για παράδειγμα όποιος πηγαίνει σε ένα φροντιστήριο ξένων γλωσσών για να μάθει την αγγλική γλώσσα, μετά από 3-4 μαθήματα ο καθηγητής ζητά από τον μαθητή να προφέρει κάποιες λέξεις. Να συντάξει μία απλή πρόταση, πχ «This is a cat». Του ζητά να συντάξει μία μικρή παράγραφο με την χρήση της αγγλικής γλώσσης.

Δηλαδή από τις πρώτες εβδομάδες ένας καθηγητής ξένων γλωσσών προσπαθεί να χρησιμοποιήσει όλους τους αισθητήρες του εγκεφάλου για να κάνει τον μαθητή να μιλήσει την ξένη γλώσσα. Οι καλοί καθηγητές ξέρουν ότι ο μαθητής πρέπει να διαβάζει δυνατά μία λέξη για να μαθαίνει την προφορά της, να την αντιγράφει σωστά για να μαθαίνει την ορθογραφία της, και να σχηματίζει προτάσεις έτσι ώστε η γλωσσική του μνήμη να συμπλέκει συνεχώς λέξεις με εικόνες για να αρχίσει ο μαθητής να σκέφτεται στην ξένη γλώσσα αντί απλώς να μεταφράζει από την μητρική του γλώσσα το νόημα που θέλει να εκφράσει.

Άρα το βασικό κλειδί για να μάθουμε μία γλώσσα είναι από την πρώτη ημέρα ει δυνατόν, να την μιλάμε, να την μιλάμε, να την μιλάμε, να την μιλάμε, να την μιλάμε!! Πότε επιτέλους θα κατανοήσει το υπουργείο παραπαιδείας ότι με την διδασκαλία ατελείωτων συντακτικών και γραμματικών κανόνων δεν πρόκειται ποτέ να μιλήσεις μία γλώσσα;

Ακόμη και αν κάποιος μαθητής απομνημονεύσει όλους τους γραμματικούς κανόνες η ψυχολογία διδάσκει ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα θα τους ξεχάσει. Οτιδήποτε δεν χρησιμοποιείς, το ξεχνάς.

Γιατί δεν σκέπτονται οι κύριοι του υπουργείου παραπαιδείας πώς τα νήπια μαθαίνουν τα Νέα Ελληνικά; Μήπως οι μητέρες στέκονται πάνω από την κούνια τους και αρχίζουν να τους μαθαίνουν τις χρονικές καταλήξεις των ρημάτων; Προφανώς όχι. Αρχίζουν και τους προφέρουν λέξεις τις οποίες τα βρέφη σιγά-σιγά συνδυάζουν στο μυαλό τους με εικόνες, αντικείμενα, μορφασμούς προσώπων κλπ. Τα νήπια δεν καταλαβαίνουν αφηρημένες έννοιες αλλά κατανοούν αντικείμενα όπως τόπι, νερό, μαμά, κούκλα, κ.α.

Έτσι ακριβώς θα μάθουν και τα ελληνόπουλα τα Αρχαία Ελληνικά, συνδυάζοντας λέξεις με αντικείμενα και εικόνες.

Στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια εισήλθαν πολλοί ξένοι, νόμιμοι και παράνομοι. Ωρισμένοι από αυτούς έμαθαν τα Νέα Ελληνικά σε πολύ καλό επίπεδο. Πώς τα έμαθαν; Μήπως με την μέθοδο του υπουργείου παραπαιδείας; Μήπως άρχισαν να μαθαίνουν συντακτικό και γραμματική; Ή μήπως η πρώτη λέξη που έμαθαν ήταν «δουλειά»; Οι ξένοι άρχισαν να μαθαίνουν μικρές προτάσεις όπως «θέλω δουλειά», «ψάχνω για σπίτι», «πού είναι το ταχυδρομείο;», «ήρθε ο λογαριασμός της ΔΕΗ» κλπ. Έτσι άρχισαν οι ξένοι να μαθαίνουν την νεοελληνική γλώσσα.

Έτσι θα μάθουν και τα ελληνόπουλα την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα. Πρέπει να την μιλήσουν. Αυτό το έγκλημα έχει διαπράξει το υπουργείο παραπαιδείας. Δεν επιβάλλει στο αναλυτικό πρόγραμμα την ΟΜΙΛΙΑ της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης μέσα στην σχολική τάξη. Όταν ένας μαθητής αρχίζει να επαναλαμβάνει «τίς βούλεται αγορεύειν;» τότε αρχίζει να μαθαίνει Αρχαία Ελληνικά. Στην αρχή δεν χρειάζεται ανάλυση υποκειμένου, αντικειμένου, ρήματος και απαρεμφάτου. Αυτά θα γίνουν πολύ αργότερα, για όσους ενδιαφέρονται.

Οι περισσότεροι Έλληνες αγρότες είναι αγράμματοι, δεν ξέρουν τί σημαίνει απαρέμφατο, και όμως μιλούν τα Νέα Ελληνικά. Δεν χρειάζονται ατελείωτοι γραμματικοί κανόνες για να μιλήσει κάποιος την Αρχαία Ελληνική. Απαιτείται να την χρησιμοποιεί στην ομιλία του. Απαιτείται η καθημερινή χρήση της Αρχαίας μας Γλώσσης στην οικία, στο σχολείο, στην εργασία. Μικρές προτάσεις στην αρχή, με απλά νοήματα.

Δεν είναι δυνατόν τα νήπια, οι ξένοι που μαθαίνουν Νέα Ελληνικά, και όσοι Έλληνες διδάσκονται ξένες γλώσσες να ακολουθούν αυτή την βασική μέθοδο διδασκαλίας, ενώ οι μαθητές των Ελληνικών σχολείων να διδάσκωνται ανουσίους γραμματικούς κανόνες, επειδή έτσι αρέσει σε κάποιους ημιμαθείς γραφειοκράτες του υπουργείου παραπαιδείας. Και φυσικά μετά από ένα χρόνο, αφού τελειώσουν το λύκειο, οι μαθητές δεν θυμούνται τίποτε. Και το χειρότερο είναι ότι δεν δύνανται να συντάξουν ούτε μία πρόταση στα Αρχαία Ελληνικά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όσοι πηγαίνουν να δώσουν εξετάσεις για ένα πτυχίο σε μία ξένη γλώσσα, εκτός από το να διαβάσουν ένα κείμενο και να το αναλύσουν, τους ζητούν να γράψουν ένα κείμενο και να δώσουν μία προφορική συνέντευξη.

Όμως αυτό δεν ισχύει στις εξετάσεις για τα Αρχαία Ελληνικά. Επί δεκαετίες δεν ζητείται από τους μαθητές να γράψουν ένα κείμενο στα Αρχαία Ελληνικά ούτε να δώσουν συνέντευξη στα Αρχαία Ελληνικά. Κάτι που το κάνουν όσοι δίνουν εξετάσεις για μία ξένη γλώσσα ακόμη και από το πρώτο τρίμηνο διδασκαλίας.

Πηγή: reporter24.gr

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_column_text]Όποιος δεν χρησιμοποιεί σωστά την γλώσσα, δεν

Παγκόσμια Ημερα Ελληνικής Ποιήσεως η σημερινή και εμείς αποφασίσαμε να την τιμήσουμε με ένα απόσπασμα από το “Άξιον Εστί” του Οδυσσέα Ελύτη.

Οδυσσέας Ελύτης: Από το Άξιον Εστί:
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου…

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου…

Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες

με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων

όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη…

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη…

Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχροινοί, θείοι κ’ εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο

σπάρτο και πιπερόριζα

με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων

ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι…

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!..

Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα

τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια

στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα ,

κνίσες, τσουγκρίσματα

και Χριστος Ανέστη

με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων!
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου…

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του “Υμνου !..

Οδυσσέα Ελύτη: “Άξιον Εστί” (Εκδόσεις Ίκαρος” )

Παγκόσμια Ημερα Ελληνικής Ποιήσεως η σημερινή και

Με ευκαιρία την κούρσα των Όσκαρς συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος μιας καλλιτεχνικής και πολιτικής κριτικής/ ανάλυσης της «Βίβλου»  των  παραδοσιοκρατών της Αμερικής , National Review για το «The Post: Απόρρητα Μυστικά» του Σπίλμπεργκ και της αληθινής ιστορίας που την ενέπνευσε.

Σε αυτήν ο Σπίλμπεργκ εξυμνεί δουλικά τις ρίζες τόσο των ελιστίστικων ΜΜΕ που με την αλαζόνία τους θέλουν να μας σώσουν από την ψήφο μας (Brexit, Τραμπ, “ΟΧΙ “σε δημοψηφίσματα) αλλά και των κινημάτων κοινωνικής δικασοσύνης (Black Lives Matter, MeToo)που με την πολιτική ορθότητα και την βία αποτελούν κίνδυνο για την ελευθερία του λόγου.

Κριτική του Αρμοντ Γουάιτ για το National Review

Το  «The Post: Απαγορευμένα Μυστικά» είναι μια αλαζονική ταινία  για μεσοαστούς που παριστάνει ότι ασπάζεται τις αξίες του απλού ανθρώπου. Η Καίη Γκράχαμ και ο Μπέν Μπράντλεϋ είναι αριστοκράτες. Ξοδεύουν λίγο χρόνο για να συζητήσουν την ηθική του whistleblowing (= αποκάλυψη κρατικών μυστικών, τύπου Σνόουντεν) η το να το συνδέουν  με την οικογένεια η την επιχείρηση τους (όπου η απιστία δύσκολα γίνεται αποδεκτή). Αλλά όντως ανταγωνίζονται και συνωμοτούν μαζί με τους «Νιου Γιορκ Τάιμς» και καθότι αφεντικά των μέσων ενημέρωσης, η αντίθεση τους στον πόλεμο του Βιετνάμ δεν είναι απλώς δημοσιογραφία, αλλά μια πράξη, όπου η ευγένεια υποχρεώνει. Επειδή τα υπεξαιρεμένα έγγραφα αποδείκνυαν ότι η κυβέρνηση είχε χάσει την εμπιστοσύνη της σχετικά με τον πόλεμο, το να δημοσιεύσουν, κόντρα στην πίεση από τον Λευκό Οίκο του Ρίτσαρντ Νίξον, γίνεται δικαιολογία για όποια ανήθικη, ιδιοτελή πράξη.  («Τι θα συμβεί στην καλή φήμη αυτής της εφημερίδας, αν καθυστερήσουμε να κάνουμε κάτι για αυτό;» )

Ο τρόπος με τον οποίο, ο Σπίλμπεργκ κινηματογραφεί τον Χανκς και την Στρηπ ως ήρωες, με τα πρόσωπα τους γεμάτα καταπόνηση από την ενάρετη απασχόληση τους– η περηφάνια του σκληρού τύπου και η δειλία της πλούσιας κυρίας – δεν έχει να κάνει με την ελευθερία του τύπου. Είναι το μεγαλύτερο σύμβολο της προοδευτικής συμμαχίας Χόλλυγουντ και πολιτικών της Ουάσινκτον. (Μια σημείωση κινηματογραφικής ιστορίας: Η σύγκρουση Στρηπ και Τομ Κρούζ ως δημοσιογράφος και πολιτικός αντίστοιχα στην διάρκεια του Πόλεμου του Ιράκ στο «Λέοντες αντί αμνών» του Ρέντφορντ προσέφερε μια βαθύτερη φιλοσοφική διαμάχη από οτιδήποτε υπάρχει εδώ). Δεν υπάρχει κανένας υφιστάμενος που να έχει αντιρρήσεις σε αυτό που κάνουν οι Γκράχαμ και Μπράντλη. Η ταινία απεικονίζει μια τάξη των μέσων ενημέρωση ενωμένη με τις κοινωνικές ελίτ της Ουάσινκτον, μεσολαβητές εξουσίας που όλοι τους σκέπτονται το ίδιο (υπαινισσόμενος έτσι ότι το κοινό θα πρέπει να σκέφτεται όπως θα το εκπαιδεύσουν τα ΜΜΕ).

Η Μέρυλ Στρηπ και η αληθινή Κάθριν Γκράχαμ

Αυτοί οι υψηλόμισθοι της δημοσιογραφίας σοκάρονται με αυτό που αποκαλύπτουν τα «Έγγραφα του Πενταγώνου» («Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ πριν. Όχι από την εποχή της Αμερικάνικης Επανάστασης») Αλλά το σόκ τους ποτέ δεν τους οδηγεί σε μια αυτοανάλυση για το καθήκον τους ως πολίτες.

Η μετατροπή τους από σωστούς επαγγελματίες σε ακτιβιστές τους απαλλάσσει από την ευθύνη απέναντι στην πατρίδα.  Συγκρίνετε τους με τους χαρακτήρες στον «Αντιρρησία Συνείδησης» του Μελ Γκίμπσον, που ζούνε τα δύσκολα ηθικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι αντιρρησίες συνείδησης. Η πολτοποίηση της συνείδησης και ο εγωισμός που υπάρχει στο «The Post: Απόρρητα Μυστικά» απλώς μετατρέπει σε είδωλα τους Γκραχαμ και Μπράντλη καθώς εισάγουν την προσπάθεια ανατροπής της κυβέρνησης ως συστατικό της δημοσιογραφίας. Δεν είναι άτοπο να πει κανείς ότι ακριβώς τότε ήταν που πέθανε το επάγγελμα της δημοσιογραφίας και μαζί της ο αμερικάνικος οπτιμισμός.  

Η δειλή εκδότρια και ο αποφαστικός εκδότης: ελιτιστές και όχι ήρωες της δημοκρατίας.

Οι θεατές που έχουν τα μάτια τους ορθάνοικτα πρέπει να δουν μέσα από την προοπτική του Σπίλμπεργκ που θαυμάζει τους ήρωες του και να την αναγνωρίσουν για αυτό που είναι: κρίση μιας κοινωνικής τάξης. Άθελα του μας δείχνει την αλαζονεία των αστών δημοσιογράφων που νοιώθουν ανώτεροι από τους αναγνώστες τους και το θέμα που καλύπτουν. Ο Σπίλμπεργκ δίνει αξία σε αυτήν την αλαζονεία χωρίς να εξετάσει το προνόμιο που είναι τόσο προφανές στην τελευταία κίνηση του να γράψει κανείς σημείωμα εκδότη σε νέα που θα είναι αυστηρά βασισμένα σε γεγονότα.

Το «The Post: Απόρρητα Μυστικά» παρουσιάζει τους δημοσιογράφους ως σωτήρες μας του οποίου η εξουσία είναι εγγυημένη από την κοινωνική τους θέση και μόνο: τα λεφτά της Καίη Γκράχαμ και η εξουσιοδότηση του Μπέν Μπράντλεύ ως εκδότης. Κανενός εκ των δύο ανθρώπων – συμβόλων, δεν αμφισβητείται η κρίση. Απλώς ο Σπίλμπεργκ κοιτά πίσω γεμάτος δέος. Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι στερούνται πνευματικότητος με τον ίδιο τρόπο που στερείτο ο Λίνκολν του. Η απλοϊκή απογοήτευση από τους μη τίμιους πολιτικούς (Ο Μπρούς Γκρήνγουντ παίζει ένα μεταμελημένο Ρόμπερτ Μακ Ναμάρα) είναι το τέχνασμα του Σπίλμπεργκ όπου προσπαθεί να κάνει οικείους την ελίτ της Ουάσινκτον—  ο πάγκος όπου η κόρη του Μπράντλεϋ πουλάει λεμονάδες και τα σάντουιτς με γαλοπούλα με τα οποία περιποιείται τους δημοσιογράφους η γυναίκα του που βγάζει ωραίους λόγους όταν όλοι τους δουλεύουν υπερωρίες.

Ο ρόλος της Στρηπ έχει κάτι από την αλαζονία της Κλίντον προς τον καθημερινό άνθρωπο.

Αυτός ο ανέμελος  σνομπισμός της τάξης τους είναι το χειρότερο  ελάττωμα της ταινίας – ένα μάθημα στο ολοένα μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των ιδεολογικών προσταγμάτων των μαίηνστρημ ενημέρωσης και τις αληθινές ζωές και τα καλύτερα συμφέροντα του λαϊκού ακροατηρίου του. Ο Σπήλμπεργκ, που παλιά ήταν ο μεγάλος παλιομοδίτικος δημιουργός της Αμερικής, σπαταλά το δυναμικό μιας τέτοιας αφήγησης. Μήπως τα ιδιωτικά δείπνα του με τον Ομπάμα έχουν διαφθείρει το όραμα του;

Ορίστε μια δόση από την πιο ανέντιμη κινηματογραφική δημιουργία στην καρριέρα του Σπίλμπεργκ. Μαύροι και γυναίκες έχουν στρατηγικά τοποθετηθεί σχεδόν σε (αλλά όχι στο διοικητικό συμβούλιο της «Ουάσινκτον Πόστ» – κάτι που θυμίζει το «Spotlight: Όλα στο φως»). Η ιστορία είναι  γραμμένη στο πόδι, θυμίζει πολύ τηλεοπτική ταινία, χωρίς όμως τη επιτακτικότητα μιας αποκάλυψης που χρειάζεται να φανεί επί της οθόνης για να πιάσει μια σημαντική πολιτική στιγμή.

Ο Σπήλμπεργκ ποτέ δεν είχε την ταμπλόιντ ιδιοφυία του μάστορα  ταινιών δευτέρας διαλογής (B- movies) επιστημονικής φαντασίας με αστυνομική πλοκή, Λάρρυ Κοέν (σεναριογράφου επίσης του Phone Booth του Τζόελ Σουμάχερ) και έχει χάσει το αίσθημα να συλλαμβάνει το πνεύμα της εποχής που ξαναανακάλυψε ο Μορρίσεϋ.  Αντίθετα, η ταινία πηδάει σε ένα φεμινιστικό αυτό-οίκτο. H Στρηπ παίζει με τον απεχθέστερο τρόπο την δήθεν «μετριοπαθή» και «μαζεμένη»  Γκράχαμ, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο επιβάλει κυρώσεις στην «Ουάσινκτον Πόστ» για την ανυπακοή της στην προσπάθεια του Προέδρου Νίξον να εμποδίσει την δημοσίευση των απόρρητων εγγράφων. Σου προκαλεί να μορφάσεις από ντροπή όταν βλέπεις την Στρηπ να κατεβαίνει με μεγαλειώδη κίνηση τα σκαλιά του Ανώτατου Δικαστηρίου με το φως του ήλιου να την φωτίζει, την στιγμή που ένα τσούρμο την κοιτάζουν με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, λες και ήταν η προσωποποίηση της Χίλαρυ Κλίντον.

Ο Mάθιου Ράις ως Ντάνιελ Έλσμπεργκ και ο Μπράντλεύ Γουίτφορντ ως Ρόμπερτ Μακ Ναμάρα

Τότε το «The Post: Απόρρητα Μυστική» μετατρέπεται από αγιογραφία σε μαστροπεία. Ένας ρεπόρτερ της «Ποστ» διαβάζει την δουλική άποψη του Δικαστή Ούγκο Μπλάκ για την απόφαση του Δικαστηρίου: «Οι Πατέρες του Έθνους έδωσαν στον ελεύθερο τύπο την προστασία που πρέπει να έχει για να εκπληρώσει τον αναγκαίο ρόλο στην δημοκρατία μας. Ο τύπος δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τους κυβερνόμενους, όχι τους κυβερνήτες».

Το απαρχαιωμένο διπλό σύστημα του Μπλακ έχει δώσει την ευκαιρία στον Σπίλμπεργκ την πραγματοποίηση της λιγότερο αξιόπιστης φαντασίωσης, το οποίο μας φέρνει πίσω στην μεγάλη προειδοποίηση του Μορρίσεϋ: η εξύμνηση  της ταινίας στα θεμέλια του «μήνστρημ» δημοσιογραφίας (σ.μ  λογοπαίγνιο του Μορρίσεϋ του όρου μαίηνστρημ που σημαίνει κυρίως ρεύμα, το οποίο αποκαλεί κακόβουλο ρεύμα) είναι σχεδιασμένο ώστε να σε κάνει να προσκυνήσεις το Χόλλυγουντ, τους πολιτικούς της Ουάσινκτον και τις ελίτ της δημοσιογραφίας, να σε κάνει να σκεφθείς ότι νοιάζονται για σένα. Ο Σπίλμπεργκ αγνοεί ότι σήμερα ο τύπος δουλεύει προς την αντίθετη κατεύθυνση με την σταθερές, θρασείς και αναίσχυντες  προσπάθειες του να ελέγχει τις σκέψεις και ψήφους του λαού.   

Τhe Post: Απόρρρητα Μυστικά: μια αλαζονική ταινία για τα ΜΜΕ που θέλουν να μας σώσουν
από τις λάθους ψήφους μας και συνδέονται με τις κοινωνικές ελίτ

Η τέχνη του Σπίλμπεργκ που θέλει να δείχνει αυτό που θα ήθελε να είχε συμβεί, δε μπορεί να κρύψει την απάτη. Τελειώνοντας την ταινία με μια σκηνή σασπένς γεμάτο κλισέ,  τρώει κόλλημα με την αριστερή φαντασίωση ότι το Σκάνδαλο Ουώτεργκέητ και ο φαρισαϊκός βιτζιλαντισμός που αυτός απελευθέρωσε, συμβολίζει το πολιτικό πεπρωμένο της Αμερικής. Ο κυνισμός του «The Post: Απόρρητα» είναι ανάξιος και χωρίς σημασία.

Πηγή: nationalreview.com

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two