ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
2 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 191)

του Ράσελ Κέρκ

Κλείνουμε με το τρίτο μέρος της ιστορικής ομιλίας του κορυφαίου συντηρητικού στοχαστή της Αμερικής, Ράσελ Κέρκ για τις πολιτικές απόψεις του Τ.Σ. Έλιοτ (το πρώτο και δεύτερο μέρος εδώ και εδώ) , ο οποίος υπήρξε ριζοσπάστης στην ποίηση και συντηρητικός στην ηθική και πολιτική.

Η ομολογία του Έλιοτ ως βασιλόφρων, σήμαινε κυρίως την υποστήριξη του Αγγλικού θρόνου, έχοντας γίνει Βρετανός πολίτης, και ότι ενέκρινε τις πατροπαράδοτες μοναρχίες αλλού – αυτές που διεσώθησαν από τον χρόνο και τη φρενίτιδα των επαναστατών που επακολούθησαν τους δυο Παγκόσμιους Πολέμους. Δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να επιβαρύνει τις Ηνωμένες Πολιτείες με έναν μονάρχη, όπως και ο πρόγονος του Τζον Άνταμς (ο οποίος παρ’ όλα αυτά, είχε κατηγορηθεί για ακριβώς ένα τέτοιο σχέδιο): στην Αμερική μια βασιλεία θα ήταν ένα αφύσικο και ανυπόστατο βάρος.

Βασίλισσα Βικτώρια

Λίγα πράγματα για την πολιτική της Αμερικής

Άλλεν Τέητ

Aπό την στιγμή που ο Έλιοτ δεν είχε γράψει σχεδόν τίποτα σχετικά με την πρακτική πολιτική της Αμερικής, είναι περιττό εδώ να εμβαθύνουμε για τις Αμερικανικές απόψεις του, εκτός από το να παρατηρήσουμε εν παρόδω την χαμηλή εκτίμηση του για τον Φράνκλιν Ρούζβελτ και την μεγάλη  του εκτίμηση για τον γερουσιαστή Ρόμπερτ Τάφτ τον πρεσβύτερο. Είχε υποστηρίξει έντονα μια ομάδα ονομαζόμενη Νότιοι Αγροτιστές (Υποστηριχτές του παλιού Νότου και της αγροτικής ζωής έναντι της βιομηχανικής καθώς και εχθροί της Νιου Ντήλ), και μεταξύ τους ήταν καλά εξοικειωμένος με τον Άλλεν Τέιτ, ένα συχνό αρθρογράφο του “Κριτήριον”. Είχε επηρεαστεί από τις συντηρητικές πολιτικές πεποιθήσεις του Ίρβιν Μπάμπιττ (μέντορας του από το Χάρβαρντ) και του Πωλ Έλμερ Μορ, των κορυφαίων ουμανιστών κριτικών. Μοιραζόταν τις ανησυχίες τους περί των τάσεων της Αμερικανικής δημοκρατίας, αλλά πρότεινε να μην αλλάξει το συνταγματικό πλαίσιο, και όσο για την αντιμετώπιση της κατάστασης, οι ελπίδες του εναποτίθενται στην αποκατάσταση της μάθησης – ένα θέμα που συζήτησε εκτενώς σε μια σειρά ομιλιών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο κατά τη διάρκεια του 1950. (Οι ομιλίες “Στόχοι της Εκπαίδευσης” περιλαμβάνονται στην συλλογή “Για να κριθεί ο Κριτικός”) Ένα περιοδικό που εκδόθηκε από την Επιτροπή Κοινωνικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, το Μέτρο, δημοσίευσε τις ομιλίες του Έλιοτ για την εκπαίδευση σύντομα μετά την εκφώνηση τους.

Ο Ρόμπερτ Χάτσινς, τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου του Σικάγο, δημοσίευσε σε ένα μετέπειτα τεύχος του Μέτρου μια μάλλον απότομη ανταπάντηση, στην οποία ο Χάτσινς είπε, μεταξύ άλλων, ότι “η μόνη διαφορά μεταξύ του Έντμουντ Μπερκ και του Έλιοτ είναι ότι ο Έλιοτ είναι δημοκρατικός ενώ ο Μπερκ όχι.” Στην επόμενη επίσκεψή του στο Σικάγο, ο Έλιοτ βρέθηκε σε ένα δείπνο προς τιμήν του με τον Ρόμπερτ Χάτσινς καλεσμένο. Αναζητώντας τον Χάτσινς, ο Έλιοτ τον  ρώτησε, με τον γνωστό πολιτισμένο τρόπο του, “Δρ. Χάτσινς, είμαι ευγνώμων για τον κόπο σας να σχολιάσετε τις διαλέξεις μου για την εκπαίδευση, αλλά είμαι μπερδεμένος σχετικά με το σχόλιό σας για τον Μπερκ και εμένα. Ποτέ δεν έχω αποκαλέσει τον εαυτό μου δημοκρατικό, και υποθέτω πως και ο Μπέρκ στην εποχή του ήταν μάλλον περισσότερο δημοκρατικός από εμένα. Έτσι, θα μπορούσατε να μου εξηγήσετε τι εννοούσατε;” Αλλά ό Χάτσινς γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε. “Γιατί το έκανε αυτό, Δρ. Κιρκ;” “Επειδή ποτέ δεν διάβασε Μπερκ”, του απάντησα. “Ο Χάτσινς υπέγραψε ένα άρθρο επίθεσης στον Μπερκ που δημοσιεύθηκε στο Τόμιστ, αλλά το άρθρο είχε συνταχθεί εξ ολοκλήρου από κάποιον άλλο, και αυτό είναι το μόνο που γνωρίζει ο Χάτσινς για τον Μπερκ. Παρουσίασες την αβυσσαλέα άγνοιά του για το θέμα.” Όπως πολλοί στα πανεπιστήμια, ο Ρόμπερτ Χάτσινς παρουσιαζόταν σαν ισότιμος δημοκράτης στη θεωρία, αλλά στη πράξη ήταν ένας τολμηρός δικτάτορας. Ο Έλιοτ είχε ταλέντο να εξοργίζει τέτοιους τύπους.


Συνεπής Τόρι

Όσον αφορά την Αγγλική πολιτική, ο Έλιοτ ήταν συνεπής Τόρι, αντί ο συνηθισμένος συντηρητικός. (Οι δύο κομματικές ετικέτες δεν είναι ταυτόσημες: ο Ντισραέλι σκεφτόταν να αλλάξει το όνομα της παράταξης σε Τόρι, αφού ο Πιλ το ονόμασε Συντηρητικό Κόμμα, αλλά ο Μέτερνιχ, ο οποίος ήταν εξόριστος, απέτρεψε τον Ντισραέλι.) Το να υποστηρίζεις τους Τόρι σημαίνει αφοσίωση στον Βασιλιά και την Εκκλησία, οι Τόρι είναι συνδεδεμένοι με την Αγγλικανή Εκκλησία – και, τουλάχιστον σε περασμένες εποχές με τους προύχοντες, και τους μικρής-έκτασης γαιοκτήμονες. Έτσι λοιπόν και ο Έλιοτ: είχε δηλώσει βασιλόφρων (αν και, εδώ που τα λέμε, εννέα στους δέκα Άγγλους υπηκόους εγκρίνουν την βασιλική οικογένεια), ήταν αφοσιωμένος στην Αγγλικανή Εκκλησία και για κάποια χρόνια επίτροπος εκκλησίας στο Λονδίνο, και πίστευε ότι η τάξη των παλαιών οικογενειών της Αγγλίας παρείχε στο έθνος ηγέτες, σε διάφορους τομείς της κοινωνίας, που δε θα έπρεπε να αντικατασταθούν από μια ελίτ, υποτιθέμενης αξιοκρατίας. Ωστόσο, οι πολιτικοί στοχαστές και ηγέτες που θαύμαζε περιελάμβαναν τον μέγα Γουίγκ Έντμουντ Μπερκ – του οποίου το όνομα εμφανίζεται αρκετά συχνότερα στις ομιλίες του Έλιοτ ύστερα, από δικής του απόφασης, να δημοσιευτεί το βιβλίο μου «Η Συντηρητική Σκέψη» από την Φάμπερ και Φάμπερ. Τόσο στο παλαιότερο δοκίμιό του για τον Τσάρλς Γουίμπλεϊ, όσο και στην μετέπειτα ομιλία του για την λογοτεχνία της πολιτικής, ο Έλιοτ σχολιάζει τέσσερις πολιτικούς συγγραφείς, αυθεντίες της λογοτεχνίας, που ξεκάθαρα έχουν επηρεάσει τις δικές του πεποιθήσεις: Μπόλινμπροκ, Μπερκ, Κόλριτζ, και Ντισραέλι. (Στο δοκίμιό του περί του Γουίμπλεϊ, αναφέρει επίσης τον Λόρδο Χάλιφαξ.) Η πολιτική σκέψη του Έλιοτ, κατά μεγάλο μέρος, κατάγεται από αυτούς τους μεγάλους συντηρητικούς, προσεγγίζει περισσότερο εκείνη του Κόλριτζ, τον οποίο ο Έλιοτ αναγνωρίζει ως “έναν δικό μου άνθρωπο.”

Εντμουντ Μπέρκ


Ο Συντηρητικός Κενός Άνθρωπος

Έτσι, δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα εξωτικό στις πολιτικές αρχές του Έλιοτ: είναι συνδεδεμένες με την Αγγλική ιστορία, το Αγγλικό σύνταγμα, και τη θεολογία της Αγγλικανής Εκκλησίας. Αυτές οι αρχές τον απέτρεψαν από το να υποστηρίξει το Συντηρητικό Κόμμα της εποχής του. Τον Ιούνιο του 1929, όταν ο Μακντόναλντ και οι Εργατικοί κέρδισαν τις εκλογές, εξαναγκάζοντας τον Μπώλντγουιν και τους Συντηρητικούς εκτός κυβέρνησης (αν και οι Συντηρητικοί είχαν λάβει την πλειονοψηφία της λαϊκής ψήφου) ο Έλιοτ διαπίστωσε πως το νέο Φιλελεύθερο-Εργατικό υπουργικό συμβούλιο δεν είχαν καμία καινοτόμο ιδέα. Τι μπορεί να γίνει σε μια εποχή όπου οι φασίστες και οι κομμουνιστές έχουν μεγαλύτερη επιρροή μεταξύ των διανοούμενων και μεταξύ των ψηφοφόρων;

Έγραψε στο Κριτήριον:

Αυτό είναι φυσικά μια μεγάλη ευκαιρία – για το Συντηρητικό Κόμμα, μια ευκαιρία την οποία είμαστε αρκετά βέβαιοι πως θα αποτύχει να αδράξει. Είναι η ευκαιρία να σκεφτεί με άνεση χρόνου, και να εκτιμήσει τις προσπάθειες ιδιωτών που έχουν ήδη σκεφτεί. Το Εργατικό Κόμμα είναι ένα καπιταλιστικό κόμμα υπό την έννοια ότι υπάρχει λόγω της φήμης της σκέψης των Φαβιανών της προηγούμενης γενιάς… Το Συντηρητικό Κόμμα έχει μια τεράστια ευκαιρία στο γεγονός ότι σε κανενός τη μνήμη κάτω των εξήντα, έχει οποιαδήποτε επαφή με τη νοημοσύνη. Απολαμβάνει, όπως κανένα άλλο πολιτικό κόμμα της εποχής, ένα πλήρη νοητικό κενό: ένα κενό που μπορεί να γεμίσει με οτιδήποτε, ακόμη και με κάτι πολύτιμο.

Οι ηγέτες των Συντηρητικών ήταν Κενοί Άνθρωποι. Ο Έλιοτ φοβόταν πως οι πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί της Βρετανίας κατέρρεαν, ότι αδύναμοι πολιτικοί, φιλοπόλεμα συνδικάτα, μια δυσκίνητη γραφειοκρατία, ένα απαθές κοινό, μια Εκκλησία που δεν είχε νόημα για τους περισσότερους Άγγλους, μια εμμονή με τις απολαβές και την δαπάνη – αυτά τα φαινόμενα και οι καταστάσεις διάβρωναν αμετάκλητα την Αγγλία που ο Έλιοτ αγαπούσε. Στο μεγαλύτερο μέρος οι προβλέψεις του Έλιοτ δικαιολογούνταν από τα γεγονότα που ακολούθησαν.

Προσπαθώντας να διατηρήσει μια ανθρώπινη κοινωνία

Όπως ο φίλος μου Βίλχελμ Ρέπκε, κυρίες και κύριοι, να κάνετε το ίδιο. Εκει μέσα θα βρείτε, από τη μια, μια κατάρριψη των προτάσεων του Καρλ Μάνχαϊμ για μια προγραμματισμένη κοινωνία – έναν όντως καθολικό σχεδιασμό. “Ένα πράγμα το οποίο πρέπει να αποφευχθεί είναι μια προγραμματισμένη κοινωνία,” γράφει ο Έλιοτ, “ένα πράγμα που πρέπει να διαπιστώσουμε είναι τα όρια του προγραμματισμού.” Πιθανώς ο Έλιοτ να έλεγε, αν τον ρωτούσαν, ότι το πιο σημαντικό εδάφιο στο τελευταίο του ισχνό βιβλίο είναι αυτό που έχει σχέση με την έννοια της εξάρτησης του πολιτισμού μας, ή οποιοδήποτε πολιτισμού, στα θρησκευτικά πιστεύω. Ένα μέρος του αποσπάσματος:

Δεν πιστεύω ότι ο πολιτισμός της Ευρώπης θα μπορούσε να επιβιώσει από την πλήρη εξαφάνιση της Χριστιανοσύνης. Και είμαι πεπεισμένος, όχι μόνο επειδή είμαι Χριστιανός, αλλά ως σπουδαστής της κοινωνικής βιολογίας. Εάν η Χριστιανοσύνη φύγει, τότε το σύνολο του πολιτισμού μας θα φύγει επίσης. Τότε θα πρέπει οδυνηρά να ξαναρχίσουμε, και δεν μπορεί να επιβληθεί μια έτοιμη κουλτούρα. Πρέπει να περιμένει κανείς για να μεγαλώσει το γρασίδι, για να ταΐσει τα πρόβατα, για να δώσουν μαλλί από το οποίο θα φτιαχτεί το καινούργιο παλτό. Πρέπει να περάσουμε πολλούς αιώνες βαρβαρότητας. Δεν θα ζήσουμε για να δούμε τον καινούργιο πολιτισμό, ούτε και οι απόγονοι μας, και αν το κάναμε, δεν θα ήμασταν ευτυχισμένοι.

Συνεχιζόμενη παρακμή

 

Μετά τον θάνατο του Έλιοτ, πολλές ατυχείς επιλογές έλαβαν χώρα στην Βρετανία, και η παρακμή που οδυρόταν ο Έλιοτ έχει συνεχιστεί με γοργούς ρυθμούς, με διάφορους τρόπους – αν και όχι σε όλα. Η σκόπιμη μείωση των διανοητικών προτύπων στα Βρετανικά σχολεία και πανεπιστήμια, καθώς και οι επίσημες διαμαρτυρίες δυσπιστίας από επιφανείς επισκόπους και αρχιεπίσκοπους, είναι μεταξύ των απογοητευτικών φαινομένων. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν, μας λέει ο Έλιοτ, να μετρήσουμε την μακροχρόνια επίδραση ενός ποιητή ή ενός φιλοσόφου. Στο πλήρωμα του χρόνου, ίσως να διαπιστώσουμε πως ο Έλιοτ έσπειρε με μεγαλύτερη επιτυχία απ’ ότι νόμιζε, και ότι τα πολιτικά και κοινωνικά γραπτά του θα αντέξουν μαζί με την ποίησή του και θα καρποφορήσουν. Πρέπει να είμαστε πολύ υπομονετικοί, είπε ο Έλιοτ, εν αναμονή της διάλυσης του φιλελευθερισμού και της ανάκτησης της παράδοσης. Ο φίλος μου ο Έλιοτ δεν περίμενε ότι θα γυρίσει πίσω ο χρόνος από κάποια κοινωνική ή λογοτεχνική μαγεία, ούτε φανταζόταν ότι θα μας αρέσει το αποτέλεσμα, ακόμη και αν ήταν πιθανό – γιατί είμαστε όλοι πλάσματα της εποχής στην οποία έχουμε γεννηθεί. Όπως ο ίδιος εξέφρασε αυτήν τη σκληρή αλήθεια στο Λίτλ Γκίντινγκ, “Δε μπορούμε να επαναφέρουμε παλιές πολιτικές / Ή να ακολουθήσουμε ένα αρχαίο τύμπανο” Η ανάγνωση του Έλιοτ δε θα μας πει πως να εξισορροπήσουμε τον προϋπολογισμό και να μειώσουμε το δημόσιο χρέος – αν και ο ποιητής της «Έρημης Χώρας» ήταν τραπεζίτης για μερικά χρόνια. Αλλά η ποίησή του μας λέει πολλά για την ανθρώπινη φύση, το μεγαλείο και τη δυστυχία της, και η γραφή του μας παρουσιάζει τα “αέναα πράγματα.” Γνώρισα τον Έλιοτ κάπως ηλικιωμένο, και τον καταλαβαίνω καλύτερα τώρα που οι στάχτες του βρίσκονται στην μεσαιωνική εκκλησία του Ίστ Κόκερ. Γιατί, όπως ο Έλιοτ έγραψε επίσης στο Λιτλ Γκίντινγκ,

Γι’ αυτό οι νεκροί δεν είχαν λόγια, όταν ζούσαν, Μπορούν να σου πουν, όντας νεκροί: η επικοινωνία Των νεκρών εκφράζεται με τη φωτιά πέραν της γλώσσας των ζωντανών».

Η ομιλία αυτή δόθηκε στο Heritage Foundation στις 9 Φεβρουαρίου 1989.

Ο Ράσελ Κέρκ (1918-1994) υπήρξε ο συγγραφέας 32 βιβλίων, εκατοντάδων δοκιμίων σε περιοδικά και πολλών μικρών ιστοριών. Τόσο το «Τάιμ» όσο και το «Νιουζγουήκ» τον περιέγραψαν ως ένα από τους κορυφαίους στοχαστές της Αμερικής, ενώ οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» παραδέχθηκαν την τεράστια επίδραση που εξάσκησε όταν το 1998 έγραψαν ότι το βιβλίο του  The Conservative Mind: From Burke to Eliot («Ο Συντηρητικός Νούς: Από τον Μπέρκ στον Έλιοτ») “έδωσε στους Αμερικανούς συντηρητικούς μια ταυτότητα και μια γενεαλογία και έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση του μεταπολεμικού συντηρητικού κινήματος”

του Ράσελ Κέρκ

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

του Ράσελ Κέρκ

Συνεχίζουμε την παρουσίαση της ιστορικής ομιλίας του πολιτικού θεωρητικού Ράσελ Κέρκ για τις πολιτικές απόψεις του Τ.Σ. ¨Ελιοτ, κορυφαίου ποιητή του 20ου αιώνα.

Παρατηρώντας ότι ο Έλιοτ ήταν προ-πολιτικός με την έννοια ότι ο ίδιος ενδιαφερόταν κατά κύριο λόγο με τα ύστατα ερωτήματα, δεν εννοώ ότι αγνοούσε τις πολιτικές αναγκαιότητες της εποχής του.

Αντιθέτως, ο Έλιοτ ήταν σοβαρά, και θλιμμένα, ανήσυχος με τις καταστροφές και τις δυσοίωνες προοπτικές του διεφθαρμένου κόσμου μας. Τα σχόλια του στο Κριτήριο συχνά αναφέρονταν ευθέως σε πολιτικές ερωτήσεις και ανθρώπους που είναι δημοφιλείς και μάλιστα ένας θεμελιώδης σκοπός του περιοδικού ήταν να σώσει τον κόσμο από την αυτοκτονία μέσω ένωσης συγγραφέων και ευφυών δημοσίων προσώπων, στη Βρετανία, στην Ευρώπη, και την Αμερική.

Φιλοδοξώντας μια υγιή δημοκρατία

Κατά τη διάρκεια των ετών όταν συναντιόμασταν που και που και ανταλλάζαμε εκτενή γράμματα, κατείχε καλή γνώση της πρακτικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών – πάντοτε θεωρώντας τον εαυτό του Αμερικανό – όπως επίσης και μια ζωηρή εξοικείωση με τα πολιτικά της Βρετανίας και της ηπειρωτικής Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, τρομαγμένος από τις εκπαιδευτικές τρέλες της Βρετανίας και της Αμερικής, δεν ήταν τόσο απογοητευμένος από τις δημόσιες υποθέσεις όπως όταν εξέδιδε το Κριτήριο, μεταξύ των παγκοσμίων πολέμων.

Το Δεκέμβριο του 1928, ο Έλιοτ δημοσίευσε στο περιοδικό του το δοκίμιο “Η Λογοτεχνία του Φασισμού” – την οποία απέρριπτε, όπως επίσης και την λογοτεχνία του Κομμουνισμού. “Απαιτείται μια νέα σχολή πολιτικής σκέψης,” έγραφε, “που θα μπορούσε να αποκτήσει γνώσεις από την πολιτική σκέψη στο εξωτερικό, αλλά όχι από την πολιτική πρακτική. Τόσο ο Ρωσικός κομμουνισμός όσο και ο Ιταλικός φασισμός μου φαίνεται πως έχουν πεθάνει ως πολιτικές ιδέες, έχοντας υπάρξει πολιτικά γεγονότα.” Δεν ήταν θαυμαστής μιας αφηρημένης δημοκρατίας, μιας ιδεολογίας δημοκρατισμού, αλλά μιας υγιούς δημοκρατίας, ριζωμένης σε παλιούς θεσμούς που φιλοδοξούσε να αποκαταστήσει. Συνέχισε στο άρθρο του περί Φασισμού:

Είναι άλλο να πει κανείς ότι δυστυχώς η δημοκρατική κυβέρνηση έχει αποδυναμωθεί εντελώς… Και άλλο να γελοιοποιεί την ιδέα της δημοκρατίας… Μια πραγματική δημοκρατία είναι πάντοτε μια περιορισμένη δημοκρατία, και μπορεί μόνο να ακμάσει με κάποιο περιορισμό μέσω των κληρονομικών δικαιωμάτων και ευθυνών… Το σύγχρονο ζήτημα όπως ευρέως τίθεται είναι: ‘η δημοκρατία πέθανε, τι θα την αντικαταστήσει;’ ενώ θα έπρεπε να είναι: ‘το πλαίσιο της δημοκρατίας έχει καταστραφεί, πώς εμείς, από τα εργαλεία που έχουμε, θα φτιάξουμε ένα νέο οικοδόμημα μέσα στο οποίο η δημοκρατία μπορεί να ζήσει;’

Έντεκα χρόνια αργότερα, στο σύντομο βιβλίο του Η Ιδέα μιας Χριστιανικής Κοινωνίας, ο Έλιοτ προέτρεπε τους φιλελεύθερους και τους σοσιαλιστές, καθώς επίκειτο ο πόλεμος με τις δυνάμεις του Άξονα ότι ο “Ο όρος ‘δημοκρατία’… δεν περιέχει αρκετά θετικό περιεχόμενο για να σταθεί μόνος του εναντίων δυνάμεων που αντιπαθούμε – μπορεί εύκολα να μεταμορφωθεί από αυτές. Εάν δεν έχεις έναν Θεό (και είναι ένας ζηλότυπος Θεός) θα πρέπει να δείξεις τον σεβασμό σου στον Χίτλερ ή τον Στάλιν.”

Ο Ελιοτ αντιμετώπισε τον Ναζισμό και τον Κομμουνισμό στην προσπάθεια να ιδρύσει μια υγιή δημοκρατία.

Η ερώτηση των ερωτήσεων

Γιατί πίσω από τις παθογόνες ιδεολογίες – υποκατάστατα της θρησκείας – του εικοστού αιώνα, πίσω από τις αδύναμες πολιτικές του φιλελευθερισμού, πίσω από την αναποτελεσματικότητα των συντηρητικών, ο Έλιοτ αντιλήφθηκε πως έρεε μια άρνηση παραδοχής της ηθικής και θεολογίας στην πολιτική σκέψη. Όπως ο ίδιος κατέληξε την διάλεξή του για την λογοτεχνία της πολιτικής το 1957: “

Η ερώτηση των ερωτήσεων, όπου καμία πολιτική φιλοσοφία δεν μπορεί να ξεφύγει, και η σωστή απάντηση με την οποία όλες οι πολιτικές σκέψεις πρέπει στο τέλος να κριθούν, είναι απλώς αυτή: Τι είναι Άνθρωπος; Ποια είναι τα όρια του; Ποια είναι η δυστυχία του και ποιο το μεγαλείο του; Και ποιο, τελικά είναι το πεπρωμένο του;” Δεν χρειάζεται καν να παρατηρήσω, κυρίες και κύριοι, ότι οι εν λόγω αρχές της πολιτικής προκάλεσαν οργή και γελοιοποίηση από τους  αριστερούς διανοούμενους του Μπλούμσμπερυ την εποχή του Έλιοτ – αν και η ευρεία φήμη του Έλιοτ ως ποιητή και η δυναμική του προσωπικότητα κάπως κατασίγασαν την κατακραυγή για τον συντηρητισμό του.

Οι άνθρωποι που έχουν σταματήσει να σκέφτονται έχουν δημιουργήσει μια ισχυρή δύναμη.

Τα τελευταία χρόνια, οι περισσότεροι κριτικοί έχουν προσπαθήσει να αγνοήσουν παντελώς την πολιτική σκέψη του Έλιοτ ως άσχετη, ενώ κάποιοι τον έχουν επιπλήξει ειρωνικά ως εχθρό της δημοκρατίας και της ισότητας.

Είναι ελαφρώς διασκεδαστικό ο Έλιοτ να καταγγέλλεται για τη Χριστιανική του πίστη και τη “φεουδαρχική” πολιτική σκέψη του από τακτικούς καθηγητές της Αγγλικής, κάποιοι εκ των οποίων απολαμβάνουν μισθούς άνω των εκατό χιλιάδων δολαρίων, βρίσκοντας παρηγοριά και θώπευση από πυκνές σειρές επεξεργαστών κειμένου και βοηθών, επαρκώς εφοδιασμένοι με χρηματοδότηση για ταξίδια και κάπως αμφίβολη “έρευνα,” γενναιόδωρα συνταξιοδοτημένοι όταν αποσυρθούν από την περιστασιακή διδασκαλία τους σε ένα, δυο σεμινάρια – αυτοί οι μελετητές και κύριοι που κηρύττουν δόγματα ισότητας, αυτοί οι σχολαστικοί και άνευ φαντασία, που σε περίπτωση που έρθει ποτέ σοσιαλιστικό καθεστώς σε αυτή τη χώρα, θα έβλεπαν τον τρόπο ζωής τους και τα προνόμιά τους αισθητά ελαττωμένα.

Ο Ελιοτ αντιτίθετο στις προδευτικές ιδέες τοων διανοουμένων του Μπλούσμπερυ, όπως η Βιρτζίνια Γούλφ

Ο Έλιοτ πιεζόταν οικονομικά μέχρι τα τελευταία χρόνια, και όταν τελικά του αποτιμήθηκε το βραβείο Νόμπελ, το μόνο ουσιαστικό ποσό που έλαβε κατά τη διάρκεια της ζωής του, άμεσα στερήθηκε τη μερίδα του λέοντος από την Εφορία. Ο Πάπας της Πλατείας Ράσσελ, όπως κάποιοι τον αποκαλούσαν, από το μικρό του γραφείο στην εταιρία Φάμπερ και Φάμπερ – όπου τον επισκεπτόμουν κατά καιρούς την δεκαετία του ’50 – σνομπάριζε με περιφρόνηση το πλήθος των λογίων της Αριστεράς, κάποιοι εκ των οποίων πολιτικά αφελείς, άλλοι αδίστακτοι οπορτουνιστές. Το μόνο που θα μπορούσε να ειπωθεί για τους συγγραφείς, ή αυτούς που θα ήθελαν να είναι συγγραφείς, του Λονδίνου ήταν πως συνέβαινε να είναι λιγότερο ανόητοι από αυτούς του Μανχάτταν, όπως ο Έλιοτ το έθεσε, “Η χειρότερη μορφή αποδημίας για έναν Αμερικανό συγγραφέα είναι η κατοικία στη Νέα Υόρκη.” Ισχύει ακόμη.

Οι διανοούμενοι της Νέας Υόρκης

“Είναι φυσικό, και όχι απαραίτητα πειστικό,” έγραψε σαρκαστικά το 1933 μέσα στις σελίδες του Κριτήριον, “να βρεις νεαρούς διανοούμενους στη Νέα Υόρκη που στρέφονται στον κομμουνισμό, και που μετατρέπουν τον κομμουνισμό κυριολεκτικά σε λογαριασμό σε τράπεζα. Η λογοτεχνία ως επάγγελμα δεν είναι μόνο, σε όλες τις χώρες, συνωστισμένο και κακοπληρωμένο… έχει επίσης και τη φασαρία του να προσπαθεί να διατηρήσει την αξιοπρέπεια του ως επάγγελμα.” Ο Μαρξισμός μπορεί να προσφέρει στον επίδοξο συγγραφέα τόσο ένα νέο δόγμα, όσο και με ένα εξασφαλισμένο εισόδημα. “Δεν είναι πάντα εύκολο, φυσικά, στον αναβρασμό ενός νέου κινήματος, να διακριθεί ένας άνθρωπος που συντηρείται από τους ανθρώπους που η πρόσβαση της ενέργειάς τους είναι το αποτέλεσμα της απαλλαγής τους από την ανάγκη της σκέψης για τον εαυτό τους.

Οι άνθρωποι που έχουν σταματήσει να σκέφτονται έχουν δημιουργήσει μια ισχυρή δύναμη. Υπάρχουν προφανή κίνητρα, εκτός των άλλων – ποτέ χωρίς να απουσιάζουν εντελώς – της απλής μετατροπής, για να δελεάσουν τον άνθρωπο των γραμμάτων στην πολιτική και κοινωνική θεωρία τις οποίες με τη σειρά του εκείνος χρησιμοποιεί για να συνεφέρει και να αποκαταστήσει το επάγγελμά του.” Ο Έλιοτ δια βίου αρνήθηκε να πάει με αυτά τα κυνηγόσκυλα, δεν υπέγραψε το όνομά του σε καμία ιδεολογική διαμαρτυρία και μανιφέστο, απέρριψε παντελώς τον Βρετανικό σοσιαλισμό, για να μην μιλήσουμε για κομμουνισμό, φασισμό, Ναζισμό (τον οποίο η Χάνα Άρεντ αποκαλεί “μια εμβρυακή ιδεολογία”).

Αλλά αν αφήσουμε αυτή την αποκήρυξη της κολεκτιβιστικής ιδεολογίας στην άκρη, ποιες ήταν οι πολιτικές πεποιθήσεις, ρεαλιστικά μιλώντας, στις οποίες ο Έλιοτ προσκολλούνταν; Μήπως η πολιτική του συνίστατο από διαπραγματεύσεις; Καθόλου. Υπάρχουν δύο πτυχές, ή μάλλον περιοχές, της πρακτικής πολιτικής του Έλιοτ: οι Βρετανικές απόψεις του, και οι Αμερικανικές απόψεις του.

Επιτρέψτε μου να πω αρχικά για την Αμερικανική πολιτική πεποίθησή του, μιας και αυτή είναι το πιο σύντομη. Ριζωμένος στην Νέα Αγγλία, ο Έλιοτ μου έγραψε κάποτε πως η Αμερική  την οποία η οικογένεια του υποστήριζε είχε λήξει με την ήττα του Τζων Κουίνσυ Άνταμς από τον Άντριου Τζάκσον στην προεδρική εκλογή του 1828. (Ο μακρινός συγγενής του Έλιοτ, Χένρυ Άνταμς έκανε μια παρόμοια παρατήρηση.)
Έτσι, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως οι πολιτικές πεποιθήσεις της οικογένειας Έλιοτ ήταν παραπλήσιες με τις πολιτικές πεποιθήσεις των συγγενών τους των Άνταμς: Φεντεραλιστές (σ.μ οπαδοί της κεντρικής εξουσίας της Ουάσινκτον με απέχθεια σε κάθε μορφή απόσκίρτησης και δικαιωμάτων των Πολιτειών) εφ’ όσων το Κόμμα των Φεντεραλιστών  ήταν συνεπές, καχύποπτοι της ισοπεδωτικής δημοκρατίας, αυστηρά ηθικοί, ριζωμένοι στον πολιτισμό της Νέας Αγγλίας. Αυτές οι πολιτικές απόψεις και συνήθειες μεταλαμπαδεύτηκαν από τον Γουίλιαμ Γκρίνλιφ Έλιοτ, παππού του Τ. Σ. Έλιοτ, στο Μιζούρι.

Ο αιδεσιμώτατος Γουίλλιαμ Γκρίνφηλντ Έλιοτ

Εάν θα μπορούσα να πάρω το θάρρος ώστε να παραθέσω ένα απόσπασμα από δική μου εργασία, μια παράγραφος από το βιβλίο μου για τον Έλιοτ είναι σχετική εδώ:

Το πολιτικό πρότυπο της νεότητας του Έλιοτ ήταν ένας κύριος τόσο πραγματικός στο αγοράκι του Σαίντ Λούις όσο και αν καθόταν στη κεφαλή του τραπεζιού στην Οδό Λόκουστ: ο παππούς τον οποίο ποτέ πραγματικά δε γνώρισε, ο Αιδεσιμότατος Γουίλιαμ Γκρίνλιφ Έλιοτ, ‘ο απόγονος δεκάτου ένατου αιώνα του ιερέα του Κωσέρ.’ Αυτός ο παππούς ήταν ένας Χριστιανός ήρωας – και ένας πυλώνας της ορατής κοινωνίας, ένας συντηρητικός μεταρρυθμιστής, όπως επίσης και αντιτείχισμα της κοινωνίας των ψυχών. Στο Σαίντ Λούις είχε μεταρρυθμίσει σχολεία, ίδρυσε το πανεπιστήμιο, έγινε ο απόστολος της σταδιακής απελευθέρωσης των σκλάβων, ο πρωταθλητής της εθνικής ένωσης, ο ηγέτης μιας ντουζίνας άλλων ταραχωδών υποθέσεων που είχαν ανάγκη αναμόρφωσης – αλλά πάντοτε υπό το πρίσμα των μόνιμων πραγμάτων… Η έννοια της τελειοποίησης του παππού του, και κάποιες άλλες πεποιθήσεις (μεταξύ των οποίων και ο ζήλος του παππού για την απαγόρευση των δυνατών αλκοολούχων ποτών), ο Έλιοτ τις απέρριψε, ακόμη και αν ένας τέτοιος παππούς βαραίνει περισσότερο δια βίου, για κάποιον προσκολλημένο στη Παράδοση, παρά όλους τους πολιτικούς μεταφυσικούς στα βιβλία.

Έχοντας την τύχη να έχω έναν παππού κάπως σαν του Έλιοτ, τα πηγαίναμε καλά όταν μιλούσαμε για την Αμερικανική πολιτική.

του Ράσελ Κέρκ

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΜΕΡΗ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

Έκλεισαν στις 20 Δεκεμβρίου 2016, 70 χρόνια από την πρεμιέρα της «Μιας Υπέροχης Ζωής», μιας δραματικής κομεντί του Φρανκ Κάπρα, με τον Τζέημς Στιούαρτ στον ρόλο ενός συμπονετικού, αλλά απελπισμένου επιχειρηματία, που την παραμονή των Χριστουγέννων η σκέψη του να αυτοκτονήσει προκαλεί την επέμβαση του φύλακα-αγγέλου του. Η ταινία αγνοήθηκε στην εποχή της, αλλά σήμερα είναι τόσο αναγκαία για τα αμερικάνικα Χριστούγεννα, όσο η γαλοπούλα και οι χριστουγεννιάτικες μπάλες. 

Φρανκ Κάπρα: Ένας λαϊκιστής του Χόλλυγουντ.

Πριν από τον πόλεμο, ο Φρανκ Κάπρα υπήρξε ο απόλυτος λαϊκιστής (populist) της Δεξιάς με μια σειρά από αισιόδοξες πατριωτικές ταινίες, όπως «Ο Πρίγκηψ των Δολλαρίων (Mr Deeds Goes Town) και «Αμερική, Η Χώρα της Ελευθερίας» (Mr Smith Goes to Washington). Σε αυτές κεντρικοί ήρωες ήταν απλοί άνθρωποι (τους οποίους υποδυόταν συνήθως ο Γκάρυ Γκραντ και ο Τζέημς Στιούαρτ) που σήκωναν το ανάστημα τους και πολεμούσαν την απληστία και την διαφθορά της εξουσίας. Είχαν μάλιστα τόσο ταυτιστεί με το «New Deal» του Ρούζβελτ, που πολλοί θεωρούσαν ότι ο Κάπρα ήταν Δημοκρατικός. Όμως μια πρόσφατη βιογραφία του απεκάλυπτε ότι μισούσε τον παρεμβατισμό του Ρούζβελτ και ήταν Ρεπουμπλικάνος.

Ο Τζέημς Στιούαρτ ως ιδεαλιστής Τζωρτζ Μπάιηλυ

Όμως το 1946, ο Κάπρα, παρασημοφορημένος σκηνοθέτης πατριωτικών ντοκυμαντέρ στην διάρκεια του πολέμου, δεν μπορούσε να βρει παραγωγούς για την νέα ταινία του. Λεγόταν «Μια Υπέροχη Ζωή» και την φανταζόταν ως τον απόλυτο ύμνο για τον απλό άνθρωπο. Έτσι ίδρυσε μαζί με τον Γουίλιαμ Γουαίηλερ, τον σκηνοθέτη των οσκαρικών «Μις Μίνιβερ» και «Μπεν Χουρ» το στούντιο «Liberty» και γύρισε την ταινία για την οποία σήμερα είναι διάσημος.

Στην πραγματικότητα, ο Πότερ είναι ο κλασσικός τύπος του Καλβινιστή, που απεχθάνονται Ορθόδοξοι, αλλά και Καθολικοί, όπως ο Ιταλικής καταγωγής Κάπρα, γιατί με τον άκρατο ατομικισμό του και την άποψη ότι οι φτωχοί αξίζουν αυτά που παθαίνουν σπάει την ενότητα της κοινότητας που μεταφορικά είναι το σώμα του Ιησού που ενώνει τους ανθρώπους ως Εκκλησία.

Σε αυτήν, ο Τζωρτζ Μπαίηλυ (Τζέημς Στιούαρτ) υπήρξε από παιδί αλτρουιστής και άνθρωπος της προσφοράς. Έσωσε τον μικρότερο αδελφό του Χάρρυ από πνιγμό, αλλά έχασε τη ακοή του από το αριστερό αυτί. Ενώ μικρός έσωσε το παιδί μιας χήρας από λάθος χάπι που του έδωσε ο φαρμακοτρίφτης και το οποίο είχε μπει σε δηλητήριο. Ο πατέρας του Τζωρτζ έχει μια εταιρεία «Οικοδομές και Δάνεια» που βοηθά τους κατοίκους της Μπράντφορντ Φολς να αποκτήσουν σπίτι χωρίς να αναγκάζονται να υποτάσσονται σε τοκογλύφους σαν τον Πότερ, τον άπληστο τραπεζίτη, που υποδύεται ο Λάιονελ Μπάρυμορ, από τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς του Κάπρα.

Ο Πότερ έχει στα χέρια του όλη την μικρή κωμόπολη εκτός από την εταιρία των Μπαίηλυ και τα σπίτια που κτίζουν οι πελάτες τους. Όταν όμως ο πατέρας του Τζωρτζ πεθαίνει από εγκεφαλικό, ο Πότερ που έχει την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας, ζητά από το διοικητικό συμβούλιο να την κλείσουν επειδή για αυτόν είναι άχρηστη.

Στην πραγματικότητα, ο Πότερ είναι ο κλασσικός τύπος του Καλβινιστή, που απεχθάνονται Ορθόδοξοι, αλλά και Καθολικοί, όπως ο Ιταλικής καταγωγής Κάπρα, γιατί με τον άκρατο ατομικισμό του και την άποψη ότι οι φτωχοί αξίζουν αυτά που παθαίνουν σπάει την ενότητα της κοινότητας που μεταφορικά είναι το σώμα του Ιησού που ενώνει τους ανθρώπους ως Εκκλησία. 

Διανεμισμός και «Μια Υπέροχη Ζωή»

Η παρουσίαση του Πότερ είναι κάτι που προβληματίζει πολλούς συντηρητικούς. Και αυτό γιατί παρουσιάζεται ως ο κλασσικός ληστής των μονοπωλίων του καπιταλισμού. Αυτή είναι η άποψη που είχε ο Άγγλος θεωρητικός του διανεμισμού, Γκίλμπερτ Τσέστερτον ο οποίος έγραφε ότι οι καπιταλιστές με την έννοιες της συγκέντρωσης του χρήματος σε λίγα χέρια «είναι εχθροί της ιδιοκτησίας γιατί δεν θέλουν την δικιά τους γη, αλλά των άλλων». Ο διανεμισμός υπήρξε μια «τριτοδρομική» οικονομική θεωρία των αρχών του 20ου αιώνα, που πίστευε ότι ο καπιταλισμός και ο κομμουνισμός είναι εξίσου μονοπωλιακοί και οδηγούν στην σκλαβιά. Όμως για τον Τσέστερτον αν το κεφάλαιο είναι καπιταλισμός ο ίδιος δήλωνε καπιταλιστής. Αντέτασσε δε ως λύση την διάδοση της κυριότητας των μέσων παραγωγής (γη, εργαλεία κ.λπ.) και της επιχειρηματικότητας σε όσο γίνεται περισσότερα χέρια, ενώ θεωρούσε την τοπική οικονομία και την μικρομεσαία επιχείρηση ως βάση μίας ευημερούσας οικονομίας. Κάτι που θυμίζει και την άποψη του Αριστοτέλη περί οικονομίας και μεσαίας τάξης.

Με άλλα λόγια η εταιρία των Μπαίηλυ είναι σαν τις πιστωτικές ενώσεις και τα στεγαστικά ταμιευτήρια, που στήριζε ο διανεμισμός.

Οι διανεμιστές προσπάθησαν να συνδυάσουν κοινωνικό Καθολικισμό (τις κοινωνικές εγκυκλίους του Βατικανού), περσοναλισμό (θεολογία του προσώπου) και κοινοτισμό με μεταρρυθμιστικά συνεταιριστικά κινήματα του 19ου αιώνα, όπως οι πιστωτικές ενώσεις, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις, τα στεγαστικά ταμιευτήρια και τα ταμεία αλληλασφάλισης. Όλα αυτά δεν ήταν σοσιαλιστικά, όπως κάποιοι θέλουν αλλά έδιναν την δυνατότητα για οικογενειακή στέγη, δανεισμό χωρίς τοκογλυφία, ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων και παράκαμψη των μεσαζόντων. Πρόσφεραν έτσι πολύτιμη οικονομική αυτάρκεια σε εργαζόμενους και μικρομεσαίους επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες γης, αποτρέποντας την προλεταριοποίηση και κατά συνέπεια την άνοδο του σοσιαλισμού. Σήμερα ο διανεμισμός επιστρέφει δριμύτερος, αγκαλιασμένος από τον Κάμερον και την «Μεγάλη Κοινωνία» αλλά και τους παλαιοσυντηρητικούς στις ΗΠΑ. Η δε «Μια Υπέροχη Ζωή» είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει κατανοητός.

Με τον Πότερ να καραδοκεί , ο Μπαίηλυ αποφασίζει να υπερασπισθεί την δουλειά του πατέρα του και να σώσει τους καθημερινούς ανθρώπους της γενέτειρας του, από τα νύχια του τραπεζίτη. Θυσιάζει (πιστεύει προσωρινά) τα όνειρα του για σπουδές και δίνει τα λεφτά που είχε μαζέψει στον αδελφό του Χάρυ για να σπουδάσει. Κάποια στιγμή ο Μπαιηλυ παντρεύεται την Μαίρη, που ήταν ερωτευμένη μαζί του από όταν ήταν παιδιά. Όμως την στιγμή που φεύγουν για ταξίδι του μέλιτος ανακαλύπτουν ότι οι πελάτες τους θέλουν να τραβήξουν μαζικά τις καταθέσεις τους, γιατί η τράπεζα του Πότερ απέσυρε όλα τα δάνεια. Τότε ο Τζωρτζ τους λέει ότι δεν μπορεί να τους δώσει όλα τα λεφτά γιατί τα λεφτά τους μπαίνουν στην υπηρεσία των συγχωριανών τους. Βάζει μάλιστα τα λεφτά του ταξιδιού του μέλιτος για να σώσει τους πελάτες.

Με άλλα λόγια η εταιρία των Μπαίηλυ είναι σαν τις πιστωτικές ενώσεις και τα στεγαστικά ταμιευτήρια, που στήριζε ο διανεμισμός. Οι πρώτες ήταν, συνεταιριστικές τράπεζες, όπου οι πελάτες είναι και ιδιοκτήτες και τα λεφτά πάνε στο κοινό καλό. Μάλιστα η «Μια Υπέροχη Ζωή» δείχνει με τον καλύτερο τρόπο τον πόλεμο ανάμεσα σε τοκογλύφους τραπεζίτες και τους διανεμιστές που χρησιμοποιούν πιστωτικές ενώσεις ή σήμερα την μικροπίστωση του Γιουνούς, του νομπελίστα «τραπεζίτη των φτωχών». 

Η κοινότητα ως σώμα του Ιησού

Εδώ να πούμε ότι η Ντόνα Ρηντ ως Μαίρη είναι το πρότυπο γυναίκας-συμμάχου ενός ιδεαλιστή άνδρα και η δύναμη πίσω από την επιτυχία του. Και αυτό, αν και την ζητούσαν ως νύφη οι πλούσιοι φίλοι του Τζωρτζ. Κάποια στιγμή βλέπουμε την γειτονιά όπου ο Μπαίηλυ κτίζει σπίτια για τη κοινότητα χωρίς να πολυνοιάζεται για μεγάλο κέρδος. Ένας Ιταλός, ο Μαρτίνι, μπαίνει στο καινούργιο σπίτι. Τότε ο Τζωρτζ και η Μαίρη προσφέρουν στο ζευγάρι των ιδιοκτητών άρτο, κρασί και αλάτι θυμίζοντας την Θεία Μετάληψη. Μάλιστα δίνουν το ψωμί (γήινη δύναμη) στην γυναίκα και το κρασί (πνευματικό σύμβολο) στον άνδρα. Εδώ βρίσκεται όλο το χριστιανικό νόημα της ταινίας και της ταύτισης κοινότητας και Εκκλησίας.

Όταν από λάθος, ο αφηρημένος θείος του Τζωρτζ (ο πολυβραβευμένος Τόμας Μίτσελ) χάνει τα λεφτά της «Οικοδομές και Δάνεια», τα βρίσκει ο Πότερ, και αποφασίζει να ξεφορτωθεί μια για πάντα τον αλτρουιστή Μπαίηλυ. Ο Μπαίηλυ του ζητά δάνειο με ένα τρόπο που θυμίζει τους Έλληνες που οι τράπεζες κατάσχουν τα σπίτια τους. Φυσικά ο Πότερ του το αρνιέται και προτείνει στην αστυνομία να τον πιάσει ως απατεώνα. Τότε φοβούμενος το σκάνδαλο και την φυλακή, ο Τζώρτζ σκέφτεται να αυτοκτονήσει από την γέφυρα το ποταμού μέσα σε μια χιονοθύελλα. Τότε είναι που επεμβαίνει ο φύλακας-άγγελος και του δείχνει πως θα γινόταν το Μπρέντφορντ Φωλς αν δεν ζούσε.

Το μονοπωλιακό «Κράτος Δούλων», για το οποίο μιλούσαν οι διανεμιστές, έχει και όνομα: Ποτερούπολη. Εκεί κυριαρχούν η διαφθορά, η κακία των ανθρώπων και οι ενεχυροδανειστές. Έτσι η ταινία εκφράζει την περιφρόνηση του Κάπρα για την κυριαρχία του πλούτου και τις αξίες της πόλης, έναντι αυτών του χωριού. Κάτι στο οποίο πίστευαν οι «Νότιοι Αγροτιστές» (Southern Agrarians) οι διανεμιστές της Αμερικής, αλλά και ο Χάμσουν στη «Ευλογία της Γης». Όταν μάλιστα ο Τζωρτζ Μπαίηλυ αποφασίζει να μην αυτοκτονήσει και γυρνάει στο σπίτι βρίσκει όλη την κοινότητα να τον περιμένει για να τον στηρίξει οικονομικά, όπως τότε εκείνος τους έσωσε από τα νύχια του Πότερ.

Με άλλα λόγια έχουμε μια κοινοτική-διανεμιστική ταινία που σε δύσκολους καιρούς, όπως οι σημερινοί, αντιτάσσει την αλληλεγγύη της κοινότητας και μας διδάσκει ότι «Το Μικρό είναι Όμορφο».

Σήμερα ο διανεμισμός επιστρέφει δριμύτερος, αγκαλιασμένος από τον Κάμερον και την «Μεγάλη Κοινωνία» αλλά και τους παλαιοσυντηρητικούς στις ΗΠΑ. Η δε «Μια Υπέροχη Ζωή» είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει κατανοητός.

Οι διανεμιστές προσπάθησαν να συνδυάσουν κοινωνικό Καθολικισμό (τις κοινωνικές εγκυκλίους του Βατικανού), περσοναλισμό (θεολογία του προσώπου) και κοινοτισμό με μεταρρυθμιστικά συνεταιριστικά κινήματα του 19ου αιώνα, όπως οι πιστωτικές ενώσεις, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις, τα στεγαστικά ταμιευτήρια και τα ταμεία αλληλασφάλισης. Όλα αυτά δεν ήταν σοσιαλιστικά, όπως κάποιοι θέλουν αλλά έδιναν την δυνατότητα για οικογενειακή στέγη, δανεισμό χωρίς τοκογλυφία, ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων και παράκαμψη των μεσαζόντων. Πρόσφεραν έτσι πολύτιμη οικονομική αυτάρκεια σε εργαζόμενους και μικρομεσαίους επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες γης, αποτρέποντας την προλεταριοποίηση και κατά συνέπεια την άνοδο του σοσιαλισμού. Σήμερα ο διανεμισμός επιστρέφει δριμύτερος, αγκαλιασμένος από τον Κάμερον και την «Μεγάλη Κοινωνία» αλλά και τους παλαιοσυντηρητικούς στις ΗΠΑ. Η δε «Μια Υπέροχη Ζωή» είναι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει κατανοητός.

Με τον Πότερ να καραδοκεί , ο Μπαίηλυ αποφασίζει να υπερασπισθεί την δουλειά του πατέρα του και να σώσει τους καθημερινούς ανθρώπους της γενέτειρας του, από τα νύχια του τραπεζίτη. Θυσιάζει (πιστεύει προσωρινά) τα όνειρα του για σπουδές και δίνει τα λεφτά που είχε μαζέψει στον αδελφό του Χάρυ για να σπουδάσει. Κάποια στιγμή ο Μπαιηλυ παντρεύεται την Μαίρη, που ήταν ερωτευμένη μαζί του από όταν ήταν παιδιά. Όμως την στιγμή που φεύγουν για ταξίδι του μέλιτος ανακαλύπτουν ότι οι πελάτες τους θέλουν να τραβήξουν μαζικά τις καταθέσεις τους, γιατί η τράπεζα του Πότερ απέσυρε όλα τα δάνεια. Τότε ο Τζωρτζ τους λέει ότι δεν μπορεί να τους δώσει όλα τα λεφτά γιατί τα λεφτά τους μπαίνουν στην υπηρεσία των συγχωριανών τους. Βάζει μάλιστα τα λεφτά του ταξιδιού του μέλιτος για να σώσει τους πελάτες.

Με άλλα λόγια η εταιρία των Μπαίηλυ είναι σαν τις πιστωτικές ενώσεις και τα στεγαστικά ταμιευτήρια, που στήριζε ο διανεμισμός. Οι πρώτες ήταν, συνεταιριστικές τράπεζες, όπου οι πελάτες είναι και ιδιοκτήτες και τα λεφτά πάνε στο κοινό καλό. Μάλιστα η «Μια Υπέροχη Ζωή» δείχνει με τον καλύτερο τρόπο τον πόλεμο ανάμεσα σε τοκογλύφους τραπεζίτες και τους διανεμιστές που χρησιμοποιούν πιστωτικές ενώσεις ή σήμερα την μικροπίστωση του Γιουνούς, του νομπελίστα «τραπεζίτη των φτωχών». 

Η κοινότητα ως σώμα του Ιησού

Εδώ να πούμε ότι η Ντόνα Ρηντ ως Μαίρη είναι το πρότυπο γυναίκας-συμμάχου ενός ιδεαλιστή άνδρα και η δύναμη πίσω από την επιτυχία του. Και αυτό, αν και την ζητούσαν ως νύφη οι πλούσιοι φίλοι του Τζωρτζ. Κάποια στιγμή βλέπουμε την γειτονιά όπου ο Μπαίηλυ κτίζει σπίτια για τη κοινότητα χωρίς να πολυνοιάζεται για μεγάλο κέρδος. Ένας Ιταλός, ο Μαρτίνι, μπαίνει στο καινούργιο σπίτι. Τότε ο Τζωρτζ και η Μαίρη προσφέρουν στο ζευγάρι των ιδιοκτητών άρτο, κρασί και αλάτι θυμίζοντας την Θεία Μετάληψη. Μάλιστα δίνουν το ψωμί (γήινη δύναμη) στην γυναίκα και το κρασί (πνευματικό σύμβολο) στον άνδρα. Εδώ βρίσκεται όλο το χριστιανικό νόημα της ταινίας και της ταύτισης κοινότητας και Εκκλησίας.

Όταν από λάθος, ο αφηρημένος θείος του Τζωρτζ (ο πολυβραβευμένος Τόμας Μίτσελ) χάνει τα λεφτά της «Οικοδομές και Δάνεια», τα βρίσκει ο Πότερ, και αποφασίζει να ξεφορτωθεί μια για πάντα τον αλτρουιστή Μπαίηλυ. Ο Μπαίηλυ του ζητά δάνειο με ένα τρόπο που θυμίζει τους Έλληνες που οι τράπεζες κατάσχουν τα σπίτια τους. Φυσικά ο Πότερ του το αρνιέται και προτείνει στην αστυνομία να τον πιάσει ως απατεώνα. Τότε φοβούμενος το σκάνδαλο και την φυλακή, ο Τζώρτζ σκέφτεται να αυτοκτονήσει από την γέφυρα το ποταμού μέσα σε μια χιονοθύελλα. Τότε είναι που επεμβαίνει ο φύλακας-άγγελος και του δείχνει πως θα γινόταν το Μπρέντφορντ Φωλς αν δεν ζούσε.

“Μια Υπέροχη Ζωή”: ένας ύμνος στο αίσθημα της κοινότητας.

Το μονοπωλιακό «Κράτος Δούλων», για το οποίο μιλούσαν οι διανεμιστές, έχει και όνομα: Ποτερούπολη. Εκεί κυριαρχούν η διαφθορά, η κακία των ανθρώπων και οι ενεχυροδανειστές. Έτσι η ταινία εκφράζει την περιφρόνηση του Κάπρα για την κυριαρχία του πλούτου και τις αξίες της πόλης, έναντι αυτών του χωριού. Κάτι στο οποίο πίστευαν οι «Νότιοι Αγροτιστές» (Southern Agrarians) οι διανεμιστές της Αμερικής, αλλά και ο Χάμσουν στη «Ευλογία της Γης». Όταν μάλιστα ο Τζωρτζ Μπαίηλυ αποφασίζει να μην αυτοκτονήσει και γυρνάει στο σπίτι βρίσκει όλη την κοινότητα να τον περιμένει για να τον στηρίξει οικονομικά, όπως τότε εκείνος τους έσωσε από τα νύχια του Πότερ.

Με άλλα λόγια έχουμε μια κοινοτική-διανεμιστική ταινία που σε δύσκολους καιρούς, όπως οι σημερινοί, αντιτάσσει την αλληλεγγύη της κοινότητας και μας διδάσκει ότι «Το Μικρό είναι Όμορφο».

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Έκλεισαν στις 20 Δεκεμβρίου 2016, 70 χρόνια

του Βασίλη Κιλτίδη

Η κινηματογραφική μεταφορά του δόγματος των Assassins είναι γεγονός, με τον πιο επιβλητικό τρόπο. Ο κινηματογράφος από εδώ και πέρα, δεν θα έχει σχέση με αυτό που είχαμε γνωρίσει ως τώρα. Οι εταιρείες παραγωγής των video games δείχνουν τα δόντια τους απέναντι στο απαρχαιωμένο και ξεπερασμένο πλέον στυλ της 7ης τέχνης, όπου η κάμερα και το μπουμ είχαν τον κυρίαρχο ρόλο.

Βρισκόμαστε πλέον στην δημιουργία εναλλακτικών υπαρκτών κόσμων και όχι στην απλή καταγραφή της εικόνας και επεξεργασία αυτής. Η εμφάνιση του logo της Ubisoft στην μεγάλη οθόνη, σηματοδοτεί την μεγάλη αλλαγή. Το διεθνές gaming franchise των Assassins έκανε εντυπωσιακή είσοδο, ξεκινώντας με ένα επιβλητικό δίλεπτο που καλεί όλους τους global gamers -και όχι μόνο- να καθηλωθούν στις θέσεις τους, μέχρι να περάσουν τα 90 λεπτά ακατάσχετης δράσης και φαντασίας.

Το Assassin’s Creed, είναι αναμφισβήτητα ένας από τους κορυφαίους τίτλους παγκοσμίως στα ράφια των video games εδώ και 12 χρόνια. Ήταν πάντα μια διαδραστική ταινία, μια interactive movie όπως μου αρέσει να λέω, για την οποία λίγο πολύ όλοι γνωρίζαμε ότι κάποια στιγμή θα μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη.

Μετά την αποτυχημένη μεταφορά του Warcraft και του Max Payne ωστόσο, οι ανησυχίες ήταν έκδηλες για το κατά πόσο μια διαδραστική ταινία οικιακής ψυχαγωγίας μπορεί τελικά να μεταφερθεί με επιτυχία στις κινηματογραφικές αίθουσες. Όμως τελικά…ήταν όλα εκεί. Οι διπλές λεπίδες, οι κρυφές λεπίδες, οι βόμβες καπνού, οι τακτικές απόδρασης, οι αναρριχήσεις στα ουράνια, η Abstergo, το Μήλο της Εδέμ, Οι Ναϊτες, το Άλμα της Πίστεως και φυσικά πάνω από όλα, το πέταγμα του Αετού που με το βλέμμα του καθοδηγεί τους Assassins στην εκδίκηση και την επιβίωση.

Ένα cast που τσακίζει κόκαλα. Μίκαελ Φάσμπεντερ, Μάριον Κοτιγιάρ και Τζέρεμυ Άϊρονς. Η Ubisoft δίνει τα ρέστα της σε όλα τα Φωτορεαλιστικά 3D Rotoscopes και σε όλα τα εφέ και ψηφιακά γυρίσματα. Η μουσική επένδυση είναι αυτή που πρέπει αλλά χάνοντας σε χαρακτηριστικό μουσικό άκουσμα, ενώ οι σκηνές δράσης προκαλούν ίλιγγο με τους gamers να αισθάνονται ότι κρατάνε στα χέρια τους τον controller του PlayStation μέσα στην αίθουσα.
Πάνω από όλα η διασκέδαση. Ας μην ξεχνιόμαστε. Στην αίθουσα μπαίνουμε για να περάσουμε καλά και η Ubisoft το γνωρίζει πολύ καλά, καλύτερα από τις πατροπαράδοτες εταιρείες παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών.

Η αλλαγή ξεκίνησε, οι καιροί αλλάζουν. Το Assassin’s Creed είναι μια κινηματογραφική εμπειρία, υποχρεωτική για όλους τους cinefans.

Και τώρα στο σενάριο. Την αρχή των πάντων δηλαδή. Είναι ένα κλασικό σενάριο Assassin’s Creed, απολύτως αναμενόμενο για όσους έχουν την εμπειρία του video game. Όμως έχει ξένα στοιχεία για καθαρά πολιτικούς λόγους. H παραγωγή της ταινίας γινόταν υπό την πίεση των εξελίξεων σχετικά με τις τρομοκρατικές επιθέσεις των Τζιχαντιστών παγκοσμίως.

Το μεγάλο πρόβλημα εξαρχής ήταν πως οι Assassins, κατά την γενική πρόσληψη της Δύσης, είναι τζιχαντιστές. Είναι οι Μουσουλμάνοι εκδικητές των Ιερών Τόπων που καταδιώκουν τους Ναϊτες, τους Ιππότες του Καθολικισμού και εκπροσώπους της Δύσης, με σκοπό την ανάκτηση του Μήλου της Εδέμ, στο οποίο κρύβεται ο σπόρος της Πρώτης Ανυπακοής του Ανθρώπου.
Όποιος κατέχει την Πηγή της Ανυπακοής, είναι ο πραγματικά ελεύθερος, που κατέχει την Ανώτατη Εξουσία του Κόσμου. Οι “κακοί” Ναϊτες λοιπόν, ως εκπρόσωποι του Δυτικού Κόσμου και του Καθολικισμού πρέπει να εκδιωχθούν από τους “καλούς” Assassins για να σωθεί ο κόσμος, αφού αυτοί θα έχουν πλέον στα χέρια τους τον έλεγχο της Πρώτης Ανυπακοής.

Ο συσχετισμός με την σημερινή πραγματικότητα, είναι δυστυχώς προβληματικός και ανησυχητικός λόγω της ύπαρξης του φανατισμένου και μισαλλόδοξου ISIS, που εκπροσωπεί την ωμή βία και τον θρησκευτικό φανατισμό.

Η αλήθεια είναι ότι η Ubisoft βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Δημιούργησε μια ανυπέρβλητη εναλλακτική πραγματικότητα που εγείρει τον θαυμασμό όλων μας, την ίδια στιγμή όμως μέσα από την πλατφόρμα της δημιούργησε διεθνώς μια συμπάθεια προς ένα τάγμα που έμελλε να απασχολήσει τον Δυτικό Πολιτισμό με τον χειρότερο και πιο βάναυσο τρόπο. Δεδομένων όλων αυτών, οι σεναριογράφοι προσπάθησαν να σώσουν την κατάσταση την τελευταία στιγμή βάζοντας μια σφήνα στο σενάριο η οποία είναι τελείως ξένη προς την ιστορία του Assassins Creed.
Ισχυρίζονται δηλαδή, ότι όλα αυτά συμβαίνουν για να ανακαλυφθεί η “Θεραπεία κατά της Βίας¨. Αυτή η σεναριακή σφήνα χαλάει όλη την μαγεία.
Προσπαθεί να δείξει ότι το Αssassins Creed είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που ξέραμε εδώ και τόσα χρόνια.
Αποτυπώνεται μια αγωνία της παραγωγής, προκειμένου να αποφευχθεί η ταύτιση με τους σημερινούς τζιχαντιστές, όπως επίσης και η αγωνία για ειρηνοποίηση ενός σεναρίου που βασίζεται στον αγώνα κατά του Καθολικισμού. Ας μην ξεχνάμε, ότι στο δεύτερο κομμάτι του παιχνιδιού, ο Assassin Ezzio Auditore da Firenze, έπρεπε να σκοτώσει τον Πάπα για να σώσει τον κόσμο.

Η ταινία, όπως και όλα τα παιχνίδια της σειράς, εννοείται πως αφήνει όλες τις πόρτες ανοιχτές για μια ολόκληρη σειρά ταινιών που ενδεχομένως να ακολουθήσουν. Πρόκειται για τα νέα κινηματογραφικά γονίδια που αναπτύσσονται και από τα οποία δεν πρόκειται κανείς να ξεφύγει.

Όσοι προσκολληθούν στο παρελθόν, πολύ απλά θα βρεθούν εκτός κινηματογράφου πάρα πολύ σύντομα. Ο κόσμος είναι αλύπητος, θέλει αλλαγή και δράση.  Ας μην ξεχνάμε, ότι περίπου 100 χρόνια πριν, το να είσαι ζωγράφος ήταν η ανώτατη τιμητική καλλιτεχνική ιδιότητα. Μετά ήρθε ο φωτογράφος και ο μουσικός. Μετά ήρθε ο κινηματογράφος που κυριάρχησε πάνω σε όλες τις προηγούμενες μορφές έκφρασης της τέχνης. Κανείς δεν είπε ότι θα μείνει έτσι για πάντα.

Η αλλαγή ξεκίνησε, οι καιροί αλλάζουν. Το Assassin’s Creed είναι μια κινηματογραφική εμπειρία, υποχρεωτική για όλους τους cinefans. Απλά καλό θα ήταν να μείνουν τα χειριστήρια στο σπίτι, διότι πάνω από όλα πρόκειται για ταινία. Τον ορισμό της σύγχρονης κινηματογραφικής παραγωγής.
Το φαντασμαγορικό πέταγμα του Αετού, θα αποζημιώσει τους πάντες.  

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Βασίλη Κιλτίδη"][vc_empty_space][vc_column_text]Η κινηματογραφική μεταφορά του

Του Ράσελ Κέρκ

Πριν εκατό χρόνια, ο Τόμας Στήμς Έλιοτ γεννήθηκε σε μια ιδιοφυώς συντηρητική οικογένεια στο Σαίντ Λούις. Ο παππούς του, ο οποίος ήταν Ουνιταριανός κληρικός και σημαντική προσωπικότητα, ίδρυσε την Εκκλησία του Μεσσία και το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον. Οι Έλιοτ του Σαίντ Λούις ήταν Ρεπουμπλικάνοι μεταρρυθμιστές, που δραστηριοποιούνταν σε κοινωφελείς σκοπούς, και θεωρούνταν πυλώνες της κοινωνικής τάξης. Εάν κάποιος επισκεφθεί το Σαίντ Λούις σήμερα και αναζητήσει την γενέτειρα του Έλιοτ, θα καταθλιβεί από την αίσθηση της ματαιότητας των ανθρωπίνων επιθυμιών.

Το σπίτι των Έλιοτ έχει εξαφανιστεί εδώ και καιρό, όπως επίσης και η Εκκλησία του Μεσσία. Ολόκληρη η συνοικία, κάποτε καλαίσθητη στο σημείο που ζούσαν οι Έλιοτ, έχει καταστραφεί και ερημώσει.

“…καταστρέφουμε αρχαία οικοδομήματα για να ετοιμάσουμε το έδαφος πάνω στο οποίο οι βάρβαροι νομάδες του μέλλοντος θα στρατοπεδεύσουν με τα μηχανοποιημένα καραβάνια τους.”

Κανένα μνημείο για τον μεγάλο ποιητή του εικοστού αιώνα δεν βρίσκεται στην πόλη που γεννήθηκε. Ούτε στο Λονδίνο, εκτός από ένα πέτρινο μνημείο στο Αβαείο του Ουέστμινστερ, μπορεί να συναντήσει κανείς κάποιο ορατό ίχνος του Έλιοτ, ο οποίος ποτέ δεν απέκτησε ιδιόκτητο σπίτι.

Στον 20ον αιώνα η προσδοκία της αλλαγής υπήρξε μεγαλύτερη από την προσδοκία της συνέχειας, σχεδόν παντού. Και τα “αέναα πράγματα,” όπως ο Έλιοτ τα αποκαλούσε – τις αλήθειες, τους  τρόπους ζωής και πρότυπα τάξης που αντέχουν στον χρόνο– ξεβράζονται στην πλημμύρα της αισθησιακής όρεξης και του ιδεολογικού πάθους. Όπως ο Έλιοτ εξέφρασε αυτό το φαινόμενο παρακμής, αναφερόμενος στα πρότυπα της εκπαίδευσης, στο βιβλίο του Σημειώσεις ως προς τον Ορισμό του Πολιτισμού, “καταστρέφουμε αρχαία οικοδομήματα για να ετοιμάσουμε το έδαφος πάνω στο οποίο οι βάρβαροι νομάδες του μέλλοντος θα στρατοπεδεύσουν με τα μηχανοποιημένα καραβάνια τους.”

Από τα νεανικά του χρόνια, ο Έλιοτ υπεράσπισε τα “αέναα πράγματα” με τόλμη. Όντας μεγάλος καινοτόμος στη ποίηση, υπήρξε αρκετά συντηρητικός στην ηθική και την πολιτική, έτσι ώστε στο βιβλίο μου περί συντηρητικής σκέψης αρχίζει με τον Μπερκ και τελειώνει με τον Έλιοτ. Σε καμία στιγμή της ζωής του δεν πλήχθηκε από πολιτικό ριζοσπαστισμό.

Μετά από μια δεκαετία διαμονής στο Λονδίνο, ανακοίνωσε πως ήταν κλασικιστής στη λογοτεχνία, βασιλόφρων στη πολιτική και Αγγλο-Καθολικός στη θρησκεία. “Γνωρίζω πως ο δεύτερος όρος είναι προς το παρόν άνευ ορισμού,” έγραφε, “και εύκολα προσφέρεται σε αυτό που είναι σχεδόν χειρότερο από ανοησία και εννοώ τον μετριοπαθή συντηρητισμό…” Ο ίδιος θα περιφρονούσε την σύγχρονη Αμερικανική πολιτική ταμπέλα του “μετριοπαθή”: το Συντηρητικό Κόμμα της Αγγλίας δεν ήταν αρκετά συντηρητικό για τον Έλιοτ.

Για να είμαι πιο άμεσος, μια πολιτική παράδοση στην οποία ο ιδεολογικά καταρτισμένος κυριαρχεί του ανθρώπου της δράσης , και μια παράδοση στην οποία η πολιτική φιλοσοφία είναι διατυπωμένη ή κωδικοποιημένη ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις και να αιτιολογεί τη συμπεριφορά μιας άρχουσας κλίκας, μπορεί να είναι εξίσου καταστροφική.


Επιβεβαιώνοντας την Παράδοση

Το 1922, φτωχός και καταπονημένος στο Λονδίνο, ίδρυσε το περιοδικό «Κριτήριο», το οποίο διήρκεσε μέχρι τον Ιανουάριο του 1939 όταν η Ευρώπη ήταν έτοιμη να εκραγεί. Το περιοδικό είχε ως στόχο να λειτουργήσει μεταξύ των μορφωμένων τάξεων της Ευρώπης ως “μια επιβεβαίωση και ανάπτυξη της παράδοσης,” σε αντίθεση με τη διάδοση του Μαρξισμού και άλλων ιδεολογιών μεταξύ διανοούμενων. Επίσης, αν και όχι αρκετά κατ’ ίδια ομολογία, το περιοδικό είχε σκοπό να βάλει σε κίνηση μια πολιτική ανάσταση, συχνά σε σχέση με πολιτική θεωρία και θεσμούς. Η κυκλοφορία του ποτέ δεν ξεπέρασε τα οκτακόσια αντίτυπα. Ο Τζώρτζ Όργουελ θα ήθελε να το αγοράσει, αλλά του έλλειπε το αντίτιμο – παρ’ όλα αυτά το περιοδικό δημοσίευε τα έργα ανδρών και γυναικών με μεγάλο ταλέντο, και οι δεμένοι τόμοι του περιοδικού παραμένουν άξιοι ανάγνωσης με προσήλωση, ακόμα και αν αυτό σημαίνει τον παραγκωνισμό των σύγχρονων περιοδικών.

Στην στήλη του εκδότη που είχε ο Έλιοτ στο εν λόγω περιοδικό και αποκαλείτο “Σχόλια”, θα βρει κανείς πολλές οξύνους ή σοφές παρατηρήσεις για την πολιτική – μικρού μεγέθους κομμάτια που ποτέ δεν ανατυπώθηκαν. Σε αυτές τις παρατηρήσεις ο Έλιοτ αμερόληπτα “μαστίγωνε” τους ηγέτες όλων των πολιτικών παρατάξεων στη Βρετανία – με την μερική εξαίρεση του Μπώλντγουιν, μιας και ο Μπώλντγουιν ήταν καθηγητής πανεπιστημίου Κλασσικών Σπουδών, όπως και έντιμος άνθρωπος.

Παρά το γεγονός ότι ήταν παραδοσιοκράτης ως Συντηρητικός με την Αγγλική πολιτική έννοια, ο ίδιος ποτέ δεν συμμετείχε στη δράση του Συντηρητικού Κόμματος – εκτός από το τέλος της ζωής του όπου είχε μιλήσει στην Ένωση Συντηρητικών Λονδίνου το 1955, σε μια αξέχαστη διάλεξη. Δύο από τα λεπτά βιβλία του Έλιοτ αναφέρονται σε εν μέρει πολιτικά ζητήματα: Η Ιδέα μιας Χριστιανικής Κοινωνίας, δημοσιευμένο αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και Σημειώσεις ως προς τον Ορισμό του Πολιτισμού, δημοσιευμένο όταν ο σοσιαλισμός είχε εξαπλωθεί στην Βρετανία σύντομα μετά από αυτόν τον πόλεμο.

Ο Έλιοτ έγραψε ένα πολιτικό ή ημι-πολιτικό ποίημα, το Κοριολάνος. Έχω ανατυπώσει στο The Portable Conservative Reader τα συνοπτικά, δηκτικά σχόλιά του προς τους Μαρξιστές κριτικούς λογοτεχνίας. Άλλες παρατηρήσεις του Έλιοτ επάνω στη πολιτική μπορούν να βρεθούν σε ορισμένα από τα λογοτεχνικά του δοκίμια, ιδίως εκείνα αναφερόμενα στον Γουίλιαμ Μπράμγουελ, τον Τσάρλς Γουίμπλεϊ, και τον Μακιαβέλλι. Βιβλιογραφικά αυτό μπορεί να φαίνεται σαν ένας μικρός όγκος λογοτεχνικής παραγωγής ώστε να αιτιολογεί την υπεροχή του Έλιοτ ως ενός από τους ηγέτες της συντηρητικής πεποίθησης.

Επιτρέψτε μου λοιπόν, να εξηγήσω γιατί το έργο του Έλιοτ είναι πολυδιαβασμένο, και τόσο σεβαστό, από τους άντρες και τις γυναίκες συνδεδεμένους με τα “μόνιμα πράγματα.”

Στοχαστές και Ηθοποιοί

Στη διάλεξή του με θέμα “Η λογοτεχνία της πολιτικής” που δημοσιεύθηκε στην συλλογή του Κρίνεται ο Κριτής, ο Έλιοτ αναφέρεται σε ένα δοκίμιό μου στο οποίο ο υπογράφων ανέφερα ως Αμερικανούς συντηρητικούς στοχαστές τους Πωλ Έλμερ Μόρ, Ίρβιν Μπάμπιτ, Μπέρναρ Ίντινγκ Μπελ και Ρόμπερτ Νίσμπετ – κανείς από τους οποίους δεν είχαν βυθιστεί στην ταραχή της πρακτικής πολιτικής. Ο Έλιοτ σχολιάζει αυτό το διαχωρισμό της σοβαρής πολιτικής γραφής από την πολιτική δράση,

Αυτή δεν είναι μια πολύ υγιής κατάσταση, εκτός και αν οι απόψεις των εν λόγω συγγραφέων γίνουν ευρύτερα διαδεδομένες και μεταφραστούν, τροποποιηθούν, προσαρμοστούν, ακόμη και νοθευτούν, σε δράση. Μου φαίνεται πως σε μια υγιή κοινωνία, υπάρχει μια διαβάθμιση των τύπων μεταξύ σκέψης και πράξης. Στο ένα άκρο ο αμερόληπτος στοχασμός, το κριτικό μυαλό το οποίο μεριμνά για την ανακάλυψη της αλήθειας, όχι με την γνωστοποίηση της και την μετάφραση της σε δράση. Στο άλλο άκρο, ο “ανενεργός υπαξιωματικός” της πολιτικής, ο άνθρωπος που παρ’ όλη την σχετική αδιαφορία για γενικές ιδέες, είναι εξοπλισμένος με φυσική κοινή λογική, σωστό ένστικτο και χαρακτήρα, και πρόσκειται σε πειθαρχία και μόρφωση. Μεταξύ των δύο αυτών άκρων υπάρχει περιθώριο για πολλές ποικιλίες και διάφορα είδη πολιτικής σκέψης, αλλά δε θα πρέπει να διακόπτεται η μεταξύ τους συνέχεια.

Παρακάτω στην ίδια διάλεξη, ο Έλιοτ προσθέτει,

Για να είμαι πιο άμεσος, μια πολιτική παράδοση στην οποία ο ιδεολογικά καταρτισμένος κυριαρχεί του ανθρώπου της δράσης , και μια παράδοση στην οποία η πολιτική φιλοσοφία είναι διατυπωμένη ή κωδικοποιημένη ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις και να αιτιολογεί τη συμπεριφορά μιας άρχουσας κλίκας, μπορεί να είναι εξίσου καταστροφική.

Διείσδυση στον Πυρήνα

Ο Έλιοτ καταλήγει τη διάλεξή του παρατηρώντας πως τον ίδιο δεν τον απασχολούν αυτοί οι προσωρινοί συγγραφείς της δήθεν επιρροής, “ή αυτοί οι εκδότες που έχουν αποτυπώσει το όνομά τους στο κοινό εκμεταλλευόμενοι την παλίρροια, και κωπηλατώντας πολύ γρήγορα με τη φορά που πάει το ρεύμα.”

Αντιθέτως, ο ίδιος λέει ότι “πρέπει πάντοτε να υπάρχουν μερικοί συγγραφείς απασχολημένοι με το να διεισδύουν στον πυρήνα του θέματος, προσπαθώντας να φτάσουν στην αλήθεια και να την εκθέτουν, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, χωρίς φιλοδοξία να αλλάξουν την άμεση πορεία των πραγμάτων, και χωρίς να αποθαρρύνονται ή να παραιτούνται όταν τίποτα δε φαίνεται να προκύπτει.”

Ο Έλιοτ ήταν ο ίδιος ένας από αυτούς τους λίγους συγγραφείς, όπως υπαινίσσονταν ο ίδιος, οι οποίοι έχουν αποπειραθεί να φτάσουν στην πολιτική αλήθεια, ή σε μια πιο γενική αλήθεια στην οποία η πολιτική τάξη εμπλέκεται, και να την εκθέσουν: άνθρωποι με ταλέντο που εργάζονται πνευματικά στην περιοχή που ο Έλιοτ ονόμαζε “προ-πολιτική.” Η ηθική φαντασία του Έλιοτ, η ευρεία του γνώση, και το ποιητικό του ταλέντο, του επέτρεπαν πράγματι να διεισδύσει στον πυρήνα του θέματος, όπου άγγιζε μια κοινωνική τάξη πραγμάτων και στη σχέση αυτής της τάξης με μια υπερβατική τάξη πραγμάτων. Οι Συντηρητικοί και των δύο πλευρών του Ατλαντικού, αλλά και μακρύτερα, στρέφονται συχνά στην πεζογραφία και όχι σπάνια και στην ποίηση του Έλιοτ για διαφωτισμό.

Εν ολίγης, το καινοτόμο μυαλό του Έλιοτ, με τις δριμείς αντιλήψεις – το ένοπλο όραμα του Έλιοτ – άνοιξαν το δρόμο για τους αναζητητές της πνευματικής, ηθικής, και κοινωνικής τάξης να διεισδύσουν πέρα από τη ψευδολογία και το σύνθημα της στιγμής.

Χτυπώντας τον Σω

Όταν ο Έλιοτ αναφέρεται στα γραπτά του στον Χομπς, ή τον Φρόιντ, ή τον Μαρξ, ή τον Μάνχαϊμ, η τον Σω, ή τον Χ. Τζ. Γουέλς, απομυθοποιεί εξίσου επιδέξια όπως δυο αιώνες νωρίτερα, ένας πολύ διαφορετικός άνθρωπος των γραμμάτων: ο Ντέιβιντ Χιούμ. Πάρτε για παράδειγμα, ένα άλλο απόσπασμα από την διάλεξή του επάνω στη λογοτεχνία της πολιτικής. Ο Έλιοτ παρατηρεί ότι μερικές φορές μπορεί να μπει κανείς στον πειρασμό να υποπτεύεται “ότι όσο πιο περισπούδαστος και σοφός ο άνθρωπος, είναι λιγότερο πιθανό να είναι η επιρροή του ευδιάκριτη.” Στη συνέχεια δίνει ένα τεράστιο χτύπημα στον Τζωρτζ Μπέρναρ Σω:

Εν τούτοις η άμεση επιρροή του – ας πούμε – του. Μπέρναρντ Σω κατά τη περίοδο της πιο ισχυρής επιρροής του, υποθέτω, στις αρχές αυτού του αιώνα, θα πρέπει να ήταν πιο αισθητή και ευρύτερα διαδεδομένη, απ’ ότι εκείνη πολύ πιο έξοχων μυαλών. Εξαναγκάζεται κάποιος να θαυμάσει έναν άνθρωπο με τόση λεκτική ευελιξία, ικανό όχι μόνο να αποκρύψει από τους αναγνώστες και το κοινό του την ρηχότητα της δικής του σκέψης, αλλά και να τους πείσει ότι με το να θαυμάζουν το έργο του μαρτυρούσε επίσης την δική τους εξυπνάδα. Δεν λέω ότι ο Σω θα μπορούσε να τα καταφέρει μόνος του, άνευ των δυσκίνητων και κοπιαστικών μυαλών με τα οποία συγχρωτίζοταν, αλλά με το να πείσει τους ανθρώπους κοινών γούστων ότι είναι διανοούμενοι, και ότι οι διανοούμενοι πρέπει να είναι σοσιαλιστές, συνέβαλε τα μέγιστα στο κύρος του σοσιαλισμού. Αλλά μεταξύ της επιρροής ενός Μπέρναρντ Σω ή ενός Χ. Τζ. Γουέλς, και την επιρροή ενός Κόλριτζ ή ενός Νιούμαν, δε μπορώ να συλλάβω καμία κοινή κλίμακα μέτρησης.

Αυτό που μας δίνει ο Έλιοτ δεν είναι η πόζα ανειλικρινούς πολυλογίας του Σω, αλλά η σοφία του τύπου Σάμιουελ Τέιλορ Κόλριτζ και Τζον Χένρυ Νιούμαν. Παρεμπιπτόντως, ή κατά λάθος, δείχνοντας επίσης ότι ένας διάσημος, καινοτόμος ποιητής μπορεί να απορρίψει την ιδεολογία – σοσιαλιστική, κομμουνιστική ή φασιστική – ο Έλιοτ συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στο κύρος του Συντηρητισμού, με την καλύτερη έννοια αυτής της κακοποιημένης λέξης.

Του Ράσελ Κέρκ

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

του Μπρούς Φρέχνεν

Η παράσταση τελείωσε. Το 2016 χάσαμε τα δύο τρίτα από το πιο σημαντικό μουσικό γκρουπ της εποχής της ροκ. Ο Κηθ Έμερσον, συνθέτης τόσο της ροκ, όσο και κλασσικής μουσικής, ικανής να αγγίξει τη ψυχή, και αναμφισβήτητα του πιο ικανού κημπορντίστα του αιώνα, πάσχοντας από κατάθλιψη και αντιμετωπίζοντας επώδυνη και εξουθενωτική εκφύλιση των νεύρων, αυτοκτόνησε.

Ο Γκρεγκ Λέηκ, του οποίου η φυσικά βροντώδης φωνή καλλιεργημένη σε αξεπέραστο επίπεδο τονικής ακρίβειας και εύρους, του οποίου οι λυρικές συνθέσεις μπορούσαν να αναπαριστούν εικόνες εκπληκτικής ομορφιάς, υπέκυψε στον καρκίνο. Έτσι, τα δύο τρίτα των Eμερσον, Λέηκ εντ Πάλμερ έχουν εγκαταλείψει τη σκηνή, μην επιστρέφοντας ποτέ.

Έχουμε μείνει με τον Καρλ Πάλμερ, κλασικά εκπαιδευμένο όπως και οι συνάδελφοι του, ο οποίος διακατέχεται από υψηλές ικανότητες και ακατέργαστο ταλέντο (και πάλι, όπως και συνάδελφοι του), ίσως ο πιο ανοιχτός και προσιτός από τους τρεις τους, που εξακολουθεί να εκτελεί με μια άλλη υπέροχη, αλλά πολύ διαφορετική μπάντα, τους Asia, και συνεχίζοντας με μια μπάντα παρακαταθήκη των ELP για να μας θυμίζει αυτό που έχουμε χάσει.

Στα καλύτερά τους, οι στίχοι του Λέικ (συχνά με τη συνεργασία του Peter Sinfield) φαντασιοκοπούν άλλους κόσμους, αντλώντας εικόνες με τις λέξεις και τους ήχους και αποτυπώνοντας τους στα αυτιά και τα μυαλά των ακροατών.

Το μεγαλείο των «Έμερσον, Λέηκ εντ Παλμερ»

Στους κριτικούς της ροκ ποτέ δεν άρεσαν οι ELP, πετώντας αδαείς προσβολές όπως “στομφώδεις” και “υπερφίαλοι”, σαν η σύνθεση και εκτέλεση στα υψηλότερα ιδανικά αποτελεί “δήθεν» . Αλλά οι επιθέσεις των κριτικών ήταν με το τρόπο τους μια αναγνώριση της δόξας των ELP: Η μπάντα δεν είχε μόνο ως σκοπό απλώς να ευχαριστήσει το ακροατήριο – αν και επιδίωκαν να ευχαριστήσουν, μεταξύ άλλων μέσω θεατρικών του τσίρκου. Ούτε είχαν ως στόχο να είναι “σύγχρονοι” ή “αυθεντικοί” με την εκχυδαϊσμένη έννοια της λέξης, τόσο σεβαστή από τους πραγματικά ξιπασμένους ημιμαθείς που απαιτούν εκτίμηση για τις δικές τους προσωπικές κλίσεις και εμπειρίες. Οι ELP προσπάθησαν να δημιουργήσουν Τέχνη.

Για μια ομάδα μουσικών που παίζουν μηχανικά όργανα να καταφέρουν να θέσουν τόσο υψηλές προσδοκίες φαίνεται γελοίο σε πολλούς. Το είδος της μουσικής που βοήθησαν οι ELP να δημιουργηθεί (το “progressive”ροκ, ταμπέλα που οι ίδιοι απέρριψαν) είναι μάλλον επιεικής ως προς την έλξη της με τους ηλεκτρονικούς ήχους και μελλοντολογική ιδεολογία. Αλλά οι ELP, ανεξαρτήτως από τις υπερβολές τους και από τις πολιτικές απόψεις των μελών της, υπήρχαν για τη μουσική, όχι για την ιδεολογία.

Οι ELP δούλεψαν για να είναι επαγγελματίες συνθέτες και μουσικοί. Είτε εξετάσουμε το οργανικό, λικνιστικό, τυμπανοκεντρικό “Tank” από το πρώτο τους άλμπουμ ή τις απροκάλυπτα εγκεφαλικές φαντασιώσεις του “Pirates” από το Works Volume I και το “Karn Evil 9” από το Brain Salad Surgery, οι Έμερσον, Λέικ εντ Πάλμερ ήταν “ρέστοι”. Έβρισκαν χαρά στο να απλώνονται σαν μουσικοί και από το να στοιβάζουν ρυθμούς και μελωδίες με τρόπο που ο Μπάχ θα ενέκρινε.

Στα καλύτερά τους, οι στίχοι του Λέικ (συχνά με τη συνεργασία του Peter Sinfield) φαντασιοκοπούν άλλους κόσμους, αντλώντας εικόνες με τις λέξεις και τους ήχους και αποτυπώνοντας τους στα αυτιά και τα μυαλά των ακροατών. Αυτό είναι πιο προφανές στο επιφανειακά αυτο-επεξηγηματικό “Pirates”. Αλλά ισχύει επίσης, για παράδειγμα, και για το “Karn Evil 9, First Impression” (ειδικά το λιγότερο γνωστό Μέρος Ι) στο οποίο τα λόγια και η μουσική συνδυάζονται για να κάνουν τον ακροατή να ταυτιστεί με έναν ήρωα του οποίου η αρετή και η περηφάνια τον οδηγεί σε ένα φανταστικό, εφιαλτικό κόσμο στον οποίο το θέαμα και η φιλοδοξία καταστρέφουν την ανθρωπότητα – πνευματικά στο τέλος του First Impression, και κυριολεκτικά στο τέλος του άλμπουμ.

Το “Karn Evil 9” δεν είναι εξεζητημένο, είναι γνήσια και εκ προθέσεως μουσική μεγάλης κλίμακας, συνδυάζοντας τεχνικές της κλασσικής μουσικής με πολλαπλούς, συνυφασμένους ρυθμούς, και πολυφωνία που βυθίζει τον ακροατή σε έναν ιστό ήχου δημιουργώντας για μια στιγμή τη δική του πραγματικότητα.


Η “Αντίστιξη” είναι μια έννοια (αν όχι μια πραγματικότητα) ελάχιστα κατανοητή από τους ροκ μουσικούς, αλλά ήταν ζωτικής σημασίας για την ικανότητα των ELP να παράγει ήχους που έβγαζαν νόημα σε ένα επίπεδο -ειλικρινά- υψηλότερο από ότι μπορεί να επιτευχθεί από τις περισσότερες μουσικές βασισμένες στα μπλούζ, δίνοντας έμφαση σε μια μοναδική, απλή μελωδία προβαλλόμενη από τέμπο βαθιά ριζωμένα σε ένα ενιαίο ρυθμό.

Στα καλύτερα τους, οι Έμερσον, Λέηκ εντ Πάλμερ» εκτελούσαν σύμφωνα με ένα όραμα της ροκ μουσικής ριζωμένο στο παρελθόν της κλασσικής μουσικής. Οι παραγωγές τους συμπεριελάμβαναν τόσο κλασικές διασκευές (“Fanfare for the Common Man” η πιο διάσημη) όσο και πρωτότυπες συνθέσεις που παρομοίως συνδύαζαν σύγχρονους ρυθμούς και τεχνικές με τη μελωδική εκλέπτυνση ώστε να δημιουργήσουν γνήσια τέχνη – κομμάτια ομορφιάς ικανά να επηρεάσουν τις ψυχές των ακροατών.

Τα μετά την αρχική διάλυση

Όπως συμβαίνει συχνά στη «σώου μπίζνες» θα μπορούσε κάποιος να επικρίνει προσωπικότητες και κίνητρα, και να αμφισβητήσει τις διάφορες αποφάσεις που, για τους ELP, σήμαιναν χαμένες ευκαιρίες έτσι ώστε να φτιάξουν υπέροχη μουσική, όπως επίσης και κάποια μουσική που δεν ήταν έξοχη. Παρ’ όλα αυτά ακόμα και τα πιο παρεξηγημένα άλμπουμ όπως το Love Beach περιλαμβάνουν διαμάντια (το “Canario” είναι ένα από τις καλύτερες διασκευές κλασσικής μουσικής των ELP) και οι ELP σπάνια αποτύγχαναν όταν παρέμεναν πιστοί στο όραμά τους.

Οι ELP μας έχουν αφήσει κάτι πάνω από μισή ντουζίνα αριστουργημάτων σε μορφή άλμπουμ – όχι απλώς τραγούδια, αλλά ολόκληρα άλμπουμ με απαρχές, μέσες, και φινάλε που ταξιδεύουν τον ακροατή ακουστικά.

Η οδύσσεια των τριών αυτών ανδρών μετά την αρχική διάλυση του συγκροτήματος το 1978, είναι εκτενής και επίπονη. Περιλαμβάνει αρκετές σχεδόν-επανασυνδέσεις, συμπεριλαμβανομένου ενός διαφορετικού ELP άλμπουμ – των Emerson, Lake, and Powell.

Με όλο το σεβασμό προς τον Κόζυ Πάουελ, αυτό θα μπορούσε να ήταν ένας από τους καλύτερους δίσκους τους αν είχε συμπεριληφθεί το ταλέντο του Πάλμερ για τις ενορχηστρώσεις και την ικανότητά του να παίζει τα τύμπανα ως πρωταγωνιστικό όργανο. Και υπήρξαν και οι προσπάθειες για να μπουν στην ποπ σφαίρα. Αλλά, εκεί όπου γκρουπ όπως οι «Τζένεσις» είχαν καταφέρει τη μετάβαση, οι ELP, οι 3 (ένα προσωρινό γκρουπ των Emerson, Palmer και Robert Berry), και σόλο προσπάθειες, απέτυχαν. Ο λόγος ήταν απλός: σκεφτόντουσαν μεγαλεπήβολα. Ο Πάλμερ θα μπορούσε να διοχετεύσει τα ταλέντα του στα κρουστά πυροτεχνήματα των Asia.

Αλλά η επιδίωξη του ποπ ενδιαφέροντος, μόλις η μαγεία των συναυλιών σε στάδια με υποστήριξη ορχήστρας ξέφτισε, απαιτήθηκε μια θεμελιώδης αναθεώρηση για τον Έμερσον και τον Λέικ, των οποίων η κλασική εκπαίδευση και πλαίσιο σκέψης έγινε ανούσιο και περιορισμένο.

Ο Έμερσον ιδίως (προς έπαινό του) δε μπορούσε να σκεφτεί ούτε μονοσήμαντα ούτε κοινότοπα. Η μουσική των ELP ήταν επική, αναπαριστώντας εναλλακτικές πραγματικότητες. Να το διαφοροποιήσεις σήμαινε να κάνεις μια κακή απομίμηση από κάτι λιγότερο από το ίδιο.

PICTURES AT AN EXHIBITION (live) (Island) 1972


Αυτό δε σημαίνει ότι οι ELP ήταν μια αυστηρά “καλλιτεχνική” μπάντα. Το υποτιμημένο Works Volume II είναι γεμάτο με επιρροές τζαζ και κάποια από τη καλύτερη μουσική τους. Αλλά αυτό που έκανε τους ELP διαφορετικούς από άλλα ροκ γκρουπ δεν ήταν ότι ήταν “προοδευτικοί” – οτιδήποτε και αν σημαίνει ο όρος. Μάλλον, ήταν ότι τα μέλη τους έβλεπαν ως αποστολή τους τη δημιουργία ομορφιάς. Ένα τέτοιο κίνητρο είναι ένα σπάνιο δώρο, πόσο μάλλον όταν μοναδικά το μοιράζονται αυτοί οι τρεις λαμπροί μουσικοί μαζί με τη γενιά μας .

Οι ELP μας έχουν αφήσει κάτι πάνω από μισή ντουζίνα αριστουργημάτων σε μορφή άλμπουμ – όχι απλώς τραγούδια, αλλά ολόκληρα άλμπουμ με απαρχές, μέσες, και φινάλε που ταξιδεύουν τον ακροατή ακουστικά. Δεν είναι όλα τα άλμπουμ των ELP αριστουργήματα, αν και τα χειρότερα τους περιλαμβάνουν σημαντικά κομμάτια. Αλλά το ντεμπούτο τους Emerson, Lake and Palmer, το Tarkus, το Pictures at an Exhibition, το Trilogy, το Brain Salad Surgery, το Works Volume I και Works Volume II, και αν θα μπορούσα να προσθέσω το Emerson, Lake and Powell και ακόμα και το Black Moon, αποτελούν ένα σύνολο εργασίας πολύτιμο από μόνο του. Προσφέρουν εμπειρίες που εμπλουτίζουν την ψυχή και δείχνουν πόσα πολλά μπορούν να επιτευχθούν με μηχανικά όργανα και την ανθρώπινη φωνή όταν ο στόχος είναι κάτι παραπάνω από το “απλό”.

Προτάσεις μας:

του Μπρούς Φρέχνεν

Ο Μπρούς Φρόνεν είναι αρχισυντάκτης του κορυφαίου συντηρητικού περιοδικού The Imaginative Conservative. Είναι Καθηγητής Νομικής στο t Ohio Northern University College of Law και συγγραφέας των βιβλίων Virtue and the Promise of Conservatism: The Legacy of Burke and Tocqueville, The New Communitarians and The Crisis of Modern Liberalism και υπεύθυνος επιλογής κειμένων στην ανθολογία  Community and Tradition: Conservative Perspectives on the American Experience.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Μπρούς Φρέχνεν"][vc_empty_space][vc_column_text] Η παράσταση τελείωσε. Το

Ήταν κατά την διάρκεια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης όταν πληροφορηθήκαμε για την καινούργια έκθεση του Τάσου Νικάκη, μέλους του Δ.Σ. του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης. Ενώ έργα του υπάρχουν στο ξενοδοχείο Egnatia Palace και την Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης στον ισόγειο χώρο στο Blue Bay Hotel στην Ρόδο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον μας προκάλεσε το γεγονός ότι σε μια ανεθνική και πολιτικά ορθή εποχή, εκείνος επέμενε να χρησιμοποιεί την σημαία ως σύμβολο στην τέχνη του. Έτσι μετά τα εγκαίνια της έκθεσης του στην Chalkos Gallery (Ιουστινιανού 21, Παναγία Χαλκέων) κανονίσαμε μια ενδιαφέρουσα όπως αποδείχθηκε συνέντευξη.

Κατ’ άρχήν γιατί ο τίτλος “99”

Όπως ξέρεις και έχεις ανάλογη εμπειρία των εκθέσεων. Για το “99” υπάρχουν πολλές ερμηνείες. Θα πω την πιο “ελαφριά”. 99 είναι τα έργα. 99 είναι το άρθρο 99 με το οποίο υποβιβάσθηκαν ο “Άρης” και η “ΑΕΚ”. Και επίσης το πιο σημαντικό από όλα και δεν πρέπει να το παίρνουμε ως αστείο είναι τα 99 χρόνια που υποθήκευσαν  την χώρα μας στους τοκογλύφους.

Η σημαία δεν είναι το «κουρελόπανο» του Πάγκαλου η του Βαρβιτσιώτη. Μην ξεχνιόμαστε.

Πάνω σε αυτό το θέμα έχεις κάνει έργα όπως το “Άνεργος στα χρόνια του μνημονίου”.

To βασικό μου μέλημα ήταν να αφιερωθώ σε αυτό το θέμα. Όμως οι αιθουσες συνήθως θέλουν και άλλα πράγματα για να μπορούν να εμπορεύονται.

 

Τι σημαίνει λοιπόν μνημόνιο για σένα;

Σημαίνει σκλαβιά, σημαίνει οπισθοδρόμηση, σημαίνει ότι δεν υπάρχει εθνική κυριαρχία γιατί καταστρατηγείται το Σύνταγμα. Σημαίνει μια μάζα ααργυρώνητων πολιτικών που για να μείνουν στην θέση τους και να εισπράττουν τον παχυλό τους μισθό σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες, είναι ικανοί να ξεπουλήσουν και τα παιδιά τους.

Υπάρχει ένας πίνακας που με εντυπωσίασε και που δείχνει τον θάνατο της πατρίδας μπροστά σε μια αδιάφορη οικογένεια Ελλήνων. Πιστεύεις ότι οι Έλληνες αδιαφορούν για την πατρίδα η τον θάνατο της;

Τους Έλληνες το μόνο που τους ενδιαφέρει έιναι να βρούν ένα κομάτι ψωμί. Οι τοκογλύφοι πριν Ελλάδα έχουν περάσει από πολλά άλλα κράτη. Ξέρουν από διαχείρηση μαζών, από ενοχοποίηση μαζών, από ενοχοποίηση πολιτών, από αποκοπή ριζών και παραδόσεων , ώστε να είναι ο καθένας μόνος του και να τον πολεμάνε και να τον νικάνε πιο εύκολα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ό άλλος το τελευταίο πράγμα που τον απασχολεί είναι η πατρίδα του. Όταν υπάρχουν 340.000 σπίτια στην Ελλάδα που δεν έχουν ρεύμα. Και όταν λέμε ρεύμα δεν είναι μόνο ηλεκτροδότηση και το φως , είναι μαγειρεύω με το ρεύμα, σιδερώνω με το ρεύμα,  ζεσταίνομαι με το ρεύμα. Υπάρχουν 150.000 σπίτια στην Ελλάδα χωρίς νερό. Αν είναι δυνατόν.

Σε πολλούς πίνακες κυριαχεί η Ελληνική σημαία. Τι σημαίνει για σένα πατριωτισμός και Ελλάδα;

Η Ελληνική σημαία είναι αυτή που συμβολίζει όλους εμάς. Εγώ διαφωνώ με την έννοια του σημερινού κράτους Ελλάδα. Δεν έχω καμιά σχέση με αυτό το τυχάρπαστο δημιούργημα των συμμάχων, οι οποίοι το αμφισβητούν πλέον πάλι. Δεν έχω καμία σχέση με αυτό το κράτος το οποίο το μόνο που κάνει είναι να ταλαιπωρεί τους πολίτες, το οποίο διοικείται από συμμορίες. Η Ελλάδα είναι ρίζες όλου του κόσμου.  Η Ελλάδα είναι παντού και στην Ευρώπη ακόμα. Εμείς είμαστε Ευρώπη. Αυτοί είναι Φρανκενράιχ, είναι Αλλεμάνια. Όπως μας έκλεψαν τους αρχαίους θησαυρούς μας, κλέψανε και το όνομα τους.

O Eλύτης είναι οι ρίζες μας. Ο Ελύτης είναι Ελλάδα. Με ενοχλεί  που τα σημερινά ελληνόπουλα τον αγνοούν και αν τους ρωτήσεις θα σκεφτούν είναι μοντέλο της Ρενώ η καμμιά κολώνια του Βερσάτσε.

Tι σημαίνει να χρησιμοποιείς στους πίνακες σου την Ελληνική σημαία σε μια εποχή δεν θεωρείται πλέον πολιτικά ορθό;

Ο καθένας έχει την δική του ορθότητα. Για μένα σημαία είναι ο Θουκυδίδης είναι ο Ρίτσος είναι ο Βάρναλης. Η σημαία είναι όλοι αυτοί. Η σημαία δεν είναι το «κουρελόπανο» του Πάγκαλου η του Βαρβιτσιώτη. Μην ξεχνιόμαστε. Γιατί οι απάτριδες και οι έμμισθοι είναι σε όλους τους χώρους. Για μένα δεν υπάρχει πλέον Δεξιά και Αριστερά. Υπάρχουν συμμορίες τραπεζιτών οι οποίοι λυμαίνονται τον χώρο με αλαζονία και χρησιμοποιούν δικά τους ανθρωπάρια που τα εξαγοράζουν  είτε με χρήμα.

Εγώ σκεφτόμουνα το βράδυ των εγκαινίων να κάναμε ένα χάπενινγκ την ώρα που η αίθουσα ήταν τίγκα από κόσμο να ερχόταν πέντε φίλοι με πέντε σημαίες του συμβόλου της κατοχής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και να τις καίγανε. Διαφωνήσανε οι συμβουλάτορες. Για μένα δεν θα ήταν ένα χάπενινγκ, θα ήταν ένας συμβολισμός. Ούτως η άλλως αυτή η σημαία είναι το αληθινό «κουρελόπανο» γιατί δεν εκπροσωπεύει κανένα έθνος άρα νομικά δεν μπορείς να πάς για εξύβριση συμβόλου, παρά μόνο για φθορά ξένης περιουσίας. Θα συμβολίζαμε έτσι την μεγάλη πλειονότητα του Ελληνικού λαού που δεν πιστεύει ότι «μαζί τα φάγαμε».

Να μιλήσουμε για τα άλλα θέματα της έκθεσης; Πως αποφάσισες την χρήση των κολλάζ με ποιήματα του Ελύτη;

O Eλύτης είναι οι ρίζες μας. Ο Ελύτης είναι Ελλάδα. Με ενοχλεί  που τα σημερινά ελληνόπουλα τον αγνοούν και αν τους ρωτήσεις θα σκεφτούν είναι μοντέλο της Ρενώ η καμμιά κολώνια του Βερσάτσε. Προσπαθώ, όσο ακόμα και με αυτό τον τρόπο να προωθήσω την ποίηση τους όχι μόνο στους νέους αλλά και σε όλους γύρω μας την ποίηση του. Είναι κρίμα να ξέρουμε τα πάντα για οποιαδήποτε τηλεπερσόνα και δεν ξέρουμε ένα ποίημα του Ελύτη.

 

Τι σημαίνει για ένα σύγχρονο καλλιτέχνη, όπως εσύ η νοσταλγία, όπως την βλέπουμε και στην έκθεση;

Αυτές οι φωτογραφίες από την δεκαετία του 50 με την νοσταλγία που κρύβουνε είναι back to the future. Είναι τι θα ζούμε πάλι. Το 50 είναι ξανά μπροστά μας. Δυστυχώς η δεκαετία του 50 επανέρχεται, που ήταν πιο αγνές οι εποχές, αν και κάθε εποχή έχει τα προβλήματα της. Είναι περισσότερο παραπλανητική η έννοια της νοσταλγίας Θέλω να δείξω τι μας έρχεται. Θέλω να εξοικιώσω με αυτές τις εικόνες τον θεατή. Θα τα ξαναδεί αυτά τα πράγματα.  

Και η αγάπη για κινηματογραφικούς ήρωες;

Μεγάλωσα σε ένα χωριό των Σερρών, τον Προβατά., όπου είχαμε ένα σινεμά το «Ολύμπιο». Εκεί έβλεπα μια ταινία κάθε μέρα. ‘Ημουνα μέσα στην αίθουσα του σινεμά από τότε που γεννήθηκα.. Ως εκ τούτου ήθελα να τον αποτυπώσω κιόλας έστω σαν υποτυπώδη αναφορά είτε σε κινηματογραφικά πρότυπα είτε σε κινηματογραφικά θέματα είτε σε τίτλους. Πολλές φορές κλέβω τίτλους από κινηματογραφικές ταινίες και τους βάζω στους πίνακες μου.

Να κλείσουμε με μια πολιτική ερώτηση. Πιστεύεις ότι ο κόσμος πάει προς τον πατριωτισμό;  Η εμπειρία σου ποια είναι;

Η εμπειρία μου είναι σχετικά νωπή. Δυστυχώς ενεπλάκη ενεργώς με κόμματα και ήταν αρκετά επιζήμια για τον χαρακτήρα τον δικό μου.

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Ήταν κατά την διάρκεια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου

Μαρία Μαρκουλή

Βούλιαξα στην καρέκλα του σινεμά, ξέχασα πού ήμουν, τι έκανα πριν, πού θα πήγαινα μετά, ότι έξω έπαιζε συνεχές ωράριο, καταπιεστικά Χριστούγεννα, ζόρικες μέρες, κακά νέα, στραβά κι ανάποδα, μαύρη μαυρίλα.

Και βρέθηκα στη La La Land. Μπαινόβγαινα στα τζαζ κλαμπ και χόρευα με θέα την πόλη κάτω από το φεγγάρι, η μουσική να μην σταματάει και η μια νότα να φέρνει την άλλη, γλύκα και συγκίνηση.

Και με έπιασε αυτή η μανία πάλι-πάμε του λέω, φύγαμε, να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Όπως μπορούμε – είμαι κι εγώ βλέπεις σαν τον πρωταγωνιστή – έχω πέσει στη μαρμίτα με την αισιοδοξία.

Και να φανταστείς ότι δεν είμαι και του μιούζικαλ. Αλλά να που είμαι. Ένα νέο μιούζικαλ είναι αυτό, νέα γραφή αλλά Γουντιαλενίστικα νοσταλγικό και ερωτευμένο με την πόλη, με το Λος Άντζελες, όπως κι εγώ και o σκηνοθέτης Damien Chazelle (που είχε κάνει και το Whiplash). Με τους φοίνικες, τους μεγάλους δρόμους και με τα όνειρα.

Θυμήθηκα Ομπρέλες του Χερβούργου κι εγώ και θέλω να δω ξανά Επαναστάτη Χωρίς Αιτία (διάβασε Τιμογιαννάκη εδώ Pantimo.gr, τα εξηγεί τέλεια στην κριτική του).

Έξοχοι και οι δυο τους – Emma Stone, Ryan Gosling  στην ταινία – ερωτικό γράμμα στη μουσική, στο σινεμά, στην πόλη και ένας κουβάς αστρόσκονη αδειασμένος στα κεφάλια των κυνικών αφού πρώτα τους περάσεις λίγη κόλλα.

[vc_row][vc_column][vc_text_separator title="Μαρία Μαρκουλή"][vc_empty_space][vc_column_text]Βούλιαξα στην καρέκλα του σινεμά,

Από την είσοδο του βασιλικού κτήματος Τατοΐου, στην Βαρυμπόμπη, και μέχρι την καρδιά του κτήματος, ένα τοπίο καταπράσινο, με ένδυση του, το μαγευτικό λευκό του χιονιού. Φθάνοντας στο κέντρο του κτήματος, αντικρίζουμε τα σιωπηλά ίχνη της ανθρώπινης ύπαρξης, τα πανέμορφα ιστορικά κτήρια, που κλείνονται μέσα σε ένα ζεστό και φιλόξενο τοπίο και δημιουργούν μερικά από τα ωραιότερα χειμωνιάτικα σκηνικά.

Επιμέλεια και Φωτογραφίες : Ανδρέας Mέγκος

Τα χιόνια ήδη κτύπησαν και πάλι την πόρτα μας, και μας προσκαλούν για ένα όνειρο του γεωγραφικού χώρου που γίνεται πραγματικότητα εν μέσω χειμερινής περιόδου. Να ξεχασθούμε στην απαράμιλλη ομορφιά του Τατοΐου, που εκπέμπεται με κυρίαρχο στοιχείο το χιόνι.

 

 

Η ευτυχία, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι κάτι δυσεύρετο, ουτοπικό, άπιαστο, κάτι το απόμακρο. Βρίσκεται στον περιβάλλοντα χώρο μας, γύρω μας. Για πολλούς από εμάς, ένα κομμάτι ευτυχίας, βρίσκεται και στο βασιλικό κτήμα Τατοΐου.

Προσροφούμε, όσο μπορούμε τη θέα των απίθανων ζωντανών πινάκων ζωγραφικής που δημιουργούνται με το χιονισμένο τοπίο σε αυτόν τον ιστορικό χώρο, το Τατόι, που εμείς αγαπάμε. Το Τατόι όλων των εποχών.

Επιμέλεια και Φωτογραφίες : Ανδρέας Mέγκος

[vc_row][vc_column][vc_column_text]Από την είσοδο του βασιλικού κτήματος Τατοΐου,

Κλείνουν φέτος τον Δεκέμβριο 50 χρόνια από την πρώτη προβολή του “Αντρέϊ Ρουμπλιώφ” του Αντρέι Ταρκόφσκι, μιας ταινίας που κυνηγήθηκε από το Σοβιετικό καθεστώς για να αναγνωρισθεί σήμερα ως ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα του παγκόσμιου κινηματογράφου και ως η σημαντικότερη χριστιανική ταινία όλων των εποχών.  

“…σκοπός της Τέχνης είναι να ωθήσει τον θεατή να παλέψει με τα κρίσιμα προβλήματα της ύπαρξης του» και «στην πιο μεγαλειώδη της μορφή να είναι φορέας του Μεταφυσικού και να κάνει τον θεατή να βιώσει μια θρησκευτική επιφοίτηση”

Ο Ταρκόφσκι και το «λιώσιμο των πάγων»

Το 1953, ο Στάλιν, ο άνθρωπος που υπήρξε ο μεγαλύτερος διώκτης της Ρωσικής Ορθοδοξίας, αλλά και εκείνος που επαναλειτούργησε το Πατριαρχείο της Μόσχας, πεθαίνει. Με την άνοδο στην εξουσία του Χρουτσώφ, αρχίζουν να λιώνουν οι πάγοι του Σταλινισμού. Παρʼ όλο που υπήρξαν και τότε διώξεις της Εκκλησίας, το ΚΚΣΕ θα προωθεί κάποιες πλευρές της Ορθοδοξίας για την δημιουργία πατριωτικού αισθήματος και εθνικής ταυτότητας. Μια τακτική που ξεκίνησε ο Στάλιν μετά τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο».

Είναι επίσης η πρώτη φορά που οι Ρώσοι καλλιτέχνες άρχισαν να ξεφεύγουν από τις παραμέτρους του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ίσως κανένας δεν αρνήθηκε τόσο την ιδεολογία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όσο ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Όχι μόνο αποδεχόταν την θεωρία του auteur, ότι οι ταινίες αποτελούν το όχημα για το προσωπικό όραμα του σκηνοθέτη-δημιουργού, αλλά για αυτόν υπάρχει ένας δεσμός ανάμεσα στην τέχνη και την θρησκευτική εμπειρία. 

Η Τέχνη ως θρησκευτική επιφοίτηση

Όπως έγραφε και ο ίδιος στο «Σμιλεύοντας τον Χρόνο», «σκοπός της Τέχνης είναι να ωθήσει τον θεατή να παλέψει με τα κρίσιμα προβλήματα της ύπαρξης του» και «στην πιο μεγαλειώδη της μορφή να είναι φορέας του Μεταφυσικού και να κάνει τον θεατή να βιώσει μια θρησκευτική επιφοίτηση». Και καμία του ταινία δεν εκφράζει καλύτερα αυτές τις απόψεις από τον «Αντρέι Ρουμπλιώφ: Τα κατά Αντρέι Πάθη», το αριστούργημα του.

Παρόλο τον τίτλο της, η ταινία σε σενάριο Ταρκόφσκι και Αντρέι Κοντσαλόφσκι («Σιβηριάδα», «Το Τραίνο της μεγάλης φυγής») δεν αποτελεί μια κλασσική βιογραφία με θέμα τον πιο διάσημο αγιογράφο της Ρωσίας (περίπου 1360-1430). Είναι στην ουσία ένας μεταφυσικός στοχασμός που παίρνει την ζωή του Ρουμπλιώφ ως αφετηρία και μόνο. Αποτελείται δε από επτά επιφανειακά μη συνδεδεμένα μεταξύ τους επεισόδια μέσα στο οποίο ο μοναχός-αγιογράφος βιώνει σαρκικούς και πνευματικούς πειρασμούς και κινδυνεύει να χάσει την τέχνη και την Πίστη του. Από την άλλη, ο Ρουμπλιώφ ζει σε ένα Μογγολικό ζυγό, ο οποίος δεν διαφέρει από τον ζυγό που ο ίδιος ο Ταρκόφσκι ζούσε κάτω από το Σοβιετικό καθεστώς. 

Χάνοντας και ξανακερδίζοντας την Πίστη και την Τέχνη

Απʼ εξαρχής, ο Ταρκόφσκι ταυτίζεται με τον ήρωα του για αυτό και ονομάζει την ταινία «Τα κατά Αντρέι Πάθη». Όμως παρόλο που υποτίθεται ότι ο Ρουμπλιώφ είναι μοναχός, ο Ταρκόφσκι τον βγάζει από το μοναστήρι, αφενός για να τον χρησιμοποιήσει ως θεατή και από την άλλη να τον κολάζει, έτσι ώστε να χάνει και να ξανακερδίζει την Πίστη του.

Ο Ρουμπλιώφ παρατηρεί την δυστυχία της Μάνας Ρωσίας στην διάρκεια εισβολής των Ταρτάρων και της εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα στο Κράτος, την Εκκλησία και τον λαό, πολύ πριν αυτά γίνουν ένα την χρυσή εποχή των Τσάρων (1547-1721) και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (1721-1917). Όπως γράφει ξανά στο «Σμιλεύοντας τον Χρόνο», η λύση σε αυτό το πρόβλημα δίνεται από το πιο διάσημο έργο του Ρουμπλιώφ, την «Αγία Τριάδα» που είναι «η επιτομή του ιδανικού της αδελφοσύνης, της αγάπης και της σιωπηλής αγιοσύνης και αυτή υπήρξε η βάση για το σενάριο».

Τρεις είναι οι κυριότερες σκηνές της ταινίας. Στην πρώτη συλλαμβάνεται ένα βράδυ που οι παγανιστές γιορτάζουν την γιορτή της Αγάπης τρέχοντας γυμνοί στο δάσος. Οι παγανιστές τον δένουν μέσα σε ένα σπίτι σε στάση σταυρού. Είναι η σκηνή που ο Αντρέι ταυτίζεται με τον Χριστό, αλλά και τα βάσανα του κόσμου. Θα ακολουθήσει μια σκηνή σαρκικού πειρασμού, όπου μια αρχαιόθρησκη, αφού πρώτα τον φιλήσει παθιασμένα στο στόμα, ξέροντας ότι είναι μοναχός, ακριβώς μετά θα τον απελευθερώσει.

Στην πραγματικότητα ο «Αντρέι Ρουμπλιώφ» αποτελεί μια Ορθόδοξη απάντηση σε μια από τις πλέον αγαπημένες ταινίες του Ταρκόφσκι, την «Έβδομη Σφραγίδα» του Μπέργκμαν.

Το επεισόδιο της εισβολής των Ταρτάρων θα του θέσει το ερώτημα ποια πρέπει να είναι η σχέση του καλλιτέχνη με τον γύρω κόσμο. Πρέπει να συμμετέχει την Ιστορία η απλώς να παρατηρεί; Σε αυτό το επεισόδιο, ο Ρουμπλιώφ, θέλοντας να σώσει μια γυναίκα από βιασμό, θα αναγκασθεί να σκοτώσει.

Αυτό βέβαια είναι σοβαρό αμάρτημα και θα ωθήσει τον Ρουμπλιώφ να μην ξαναμιλήσει και να μην ζωγραφίσει για χρόνια. Μόνο όταν γίνει ένα θαύμα με ένα νεαρό τεχνίτη και την καμπάνα του χωριού, μια ιστορία, όπου κυριαρχούν η αλαζονεία και η άρνηση της, η διαίσθηση και η δραματική προσευχή, είναι που ο Ρουμπλιώφ θα δεχθεί να ξαναχρησιμοποιήσει το τάλαντο που του έδωσε ο Θεός.

Ένας διαφορετικός Χριστιανικός κινηματογράφος

Για την δημιουργία ενός πραγματικά χριστιανικού κινηματογράφου, ο Ταρκόφσκι δεν διηγείται ιστορίες από την Βίβλο, όπως έκαναν ο Σεσίλ ντε Μιλ στις «Δέκα Εντολές», η ο Τζεφιρέλι στο «Ο Ιησούς από την Ναζαρέτ». Αντίθετα, υιοθετεί ένα δωρικό, μεταφυσικό στυλ σκηνοθεσίας, που θυμίζει τον Ρομπέρ Μπρεσόν, τον κορυφαίο χριστιανό σκηνοθέτη της Δύσης. Σε αυτό το στυλ, η μεταφυσική δεν είναι μέρος της ταινίας, είναι η ταινία. Οι ήρωες του συζητούν, προβληματίζονται πάνω στον Θεό, την Πίστη, την Τέχνη και αλλάζουν σιγά-σιγά πνευματικά, αλλά και δείχνουν την πτωτική τους φύση. Όπως έχει γραφεί, «ο Ταρκόφσκυ σκηνοθετεί αυτό που δεν μπορεί να ιδωθεί, αυτό που δεν μπορεί να λεχθεί».

Στην πραγματικότητα ο «Αντρέι Ρουμπλιώφ» αποτελεί μια Ορθόδοξη απάντηση σε μια από τις πλέον αγαπημένες ταινίες του Ταρκόφσκι, την «Έβδομη Σφραγίδα» του Μπέργκμαν. Αμφότερες οι ταινίες είναι τοποθετημένες στον Μεσαίωνα και οι ήρωες θέτουν το πρόβλημα της ύπαρξης Θεού και Πίστης. Σε μια εποχή που ο έγχρωμος κινηματογράφος κυριαρχούσε, τόσο ο Μπέργκμαν, όσο και ο Ταρκόφσκυ, χρησιμοποιούσαν το ασπρόμαυρο φιλμ για να δείξουν την πνευματική κρίση των ηρώων τους. Όμως οι περισσότεροι ήρωες του Μπέργκμαν αδυνατούν να πιστέψουν και ο θάνατος έρχεται ως λύτρωση στο υπαρξιακό τους πρόβλημα. Αντίθετα ο ήρωας του Ταρκόφσκυ βρίσκει λύση και λύτρωση στις ιδέες της κοινότητας, της Πίστης και της μεταμέλειας.

SOURCE CREDIT – “British Film Institute”

Από την στιγμή που ο Μπέργκμαν δεν βρίσκει απάντηση στο θέμα του, διατηρεί το ασπρόμαυρο, ενώ ο Ταρκόφσκυ στο τελευταίο μέρος ξεσπά σε μια έγχρωμη φωταψία με τα έργα του ίδιου του Ρουμπλιώφ, που εκπροσωπούν «το ιδανικό της αδελφότητας, της αγάπης και της σιωπηλής αγιοσύνης».

Από την λογοκρισία στην αποθέωση

Αυτή η κορυφαία ταινία που εξέφραζε όσο καμία την εθνική ταυτότητα της παραδοσιακή Ρωσίας και που έβαζε την Ορθοδοξία στο επίκεντρο της Ρώσικης ζωής, δεν μπορούσε παρά να κυνηγηθεί επί σοβιετικού καθεστώτος. Επίσης κυνηγήθηκε για τον λόγο ότι παρέπεμπε στο αυταρχικό καθεστώς στο οποίο ζούσαν οι καλλιτέχνες στην Σοβιετική Ένωση, αλλά και για την ρεαλιστική απεικόνιση της βίας.

Έτσι, παρόλο που ο «Αντρέι Ρουμπλιώφ γυρίσθηκε το 1966 και διαρκούσε 205 λεπτά, δεν προβλήθηκε στην ΕΣΣΔ. Το 1969 προβλήθηκε στην κόπια των 185 λεπτών στο Φεστιβάλ Καννών, όπου κέρδισε το μεγάλο βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών (FRIPESCI). Η Σοβιετική κυβέρνηση προσπάθησε να εμποδίσει την προβολή της στην Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά απέτυχε. Τελικά μετά από πίεση διασημοτήτων όπως ο Ντμίτρι Σοστακοβιτς και ο διάσημος σκηνοθέτης Γκριγκόρι Κοζίντσεφ («Άμλετ», «Νέα Βαβυλωνία») το 1971 προβλήθηκε στην Σοβιετική Ένωση η «βερσιόν» των 185 λεπτών. Αυτή είναι τελικά που ο Ταρκόφσκυ θεωρούσε ως καλύτερη «βερσιόν».

Σήμερα, ο «Αντρέι Ρουμπλιώφ» θεωρείται η σημαντικότερη ταινία του ρωσικού κινηματογράφου μαζί με το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Αϊζενστάιν και το «Χρώμα του Ροδιού» του Παρατζάνωφ. Επίσης πολλοί είναι εκείνοι που τον θεωρούν το κορυφαίο επίτευγμα του διεθνούς κινηματογράφου, ενώ βρίσκεται στην κορυφή της προτεινόμενης Κινηματογραφικής Λίστας του Βατικανού.  Άποψη την οποία συμμερίζονται και οι χριστιανοί κριτικοί της Αμερικής.

Κλείνουν φέτος τον Δεκέμβριο 50 χρόνια από