ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
2 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 176)

Ανακοινώθηκαν πριν λίγες μέρες τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, όπου το Βραβείο Ποίησης δόθηκε κατά το ήμισυ στην «Τρίτη Γενιά» της Σοφίας Κολοτούρου. Εμείς καταφέραμε να εξασφαλίσουμε ένα κείμενο του επίσης ποιητή Ααρών Μνησιβιάδη και το οποίο διαβάσθηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου στην Θεσσαλονίκη. Το κείμενο που ακολουθεί μονοτονίσθηκε αλλά κρατά την κλασσική προ του 1977 ορθογραφία. Γ.Π

του Ααρών Μνησιβιάδη

Το έργο της Σοφίας Κολοτούρου αναδύεται εμφατικά, αποφασιστικά και προγραμματικά απαλλαγμένο από όλα εκείνα τα γνωρίσματα της νεωτερικής ποιητικής παραγωγής που κατέστησαν την ποίησι στα χρόνια μας εν πολλοίς προνομιακή υπόθεσι μιάς ναρκισσευόμενης ελίτ, στην αυτάρεσκη έπαρσι της οποίας οι αμύητες μάζες απαντούν με την αφοπλιστικά ειλικρινή και ανησυχητικά δικαιολογημένη αδιαφορία τους, κάτι που όμως μάλλον φαίνεται να επιτείνη τούτη την περιχαράκωσι του κλειστού σιναφιού των ποιητών απέναντι στο profanum vulgus (= ασεβές πλήθος, όρος από την ποίηση του Οράτιου) . Για να θυμηθούμε τα λόγια του Eπστάιν «η μοντέρνα ποίησι, με την προέλασι του μοντερνισμού είχε γίνει πλέον μια τέχνη για τους ευτυχείς λίγους, και οι ευτυχείς λίγοι, πρέπει να ειπωθή, σπανίως είναι πιο ευτυχείς από όσο όταν γίνωνται ακόμη πιο λίγοι».

Η ποίηση της Κολοτούρου αντιμάχεται μια μοντερνιστική ποίηση που την καταλαβαίνουν μονο οι λίγοι

Αν επιχειρούσαμε μέσω των αναγκαίων για μια τέτοια κατηγοριοποίησι αφαιρέσεων και τυποποιήσεων, να ανιχνεύσουμε και να προσδιορίσουμε τα γενικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ποιητικού μοντερνισμού -τουλάχιστον τα προφανέστερα κι εξωτερικώτερα- χωρίς να ισχυριζώμαστε ότι διέπουν στον ίδιο βαθμό και στην ίδια έντασι την μοντέρνα ποιητική παραγωγή –που με την σειρά της διακρίνεται κι αυτή από μια ποικιλία επιμέρους τάσεων και ρευμάτων- θα καταλήγαμε λίγο πολύ σε μια λίστα σαν την ακόλουθη:

Κατάργησι της φόρμας, δηλαδή του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας και κατά συνέπειαν εγκατάλειψι των προκαθωρισμένων στρoφικών μορφών (μπαλλάντα, σονέττο, τερτσίνα, κτλ). Παρά την περί του αντιθέτου διάχυτη εντύπωσι πως ο έμμετρος και ομοιοκατάληκτος στίχος έχει -ή έστω είχε- εγκαταλειφθή οριστικά, η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Πράγματι, αν και η επικράτησι του ελεύθερου στίχου υπήρξε και εξακολουθεί μέχρι τις ημέρες μας να είναι συντριπτική εν τούτοις ποτέ δεν εξέλιπαν οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής φόρμας, αρκεί να υπομνήσουμε περιπτώσεις όπως αυτές των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους Βάρναλη και Καββαδία, (για να αρκεστούμε στις πιο αναγνωρίσιμες μορφές) που αν και ανήκαν στην προπολεμική γενιά το πέρας της ζωής και και του έργου τους μας συναντά αισίως στα μέσα της δεκαετίας του ’70, λίγα μόλις χρόνια πριν να εμφανισθή στο προσκήνιο, ως προγραμματικά συνειδητοποιημένο και συστηματικά υπηρετούμενο, το κίνημα του νεοφορμαλισμού με τους πρωτοπόρους Λάγιο-Καψάλη-Κοροπούλη.

Νίκος Καβαδίας; Κλασσικό παράδειγμα άρνησης του σύγχρονου στίχου

Η Σοφία Κολοτούρου, ποιήτρια της δεύτερης γενιάς του νεοφορμαλισμού, επιλέγει στο τελευταίο της πόνημα να προτάξη εμφατικά μία μπαλλάντα, στην πιο αυστηρή και τυπική μορφή της, υπό τον τίτλο της οποίας συστεγάζονται τελικά ως συλλογή και όλα τα υπόλοιπα ποιήματα του φερωνύμου βιβλίου. Η Τρίτη Γενιά, είναι κι αυτή ένα βιβλίο έμμετρης ποιήσεως. Στους στίχους των ποιημάτων της συλλογής κυριαρχεί ο ίαμβος, συνήθως στην ενδεκασύλλαβη η δεκατρισύλλαβή παραλλαγή του. Μέτρο που χρησιμοποιήθηκε και αξιοποιήθηκε κατά κόρον από τους σονεττογράφους, ζωντανεύει και ανανεώνεται μέσα από τους στίχους της ποιήτριας, με γόμωσι μια γλώσσα πιο οικεία στον μέσο αναγνώστη, εγγύτερη στο καθημερινό λεξιλόγιο, πόρρω απέχουσα από την παραδοσιακή ποιητική γλωσσική υψηγορία, ενίοτε δε, όπου η έντασι το επιτρέπει, ενοφθαλμισμένη και με το αντιποιητικό λεξιλόγιο της αργκό, κι αυτή είναι ίσως η μόνη συνειδητή παραχώρησι έναντι του μοντερνισμού που επιτρέπει η Κολοτούρου στην ποίησί της. Μια παραχώρησι που ωστόσο τίθεται στην υπηρεσία σκοπών μάλλον αντιμοντερνιστικών.

Πράγματι, αν οι σύγχρονοι ποιητές (ο όρος ας εκληφθή ως terminus technicus, ως περιγραφικός της μοντερνιστικής τεχνοτροπιας περισσότερο παρά με την περιοδολογική του σημασία), αν λοιπόν οι σύγχρονοι ποιητές φιλοδόξησαν να απευθυνθούν από την καθέδρα της καλλιτεχνικής τους δοκησισοφίας στον αναγνώστη που συνήθως αποκαλείται υποψιασμένος, η Σοφία Κολοτούρου, αντίθετα, ανήκει στους ποιητές που διακονούν το είδος εκείνο του ποιητικού λόγου το ικανό να συγκινήση, τα τέρψη η και να κινήση απλώς το ενδιαφέρον του ανυποψίαστου αναγνώστη, του θεωρητικά απαράσκευου, και γι’αυτό άπαλλαγμένου από την επιτηδευμένη εκείνη εκλέπτυνσι που στην πιο ακραία της εκδοχή καταλήγει να διαστρέφη παρά να γυμνάζη το καλλιτεχνικό αισθητήριο. Και με αυτήν την παρατήρησι ερχόμαστε σ’ένα ακόμη χαρακτηριστικό που κατατρύχει τον μαζικά σήμερα παραγόμενο ποιητικό λόγο: την αποθέωσι του άκρατου υποκειμενισμού.

Η βραβευμένη Σοφία Κολοτούρου

Η λεπτομερής εξέτασι του φαινόμενου και η διερεύνησι των βαθύτερων ιδεολογικών, πολιτιστικών, οικονομικών και κοινωνικών μετατοπίσεων της εποχής μας, οι οποίες στάθηκαν τα αίτια για την κυριαρχία αυτή του υποκειμενισμού, όχι βέβαια μόνο στην ποίησι, εκφεύγει τον στόχο της σύντομης αυτής παρουσιάσεως και συνέχεται με ανάλογα φαινόμενα σε όλους τους τομείς της καλλιτεχνικής και εν γένει πνευματικής ζωής, τα αποτέλέσματα της όμως, ειδικά για την ποίησι, μπορούμε να τα συνοψίσουμε στην επιδεικτική εκζήτησι, στην εξαύλωσι της δημόσιας ταυτότητας του λυρικού εγώ και στον κατακερματισμό της ποιητικής γλώσσας, η καλύτερα στην τάσι εξυψώσεως των εκάστοτε προσωπικών ποιητικών ιδιωμάτων σε ξένες μεταξύ τους αυτοτελείς γλώσσες, χρήσιμες μόνο για την εκφορά παραλλήλων μονολόγων.

Όμως η ποίησι της Σοφίας Κολοτούρου δεν μοιάζει καθόλου με προιόν κάποιου άμβυκα ενός αποστειρωμένου ποιητικού αποστακτηρίου∙ ο λόγος της τολμά και «μολύνεται» από την κοινωνική πραγματικότητα. Το ποιητικό εγώ, η persona loquens, ακόμη κι όταν αφορμάται από βιώματα κατάφωρα προσωπικά, επιδιώκει την εξαντικειμενίκευσι της ατομικής εμπειρίας, την αναγωγή του ιδιωτικού στο δημόσιο, κάτι που μοιραία επιτυγχάνεται από την χρήσι μιάς γλώσσας  που αποτιμάται με κριτήριο την αναφορά της στην εμπειρικά επαλήθεύσιμη, ψηλαφητή πραγματικότητα. Ποιήματα όπως «Ο ανθρωπάκος», η «Τριλογία στις Γειτονιές του Κόσμου», «Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα στα Εξάρχεια», «Κωνσταντίνα Κούνεβα», «Ρέμα Χαλανδρίου», «Θέατρο Σκιών» μας μεταφέρουν ήδη από τον τίτλο τους τα περισσότερα, σε τόπους οικείους και άμεσα αναγνωρίσιμους, σε πρόσωπα που σημάδεψαν η σημαδεύτηκαν από την πρόσφατη κοινωνική, πολιτική η καλλιτεχνική εγχώρια και διεθνή πραγματικότητα και σε γεγονότα των οποίων η ποιητική εξεργασία δεν ολισθαίνει μέσω  αλλεπάλληλων και -κυρίως- ανέλεγκτων  διηθήσεων προς την αποτύπωσι της στιγμιαίας και ατομικής προσλήψεώς τους, ως εκδηλώματος μιάς τάχα ανώτερης καλλιτεχνικής ιδιορρυθμίας, αλλά εκφράζει και διαλέγεται με υπαρκτές κοινωνικά και ιδεολογικά μεθερμηνείες τους.

Η ποίηση της Κολοτούρου δεν φοβάται να “λερωθεί από την κοινωνική πραγματικότητα υς

Τούτο οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε στην ποιήτρια, ανεξαρτήτως της έναντι των γεγονότων δικής μας τοποθετήσεως.

Ομοίως και σε ποιήματα προδήλως αυτοβιογραφικά, όπως το «Sweet Sixteen», το «Μικρά Εγκλήματα Μεταξύ Φίλων» το «Παράκλησι για μια Μικρή Κουφή», ποίημα στο οποίο η persona loquens ταυτίζεται αναφανδόν με το ιστορικό πρόσωπο της ποιήτριας, (κάτι που συμβαίνει και στο «Κοινωνικός και Αναπηρικός Αποκλεισμός»), ο πυρήνας του προσωπικού βιώματος εκδιπλούται στην σφαίρα του δημόσιου η του διαπροσωπικού κοινωνικού βίου, το υποκειμενικό εξαντικειμενικεύεται, ακριβώς όπως στην έμμετρη ποίησι ο ατομικός λόγος υποτάσσεται στους εξωτερικούς κανόνες της φόρμας. Ασφαλώς και είναι αυτονόητο πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθή παρά μόνο με την χρήσι της γλώσσας ως ωργανωμένου φορέα ωργανωμένου νοήματος, όπου η αλληλουχία των λέξεων υπακούει στις καθιερωμένες συμβάσεις της γλωσσικής κανονικότητας. Τούτο φυσικά διόλου δεν σημαίνει ότι λείπει το προσωπικό ύφος, σημαίνει απλώς ότι η γλώσσα επιστρατεύεται ως όχημα του νοήματος και δεν θεματοποιείται η ίδια. Διότι ένα ακόμη μοντερνιστικό χαρακτηριστικό, απόν από το έργο της Σοφίας Κολοτούρου, είναι αυτή η περίφημη σκοτεινότητα του νοήματος που πηγάζει από την διάρρηξι της έλλογης αλληλουχίας των λέξεων.

Κατ’ουσίαν στο μοντερνιστικό μοντέλο το θέμα της ποιήσεως καταλήγει να είναι η ίδια η γλώσσα, χωρίς αναφορές σε κάποια αντικειμενική πραγματικότητα, στις δε ακραίες απολήξεις της τάσεως τούτης χωρίς αναφορές σε οποιαδήποτε πραγματικότητα, ούτε καν υποκειμενική (π.χ. τα λεττριστικά ποιήματα). Στα ποιήματα της Τρίτης Γενιάς, όπως και σε όλο το έργο της Κολοτούρου, η υποταγή της εκφράσεως στην κλειστή μορφή που προϋποθέτει το μέτρο και η ομοιοκαταληξία συνιστά το δομικό σύστοιχο στην εξ απόψεως περιεχομένου τιθάσευσι της ροής του λόγου εντός της κοίτης του έλλογου νοήματος. Το ποίημα ακεραιώνεται ως μια ωλοκληρωμένη σύνθεσι καταληπτή στον αναγνώστη, με τον οποίο η ποιήτρια αποκαθιστά την επαφή και την συνεννόησι, δεν προτείνεται αυτοαναφορικά ως μια πιθανή ερμηνεία του εαυτού του.

Η ποίησι της Σοφίας Κολοτούρου είναι μια ποίησι γήινη, αλλά όχι και λιγότερο ποίησι γι’αυτόν τον λόγο. Το εύρος της θεματολογίας της καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα προβληματικών, από την υπαρξιακή διερώτησι, την κοινωνική καταγγελία, την ονειρική αναπόλησι έως την λογοτεχνική κριτική και αυτοκριτική και την ερωτική επιθυμία, ο,τι δηλαδή λίγο-πολύ απασχολούσε διαχρονικά και απασχολεί την ποίησι και την λογοτεχνία, ο,τι τελικά απασχολεί το εν γένει ανθρώπινο πνεύμα.

Και μόνο από τους τίτλους, η ποίηση της Κολοτούρου μας μεταφερει σε οικείους χώρους

Ωστόσο οιαδήποτε παρουσίασι του έργου της Σοφίας Κολοτούρου θα απέβαινε δραματικά ελλιπής και θα παρέμενε κολοβή αν δεν συνωδευόταν από την απαραίτητη υπόμνησι της πιο χαρακτηριστικής, μετά από αυτήν της ποιήτριας, ιδιότητάς της, αυτήν της ακτιβίστριας στο πεδίο των δικαιωμάτων των κωφών και ιδιαιτέρως των μεταγλωσσικών κωφών. Μεταγλωσσική κωφή και η ίδια, άτομο δηλαδή που απώλεσε ολοκληρωτικά την ακοή του μετά την κατάκτησι της γλώσσας, και συνεπώς ομιλούσα κωφή, αναγκασμένη να ζη συνεχώς στην φαιά ζώνη μεταξύ της επικράτειας των ομιλούντων ακουόντων και αυτής των μη ομιλούντων κωφών, φορέας τούτης της ιδιότυπης διπλής ιθαγένειας, που συνήθως αντιστρέφεται κατοπτρικά σε ανιθαγένεια.

Αντιμέτωπη με την εκατέρωθεν καχυποψία, η οποία από μεριάς των μη ομιλούντων νοηματιζόντων κωφών λαμβάνει όχι σπάνια τις διαστάσεις ανοιχτής συγκρούσεως, πιεσμένη ανάμεσα στην άγνοια του πλήθους των ακουόντων και στις –πρέπει να το πούμε- ιδιοτελείς προκαταλήψεις της κλειστής κοινωνίας των νοηματιζόντων, «για τους κωφούς παράμερη, γι’ακούοντες παρίας» όπως αυτοσυστήνεται η ίδια μέσα στο ποίημά της «Κοινωνικός και Αναπηρικός Αποκλεισμός» παραλλάσσοντας ένα περίφημο στίχο του Διονύση Καψάλη, η Σοφία Κολοτούρου, που δεν φοβάται να αρθρώση με γενναιότητα την λέξι-ταμπού «Ανάπηρος» χωρίς τα επιβαλλόμενα από την πολιτική ορθότητα νενομισμένα καρυκεύματα και τα συνήθη στην κοινωνία ευφημιστικά, αλλά και παραπλανητικά ψιμμύθια, ανατρέπει μέσω της λελογισμένης πίστεώς της στην πρόοδο, το αρχετυπικό ησιόδειο μοτίβο της προιούσης φθοράς των ανθρώπινων γενών και της νοσταλγίας για την εποχή του πρώτου, χρυσού γένους, με το σπαρακτικό, αλλ’εν τέλει συγκρατημένα αισιόδοξο εναρκτήριο και φερώνυμο της συλλογής ποιήμά της, το μόνο ίσως ποίημα που προϋποθέτει την στοιχειώδη ενημέρωσι του αναγνώστη πάνω στις εσωτερικές διαμάχες της κοινότητας των κωφών.

Η ποίηση της Κολοτούρου απευθύνεται στον απλό, ανυποψίαστο αναγνώστη

Για περισσότερες πληροφορίες παραπέμπω στο μη ποιητικό της, αλλά αρκούντως διαφωτιστικό έργο της «Τα Επτά Πρόσωπα της Κώφωσης», όπου με τρόπο μυθιστορηματικό εκτίθενται προ των ομμάτων του ανύποπτου και έπληκτου αναγνώστη το δράμα, τα διλήμματα και οι οδυνηρές ως προς τις συνέπειές τους για την ζωή των πασχόντων από κώφωσι ανθρώπων, μελών της κοινότητας των κωφών, η οποία αντί να προστατεύη καταλήγει κάποτε κάποτε να δυναστεύη τα μέλη της. Η Τρίτη Γενιά των ακουστικά αναπήρων, είναι η γενιά που κατά τα λόγια της ποιήτριας «στο φως αναβαπτίζεται της γνώσης» και απαλλάσσεται τελικά από τα δεσμά που της κληροδότησαν οι προκάτοχοί της.

Η Σοφία Κολοτούρου είναι μια ακτιβίστρια στον χωρο των κωφών

Όπως και νάχη, θαυμάζω την Σοφία Κολοτούρου, γιατί, αν και στερημένη από το τόσο αυτονόητο για μας δώρο της ακοής, δεν έπαψε, να ενωτίζεται τα ηχηρά μηνύματα της αντιφατικής εποχής μας, μετουσιώνοντας τον άμορφο θόρυβό τους σε έμμετρο λόγο, δηλαδή σε ποίησι με μουσικότητα και ρυθμό. Ευαίσθητη δέκτρια του ποιητικού λόγου και η ίδια, επέλεξε έτσι να αναπληρώση με την τέχνη της αυτό που η φύσι της στέρησε. Γι’ αυτό και την ευχαριστώ.

 

17/2/2016
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

 

Για τεχνικούς λόγους το κείμενο μονοτονίστηκε. Διατηρήθηκε ωστόσο η αρχική ορθογραφία του.

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Ανακοινώθηκαν πριν λίγες μέρες τα Κρατικά Βραβεία

του Γεώργιου Πισσαλίδη

Έκλεισαν πριν λίγες μέρες ενενήντα χρόνια από την γέννηση του σεναριογράφου, σκηνοθέτη και παραγωγού Νίκου Φώσκολου. Υπήρξε ο άνθρωπος που τα σενάρια του («Το χώμα βάφτηκε κόκκινο») έφτασαν μέχρι τα Όσκαρ, ενώ τόσο τα δικαστικά και αστυνομικά δράματα που έγραψε η σκηνοθέτησε, αλλά και τα σήριαλ του, παλαιότερα και  πιο πρόσφατα, έσπασαν όλα ρεκόρ. Έχοντας όλα αυτά υπ’ όψιν, αποφασίσαμε να τιμήσουμε με μια αναδρομή στο έργο ενός καλώς εννοούμενου εμπορικού δημιουργού.

Ο Νίκος Φώσκολος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου του 1927. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά προτίμησε να δουλέψει ως δημοσιογράφος, , κάνοντας ελεύθερο και καλλιτεχνικό ρεπορτάζ και γράφοντας κινηματογραφική κριτική. Από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τη συγγραφή του αστυνομικού μυθιστορήματος. H ραδιοφωνική εκπομπή «Αστυνομικές ιστορίες του Νίκου Φώσκολου» αποτέλεσε το πρώτο του ραδιοφωνικό σήριαλ που είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και όταν εκδόθηκε σε βιβλίο ήταν το μπεστ σέλερ της εποχής.

Νίκος Κούρκουλος και Γιάννης Βόγλης στο “Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο” του Βασίλη Γεωργιάδη

Το 1959 αρχίζει να γράφει σενάρια για τον κινηματογράφο με πρώτη την «Κρυστάλλω» του Βασίλη Γεωργιάδη. Θα ακολουθήσουν ο «Τσακιτζής, ο προστάτης των φτωχών», «Οι σταυραετοί», και άλλες ταινίες ιστορικού η κοινωνικού χαρακτήρα. Όμως η πρώτη σημαντική ταινία του ήταν «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» (1965), πάλι με τον Βασιλειάδη. Ήταν η πρώτη σύμπραξη των δύο μεγαλυτέρων, μέχρι τότε εταιριών παραγωγής, της  «Φίνος Φίλμς» και της «Δαμασκηνός- Μιχαηλίδης» που θα ένωναν πλέον τις δυνάμεις τους.  που θα είναι Όσκαρ για  που μέχρι τις υποψηφιότητες των Όσκαρ. Πρόκειται για ένα ελληνικό γουέστερν τοποθετημένο λίγο πριν το Κιλελέρ με μια θανάσιμη αντιπαράθεση ανάμεσα στους δυο γιούς του γεροτσιφλικά Ανδρέα Χολέβα (Μάνος Κατράκης): τον γεμάτο ανθρωπιά Οδυσσέα (Νίκος Κούρκουλος) που φυλακίσθηκε γιατί συμπαρατάχθηκε με τους κολίγους και τον μεγάλο αδελφό Ρήγα (Γιάννης Βόγλης) που αντιτίθεται στην επιστροφή του πρώτου στο σπιτικό και την συγχώρεση από τον πατέρα τους.

Νίκος Κούρκουλος και Μαίρη Χρονοπούλου στο “Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο”

Είναι δηλαδή μια ιστορία που παραπέμπει στην Παραβολή του Άσωτου Υιού με έρωτες, μίση, άλογα, πυροβολισμούς, βία, σεξ, και κοινωνικά μηνύματα. Ενώ στο τέλος υπάρχει ένα επιμύθιο: «Σε λίγα χρόνια η γη της Θεσσαλίας μοιράστηκε στους αγρότες. Ζύγωνε ο Πόλεμος για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και ο Βενιζέλος διακήρυττε: «Σκλάβοι δεν θα μπορούσαν να ελευθερώσουν σκλάβους»». Αυτό το επιμύθιο καταστρέφει την αριστερή «ανάγνωση» που θα ήθελαν κάποιοι.

Η ταινία είχε ήδη αναγνωρισθεί από τους κριτικούς για τους χαρακτήρες του, κτισμένους από τον Φώσκολο και σε εκπληκτική σκηνοθεσία του Βασιλειάδη. Να πούμε ότι συμμετείχαν επίσης η Μαίρη Χρονοπούλου και η αισθησιακή Ζέτα Αποστόλου, ενώ η μουσική του Πλέσσα πρόσθετε στην αποτελεσματικότητα της ταινίας. Το «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» προβλήθηκε στις Κάννες εκτός διαγωνισμού και με τον εγγλέζικο τίτλο Blood on the Land προβλήθηκε σε πολλά φεστιβάλς. Ήταν μάλιστα υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, το οποίο έχασε, για πολλούς άδικα.   

Το 1966 θα σημάνει την απαρχή της συνεργασίας του με τον Γιάννη Δαλιανίδη στο «Δάκρυα για την Ηλέκτρα». Σε αυτό, η Ζωή Λάσκαρη υποδύεται την επικίνδυνα όμορφη ηρωίδα, που θέλει να σκοτώσει την μητέρα της (Μαίρη Χρονοπούλου) και τον  εραστή της Γιώργο (Αλέκος Αλεξανδράκης) τους οποίους θεωρεί υπεύθυνους για τον θάνατο από έμφραγμα του πατέρα της (Μάνος Κατράκης). Θα ακολουθήσουν το «Παρελθόν μιας Γυναίκας» (1968) με Λάσκαρη και Κούρκουλο και το «Όταν η πόλις πεθαίνει»  (1969) για την νοθεία φαρμάκων με τους Χρονοπούλου, Μπάρκουλη και Γεωργίτση.  

Αλέκος Αλεξανδράκης και Ζωή Λάσκαρη στο “Δάκρυα για την Ηλέκτρα” του Γιάννη Δαλιανίδη.

Πιο σημαντική ήταν η συνεργασία του με τον Ντίνο Δημόπουλο στην «Κοινωνία ώρα μηδέν» (1966) και το «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (1967). Στο πρώτο ένας πρώην πιλότος, ο Άγγελος Μουρούζης (Νίκος Κούρκουλος), που το έχει ρίξει στο ποτό και τη χαρτοπαιξία, ορίζεται ως πρόεδρος μιας επιτροπής που θα ερευνήσει τα αίτια μιας αεροπορικής τραγωδίας, στην οποία σώθηκε μόνο μία επιβάτης. Θα αναζητήσει την αλήθεια και την απονομή δικαιοσύνης, κόντρα στα συμφέροντα που εκπροσωπεί ο αδελφός του (Ανδρέας Μπάρκουλης), επικεφαλής της πολιτικής αεροπορίας.

Νίκος Κούρκουλος και Μαίρη Χρονοπούλου στο “Κοινωνία Ώρα Μηδέν” του Ντίνου Δημόπουλου.

Το «Κοντσέρτο για Πολυβόλο»  γυρίσθηκε με σύσταση του ΓΕΣ λίγο πριν την 21η Απριλίου 1967. Σε αυτό, η Νίκη (Τζένη Καρέζη), μια πολιτική υπάλληλος στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, τις παραμονές του πολέμου του ’40  παραδίδει στρατιωτικά έγγραφα στους Ιταλούς, οι οποίοι την εκβιάζουν με την ζωή του αδελφού της. Η πράξη της αποκαλύπτεται και κινδυνεύει να καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά ένας στρατηγός με το ψευδώνυμο Δαρείος (Μάνος Κατράκης), της προτείνει να συνεχίσει να προμηθεύει τους Ιταλούς με έγγραφα, πλαστά όμως αυτή τη φορά. Μαζί της, όμως, μπλέκει κι ο νεαρός λοχαγός Θεοδώρου (Κώστας Καζάκος), που είναι ερωτευμένος μαζί της. Όταν μια δήθεν κλοπή αποκαλύπτεται, ο λοχαγός δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο, μόνο που η εκτέλεσή του είναι εικονική για να πειστούν οι Ιταλοί για το γνήσιο των πληροφοριών που προμηθεύονται, ενώ ο πόλεμος ξεσπάει.

Η αφίσσα του “Κονσέρτο για Πυροβόλα” του Ντίνου Δημόπουλου.

Το 1967, ο Νίκος Φώσκολος θα φέρει στο γραφείο του Φιλοποίμενος Φίνου, ένα ακόμα σενάριο για μια περιπέτεια γυρισμένη την εποχή της ληστοκρατίας. Παρόλο όμως που ο Φώσκολος περίμενε να το κάνει κάποιος άλλος, άκουσε τον Φίνος να του λέει: «Τα σενάρια σου είναι από μόνα τους σκηνοθετημένα και είναι κρίμα να παίρνει άλλος τη δόξα για το έργο που έχεις ήδη δημιουργήσει» 

Έτσι ο Φώσκολος θα κάνει την πρώτη του ταινία, το «Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω», ένα ελληνικό γουέστερν με πρωταγωνιστές τον Άγγελο Αντωνόπουλο, τον Κώστα Καζάκο (φοβερά δημοφιλή μετά το «Κονσέρτο για τα Πολυβόλα»), τον Σπύρο Καλογήρου, την Μέμα Σταθοπούλου, την Μπέτυ Αρβανίτη, την Χριστίνα Καρόλου κ.α.

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος ως αθώος Στάθης στο “Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω”

Σύμφωνα με το σενάριο, ο Στάθης Καρατάσος (Αγγελος Αντωνόπουλος), ένας έντιμος αγρότης, θύμα μιας παρεξήγησης, συλλαμβάνεται ως αρχηγός συμμορίας ληστών και καταδικάζεται σε θάνατο. Δραπετεύει και καταδιώκεται από τις αρχές, αλλά και από τους ληστές, που νομίζουν ότι αυτός έχει αρπάξει και κρύψει τα κλοπιμαία. Στο κατόπιν του βρίσκεται και ο Τσάκος (Κώστας Καζάκος), ένας πρώην φυλακισμένος, στον οποίο οι αρχές έχουν υποσχεθεί αμνηστία, αν τους φέρει πίσω τον Στάθη, ζωντανό η νεκρό. Η επαφή αυτού του ανθρώπου με την Πηγή (Μέμα Σταθοπούλου), αδελφή του Στάθη και τα δύο παιδιά του, τα οποία σώζει από τους ληστές , τον κάνουν να αλλάξει άποψη για τον Στάθη και, την ζωή και τους συνανθρώπους του.

Ο Κώστας Καζάκος σε χαρακτηριστική σκηνή του “Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω”

Τα γυρίσματα έγιναν στην λίμνη Σταμφυλία και η όλη ατμόσφαιρα παραπέμπει στο «σπαγγέτι γουέστερν» της εποχής. Ενώ την μουσική έγραψε ο Μίμης Πλέσσας.

Το «Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω» αποσπά διθυραμβικές μουσικές από τον τύπο της εποχής. Γράφει ο Γιώργος Πηλιχός στα «Νέα»: « Μια τέλεια στο είδος της ταινία. Τέλεια στο σενάριο, τέλεια στο μοντάζ, τέλεια στην ερμηνεία, τέλεια στη φωτογραφία, αλλά πάνω απ΄ όλα τέλεια στη σκηνοθεσία. Ο Νίκος Φώσκολος, με την πρώτη του κιόλας ταινία, αναδεικνύεται σε άριστο σκηνοθέτη. Δίχως καμιά υπερβολή οι «Σφαίρες του» μπορούν να σταθούν πλάι στις ταινίες του Τζων Φορντ, του Χάουαρντ Χωκς, του Χιούστον, του Άντονυ Μαν. Με άλλα λόγια, ο Φώσκολος χαρίζει στον ελληνικό κινηματογράφο, με τις Σφαίρες, το πρώτο αριστούργημα στο είδος της «ορεινής περιπέτειας», όπως θα μπορούσε να ονομαστεί το ελληνικό «γουέστερν». 

Παύλος Λιάρος, Θεόδωρας Ντόβας, Σπύρος Καλογήρου και Νίκος Λυκομήτρος ως τα με΄λη της συμμορίας στο “Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω” του Νίκου Φώσκολου

Ενώ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οι «Σφαίρες» απέσπασαν το βραβείο αρτιότερης παραγωγής και το βραβείο καλύτερης μουσικής επένδυσης στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1967.

Έτσι ξεκινά η σκηνοθετική καριέρα του Νίκου Φώσκολου που θα αναλύσουμε στο δεύτερο μέρος

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Γεώργιου Πισσαλίδη "][vc_empty_space][vc_column_text]Έκλεισαν πριν λίγες

Έναν περίπου χρόνο μετά την κυκλοφορία της -για πρώτη φορά μεταφρασμένης εξολοκλήρου στα ελληνικά- συλλογής διηγημάτων του Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς, που έφερε τον τίτλο Το Μυστικό Ρόδο, οι εκδόσεις Κλέος επιστρέφουν με το δεύτερο βιβλίο τους. Πρόκειται για μια συλλογή έργων του Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ, που κι αυτά μεταφράζονται και κυκλοφορούν για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι Μπραν Μακ Μορν και όπως οι μυημένοι στο πεδίο της επικής λογοτεχνίας του φανταστικού θα γνωρίζουν, ο Μπραν Μακ Μορν είναι ένας από τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες που δημιούργησε η πένα του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα. Όπως γίνεται, λοιπόν, κατανοητό, το νέο βιβλίο των εκδόσεών μας αφορά τον σημαντικό αυτό λογοτεχνικό ήρωα του Ρόμπερτ Χάουαρντ.

Ο κόσμος του Μπραν Μακ Μορν ομοιάζει με εκείνον του Κόναν αλλά έχει και εμφανείς διαφορές. Το ίδιο και ο κεντρικός του ήρωας. Ο βασιλιάς των Πικτών Μπραν Μακ Μορν έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες που τον καθιστούν σημείο αναφοράς στο σύμπαν της επικής φανταστικής λογοτεχνίας. Είναι κι αυτός μυώδης, όπως ο Κόναν, αλλά όχι τόσο πληθωρικός όσο ο Κιμμέριος. Διαθέτει την ενστικτώδη σοφία του Κόναν αλλά ακόμη πιο ακονισμένη. Είναι αριστοκράτης ενώ ο Κιμμέριος όχι. Επιπλέον, σε αντίθεση με την τυχοδιωκτική κοσμοθέαση του Κόναν, ο Μπραν δρα βασιζόμενος σε παραδοσιακές και πατριωτικές αξίες ζωής.

Ο Χάουαρντ τον περιγράφει με θετικό πρόσημο βάσει της αριστοκρατικής του καταγωγής. Επίσης, τον παρουσιάζει να διαπνέεται από μια αίσθηση πατριωτικής υπευθυνότητας ακόμη και προς τον τελευταίο ομοεθνή του. Ο Μπραν Μακ Μορν είναι ένας επικός, βάρβαρος βασιλιάς, που με πατριωτικό φρόνημα, ρομαντικά εθνικιστική ιδεολογία (η οποία παραπέμπει όχι τόσο σε αρχαίο βασιλιά αλλά σε ιστορικό πρόσωπο του 19ου αιώνα) και σκληρές μεθόδους μάχης (που θυμίζουν εκείνες του Κόναν) προσπαθεί να υπερασπιστεί την πατρώα βρετανική γη από την εισβολή της πολυεθνικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Δυστυχώς, ο Χάουαρντ δεν κατάφερε στη σύντομη ζωή του να καταπιαστεί εκτενώς με τον Μπραν και να ολοκληρώσει ένα σύνολο ιστοριών βασισμένων στον κόσμο του Πίκτη βασιλιά. Μας άφησε, πάντως, ως λογοτεχνική κληρονομιά κάποιες περιπέτειες στις οποίες εμφανίζεται ο Μακ Μορν, ορισμένες άλλες νουβέλες που μολονότι δεν αναφέρεται διαδραματίζονται στον λογοτεχνικό του κόσμο, ένα ημιτελές θεατρικό έργο και κάποια ποιήματα. Σε αυτό το βιβλίο των εκδόσεων Κλέος περιλαμβάνονται δυο νουβέλες από αυτό τον λογοτεχνικό κόσμο κι ένα ποίημα. Επιπλέον, το βιβλίο περιλαμβάνει κι ένα άρθρο με ιστορικό και πολιτικό περιεχόμενο, που είχε γράψει ο Χάουαρντ όταν ήταν μαθητής του λυκείου και το οποίο αποτέλεσε το πρώτο δημοσιευμένο κείμενο του Τεξανού.

Οι νουβέλες είναι τα Σκουλήκια της Γης και Η Χαμένη Φυλή. Η πρώτη είναι η πιο χαρακτηριστική περιπέτεια του Μπραν Μακ Μορν, δοσμένη αφηγηματικά από την μεριά των Πικτών. Η Χαμένη Φυλή είναι μια ιστορία που αφορά τους Πίκτες αλλά πρωταγωνιστής είναι ένας Κέλτης πολεμιστής. Και οι δυο είναι περιπέτειες επικής φανταστικής λογοτεχνίας, στις οποίες ανιχνεύονται πολλά στοιχεία υπερφυσικού τρόμου.

Το βιβλίο κλείνει με το άρθρο που φέρει τον τίτλο Πόσα οφείλει το Έθνος μας στο Νότο. Πρόκειται για ένα κείμενο αποκαλυπτικό των παραδοσιοκρατικών ιδεών και του τρόπου με τον οποίο ερμήνευσε την αμερικανική ιστορία, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, του ο Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ.  

Έναν περίπου χρόνο μετά την κυκλοφορία της

ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Υπάρχουν ποιητές που γράφουν στίχους
εξαίσιους και μ’ άψογη μορφή.
Παλεύουνε με τ’ άσπρο το χαρτί
για ώρες, μες τους τέσσερίς τους τοίχους.

Εμπνέονται από Δάντη ή Πετράρχη
και με τον Μαλλαρμέ αναρριγούν.
Τον Έλιοτ με ευλάβεια προσκυνούν,
και γράφουν μ’ όποιον μπούσουλα υπάρχει.

Συνθέτουνε μπαλάντες και σονέτα,
με μετρημένη κάθε συλλαβή –
και γράφουνε, με πέννα ακριβή…
Τι γράφουνε εντέλει; Γάμησέ τα!

Μες τη βιβλιοθήκη τους κλεισμένοι,
– τόμοι στη σκόνη γύρω, σε σωρό –
Λόγο αναζητούνε καθαρό
κι ωστόσο, ένας στίχος τους δεν μένει.

Ένας μονάχα στίχος, μ’ εμπειρία,
που να πηγάζει ίσια απ’ την καρδιά –
τα ποιήματά τους, τα εγκεφαλικά,
φαντάζουνε συνήθως τόσο κρύα…

Γιατί ποτέ δεν βγήκαν παραέξω,
να ζήσουν, όπως έκαν’ ο Ρεμπώ.
Τώρα μπρος στο κομπιούτερ μου κι εγώ,
ποιόν ξεγελάω, πώς να τους εμπαίξω;

Αρθούρος Ρεμπώ: πρότυπο μη εγκεφαλική ποίησης

Ηλ. περιοδικό Βακχικόν, τχ.7,  Σεπτ. – Νοέ. 2009

ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Υπάρχουν ποιητές που γράφουν στίχους εξαίσιους και

Μιλώντας για λογαριασμό του The Irish Times στα πλαίσια της προώθησης της αυτοβιογραφίας του, ο Bruce Dickinson είχε -ξανά- κάποια ενδιαφέροντα πράγματα να πει.

Πιο συγκεκριμένα, όταν ο δημοσιογράφος επισήμανε πως το να πηγαίνεις σε ένα διακεκριμένο σχολείο-οικοτροφείο την εποχή που ο Bruce ήταν παιδί -φοίτησε στο φημισμένο Oundle- ήταν συνήθεια της μεσαίας τάξης, ενώ η heavy metal θεωρείται στερεοτυπικά ως μουσικό είδος της εργατικής, λαϊκής τάξης, ο Bruce εξέφρασε τη δική του άποψη:

Όχι, δεν είμαι σίγουρος για αυτό που λες. Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορείς να τοποθετήσεις ένα μουσικό είδος σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη!

Θα μπορούσες να φανταστείς ότι το punk είναι είναι της εργατικής τάξης, αλλά στην πραγματικότητα ήταν γεμάτο από κάποιους αρκετά κακούς τύπους.

Στην κορυφή πολλών punk συγκροτημάτων υπήρχαν άνθρωποι της μεσαίας τάξης ή κάποιοι αναρχικοί που προέρχονταν από την αριστοκρατία.

Είχε φυσικά και άτομα που προέρχονταν από την εργατική τάξη.

Δεν είμαι αυτός που θα ξεκινήσει μια ταξική πάλη μέσα από τη μουσική. Η ταξική πάλη είναι ένα πράγμα που θα ήθελα να αποφύγω με οποιοδήποτε τρόπο επειδή όλα αυτά είναι βλακείες.

Οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Το από πού προέρχονται και το υπόβαθρό τους διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Τα χρήματά τους δεν θα πρέπει να μας απασχολούν εκτός αν αυτοί θέλουν να τα φέρνουν στο προσκήνιο…

Μιλώντας για λογαριασμό του The Irish Times στα πλαίσια

του Ιωάννη Μπάχα

Ένα από τα καλύτερα βιβλία φαντασίας, και δη ηρωίκής, τα τελευταία χρόνια είναι το “Bifrost, The Path of Warriors” του Χρήστου Κεσκίνη. Βρεθήκαμε με τον συγγραφέα και μιλήσαμε σχετικά.

Θα έπρεπε ίσως να έχω διαβάσει ήδη τη νουβέλα του, πάντα όμως επιλέγω το ανάποδο, καθώς θα ήξερα ήδη όλες τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που έκανα στον συγγραφέα. Και ομολογώ ότι πολύ έξυπνα, ο τελευταίος μου απάντησε διφορούμενα, παραπέμποντας με στο βιβλίο, ως έμπειρος συγγραφέας, κάτι το οποίο και είναι καθώς, αν και είναι το πρώτο του βιβλίο, εντούτοις γράφει εδώ και πολλά χρόνια. Πιστεύω ότι πυροδότησε πλέον τη διαδικασία της εκδοτικής του ανάφλεξης. 

Ο συγγραφέας Χρήστος Κεσκίνης

Ο ήρωας της νουβέλας αρχικώς ίσως θορυβήσει (χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη καθώς ο αναγνώστης του θα βρει στοιχεία της δικής του προσωπικότητας σε αυτόν) αφού έχει εμμονή με την ηρωϊκή παράδοση των Βίκινγκς και την πορεία τους προς την απόλυτη τελείωσή της που είναι η αποθεωτική είσοδος στην Βαλχάλα.«Δημιούργησα ήρωες για να δώσουν τις μάχες που εγώ δεν μπορούσα. Να λαμβάνουν τις τιμές που επιθυμούσα. Να πεθαίνουν με θανάτους που έλπιζα και αναζητούσα», λέει ο συγγραφέας στο βιβλίο. Η πορεία αυτή απαιτεί έναν ηρωϊκό τρόπο ζωής εμπνεόμενο από τις αρχές της φιλοπατρίας, της ευσέβειας προς τους Θεούς, της ευγένειας προς τις γυναίκες, του σεβασμού προς τους ηλικιωμένους, της μαχητικότητας και της ανδρικής συντροφικότητας στα όπλα. Κυρίως όμως απαιτεί έναν ηρωϊκό θάνατο στο πεδίο της μάχης αφού ο φιλόδοξος ήρωας πολεμήσει με ανδρεία έως το τέλος και αξιωθεί να τον συνοδεύσουν οι φλογερές Βαλκυρίες στον ιδανικό τόπο της αιωνιότητας.   Στην αρχική μου ερώτηση, μου απάντησε πως έμπνευση για την ιστορία του βιβλίου είναι ένα, με μικρή ιστορική αποτύπωση, πραγματικό γεγονός, της πολυαίμακτης ιστορίας των Βίκινγκς που ανακάλυψε στην επισταμένη έρευνα που έκανε και από όπου άντλησε γεγονότα, τοπωνύμια και ονόματα αλλά και πολλά άλλα στοιχεία.

Ο σκοπός των ηρώων του βιβλίου είναι η θέωση στην Βαλχάλα

Πως όμως ο ήρωας του βιβλίου, που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την πορεία του προς το ιδανικό, μπορεί να πετύχει αυτόν, τον εκ πρώτης όψεως, φαινομενικά αδύνατο στόχο, αφού θα πρέπει να πολεμήσει και να πεθάνει ηρωϊκά αλλά και να ολοκληρώσει την αφήγηση  της πορείας του; Εδώ βρίσκεται η αξία του συγγραφέα που αντιμετωπίζει με επιτυχία τις λογικές και χρονικές αντιφάσεις που έχει μια προσωπική αφήγηση και κυρίως τις ασυνέπειες και θα περίμενε κανείς ότι θα τον «νικούσαν» αφού ο ήρωας βαίνει προς τον… δικό του θάνατο. Πως γράφει τότε; Ο συγγραφέας έχει μια εξαιρετική έμπνευση, που όπως ο ίδιος μου απάντησε, ο αναγνώστης θα πρέπει να την ανακαλύψει μόνος του διαβάζοντας απνευστί το μικρό εξάλλου βιβλίο.

 Ένοιωσα την αγωνία που διατρέχει σε όλο του το έργο τον ήρωα συγγραφέα για την εκπλήρωση ενός ηρωϊκού ιδανικού σε έναν αλλοτριωμένο κόσμο όπου είσαι ότι κερδίζεις (όπως και να το κερδίζεις) και όπου το χρήμα, η κοινωνική θέση και η δημοφιλία είναι αξίες και από την άλλη η άδολη, αφιλοκερδής ηρωϊκή στάση ζωής και η επιδίωξη του ηρωϊκού προτύπου, σώματος, πνεύματος και χαρακτήρα, θεωρούνται εμμονή, διαταραχή ή και ακόμη και σχιζοφρένεια.       

Ο Μισίμα ακολούθησε το ηρωίκό πρότυπο

 Τέλος, πρέπει να τονίσω πως και αυτή η έκδοση των Συμπαντικών Διαδρομών είναι ιδιαιτέρως προσεγμένη και καλαίσθητη. Η εικόνα του εξώφυλλου είναι του  Dusan Kostic. Ο Χρήστος Κεσκίνης είναι δραστήριο μέλος του φιλόμουσου σωματείου “Excalibur” που τιμάει με τακτικές εκδηλώσεις την Επική Heavy Metal Μουσική και φιλοτεχνεί όμορφες αφίσες με σχετικά θέματα όπως αυτή για την πρόσφατη επετειακή εκδήλωση του Συλλόγου με το πλοίο Ντρακάρ (το διάβασα στο βιβλίο).   

 Ίσως όμως όλες οι περιπέτειες όλων όσων βαδίζουν τον ηρωϊκό δρόμο στη ζωή (σαν τον Έλληνα Θεό Ηρακλή) δεν συναντούν τα ίδια σταυροδρόμια όπως ο Bifrost του Χρήστου Κεσκίνη. Σημασία βεβαίως έχει, όσο κοινότυποι και να είμαστε, το ταξίδι του ήρωα. Και καθώς είναι πιο εύκολο να ονειροπολούμε παρά να ζήσουμε τον δρόμο των Βίκινγκς, βαδίστε τον και εσείς νοερά με τον Bifrost. Δώστε την υπόσχεση που δίνει στον εαυτό του:«Ήμουν έτοιμος να θυσιαστώ για να προστατεύσω όσα πίστευα, από αυτούς. Θα έδινα τη ζωή μου, για να διατηρήσω την Αρχαία Θρησκεία ζωντανή. Θα προσπαθούσα με όλες μου τις δυνάμεις να κρατήσω την πίστη στους Θεούς μου ζωντανή. Αν μπορούσα να αλλάξω τη μοίρα μου, μαζί με την πορεία της Ευρώπης και ίσως του κόσμου, θα προσπαθούσα με όλες μου τις δυνάμεις».

Το φανζίν του κλάμπ επικού μέταλ Excalibur στην Θεσσαλονίκη

Καλό ταξίδι λοιπόν και σε εσάς και προσοχή στα κοφτερά τσεκούρια.  Διαβεβαιώνω τον συγγραφέα-ήρωα πως δεν είναι μόνος στον δύσκολο δρόμο που επέλεξε. Όπως και ο ίδιος αναζητάει στη σωματική ρώμη (με την ενασχόληση του με τις μαχητικές τέχνες και την οπλασκία), στη φύση (με τις περιηγήσεις του και το κυνήγι) και στη φιλία τους οδοδείκτες της ηρωϊκής αυτοπραγμάτωσης του, έτσι και ευτυχώς, πολλοί είναι οι νέοι που εμπνέονται από τις ίδιες αξίες.  Στην μακριά παράδοση λογοτεχνών θα υποδείξω τη μελέτη του Ιάπωνα Γιούκιο Μισίμα, που ασχολήθηκε με τη σωματοδομική και το Κέντο, και φυσικά του Ρόμπερτ Χάουαρντ, τον πυγμάχο με τον ευαίσθητο ψυχισμό.

Γιάννης Μπαχάς

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Ιωάννη Μπάχα"][vc_empty_space][vc_column_text]Ένα από τα καλύτερα

Το νέο βιβλίο του Χρήστου Πολατίδη «Έντεκα επί εκατόν είκοσι ένα» γραμμένο μάλιστα σε πολυτονικό, αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα καθώς ανακάλυψα πως ο συγγραφέας επιδίδεται, όπως και εγώ, στη συγγραφή ιστοριών μικρής φόρμας (flash fiction). Για τους «εθισμένους» στη συγγραφή «αστραπιαίας μυθοπλασίας» (όπως τη χαρακτηρίζει στον πρόλογο του) η ανάγνωση και η κατασκευή, κυρίως, των συμπυκνωμένων κόσμων των ιστοριών αυτών είναι μια εξαιρετικά συναρπαστική διαδικασία την ίδια ώρα που αποτελεί υψηλή δοκιμασία λογοτεχνικών ικανοτήτων. Όπως διαπιστώνει ο Πολατίδης «απαιτείται η χρήση, σε πεζό κείμενο, αφαιρετικών τεχνικών ποίησης».

Η δική μου συνάντηση με αυτήν την πρόκληση, που ουσιαστικά αποτέλεσε και την «είσοδο» μου στη λογοτεχνική συγγραφή, έγινε μέσα από την ιστοσελίδα «120λέξεις» και τις συλλογές μικρών ιστοριών της εμπνευσμένης συγγραφέος Βέρας Καρτάλου. Σήμερα συνεχίζεται μέσα από άλλα παρόμοια εγχειρήματα.  

Από τις έντεκα ιστορίες του τόμου ξεχώρισα το σαρκαστικό,ως αισώπιος μύθος, «Τα καρτάλια» με τη δυνατή εικόνα του ανήμπορου τσιγκούνη και το συγκλονιστικό (καθώς οι μνήμες είναι ακόμη ολοζώντανες του Εμφυλίου) «Το στοιχειό» με τις φοβερές Ερινύες που καταδιώκουν τον ένοχο καταδότη και τέλος το ευχάριστα μακάβριο «Ο Ζωντανός» που λυτρώνει στο τέλος γιατρούς και αναγνώστη. Όλες βεβαίως αποτελούν ολόκληρους κόσμους που επεκτείνονται αφάνταστα μακρύτερα από τα σύνορα της ιστορίας αφήνοντας και προκαλώντας τη φαντασία του αναγνώστη σε πολλούς διαφορετικούες ιδιωτικούς δρόμους. Θα μπορούσαν βέβαια να εξελιχθούν σε σενάρια υπέροχων ταινιών μικρού μήκους.    

Δεν θα σας κρύψω πως το ενδιαφέρον μου για τις παραπάνω ιστορίες τράβηξαν οι διακριτικές αρχαιοφιλικές αναφορές του συγγραφέα για την «χτισμένη σ΄ αρχαία ερείπια, διπλανή εκκλησία» για το κραυγαλέο  εκείνο «Με εντολή Αρχαιολογίας τσιμεντάρονται τα είδωλα» και για την «εκκλησία με παράξενες τοιχογραφίες. Μορφές Ελλήνων φιλοσόφων».

Αναζητήστε το βιβλίο και αφήστε το να πυρπολήσει την έμπνευση σας.

Ο συγγραφέας Ηλίας Πολατίδης στην ΕΡΤ Σερρών

Ιωάννης (Έκτωρ) Μπαχάς
Εκπαιδευτικός-Συγγραφέας
Διαχειριστής του Λογοτεχνικού Ιστολογίου «Το Φρούριο της Λήθης»

www.thecastleofoblivion.blogspot.com  

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Το νέο βιβλίο του Χρήστου Πολατίδη «Έντεκα

Ήταν 28 Νοεμβρίου 1912 όταν Λορέντζος Μαβίλης θα χάσει τη ζωή του μαχόμενος στα βουνά της Ηπείρου στη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πόλεμου!

Ήταν μια πολυσύνθετη προσωπικότητα. Ποιητής, διανοούμενος, βουλευτής, θερμός πατριώτης.  Ο Λορέντζος Μαβίλης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο πρώτος Έλληνας συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων με διεθνή φήμη.

«Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε την πίκρια της ζωής.

Όντας βυθήση ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,

μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι.» ( από το ποίημα του : Λήθη)

Γεννήθηκε στην Ιθάκη στις 6 Σεπτεμβρίου του 1860 όπου ο ισπανικής καταγωγής πατέρας του, Παύλος Μαβίλης, υπηρετούσε ως δικαστικός. Η μητέρα του, Ιωάννα Σούφη, ήταν ανιψιά του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Σπούδασε στην Γερμανία φιλολογία και φιλοσοφία ενώ παρακολούθησε μαθήματα  αρχαιολογίας και σανσκριτικών και μετέφρασε αποσπάσματα από το ινδικό έπος Μαχαμπχαράτα. Το 1890 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν με τη διατριβή «Δύο βιεννέζικα χειρόγραφα του Ιωάννη Σκυλίτζη».

Ασχολείται πολύ με το σκάκι και το 1887 συμμετείχε σε τουρνουά στην Φραγκφούρτη και αργότερα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Το 1893 επέστρεψε στην Κέρκυρα όπου εντάχτηκε στην Κερκυραϊκή Σχολή, συνδέθηκε δε ιδιαιτέρως με τον Κωνσταντίνο  Θεοτόκη. Κατόπιν στρατεύτηκε και το 1896 έγινε μέλος της Εθνικής Εταιρείας . Το 1896 έφυγε για την Κρήτη προς ενίσχυση του εκεί επαναστατικού κινήματος και πολέμησε με τους αντάρτες στα κρητικά βουνά. Το 1897 κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο συγκέντρωσε εβδομήντα Κερκυραίους εθελοντές και πήγαν να πολεμήσουν στην Ήπειρο. Εκεί τραυματίστηκε στο χέρι. Τα έξοδα της εκστρατείας των εθελοντών τα κάλυπτε ο ίδιος.

Στις εκλογές του 1910 απέκτησε βουλευτικό αξίωμα με το κόμμα των Φιλελευθέρων και από αυτή τη θέση αγωνίστηκε για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας.

Ο λόγος του στη Βουλή το 1911 για το «γλωσσικό» άρθρο 107 του Συντάγματος αποτελεί την κορύφωση των αγώνων του για τη δημοτική γλώσσα και σταθμό στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος. Γνωστή έχει μείνει η φράση του «χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι», δεχόμενος ωστόσο πως η  γλώσσα του λαού πρέπει να καλλιεργηθεί και να εμπλουτισθεί από «ολόκληρον την κληρονομίαν του παρελθόντος».

Στα 1912 αν και ήταν 53 χρόνων και κατείχε το αξίωμα του βουλευτή και θα μπορούσε να μην συμμετέχει σε καμιά στρατιωτική εκστρατεία , το ήθος και το φρόνημα του δεν του επέτρεπαν να μένει στα μετόπισθεν κι έτσι ρίχνεται στην μάχη σαν ένας απλός στρατιώτης.

Στις 28 Νοεμβρίου 1912 είναι  επικεφαλής του λόχου των εθελοντών Γαριβαλδινών στο χωριό Δρίσκος, κοντά στα Γιάννενα, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν σφοδρή αντεπίθεση κατά των εθελοντών που ήδη είχανε προχωρήσει πολύ. Μάχεται ηρωικά, όμως σε μια στιγμή της μάχης μια σφαίρα του διατρυπά τα δυο μάγουλα χαλώντας και πολλά δόντια του. Ενώ μεταφέρεται αιμόφυρτος στο προσωρινό νοσοκομείο ένα δεύτερο βόλι τον βρήκε στο στόμα. Εκείνη τη στιγμή έφτανε στο χειρουργείο και ο αρχηγός, Αλέξανδρος Ρώμας. Είδε τον Μαβίλη και κατάλαβε. «Σε συγχαίρω απ’ την καρδιά μου!» λέει δίνοντάς του το χέρι. Ο Μαβίλης μάζεψε τις στερνές του δυνάμεις, στάθηκε προσοχή και πήρε το χέρι του αρχηγού. Το αίμα που έτρεχε σ’ όλο το δρόμο απ’ τις πληγές των παρειών του πάγωνε το λαιμό του και του δυσκόλευε την αναπνοή. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Τους κάνει νοήματα να του δώσουν χαρτί, να γράψει. Τα αίματα στάζουν απ’ όλες τις μεριές και οι βολές του πυροβολικού ακούγονται τώρα κοντύτερα. Αλλά δεν προφταίνει ούτε να γράψει.

Λένε πως η τελευταία του φράση ήταν : «Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα είχα την μεγάλη τιμή να πεθάνω για την Ελλάδα».

Λέγεται ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την ποιήτρια Μυρτιώτισσα -Θεώνη Δρακοπούλου – (1885-1968), η οποία υπηρέτησε την ερωτική ποίηση και το ποίημά της «Τι άλλο καλέ μου» (1925) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του και ανήκει στη ποιητική συλλογή της: «Κίτρινες Φλόγες» που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1925, 13 χρόνια μετά τον θάνατο του Λορέντζου Μαβίλη

«Τί άλλο, καλέ μου, ζητάς από μένα και στέκεις θλιμμένος μπροστά στη μορφή μου,αφου κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου,κι ας είσαι νεκρός- πλημμυρούν από Σένα;

Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου,

γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου,αγνή προσευχή, γεννημένη από Σένα!

Γιατί με κοιτάζεις με μάτια θλιμμένα;Λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου

και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μουγια Σένα, τα ρόδα της τα χλωμιασμένα.»

ΠΗΓΕΣ: Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Wikipedia.org, sansimera.gr, ithacanews.gr, potheg.gr, cretalive.gr

Πηγή: cretablog.gr

[vc_row][vc_column][vc_column_text] Αφιέρωμα στον πολιτικό- ποιητή που αντάλλαξε την

Του Γιώργου Πισσαλίδη

Τρία σχεδόν χρόνια μετά το τελευταίο του στούντιο άλμπουμ του, ο “Κιντ ροκ”, ο αυτοαποκαλούμενος «βασιλιάς των white trash (xλευαστικός όρος για τους φτωχούς, αγρότες της Αμερικής) επιστρέφει με το Sweet Southern Sugar (BMG/BBR Music Group). Ένα άλμπουμ κυκλοφόρησε στις αρχές Νοεμβρίου και ήδη πήγε στο No. 1 των τσαρτς των Ανεξάρτητων Άλμπουμς, αλλά και των Ροκ Άλμπουμς, στο Νο 4  των τσαρτς των Άλμπουμς της Κάντρυ, στο No. 5 στα Digital Albums, and No. 8 στα (εθνικά) τσαρτς των ποπ άλμπουμς του Μπίλμπορντ.

Όλα αυτά τα χρόνια ο γεννημένος στο Ντητρόιτ “Κιντ Ρόκ” ξεκίνησε από ραπ σε στυλ Beastie Boys για να κταλήξει σε ένα πάντρεμα κάντρυ σάουθερν ροκ, ραπ, και χέβυ μέταλ. Ενώ στα άλμπουμς του συμπεριλαμβάνει  ντουέτα με καλλιτέχνες από την Σέρυλ Κρόου (Collide) μέχρι τον καντρυ ρόκερ Χανκ Γουίλλιαμς Τζούνιορ (Redneck Paradise). Στιχουργικά ο Ροκ εξυμνεί την Αμερική, τον πατριωτισμό προς την σημαία, τους αγρότες του Νότου, που είναι το κλασσικό κοινό της κάντρυ. Επί σκηνής ο Ροκ θυμίζει ένα κράμα Μπομπ Σήγκερ, Ιγκυ Ποπ, Άλις Κούπερ και Έμινεμ, όλοι τους παιδιά του Ντητρόιτ.

Από την άλλη, τυλίγεται την σημαία του Νότου, την οποία θεωρεί θέμα κληρονομιάς και όχι ρατσισμού ενώ απορρίπτει τους οπαδούς της λευκής υπεροχής και κερδίζει βραβεία από το Εθνικό Σύνδεσμο Προώθησης Εγχρώμων» (NAACP) Πραγματικά ισορροπεί πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Παρόλα αυτά, πολλοί είναι που στην Αμερική τον θεωρούν «αμφιλεγόμενο».

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο «Κιντ Ροκ» τολμά να είναι Ρεπουμπλικάνος και λιμπερτάριαν, όπως πολλοί καλλιτέχνες από την εποχή του Ελβις και του Χανκ Γουίλλιαμς. Κάτι που δεν δικαιούσαι στην δικτατορία της Κλίντον, του CNN και του προοδευτικού Χόλλυγουντ. Παράλληλα παρεχώρησε το Born Free στην εκλογική καμπάνια του Μίτ Ρίμνεϋ. Eνώ στις τελικές εκλογές  στήριζε τον Τραμπ..

Τον Ιούλιο ο Κίντ Ρόκ είπε ότι ενδιαφερόταν να κατέβει υποψήφιος Γερουσιαστής του Μίτσιγκαν με τους Ρεπουμπλικάνους, αλλά πρόσφατα είπε ότι θα επικεντρωνόταν στο καινούργιο άλμπουμ του και την τουρνέ. Άξιζε τον κόπο;

Το Sweet Southern Sugar είναι ένα άλμπουμ σε παραγωγή του Ροκ και του βετεράνου παραγωγού της κάντρυ Τζάστιν Νιέμπανκ που χρησιμοποιεί  πολλούς γνωστούς μουσικούς των στούντιο της Νάσβιλ για να βοηθήσει στην παρουσίαση του “Κιντ Ρόκ” ως κάντρυ τραγουδιστή. To άλμπουμ είναι βουτηγμένο στο σάουθερν ροκ του 70,  τόσο το μπλούζ ροκ των ZZ Top (Raising Whiskey) αλλά και το πιο σκληρό ήχο των Black Oak Arkansas.  Tο “The Greatest Earth On Rock” είναι ένα χαρντ ροκ ύμνος ενώ στο “Po Dunk” εξυμνεί τον Αμερικάνικο Νότο “Με την Βίβλο δίπλα στο κρεβάτι και το ουίσκυ να στέκεται καλά“,  για ανθρώπους που είναι “τρελλοί και με την βούλα και ρέντνεκς”. Για να τραγουδήσει στο ρεφραίν “Αυτή είναι μια βαρετή κωμόπολη, αλλά ως βλάχος δεν δίνω δεκάρα τσακιστή” Και φυσικά στο βίντεο υπάρχουν σκηνές με σκοποβολή και το δικαίωμα στην οπλοκατοχή.

Υπάρχουν επίσης ενδοσκοπικά τραγούδια όπως τα “Stand the Pain” και “I Wonder” με τον Κιντ Ροκ να κατακτά νέα επίπεδα μουσικού και συναισθηματικού βάθους. Ενώ η εκτέλεση του i Can’t Help Myself (Sugar Pie Honey Bunch) των «Φορ Τόπς» δίνει καινούργια διάσταση στο κομμάτι και την ίδια την μουσική του.

Εκείνο όμως το τραγούδι το οποίο παίζει πολύ στα κάντρυ ραδιόφωνα είναι το Tennessee Mountain Top ένα σύγχρονο  Sweet Home Alabama όπου ο ήρωας πήγε στην Καλιφόρνια για να βρεί αγάπη και βρήκε σεξ, ναρκωτικά και νοσταλγώντας την γενέτειρα του τραγουδάει «Δεν υπάρχει τίποτα σαν την κορυφή του βουνού στο Τεννεσσή/ με γείτονες που πυροβολούν στα ίσια  και δεν πετάνε ονόματα για να φανούν «τρέντυ» / και έναν ιερέα που κηρύττει για ειρήνη αλλά ακόμα ξέρει να γεμίζει  το όπλο του».

Τελικά τον έχασε η πολιτική, αλλά τον κέρδισαν οι θαυμαστές του  

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="Του Γιώργου Πισσαλίδη"][vc_empty_space][vc_column_text]Τρία σχεδόν χρόνια μετά

Συνέντευξη στο Radio d1 και την εκπομπή “Εκλεκτικές Συγγένειες” του Ανδρέα Σταματόπουλου, το έδωσε ο διευθυντής του “Άβαλον των Τεχνών” Γιώργου Πισσαλίδης.

Η συζήτηση ξεκίνησε από το πως πήρε το όνομα του το πολιτιστικό μαγκαζίνο και  ποιά είναι η οπτική που φέρνει το ‘Αβαλον των Τεχνών”. Μιλήσαν για πρωτότυπα άρθρα στην Ελλάδα, όπως για την κακοποίηση της όπερας από τους μοντερνιστές σκηνοθέτες που συζητήθηκε πολύ στους κύκλους της όπερας στην Ελλάδα η τον πνευματικό κινηματογράφο (η ο χριστιανισμός ως βίωμα) από τις κλασσικές ταινιες του Μπέργκμαν και του Ταρκόφσκι σε εμπορικές επιτυχίες από τους “Δρόμους της Φωτιάς” στα “Χρονικά της Νάρνια” και τις “Τρείς ταφές του Μελκιάδες Εστράδα”

Επίσης ο κ. Πισσαλίδης μίλησε για τον αν υπάρχει παραδοσιοκρατίκή τέχνη στην Ελλάδα, την επιλογή προβολής παραδοσιοκρατών συγγραφέων από τον Κάλβο και τον Φώσκολο σ΄τον Τόλκιν, τον Έλιοτ και τον Κόρμαν Μακάρθρυ αλλά και την προσπάθεια δημιουργίας όσο αφορά δημιουργούς και αναγνώστες μιας παραδοσιοκρατικής ομπρέλλας πέρα από πολιτικες και θρησκευτικές διαφορές. Τέλος η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το αν ενοχλεί το Άβαλον το καλλιτεχνικό κατεστημενο με άρθρα που καταρρίπτουν καλλιτεχνικούς μύθους (ο Μπαρροουζ ως λιμπερτάριαν και οπαδός της οπολοκατοχής) η που αποδεικνύουν ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες ήταν παραδοσιοκρατες,

Συνέντευξη στο Radio d1 και την εκπομπή