ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
2 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 174)

Με αφορμή την σημερινή 53η επέτειο του θανάτου του Νομπελίστα ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ διαλέξαμε να δημοσιεύσουμε ένα από τα πιο διάσημα ποιήματα του. Πρόκειται για ένα από τα πιο διάσημα ποιήματα του , το «Οι Κούφιοι Άνθρωποι» σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη.

Το ποίημα γράφτηκε το 1925 και όπως τα περισσότερα του εκείνη την περίοδο αναφέρονται στον θάνατο της Ευρωπαϊκής κουλτούρας από τους ανθρώπους που καθόρισαν την Συμφωνία των Βερσαλλιών, τους τραπεζίτες που ελέγχουν το Σίτυ του Λονδίνου και την άρριζη, άθεη προοδευτική κουλτούρα του Μπλούσμπερυ. Με άλλα λόγια όλη την κυρίαρχη υλιστική κουλτούρα και στην οποία δεν υπάρχει σωτηρία ούτε δυνατότητα ασπασμού της θρησκείας (ο Έλιοτ ήταν Αγγλοκαθολικός)

Σε αυτό το ποίημα που είναι επηρεασμένο από το Τρίτο Κάντο της «Κόλασης» του Δάντη ο Έλιοτ μιλάει για τους ανθρώπους που μπροστά σε ηθικά προβλήματα δεν παίρνουν θέση. Είναι σαν αυτούς που περνούν την Στύγγα και δεν πηγαίνουν ούτε στην Κόλαση , ούτε στον Παράδεισο.  Είναι αυτοί που ο Ιησούς αναφέρει ως χλιαρούς. Το ποίημα αποτελείται από 98 στίχους χωρισμένους σε πέντε μέρη. Οι τέσσερεις τελευταίοι στίχοι αποτελούν “τους πιο χρησιμοποιημένους ως απόφθεγμα  στίχους οποιουδήποτε αγγλόφωνου ποιητή του 20ου αιώνα”.

Το παρόν ποίημα του Έλιοτ είχε μεγάλη επίδραση στον Φράνσις Φόρντ Κόππολα και την ταινία “Αποκάλυψη Τώρα” στην οποία ο Συνταγματάρχης Κούρτζ (που τον υποδυόταν ο Μάρλον Μπράντο) απεικονίζεται να διαβάζει δυνατά αποσπασματα του ποιήματος στους οπαδούς του. Επιπλέον, η έκδοση της ταινίας στο Complete Dossier συμπεριλάμβάνει ένα 17λεπτο αφιέρωμα με τον Κούρτζ να απαγγέλει ολόκληρο το ποίημα.  Το επίγραμα του ποιήματος “Κύριο Κούρτζ-πέθανε” είναι μια φραση από την “Καρδιά του Σκότους” του Τζόσεφ Κόνραντ, πάνω στο οποίο χαλαρά βασιζόταν η ταινία.

Ο Ελιοτ ζωγραφισμένος

“Κύριο Κουρτς – πέθανε”
Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάη

Ι

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι
Που σκύβουμε μαζί
Καύκαλα μ’άχερα γεμάτα. Αλίμονο!
Οι σ τ ε γ ν έ ς μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες και ασήμαντες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι
Μες στο ξερό μας το κελάρι.


Μορφή χωρίς σχήμα,
Σ κ ι ά δίχως χρώμα,
Παραλυμένη Δύναμη
Γνέψιμο χωρίς κίνηση˙

Εκείνοι που ταξίδεψαν
Με ί σ ι ε ς μ α τ ι έ ς ,
στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —α! θυμούνται—
όχι σα να’μαστε χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μοναχά
Οι κ ο ύ φ ι ο ι ανθρώποι
Οι π α ρ α γ ε μ ι σ μ έ ν ο ι ανθρώποι.

ΙΙ

Μ ά τ ι α που δεν μπορώ
ν’ αντικρίσω στα ό ν ε ι ρ α
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Α υ τ ά δεν φανερώνονται:
Εκεί, τα μ ά τ ι α είναι
Η λ ι ο ς σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σείεται
Και οι φωνές είναι
Στου αγέρα το τραγούδισμα
Πιό απόμακρες.. πιό επίσημες
Από τ’άστρο που σβήνει.

Ας μην έρθω κοντύτερα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Κι αν φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί,
σταυρωτά ραβδιά
Σ’ ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα—

Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα
στη δειλινή βασιλεία

ΙΙΙ

Τούτη είναι η π ε θ α μ έ ν η χ ώ ρ α
Τούτη είναι του κ ά κ τ ο υ η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνονται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χέριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.

Ετσι είναι τα πράγματα
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Την ώρα εκείνη
που τρέμεις τρυφερός
Χείλια που θα φιλούσαν
Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.

IV

Δεν είναι εδώ τα μ ά τ ι α
Εδώ δεν είναι μ ά τ ι α
Στο λαγκάδι των άστρων που πεθαίνουν
Στο κ ο ύ φ ι ο αυτό λαγκάδι
Τούτη η σπασμένη σιαγών
απ’τις χαμένες βασιλείες μας

Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα
Μαζί ψηλαφούμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Μαζεμένοι στην άκρη
του φουσκωμένου ποταμού

Χωρίς βλέμμα, εκτός
Αν ξαναφανούν τα μ ά τ ι α
Σαν τ’άστρο το αιώνιο
Το εκατόφυλλο ρόδο
Της δειλινής βασιλείας του θανάτου
Η ε λ π ί δ α μόνο
Άδειων ανθρώπων.

V

Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση το Φραγκόσυκο
Φραγκόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε την αυγή

Ανάμεσα στην ι δ έ α
Και στο γεγονός
Ανάμεσα στην κίνηση
Και στη πράξη
Η Σ κ ι ά πέφτει

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ανάμεσα στη Σύλληψη
Και της δημιουργίας
Ανάμεσα στη Συγκίνηση
Και στην ανταπόκριση
Η Σ κ ι ά πέφτει

Η ζωή είναι μακριά πολύ

Ανάμεσα στον πόθο
και στον σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
και στην κάθοδο
Η Σ κ ι ά πέφτει

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν η..

Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν β ρ ό ν τ ο
μα μ’ένα λ υ γ μ ό

Ο Μπράντο ως Συνταγματάρχης Κούρτζ στο “Αποκάλυψη Τώρα”

Πηγή
Παρακάτω ακολουθεί η μελοποιημένη εκδοχή του ποιήματος από το συγκρότημα Ωχρά Σπειροχαίτη.

 

Με αφορμή την σημερινή 53η επέτειο του

του Γιάννη Χριστόπουλου

Το ζητούμενο στις κοινωνίες που επιδιώκουν να είναι δυναμικές είναι η δημιουργικότητα η οποία πρέπει να καλύπτει όσο είναι δυνατό την πλειονότητα των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων.

Υπό το πρίσμα μιας ολοκληρωμένης θεώρησης η έννοια του πολιτισμού επομένως δεν περιορίζεται στο πεδίο των τεχνών των γραμμάτων και του πνεύματος αποκλειστικώς.

Ο πολιτισμός είναι το απόσταγμα του ψυχισμού της κοινωνίας.

Μελετητές διαφόρων σχολών ψυχολογίας βρίσκουν τα θεμέλια πολλών εκδηλώσεων του ανθρώπου, όπως των μύθων, της λογοτεχνίας, της τέχνης, των συμβολισμών, βασικών συλλήψεων της επιστήμης στο συλλογικό ασυνείδητο, γιατί το συλλογικό ασυνείδητο επενεργεί μέσα στις κοινωνίες μέσω των αρχετύπων θεμελιωδώς.

Επομένως οι φερόμενες ως συνειδητές επιλογές μας, για να έχουν θετικό αποτέλεσμα, δεν είναι δυνατόν να βρίσκονται σε διάσταση με το συλλογικό ασυνείδητο.

Όλα αυτά αναφέρονται γιατί είναι πολύ σημαντικό να γίνει σαφές ότι η προσέγγιση της έννοιας πολιτισμός είναι πολύπλοκη και δεν εξαντλείται με τις κοινότυπες αντιλήψεις που ως στόχο επιδίωξης και ανάπτυξης του πολιτισμού προάγουν την μανιακή προσκόλληση ενός μοναδικού τύπου εξέλιξης, ο οποίος υφίσταται υπό την προϋπόθεση της αναίρεσης όσων στοιχείων φαντάζουν παλιά. Το ζητούμενο όμως είναι σύνθεση των στοιχείων του χθες με το σήμερα.

Η ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου προϋποθέτει την ζεύξη παιδείας-συνείδησης-αισθητικής.

Είναι τρεις παράμετροι οι οποίες μόνο αν λειτουργούν προς κοινή κατεύθυνση, οι κοινωνίες μπορούν να είναι δημιουργικές ουσιαστικά με αποτέλεσμα ο ψυχισμός τους, άρα ο πολιτισμός τους, να είναι υπαρκτός και θετικός. Ασφαλώς σημασία έχει και το περιεχόμενο που προσδίδουμε σε αυτές τις έννοιες. Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψης, για να θυμηθούμε την ρήση του Αντισθένους.

Στη χώρα μας δυστυχώς έχουμε βαλτώσει, με τραγικό αποτέλεσμα η έννοια της λογικής να απουσιάζει στο δημόσιο βίο σε μεγάλο βαθμό.

Η απουσία της λογικής αναφέρεται όχι με την έννοια της καθολικής υπερίσχυσης του παραλόγου στην κοινωνία, αλλά με την καθολική υπερίσχυση του θυμικού εις βάρος του λογικού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ανισορροπία στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Με αυτά τα στοιχεία είναι δύσκολο να ελπίζει κάποιος ότι είναι δυνατόν να επιτευχθεί δημιουργική ανάταση. Υπάρχει εμπλοκή. Σε αυτή τη συλλογική εμπλοκή της κοινωνίας βασίστηκε και η περίφημη ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς με όλες τις αρνητικές συνέπειες.

Για να ξεκινήσει η ανατροπή αυτής της κατάστασης χρειάζεται εργασία κοπιώδης και το κυριότερο εντιμότητα και πνευματικό ήθος. Πρέπει να επιστρέψουμε σε βασικές έννοιες παιδείας, να αναζητήσουμε σύνδεση με τις αρχετυπικές αξίες του έθνους μας, αλλά ταυτοχρόνως να αποφύγουμε την βλακώδη αυταρέσκεια μας.

Η παρατήρηση αυτή δεν γίνεται με το πνεύμα των τρεχουσών πρακτικών που ακολουθούνται από τα mainstream μέσα ενημερώσεως τα οποία με ύπουλο τρόπο ως κήνσορες του πνεύματος και των αξιών, σαν εισαγγελείς οι οποίοι σπάνε το ηθικό της κοινωνίας μας.

Επιβάλλεται όμως ο κολασμός του ανάγωγου, ακοινώνητου τρόπου συμπεριφοράς και αντιλήψεων. Η εποχή που ο πιο θρασύς και επιτήδειος έπαιρνε απο τή κοινωνία τον χαρακτηρισμό του έξυπνου και ικανού πρέπει να παρέλθει.

Αντικοινωνικές συμπεριφορές έχουν τις αιτίες τους συχνά και στην απομάκρυνση από τις βασικές πολιτιστικές μας καταβολές.

Το κύριο ζήτημα είναι να γίνουμε δημιουργική κοινωνία και ως συνέπεια να αναπτύσσεται ο πολιτισμός μας. Για αυτό το λόγο επιβάλλεται ο επαναπροσδιορισμός του στόχου της Παιδείας.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι παιδεία δεν είναι το σύστημα που παράγει πτυχιούχους. Παιδεία μπορεί να έχει μια κοινωνία και με λιγότερους πτυχιούχους ΑΕΙ.

Στις μέρες μας έχουμε τους περισσότερους πτυχιούχους από συστάσεως του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, δεν φαίνεται να έχει επέλθει σημαντική βελτίωση στο επίπεδο της συνολικής εικόνας που παρουσιάζει η κοινωνία μας σε ό,τι αφορά την παιδεία μας. Με την επίτευξη του προσδιορισμού των στόχων της παιδείας και την εισαγωγή επιδιώξεων οι οποίες θα είναι διαφορετικές από αυτές που προτάσσονται σήμερα, θα επέλθει μέσα στο σώμα της κοινωνίας μας η εισαγωγή ορθότερων κριτηρίων για τις ανάγκες και τις επιδιώξεις μας.

Μόνο όταν οι κοινωνίες έχουν ορθά κριτήρια, επιτυγχάνεται η δημιουργικότητα, που είναι το ζητούμενο. Όλα όσα αναφέρθηκαν προϋποθέτουν κοινωνική γαλήνη. Μέσα σε ειρηνικό και ήρεμο κοινωνικό περιβάλλον οι άνθρωποι είναι δημιουργικοί και μπορούν να λειτουργούν συνεκτικά. Υπό αυτή την έννοια η κοινωνική ασφάλεια σε όλες της τις εκφάνσεις είναι δομικό στοιχείο της ανάπτυξης του πολιτισμού μιας σύγχρονης κοινωνίας.

Η παροιμία λέει “Στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται” στις μέρες που ζούμε η κοινωνία μας αντί να ασχολείται με τον εαυτό της ουσιαστικά, διαπραγματευόμενη για τα ουσιώδη, χάνει το χρόνο της προσπαθώντας να βρει την πορεία της μέσω μιας λανθασμένης οδού επειδή ακόμα δεν έχει ορίσει που είναι τα σημεία του ορίζοντα για να μπορέσει να προσανατολιστεί.

Είναι καιρός να γυρίσουμε την πλάτη στον ιδιόρρυθμο μικρομεγαλισμό που χαρακτηρίζει διαχρονικά τις πολιτικές ελίτ της χώρας μας. Η εμμονική προσκόλληση στο άρμα της Ευρωπαϊκής ιδέας είναι η τρανή απόδειξη της ορθότητος του επιχειρήματος. Όχι τόσο για το περιεχόμενο αυτής της ιδέας, όσο για τον τρόπο και τα ελατήρια τα οποία κινούν τους θιασώτες της. Όψιμοι εχθροί του κρατισμού, εγκαταλείπουν την ισχύ του εθνικού κράτους με την οποία για χρόνια ήταν σφιχταγκαλιασμένοι και προσεταιρίζονται την ιδεολογία του ισχυρότερου οιονεί κράτους που τους φαντάζει ως το αύριο.

Ο άνθρωπος που αγαπά πραγματικά την ελευθερία δεν είναι δυνατό να εναποθέσει τις ελπίδες του για ένα καλύτερο αύριο στο μόρφωμα της Ε.Ε. Για αυτό πρέπει να στραφούμε στα ουσιώδη. Το ένδοξο παρελθόν μας ας είναι η ουσιαστική πηγή έμπνευσης κι όχι η πρόφαση της οκνηρίας μας.

Η λειτουργικότητα της κοινωνίας μας θα επιφέρει και την πολιτιστική ανάκαμψη-πρωτογενή δημιουργικότητα.

Read more at: http://diesy.gr/pedia-synidisi-esthitiki/

του Γιάννη Χριστόπουλου

Πηγή: diesy.gr

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Γιάννη Χριστόπουλου"][vc_empty_space][vc_column_text]Το ζητούμενο στις κοινωνίες

Χτύπα, καμπάνα, δυνατά μέσ’ στ’ ουρανού τα πλάτη
ήχε, πέτα στα σύννεφα, στο φως που τρεμοσβήνει,
Πεθαίνει ο χρόνος, χάνεται μεσ’ στης νυχτιάς τα σκότη
χτύπα, καμπάνα τώρα που τη στερνή πνοή αφήνει.

Χτύπα γι’ αυτόν που τέλειωσε μα και γι’ αυτόν που θα ’ρθει
Χτύπα, καμπάνα, με χαρά, κι ο ήχος σου στο χιόνι
Διώχνει το χρόνο τον παλιό, που χάνεται στα βάθη,
χαρμόσυνα καμπάνισε στον νέο που σιμώνει.

Χτύπα να διώξεις τον καημό που το μυαλό σκοτίζει,
για όσους δεν είναι πια εδώ, κι όσους έχουμε χάσει
χτύπα και γκρέμισε με μιας φτωχών και πλούσιων έχθρες
χτύπα κι ας ξαναγεννηθεί η ανθρωπιά στην πλάση.

Χτύπα να διώξεις το κακό, το φθόνο και τη ζήλεια
και την ψυχρότητα αυτών που πίστη πια δεν έχουν.
Διώξε με το τραγούδι σου τους πένθιμούς μου στίχους
και στη χαρά προσκάλεσε να ’ρθουν να τραγουδήσουν.

Χτύπα και διώξε από παντού τα ίχνη κάθε αρρώστιας
χτύπα και σκόρπισε μακριά τον πόθο για τα πλούτη
χτύπα κι οι πόλεμοι με μιας ας σβήσουν απ’ το χάρτη
χτύπα η ειρήνη ν’ απλωθεί στην οικουμένη ετούτη.

Χτύπησε και προσκάλεσε τον άντρα τον γενναίο,
το μεγαλόψυχο να ’ρθει σιμά και να γιορτάσει
Χτύπα και με τον ήχο σου φώτισε τα σκοτάδια
τι του Χριστού η Γέννηση λαμπρή θα καταφθάσει.

Χτύπα, καμπάνα, δυνατά μέσ’ στ’ ουρανού τα

H Ρωσσία θα γιορτάσει την 100η επέτειο από την γέννηση του μεγάλου Ρώσσου συγγραφέα Αλεξάντρ Σολζενίτσυν το 2018.
Το πρόγραμμα των εορτασμών θα συμπεριλαμβάνει δεκάδες εκδηλώσεις. Ο Σέργκεϊ Πρικόντκο , αναπληρωτής πρωθυπουργός της Ρωσσικής Ομοσπονδίας, δήλωσε ότι οι εκδηλώσεις σκοπεύουν να διευκολύνουν την έρευνα και την προώθηση των έργων του μεγάλου Νομπελίστα. Οι εκδηλώσεις θα στοχεύουν ειδικά στην Ρωσσική νεολαία,
αναφέρει το πρακτορείο ειδήσεων “Τας”.

Σχεδόν το 50% των σχεδιασμένων εκδηλώσεων θα γίνουν στην Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη, με τις υπολοιπες να λάβουν χώρα σε άλλες περιοχές της Ρωσσίας. Σχέδον κάθε καλλιεργημένο άτομο στον κόσμο ξέρει τα γραπτά του Σολζενίτσυν.

“Τα βιβλία και η προσωπικότητα του δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο “ειπε ο Σέργκεί Πρίνκόντο, πρσθέτωντας ότι οι εκδηλώσεις θα πρέπει να μείνουν στην μνήμη του κόσμου.

Οι ετοιμασίες για την επέτειο της γεννήσεως του μεγάλου συγγραφέα ξεκίνησαν από πέρυσι. Οι σημαντικότερες σχετικές εκδηλώσεις συμπεριλαμβάνουν την έγερση ενός μνημείο αφιερωμένου στον Σολζενίτσυν στην Μόσχα, το άνοιγμα ενός μουσείου στο διαμέρισμα του μαζί με το παρακλάδι του Μουσείου Ρυάζαν, καθώς και η επιλογή και η κυκλοφορία μιας νέας σχολισμένης έκδοσης του”Αρχιπέλαγους Γκουλάνγκ”.

Το Μουσείο Αλεξάντρ Σολζενίτσυν στην γενέτειρα του Κισλόβντοσκ

Υπάρχουν επίσης σχέδια για εκθέσεις, φεστιβάλ καθώς και για επιστημονικές, εκπαιδευτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Φέτος, ένα μουσείο αφιερωμένο στον Αλεξάντρ Σολζενίτσυν άνοιξε στο Κισλόβοντσκ, την γενέτειρα του. Όπως αναφέρθηκε από την Υπηρεσία Ειδήσεων του Russiky MIr Foundatioν, ήταν το πρώτο μουσείο στον κοσμο, που είναι αφιερωμένο στην ζωή και το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Επίσημα είναι μέρος του Κρατικού Μουσείου Λογοτεχνίας Το ίδρυμα ιδρύθηκε σε μια μανσιόν στο Κισλοβοντσκ, στο οποίο διέμενε συχνά ο Ρώσος Νομπελίστας.

Σύμφωνα με την χήρα του, Ναταλία Σολζενίτσυνα, το μουσείο όχι μόνο θα βοηθήσει τον κόσμο να μελετήσει την λογοτεχνική του κληρονομιά, αλλά θα συνεισφέρει επίσης στην ηθική ανατροφή της νεολαίας στο Κισλοβιντσκ και γενικότερα του Βόρειου Καυκάσου.

Πηγή: russkiymir.ru

[vc_row][vc_column][vc_column_text]H Ρωσσία θα γιορτάσει την 100η επέτειο

Είστε έτοιμοι για ένα χριστουγεννιάτικο ταξίδι μέσα στο χρόνο; Οι γιορτές τις προηγούμενες δεκαετίες απέπνεαν μια άλλη γοητεία πιο αυθεντική και άρτια σε σχέση με τη σημερινή εποχή.

Αθήνα τη δεκαετία του ’60. Τα Χριστούγεννα στην πόλη είναι απλωμένα καλάθια πλανόδιων από την Αιόλου ως την Αθηνάς και από το Μοναστηράκι ως τα Χαυτεία. Είναι πινακίδες από νέον στους δρόμους και αυτοκίνητα να γεμίζουν τους δρόμους της Σταδίου.

Οι λαχειοπώληδες να εργάζονται νυχθημερόν διαλαλώντας την πραμάτεια τους, το πρωτοχρονιάτικο Κρατικό Λαχείο έξω από το θρυλικό μαγαζί του Μπακάκου στην Αγίου Κωνσταντίνου.

Στη γιορτινή πρωτεύουσα που παλεύει να επουλώσει τις πληγές του ελληνοτουρκικού πολέμου εγκαινιάζεται ο «κινηματογράφος τσέπης»στο κατάστημα των Μαγγιόρου και Ρουσόπουλου στην οδό Ερμού.

«Ο θαυμάσιος κινηματογράφος του Έδισον – με 60 λεπτά!» που διαλαλεί η διαφήμιση δεν είναι παρά μικρά βιβλιαράκια με φωτογραφίες που αποτυπώνουν τις διαφορετικές φάσεις μιας κίνησης με ένα γρήγορο ξεφύλλισμα. Κι όμως αρκούν για να συγκεντρώσουν πλήθη κόσμου που θέλουν να απολαύσουν το θέαμα ως «το κάτι εξαιρετικό» για τις γιορτές του 1897.

Η δημοφιλής φιγούρα του «αγίου των γιορτών» με την μορφή που τον γνωρίζουμε σήμερα εισήχθη στην Ελλάδα την εποχή της φωτογραφίας, δηλαδή την δεκαετία του ’50. Ο ορθόδοξος Αϊ Βασίλης δεν είναι άλλος από τον Μέγα Βασίλειο της Καισαρείας, που καμία σχέση δεν έχει με τον δυτικό Santa Claus (Άγιο Νικόλαο).

Στην αστική Ελλάδα θεωρείται πως έγινε γνωστή τη δεκαετία του ’50-’60, οπότε και οι ‘Ελληνες μετανάστες της Αμερικής έστελναν στους συγγενείς τους χριστουγεννιάτικες κάρτες με την φιγούρα του κοκκινοφορεμένου στρουμπουλού Santa.

Το έθιμο των δώρων στους άνδρες της τροχαίας: Την Πρωτοχρονιά του μακρινού 1936 οι απλοί πολίτες δίνουν για πρώτη φορά δώραστους τροχονόμους ανά την Ελλάδα.

Ο πληθυσμός των πόλεων (μετά το προσφυγικό ρεύμα) έχει αρχίσει να αυξάνεται αλλά και οι δρόμοι να γεμίζουν με αυτοκίνητα και άπειρους οδηγούς που δημιουργούν κομφούζιο.

Οι πολίτες με συμπάθεια παρατηρούν το έργο των τροχονόμων ενώ οι καταστηματάρχες κάνουν έναν μικρό έρανο για να το επαινέσουν. Οι Αρχές το απορρίπτουν καθώς το θεωρούν δωροδοκία. Το περιστατικό φτάνει στα αφτιά του βασιλιά κι εκείνος βγαίνει με τον οδηγό του στην οδό Ρηγίλλης και αφήνει γλυκά και κρασί ως δώρο στον τροχονόμο της περιοχής.

Ένα από τα γνωστότερα γλυκά που φτιάχνουν οι νοικοκυρές την περίοδο των γιορτών είναι οι κουραμπιέδες. Παλαιότερα το παραδοσιακό γλύκισμα με την άχνη κόστιζε στους νοικοκυραίους 80 δραχμές η οκά.

Ακόμη παλιότερα, στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, τα παραδοσιακά γλυκίσματα που δεν έλειπαν από το γιορτινό σπίτι των Ελλήνων ήταν, όπως βλέπετε στην παρακάτω διαφήμιση, οι κουραμπιέδες (3,20 από βούτυρον Χαλκίδος ή «ιδιαίτεραι συμφωνίαι άνω των 50 οκάδων»), οι βασιλόπιτες (προς… κυριολεκτικά τρεις κι εξήντα), φοντάν, πτι φουρ, καραμελλέ, κονιάκ, λικέρ και πάστες σε «τιμάς των εργοστασίων», που έκαναν την στοά Αρσκαείου να μοσχοβολά.

Πάμε πίσω στη δεκαετία του ’70 όπου η άνθιση του ελληνικού σινεμά αποτελεί την είδηση της εποχής. Οι σταρ γίνονται εξώφυλλο στα περιοδικά και μπαίνουν σε γιορτινές μπάλες για να τραβήξουν τα βλέμματα.

Από το 1936 ως το 1968, η αγαπημένη συνήθεια των Ελλήνων είναι η αγορά του «λαχείου συντακτών», για να έχουν «δικαίωμα στο όνειρο». Οι τυχεροί λαχνοί μοιράζουν φοβερά για την εποχή δώρα, όπως «2 πολυκατοικίες, 2 ηλεκτρικά σπίτια, 90 διαμερίσματα, 60 αυτοκίνητα, εκατομμύρια σε μετρητά», μέχρι και… «μετοχές της Πειραϊκής Πατραϊκής και των τσιμέντων Τιτάν».

Το λαχείο συντακτών καταργείται επί Χούντας, γεγονός που δημιουργεί μεγάλη ένταση το 1968 στο δημοσιογραφικό επάγγελμα.

Στην παραπάνω φωτογραφία βλέπετε νεαρά αγόρια να μετρούν τις «εισπράξεις» από τα κάλαντα στις φτωχογειτονιές της πόλης.

Στο παρακάτω video του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου μπορείτε να ακούσετε τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα στην Αθήνα του 1927 και να δείτε υπέροχες νοσταλγικές εικόνες από γιορτές άλλων εποχών.

Τα παιδιά όλης της Αθήνας κάθε Χριστούγεννα έχουν έναν κρυφό πόθο. Να κάνουν επιδρομή στο Μινιόν. Το θρυλικό πολυκατάστημα της Πατησίων, που ξεκίνησε από το μικρό «περίπτερον Μινιόν» του Γιάννη Γεωργακά το 1934, εξελίσσεται στο μεγαθήριο του β’ μισού του 20ου αιώνα στην Αθήνα.

Ο 6ος όροφος ανοίγει για το κοινό μόνο την περίοδο των γιορτών, και εκεί τα γλυκίσματα, οι Άι Βασίληδες, οι τηλεοπτικές οθόνες – πρωτοπορία για την εποχή και οι προσφορές αποτελούν από μόνα τους λόγο ταξιδιού στην πόλη.

Πηγή: penna.gr

[vc_row][vc_column][vc_column_text] Είστε έτοιμοι για ένα χριστουγεννιάτικο ταξίδι μέσα

Ένα μονόπρακτο εμπνευσμένο από το κινηματογραφικό έργο του Αντρέι Ταρκόφσκι ανεβαίνει στις 29 (ημέρα κοιμήσεως του) και 30 Δεκεμβρίου στο Θέατρο Εμπρός, Ρ. Παλαμήδα 2, στου Ψυρρή. Πρόκειται για το «Ένα απόγευμα με το Αντρέι» της Ευφροσύνης Γιαννάκενα σε σκηνοθεσία και φωτισμούς της ίδιας και τους Γιάννη Πετρόπουλο και Μαριάννα Βασιλάκη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Βλέποντας την γενική πρόβα πήραμε μια συνέντευξη από την νεαρή συγγραφέα και σκηνοθέτη.

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη

Το “Ενα Aπόγευμα με τον Αντρέι” είναι εμπνευσμένο από το έργο του Ταρκόφσκι

Ευφροσύνη, πως σου καλλιεργήθηκε το ενδιαφέρον για τον Ταρκόφσκι, αρχικά ως σκηνοθέτης;

Τον Αντρέι Ταρκόφσκι, μου τον συνέστησε ο αδελφός μου πριν από μερικά χρόνια, δίνοντάς μου την ταινία «Αντρέι Ρουμπλιώφ».  Αυτή η πρώτη επαφή με το κινηματογραφικό του έργο ήταν αρκετή για να αγαπήσω τη δουλειά του. Κάθε πλάνο ανέβλυζε μια ανεπιτήδευτη ποιητικότητα. Ρεαλισμό και πιστή απεικόνιση της εποχής μέσα από το άχρονο, ενώ κάθε φράση άνοιγε μια καινούργια πόρτα σε θέματα προβληματισμού. Και όσο περισσότερο εμβάθυνα στο έργο του, μέσα από τις ταινίες του, ή βιβλία σχετικά με αυτό, τόσο πιο πολύ με γοήτευε.

Τι σημαίνει για σενα ο Ταρκόφσκι ως σκηνοθέτης;

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είπε για τον Ταρκόφσκι ότι «είναι ο σπουδαιότερος όλων». Ο Λανς Φον Τρίερς ότι για εκείνον είναι «θεός». Ο Ν. Τζάμες πως «άλλαξε ό,τι το σινεμά σαν μορφή τέχνης μπορούσε να επιτύχει». Αν μπορούσα να προσθέσω κάτι, για εμένα, ως Ευφροσύνη, ο Ταρκόφσκι ήταν εκείνος που τράβηξε την αυλαία για να ξεκινήσει η παράσταση, αποκαλύπτοντας κάτι νέο και μαγικό, αλλά ταυτόχρονα τόσο οικείο κι αληθινό. Μια άλλη ματιά στον κόσμο.

Ποια είναι τα θέματα του έργου του που σε ενδιάφεραν ως συγγραφέα;

Οι θεματικές του είναι απεριόριστες, πιστεύω. Περιλαμβάνουν όλες τις πτυχές της ανθρώπινης καθημερινότητας και τόσους προβληματισμούς ως προς την ύπαρξη, τη ζωή, τα ιδανικά, το Θείο, τον άνθρωπο ως δρών ων… θα ήταν σφάλμα να υποδείξω ένα συγκεκριμένο θέμα που μου κέντρισε το ενδιαφέρον συγγραφικά και μη. Έχω γράψει αρκετά έργα, κείμενα, μεμονωμένες σκηνές…όλα έχουν κάτι από εκείνον. Και κάθε φορά που βλέπω ένα έργο του, είτε είναι η πρώτη, είτε η τριακοστή φορά (και με το νούμερο δεν υπερβάλω), πάντα προσλαμβάνω κάτι διαφορετικό, ανάλογα με την διάθεση, τους προβληματισμούς, ή και τα βιώματά μου κατά καιρούς. Και κάθε νέο στοιχείο μπαίνει στο «αρχείο», οπότε, συνειδητά ή μη, εν καιρώ αξιοποιείται. Ειλικρινά, είναι αδύνατον να δώσω μια τυποποιημένη απάντηση σε αυτή την ερώτηση.

Η αφίσσα του Αντρέι Ρουμπλιώφ αποτελεί ντεκόρ στην παράσταση

Τι σημαίνει για σένα το quoting από τις ταινίες του Ταρκόφσκυ;

Το quoting πάντα ήταν ένας δικός μου τρόπος έκφρασης. Καθημερινά με την μητέρα μου ανταλλάσσουμε μέχρι και σήμερα ατάκες από ταινίες. Συνεπώς είναι κάτι που μου βγαίνει φυσικά στη ροή του λόγου. Ήταν αναπόφευκτο, λοιπόν, τα υπέροχα λόγια του συναντάμε στις ταινίες του Ταρκόφσκι να μείνουν εκτός «ρεπερτορίου». Είναι τα χρώματα στην λεκτική μου παλέτα. Και προσέχω ώστε να τα χρησιμοποιώ με σύνεση για μια νέα σύνθεση.

Το έργο ξεκινά και τελειώνει με δυο ποιήματα του πατέρα του Tαρκόφσκι, Αρσένι. Ποιος είναι ο λόγος που οριοθετείς το έργο σου με ποιήματα του;

Πέρα από την προσωπική μου προτίμηση στο κυκλικό σχήμα αφήγησης, τα συγκεκριμένα ποιήματα έχουν τη σημασία τους. Το πρώτο μιλά για μια εποχή που έφυγε και τον απολογισμό της επί της ουσίας. Το δεύτερο όπως φανερώνει κι ο τίτλος του, «πρώτα ραντεβού», μια για κάτι νέο που ξεκινά με ορμή κι ελπίδα, όντας συγχρόνως μια ωδή σε μια γυναίκα. Παρακολουθώντας την εξέλιξη του έργου και των χαρακτήρων, λοιπόν, μπορεί να καταλάβει κανείς πόσο αυτά τα ποιήματα ταιριάζουν στα συγκεκριμένα σημεία. Μια αρχή από εκεί που όλα έχουν τελειώσει και βρίσκονται στην ανάπαυλά τους, όπως στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», κι ένα τέλος που βλέπει με ελπίδα το μέλλον

Εμένα βέβαια μου θυμίζουν τον αυτοβιογραφικό “Καθρέπτη”, όπου ο Ταρκόφσκι μιλά για σημαντικά γεγονότα του 20ου αιώνα. Έχει να κάνει και με την πτώση του κομμουνισμού, όπως αναφέρεται και στο έργο, ένα θέμα που ο Ταρκόφσκυ δεν πρόλαβε;

Έχει να κάνει με πολλά. Η πτώση του κομμουνισμού είναι ένας βασικός άξονας που λειτουργεί ως συνθήκη. Στα έργα μου, αρέσκομαι να χτίζω χαρακτήρες τους οποίους μετά βάζω σε μια συνθήκη για να δω πως θα αντιδράσουν. Πόσο και με ποιο τρόπο θα τους επηρεάσει σαν μονάδες αλλά και την μεταξύ τους σχέση-αλληλεπίδραση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι χαρακτήρες αντιπροσωπεύουν τις ίδιες τις χώρες. Έχοντας πολύ καλές φίλες Λιθουανές, έμαθα πολλά πράγματα για τη νοοτροπία του λαού τους. Και δε θα ξεχάσω κάτι που μου είχε πει μια από αυτές. «Όσα χρόνια και να περάσουν, δεν μπορούμε να αποτάξουμε την Ε.Σ.Σ.Δ. από πάνω μας. Η ελευθερία μας πανικοβάλει. Έχουμε πάντα την ανάγκη από κάποιον να μας πει τι θα κάνουμε».

Αυτή η κουβέντα ήταν, ίσως και το έναυσμα για το χτίσιμο αυτής της ιστορίας, καθώς και του χαρακτήρα της Μόρτα. Αντίστοιχα, από συζητήσεις με Ρώσους φαίνεται ότι κι εκείνοι έχουν συνηθίσει σαν λαός να έχουν έναν ισχυρό καθοδηγητή των μαζών. Είτε αυτός λέγεται Τσάρος, είτε Γενικός Γραμματέας, είτε Πρωθυπουργός. Σε αυτή την κομβική στιγμή, λοιπόν, που μια νέα εποχή ξεκινά και το παρόν είναι αβέβαιο, πώς θα αντιδρούσαν οι εν λόγω χαρακτήρες; Άλλωστε, ο Ταρκόφσκι μπορεί να μην πρόλαβε αυτή την εποχή, αλλά είχε αποδώσει πολύ παραστατικά τα συναισθήματα που αυτή η μετάβαση δημιούργησε. Κι εκεί είναι που έρχονται οι ατάκες των ταινιών του για να δώσουν τις λέξεις στους χαρακτήρες, ώστε να περιγράψουν το πως βιώνουν αυτή την αλλαγή.

Ο Γιάννης Πετρόπουλος σε μια σκηνή από το έργο

Πιστεύεις ότι οι ήρωες μιλούν με αποσπασματα από ταινίες γιατί δεν μπορούν να εκφράσουν τα αισθήματα τους;

H απαγγελία λόγων που δε μας ανήκουν, δίνει την ασφάλεια της αποστασιοποίησης. Πίσω από τη μάσκα ενός ρόλου, μπορούμε να πούμε τα πάντα χωρίς να κριθούμε, εμείς ή τα κίνητρά μας. Κι αν κάτι αποδειχτεί επικίνδυνο, αποποιούμαστε την όποια σύνδεση με ένα «τάδε έφη». Από την άλλη, κανείς δε θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα όσα αυτοί οι δυο άνθρωποι αισθάνονται, έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει σε αυτό το περιβάλλον, από έναν άνθρωπο που έζησε κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Οι ατάκες που επαναλαμβάνουν οι ήρωές μας, μπορεί να τους δίνουν μια ασφάλεια, αλλά είναι προσεκτικά επιλεγμένες ώστε να εκφράζουν με ακρίβεια αυτά που θέλουν να πουν

Ο Tαρκόφσκι ήταν και αντιφρονούντας και συνδεδεμένος με την παράδοση της χώρας του. Πως το δείχνεις αυτό στο έργο;

Αυτή η πλευρά του Ταρκόφσκι εκφράζεται μέσα από το χαρακτήρα του άνδρα.  Τον βλέπουμε να σιχαίνεται τον εαυτό του για τη συμμετοχή του στο καθεστώς, ενώ παράλληλα εκφράζει τον σεβασμό και την αγάπη του προς τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη σε υπερβολικό βαθμό, θα λέγαμε, αφού γνωρίζει τις ταινίες τόσο καλά ώστε να μιλά με ατάκες από αυτές, να ξέρει τις ακριβείς χρονολογίες και ακόμα να αναφέρει λεπτομέρειες από τα γυρίσματα. Κι ο λόγος είναι ότι κι ο ίδιος, όπως κι ο Ταρκόφσκι, αγαπά τη χώρα του και το Θεό, αλλά μισεί το καθεστώς. Απλώς δεν ήταν αρκετά γενναίος για να το εκφράσει. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από τις ταινίες του εν λόγω σκηνοθέτη, βρήκε την αλήθεια. Την ταύτιση. Αισθάνθηκε ότι υπάρχει κάποιος που τον καταλαβαίνει. Που ξέρει πως νοιώθει. Ο Ταρκόφσκι είναι το παιδί που ο πατέρας του εγκατέλειψε στον «Καθρέπτη». Ο ποιητής μακριά από την πατρίδα στη «Νοσταλγία». Ο Κρις που αν και στο διάστημα, μας κρατούσε στη γη, στο «Σολάρις». Ο Ταρκόφσκι βρίσκεται παντού στις ταινίες του. Ο κάθε χαρακτήρας κουβαλάει κάτι από εκείνον. Έτσι κι ο ήρωας αυτού του έργου έχει κάτι από τον Ταρκόφσκι μέσα του.

Η παράσταση αναφέρεται στο “Σολαρις” και τον Ντονάτας Μπανιόνις

Στο έργο ακούγεται ότι ο Μεσαίωνας είναι όχι μόνο μια πιο θρησκευτική περίοδος, αλλά και πιο ποιητική, αν κρίνουμε από το quote που χρησιμοποιείς από τον ” Τι έχει χάσει ο σημερινός άνθρωπος απομακρυνόμενος από μια θρησκευτικοτητα;

Η χρήση του συγκεκριμένου μονολόγου από  το «Στάλκερ», είχε περισσότερο μια διάσταση εξιδανίκευσης του παλαιού από έναν άνθρωπο με κενό παρόν, παρά έναν θεολογικό προβληματισμό από μέρους μου. Δεν είμαι κατάλληλη να κρίνω κάτι τέτοιο και ό,τι και να έλεγα δε θα ήταν παρά μια ασαφής υποκειμενική άποψη πάνω στο θέμα. Άλλωστε, για να εκφράσει κάποιος μια θέση πάνω στο ζήτημα, πρέπει να έχει ζήσει και τις δυο περιόδους ώστε να συγκρίνει το τότε με το τώρα. Αλλά δε νομίζω ότι αυτό είναι εφικτό.

Η σχέση των δύο ηρώων βρίσκεται στο όριο εξουσίας και κρυμένων ερωτικών αισθηματων. Τι δρόμοι ανοίγονται μπροστά τους;

Αν μου κάνατε αυτή την ερώτηση πριν από 4-5 χρόνια, όταν πρωτοέγραψα αυτό το έργο, θα συμφωνούσα και ίσως να έκανα μια νύξη για το πολυπόθητο happy end. Αν με ρωτούσατε πριν από 3 χρόνια, αφότου έχασα την φίλη και πρωταγωνίστριά μου από καρκίνο, θα σας έλεγα για μια σκηνή αντί επιλόγου, οπού η κοπέλα είχε πεθάνει κι ο άνδρας εμφανίζεται μόνος στη σκηνή να αναπολεί. Μια σκηνή που σκέφτηκα, μα δεν έγραψα ποτέ. Αν ερωτώμουν πριν ένα χρόνο, θα έδινα πάλι ένα πολλά υποσχόμενο ανοικτό τέλος. Τώρα, όμως, το έργο πήρε σάρκα και οστά για πρώτη φορά. Αυτά που οι ηθοποιοί καλούνται να δώσουν. Και ο κάθε ηθοποιός βάζει κάτι διαφορετικό στο ρόλο του. Δε δίνει μόνο το σώμα του, αλλά και κάτι από την ψυχή του και τον δικό του μοναδικό χαρακτήρα. Και αν ο σκηνοθέτης-συγγραφέας έχει τα μάτια ανοικτά, θα δει ένα καινούργιο έργο να ξετυλίγεται μπροστά του, με άλλες διαστάσεις.

Η πρώτη μου ηθοποιός έβγαζε τρυφερότητα. Η δεύτερη θελκτικότητα. Και οι δυο ιδανικές ηρωίδες για μια ρομαντική ιστορία. Η τρίτη και τελευταία, όμως, έχει κάτι το διαφορετικό. Κάτι από τους ψυχρούς αλλά εκρηκτικούς ήρωες του M.Haneke. Αυτή κάνει όνειρα, αλλά δεν ερωτεύεται. Αυτή δε μένει από έλξη, αλλά από αφοσίωση. Και για να είμαι ειλικρινής, η ίδια καλλιέργησα αυτή την αποστασιοποίηση, λόγω του νεαρού της ηλικίας της τελικής μου πρωταγωνίστριας. Κι έτσι, ξαναέγραψα το έργο με νέα δεδομένα, αλλάζοντας κάποιες σκηνές από το πρωτότυπο. Θα απαντήσω λοιπόν, ότι, πλέον, το όριο βρίσκεται μεταξύ της εξουσίας, της ανθρώπινης, πλατωνικής αγάπης, της αφοσίωσης, αλλά και της συνήθειας. Συνεπώς το μέλλον είναι εντελώς ανοικτό και απρόβλεπτο, όπως στην πραγματική ζωή.

Γιάννης Πετρόπουλος και Μαριάννα Βασιλάκη

Μίλησε μας για την σκηνοθετική γραμμή που χρησιμοποιείς για το έργο

Σε ότι αφορά την αισθητική προσέγγιση, έχει γίνει προσπάθεια μεταφοράς της ατμόσφαιρας των ταινιών του Ταρκόφσκι, όσο και μιας κινηματογραφικής αίθουσας επί σκηνής. Αυτό επιτυγχάνεται αφ’ ενός μέσω του φωτισμού και αφ’ εταίρου με την εκμετάλλευσης ολόκληρης της θεατρικής σκηνής.

Εδώ τα φώτα οροθετούν την σκηνή, καθώς οι τοίχοι φαίνονται ξεκάθαρα, ενώ ταυτόχρονα την επεκτείνουν προς τα πίσω, δημιουργώντας έτσι το κινηματογραφικό βάθος πεδίου. Δημιουργείται με αυτό τον τρόπο, μια αντίφαση, καθώς ο από την μία ο ορατός χώρος μεγαλώνει, αλλά από την άλλη δίνει μια αίσθηση κλειστοφοβική, λόγω της προαναφερθείσας απτότητας των ορίων.

Επιπλέον προκειμένου να επιτευχθεί μία περισσότερο κινηματογραφική παρά θεατρική αίσθηση, αν και η ηθοποιός έχει σημείο έχει σημείο εισόδου-εξόδου, αυτό δεν βρίσκεται στην πλευρά των θεατών, όπως συνηθίζεται πλέον. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάδραση με το κοινό. Η θεατρική δράση περιορίζεται στα πλαίσια της σκηνής . Έτσι η μπούκα ξαφνικά παραπέμπει σε κινηματογραφική οθόνη, φέρνοντας μας ένα βήμα πιο κοντά στην έβδομη τέχνη.

Η Μαριάννα Βασιλάκη σε μια σκηνή του έργου

Ευφροσύνη σου ευχόμαστε καλή επιτυχία στο πρώτο σου έργο

Σας ευχαριστώ

Οι παραστάσεις είναι στις 18:00 στις 29 και 30 Δεκεμβρίου με ελεύθερη συνεισφορά

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_column_text]Ένα μονόπρακτο εμπνευσμένο από το κινηματογραφικό έργο

του Σταμάτη Μαμούτου

Είναι γεγονός πως ο Δανός Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (1805-1875) αποτέλεσε έναν από τους κορυφαίους συγγραφείς παραμυθιών. Όντας δημιουργός που διέθετε την ανεξάντλητη φαντασία ενός αιώνιου παιδιού, προσανατόλισε την λογοτεχνική του καλλιέργεια βασιζόμενος στην αγάπη για τους λαϊκούς θρύλους της χώρας του και στην βαθειά γνώση των Γερμανών ρομαντικών, από τον Νοβάλις ως τον Χόφμαν. Από το 1835, όταν και δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή παραμυθιών με τον τίτλο Παραμύθια και ιστορίες, μέχρι και το 1872, ο Άντερσεν, σχεδόν κάθε χρόνο, παρουσίαζε στο αναγνωστικό κοινό κι από ένα καινούργιο βιβλίο παραμυθιών. Το αποτέλεσμα ήταν να αναγνωριστεί ως μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του ύστερου Ρομαντισμού.

Κάποια από τα πιο γνωστά του παραμύθια είναι Οι έντεκα κύκνοι, Το ασχημόπαπο, Το μολυβένιο στρατιωτάκι, Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι και Τα καινούργια ρούχα του Αυτοκράτορα. Ωστόσο, εκείνο με το οποίο θα καταπιαστούμε σε αυτό το άρθρο είναι Η Βασίλισσα του χιονιού. Και τούτο, γιατί το συγκεκριμένο παραμύθι βασίζεται σε έναν έξοχο συμβολισμό, που αναδεικνύει την ρομαντική αντίθεση στην κυριαρχία του ορθού Λόγου ως πνευματικού θεμέλιου της νεωτερικότητας.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν: μεγάλος παραμυθάς και εκπρόσωπος του Ρομαντισμού

Αν θελήσει κανείς να ερευνήσει τη φύση της αντίθεσης ανάμεσα στον Διαφωτισμό και τον Ρομαντισμό, είθισται να τοποθετεί στο επίκεντρο της προσοχής του την αντιπαράθεση του εργαλειακού ορθολογισμού (που εδράζεται στην φιλοσοφική σκέψη του Διαφωτισμού) και της φαντασίας (που αναδύεται από την παράδοση του Ρομαντισμού). Στα πλαίσια του ρομαντικού στοχασμού η κριτική προς τον ορθολογιστικό κόσμο της νεωτερικότητας συνδέθηκε με την ανάδειξη της φαντασίας σε ύψιστη ανθρώπινη δύναμη αντίληψης και νοηματοδότησης των πραγμάτων. Ωστόσο, στο αξιακό σύνολο του ρομαντικού πεδίου, δίπλα στην φαντασία, στάθηκαν κι άλλα στοιχεία με θεμελιώδη σημασία, όπως το συναίσθημα, η εθνική ταυτότητα, το απόμακρο, το νοσταλγικό και το ονειρώδες.

Στην περίπτωση της Βασίλισσας του χιονιού, η φαντασία του Άντερσεν έπλασε ένα από τα πιο όμορφα παραμύθια που γράφτηκαν ποτέ. Στολισμένος με το πέπλο της φαντασίας, ο πυρήνας της ρομαντικής κριτικής κατά του ορθολογισμού, η οποία αναπτύσσεται στο παραμύθι, πηγάζει από το συναισθηματικό στοιχείο. Την αγνότητα και την ένταση των συναισθημάτων προτείνει ο Άντερσεν ως αντίδοτα στο απονευρωτικό δηλητήριο του ψυχρού ορθολογισμού. Ως τελικός του στόχος προβάλλει η κατάκτηση της «αέναης παιδικότητας». Η πρόκριση, δηλαδή, της συναισθηματικής πληρότητας και διαύγειας του παιδικού ψυχισμού, ως απεγνωσμένη (ενδεχομένως και μάταιη, αλλά σίγουρα όμορφη) αντίσταση στην φθορά του χρόνου, που «βαραίνει» τον άνθρωπο, κάνοντάς τον όλο και πιο «υλικό», όλο και πιο ευάλωτο στις παγίδες του ορθολογισμού και του νεωτερικού τρόπου ζωής. Ας δούμε, όμως, με ποιον τρόπο το κάνει ο Δανός λογοτέχνης.

Η υπόθεση του παραμυθιού έχει ως εξής. Ένας κακός καλικάντζαρος έφτιαξε έναν μαγικό καθρέφτη που, ό,τι καλό και όμορφο καθρεφτιζόταν επάνω του το μίκραινε τόσο ώστε μόλις και φαινόταν, ενώ το κακό και το άσχημο το έδειχνε ακόμη πιο μεγάλο και αποκρουστικό. Η επιτυχία του καθρέφτη έκανε τους καλικάντζαρους να ξεθαρρέψουν και να πετάξουν κρατώντας τον στον ουρανό για να κοροϊδέψουν τους αγγέλους. Επειδή, όμως, πέταξαν πολύ ψηλά, ο καθρέφτης τους γλίστρησε κι έπεσε στη γη. Το αποτέλεσμα ήταν να κομματιαστεί σε δισεκατομμύρια θρύψαλα. Από τότε τα πράγματα χειροτέρεψαν στη γη γιατί τα κομμάτια, που είχαν την δύναμη του καθρέφτη, έμπαιναν στα μάτια ανθρώπων κι αυτοί έβλεπαν τα πράγματα παραμορφωμένα. Σε άλλων ανθρώπων τα θρύψαλα μπήκαν στην καρδιά και τους την πάγωσαν. Υπήρχαν, επίσης, πολλά θρύψαλα που συνέχισαν να αιωρούνται.

Ο καθρέπτης της λογικής που κουβαλούν οι καλλικάτζαροι

Εκείνη την εποχή, σε μια γειτονιά με ανθισμένους κήπους, μεγάλωναν μαζί ένα αγοράκι (ο Κέυ) και ένα κοριτσάκι (η Γκέρντα), που αγαπιούνταν σαν αδέρφια. «Τα δυο παιδάκια κρατιούνταν απ’ το χέρι, φιλούσαν τα τριαντάφυλλα, κοίταζαν το ολοκάθαρο φως του ήλιου του Θεού και του μιλούσαν σαν να ήταν εκεί ο μικρός Χριστούλης». Μια μέρα, εκεί που κάθονταν τα δυο παιδάκια, έφτασαν τα αιωρούμενα κομμάτια του απαίσιου καθρέφτη και, δυστυχώς, δυο απ’ τα κομμάτια κατέληξαν στον μικρό Κέυ. Το ένα μπήκε στο μάτι και το άλλο στάθηκε στην καρδιά του. Από τότε άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά. Ξερίζωνε τα τριαντάφυλλα, βαριόταν τα παραμύθια και ειρωνευόταν τους ανθρώπους. Ο κόσμος άρχισε να τον επαινεί για την εξυπνάδα του κι ο ίδιος άλλαξε συνήθειες και παιχνίδια. Τελικά έφυγε από την μικρή του γειτονιά και εγκατέλειψε την Γκέρντα. Όμως, καθώς είχε πάει να παίξει στη μεγάλη πλατεία, ένα μεγάλο έλκηθρο τον πήρε και τον ταξίδεψε στην άκρη του κόσμου. Εκείνος δοκίμασε να φωνάξει ή να πει το «Πάτερ Ημών», ζητώντας βοήθεια από τον Θεό, αλλά το είχε ξεχάσει. Το μόνο που θυμόταν ήταν η προπαίδεια!

Η Γκέρντα και ο Κέυ όπως εμφανίζονται στο Ρωσσικό τσίρκο στον πάγο

Τελικά, αυτή που τον είχε απαγάγει ήταν η «Βασίλισσα του χιονιού». Όταν η βασίλισσα του έδωσε δυο φιλιά, ο Κέυ ξέχασε οριστικά την μικρή Γκέρντα κι όλους τους δικούς του. «Την κοίταξε. Ήταν πανέμορφη, δεν μπορούσε να φανταστεί άλλο πρόσωπο που ν’ ακτινοβολεί τόση εξυπνάδα και γοητεία. Δεν του φαινόταν πια σαν να ήταν από πάγο…Την έβλεπε τέλεια». Έπειτα, η βασίλισσα του χιονιού τον πήρε και πέταξαν στον ουρανό.

Η Βασίλισσα του Χιονιού απαγάγει τον Καίη

Σε αυτό το σημείο, θα κάνουμε μια παύση της σύντομης εξιστόρησης του παραμυθιού για να ξεκινήσουμε την ερμηνεία του. Όπως γίνεται σαφές σε κάθε αναγνώστη που έχει αντιληφθεί το γενικότερο πνεύμα του Ρομαντισμού, η Βασίλισσα του χιονιού βρίθει συμβολισμών. Η ίδια η «Βασίλισσα» είναι η Λογική, η δύναμη του Ορθού Λόγου. Ψυχρή, γοητευτική, ακτινοβολώντας εξυπνάδα και ταξιδεύοντας τους ανθρώπους στους ουρανούς, απαγάγει τον μικρό Κέυ και τον αποκόπτει από το περιβάλλον του. Ωστόσο, για να μπορέσει να γοητεύσει τον μικρό, είχε προηγηθεί η προσβολή του από τα θρύψαλα του καθρέφτη των καλικάτζαρων. Ο καθρέφτης είναι το όπλο του Κακού. Παραμορφώνει τον κόσμο και κρύβει από τα μάτια των ανθρώπων το Αγαθό. Είναι το μέσο της διαβολής που πηγάζει από τις δυνάμεις του κακού και αιωρείται στη γη, προσβάλλοντας τις ανθρώπινες ψυχές. Η ψυχρή Λογική, δηλαδή, βασίζει την επικράτησή της επί της αυθορμησίας και της αγνής παιδικότητας του ανθρώπινου ψυχισμού, στην φθοροποιό επίδραση του κακού (που λαμβάνει χώρα μέσω των κομματιών του καθρέφτη).

Η Βασίλισσα του Χιονιού εκπροσωπεί την ψυχρή Λογική που μισούν οι Ρομαντικοί

Είναι σαφές ότι στη σκέψη του Άντερσεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα κύρια στοιχεία ενός παραδοσιακού ιδεαλισμού με αρχαιοελληνικές αλλά και χριστιανικές καταβολές, σύμφωνα με τον οποίο ο κόσμος της υλικής εμπειρίας είναι φθαρτός ενώ σε ένα πεδίο βαθύτερο και πέρα από αυτόν υπάρχει ένας πυρήνας κάποιου αρχετυπικού καλού. Η ανθρώπινη ψυχή στην παιδική της κατάσταση μπορεί να διατηρεί κάτι από αυτή την αρχετυπική καλοσύνη. Ωστόσο, η φθορά και το κακό που διαποτίζουν τον κόσμο της καθημερινότητας μπορούν να αποχυμώσουν αυτό τον παιδικό ψυχισμό. Σημαντικό στοιχείο όσον αφορά την φιλοσοφική και πολιτική σκέψη του Άντερσεν είναι το γεγονός ότι ως εργαλείο των φθοροποιών δυνάμεων του κακού παρουσιάζει την εργαλειακή λογική. Το νοητικό θεμέλιο, δηλαδή, του κόσμου της νεωτερικής εποχής, που έχει τις καταβολές του στην σκέψη του Διαφωτισμού. Συμπεραίνουμε, δηλαδή, ότι οι αντιλήψεις του Διαφωτισμού, που επικράτησαν κατά την εποχή της νεωτερικότητας, αποπροσανατολίζουν πνευματικά τον άνθρωπο από το πεδίο της αρχετυπικής καλοσύνης.    

Ο μικρός Κέυ προσβάλλεται από την μαγεία του διαβολικού καθρέφτη, τουτέστιν από το πνεύμα του κακού, και αρχίζει να συμπεριφέρεται ως έξυπνος. Όπως διευκρινίζει ο Άντερσεν, «ο κόσμος άρχισε να τον επαινεί για την εξυπνάδα του», πράγμα που υποδηλώνει ότι ο Δανός παραμυθάς υιοθετούσε την συντηρητικά ιδεαλιστική θέση ότι η επικρατούσα τάση συμπεριφορών στον υλικό κόσμο είναι σαθρή. Στον κόσμο αυτόν επαινείται η εξυπνάδα, η σκληρότητα και η Λογική. Όχι η αγνότητα, η φαντασία και ο τρυφερός παιδικός αυθορμητισμός.

Ο Καίη παίζει στο παλατι της Βασίλισσας του Χιονιού

Η μεταστροφή του Κέυ προς το πρότυπο του «έξυπνου» μικρού αποτελεί την αρχική φάση μιας πλήρους αλλαγής. Είναι το υπόβαθρο στο οποίο θα γονιμοποιηθεί η εξουσία της «Βασίλισσας του χιονιού». Όταν ο μικρός την συναντά, δέχεται έναν ψυχικό κεραυνοβολισμό. Πρόκειται για μια συμβολική αναπαράσταση του δέους που καταλαμβάνει όσους κάνουν τα πρώτα βήματα στην ιχνηλασία της σοφίας, προκειμένου να κατακτήσουν γνώση. Κάτω από τα πόδια τους, ανοίγεται μια άβυσσος. Χάνουν τον κόσμο που γνώριζαν (τον κόσμο της παράδοσης, του αγνού αυθορμητισμού) και μεταφέρονται σε μια νέα διάσταση (την διάσταση του επιστημονικού λογισμού).

Ο συναισθηματικός κλονισμός επηρεάζει τον μικρό Κέυ. Τον κάνει να φοβηθεί. Ωστόσο, εκείνη την ύστατη στιγμή που το κυνήγι της γνώσης και η νέα εμπειρία θα πρέπει να συνοδεύονται από πλούσιο ηθικό και συναισθηματικό υπόβαθρο προκειμένου να γονιμοποιηθούν δημιουργικά, που θα πρέπει δηλαδή να συνοδεύονται από τις πνευματικές δυνάμεις του Θεού, τα ένθεα στοιχεία Του έχουν αποστραγγιστεί μέσα από τον μικρό Κέυ. Το αποτέλεσμα είναι να μη θυμάται το «Πάτερ Ημών». Να μην διαθέτει, δηλαδή, κανέναν τρόπο για να απευθυνθεί σε Αυτόν. Ο ορθός Λόγος, πλέον, μπορεί να εισδύσει με ασφάλεια στον προετοιμασμένο νου του και να τον κάνει υπήκοο του ψυχρού του βασιλείου. Πράγμα που τελικά συμβαίνει, όταν η «Βασίλισσα» του δίνει δυο φιλιά. Έκτοτε, ο ψυχρός επιστημονικός λογισμός αυτονομείται ολοσχερώς, διαλύει την εσωτερική ισορροπία και υποτάσσει την πνευματικότητα του αγοριού.

Ας δούμε όμως πως εξελίσσεται η υπόθεση του παραμυθιού για να καταφέρουμε να εξάγουμε τα τελικά μας συμπεράσματα. Η μικρή Γκέρντα ξεκίνησε να βρει τον Κέυ. Διέσχισε έναν μαγικό ποταμό, έμεινε στο φιλόξενο σπίτι μιας γριάς μάγισσας, εισήλθε μαζί με δυο κοράκια στον πύργο της πριγκίπισσας ενός μαγικού βασιλείου, αιχμαλωτίστηκε από ληστές, απελευθερώθηκε για να καταλήξει στη Λαπωνία, όπου μια Φινλανδή μάγισσα την ενίσχυσε με ένα ξόρκι και της είπε τι είχε συμβεί στον Κέυ. Ο τάρανδος που μετέφερε την Γκέρντα ρώτησε την Φινλανδή αν είχε κάποιο ξόρκι για να λυτρώσει τον Κέυ, όμως εκείνη του απάντησε πως η μόνη δύναμη που μπορούσε να το πετύχει αυτό ήταν η δύναμη της καρδιάς της Γκέρντα. Η δύναμη ενός αθώου γλυκού παιδιού. Τελικά η Γκέρντα ξεκίνησε για το παλάτι της «Βασίλισσας του χιονιού» αλλά δέχτηκε επίθεση από μια ορδή νιφάδων χιονιού, που υπηρετούσαν την κυρία τους. Ζήτησε, όμως, την βοήθεια του Θεού και μια λεγεώνα αγγέλων με πανοπλίες και δόρατα ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα και πολέμησε τις νιφάδες.

Η Γκέρντα πάνω στον τάρανδο

Εν τω μεταξύ, στο παγωμένο παλάτι της Βασίλισσας, ο Κέυ έπιανε λεία κομμάτια πάγου και μετά τα τοποθετούσε με διάφορους τρόπους φτιάχνοντας «κάθε λογής σχήματα, παίζοντας το παγερό παιχνίδι της λογικής. Και του φαινόταν πως αυτά τα σχήματα ήταν αξιόλογα, για να μην πούμε και πολύ σπουδαία! Βλέπετε, του είχε μπει εκείνο το κομματάκι γυαλί μέσα στο μάτι! Πάλευε λοιπόν με τα σχήματα που έφτιαχναν κάθε φορά κι από μια λέξη, αλλά ποτέ δεν κατάφερνε να φτιάξει εκείνη ακριβώς την λέξη που ήθελε, την λέξη Αιωνιότητα. Κοίταζε τα κομμάτια του πάγου, σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν…κι ήταν ακίνητος, τόσο ακίνητος που έλεγες πως είχε πεθάνει από το κρύο». Εκείνη την ώρα, η Γκέρντα μπήκε στον πύργο, αγκάλιασε σφιχτά τον Κέυ κι έκλαψε με καυτά δάκρυα. Τα δάκρυα κύλησαν στο στήθος του αγοριού και έφτασαν στην καρδιά του, έλιωσαν τον πάγο και παρέσυραν το γυαλί που ήταν καρφωμένο εκεί. Κι έκλαψε και ο Κέυ κι έφυγε το γυαλάκι από το μάτι του. Και όταν σφιχταγκαλιάστηκαν, ήταν τόσο μεγάλη η ευτυχία τους, που οι πλάκες γύρω τους σχημάτισαν την λέξη Αιωνιότητα.

Η Γκέρντα συναντά την Φιλανδή μάγισσα

Και γύρισαν πίσω στην πόλη και στην γειτονιά τους. Τότε αντιλήφθηκαν πως είχαν γίνει μεγάλοι. Κάθισαν στα παιδικά τους σκαμνάκια και ξέχασαν όσα πέρασαν στον άδειο πύργο της Βασίλισσας του χιονιού σα να ήταν όνειρο. «Κάθονταν εκεί, κι οι δυο μαζί, μεγάλοι και παιδιά συνάμα, παιδιά στην καρδιά. Κι ήταν καλοκαίρι, ζεστό κι ευλογημένο καλοκαίρι».

Όπως γίνεται σαφές η συνέχεια του υπέροχου αυτού παραμυθιού μας βοηθά να αποκρυπτογραφήσουμε με ασφάλεια τα συμβολικά του νοήματα. Ο Κέυ βρίσκεται κλεισμένος στον παγωμένο πύργο της Λογικής και παίζει το παγερό της παιχνίδι. Έχουμε, για αρχή, μια επαναφορά από τον Άντερσεν της συνηθισμένης αφήγησης στους λαϊκούς θρύλους των ευρωπαϊκών εθνών, που θέλει το χιονισμένο και αφιλόξενα χειμωνιάτικο τοπίο να αντιστοιχεί σε εποχές ή τόπους όπου επικρατεί το κακό. Ο μικρός χρησιμοποιεί τα λογικά εργαλεία, τα οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει ως λεία κομμάτια πάγου, και δημιουργεί σχήματα που φαίνονται αξιόλογα. Ωστόσο, όσο κι αν προσπαθεί, δεν καταφέρνει με τα εργαλεία της Λογικής να δημιουργήσει την λέξη Αιωνιότητα.

O ι χιονοστιβάδες αποδεικνύονται ότι δουλεύουν για την Βασίλισσα του Χιονιού

Πρόκειται για μια σαφή αναφορά του Άντερσεν στην ανικανότητα της Λογικής και της επιστημονικής σκέψης να απαντήσει στα αιώνια ερωτήματα και να προσεγγίσει το Απόλυτο. Όπως και στην σκέψη κάθε ρομαντικού, έτσι και σε εκείνη του κορυφαίου Δανού λογοτέχνη, η λογική αποτελεί μια ανθρώπινη δυνατότητα που είναι χρήσιμη για την ρύθμιση των επί μέρους θεμάτων της καθημερινότητας. Ωστόσο, της είναι αδύνατο να υπερβεί την καθημερινή εμπειρία για συλλάβει τις αρχετυπικές Ιδέες και την απολυτότητα του Αγαθού. Το Αγαθό μπορεί να εκφραστεί μοναχά μέσω της συναισθηματικής πλήρωσης και της ηθικής διαύγειας. Έτσι, όταν τα δυο παιδιά δακρυσμένα και συγκινημένα αγκαλιάζονται, η επέλαση της συναισθηματικής πλημμυρίδας θραύει το κέλυφος της Λογικής και η απόσταση ανάμεσα στο υλικό περιβάλλον και την Αιωνιότητα εκμηδενίζεται. Το αποτέλεσμα είναι οι πλάκες του πάγου, που χρησιμοποιούσε με λογικές μεθόδους προηγουμένως ο Κέυ για να φτιάξει τα σχήματά του, να μετακινηθούν από μόνες τους και να σχηματίσουν την λέξη Αιωνιότητα. Μια Αιωνιότητα που κερδήθηκε με την αγάπη και όχι με την ψυχρή λογική.

Οι Άγγελοι με τις ασπίδες και τα δόρατα προστατεύουν την Γκέρντα

Το εξαιρετικό αυτό παραμύθι, όπως προαναφέρθηκε, εκφράζει συμβολικά την συνολική τοποθέτηση της ρομαντικής κοσμοθέασης απέναντι στην κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά την εποχή της νεωτερικότητας, με την κυριαρχία του ορθολογισμού ως ριζικού στοιχείου δόμησης της συνείδησης του νεωτερικού ανθρώπου. Την επανάσταση, δηλαδή, των «αριστοκρατών της αισθητικής» που θεώρησαν ότι η Ουσία της ανθρώπινης πνευματικότητας βρίσκεται στην αγνότητα, στην συναισθηματική πληρότητα, στην φαντασία και στην ηθική καθαρότητα, αντιμαχόμενοι την πρωτοκαθεδρία της λογικής.

Το τέλος του παραμυθιού είναι πραγματικά συγκινητικό. Η εικόνα των δυο παιδιών, που μέσα από τις περιπέτειές τους χάνουν την αίσθηση του χρόνου και γυρίζουν στα σπίτια τους ενηλικιωμένα όπου και βρίσκουν στο μέρος που άφησαν τα παιδικά τους καρεκλάκια ανέπαφα, είναι αδιαμφισβήτητα συγκλονιστική!

Η Γκερντα συναντά τον καίη ενώ εκείνος προσπαθεί να γράψει την λέξη Αιωνιότητα

α) Η μνήμη (που ενεργοποιείται μέσω της εικόνας των παιδικών καρεκλών, η οποία εικόνα οδηγεί σε μια νοερή αναδρομή στα περασμένα και στον χρόνο που πέρασε  μέχρι τα δυο παιδιά να επιστρέψουν), β) η εκχύλιση συναισθημάτων (η οποία πηγάζει από την θέα των παιδικών καρεκλών και των όσων αυτές συμβολίζουν, μικρότητα/αθωότητα/παιδικότητα), γ) η συνειδητοποίηση της ανθρώπινης μοίρας (που συνδέεται με την αντίληψη της παρόδου του χρόνου, την απώλεια της παιδικότητας και τη «ροπή προς τον κόσμο της ύλης» στον οποίο «βυθίζει» τον άνθρωπο η ενηλικίωση), δ) η ανακουφιστική αίσθηση της επιστροφής (που συνοδεύει κάθε περιπετειώδη διάθεση του ανθρώπινου ψυχισμού και προϊδεάζει για τη θετική έκβασή της) και ε) η κάθαρση της νίκης (η οποία αποτελεί το τελικό κεκτημένο των δυο πρωταγωνιστών που, ξεπερνώντας μέσω της αγάπης τους πειρασμούς του πεπερασμένου κόσμου της λογικής, κατάφεραν να ανυψωθούν σε ανώτερα ηθικά επίπεδα, κερδίζοντας μια θέση στο βασίλειο της αιώνιας παιδικότητας) συμπλέκονται και γίνονται ένα πολυεπίπεδο συναισθηματικό και γνωστικό κεκτημένο, που συγκλονίζει τον αναγνώστη στην τελευταία αυτή σκηνή του παραμυθιού.

Η Γκέρντα και ο Καίη ως ενήλικοι στα παιδικά τους καρεκλάκια

Ο Ανίκητος Ήλιος, ως γλυκός άρχων ενός ευλογημένου βασιλείου, δεν θα μπορούσε παρά να αγκαλιάσει με τις χρυσές του ακτίνες την κατάκτηση του παντοτινού ζεστού καλοκαιριού της αέναης παιδικότητας.

Ο ήλιος ανατέλλει στο χωριό της Γκέρντα και του Καίη

Χ.Κ. Άντερσεν, «Η βασίλισσα του χιονιού», μετάφραση Γιάννης Ιωαννίδης,

 σελ. 15, εκδόσεις Ύψιλον, 1988.

2 Ο.π. σελίδα 22.
3 Ο.π σελίδα 73.
4 Ο.π σελίδα 79.

Το παρόν κείμενο χρησιμοποιήθηκε στο συνοδευτικό boοklet
της παράστασης Καλλιτεχνικού Πατινάζ & Ακροβατικών στον πάγο
“Russian Circus on Ice Η Βασίλισσα του Χιονιού”, που παρουσιάζεται στο

Γήπεδο Tae Kwon Do, στο Φάληρο, από την 17η έως την 23η Δεκεμβρίου.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Σταμάτη Μαμούτου"][vc_empty_space][vc_column_text]Είναι γεγονός πως ο

του Γεώργιου Πισσαλίδη

Ήρθαν ξανά τα Χριστούγεννα και τα κανάλια πάλι θα παίξουν καμμια άσχετη ταινία θεωρώντας ότι έτσι τιμούν τα Χριστούγεννα. Ενώ το σημερινό Χόλλυγουντ στον βωμό της εκκοσμίκευσης και του δικαιωματισμού, έχει σταματήσει τα τελευταία χρόνια να κάνει αντίστοιχες ταινίες.  Εμείς θα σας προτείνουμε να αναζήτήσετε την απόλυτη Χριστουγεννιάτικη ταινία, την «Μια Υπέροχη Ζωή» (It’s A Wonderful Life), μια δραματική κομεντί του Φρανκ Κάπρα, που σήμερα θεωρείται τόσο αναγκαία για τα Χριστούγεννα σε όλον τον κόσμο, όσο η γαλοπούλα και οι χριστουγεννιάτικες μπάλες. 

Φρανκ Κάπρα: Ένας λαϊκιστής του Χόλλυγουντ

Πριν από τον πόλεμο, ο Φρανκ Κάπρα υπήρξε ο απόλυτος λαϊκιστής (populist) του Χόλλυγουντ με μια σειρά από αισιόδοξες πατριωτικές ταινίες, όπως «Ο Πρίγκηψ των Δολλαρίων (Mr Deeds Goes Town) και «Αμερική, Η Χώρα της Ελευθερίας» (Mr Smith Goes to Washington). Σε αυτές κεντρικοί ήρωες ήταν απλοί άνθρωποι (τους οποίους υποδυόταν συνήθως ο Γκάρυ Γκραντ και ο Τζέημς Στιούαρτ) που σήκωναν το ανάστημα τους και πολεμούσαν την απληστία και την διαφθορά της εξουσίας. Μάλιστα είχαν τόσο ταυτιστεί με το «New Deal» του Ρούζβελτ, που πολλοί θεωρούσαν ότι ήταν Δημοκρατικός. Όμως μια πρόσφατη βιογραφία του απεκάλυπτε ότι μισούσε τον Ρούζβελτ και ήταν Ρεπουμπλικάνος.

Ο Φρανκ Καπρα με τον Τζέημς Στιούαρτ στα γυρίσματα της “ΜΙας Υπέροχης Ζωής”

Όμως το 1946, ο Κάπρα, παρασημοφορημένος σκηνοθέτης πατριωτικών ντοκυμαντέρ στην διάρκεια του πολέμου, δεν μπορούσε να βρει παραγωγούς για την νέα ταινία του. Λεγόταν «Μια Υπέροχη Ζωή» και την φανταζόταν ως τον απόλυτο ύμνο για τον απλό άνθρωπο. Έτσι ίδρυσε μαζί με τον Γουίλιαμ Γουαίηλερ («Μις Μίνιβερ», «Μπεν Χουρ») το στούντιο «Liberty» και γύρισε την ταινία για την οποία σήμερα είναι διάσημος.

Στην “Μια Υπέροχη Ζωή” θα ξανασυνεργαζόταν με τον επίσης στρατευμένο (και όχι διασκεδαστή ) φίλο του Τζέημς Στιούαρτ στον ρόλο του Μπαίλυ, τον μεγάλο Λάιονελ Μπάρυμορ, με τον οποίο είχε συνεργασθεί στην τρελλή κωμωδία (screwball comedy) “Δεν θα τα πάρεις μαζί σου”, την Ντόνα Ρήντ και τους βετεράνους καρατερίστες Τόμας Μίτσελ και  Χένρυ Τράβερς.

Ο αλτρουίσμός του Τζωρτζ Μπαίηλυ

Σε αυτήν , ο Τζωρτζ Μπαίηλυ (Τζέημς Στιούαρτ) υπήρξε από παιδί αλτρουιστής και άνθρωπος της προσφοράς. Ο πατέρας του Τζωρτζ έχει μια εταιρεία «Οικοδομές και Δάνεια» που βοηθά τους κατοίκους της Μπράντφορντ Φολς να αποκτήσουν σπίτι χωρίς να αναγκάζονται να υποτάσσονται σε τοκογλύφους σαν τον Πότερ (Λάιονελ Μπάρυμορ).

Τζωρτζ Μπαίηλυ, ένα σύμβολο του αλτρουίσμού

Ο Πότερ έχει στα χέρια του όλη την μικρή κωμόπολη, εκτός από την εταιρία των Μπαίηλυ και τα σπίτια που κτίζουν οι πελάτες του. Όταν όμως ο πατέρας του Τζωρτζ πεθαίνει από εγκεφαλικό, ο Πότερ που έχει την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας, ζητά από το διοικητικό συμβούλιο να την κλείσουν επειδή για αυτόν είναι άχρηστη.

Τότε ο Μπαίηλυ αποφασίζει να υπερασπισθεί την δουλειά του πατέρα του και να σώσει τους καθημερινούς ανθρώπους της γενέτειρας του, από τα νύχια του Πότερ. Θυσιάζει (πιστεύει προσωρινά) τα όνειρα του για σπουδές και δίνει τα λεφτά που είχε μαζέψει στον αδελφό του Χάρυ για να σπουδάσει. Κάποια στιγμή ο Μπαιηλυ παντρεύεται την Μαίρη, που ήταν ερωτευμένη μαζί του από όταν ήταν παιδιά. Όμως την στιγμή που φεύγουν για ταξίδι του μέλιτος ανακαλύπτουν ότι οι πελάτες τους θέλουν να τραβήξουν μαζικά τις καταθέσεις τους, γιατί η τράπεζα του Πότερ απέσυρε όλα τα δάνεια. Τότε ο Τζωρτζ τους λέει ότι δεν μπορεί να τους δώσει όλα τα λεφτά γιατί τα λεφτά τους μπαίνουν στην υπηρεσία των συγχωριανών τους. Βάζει μάλιστα τα λεφτά του ταξιδιού του μέλιτος για να σώσει τους πελάτες.

Η «Μια Υπέροχη Ζωή» και η ηθική και οικονομική θεωρία του Διανεμισμού.

Στην πραγματικότητα, ο Πότερ είναι ο κλασσικός τύπος του Καλβινιστή, που απεχθάνονται Ορθόδοξοι, αλλά και Καθολικοί, όπως ο Ιταλικής καταγωγής Κάπρα, γιατί με τον άκρατο ατομικισμό του και την άποψη ότι οι φτωχοί αξίζουν αυτά που παθαίνουν σπάει την ενότητα της κοινότητας που μεταφορικά είναι το σώμα του Ιησού που ενώνει τους ανθρώπους ως Εκκλησία. 

Ο Λάιονελ Μπάρυμορ ως Πότερ, του άρπαγα που σπάει την ενότητα της κοινωνίας ως Εκκλησίας

Είναι επίσης ο κλασσικός ληστής των μονοπωλίων του καπιταλισμού, που ο θεωρητικός του διανεμισμού, Γκίλμπερτ Τσέστερτον έγραφε ότι «είναι εχθροί της ιδιοκτησίας γιατί δεν θέλουν την δικιά τους γη, αλλά των άλλων».

Ιλαίρ Μπέλοκ και Γκίλμπερτ Τσέστερτον. ΟΙ δύο θεωρητικοί της ηθικής και οικονομικής θεωρίας του Διανεμισμού

Ο διανεμισμός υπήρξε μια «τριτοδρομική» οικονομική θεωρία των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, που πίστευε ότι τόσο ο καπιταλισμός, όσο και ο κομμουνισμός είναι εξίσου μονοπωλιακοί και οδηγούν στην σκλαβιά (Ξεκαθάριζε όμως ότι αν Καπιταλισμός σήμαινε ότι κατείχες χρήμα , τότε όλοι και αυτός μαζί ήταν καπιταλιστής). Αντέτασσε δε ως λύση την διάδοση της κυριότητας των μέσων παραγωγής (γη, εργαλεία κ.λπ.) σε όσο γίνεται περισσότερα χέρια, ενώ όπως και ο Αριστοτέλης θεωρούσε την τοπική οικονομία και την μικρομεσαία επιχείρηση ως βάση μίας ευημερούσας οικονομίας. Οι διανεμιστές προσπάθησαν να συνδυάσουν κοινωνικό Καθολικισμό (τις κοινωνικές εγκυκλίους του Βατικανού), περσοναλισμό (θεολογία του προσώπου), παραδοσιακές αξίες και κοινοτισμό σε συνδυασμό με μεταρρυθμιστικά συνεταιριστικά κινήματα του 19ου αιώνα, όπως οι πιστωτικές ενώσεις, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις, τα στεγαστικά ταμιευτήρια και τα ταμεία αλληλασφάλισης.

Όλα αυτά έδιναν την δυνατότητα για οικογενειακή στέγη, δανεισμό χωρίς τοκογλυφία, ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων, ιδιοκτησία και παράκαμψη των μεσαζόντων. Πρόσφεραν έτσι πολύτιμη οικονομική αυτάρκεια σε εργαζόμενους και μικρούς ιδιοκτήτες (τόσο από Κράτος συμπεριλαμβανομένης της “Νιου Ντηλ” του Ρούζβελτ, όσο και κάθε είδους αφεντικά), βοηθώντας στο να μην καταλήξουν προλετάριοι, όπως τους ήθελε κομμουνισμός για να μαζεύει ψήφους.

Οι διανεμιστές προσπάθησαν να βάλουν στην πράξη τις κοινωνικές εγκυκλίους της Καθολικής Εκκλησίας

Έκτοτε ο Διανεμισμός επηρεάσε τους αντιμονοπωλιακούς νόμους σε ΗΠΑ και , την Χριστιανοδημοκρατία, τον Σουμάχερ και το “Το ΜΙκρό είναι Όμορφο” και την “Μεγάλη Κοινωνία” (Big Society) των Συντηρητικών.  

Στην “Μια Υπέροχη Ζωή” η εταιρία των Μπαίηλυ Buildings & Loan είναι σαν τις πιστωτικές ενώσεις και τα στεγαστικά ταμιευτήρια, που στήριζε ο διανεμισμός. Οι πρώτες ήταν, συνεταιριστικές τράπεζες, όπου οι πελάτες είναι και ιδιοκτήτες και τα λεφτά πάνε στο κοινό καλό. Μάλιστα η «Μια Υπέροχη Ζωή» δείχνει με τον καλύτερο τρόπο τον πόλεμο ανάμεσα σε τοκογλύφους τραπεζίτες και τους διανεμιστές που χρησιμοποιούν πιστωτικές ενώσεις ή σήμερα την μικροπίστωση του Μοχάμεντ Γιουνούς, του νομπελίστα «τραπεζίτη των φτωχών». 

Η εταιρεία του Μπάιηλυ είναι σαν τα στεγαστικά ταμιευτήρια που προωθούσε ο Διανεμισμός

Η κοινότητα ως σώμα του Ιησού

Εδώ να πούμε ότι η Ντόνα Ρηντ ως Μαίρη είναι το πρότυπο γυναίκας-συμμάχου ενός ιδεαλιστή άνδρα και η δύναμη πίσω από την επιτυχία του. Και αυτό, αν και την ζητούσαν ως νύφη οι πλούσιοι φίλοι του Τζωρτζ. Κάποια στιγμή βλέπουμε την γειτονιά όπου ο Μπαίηλυ κτίζει σπίτια για τη κοινότητα χωρίς να πολυνοιάζεται για μεγάλο κέρδος. Ένας Ιταλός, ο Μαρτίνι, μπαίνει στο καινούργιο σπίτι. Τότε ο Τζωρτζ και η Μαίρη προσφέρουν στο ζευγάρι των ιδιοκτητών άρτο, κρασί και αλάτι θυμίζοντας την Θεία Μετάληψη. Μάλιστα δίνουν το ψωμί (γήινη δύναμη) στην γυναίκα και το κρασί (πνευματικό σύμβολο) στον άνδρα. Εδώ βρίσκεται όλο το χριστιανικό νόημα της ταινίας και της ταύτισης κοινότητας και Εκκλησίας.

Ο Μπάιηλυ και η Μαίρη προσφέρουν στους πελάτες τους Άρτον, Οίνο και Άλας, σύμβολα της Θείας Κοινωνίας

Όταν από λάθος, ο αφηρημένος θείος του Τζωρτζ (ο πολυβραβευμένος Τόμας Μίτσελ) χάνει τα λεφτά της «Οικοδομές και Δάνεια», τα βρίσκει ο Πότερ, και αποφασίζει να ξεφορτωθεί μια για πάντα τον αλτρουιστή Μπαίηλυ. Ο Μπαίηλυ του ζητά δάνειο με ένα τρόπο που θυμίζει τους Έλληνες που οι τράπεζες κατάσχουν τα σπίτια τους. Φυσικά ο Πότερ του το αρνιέται και προτείνει στην αστυνομία να τον πιάσει ως απατεώνα. Τότε φοβούμενος το σκάνδαλο και την φυλακή, ο Τζώρτζ σκέφτεται να αυτοκτονήσει από την γέφυρα το ποταμού μέσα σε μια χιονοθύελλα. Τότε είναι που επεμβαίνει ο φύλακας-άγγελος και του δείχνει πως θα γινόταν το Μπρέντφορντ Φωλς αν δεν ζούσε.

Ο Μπάιηλυ αποφασίζει να αυτοκτονήσει αλλά σωζεται από ένα άγγελο- φύλακα

Το μονοπωλιακό «Κράτος Δούλων» (The Servile State), για το οποίο μιλούσαν οι διανεμιστές, έχει και όνομα: Ποτερούπολη. Εκεί κυριαρχούν η διαφθορά, η κακία των ανθρώπων και οι ενεχυροδανειστές. Έτσι η ταινία εκφράζει την περιφρόνηση του Κάπρα για την κυριαρχία του πλούτου και τις αξίες της πόλης, έναντι αυτών του χωριού. Mιά άποψη που μοιραζόταν με τους Agrarians των Νότιων Πολιτειών, τους αμερικανούς διανεμιστές που αντιτασσόταν στην “Νιου Ντηλ” του Ρούζβελτ, όπως και ο ίδιος. Η τελευταία σκηνή, όπου γυρίζει στο σπίτι του, αφού έχει σωθεί, είναι ένας ύμνος στο πνεύμα της κοινότητος , που του ανταποδίδει τον αλτρουϊσμό μιας ζωής.

Ο Τζωρτζ βλέπει το Πότερσβιλ, σύμβολο του μονοπωλιακού καπιταλισμού που θα συνέβαινε αν δεν ζούσε

Η “Μια Υπέροχη Ζωή” δεν ήταν εμπορική στην εποχή της, αλλά ήταν υποψήφια για 5 όσκαρς , συμπεριλαμβανομένης και του ¨Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Επίσης, τόσο ο Κάπρα, όσο και ο Τζέημς Στιούαρτ την θεωρούσαν ότι καλύτερο έκαναν στην καριέρα τους. Από το 1996 που δεν υπήρχαν πλέον δικαιώματα, οι τηλεοπτικοί σταθμοί  το παίζουν κατά κόρο. Κάποτε μάλιστα το έπαιζαν και τα ελληνικά κανάλια. ¨Ομως από την άλλην, η ταινία δεν γλύτωσε τον χρωματισμό κάτι που έκανε τον ηλικιωμένο Τζέημς Στιούαρτ να ξεκινήσει ολόκληρη εκστρατεία εναντίον του.

Η τελευταία σκηνή είναι ύμνος στο πνεύμα της κοινότητος.

Αξίζει λοιπόν να ανακαλύψετε (η να ξαναανακαλύψετε) μια κοινοτική-διανεμιστική ταινία που σε δύσκολους καιρούς, όπως οι σημερινοί, αντιτάσσει την αλληλεγγύη της κοινότητας και τις παραδοσιακές αξίες και που μας διδάσκει ότι «Το Μικρό είναι Όμορφο».

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Γεώργιου Πισσαλίδη"][vc_empty_space][vc_column_text]Ήρθαν ξανά τα Χριστούγεννα

Του Χρίστου Κεσκίνη

Heavy Metal icons MANOWAR have announced their final tour! Και όταν οι Βασιλιάδες καλούν, οι πιστοί υπήκοοι απλά ακολουθούν. Ήταν κάπου στις αρχές του χρόνου όταν αποφάσισα πως έπρεπε να πάω. Ακόμη και αν πήγαινα μόνος μου. Άλλωστε ‘No matter where I stand, I’m alone…’ όπως τραγουδάει και ο Eric Adams. Τελευταίο tour για την αγαπημένη μου μπάντα. Τελευταία ευκαιρία να τους  (ξανα)δω ζωντανά. Ένα τελευταίο κάλεσμα. Μία τελευταία μάχη…

Τα συναισθήματα πλημμύριζαν το μυαλό μου καθημερινά. Οι ManOwaR είναι πολλά περισσότερα από μία μπάντα. Είναι πολλά περισσότερα από την αγαπημένη μου μπάντα. Είναι, ακόμη-ακόμη, περισσότερα και από την καλύτερη μπάντα στην Γη. Οι ManOwaR είναι  Θρησκεία! Είναι αυτοί που δίνουν ζωή στους οπαδούς τους. Είναι αυτοί που γεμίζουν κάθε πτυχή της ζωή μας. Αν δεν είσαι οπαδός τους, (σε) λυπάμαι, δεν μπορείς να καταλάβεις!

Το μόνο θέμα ήταν ποια μάχη θα έπαιρνα μέρος; Η ευκολία των δικών μου ανθρώπων στην Στουτγάρδη και τα σχετικά φθηνά αεροπορικά (μια και τα έκλεισα στην ουσία 8 μήνες πριν) έκαναν εύκολη την απόφαση. Το γεγονός πως θα ήταν και κυριολεκτικά οι τελευταία συναυλία, έκανε ακόμη πιο έντονη την επιθυμία μου να παραβρίσκομαι εκεί. Στουτγάρδη στις 15/12/2017 λοιπόν.

Ο καιρός περνούσε και ήρθε η πρώτη συναυλία της περιοδείας. Μόλις είδα τα τραγούδια που έπαιζαν οι ΘΕΟΙ(τα έψαχνα με αγωνία το επόμενο πρωί) ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό από την χαρά. ΤΙ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΡΕΕΕΕΕ;;;;;

Αμέσως μετά έβλεπα κάποιους από τους φίλους μου να πηγαίνουν σε άλλες συναυλίες τους και αυτό που έλεγαν όλοι ήταν: ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΧΑΣΕΙΣ! Χαζός είμαι; Και μέσα σε όλα αυτά, το show έγινε sold out και προστέθηκε άλλη μία μέρα. ΤΕΛΕΙΑ  Οι μέρες περνούσαν και η αναμονή με σκότωνε. Μετρούσα τις ώρες και τα λεπτά μέχρι τις:

December 14, 2017

Stuttgart, Germany Shows On The Final Battle World Tour 2017 Will Be Rescheduled

Unfortunately due to food poisoning and dehydration Joey DeMaio is under doctor’s care and has been ordered not to travel or perform at this time.

Οι Συναυλίες της Στουτγάρδης στο Final Battle World Tour θα επανασχεδιασθούν Δυστυχώς εξαιτίας τροφικής δηλητηρίασης και αφυδάτωσης, ο Τζό ντε Μαίο βρίσκεται υπό ιατρική περίθαλψη και με διαταγή γιατρού δεν μπορεί να ταξιδέψει η να παίξει αυτήν την περίοδο

Διάβασα την ανακοίνωση για την αναβολή των εμφανίσεων πηγαίνοντας στο αεροδρόμιο! Η Γη χάθηκε κάτω από τα πόδια μου. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Νόμιζα πως ήταν απλά μία κακή φάρσα.  Διάβαζα την παραπάνω φράση ξανά και ξανά… Μου την έστειλαν φίλοι μου, ξέροντας πόσο δύσκολο θα ήταν για εμένα. Τι να έκανα;

Αποφάσισα να πάω Γερμανία. Το ταξίδι ήταν πολύ δύσκολο. Χωρίς συναυλία, το τριήμερο θα ήταν λειψό!  Αλλά εκεί με περίμεναν τα Brothers of Steel που είχα να δω χρόνια. Αυτοί θα έκαναν τουλάχιστον την διαμονή μου καλύτερη.   Άλλωστε το έγκλημα είχε οργανωθεί εδώ και καιρό. Ακόμη και αν δεν θα γινόταν συναυλία, οι Manοwar μας είχαν ενώσει για ακόμη μία φορά. Από όλη την Ευρώπη, Μία παρέα. Μία οικογένεια. Και παρά την αναβολή της συναυλίας, ήμασταν εκεί, πιστοί στο ραντεβού.

We are the true believers
It’s our turn to show the world
In the fire of heavy metal we were burned
It’s more than our religion it’s the only way to live
But the enemies of metal we can’t forgive         

                                                                    

Ήδη από το βράδυ της πρώτης συναυλίας, όταν και συναντηθήκαμε η ατμόσφαιρα θύμιζε πάρτι! Αν και όλοι ήμασταν στεναχωρημένοι για την ακύρωση των συναυλιών, δεν το  αφήσαμε να επηρεάσει τη  διάθεσή μας.

Every one of us has heard the call
Brothers of True Metal proud and standing tall
We know the power within us has brought us to this hall
There’s magic in the metal there’s magic is us all

Heavy metal or no metal at all wimps and posers leave the hall
Heavy metal or no metal at all wimps and posers go on get out
Leave the hall

Και αυτό κάναμε! Τα είπαμε, τα ήπιαμε, απαιτήσαμε να ακούσουμε και ManOwaR από τον Dj στο μαγαζί που πήγαμε και περάσαμε τέλεια! Και σε όποιον φαίνεται περίεργο που δεν μας έριξε η μη πραγματοποίηση του live, θα αφήσω για μια φορά τους Βασιλιάδες να μιλήσουν:

Let us drink to the power drink to the sound
Thunder and metal are shaking the ground
Drink to your brothers who are never to fall
We’re all brothers of metal here in the hall

Our hearts are filled with metal and masters we have none
And we will die for metal, metal heals, my son

Άλλωστε, τα live είναι απλά η αφορμή!

Την επόμενη μέρα, έβλεπα τους άτυχους που δεν ήξεραν ότι το live είχε ακυρωθεί να μαζεύονται . Πήγα εκεί και σύντομα γίναμε μία παρέα. Τι σημασία έχει που ήμασταν άγνωστοι μέχρι πριν λίγο. Οι ManOwaR  ενώνουν… Και την επόμενη(;) φορά θα είμαστε αγκαλιασμένοι μπροστά στην σκηνή. Γιατί θα υπάρχει επόμενη φορά. Δε μπορεί…

Ps φυσικά και κράτησα τα εισιτήρια για να πάω όταν με το καλό ανακοινωθούν νέες ημερομηνίες. Αυτή η περιοδεία δεν χάνετε με τίποτα!

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="Του Χρίστου Κεσκίνη"][vc_empty_space][vc_column_text]Heavy Metal icons MANOWAR

του Μάνου Ελευθερίου

Στη μνήμη του θαυμάσιου Πολύβιου Μαρσάν

Πρώτα πρώτα πώς του ’ρθε του Μυράτ να γράψει «γι’ αυτό» ύστερα από τόσα χρόνια. Ήταν έξυπνος, μορφωμένος και έγραφε θαυμάσια. Ηθοποιός δεν ήταν και το ήξερε. Τι τον έσπρωξε όμως να δημοσιεύσει αυτό το καυτό θέμα μάλλον στο παλαιό περιοδικό «Ευθύνη»; Τι λέπια και λεκέδες ήθελε ν’ αποτινάξει από πάνω του στο περιορισμένο κοινό ενός λαμπρού μεν αλλά «άγνωστου» περιοδικού; Γιατί τον έτρωγε το «θέμα», ύστερα από τόσα χρόνια, αφού ο ίδιος ήθελε να πιστεύει τον εαυτό του τελείως αθώο του αίματος της Παπαδάκη;
Εντύπωση κάνει επίσης ότι αποφεύγει να αναφέρει το όνομα της αδελφής του Μιράντας, από άλλη μητέρα, όταν εκείνα τα χρόνια και οι πέτρες ακόμη βοούσαν για το θανάσιμο μίσος της προς τη μεγάλη ηθοποιό, πριν, και την υποτιθέμενη συμμετοχή της στη δολοφονία της, μετά. Υπάρχουν δημοσιεύματα της εποχής που αναφέρουν ολοκάθαρα ονόματα και περιστατικά. Σ’ αυτά ουδείς απάντησε και ουδείς έσυρε ποτέ κάποιον στα δικαστήρια γι’ αυτή την τρομερή προσβολή και συκοφαντία.

Το βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου για την δολοφονία της Παπαδάκη

Η Μιράντα Μυράτ, την οποία δεν αναφέρει ποτέ ο Δημήτρης ή Τοτός Μυράτ, ανήκε κι αυτή, όπως και ο αδελφός της και ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα στο ΕΑΜ. Υπάρχουν φωτογραφίες της από διαδηλώσεις να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή με σηκωμένο χέρι και ασφαλώς να φωνάζει «θάνατος στους φασίστες». Ο πιο εύστοχος τίτλος μιας τέτοιας φωτογραφίας θα ήταν τότε «Η παρασυρθείσα κόρη».
Όσο για τη σχέση της με την Πολιτοφυλακή Πατησίων –εκεί που κατέληξε η Παπαδάκη–είναι ότι έμενε δύο τετράγωνα παρακάτω, στο σπίτι μιας Γεωργιάδου. Αυτό αρκούσε για να γραφεί στο τάκα τάκα ένα μονόπρακτο.

Μετά τα Δεκεμβριανά ακολούθησε τους χιλιάδες εαμίτες στην υποχώρησή τους στην παγωμένη ελληνική επαρχία, χωρίς να προφθάσει να μετακινηθεί προς τις ανατολικές χώρες και επέστρεψε στην Αθήνα. Εκεί την έκρυψε από τους κακούς ανθρώπους η μητέρα της, ηθοποιός Κυβέλη, σύζυγος του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, του επιλεγόμενου τότε «παπατζή».

Λίγο καιρό μετά έκανε δήλωση μετανοίας καταδικάζοντας τον κομουνισμό και για τον εαυτό της γράφει ότι όλα όσα έκανε και όσα είπε τα έκανε ως «παρασυρθείσα». Έτσι προσελήφθη και στο Εθνικό Θέατρο, τον δημόσιο οργανισμό, που εκείνα τα χρόνια και για να πιεις νερό χρειαζόσουν από την αστυνομία χαρτί νομιμοφροσύνης. Πάει κι αυτό.

Η αίτησή της στο Εθνικό Θέατρο για να επαναπροσληφθεί ως υγιώς και εθνικώς πλέον σκεπτομένη έχει χαθεί.
Ο Μυράτ αποφεύγει ακόμη να αναφέρει τον πόλεμο, τον παροξυσμό και τις λυσσαλέες επιθέσεις που δεχόταν η Παπαδάκη στα δύο τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής της και από συναδέλφους και από τα φύλλα μιας κατάπτυστης «εθνικόφρονης» εφημερίδας. Αυτά τα ήξερε και τα διάβαζε. Ποιος τα χαιρόταν όμως και ποιος τα υπαγόρευε; Και βέβαια θα ήξερε τις τελείως αντισυναδελφικές, πρόστυχες, μοχθηρές, εκδικητικές πράξεις της Ασπασίας Παπαθανασίου (η ίδια η Ασπασία τα γράφει χαρτί και καλαμάρι σε βιβλίο της) και της Αλέκας Παΐζη,επάνω στη σκηνή, τις ώρες της παράστασης, όταν η Παπαδάκη υποδυόταν την Εκάβη στο Εθνικό Θέατρο, του Δεκέμβρη 1943, και οι δύο κυρίες, νεαρές τότε, συμμετείχαν στο Χορό της ίδιας τραγωδίας! Παραλείπω τα κείμενα γιατί θα στενοχωρηθούμε όλοι.

Η Ελένη Παπαδάκη ως Εκάβη το 1938

Και επειδή η Παπαδάκη συνελήφθη στο σπίτι του Μυράτ (το ίδιο βράδυ τη δολοφόνησαν στο έρημο, τότε, Γαλάτσι) και επειδή την άλλη μέρα το μεσημέρι κατόρθωσε η θεία του Μαρίκα Κοτοπούλη, αδελφή της μητέρας του, να στείλει το αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού, με τον ίδιο τον διευθυντή μέσα, τον ελβετόΛαμπέρ, στο σπίτι του στα Πατήσια, στην οδό Ιακωβίδου, και να τον μεταφέρουν σώο στο Κολωνάκι, αποφάσισε να μην πάει στην κηδεία της ένα μήνα μετά (τότε βρήκαν το πτώμα της). Οι γονείς του πήγαν και φυσικά η «θεία» Μαρίκα.

Τώρα πώς κατόρθωσε το αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού, με τους τεράστιους κόκκινους σταυρούς σε όλες τις πλευρές του, να διασχίσει την εαμοκρατούμενη Αθήνα είναι μυστήριο. Ίσως οι εαμίτες συμμορφώθηκαν για λόγους «ανθρωπισμού» στην παράκληση των Άγγλων να μην πυροβολούν τα αυτοκίνητα και να «σεβαστούν το διεθνές σήμα».

Στις 11 Δεκεμβρίου 1944 ρίχτηκαν από αέρος χιλιάδες προκηρύξεις μ’ αυτή την παράκληση. Ενδεικτικά αναφέρω την κατακλείδα της σπάνιας προκήρυξης: «Παρακαλούμεν άπαντας να σεβασθούν το διεθνές σήμα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και να μην πυροβολούν κατά των μεταγωγικών αυτών αυτοκινήτων, τα οποία μεταφέρουν φαρμακευτικά είδη εις τους πληγωμένους και τρόφιμα εις τον Λαόν των Αθηνών».
Γι’ αυτό το επεισόδιο ο Μυράτ δεν λέει τίποτε. Ή έγραψε και το ’σκισε μετά ή κάπου ακόμα λανθάνει και περιμένει τη νεκρανάστασή του. Αρκεί να πέσει σε χέρια σοβαρών ερευνητών.

Αρχίζοντας ο Μυράτ μας λέει ότι λίγο πριν αρχίσουν τα άγρια όργανα είπε στην Παπαδάκη να εξαφανιστεί «για να μην τη βρει κακό». Πώς γνώριζε ότι κινδύνευε; Εκείνη θύμωσε και τον αποπήρε. Μέγα και βλακώδες λάθος της. Υπολόγιζε ότι θα παρουσιαζόταν σε κάποιο «πολιτισμένο» δικαστήριο και με δυο δικηγόρους για να αποστομώσουν τους εχθρούς της, αν συνέβαινε κάτι άσχημο και παρατραβηγμένο. Εκτός αυτού είχε ντοκουμέντα. Είχε σημειώματα και επιστολές για να τρέξει και να βοηθήσει. Πράγματι βοήθησε και έσωσε τριάντα δύο (32) κρατούμενους είτε από το εκτελεστικό απόσπασμα είτε να αποφυλακιστούν. Είχε επιστολές από τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό, τη συγγραφέα Λιλίκα Νάκου, τον ενδυματολόγο Αντώνη Φωκά. («Άραγε τους ξέρει κανείς σήμερα αυτούς τους ανθρώπους;) Είχε «άκρες». Κυρίως στον Αρχιεπίσκοπο, στο δήμαρχο Αθηναίων Γεωργάτο, στον ίδιο, το μισητό πρωθυπουργό Ράλλη, κολλητό φίλο του πατέρα της.

Η Μιράντα Μυράτ

Ακόμη κι όταν κάποιο άγιο χέρι ενός αγνώστου έριξε κάτω από την πόρτα της σημείωμα που τη συμβούλευε να εξαφανιστεί αμέσως γιατί την κυνηγούν να τη δολοφονήσουν, εκείνη το αγνόησε. Ευτυχώς δεν το αγνόησε ο λαμπρός συνάδελφος και φίλος της Νίκος Δενδραμής και σώθηκε. Υπάρχουν δύο κυρίες σήμερα οι οποίες γνωρίζουν τίνος ήταν εκείνο το χέρι που έστειλε αυτά τα δύο σημειώματα, με κίνδυνο της ζωής του, και το κρύβουν μέχρι τώρα για άγνωστους λόγους. Πιθανόν εθνικούς! Δεν γράφω επίθετα και σχόλια γιατί θ’ αποκτήσω ακόμη δύο εχθρούς. (Όμως κάτι με βασανίζει. Έχει γούστο, λέει, να ήταν το χέρι του Μυράτ!)

Την Παπαδάκη τη συνέλαβαν πράγματι στο σπίτι των Μυράτ, απόγευμα της 21 Δεκεμβρίου 1944. Αυτός που τη ζήτησε ήταν ο φοιτητής Ιατρικής Κ.Μ., αργότερα γνωστός γιατρός της Αθήνας, κάτοικος κι αυτός της περιοχής Πατησίων, οδός Χρυσοστόμου Σμύρνης, πάροδος Καυτατζόγλου, γιος εφοριακού– (είχαν κάνει μαζί κάμποσες συλλήψεις, ίσως για να εκδικηθεί το θάνατο του αδελφού του από τους γερμανούς). Κάποτε που τον ρώτησα στο τηλέφωνο για κείνο το «περιστατικό» μου είπε ότι έφαγε τόσο ξύλο από τους δεξιούς (τα Χερουβείμ δηλαδή της πατρίδας γιατί οι άλλοι ήταν τα Σεραφείμ) που δεν θυμόταν τίποτε. Τον πιστεύω ακόμη. «Έφυγε» κι αυτός αλλά αργά!

Μαζί του έσερνε έναν αστυφύλακα με πολιτικά, «δικό μας» πια, ονόματι Θεόδωρο Μιχαλόπουλο και τον υποβολέα του θεάτρου Δημήτρη Σούλη. Αυτόν κι αν γνώριζαν όλοι οι θεατράνθρωποι. Όπως γνώριζαν και τους συναγωνιστές και φίλους τους στην Πολιτοφυλακή Πάνο Καραβουσάνο, ηθοποιό τετάρτης κατηγορίας και τον μπάσο της Λυρικής Σκηνής Εμμανουήλ Δουμάνη. Αυτοί όλοι ήταν μόνιμοι κάτοικοι της Πολιτοφυλακής Πατησίων.

 

Η Παπαδάκη συνοδευόμενη από τη φίλη της Αιμίλια Καραβία και τον Δ. Μυράτ, οδηγήθηκε πρώτα στα γραφεία της Λαϊκής Επιτροπής του ΕΑΜ, επί της οδού Πατησίων 314, για να αναφερθεί όπως ορίζει η στρατιωτική τάξη ότι η διαταγή τους εξετελέσθη (αυτό «ξέχασε» να το αναφέρει ο Μυράτ, καίτοι πολύ σημαντικό) και εν συνεχεία όλοι μαζί πήγαν στην Πολιτοφυλακή της γειτονιάς τους, η οποία στεγαζόταν στην επιτεταγμένη έπαυλη Παπαλεονάρδου, οδός Πολυλά και Ροστάν.

Ο Δημήτρης Μυράτ λίγο μετά την δολοφονία της Παπαδάκη

Εκεί την υποδέχεται ο Καραβουσάνος με χειροφίλημα! Ούτε αυτό αναφέρει ο Μυράτ. Αναφέρει όμως ότι εκδιώκονται «με το άγριο». Από ποιους άγριους και πόσο άγρια απέναντι σ’ ένα γνωστό τους γραμματέα του ΕΑΜ, στρατιωτικά ανώτερό τους, ο οποίος μπαινόβγαινε διαρκώς στην Πολιτοφυλακή και τον γνώριζαν όλοι. Και δεν ήταν ύποπτος που συνόδευε μια επικίνδυνη ύποπτη;

(Να σκεφτεί μόνο κανείς ότι ο Καραβουσάνος ήταν στο πάνελ των ηθοποιών οι οποίοι διαγράψανε τους συναδέλφους τους –δίπλα στον «συνάδελφό» τους, τον μέγα Αιμίλιο Βεάκη– και ίσως ακολούθησε, μαζί με τον μπάσο της Λυρικής Σκηνής, το εκτελεστικό απόσπασμα έως τον ορισμένο τόπο για να πιστοποιήσει ιδίοις όμμασι τον «θάνατο της πουτάνας». Αυτός ήταν ο τίτλος που της απονεμήθηκε στα συνέδρια των ηθοποιών, από τους ίδιους τους αφιονισμένους ηθοποιούς. Εδώ ονόματα δεν λέμε).

Και συνεχίζει ο Μυράτ: «Σαν ήρθε ο καπετάν Ορέστης…»
«Καλλιτεχνικό» ψευδώνυμο ενός νέου 23 χρόνων, διοικητή της Πολιτοφυλακής Πατησίων από τα αισχρά και εγκληματικά λάθη της ηγεσίας του Κόμματος, ο οποίος και λόγω της ηλικίας του είχε το κουσούρι να κυνηγάει μόνο γυναίκες. Έκανε «όργια» λέει ο Μυράτ (για σκέψου , για σκεφθείτε τι όργια!) ο οποίος έγραψε κάποτε ότι και ο ίδιος ήταν «λάτρης» του ποδόγυρου. Έτσι ακριβώς, αλλά φαίνεται χωρίς όργια. Ενώ αν ο Ορέστης κυνηγούσε άντρες όλα θα ήταν ομαλά, ρόδινα και δίχως όργια.
Ενδιαφέρον μεγάλο παρουσιάζει ο αμέσως επόμενος, μετά τον Ορέστη, διοικητής της Πολιτοφυλακής Πατησίων, ο οποίος καταθέτει τέσσερις μήνες αργότερα, στο 16ο αστυνομικό τμήμα, ότι ο Ορέστης «επεδίδετο μετά γυναικών εις ακολάστους πράξεις»!

Δηλαδή τι άλλο έκανε ένας φυσιολογικός νέος 23 χρόνων από εκείνα όπου κάνουν επί εκατομμύρια χρόνια οι άνθρωποι στον πλανήτη. Το όνομα του νέου διοικητή: Νίκος Ανδρικίδης. Θα τον βρούμε παρακάτω, κολλητό φίλο, κι αυτόν, του Μυράτ.

 

[Ο Δημήτρης Μυράτ]

Ο Ανδρικίδης συνέλαβε και εκτέλεσε τον Ορέστη (τα γράφει αυτά ο Μυράτ χωρίς να αναφέρει το όνομα του φίλου του Ανδρικίδη) διότι εκτός από τις «ακόλαστες πράξεις» κατάκλεβε όλους τους «αντιδραστικούς» που συνελάμβανε. Έκλεβε δηλαδή τις βέρες, τους σταυρούς και ό,τι χρυσαφικό και λίρες είχαν κρύψει στις ραφές των ρούχων τους και είτε τα κρατούσε ο ίδιος είτε τα χάριζε στις γκόμενες και δεν τα παρέδιδε στους ανωτέρους του «για τις ανάγκες του κόμματος». Έτσι ακριβώς ήταν η κατηγορία και γι’ αυτό η ηγεσία έστειλε τον Ανδρικίδη στα Πατήσια για να βάλει τάξη. (Ο Ορέστης πήρε το δαχτυλίδι και το ρολόι της Παπαδάκη).

Τώρα πώς το άσπιλο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος είχε αλισβερίσι με τους μαυραγορίτες και τους απατεώνες σαράφηδες της αγοράς, οι οποίοι εξαργύρωναν βέρες, ρολόγια και χρυσαφικά με λίρες Αγγλίας είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία.

Σε κάποια δίκη του Ανδρικίδη που αναφέρθηκε το όνομα του Ορέστη (η γελοιότητα όλων ανεξαιρέτως δεν έχει όρια: ουδείς «γνώριζε» το πραγματικό του όνομα –το οποίο βρήκα πολύ αργότερα!) και η εκτέλεσή του «για να μη θρηνήσουμε και άλλα θύματα» όπως κατέθεσε αιφνιδίως ο ουρανοκατέβατος μάρτυρας υπεράσπισης του Ανδρικίδη, Δημήτρης Μυράτ, μια ηθοποιός, Ολυμπία Παπαδούκα ονόματι, έγραψε ότι στη δίκη «προσκομίστηκαν επίσημα χαρτιά (τα οποία πήραν πίσω αυτοί που τα προσκομίσανε) στο δικαστήριο, που αποδείχνανε (!) ότι ο νεαρός Ορέστης ήταν έμμισθος πράχτορας της Ιντέλιντζες Σέρβις! Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο έστειλε την Παπαδάκη στο απόσπασμα για να κηλιδωθεί το ΚΚΕ και το ΕΑΜ».

Το ΚΚΕ κατηγορούσε άδικα την Παπαδακη για σχέση με το Ιωάννη Ράλλη

«Πράχτορας» λοιπόν ο αλητάμπουρας, όπως λίγο αργότερα καραμπινάτοι πράχτορες ήταν ο άγιος Νίκος Πλουμίδης και ο έξοχος Κώστας Καραγιώργης και πάλι λίγο αργότερα ο ίδιος, ο διαβόητος Νίκος Ζαχαριάδης και ο Τρότσκι και εκατομμύρια στρατιωτικοί και πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης, ο ανθός της μεγάλης Επανάστασης και πολλοί δικοί μας, αγνοί ιδεολόγοι, που πήγαν άδικα των αδίκων.
Εδώ πρέπει να σκεφτούμε αυτά τα επίσημα χαρτιά, ίσως σε περγαμηνή, σαν διπλώματα Ανωτάτων Σχολών, με υπογραφές και σφραγίδες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Όλα αυτά τα λέγανε και τα γράφανε κιόλας ηλικιωμένοι και γνωστότατοι δημοσιογράφοι χωρίς ίχνος ντροπής.

Ώρα μία μετά τα μεσάνυχτα της 21 Δεκεμβρίου 1944 ο διοικητής της Πολιτοφυλακής Πατησίων, Ορέστης, πρέπει να είναι κατάκοπος, αφού από τα χαράματα της προηγούμενης μέρας είναι στο πόδι. Θα σέρνεται από την κούραση κι ας είναι μόνο 23 χρόνων. Στην Πολιτοφυλακή επικρατεί χάος και το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στις υπόλοιπες Πολιτοφυλακές της Αθήνας.

Συνεχώς καταφθάνουν νέοι κρατούμενοι. Τους περισσότερους μετά από μια σύντομη ανάκριση στα όρθια, τους «περιποιούνται» στο Γαλάτσι μ’ ένα χτύπημα στο κεφάλι για να μην ακούγονται οι πυροβολισμοί. Όλοι είναι εξαγριωμένοι καθώς τους ερεθίζει το χυμένο αίμα και τους κάνει πιο επικίνδυνους, σαν τους καρχαρίες.
Οι πολίτες κατηγορούνται είτε για συνεργάτες των γερμανών, δοσίλογοι και αντιδραστικοί είτε για τροτσκιστές. Οι μισοί από τα στελέχη της Πολιτοφυλακής που μύρισαν την επέλαση της ήττας τους και την επικείμενη σύλληψή τους, τα στρατοδικεία που θα πετούνε σε λίγο τις θανατικές ποινές σαν στραγάλια, έχουν ήδη φύγει πρώτα για τη Θήβα, παίρνοντας μαζί τους εκατοντάδες ομήρους, με σκοπό να προωθηθούν στους παραδείσους των ανατολικών χωρών.

Το να θυμάται όμως ο Ορέστης (όπως γράφει ο Μυράτ) μέσα σ’ εκείνο τον πανικό και την αναστάτωση το όνομα της Παπαδάκη, που πρώτη φορά άκουγε στη ζωή του, ότι ήταν εκείνη την οποία διέγραψε και ουσιαστικά καταδίκασε σιωπηρά σε θάνατο το εαμοκρατούμενο, εκείνη την περίοδο, Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, δύο μήνες ακριβώς νωρίτερα, στις 23 Οκτωβρίου, φαίνεται εντελώς ηλίθιο. Απλώς τη θυμήθηκε διότι μόλις πριν από λίγες στιγμές του ’δειξαν το χαρτί της διαγραφής και του τό ’τριψαν στα μούτρα. Ποιοι;

Κανείς δεν υποπτεύεται όμως ότι τις κινήσεις του Ορέστη τις παρακολουθεί κρυφά, τις ελέγχει και τις βαθμολογεί εδώ και τρεις μέρες, ΠΡΙΝ από τη σύλληψη της Παπαδάκη, ο Νίκος Ανδρικίδης, μέχρι προχτές διοικητής Πολιτοφυλακής Παγκρατίου, Βύρωνα, Καισαριανής, με δεκάδες συλλήψεις και εκτελέσεις στη μερίδα του. (Το τρελό είναι ότι μόνο για ένα φόνο καταδικάστηκε!) Ίσως τότε τον γνώρισε ο Μυράτ.

Στην επίσημη κατάθεσή του ο Ανδρικίδης τον Απρίλιο 1945 τα ξερνάει όλα, αλλά πρέπει να σκεφτόμαστε πόσα άλλα του χρεώσανε οι αρχές και με ποιες τρομακτικές συνθήκες δόθηκε η κατάθεση. Τις ξέρουμε, τις ξέρουμε από αιώνες πώς γίνονται αυτές οι καταθέσεις. Εδώ να σημειώσω ότι κάποτε εμπιστεύτηκα σε κάποιον ηλίθιο αυτή τη μοναδική κατάθεση, σε φωτοτυπία, η οποία αποκτήθηκε με κόπο και χρήμα, κι εκείνος την ανακοίνωσε στο διαδίκτυο!!

Οι αριστεροί συνάδελφοι της Παπαδάκη ζήτησαν τον θάνατο της. Ξεχωρίζουν ο Δημήτρης Σταρένιος
κάτω από το μεγάλο πανώ και ο Νίκος Τζόγιας πίσω αριστερά

Εκεί λοιπόν αναφέρει ότι διετάχθη να παρακολουθεί κρυφά τον Ορέστη διότι, συν τοις άλλοις, δηλαδή τις γυναίκες, «έκλεβε ασύστολα τα θύματά του προς ίδιον όφελος» όπως είπαμε «και όχι για τις ανάγκες του Κόμματος».
Το όνομα της Παπαδάκη δεν το αναφέρει διότι απλούστατα δεν το είχε ακούσει κι αυτός ποτέ στη ζωή του.
Επομένως: από τις 18 Δεκεμβρίου, όπως γράφει και ο Πολ. Μαρσάν, τρεις μέρες δηλαδή πριν από τη σύλληψη της Παπαδάκη, που άρχισε ο Ανδρικίδης την έρευνά του, είχε μάθει για τις εν τω μεταξύ συλλήψεις και εκτελέσεις και δεν έκανε τίποτε για να τις σταματήσει.

Όταν μετά την εκτέλεση του Ορέστη ανέλαβε τη διοίκηση Πολιτοφυλακής Πατησίων ο Ανδρικίδης, εξακολούθησε με τη συμμορία του «προδότη» Ορέστη, όσους απόμειναν, να συλλαμβάνει και να εκτελεί πολίτες μέχρι τις 5 Ιανουαρίου 1945, ώσπου τό ’σκασε κι αυτός, πήγε στη μέση της Ελλάδας, τον συνέλαβαν, τον φέρανε στην Αθήνα και πέρασε από δίκη. Με βασικό μάρτυρα υπεράσπισης τον Δημήτρη Μυράτ.
Είπε ο Μυράτ στο δικαστήριο: «Δεν έπρεπε να οδηγηθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου, μια και ενήργησε έτσι με το πέρασμά του από τα Πατήσια, ώστε να γλιτώσουν ασφαλώς όλοι οι αθώοι».
Γι’ αυτά όλα όμως δεν έχει ούτε μία λέξη στο κείμενό του για την Παπαδάκη.

Ο Νίκος Ανδρικίδης (1914-2002) από τη Μικρά Ασία κι αυτός (!) έμεινε στη φυλακή 28 χρόνια. Απολύθηκε τον Ιανουάριο 1964. Στις 31 Οκτωβρίου 1986 του δόθηκε σύνταξη 9.600 δραχμών «ως παθών αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης»! Δυστυχώς είχε τυφλωθεί.
Με τον Δημήτρη Μυράτ έμεινε κολλητός φίλος έως το τέλος. Τι συνέβη, πώς συνέβη, γιατί συνέβη άδηλον. Εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν.
Ιδού μία από τις επιστολές του Μυράτ προς τον Ανδρικίδη με ημερομηνία 31.12.1978:

Αγαπητέ Νίκο, Χρόνια Πολλά. Ευτυχισμένος ο Καινούριος Χρόνος. Σ’ ευχαριστώ για τη φωτοτυπία. Μόλις ησυχάσω θα σου γράψω περισσότερες λεπτομέρειες για την περιβόητη σύλληψη [της Ελένης Παπαδάκη, φυσικά. Εσωκλείω δύο διπλές προσκλήσεις, που ισχύουν για οποιαδήποτε μέρα, ελεύθερες από κάθε επιβάρυνση. Θα ήταν άδικο να πληρώσης το θέατρο του φίλου σου. Χαίρω που ξέμπλεξες με τα συνταξιοδοτικά.
Γιατί να πάνε τόσοι ωραίοι αγώνες, όπως ο δικός σου και των άλλων παληκαριών, χαμένα; Ακόμα κι ο δικός μου απειροελάχιστος και μηδαμινός σαν Γραμματέα ΕΑΜ θεάτρου;
Τι έφταιξε και βρισκόμαστε πάλι στην ίδια κοινωνική κατάσταση της προμεταξικής περιόδου; Κρίμα!
Με φιλία κι εκτίμηση

Δ. Μυράτ

Εδώ με πόνο καρδιάς θέλω να σημειώσω ότι τα περισσότερα στελέχη της Πολιτοφυλακής Πατησίων και Παγκρατίου, ακόμη και ο προσωπικός εκτελεστής της Παπαδάκη, Βλ. Μ., είχαν γεννηθεί στη Σμύρνη ή στα προάστιά της! Πώς η «Καλλίστη πασών», αγαπητέ μου κύριε Κωνσταντίνε Δεσποτόπουλε, έβγαλε τέτοια τέκνα;

Τελειώνοντας καταγράφω ορισμένα χρήσιμα στοιχεία για την προϊστορία αυτού του δράματος. Στις 20 Οκτωβρίου 1944, λίγες μέρες δηλαδή μετά την Απελευθέρωση, στη συνεδρίαση του Σωματείου Ελλήνων (αυτό προπάντων) Ηθοποιών (κι αυτό προπάντων) ο αριστερός ηθοποιός του μουσικού θεάτρου Σπύρος Πατρίκιος κατόπιν πιέσεως και διαταγής, όπως λέγεται, του Κόμματος, αναγκάστηκε και μίλησε στους ηθοποιούς που μαζεύτηκαν στα γραφεία του Σωματείου τους, Σατωβριάνδου 52α, ως εξής:

«Θλιβερό καθήκον μας αναγκάζει να μιλήσουμε για τη στάση ωρισμένων, ευτυχώς ελαχίστων, ηθοποιών που πολλοί απ’ αυτούς δεν είναι ευτυχώς Έλληνες, που πρόδωσαν τον τίμιον αγώνα με πράξεις κακές και που το παράδειγμά τους θα ’χε ανυπολόγιστες συνέπειες και συμφορές αν δεν ήσαν ευτυχώς τόσο λίγοι. Προτείνω να διαγραφούν από το Σωματείο και να στερηθούν κάθε δικαιώματος να εργάζονται στο ελληνικό θέατρο και να γίνη για κάθε προτεινόμενο αμέσως συζήτησις και να παρθή απόφασις».

*********************************************************
ΟΙ ΠΡΟΔΟΤΑΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ

[Ο τίτλος και τα ονόματα, χωρίς κανένα σχόλιο, όπως δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Απελευθερωτής», 25 Οκτωβρίου 1945]

1) Βεργή Έλσα 2) Δαδοκαρίδου Έλλη 3) Ζαμάνου Χαρ. 4) Θάνος Διονύσιος 5) Ιακωβίδης Μιχάλης 6) Πόπολα Αγγέλα 7) Κόππολα Αλφρέδος 8) Μοσχούτης Δ. 9) Μπέλλα Σμάρω 10) Παπαδάκη Ελένη 11) Παυλόφσκαγια Νίνα 12) Ραμασόφ Ροβέρτος 13) Φελίτσης Δημήτριος και 14) Αγγελική Κοτσάλη.

Η επικύρωση των ονομάτων έγινε δύο μέρες πριν, στο θέατρο «Διονύσια» της Πλατείας Συντάγματος.
Το προεδρείο: Αιμίλιος Βεάκης, Θεόδωρος Μορίδης, Σπύρος Πατρίκιος, Χρήστος Τσαγανέας, Πάνος Καραβουσάνος.

**********************************************************

Προσωρινός επίλογος
Στην εξεταστική επιτροπή, πίσω από το θλιβερό τραπεζάκι στη μέση της σκηνής των θεάτρων (ασφαλώς το πιο άθλιο σκηνικό που εμφανίστηκε στο ελληνικό θέατρο) τον κεντρικό ρόλο του μεγάλου ιεροεξεταστή Τορκουεμάδα τον έπαιζε ο μεγαλύτερος Έλληνας ηθοποιός του 20ού αιώνα, και γιατί όχι και του 21ου, ο Αιμίλιος Βεάκης. Επέζησε ως το 1951.

Ο Αιμίλιος Βεάκης ήταν από τους κριτές για την δολοφονία της Παπαδάκη

Με τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο στην αρχή, άγριος Βενιζελικός μετά και υμνητής του Εθνάρχη, στη συνέχεια φανατικός οπαδός κάθε δικτάτορα και της βασιλείας και υμνητής του βασιλιά Κωνσταντίνου, στη συνέχεια υμνητής του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, ώσπου ετελεύτησε το βίο του ως φανατικός αριστερός.
Μια μικρή παρένθεση. Ανάμεσα στους εχθρούς της ΟΠΛΑ, τους οποίους εκτελούσε συνεχώς κατά τη διάρκεια της Κατοχής (και τους χρεώνονταν οι Ούννοι) και ιδιαίτερα τον άγριο Δεκέμβρη 1944, ανάμεσα λοιπόν στους στρατιωτικούς, τους αστυνομικούς –κυρίως χωροφυλάκια του γάλακτος– τους κραγμένους μαυραγορίτες, τους γνωστούς συνεργάτες των γερμανών, ήταν και οι «περίφημοι» Τροτσκιστές, οπαδοί του δολοφονημένου, από άνθρωπο του Στάλιν, Λέον Τρότσκι. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν το κόκκινο πανί όχι μόνο του δικού μας ΚΚΕ αλλά όλων των ΚΚ και οπαδών απανταχού της οικουμένης, ακολουθώντας τυφλά τη «σοβιετική γραμμή» εκείνων των χρόνων.

 

Δίπλα, λοιπόν, στον Βεάκη, για να επανέλθω, που καθόταν ως κριτής (στο τέλος έβγαλε έξω την ουρά του και δεν ψήφισε τη διαγραφή κανενός, γιατί θα κατάλαβε το ρεζιλίκι του!) ήταν και ο ηθοποιός Χρήστος Τσαγανέας, ο πολιτικά «θανάσιμος εχθρός όλων»! Αυτόν διάλεξε το Κόμμα, λένε, αφού το Κόμμα, πάλι λένε, οργάνωσε αυτή την τελετή του θανάτου.

Ο Χρήστος Τσαγανέας επεβλεψε την δολοφονία της Παπαδάκη

Άγνωστο παραμένει με ποιο τρόπο την είχε σκαπουλάρει έως εκείνη τη στιγμή από τα ακονισμένα νύχια των παιδιών (κυριολεκτώ) της οργάνωσης και δεν βρισκόταν το πτώμα του σ’ ένα χαντάκι. Αναρωτιέται κανείς πώς τον άντεχαν οι υπόλοιποι τέσσερις δίπλα τους και οι έξαλλοι αριστεροί ηθοποιοί της πλατείας και των θεωρείων. Ένας τέτοιος τροτσκιστής και με τέτοιο λαιμό έπρεπε να εξαφανιστεί αμέσως. Αλλά δεν… Επέζησε όλων και η γυναίκα του περισσότερο αφού έθαψε όλους και όλες που έπαιξαν μαζί της στο βίο της εκτός από τη Σμάρω Στεφανίδουπου τους την έφερε.

Το περίεργο με τον Τσαγανέα είναι ότι ενώ ως νέος ήταν άσχημος και άχαρος όταν γέρασε έγινε συμπαθής με τους αβανταδόρικους ρόλους που έπαιξε στον κινηματογράφο.
Φανατική τροτσκίστρια ήταν και η γυναίκα του, επίσης ηθοποιός, Νίτσα Τσαγανέα, η οποία σε πρώτο γάμο είχε παντρευτεί τον Γιώργο Βιτσώρη(προσωπικος φιλος του Τρότσκυ) , αδελφό του ζωγράφου Μίμη Βιτσώρη, και ηθοποιού και ποιητη Τίμου Βιτσώρη, και η οποία είχε παίξει μερικές φορές σε δεύτερους ρόλους, δίπλα στην Ελένη Παπαδάκη.

Πώς κατόρθωσαν όμως (και ποιος άραγε απ’ όλους) να πλησιάσουν και να πείσουν αυτό το βουνό, τον Αιμίλιο Βεάκη, τον οποίο όλοι οι ασήμαντοι θεωρούσαν «συνάδελφό» τους, αν είναι δυνατό, να «ηγηθεί» μιας τέτοιας κατάπτυστης κατάστασης. (Εδώ ο Μυράτ, στο θέμα του «δικαστηρίου» δικαίως εξανίσταται). Τι μπορεί να του έταξαν και πώς τον έφεραν τούμπα; Μήπως του υποσχέθηκαν τιμές και δόξες, που δεν αξιώθηκε κανείς ως τώρα, μήπως του υπενθύμισαν τις μετάνοιες που έκανε σε κάθε κάλπη στρατιωτικό και πρωθυπουργό; Μήπως τον εκβίασαν για κάτι που κανείς ως σήμερα δεν γνωρίζει ή τον απείλησαν στα ίσα ότι αν δεν λάβει μέρος στην «επιτροπή» κινδυνεύει και ο ίδιος και η οικογένειά του; Άγνωστο.

Πρέπει, διάβολε, να κατάλαβε, γιατί ήταν πλέον ηλικιωμένος, ότι όλοι αυτοί οι ασήμαντοι και άσημοι τον ήθελαν ως όνομα, για κράχτη με λίγα λόγια για να δείξουν και να αποδείξουν στο «λαό» ότι εκείνη την κρίσιμη στιγμή το κίνημα ήταν ενωμένο και γερό σαν μια γροθιά.

Μέσα σ’ εκείνη τη φονική σιωπή δυστυχώς δεν ακούστηκαν δύο μεγάλες γυναικείες φωνές, ισάξιες του Βεάκη: της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Σαπφώς Αλκαίου. Ήταν οι τρεις ηθοποιοί μπροστά στους οποίους εκείνες τις φαρμακωμένες ώρες, όλοι και όλες στέκονταν προσοχή θέλοντας μη θέλοντας. Ήταν, όπως και να το κάνουμε, αυτό που συνηθίζεται να λέγεται για τέτοιες προσωπικότητες «ιερά τέρατα». Σαν κι αυτούς δεν ξανάβγαλε το ελληνικό θέατρο. Να σημειώσω ακόμη δύο: τον Ευάγγελο και Γιώργο Μαμία.

Και μερικά ακόμη για τους περίεργους και τους σχολαστικούς. Μετά τη διαγραφή της έστειλε επιστολή, με ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 1944, στον υπουργό Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, ως αρμόδιο περί τα καλλιτεχνικά.

Η κατηγορία ήταν: «Προδοτική στάση την περίοδο της Κατοχής». Χωρίς λεπτομέρειες.
Ανάμεσα σε άλλα γράφει στον υπουργό: «Μία απόφασις τοιούτου περιεχομένου μη κοινοποιηθείσα δε εις τους ενδιαφερομένους και ήτις απόφασις θα έδει να ληφθή μόνον κατόπιν τηρήσεως ωρισμένων νομίμων τύπων και γνωστοποιήσεως ημίν… με αναγκάζει να προσφύγω εις Υμάς και να διαμαρτυρηθώ εντονότατα…»
Και προς το Σωματείο: «Δια των εφημερίδων επληροφορήθην ότι διεγράφην από το ημέτερον Σωματείον. Παρακαλώ υμάς όπως εναρεστηθήτε να μου γνωρίσητε εγγράφως επί τη βάσει τίνων στοιχείων, μαρτυριών ή άλλων αποδείξεων ελήφθη η ανωτέρω απόφασις».

Ο υπουργός έστειλε αμέσως επιστολή στο Σωματείο και ζητούσε εξηγήσεις. Ούτε στον ένα ούτε στον άλλο απάντησε το Σωματείο. Στις 24 Νοεμβρίου η Παπαδάκη στέλνει δεύτερη επιστολή. Ανάμεσα σε άλλα γράφει:

«…Νομίζω ότι πάσα άμυνα επί τόσον αναρμόστως συντεταγμένου εγγράφου, πλήρους αορίστων και αβασίμων εναντίον μου στοιχείων και συκοφαντικών δυσφημίσεων, οικοδομήματος ασυστόλων κατηγοριών βασιζομένων μόνον επί «εντυπώσεων», ως ρητώς αναφέρει το απόσπασμα των πρακτικών [άρα υπήρχαν πρακτικά στο αρχείο της δεν βρέθηκαν ούτε στα γραφεία του ΣΕΗ] μία τοιαύτη άμυνα, θ’ απετέλει ύβριν εναντίον εμού της ιδίας, απρεπούς ήδη δια της αποφάσεως καθυβρισθείσης και δια τρόπου απάδοντος, ως φρονώ εις Σωματείον ευσεβούμενον εαυτό και τας αποφάσεις του.

»Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής» δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι».
Και τελειώνει την επιστολή καταθέτοντας τα όπλα εξαντλημένη και κατά κράτος νικημένη: «Οπωσδήποτε η Συνέλευσις υμών ας αποφασίση ό,τι νομίζει». Και υπογράφει: «Μετά πάσης τιμής». Σε ποιον και σε ποιους;

Είναι αλήθεια ότι ο αριθμός των θυμάτων της ανθρωποθυσίας στην Ελλάδα είναι ασήμαντος μπροστά στους ανατριχιαστικούς αριθμούς που μας παραδόθηκαν, μετά τον πόλεμο, από την Ιταλία και τη Γαλλία. Ίσως, λένε ορισμένοι, ως ποσοστά εν σχέσει με τον πληθυσμό κάθε χώρας είναι μάλλον ο ίδιος.

Αν εξαιρέσουμε τους μαυραγορίτες όλα τα άλλα θύματα ήταν της πείνας. Της πείνας ήταν και οι δολοφόνοι. Πρέπει όμως κάπως να κλείσουμε τούτο το παράπονο με τη δραματική διαπίστωση του Δ. Μυράτ«Όπως το αίμα του [Ίωνος] Δραγούμη κατέστρεψε τον [Ελευθέριο] Βενιζέλο, έτσι πιστεύω πως το αίμα της Παπαδάκη κατέστρεψε το ΕΑΜ». Όχι όμως μόνο της Παπαδάκη.

Η δολοφονία της μεγάλης τραγωδού με τσεκούρι από μέλη της Ο.Π.Λ.Α.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Θα ήταν άδικο να κλείσω τούτο το μνημόσυνο χωρίς μερικά ακόμη λόγια. Μόλις ησύχασαν, λοιπόν, κάπως τα πράγματα, μετά τον Φεβρουάριο 1945, ο Μυράτ αναγκάστηκε να εργαστεί ξανά για τον επιούσιο. Επειδή φοβήθηκε όμως ότι μπορούσε να βρεθούν μερικοί φανατισμένοι που είχαν μνήμη ανάμεσα στους θεατές και να τον ρωτήσουν δυνατά από την πλατεία, την ώρα της παράστασης, για την «περίπτωση», απευθύνθηκε σε φίλους του να πηγαίνουν στις παραστάσεις του για να επιβάλλουν σιωπή. Αψευδής μάρτυρας ο φίλος του φαρμακοποιός Σπύρος Λεκατσάς, οδός Πατησίων 336. Για να ’χει όμως το κεφάλι του ήσυχο και να καλοπιάσει λίγο αργότερα τους «απέναντι» έγραψε ότι «ο Δεκέμβρης μύριζε ξένη προβοκάτσια»!

Ακόμη κάτι απαραίτητο. Αντιγράφω από το αρχείο μου δύο παραγράφους από το αυθεντικό χειρόγραφο άλμπουμ που έφτιαξε ο ίδιος ο Αιμίλιος Βεάκης, όταν τέλειωσαν οι παραστάσεις του έργου «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι», που παίχτηκε σε δική του διασκευή στο Εθνικό Θέατρο.

Έχει ημερομηνία 20 Μαΐου 1934 (δέκα χρόνια πριν από το «συμβάν») και αφιερώνεται στην Ελένη Παπαδάκη:
«Στη μεγάλη μου συνάδελφο κι ευγενική φίλη Ελένη Παπαδάκη με την ευγνωμοσύνη μου για την αριστοτεχνική ενσάρκωση του ρόλου της Νατάσας».

Και απόσπασμα από την εισαγωγή του, πάλι χειρόγραφο: «Μην ξεχάσεις» της λέει «ποτέ σου αυτό το θρίαμβο, γιατί η θύμησή του θα σου φέρνει στο νου, για αιώνιο μάθημα, πως εκείνο που αξίζει θριαμβεύει πάντα στο πείσμα των ανάξιων και των μοχθηρών».

Φωτογραφία από την κηδεία της Ελενης Παπαδάκη ένα μήνα μετά την δολοφονία της

Υ.Γ.  Και όλα αυτά, όλα, «εξαιτίας κάποιας φημολογούμενης σχέσης με τους γερμανούς ορισμένων από εκείνους που μετείχαν στην παράσταση» της Εκάβης. Έτσι γράφει η τραγωδός Ασπασία Παπαθανασίου.

του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: www.poiein.gr

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Μάνου Ελευθερίου"][vc_empty_space][vc_column_text]Στη μνήμη του θαυμάσιου