ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
2 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 186)

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη

Ο Δημήτρης Κατής είναι ο ιδρυτής των «Εξόριστων» του πρώτου συγκροτήματος επικού μέταλ όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς.  Οι συμφωνικές και επικές μουσικές του που έγραψε στην διάρκεια της παραμονής του στην Αμερική βραβευτεί από τους ΑΧΕΠΑ, το περιοδικό Βillboard και  τα Los Angeles Music Awards. To Αrrogance and Fear ερμηνεύθηκε από την Φιλαρμονική του Κιέβου. Έχει δε χαρακτηριστεί ως ο τρίτος διεθνής Έλληνας συνθέτης μετά τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, ενώ ένα αστέρι με το όνομα του κοσμεί την «Λεωφόρο της Δόξας».

Με αφορμή την εκδήλωση της 29ης Απριλίου στις 7 μ.μ για τα 30 χρόνια μουσικής καριέρας στο πολύχωρο «Αίτιο» (Τζιραίων 8-10) κάναμε μια συνέντευξη μαζί του σε γνωστή καφετέρια των Βριλησσίων.

Κύριε Κατή, πως ξεκινήσατε να ασχολείστε με την μουσική ;

Ξεκίνησα κλασσική κιθάρα στο Εθνικό Ωδείο στα δέκα μου. Εκανα κάποια χρόνια με τον καθηγητή Γιώργο Λύρα, που θυμάμαι ήταν μια πολύ ωραία προσωπικότητα. Μετέπειτα ξεκίνησα θεωρία και αρμονία. Με άρεσε να εξελιχθώ και να αποκτήσω εξειδικευμένες γνώσεις στην μουσική. Κάπως έτσι ξεκίνησα και με το πιάνο και αυτό ήταν που με βοήθησε να γράφω συνθέσεις. Γιατί το έχω ξαναπεί, αλλά δεν ξέρω αν έχει ακουστεί πολύ,  ότι στους “Εξόριστους”  όλα τα κομμάτια τα έχω γράψει στο πιάνο. Μπορεί να παίζω κιθάρα ,αλλά με εξαίρεση 1-2 κομμάτια όπως το “Σύνορα Παντού” που φαίνεται ότι είναι κιθαριστικό, όλα τα άλλα που περιέχουν μελωδίες είναι γραμμένα και ενορχηστρωμένα στο πιάνο.  Ιδιαίτερα αυτό φαίνεται στους “Δωριείς”.

Πες μου λοιπόν πως εμπνεύστηκες τον δίσκο “Δωριείς”;

Αυτό ήταν ένας ορχηστρικός δίσκος που τον έκανα πολύ μικρός στα 16 μου στην Β! η Γ! τάξη του Λυκείου.  Ήταν ένα πείραμα. Με άρεσε η κλασσική μουσική , η μεσαιωνική μουσική και η ροκ μουσική και ήθελα να κάνω ένα συνδυασμό. Το ονόμασα “Δωριείς” γιατί μου άρεσε η Ελληνική Μυθολογία και Ιστορία και όλα αυτά στο μυαλό ενός μικρού έμοιαζαν μεγάλα, επικά. Μου έβγαλαν τον δίσκο στην Polygram και ακόμα δεν κατάλαβα πως μου τον έβγαλαν γιατί είναι μεγάλη εταιρεία. Και όμως τα πρώτα ακούσματα ήταν οι “Δωριείς” που μετεξελίχθηκαν σε “Εξόριστους”

Οι “Εξόριστοι” πότε δημιουργούνται;

Εδώ στα Βριλήσσια, 1989. Πρέπει να ήταν Ιανουάριο η το πρώτο εξάμηνο του 1989 οι Εξόριστοι”. Βασικά έβαλα τον ελληνικό στίχο στα τραγούδια, το οποίο δεν είχε γίνει ποτέ πριν.

Του άρεσε το όνομα γιατί είχε αριστερές καταβολές. Eμένα όμως δεν μου έλεγε τίποτα να είσαι αριστερός και εξόριστος. Δεν μπορεί να βγει κάποιος και να καπελώσει ιδεολογικά την έννοια του εξόριστου. Ο καθένας μπορεί να νοιώθει εξόριστος και το ξέρει ο ίδιος.

Ήταν μέταλ με ελληνικό στίχο

Το είπαν χέβυ μέταλ, το είπαν χάρντ ροκ. Η λέξη “επικό μέταλ”  δεν υπήρχε ποτέ.  Είτε το θέλουν, είτε όχι και έχει γραφεί παντού,  την φράση αυτή την έβγαλαν παγκοσμίως οι “Εξόριστοι”. Είναι διεθνής πατέντα. Τότε υπήρχε πάουερ μέταλ, δεν ξέρω πως τα έλεγαν αυτά.

Πως περιγράφεις το επικό μέταλ;   

Εμένα με άρεζε το κλασσικό ροκ και η κλασσική μουσική. Και κλασσικό ροκ εννοώ “Ντηπ Πέρπλ” και “Ραίηνμποου” Με άρεσαν επίσης οι “Τζέθρο Τάλ” και παρόμοια συγκροτήματα που είχαν κάτι “προγκρέσιβ” οι οποίοι δεν είχαν μόνο κιθάρες, αλλά και φλάουτα , βιολιά και όργανα της κλασσικής μουσικής. Με άρεζαν οι “Πάβλοφ’ζ Ντόγκ” Θα το έλεγα κλασσικ ροκ. Κυρίως όμως με αρεζε η βρεταννική σχολή με μελωδία και η αμερικάνικη σχολή από τον Νότο και κάτω.

Βρεταννική σχολή εννοείς “Λέντ Ζέππελιν”;

Δεν ήμουν τόσο φαν των Ζέππελιν , όσο των “Ραίηνμποου” γιατι ο Μπλάκμορ είχε βάλει αυτό το αναγεννησιακό, μπαρόκ στοιχείο και μπορούσε να τραγουδηθεί, είχε μια μελωδία. Δεν ήταν αυτή η ατελείωτη μπλουζιά η αμερικάνικη που ήταν η ίδια και η ίδια.

Αυτό που μετά έκαναν οι “Μαίηντεν” , δηλαδή το New Wave of British Heavy Metal. Tι ήταν αυτό; Πήραν το χέβυ μέταλ, πέταξαν όλες τις μπλούζ επιρροές και έκαναν την καθαρά ευρωπαϊκή ροκ, το ευρωπαϊκό μέταλ, βασιζόμενοι στην κλασσική μουσική, την αναγεννησιακή και το μπαρόκ.

Είναι όλα αυτά τα ακούσματα που με επηρεάζουν . Και το 1989 οι «Εξόριστοι» δημιουργούνται μέσα από όλη αυτήν την  πανδαισία χρωμάτων.

Σε πολλά τραγούδια σου αναφέρεσαι σε ήρωες. Τι σημαίνει ήρωας για σένα;

Ήρωας σημαίνει εξόριστος από την κοινωνία. Ο ήρωας κατά ανάγκη και κατά φύσιν είναι εξόριστος. Η κοινωνία τους δέχεται μόνο την περίοδο που τους χρειάζεται. Άρα τον υπόλοιπο καιρό είναι εξόριστοι.

Το συζητούσαμε αυτό με τον Μάνο Ξυδούς που ήταν ο παραγωγός των Εξόριστων. Για να πούμε την αλήθεια για να μου βγάλει δίσκος ο Ξυδούς μου έβγαλε την πίστη. «Όχι μέταλ. Τι είναι αυτά τα πράγματα;» «Ροκ πάιζουμε ρε Μάνο» του έλεγα. Ήταν 20 χρόνια μεγαλύτερος μου και είχε μια ροκ κουλτούρα αλλά δεν πήγαινε τον σκληρό ήχο, το χέβυ μέταλ. Του λέω λοιπόν «Έχουμε ελληνικό στίχο και το όνομα του συγκροτήματος είναι «Εξόριστοι» Του άρεσε το όνομα γιατί είχε αριστερές καταβολές. Eμένα όμως δεν μου έλεγε τίποτα να είσαι αριστερός και εξόριστος. Δεν μπορεί να βγει κάποιος και να καπελώσει ιδεολογικά την έννοια του εξόριστου. Ο καθένας μπορεί να νοιώθει εξόριστος και το ξέρει ο ίδιος.

Και έτσι μου βγήκε όλη η μοναδικότητα του ήχου μας , αυτό το πάντρεμα κλασικής και μέταλ, που τον θεωρώ ευρωπαϊκό ήχο Ο οποίος έχει να κάνει με την μοναδικότητα μας ως Έλληνες με την Ιστορία μας και την Μυθολογία μας και με τραγούδια όπως «Το Σπαθί του Νικητή».

Ήσασταν και το πρώτο συγκρότημα που κερδίσατε πλατινιένο δίσκο.

Ναι. Ήμασταν το πρώτο αθηναϊκό συγκρότημα που κέρδισε πλατίνα από την δεκαετία του 60 που κέρδισε πλατίνα.

Πως και δεν πήρες τους «Εξόριστους» να πάτε έξω;

Ήταν η γλώσσα που δεν μας βοηθούσε. ¨Όμως στο εξωτερικό υπάρχουν τρία φάν κλαμπ. ¨Ένα στην Ουκρανία, που έχει δημιουργηθεί από το 2007, ένα στον Παναμά και ένα στην Αργεντινή.

Πόσα άλμπουμ έχουν κάνει οι «Εξόριστοι»;

Το ομώνυμο, το «Δεκαεννιά», «Ο Λυτρωτής» «Η Γενιά των Αρίστων» και  Wrath of Zeus.

Ποια είναι η «Γενιά των Αρίστων»;

Είναι αυτή που θα έπρεπε να επικρατεί στα πράγματα στην Ελλάδα, αλλά δεν επικρατεί λόγω των συνθηκών. Αυτή που θα έπρεπε να ελέγχει τα πράγματα με την έννοια του ήθους. Είμαστε όλοι παρτάκηδες και δεν νοιαζόμαστε για τον συνέλληνα.

Στην Αμερική που έχεις ζήσει μεγάλο διάστημα με τι ασχολείσαι;  

Ασχολούμαι με θεατρικά, μιούζικαλς, πανεπιστημιακά θεατρικά , πανεπιστημιακά μιούζικαλς, βίντεογκέημς, τηλεοπτικά σάουντρακς. Όλα αυτά είναι ορχηστρική μουσική στο γνωστό μου επικό συμφωνικό στυλ.

Βραβεύτηκες κάποια στιγμή από τους ΑΧΕΠΑ

Από την ΑΧΕΠΑ βραβεύτηκα το 2008 κοντά στην Φιλαδέλφεια στην Πενσυλβάνια για την μουσική που είχα γράψει για τις Βάκχες” του Ευρυπίδη. Αυτό είχε πολλά κομμάτια συμφωνικά, είχε συνδυασμό με “ελληνικό” στυλ, αλλά πάλι  με συμφωνική συμβολή με ελληνικό στίχο πάντα. Ήταν δηλαδή ινστρουμένταλ αλλά και ελληνικό στίχο που ερμηνευαν οι ίδιοι οι ηθοποιοί.

Το συμφωνικό / επικό στυλ σου δεν το αφήνεις παντως

Όχι και μάλιστα το 2007 κάναμε την συνεργασία με την  Φιλαρμονική Ορχήστρα του Κιέβου με το Arrogance and Fear. Mάλιστα την ορχήστρα την διεύθυνε ο καλός φίλος μου αείμηστος Ρόμπερτ Ίαν Γουίνσκι, ο οποίος αντιδημαρχος Πολιτισμού του Σικάγο, ο οποίος πέθανε δυστυχώς το 2010 σε ηλικία 58 ετών. Το Arrogance and Fear συμπεριλήφθηκε στο Masterworks of Living Composers Vol 10. O Γουίνσκυ είχε ανοίξει τους Ολυμπιακούς του Σίδνεύ και ήταν μια μεγάλη φυσιογνωμία και κρίμα που δεν υπάρχει. Και ήταν σημαντικό να  ακούς να ερμηνεύουν μεγάλες συμφωνικές ορχήστρες το έργο σου.

Θα ήθελα να μιλήσουμε για τους “300 Σπαρτιάτες” την ροκ όπερα που έκανες

Ήμουνα στο Κέητ στο Μασαχούσετς κοντά στο Μουσείο του Τζων Κέννεντυ. Ο ένας φίλος μου έιχε την ταβέρνα “Αιγαίο” και ο άλλος ήταν ο πάτερ Πητ, Ορθόδοξος ιερέας, αλλα χωρίς τα μούσια που έχουν εδώ. Και μου λέει “Μετά τις Βάκχες, γράψε κάτι ιστορικό, να έχει σώου”.

Και του λέω αμέσως “300 Σπαρτιάτες”. Είχε να κάνει με την Ελληνική ιστορία και ήταν τότε και μεγάλη επιτυχία στο Χόλλυγουντ η ταινία “300”. Και αυτό θα ήταν από μόνο του διαφήμιση.

Έγραψα Χολλυγουντιανή συμφωνική μουσική και δώσαμε  πλούσιο σώου προωθούσε τον Ελληνισμό, γιατί αυτός ήταν και ο σκοπός.

Το οποίο το παρουσίασες στο Ζάππειο.

Αυτό ήταν το 2009 και με βράβευσε το Ελληνοαμερικάνικο Συμβούλιο Γυναικών με το βραβείο «Άρτεμις». Την επόμενη χρονιά το ξαναπαρουσιάσαμε στο Ζάππειο και εκεί με βράβευσε ο πρέσβης Ντέηβιντ Σπερκχαντ και όπου η κόρη του Λία Σπέρκχαντ τραγούδησε ένα τραγούδι. Εκεί τραγούδησε και ο Φίλιπππος Μοδινός και παιδιά από την Λυρική Σκηνή.

Τα τελευταία χρόνια οι «Εξόριστοι» έχουν επανεργοποιηθεί. Για πες μας για αυτήν την εμπειρία.

Ξεκινήσαμε το 2013 και ήμουνα στην Αμερική όταν έπεσε η ιδέα για μια συναυλία από τον ντράμερ. Γύρισα πίσω και παίξαμε στην «Αρχιτεκτονική» του Ζωγράφου και μετά μας ζητούσαν από πολλές πόλεις να πάμε να παίξουμε. Παίξαμε στο «Κύτταρο» δυο φορές τα τελευταία χρόνια και έγινε χαμός. Και πολλοί μας είπαν πόσο προφητικά ήταν τραγούδια , όπως «Σύνορα Παντού». Και σε όλες αυτές τις συναυλίες το 75 με  80 % ήταν πιτσιρικάδες 19 με 25 χρονών που ήξεραν τα λόγια όλων των τραγουδιών. Και αυτός είναι ένας βασικός λόγος που συνεχίζω τους «Εξόριστους»

Τελευταία έχεις κάνει την «Ιστορία ενός Ήρωα»

Eδώ έχω συνεργασθεί με τον  Ελληνικής καταγωγής Γερμανό σκηνοθέτη Γιώργο Παπαβασιλείου που έχει δουλέψει στο ZDF και την Αυστριακή τηλεόραση. Γυρίσαμε το βίντεοκλιπ στην Ελλάδα, στο οποίο καταλυτική ήταν η συμβολή του Αλέξη Γεωργούλη. Κάναμε και ένα φιλμ με την προοπτική να το στείλουμε στα Φεστιβάλ.

Το στυλ είναι μελωδικό, να μπορεί να τραγουδηθεί . Εχει επικά μέρη, με κιθάρες, ντραμς. Με πολύ ταπεινότητα θα το αποκαλούσα συμφωνικό ροκ η συμφωνικό μέταλ. Και ειδικά με την οπερατική φωνή του Φίλιππου Μοδινού., τενόρου της Λυρικής Σκηνής με τον οποίο έχουμε συνεργασθούμε σε πολλά μέρη. Η επική φωνή του ταιριάζει σε αυτό το αναγεννησιακό και μπαροκ στυλ που παίζουμε.

Και δυστυχώς στην Ελλάδα, η μειονότητα είναι αυτή που καθρεπτίζει τον Ελληνισμό και δεν έχω καταλάβει για ποιόν λόγο. Εδώ και 40 -50 χρόνια μια ελάχιστη μειονότητα προβάλλεται ως η μειονότητα της Τέχνης, του Πολιτισμού που δεν έχει προσφέρει τίποτα σε αυτόν τον τόπο.

Τα έργα σας έχουν σχέση με τον Ελληνισμό. Για εσάς τι σημαίνει Ελληνισμός

Θα σου πω ένα παράδειγμα. Εμείς όταν μας κάλεσαν το 1994 να παίξουμε στην Σερβία, ήταν ένα φεστιβάλ από τα Βαλκάνια και τις όμορες χώρες, μέχρι Ουγγαρία. Κάθε χώρα θα αντιπροσωπευόταν από ένα συγκρότημα. Από εδώ είχαν καλεστεί μεγάλα ονόματα και δεν πήγε κανείς από εδώ γιατί τότε ήταν ο εμφύλιος. Και μας είπαν από εδώ «Θα πάτε;» Και τους είπαμε ότι θα πάμε. Και υπήρχε ένας δημοσιογράφος της τηλεόρασης του Βελιγραδίου, που οργάνωσε την συναυλία  και του λέμε «Ζβάντοφ, από Σκόπια μέσα δεν περνάω. Να έχω το διαβατήριο μου σφραγίδα «Μακεδονία» ούτε στο χειρότερο όνειρο μου. Θα υποστούμε μια ταλαιπωρία και θα πάμε μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας , Σερβίας». Και κάναμε 8 με 10 ώρες παραπάνω, γιατί ήταν γκρεμοί, νύκτα και καταιγίδα.  Αυτό είναι ο Ελληνισμός. Να τον αποδεικνύεις έμπρακτα. Αλλά αυτό χωρίς να προσβάλλεις, χωρίς να διαβάλλεις και χωρίς να κατηγορείς. Να αποδεικνύεις στους άλλους που δεν υπάρχει Ελληνισμός ότι όντως υπάρχει.  Και να μην ντρέπονται για τον Ελληνισμό.

Πιστεύεις ότι υπάρχουν σήμερα καλλιτέχνες που ντρέπονται να δηλώνουν Έλληνες;

Λίγο πολύ ντρέπονται οι κομπλεξικοί.

Πολιτική απόφαση είναι η κομπλεξισμός;

Ο κομπλεξισμός φέρνει και αντίστοιχες πολιτικές επιλογές. Ανάλογα πως θέλεις να δεις το μέλλον της χώρας. Πολύς κομπλεξισμός φέρει κακές πολιτικές κινήσεις. Και δυστυχώς στην Ελλάδα, η μειονότητα είναι αυτή που καθρεπτίζει τον Ελληνισμό και δεν έχω καταλάβει για ποιόν λόγο. Εδώ και 40 -50 χρόνια μια ελάχιστη μειονότητα προβάλλεται ως η μειονότητα της Τέχνης, του Πολιτισμού που δεν έχει προσφέρει τίποτα σε αυτόν τον τόπο.

Τι εννοείς;

Ότι σήμερα θα πρέπει να φαίνεται ο Σεφέρης και ο Ελύτης, αλλά δεν φαίνονται. Φαίνονται όλοι οι άλλοι οι τυχάρπαστοι, τύποι  και όλοι αυτοί που έγιναν ξαφνικά όλοι τους «αγωνιστές του Πολυτεχνείου»

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη"][vc_empty_space][vc_column_text]Ο Δημήτρης Κατής

του Ντέηβιντ Φρένς από το National Review

Όσο περισσότερο ζω, τόσο λιγότερο περίπλοκη (αν και πιο δύσκολη) πιστεύω ότι είναι η ζωή, ειδικά για τους άντρες. Όταν βλέπω τη διαφορά μεταξύ των ανδρών που ζορίζονται και των ανδρών που ευημερούν, οι άντρες που ευημερούν τείνουν να είναι εκείνοι που (για να μην υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες) κάνουν κάτι κουλ καθώς διατηρούν ουσιαστικές διαπροσωπικές σχέσεις. Η ιδέα προϋπάρχει από τη Παλαιά Διαθήκη, όπου ο Σολομώντας καλεί τους άντρες να βρουν ικανοποίηση στο μόχθο τους και την ανιδιοτελή αγάπη του Ευαγγελίου.

Έχουμε μια πληγωμένη γενιά – μια γενιά που κυριολεκτικά αναζητά έναν σκοπό και ψάχνει για μια οικογένεια.

Και μην νομίζετε, τα δυο είναι απόλυτα συνδεδεμένα και σημαντικά. Έχω δει άντρες με καλές οικογένειες να παραδέρνουν και να βυθίζονται στην κατάθλιψη εάν ζορίζονται στην επαγγελματική τους ζωή ή αν δεν έχουν κανένα χόμπι που να απασχολεί το μυαλό τους ή κάτι που τους επιτρέπει να δουλεύουν με τα χέρια τους. Συνάμα, ούτε ο πιο δυναμικός επαγγελματίας, ή ο πιο γενναίος πυροσβέστης ή στρατιώτης δεν ευημερεί όταν καταρρέει η οικογένειά του ή χαλάνε οι φιλίες του.

Αναλογιστείτε την παρούσα κρίση που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί άνδρες εργατικής τάξης. Σκεφτείτε το βαθμό στον οποίο η διάλυση της οικογένειας και η έλλειψη οικονομικών ευκαιριών οδηγούν τους ανθρώπους να χάσουν και τα δύο κρίσιμα στοιχεία της ζωής – έχουν χάσει τις σχέσεις τους. Έχουν χάσει την αίσθηση του επαγγελματικού τους προορισμού. Κανείς δεν ευημερεί σε αυτό το περιβάλλον και η επιθυμία να αναδημιουργήσει σχέσεις και να κάνει κάτι κουλ μπορεί να γίνει τόσο απελπιστική όσο και (μερικές φορές) καταστροφική. Η αρνητική, πιο σκοτεινή πλευρά αυτής της επιθυμίας είναι οι συμμορίες στους δρόμους. Πέρα όμως από αυτά τα ακραία φαινόμενα, εξακολουθούμε να έχουμε μια πληγωμένη γενιά – μια γενιά που κυριολεκτικά αναζητά έναν σκοπό και ψάχνει για μια οικογένεια.

Και αυτό μας φέρνει στη σειρά ταινιών Μαχητές των Δρόμων (Fast and furious). Ναι τα Fast & furious (Αν ψάχνετε για διανοουμενίστικη σινεκριτική, έχετε έρθει σε λάθος μέρος.) Γιατί έχει γίνει ένα κινηματογραφικό μεγαθήριο; Γιατί είναι μια σειρά κινηματογραφικών ταινιών που για τη νεότερη γενιά αναπαριστά μια εκδήλωση που ανταγωνίζεται ακόμα και τα μεγαλύτερα σκηνικά στο Χόλιγουντ; Επειδή απεικονίζει τόσο “κάτι κουλ” όσο και “βαθιές σχέσεις” καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη υπάρχουσα σειρά ταινιών.

Να τους “φυλάς τα νότα” ήταν τα πάντα. Η υπουλότητα ήταν η μεγαλύτερη αμαρτία. Ήθελαν και χρειάζονταν σχέσεις στις οποίες μπορούσαν να βασιστούν. Αγωνίζονταν σκληρά για να τις βρουν.

Το τμήμα “κάτι κουλ” είναι εύκολο να επεξηγηθεί. Στη διάρκεια επτά ταινιών έχουμε δει αυτοκίνητα να αγωνίζονται στους δρόμους, να μάχονται με ένα τανκ, να πέφτουν από αεροπλάνα και να πηδούν από ουρανοξύστη σε ουρανοξύστη. Η δράση είναι αξιογέλαστη και εξωπραγματική και οι ταινίες μετατρέπουν τους χαρακτήρες σε υπερήρωες καθώς προσποιούνται ότι δεν έχουν υπερδυνάμεις. Εάν ένα στιγμιότυπο συνοψίζει την ατμόσφαιρα της δράσης είναι αυτό που ο The Rock χρησιμοποιεί ένα ασθενοφόρο για να πετάξει σε drone με τζετ (γιατί να μην καταρρίψει ένα drone με ένα ασθενοφόρο άλλωστε;), να βγει από τα φλεγόμενα συντρίμμια χωρίς μια γρατσουνιά, να βρει ένα αυτόματο οπλοπολυβόλο (γιατί φυσικά ένα αυτόματο οπλοπολυβόλο βρίσκεται στο έδαφος), και να συνεχίσει καταρρίπτοντας ένα πολεμικό ελικόπτερο. Ο διάλογος είναι εκπληκτικός:

Λέττυ (Μισέλ Ροδρίγκεζ): “Έφερες το ιππικό;”

Χόμπς (The Rock): “Γυναίκα, εγώ είμαι το ιππικό”.

Ας είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι δύσκολο να βρεθούν ταινίες δράσης – ειδικά αν ο The Rock ή ο Vin Diesel είναι στο κάστ. Αυτό που κάνει τις ταινίες ξεχωριστές είναι η πολύ σκόπιμη και συχνά συγκινητική απόφαση να μετατρέψουν τους Μαχητές των Δρόμων σε κάτι πέρα από μια απλή ομάδα φίλων: να τη μετατρέψουν σε “οικογένεια”. Είναι μια λέξη που ακούγεται συνέχεια στη σειρά ταινιών και δεν αφορά μόνο τους δεσμούς αίματος αλλά και την επιθυμία να δημιουργηθούν βαθιές και μακροχρόνιες φιλίες.

Αυτό είναι που οι άνθρωποι επιθυμούν να κάνουν σε μια εποχή απόντων πατέρων και διαλελυμένων οικογενειών. Έχω αναφερθεί στο παρελθόν στο θέμα, πριν από χρόνια η σύζυγός μου και εγώ συμμετείχαμε σε μια υπηρεσία που προσέγγιζε παιδιά σε «κίνδυνο». Προέρχονταν από διαλυμένες οικογένειες και αντιμετώπιζαν αβέβαιο μέλλον, αλλά σχημάτιζαν σφοδρές φιλίες. Να τους “φυλάς τα νότα” ήταν τα πάντα. Η υπουλότητα ήταν η μεγαλύτερη αμαρτία. Ήθελαν και χρειάζονταν σχέσεις στις οποίες μπορούσαν να βασιστούν. Αγωνίζονταν σκληρά για να τις βρουν.

Αλλά εδώ είναι το κλειδί των Μαχητών του Δρόμου. Δεν λέει ότι η βιολογική οικογένεια δεν έχει σημαντικό νόημα. Χρησιμοποιεί αντ ‘αυτού τον πόνο του παρελθόντος για να δώσει έμφαση στην οικοδόμηση νέων οικογενειών με τον σωστό τρόπο. Εδώ ο Dom (Vin Diesel) και ο Brian (ο αποθανών Paul Walker) συζητούν για τον πατέρα που έχασε ο Dom και τον μπαμπά που ο Brian δεν μπορεί καν να θυμηθεί.

Και οι δυο πληγωμένοι λόγω της απώλειας, ωστόσο ο Dom περιγράφει έναν άνθρωπο που κάθε πατέρας πρέπει να φιλοδοξεί να είναι:

Μπράιαν: Ντόμ τι θυμάσαι από τον πατέρα σου

Ντόμ: «Θυμάμαι τα παντα σχετικά με τον πατέρα μου. Συνήθιζε να οργανώνει μπάρμπεκιου τις Κυριακές για όλους στην γειτονιά μετά την εκκλησία. Αν δεν πήγαινε στην εκκλησία, δεν οργάνωνε μπάρμπεκιου.  Κάθε μέρα ήταν στο μαγαζί και κάθε βράδυ καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας με την Μία, βοηθώντας της στα μαθήματα. Ακόμα και όταν αυτή πήγαινε να κοιμηθεί, εκείνος καθόταν ξύπνιος για μερικές ώρες ακόμα για να διαβα΄σει το επόμενο κεφάλαιο για την επόμενη μέρα.  Θυμάμαι τα πάντα για τον πατέρα μου».

Είναι μια έντονη σκηνή και υπάρχουν άλλες σαν αυτή στις ταινίες. Αλλά ίσως καμία σκηνή δεν ενσωματώνει καλύτερα την ατμόσφαιρα καλύτερα από το κλείσιμο της έκτης ταινίας, όπου οι Μαχητές (πλέον με μια μαμά και έναν μπαμπά ανάμεσά τους) μαζεύονται για γεύμα και προσεύχονται.

«Επουράνιε Πατέρα, σε ευχαριστούμε για την σύναξη των φίλων. Επουράνιε Πατέρα σε ευχαριστούμε για τις επιλογές  που έχουμε κάνει γιατί αυτές είναι μας κάνουν αυτό που είμαστε. Ας λατρεύουμε για πάντα τους αγαπημένους μας που χάθηκαν στην διάρκεια της διαδρομής. Σε ευχαριστούμε για τον μικρό άγγελο που μας έφερες ως καινούργιο μέλος της οικογένειας μας.  Σε ευχαριστούμε που έφερες την Λέττυ πίσω στο σπίτι. Και πάνω από όλα σε ευχαριστούμε για τα γρήγορα αμάξια»

Αυτή είναι η απεικόνιση της πραγματικής ζωής, το είδος της πραγματικής ζωής που χτίζουν οι άνθρωποι σε πόλεις και χωριά σε ολόκληρη τη χώρα. Είναι εμποτισμένη με πίστη και σφυρηλατημένη στο πλαίσιο της κοινής απώλειας. Μπορεί να σκέφτομαι υπερβολικά για τη σειρά ταινιών, αλλά δε το νομίζω. Ξέρω ότι οι άνθρωποι δεν θα συρρέουν στην ταινία απόψε (θα είμαι εκεί μαζί τους) σκεπτόμενοι “Δεν μπορώ να περιμένω να δω μια φοβερή ταινία με θέμα την οικογένεια.” Πηγαίνουν γιατί οι ταινίες είναι διασκεδαστικές, γιατί ο Rock είναι ο Rock και επειδή συνδέονται μαζί τους. Πιστεύω ότι το όραμα του Vin Diesel για τους Μαχητές του ως οικογένεια είναι ένας ακόμα σημαντικός λόγος.

Δεν νομίζω ότι κάποιο κομμάτι τέχνης είναι απαραίτητα καίριο ή ακόμα και σημαντικό στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας, αλλά κάθε βιβλίο, κάθε ταινία, κάθε τραγούδι χτίζει λίγο ή αποδομεί τη κουλτούρα. Μερικές φορές και τα δύο. Όταν πρόκειται για τις ταινίες Μαχητές των Δρόμων, πιστεύω ότι τη χτίζουν λίγο. Πηγαίνετε λοιπόν να παρακολουθήσετε τον Dom και τον Hobbs απόψε. Παρακολουθήστε τον The Rock (αν πιστέψουμε τη διαφήμηση) να παλεύει με μια πραγματική τορπίλη που εξφενδονίζεται από ένα πραγματικό υποβρύχιο. Αλλά επίσης να παρακολουθήσετε τους πληγωμένους να οικοδομούν και να διατηρούν μια οικογένεια. Αυτό είναι που ξεχωρίζει αυτή τη σειρά ταινιών. Και γι ‘αυτό προσχωρώ στους συντηρητικούς μου συναδέλφους λέγοντας ότι αγαπώ τους Μαχητές των Δρόμων και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό.

του Ντέηβιντ Φρένς από το National Review

Πηγή: nationalreview.com

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Ντέηβιντ Φρένς από το National

του Αντώνη Πετρίδη

Σε παλαιότερο κείμενό μας σε αυτό το ιστολόγιο επιχειρήσαμε να αναλύσουμε συνοπτικά το ποίημα με το οποίο ο W. B. Yeats εξωτερίκευσε την αμφιθυμία του για το ιρλανδικό κίνημα και ειδικά για την εξέγερση που σημειώθηκε το Πάσχα του 1916. Στη σημερινή ανάρτηση αποπειρώμαι να μεταφράσω το απαιτητικό αυτό ποίημα.

Αφιερώνω τη μετάφραση στους παλιούς μου μαθητές από το American International School in Cyprus, που διδάχτηκαν τότε το ποίημα στο μάθημα των Αγγλικών, αλλά το συζητούσαν συχνά και μαζί μου, επιχειρώντας να ανακαλύψουν τι είναι τελικά αυτό που ένωνε κα τι αυτό που ξεχώριζε τον ιρλανδικό από τον κυπριακό αγώνα…

Yeats, Easter 1916 copyYeats, Easter 1916 copy2

του Αντώνη Πετρίδη

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Αντώνη Πετρίδη"][vc_empty_space][vc_column_text]Σε παλαιότερο κείμενό μας

Ο Ηφ. Βαξεβανέρης, ιδρυτής των SAOS, που με όχημα τις νότες προσπαθεί να δώσει τη δυνατότητα να καταλάβει ο Ελληνας τη σκέψη των προγόνων, μιλά για το έργο του

Από τον Παναγιώτη Λιάκο

Είναι συναυλία, ιεροπραξία ή τηλεμεταφορά στην αρχαία Ελλάδα, με όχημα τις νότες και έναν μύθο από την αυγή της Ιστορίας; Δύσκολα θα το χαρακτήριζες, εύκολα θα το παρακολουθούσες και πάλι εξαιρετικά δύσκολα θα λησμονούσες το πώς ένιωσες όταν το βίωσες. Το συγκρότημα SAOS ανέβασε πρόσφατα στο θέατρο «Χυτήριο» μια παράσταση όπου ο ελληνικός λόγος, η μουσική και ο χορός έντυσαν τον ομηρικό ύμνο στη Δήμητρα, αφήνοντας μαγεμένους τους θεατές στο πέρας της βραδιάς. Οι στίχοι στα αρχαία (με οθόνη όπου υπήρχαν υπότιτλοι νεοελληνικής απόδοσης) και οι παραδοσιακές μουσικές απ’ όλη την Ελλάδα όλων των εποχών συνέθεσαν ένα ενιαίο σύνολο υψηλής στάθμης πολιτισμού και βαθέος συναισθήματος.

Η περιπέτεια της Δήμητρας, που ψάχνει απελπισμένη και ταυτόχρονα αποφασισμένη την κόρη της στα άχαρα δώματα του Πλούτωνα, μπορεί να συγκλονίσει ακόμα και τον πιο ρηχό, τον πιο «αμύητο» άνθρωπο – αρκεί να αποδοθεί σωστά. Οι SAOS είναι μια πολυπρόσωπη προσπάθεια, που απευθύνεται σε όλους όσοι απαιτούν ψυχαγωγία, μέθεξη και όχι απλή διασκέδαση. Αν και απόλυτα ελληνική, η υφή των δημιουργημάτων του συγκροτήματος SAOS είναι συνάμα παγκόσμια, όπως όλα τα ανθρώπινα πονήματα που δημιουργήθηκαν με την καταβολή ικανού τιμήματος σε αλήθεια, ταλέντο και έμπνευση. Η συνέντευξη που ακολουθεί έγινε με τον ιδρυτή και ψυχή των SAOS Ηφαιστίωνα Βαξεβανέρη και μας ταξιδεύει εκεί όπου ανήκουμε όλοι: στην Ελλάδα της αρμονίας.

Γιατί επιλέξατε αυτό το όνομα για το συγκρότημα;

Ο λόγος που επιλέξαμε το όνομα αυτό είναι γιατί το Σάος είναι το υψηλότερο βουνό του Αιγαίου και ένας τόπος όπου λειτούργησαν τα πανάρχαια καβείρια μυστήρια της Σαμοθράκης και της Λήμνου, απ’ όπου και κατάγομαι, αλλά και λόγω της πολιτισμικής ένωσης του αρχαίου αυτού ορίζοντα με τον νέο και παραδοσιακό.

Ποια είναι η κεντρική ιδέα της δικής σας μουσικής;

Αποψή μου, αλλά και του SAOS, είναι ότι ο αρχαίος τρόπος μελοποίησης του αρχαίου ελληνικού λόγου, της τέχνης αυτής που πολλοί καλλιτέχνες θεωρούν απολεσθείσα, έχει διαλυθεί σε κομμάτια και έχει μοιραστεί σε όλη την παραδοσιακή Ελλάδα, και όχι μόνο. Ενα από τα έργα μας είναι η προσπάθεια συμπλήρωσης αυτού του καλλιτεχνικού παζλ αλλά και η προβολή και χρήση του αρχαίου λόγου ως καθομιλουμένης γλώσσας.

Τι σας επηρέασε τόσο, ώστε να επιλέξετε αυτόν τον τρόπο μουσικής έκφρασης; Ποιοι συγγραφείς, καλλιτέχνες, στοχαστές βρίσκονται πιο ψηλά απ’ όλους στην εκτίμησή σας;

Πολλοί… Κάποιοι με την τέχνη τους και κάποιοι με τον λόγο τους. Είναι πολύ σημαντικό, για να ενωθεί αυτό το παζλ, να καταλάβει κάποιος τον τρόπο σκέψης των αρχαίων Ελλήνων. Δηλαδή, με ποιο σκεπτικό έφτιαχναν τις κλίμακες, τα βήματα των χορών, τις χειρονομίες, τους ρυθμούς, τα ενδύματά τους, τα δρώμενά τους. Αρα, αναγκαστικά θα πρέπει να μελετήσει τη φιλοσοφία τους, θα πρέπει να μελετήσει τον κεντρικό έστω πυλώνα τους, την πανάρχαια ορφικοπυθαγόρεια, στωική προσωκρατική, πλατωνική, νεοπλατωνική παράδοση, τη βγαλμένη από τα αρχαία μυστήρια. Εχοντας ως πρόσφατους οδηγούς Ελληνες φιλοσόφους, όπως οι Σπυρίδων Νάγος, Ιωάννης Βασιλής, Πλάτωνας Δρακούλης, Αντώνης Ανδριανόπουλος κ.ά., καθώς εκείνοι είχαν την ικανότητα να ενώσουν πλέον το παζλ των λόγων των αρχαίων κειμένων και να διατυπώσουν οδηγούς κατανοήσεως, έχοντας τη συνολική εικόνα της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων και των αρχαίων μυστηρίων συμπληρωμένη.

Προσπαθείτε να αναβιώσετε την αρχαία γλώσσα μαζί με τους ήχους ή αυτό απλά είναι ένας σταθμός στην πορεία σας – κάτι που σας εκφράζει προς στιγμήν;

Προσπαθούμε να ζωντανέψουμε τον αρχαίο λόγο, γιατί είναι ένα υπέροχο εργαλείο επικοινωνίας και τρόπου σκέψης. Είτε με τους μουσικούς τρόπους και ρυθμούς, με τους οποίους μεταμορφώνουμε ένα ψυχρό και -για κάποιους- νεκρό κείμενο, όπως η Ιλιάδα, η Οδύσσεια, τα Αργοναυτικά, σε τραγούδι γεμάτο συναισθήματα και χρωματικές-θεατρικές αποδόσεις, που κάνουν κάποιον, χωρίς να ξέρει αρχαία ελληνικά, να τα καταλαβαίνει σε μεγάλο ποσοστό, είτε με τους υπότιτλους που βάζουμε στις συναυλίες μας, μπορεί κάποιος να τον χρησιμοποίηση ως εργαλείο, ως τρόπο διδασκαλίας των αρχαίων για την αναγέννηση του προφορικού λόγου.

Είναι εφικτή μια αναθέρμανση της σχέσης των Ελλήνων με την προγονική παράδοση;

«Η τέχνη θα πρέπει να μιμείται το ανώτερο» λέει ο Σωκράτης στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα. «Αυτό που δύσκολα κάποιος μπορεί να συλλάβει με τη νόησή του η τέχνη τον κάνει να το νοήσει και να το μιμηθεί. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στο τι πρότυπα προβάλλει η σημερινή τέχνη». Και ο Σπυρίδων Νάγος μάς λέει ότι τα μυστήρια είναι γνωσιολογικά σκηνώματα-θεατρικά, των νόμων και λειτουργιών της φύσεως. Ηταν, δηλαδή, καλλιτεχνικά δρώμενα που δίδασκαν στις ψυχές των ανθρώπων τούς φυσικούς νόμους («μεταφυσική») με βιωματικό τρόπο. Νομίζω ότι, αν ο σημερινός κοινωνικός άνθρωπος αντιληφθεί τη θρησκεία, τις καλές τέχνες, τη φιλοσοφία και την επιστήμη με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα αναθερμάνει τη σχέση του με την ελληνική παράδοση, αλλά θα ερωτευθεί τη φιλοσοφία, και μόνο τότε θα θαυμάσει πραγματικά την Ελλάδα. Τότε θα σεβαστεί τον εαυτό του και θα τον θέσει ίσο με τον συνάνθρωπό του ως προς τα δικαιώματά του στη φύση, αλλά και διαφορετικό ως προς την ψυχή του από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο. Ετσι θα ξαναβρεί τον σκοπό της η ανθρωπότητα. Πιστεύω ότι θα πρέπει να γνωρίσουμε και να θυμηθούμε το παρελθόν όχι για να γυρίσουμε πίσω -κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τους φυσικούς νόμους της εξελίξεως και με την ελληνική παράδοση-, αλλά, πρώτον, για να χρησιμοποιήσουμε γνώσεις που έχουμε ξεχάσει στο σήμερα για τη διευκόλυνσή μας, δεύτερον, για να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη και, τρίτον, για να εμπνεόμαστε από τα πολιτισμικά και φιλοσοφικά επιτεύγματα, να επιταχύνουμε την εξέλιξή μας και να κάνουμε πρωτίστως τους εαυτούς μας, αλλά και τα κοινωνικά σύνολα στα οποία ζούμε ευτυχέστερα και αρμονικότερα.

Εχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό – να στηθεί μια μουσικοχορευτική παράσταση με το… λιμπρέτο της να είναι ο ομηρικός ύμνος στη Δήμητρα; Ποιος είχε την ιδέα να αποπειραθείτε κάτι τέτοιο και γιατί;

Υπήρχαν κάποια υπέροχα τραγούδια, όπως του Χατζιδάκι -«Κέλομαί σε Γογγύλα» της Σαπφούς-, του Λουδοβίκου των Ανωγείων ή του Αλκίνοου Ιωαννίδη. Απ’ όσο γνωρίζω, όμως, όχι σε τόσο μεγάλο αριθμό στίχων, όχι σε ολόκληρο έργο και όχι με παραδοσιακούς ρυθμούς και χορούς.

Στην παρουσίαση του έργου σας στο Χυτήριο «ντύσατε» κάθε τραγούδι με ήχους από διαφορετικές γωνιές και εποχές της Ελλάδας (από πυρρίχιο και κρητικούς χορούς μέχρι τσάμικο και νησιωτικό μπάλο), και το αποτέλεσμα ήχησε αρμονικό. Ποια θεωρείτε ότι είναι η ηλικία των μουσικών τρόπων που ακούσαμε;

Είχαμε επίσης και από Μακεδονία, Θράκη, Ηπειρο, Πόντο. Ολοι αυτοί οι ρυθμοί και οι κλίμακες υπάρχουν στην αρχαία μουσική. Αρκεί να σας πω ότι η μετρική του λόγου του Ομήρου, δηλαδή ο ρυθμός του λόγου, το δακτυλικό εξάμετρο, είναι 6/8, το γνωστό σε εμάς από τα παραδοσιακά ζωναράδικο, χορός της Θράκης. Ολοι αυτοί οι παραδοσιακοί χοροί, ρυθμοί και μουσικές κλίμακες χρησιμοποιούνταν σε θεατρικά έργα στην αρχαία Ελλάδα, σε τραγωδίες, απαγγελίες, θρησκευτικά δρώμενα, σε πομπές, σε μυστήρια. Εχουν διάσπαρτα διασωθεί ακόμα και στη βυζαντινή μουσική, σε γρηγοριανούς ψαλμούς και σε μοντέρνες κλίμακες. Π.χ. ο ενόπλιος, «πυρρίχιος πεντοζάλη των Κρητών», η σέρρα των Ποντίων, ο αρχαίος γέρανος «αγέρανος Πάρου» ή της Θράκης, ο αρχαίος βακχικός «μαντηλάτος», η πεντατονία Ηπείρου, ο τσακώνικος Σπάρτης, ο συρτός, οι δωρικές, ιωνικές, λυδικές κλίμακες κ.ά., καθώς και το 90% των παραδοσιακών χορών, ρυθμών, κλιμάκων και εθίμων χρησιμοποιούνται από τα αρχαία χρόνια. Το υπόλοιπο 5% είναι αντιδάνεια χορών και το άλλο 5% παραφθορά των τοπικών κοινωνιών, στα χρόνια που πέρασαν.

Τι είναι οι ομηρικοί ύμνοι; Από πότε χρονολογούνται;

Οι ομηρικοί ύμνοι είναι κείμενα τα οποία μας λέει ο Θουκυδίδης ότι χρησιμοποιούνταν συνήθως από τους ραψωδούς, ως εισαγωγή για την απαγγελία των επών. Εχουν γραφτεί με το ίδιο μέτρο όπως τα έπη του Ομήρου και χρονολογούνται από τον 7ο αιώνα π.Χ.

«Οι συναυλίες θα έχουν (δυστυχώς) μεγαλύτερη απήχηση στο εξωτερικό»

Η υποδοχή του κοινού μέχρι σήμερα είναι ενθαρρυντική ή νομίζετε ότι απευθύνεστε σε μια ελιτίστικη ομάδα αρχαιόφιλων;

Απευθυνόμαστε σε οποιονδήποτε θα ήθελε να ακούσει τον αρχαίο λόγο μελοποιημένο: σε παιδιά, σχολεία, για διδακτικούς σκοπούς, φοιτητές, λάτρεις των παραδοσιακών χορών, αλλοεθνείς που θαυμάζουν τον ελληνικό πολιτισμό, πανεπιστήμια, καθηγητές πανεπιστημίων, αλλά και σε όσους ενδιαφέρονται να ακούσουν την ομοιότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας με τη νέα.

Εχετε κάποια αίσθηση για την εντύπωση που μπορεί να κάνει μια παράσταση-συναυλία αυτού του είδους στο εξωτερικό;

Πιστεύουμε ότι θα αναγνωριστεί περισσότερο στο εξωτερικό, είτε από Ελληνες είτε από φιλέλληνες, γιατί δυστυχώς εδώ, στην Ελλάδα, δεν έχουμε έδρα ελληνικής φιλοσοφίας. Επίσης, έχουμε συνδέσει την ελληνική παράδοση με συναισθήματα τυραννικά, καταπιεστικά και με τον άκρατο συντηρητισμό – αντιθέτως, ο ελληνικός πολιτισμός δίδαξε το «μέτρον άριστον, και μέτρον εννοώ εκείνο το οποίο δεν θα σου προξενήσει θλίψη» (Χρυσά Επη Πυθαγόρου). Ωστόσο, λόγω της πολύ ιδιαίτερης και, σε σημεία, έντονης μουσικής και του τρόπου παρουσιάσεως, θα έκανε μεγάλη εντύπωση και εντός και εκτός Ελλάδας

Εχετε επικοινωνία με την ελληνική ομογένεια; Σχεδιάζετε κάποια περιοδεία εκτός συνόρων;

Είμαστε σε αναζήτηση συνδέσμων με το εξωτερικό, γιατί μας ενδιαφέρει πάρα πολύ η εργασία αυτή να γίνει γνωστή σε όλους τους ανθρώπους ανά την υφήλιο. Πρέπει να ζωντανέψουμε το απίστευτο εργαλείο επικοινωνίας του αρχαίου ελληνικού λόγου, γιατί κρύβει πολλά δώρα.

Σε ποια κατάσταση νομίζετε ότι βρίσκεται ο ελληνικός πολιτισμός; Τι μπορεί να γίνει και σε συλλογικό, αλλά και σε ατομικό επίπεδο για να προκύψει μια εθνική επανεκκίνηση;

Στην «Πολιτεία» του, ο Πλάτων αναφέρει τα κύρια πολιτεύματα που έχουν περάσει μέχρι τώρα από την ανθρωπότητα, και ειδικότερα αναφέρει τη σειρά της διαδοχής των πολιτευμάτων αυτών. Ως χειρότερο πολίτευμα αναφέρει την τυραννία, γιατί κάνει τους πολίτες δυστυχισμένους, και ως καλύτερο και από τη δημοκρατία αναφέρει την αριστοκρατία των φιλοσόφων, γιατί κάνει τους πολίτες ευτυχέστερους. Οχι των πλουσίων, αλλά των ανθρώπων που γνωρίζουν τους φυσικούς και πνευματικούς νόμους και τους μετατρέπουν σε κοινωνικούς.

Οταν, λόγω της φθοράς του περιβάλλοντος και του εκφυλισμού, μας λέει ο Πλάτων, το πολίτευμα από αριστοκρατία περάσει με τη σειρά σε τιμοκρατία, ολιγαρχία, δημοκρατία, οχλοκρατία, τυραννία, κλείνει ο κύκλος, γίνεται επανάσταση και επιστρέφει το πολίτευμα της δημοκρατίας, για να συνεχίσει ο κύκλος. Χρέος των φιλοσόφων και των καλλιτεχνών, λέει ο Πλάτων, είναι να έχουν προετοιμάσει τις ανθρώπινες κοινωνίες μέσω της μόρφωσης και των εμπνεύσεων να αποδεχθούν την αριστοκρατία με ελεύθερη βούληση ή να προετοιμάσουν τους κυβερνήτες ώστε να γίνουν φιλόσοφοι. Τώρα πιστεύω ότι ως κοινωνία βρισκόμαστε στο στάδιο της οχλοκρατίας και ακολουθεί η τυραννία. Αλλά ποτέ κανείς δεν κατάφερε να φυλακίσει το πνεύμα και την αλήθεια, όποια κι αν είναι. Γιατί είναι σαν να προσπαθεί να φυλακίσει τη φύση…

Η ιστορία του συγκροτήματος

Το συγκρότημα SAOS δημιουργήθηκε επίσημα τον Απρίλιο του 2015 από τον συνθέτη, ερμηνευτή και κιθαρίστα Ηφαιστίωνα Βαξεβανέρη και από πενταμελή ομάδα καταξιωμένων μουσικών, όπως ο Αλέξανδρος Χαραλάμπους στο τσέλο, ο Γιώργος Νίκας στα παραδοσιακά πνευστά (γκάιντα, άσκαυλος, αρχαία λύρα, δίαυλος), ο Γιάννης Μιχαηλίδης στην ποντιακή λύρα, ο Νίκος Νταρήλας στα παραδοσιακά κρουστά και τα ιδιόφωνα, και ο Κώστας Πασαδέλης στα παραδοσιακά κρουστά και στη διδασκαλία παραδοσιακών χορών. Εχει σκοπό την προβολή, τη μελοποίηση και ενορχήστρωση του αρχαίου ελληνικού λόγου με παραδοσιακούς και αρχαίους ρυθμούς και κλίμακες από όλη την Ελλάδα. Δημιούργησε τον Αύγουστο του 2015 το πρώτο έργο, τη μουσικοχορευτική συναυλία που ανέβηκε στο «Χυτήριο», τον «Ομηρικό Υμνο στην Δήμητρα», τον οποίο παρουσιάζει μέχρι σήμερα, με 33 παραδοσιακούς χορούς, που χορεύουν οκτώ χορεύτριες παραδοσιακών από τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Χοροπατήματα» και η Ηλιάνα Μπαζιώτη, χορεύτρια μοντέρνου χορού.

Από τον Παναγιώτη Λιάκο

Πηγή: dimokratianews.gr

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_column_text]Ο Ηφ. Βαξεβανέρης, ιδρυτής των SAOS, που

του Γιώργου Πισσαλίδη

Σαν σήμερα στις 21 Απριλίου 1978 πέθανε από εσωτερική αιμορραγία του εγκεφάλου, η βασίλισσα του εγγλέζικου φολκ ροκ (πάντρεμα παράδοσης και ροκ) και τραγουδίαστρια των “Φαίηρπορτ Κονβένσιον” Σάντυ Ντέννυ. Υπήρξε η κορυφαία ερμηνεύτρια ηλεκτρικών εκτελέσεων παραδοσιακών τραγουδιών (electric folk) και μια εκπληκτική ροκ συνθέτρια επηρρεασμένη από την δημοτική παράδοση  

Γεννήθηκε με το όνομα Αλεξάντρα Έλλεν Μάκ Λην “Σάντυ” Ντέννυ στο Λονδίνο στις 6 Ιανουαρίου 1947. Yπήρξε το 1967 μέλος των “Στρώμπς” έννός γνωστού συγκροτήματος που παντρευε παραδοσιακή μουσική και ροκ (φολκ ροκ) πριν γίνει τον Μάιο του 1968 μέλος των Φαίηρπορτ Κονβένσιον, του σημαντικότερου συγκροτήματος του είδους.

Ήταν με τους “Φαίηρπορτς” που ηχογράφησε την πιο διάσημη σύνθεση της Who Knows Where The Time Goes στο δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος, το Unhalfbricking. Η Σάντυ Ντέννυ όμως έφερε μαζί της και τα παραδοσιακά τραγούδια του 18ου και 19ου αιώνα που ερμήνευε στα κλάμπς στην αρχή της καρριέρας της. Αυτά μαζί με τους ηλεκτρικούς αυτοσχεδιασμούς των υπόλοιπων μελών του συγκροτήματος είχαν ως αποτέλεσμα την δημιουργία του καταλυτικού για την εξέλιξη της ηλεκτρικής φολκ (όπως ονομάζεται η ηλεκτρική ερμηνεία παραδοσιακών τραγουδιών) Leige and Leif του 1969. Έκτοτε το συγκρότημα στράφηκε προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η Σαντυ Ντεννυ με τους Φαίηρπορτ Κονβένσιον
Photo Εric Hayes

Στα τέλη του 1969, θα εγκαταλέιψει τους “Φαίηρπορτ Κονβένσιον” (η φίλη της και φολκ τραγουδίστρια Λίντα Τόμπσον θα πεί ότι την διώξανε) για να εξελίξει το συνθετικο της ταλέντο, αρχικά στους “Φοθερινγκαίη” και μετά στα σόλο άλμπουμ Νorth Star Grassman and the Ravens του 1971 και Sandy του 1972. Αυτά τα δύο άλμπουμς, που θα την ανακηρύξουν ως “Καλύτερη Βρεταννίδα Τραγουδίστρια” σε δημοψήφισμα της “Μέλοντυ Μέηκερ”. Μαζί με τον Ρόμπερτ Πλάντ θα τραγουδούσε στο επηρεασμένο από την εγγλέζικη φολκ και τον “Αρχοντα των δακτυλιδιών” The Battle of Evermore από το τέταρτο άλμπουμ των “Λέντ Ζέππελιν” (Το άλμπουμ δεν έχει όνομα και συνήθως αποκαλείται Τέσσερα Σύμβολα η Led Zeppelin IV)


Το 1973 θα παντρευτεί τον Τρέηβορ Λούκας και θα κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ σε παραγωγή του Λούκας, το Like an Old Fashioned Waltz. Από αυτό ξεχωρίζει το πολυαγαπημένο Solo, ενώ συνεχίζει να ασχολείται στιχουργικά με τα αγαπημένα της θέματα: την έννοια της απώλειας, την μοναξιά, τον φόβο για το σκοτάδι, το πέρασμα του χρόνου και την αλλαγή των εποχών.

Το 1974 θα επανενωθεί με τους “Φαίηρπορτ Κονβένσιον” , στους οποίους ο Λούκας ήταν ήδη μέλος και θα κυκλοφορήσουν δύο άλμπουμς, το ζωντανό Fairport LIve Convention που θα καταγράψει την διεθνή τους τουρνέ και το Rising for the Moon. Παρόλο που είχε ήδη απομακρυνθεί από την εκτέλεση των παραδοσιακών κομματιών, που προτιμούσαν οι “Φαίηρπορτς” τα περισσότερα τραγούδια του δίσκου ήταν δικές της συνθέσεις.

To 1975 το ζεύγος Ντένυ και Λούκας θα εγκαταλείψει ομού τους “Φαίηρπορτς Κονβένσιον” για να αφοσισωθούν στο τελευταίο σόλο άλμπουμ της Σάντυ, Rendezvous που κυκλοφόρησε το 1977 κάνοντας φτωχές πωλήσεις. Την ίδια χρονιά , έχοντας εγκατασταθεί στο χωριό Μπάιφηλντ του Βόρειου Χάμπτονσάιρ, γέννησε την κόρη της Τζώρτζια.


Στα τέλη του Μαρτίου του 1978 στην διάρκεια διακοπών με την κόρη της και τους γονείς της έπεσε από τις σκάλες και χτύπησε το κεφάλι της στο μάρμαρο. Η κατάσταση της θα χειροτερέψει και στις 21 Απριλίου θα πεθάνει από εσωτερική αιμορραγία του εγκεφάλου.

Σήμερα περιοδικά αφιερωμένα στο κλασσικό ροκ, όπως το Uncut και το Mojo την αποκαλούν την καλύτερη συνθέτρια του εγγλέζικου ροκ και η κλασσική της σύνθεση Who Knows Where the Time Goes εχει ερμηνευτεί από την Τζούντυ Κόλλινς, την Νίνα Σιμόν και τους “Τεν Θάουζαντ Μάνιακς”.

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="του Γιώργου Πισσαλίδη"][vc_empty_space][vc_column_text]Σαν σήμερα στις 21

Του Ιωάννη Μπαχά

Όσοι φίλοι της Λογοτεχνίας είναι εξοικειωμένοι με το έργο του Λάβκραφτ θα διαπιστώσουν σε κάποια φάση της εντρύφησης τους με αυτό αλλά και με τη γνωριμία με το τεράστιο επιστολικό του έργο, πως ο Αμερικάνος συγγραφέας «μίλησε» μέσα στον σύντομο βίο του για κάθε τομέα του επιστητού (αλλά και του μη επιστητού). Για την Τέχνη σε όλες τις μορφές, το θρησκευτικό συναίσθημα και τις θρησκείες, τα πολιτικά ρεύματα και τις ιδεολογίες της εποχής του, τον πόλεμο και τη βία, ακόμη για τον έρωτα, τη φιλία (γνήσιος «Επικούρειος» φιλόσοφος), αλλά και για όλες τις επιστήμες, την αρχιτεκτονική, την αστρονομία, τη φυσική και τη χημεία και εκατοντάδες άλλα θέματα τα οποία ανέλυσε και φιλοσόφησε πάνω σε αυτά με σαφήνεια και έμπνευση που μας αφήνει κατάπληκτους σήμερα.             

«Στην αρχαία παγανιστική θρησκεία»

Ας ξεκινήσω με ένα παράδειγμα που αποδεικνύει πως στο έργο του Λάβκραφτ υπάρχουν δημιουργίες που αγγίζουν και τις ευαισθησίες μας ως Ελλήνων. Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω ένα ποίημα του Λάβκραφτ σε μια δική μου ελεύθερη μετάφραση. Πρέπει να τονίσω ότι μόλις μία έκδοση επιλεγμένων ποιημάτων του κυκλοφορεί στα Ελληνικά «Οι Μύκητες από τον Γιογγόθ», Αίολος, 1992. Το ποίημα «Στην αρχαία παγανιστική θρησκεία», “To the Old Pagan Religion”, ανήκει στη συλλογή Poemata Minora (Ελάσσονα Ποιήματα ΙΙ).    

 Ολύμπιοι Θεοί! πώς μπορώ να σας αφήσω να φύγετε,
Και να καθηλώσω την πίστη μου σε αυτή τη νέα Χριστιανική θρησκεία;
Μπορώ να αφήσω τις θεότητες που γνωρίζω,
για αυτόν που μάτωσε στον σταυρό για τον άνθρωπο;

Πώς μες στην αδυναμία μου μπορώ να κρεμάσω τις ελπίδες μου,
Σε ένα και μόνο Θεό, αν και αυτή ίσως είναι η δύναμη του;
Γιατί του Δία η φιλοξενία δεν μπορεί να του δώσει πιότερη βοήθεια,
Για να μερέψω τον πόνο μου, και να ευθυμήσω τις ταραγμένες ώρες μου;

Δεν υπάρχουν άραγε Δρυάδες σε αυτά τα δασωμένα όρη, όπου συχνά στην ερημιά περιφέρομαι;
Δεν υπάρχουν άραγε Ναϊάδες σε αυτές τις  κρυστάλλινες πηγές,
ή Νηρηίδες πάνω στον αφρό του ωκεανού;

Γρήγορα απλώνεται το νέο, η παλιότερη πίστη σβήνει,
το όνομα του Χριστού αντηχεί ξανά στον αέρα.
Αλλά η ναυαγισμένη μου ψυχή στην ερημιά λιώνει ξανά,
Και δίνει στους Θεούς την τελευταία που λαμβάνουν προσευχή τους.

Poemata MINORA, Τόμος ΙΙ

Και διαβάστε και το ποίημα «Στον Πάνα» (1902) από τη Συλλογή «Οι Μύκητες από τον Γιογγόθ» σε μετάφραση του Παναγιώτη Σκάγιαννη.

Στον Πάνα

Κάποτε, σε ένα ξέφωτο του δάσους, κουρασμένος
κάθισα κοντά σε ένα ρηχό ποταμάκι με λόχμες,
και εκεί βυθίστηκα στο όνειρο.

Και τότε μια μορφή βγήκε από το ποταμάκι,

Το πλάσμα ήταν μισός άνθρωπος μισός τράγος.
Αντί για δάχτυλα στα πόδια είχε οπλές
κι ένα γένι στόλιζε το λαιμό του.

Καθισμένο πάνω σε ένα σωρό παλιά καλάμια
αυτό το μισοανθρώπινο ον έπαιξε γλυκά
και εγώ έπαψα πια να ενδιαφέρομαι  για κάθετι γήινο
γιατί ήξερα ότι αυτός ήταν ο Πάνας.

Νύμφες και Σάτυροι μαζεύτηκαν τριγύρω
για ν’ απολαύσουν τον ζωντανό σκοπό.

Ύστερα ξύπνησα και πονεμένος βαθιά
γρήγορα γύρισα στον κόσμο των ανθρώπων.
Αλλά τούτο που λαχταρώ,
είναι να ζήσω στις εξοχικές κοιλάδες
και να ξανακούσω τον
Αυλό του Πάνα.

Ο Λάβκραφτ αποτελεί έμπνευση για τα πάντα

Ο λόγος που παρέθεσα αυτό το ποίημα, και φυσικά μπορούσα να επιλέξω οποιοδήποτε άλλο γραπτό του, είναι για να καταδείξω πως ο Λάβκραφτ όντως μίλησε για τα…. πάντα!!! Μέσα από την φτωχή, σε πρώτη εσφαλμένη ανάγνωση, ζωή του, μέσα από την τεράστια αλληλογραφία του και με τις φωνές όλων των δημιουργών αλληλογράφων του (τον Clark Ashton Smith, τον Loveman, τον Robert Howard, τον Robert Bloch, και, και…). Μέσα από το πεζογραφικό του έργο, το ποιητικό αλλά και το δοκιμιακό του, θα ανακαλύψετε άπειρα θέματα όπως η αρχιτεκτονική, η θρησκεία, η πολιτική, η αστρονομία, ο έρωτας, ο αθλητισμός, ο κινηματογράφος και τόσα άλλα. Έτσι για κάποιον που έχει έρθει σε επαφή με τις εκφάνσεις του έργου του, ακόμη και με τη μουσική ή τις κινηματογραφικές ταινίες ή και τα κόμικ που ενέπνευσε, δεν είναι δύσκολο να βρει έμπνευση για να δημιουργήσει κάτι δικό του. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να φθάσουμε την ατμόσφαιρα του προτύπου μας.

Ο «προκατειλημμένος» Στέφεν Κινγκ

Ο μεγάλος Στέφεν Κίνγκ καταλογίζει στον Λάβκραφτ ότι ήταν «φρικτός στους διαλόγους» (στο «Περί συγγραφής», εκδόσεις Bell, 2000) και ότι «οι μοναχικοί άνθρωποι σαν τον Λάβκραφτ συχνά γράφουν κακούς διαλόγους ή φτιαγμένους με την προσοχή κάποιου που γράφει σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του». Ο ευπώλητος συγγραφέας δέχεται αβίαστα και μάλιστα σε ένα έργο που πρέπει να παροτρύνει στην μελέτη του Λάβκραφτ, όλες τις προκαταλήψεις εναντίον του, όπως ότι ήταν «τόσο ξιπασμένος όσο και θλιβερά ντροπαλός (και ρατσιστής, καθώς οι ιστορίες του είναι γεμάτες καταχθόνιους Αφρικανούς και ραδιούργους Εβραίους), το είδος του συγγραφέα που η αλληλογραφία του ήταν πλούσια αλλά οι σχέσεις του με τους ανθρώπους φτωχές».

Η αλήθεια είναι πως ο Λάβκραφτ ήταν ένας ευπατρίδης που ένοιωθε πως δεν ζούσε στην κατάλληλη εποχή. Αυτό δεν τον απέτρεψε από τις κοινωνικές σχέσεις, που μάλιστα τον έφεραν και στην Προεδρία της Αμερικανικής Ένωση Ερασιτεχνών Δημοσιογράφων, τον κατέστησαν αγαπημένο φίλο σπουδαίων δημιουργών και αξιέραστο σύζυγο (και μάλιστα με μία Εβραία, την Σόνια Γκρην), ενώ οι άδικες κατηγορίες περί ρατσισμού και μισογυνισμού δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους την εποχή και την εντυπωσιακή διάδοση των φυλετικών απόψεων τις οποίες ο Λάβκραφτ υπέβαλλε πάντως σε αυστηρή κριτική και σε κάθε περίπτωση δεν ήταν μέρος της καθημερινότητας του. Αναζητήστε το εξαιρετικό μυθιστόρημα «Το Δαιμόνιο της Γραφής» της Ειρήνης Μαντά  με θέμα τη σχέση του Λάβκραφτ με τη Σόνια Γκρην και θα σας συγκλονίσει.

Ο Λάβγκραφτ και η σύζυγος του Σόνια Γκρήν

Οι ήρωες του, κατά κύριο λόγο άνδρες, όπως όλοι οι ηθοποιοί της αρχαίας τραγωδίας, δίνουν έναν τιτάνιο αγώνα καταδικασμένο να αποτύχει, απέναντι στις κολοσσιαίες κακόβουλες δυνάμεις του διαστήματος. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ασήμαντη, αμελητέα και αναλώσιμη και δεν θα έχει καμία αξία όταν οι Μεγάλοι Παλαιοί πετύχουν τον στόχο τους, την επανακατάκτηση της Γης. Εντούτοις, αν και δεν έχει καμία αμφιβολία για την τελική έκβαση του αγώνα του, ο άνθρωπος αγωνίζεται μανιωδώς με αλτρουϊσμό και αυταπάρνηση για να ενημερώσει την ανθρωπότητα, για να καθυστερήσει τις δυνάμεις, για να αποτρέψει το αναπότρεπτο. Έτσι ανυψώνεται περισσότερο (από ότι σε οποιαδήποτε άλλη έκβαση) και όπως ο Έλληνας τραγικός ήρωας θεώνεται μέσα από τον αγώνα του και τη θυσία.

Ως γνήσιος Αμερικάνος ευπατρίδης αντιμετώπισε με περίσκεψη φαινόμενα τόσο όμοια με αυτά που βιώνουμε σήμερα εμείς οι Έλληνες με την παγκοσμιοποίηση, το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα, τη θρησκευτική μισαλλοδοξία και τόσα άλλα γνώριμα και δισεπίλυτα ζητήματα. Oι Ηνωμένες Πολιτείες της περιόδου πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αντιμετώπισαν τα ίδια θέματα ταυτότητας που ταλανίζουν και σήμερα τον ανομοιόμορφο πληθυσμό τους. Πολυπολιτισμικότητα, θρησκευτική μισαλλοδοξία, έξαρση εγκληματικότητας, παρακμή παραδοσιακών αξιών, καπιταλισμός και κοινωνικά κινήματα και τόσα άλλα. Ο Λάβκραφτ αναλύει, εξετάζει διεξοδικά, κρίνει και αποφαίνεται με απόλυτη ειλικρίνεια πως ο Αγγλοσαξονικός Πολιτισμός, συνέχεια κατ’ αυτόν του Ελληνορωμαϊκού, βρίσκεται μπροστά σε ένα παλιρροϊκό κύμα που τον απειλεί. Και μετουσιώνει τις ανησυχίες του στα διηγήματα του που μπορούν να διαβαστούν ακόμη και σήμερα σαν εμβριθείς πολιτικές αναλύσεις άσχετα από τις δικές μας προκαταλήψεις και την πολιτική ορθότητα της εποχής μας.

Οι σπάνιες “Επιστολές” εκφράζουν τον προβληματισμό
του Λάβκραφτ για την πολυπολιτισμικότητα, τον θρησκευτικό
φανατισμό, τον καπιταλισμό και την πνευματική παρακμή της εποχής του

Tέλος σας παροτρύνω να αναζητήσετε την από καιρό εξαντλημένη έκδοση των επιλεγμένων «Επιστολών» του από τις εκδόσεις Αίολος (έκδοση 1997) για να γίνετε κοινωνοί του προβληματισμού αλλά και κληρονόμοι της έμπνευσης του.      

Του Ιωάννη Μπαχά

[vc_row][vc_column][vc_empty_space][vc_text_separator title="Του Ιωάννη Μπαχά"][vc_empty_space][vc_column_text]Όσοι φίλοι της Λογοτεχνίας

Aφιέρωμα στον σημαντικότερο αντιφρονούντα σκηνοθέτη του πάλαι ποτέ Ανατολικού Μπλόκ, τον Πολωνό Αντρέι Βάιντα ετοιμάζει η Ταινιοθήκη της Ελλάδος από 20 έως 26 Απριλίου 2017. Αφορμή είναι η έξοδος στις 20 Απριλίου του  κύκνειου άσματος του Afterimage για τον πρωτοποριακό ζωγραφο Βλαντίμιρ Στρεμίνσκυ, έναν από τους διάσημους Πολωνούς ζωγράφους του Μεσοπολέμου που μετά το 1950 συγκρούσθηκε με το κομμουνιστικό καθεστώς που προσπάθησε να επιβάλει τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, ως την μονη μορφή τέχνης.

Ο Αντρέι Βάιντα γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου 1926 στο Στουβάλκι της Πολωνίας. Η μητέρα του Ανέιλα ήταν δασκάλα και ο πατέρας του Γιακούμπ, αξιωματικός του Πολωνικού στρατού, που εκτελέσθηκε από τους Σοβιετικούς στο δάσος του Κατύν. Μετά από αυτό, ο Βάιντα πήρε μέρος στην Αντίσταση, γενόμενος μέλος της «Άρμια Κραγιόβα» (Στρατός της Πατρίδας», της δεξιάς-εθνικιστικής ομάδας, που σχετιζόταν με την εξόριστη κυβέρνηση του Λονδίνου. Αυτήν την αντίσταση εξύμνησε στις ταινίες «Κανάλ» (1957) και «Στάχτες και Διαμάντια» (1958), τις δύο ταινίες που τον έκαναν διάσημο στο εξωτερικό.

Το «Κανάλ» είναι η πρώτη ταινία που γίνεται για την Εξέγερση της Βαρσοβίας, που άρχισε την 1η Αυγούστου 1944 και κράτησε 64 μέρες. Οι Ρώσοι έχουν φτάσει στην απέναντι όχθη του Βιστούλα. Τότε η «Άρμια Κραγιόβα» ξεκινάει μια εξέγερση στην Βαρσοβία, έτσι ώστε όταν ο Κόκκινος Στρατός μπει στην πόλη, να την βρει απελευθερωμένη από τους ίδιους τους Πολωνούς και με δική της διακυβέρνηση. Αυτό θα απέτρεπε τον Στάλιν να εγκαταστήσει κομμουνιστική κυβέρνηση. Η εξέγερση ξεκινά, αλλά ο Στάλιν φεύγει, αφήνοντας τους Γερμανούς να καταπνίξουν ανενόχλητοι την εθνική εξέγερση των Πολωνών.

ΚΑΝΑΛ

Στο «Κανάλ» (εναλλακτικός τίτλος: οι Ήρωες της Βαρσοβίας), ο υπολοχαγός Ζάντρα οδηγεί μια μονάδα 43 γενναίων ανδρών και γυναικών στην συνοικία Μόντοκ της Βαρσοβίας. Όμως σύντομα καταλαβαίνουν ότι είναι περικυκλωμένοι από παντού, από τους Γερμανούς. Τότε παίρνουν την διαταγή να καταφύγουν στους υπονόμους (αυτό σημαίνει και ο τίτλος). Αρχικά αρνιούνται γιατί θα σήμαινε ότι έχασαν την μάχη. Αλλά τελικά αποφασίζουν μία κάθοδο από την ηλιόλουστη Βαρσοβία στην συμβολική Κόλαση του Δάντη.

Στο “Χωρίς αναισθητικό” (1978), ένας γνωστός δημοσιογράφος της τηλεόρασης που βρίσκεται στην μέση ηλικία (Ζμπίνγκνιου Ζαπασιέβιτς), κάνει το λάθος να πιστεύει ότι η φήμη του μπορεί να του επιτρέπει να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση. Θα χάσει την δουλειά του στην τηλεόραση και το πανεπιστήμιο. Μετά από αυτό, η γυναίκα του θα τον αφήσει για ένα νεαρό δημοσιογράφο και εκείνος θα αυτοκτονήσει. 

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΟ

Ο “Μαέστρος” (1980) είναι η δέυτερη πιο αγαπημένη ταινία του Ίγκμαρ Μπέργκμαν , κάτι που έχει σχέση και με την χρήση του χρόνου, όπως τον χρησιμοποιεί ο  Σουηδός σκηνοθέτης. Σε αυτό μια βιολινίστρια (Κριστίνα Γιάντα) που παίζει σε μια τοπική επαρχιακή ορχήστρα στην οποία ο άνδρας της είναι ο μαέστρος, ταξιδεύει στις ΗΠΑ και συνδέεται με ένα διάσημο  μαέστρο (Σερ Τζων Γκίλγκουντ) ο οποίος αποδεικνύεται ότι ήταν ερωτευμένος με την μάνα της βιολινίστριας και χρησιμοποιεί την κόρη ως υποκατάστατο. Όμως ο άνδρας της βιολινίστριας ζηλέυει τον μαέστρο ερωτικά και επαγγελματικά.  

ΜΑΕΣΤΡΟΣ

Το 2007 ο Βάιντα γυρίζει το «Κατύν» (2007) για την σφαγή 42.000 αξιωματικών του Πολωνικού στρατού από τους Σοβιετικούς, το καλοκαίρι του 1942. Ένα από τα θύματα του Κατύν ήταν ο ίδιος ο πατέρας του και αυτή ήταν η πιο προσωπική του ταινία. Η σφαγή για χρόνια αποδιδόταν στους Γερμανούς και η ταινάι άναψε φωτιά στις σχέσεις μεταξύ Πολωνίας και Ρωσίας του Πούτιν.

Σε αυτό οι Γερμανοί και οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν σχεδόν ταυτόχρονα την Πολωνία. Ο Βάιντα δεν χαρίζεται σε κανένα από τους δύο και δείχνει την σύλληψη της Πανεπιστημιακής κοινότητας από τους ναζί και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Σοβιετικών. Οι ομαδικές δολοφονίες του τέλους στο Κατύν δίνουν μια γροθιά στο στομάχι. Είναι  όμως η μεταπολεμική αναζήτηση της επικίνδυνα ιστορικής αλήθειας ως ηθικό δίλημμα που έχει σημασία για τον Βάιντα.

ΚΑΤΥΝ

Στην μεταπολεμική Πολωνία, η Μάρθα (Κριστίνα Γιάντα), μια όμορφη και αξιοπρεπής μεσόκοπη γυναίκα, είναι ανίατα άρρωστη, όμως ο άντρας της, ο γιατρός της μικρής πόλης, δεν της το αποκαλύπτει, καθώς της μένει ελάχιστος χρόνος ζωής. Η Μάρθα πενθεί ακόμα τους δύο γιους που έχασε στον πόλεμο, ώσπου συναντάει έναν νεαρό εργάτη στην ηλικία τους. Το πάθος που αρχίζει να αναπτύσσει γι’ αυτόν, τους οδηγεί σ’ ένα μοιραίο ραντεβού για κολύμπι…

ΓΛΥΚΕΙΑ ΕΞΑΨΗ

Πέμπτη 20 Απριλίου
19:00 Katyn (2007, 117′)
21:00 Ο μαέστρος (1980, 101′)

 

Παρασκευή 21 Απριλίου
19:00 Katyn
21:00 Χωρίς αναισθητικό (1978, 35μμ, 131′)

 

Σάββατο 22 Απριλίου
19:00 Katyn
21:00 Κανάλ (Kanal) ή Οι ήρωες της Βαρσοβίας (1956) – (91′)

 

Δευτέρα 24 Απριλίου
19:00 Katyn
21:00 Γλυκειά έξαψη (Tatarak) (2009, 83′)

 

AFTERIMAGE

Τρίτη 25 Απριλίου
18:00 Katyn
20:00 Afterimage
22:00 Afterimage

 

Τετάρτη 26 Απριλίου
19:00 Katyn
21:00 Γλυκειά έξαψη (Tatarak)

 

Είσοδος στις προβολές των ταινιών Katyn, Ο μαέστρος, Χωρίς αναισθητικό, Κανάλ (Kanal) ή Οι ήρωες της Βαρσοβίας, Γλυκειά έξαψη: 5€

Aφιέρωμα στον σημαντικότερο αντιφρονούντα σκηνοθέτη του πάλαι

Γράφει ο Dave Urbanski

Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος του άρθρου -προσαρμογής από το βιβλίο του «A Man Comes Around: The Spiritual Journey to Johnny Cash» (Relevant Book) του Ντέηβ Ουρμπάνσκι για την ένθερμη, ακατέργαστη και μερικές φορές προβληματική   πίστη  του Τζωννυ Κας.

Μια ζωντανή αντίφαση

Η κόρη του Κας, η συνθέτρια/ τραγουδίστρια Ροζάν Κας κάποτε τόνισε ότι «ο πατέρας μου μεγάλωσε ως Βαπτιστής, αλλά έχει την ψυχή ενός μύστη. Είναι ένας βαθιά πνευματικός άνθρωπος, αλλά πρόθυμα παραδέχεται την συνεχή προσέλκυση και στις επτά θανάσιμες αμαρτίες.”

“Δεν υπάρχει τίποτα υποκριτικό σχετικά με αυτό» είπε ο Τζώννυ Κας στον δημοσιογράφο του ροκ περιοδικού Rolling Stone, Άντονυ ντε Κέρτις. «Υπάρχει μια πνευματική πλευρά σε μένα που πάει πραγματικά βαθιά, αλλά πρέπει να ομολογήσω αμέσως ότι είμαι ο μεγαλύτερος αμαρτωλός από όλους» Για τον Κας ακόμα και η περίοδος που ήταν εθισμένος στα ναρκωτικά που παραλίγο να του κοστίσει την ζωή, περιείχε μια πολύ βασική πνευματική πλευρά. «Έπαιρνα ναρκωτικά για να ξεφύγω και σε αυτό έκαναν καλή δουλειά, όσο ήμουν νέος. Αλλά με εξάντλησαν φυσικά και συναισθηματικά -ακόμα και πνευματικά- με έριξαν σε τέτοιο χαμηλό επίπεδο που δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με τον Θεό» Δεν υπάρχει πιο μοναχικό μέρος. Ήμουνα απομακρυσμένος από τον Θεό και δεν προσπαθούσα καν να τον καλέσω για βοήθεια. Ήξερα ότι δεν υπήρχε γραμμή επικοινωνίας. Αλλά επέστρεψε. Και επέστρεψα και εγώ.

Χρόνια μετά την επιστροφή του στην χώρα των ζωντανών, ο Κάς δέχθηκε μια επίσκεψη  από τον Μπόνο και τον Άνταμ Κλάυτον των U2, που διέσχιζαν τις ΗΠΑ με το αυτοκίνητο προσπαθώντας να βρούν το «κολόρ λοκάλ» Οι τρείς τους  κάθισαν στον τραπέζι πριν φάνε και ο Κας άφησε άφωνους τους Ιρλανδούς με μια εκπληκτική προσευχή ευχαριστίας προς τον Θεό. Και μετά χωρίς να χάσει τον ρυθμό του, σήκωσε το κεφάλι του και πέταξε την ατάκα «Παρόλα αυτά μου λείπουν τα ναρκωτικά”.

O JOHNNY CASH KAI OI U2

Ο Κας συνοψίζει το συγκεχυμένο τοπίο της ψυχής του – αν αυτό είναι δυνατόν- καλύτερα από οποιοδήποτε άλλον. «Παραμένω Χριστιανός, όπως έχω κάνει σε όλη μου την ζωή. Πέρα από αυτό είμαι πολύπλοκος (άνθρωπος). Στηρίζω τον στίχο του Κρίς Κριστόφερσον για μένα «Είναι ζωντανή αντίφαση, εν μέρει αλήθεια και εν μέρει μυθοπλασία» Επίσης με αρέσει  ο στίχος της Ροζάνα (Κας) «Πιστεύει ότι λέει, αλλά αυτό δεν τον κάνει άγιο» «Όντως πιστεύω ότι λέω, αν  και υπάρχουν διάφορα επίπεδα ειλικρίνειας»

Tα ανεβοκατεβάσματα μιας ψυχής και μιας καριέρας

Σε αυτήν την περίπτωση,  ίσως αναρωτιέστε γιατί αυτό το βιβλίο που κρατάτε προσπαθεί να καταγράψει την πνευματική φύση αυτού του ανθρώπου. Μια αινιγματική προσωπικότητα που κάποτε θερμοπαρακαλούσε «Σας παρακαλώ μην πείτε σε κανένα πως νοιώθω για οτιδήποτε … εκτός και αν σας το είπα τις τελευταίες μέρες»

Η απάντηση; Δεν προσπαθεί κάτι τέτοιο. Ο μοναδικός σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να επικεντρωθεί στα άγρια απίθανα ανεβοκατεβάσματα του πνευματικού ταξιδιού του Τζώννυ Κας.  Είναι ένα χρονικό της άμπωτης και της παλίρροιας της ιστορίας της ψυχής του.

THE SPIRITUAL JOURNEY OF JOHNNY CASH

Και όπως πολλά παρόμοια ταξίδια, το ταξίδι του Κας ήταν μια εμπειρία που θύμιζε το τρενάκι του λούνα παρκ. _-παρόλο που οι διακυμάνσεις και οι βουτιές του έχουν υπάρξει πιο έντονες από του συνηθισμένου ανθρώπου και πολλές περισσότερες

Ο Κας ξεκίνησε την ζωή του κοντά στην εκκλησία, κοντά στην γή και κοντά στην γκόσπελ μουσική. Όμως οι πρώτοι του μικροί δίσκοι στην Sun Records ακολούθησαν το μονοπάτι της κοσμικής μουσικής παρά τον δρόμο της γκόσπελ (θρησκευτικής) μουσικής που έλπιζε ότι ο Σαμ Φίλιπς θα τον άφηνε να ακολουθήσει. Η προτίμηση του Φίλιπς για την πρώτη μουσική οδήγησε έτσι ώστε ο Κάς να έχει μεγάλες επιτυχίες ήδη από την αρχή και αμέσως σχεδόν έγινε σκλάβος των περιοδειών, βγάζοντας εκατομμύρια δολλάρια και κερδίζοντας εκατομμύρια οπαδούς.

Πέρασε μέσα από την φωτιά πολλών θανάτων —συμπεριλαμβανομένων αυτού του αδελφού του, των γονιών του, του επί μακρόν κιθαρίστα του , Λούθερ Πέρκινς και ειδικά της επί 35 έτη συζύγου του, Τζούν Κάρτερ Κάς, αλλά ο Κάς με κάποιον τρόπο ξέφευγε το δρεπάνι του θανάτου παρόλο που έτρεφε τον εαυτό του με τόνους από άπερς και ντάουνερς για το περισσότερο μέρος της δεκαετίας του 1960. Απόλαυσε  μια δημιουργική και πνευματική αναγέννηση στα τέλη της δεκαετίας του 60 και στις αρχές της δεκαετίας του 70. Μια πορεία, η οποία όχι μόνο επισφράγισε το στάτους του ως ο πατέρας της Αμερικάνικης μουσικής, αλλά αποδείχθηκε το πρότυπο αυτού που σύντομα θα γινόταν η Σύγχρονη Χριστιανική Μουσική (CCM). Και τότε όταν εμφανίσθηκε ότι η καριέρα του βάλτωσε στα τέλη της δεκαετίας του 80 και αρχές της δεκαετίας του 90, τότε ο Κας εξέπληξε τους πάντες με το να γίνει πολυσυζητημένος καλλιτέχνης για μια ακόμη φορά με το να ερμηνεύει με γενναίο τρόπο ένα εκλεκτικό μείγμα εναλλακτικού ροκ και ξεχασμένων στανταρντς.

Hymns from the heart

Και ενώ το κορμί του υπέφερε πρόσφατα από την καταπόνηση που προήλθε από χρόνια καταχρήσεων, το μυαλό του Κας παρέμεινε δυνατό και το πνεύμα του ακόμα δυνατότερο.

Το να είσαι Χριστιανός δεν είναι για δειλούς» είπε κάποτε ο Κας. «Χρειάζεται ένας αληθινός άνδρας να ζήσει για τον Θεό, πολύ περισσότερο από να ζήσει για τον διάβολο. Αν πράγματι θέλεις να ζήσεις σωστά αυτές τις μέρες, θα περάσεις δύσκολα.»

Ακόμα περισσότερο, ήξερε με άμεσο τρόπο τις σκληρές αλήθειες για το πώς είναι να ζείς σύμφωνα με τις επιταγές του Θεού: «Αν πρόκειται να είσαι Χριστιανός, πρόκειται να αλλάξεις. Πρόκειται να χάσεις μερικούς παλιούς φίλους, όχι γιατί το θέλεις, αλλά γιατί χρειάζεται να το κάνεις.»

“Δεν τα παρατάω»

Ειδικά από τον θάνατο της Τζούν τον Μάιο του 2003, πολλοί αναρωτιόταν πόσο μακρύτερο θα μείνει στην ζωή. Στο κάτω κάτω της γραφής, δεν είναι σπάνιο, για συζύγους που ζουν επί δεκαετίες να πεθάνουν σε μικρό διάστημα ο ένας από τον άλλο. Και αυτό ακριβώς ήταν που συνέβη.

Όμως πρέπει να παραδεχθείς ότι ήταν λέξεις μάχης για τον Κας. Στην πραγματικότητα λίγο μετά τον θάνατο της Τζούν, ο Κας τράβηξε για το στούντιο για να ξεκινήσει να δουλεύει περισσότερα τραγούδια με τον συν-επαναστάτη και παραγωγό επί μια δεκαετία, Ρικ Ρούμπιν. (Για να πούμε την αλήθεια, και για τα δυο τελευταία άλμπουμ του Κάς, American III: Solitary Man και American IV: The Man Comes Around είχε υπολογισθεί  ότι θα ήταν το αποχαιρετιστήριο του)

«Κατά κάποιον τρόπο πήρε μια απόφαση» είπε ο Ρούμπιν στο περιοδικό . “Με πήρε τηλέφωνο λίγες μέρες μετά από όταν έφυγε η Τζούν και είπε ότι πραγματικά είχε αφιερώσει την ζωή του στην δουλειά και ότι θέλει να είναι απασχολημένος όλο τον καιρό και να επικεντρωθεί σε τραγούδια. Αυτό ήταν που ήθελε και αυτό που ήταν να κάνουμε και αυτό ήταν αυτό που κάναμε»

O TZΩΝΝΥ ΚΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ ΡΙΚ ΡΟΥΜΠΙΝ

Και στις τελευταίες του μέρες , παρόλο τις καθημερινές μάχες με τον διαβήτη, το γλαύκωμα (το οποίο του κόστισε πάνω από την μισή όραση του ) το άσθμα  και μια προοδευτική , εξουθενωτική περίπτωση αυτονομικής νευροπάθειας (η οποία του νέκρωσε τα άκρα των νεύρων του, έκανε πιο πολύπλοκες τις υπόλοιπες ασθένειες του και λίγο πολύ καθήλωσε τον Κας σε αναπηρικό καροτσάκι για όλο το διάστημα της ημέρας που ήταν ξύπνιος) ο Άνθρωπος στα Μαύρα κάθε άλλο είχε μαύρη διάθεση. Στην πραγματικότητα γιόρταζε την ζωή- ρουφούσε κάθε δευτερόλεπτο που μπορούσε, όταν μπορούσε.

“Είμαι συνεπαρμένος με την ζωή, όσο δεν παίρνει ” είπε στον Λάρρυ Κίνγκ σε  μια τελευταία του συνέντευξη» Η ζωή -όπως μου την έδωσε ο Θεός – είναι μια πιατέλλα. Μια χρυσή πιατέλα από ζωή που μου προσφέρθηκε. Υπήρξε όμορφη».

Όσοι τον παρατηρούσαν ήταν συνεχώς γοητευμένοι με την χάρη την οποία ο Κάς ανέδιδε παρόλη την λεγεώνα των δυνάμεων που δούλευαν εναντίον του «Μοιάζει πιο εύθραυστος από ότι μεγαλοπρεπής σταθερός στην μαύρη δερμάτινη ανακλινόμενη πολυθρόνα» παρατήρησε ενας δημοσιογράφος. “Παρόλα αυτά είναι αξιοσημείωτο πόσο ζωηρός, πόσο απρόσβλητος παραμένει ο Τζώννυ Κας και η τραχιά βαρύτονη φωνή του και ενώ η στεντόρια φωνή του μπορεί να μοιάζει να μοιάζει σπασμένη , έχει πάνω της σχεδόν μια βιβλική  αυθεντία, ένα αντηχητικό πάντρεμα επιτακτικής άποψης, ελπίδας και πάνω από όλα σταθερότητας “

“Δεν τα παρατώ” είπε κάποτε στον Λάρρυ Κίνγκ. «Δεν τα παρατάω και δεν είναι από απογοήτευση και απελπισία που το λέω.’ Δεν τα παρατάω γιατί δεν τα παρατάω. Δεν πιστεύω σε τέτοιο πράγμα.”

Αμήν.

Γράφει ο Dave Urbanski

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

Με αφορμή τα 3 χρόνια του “Άβαλον των Τεχνών” (και τα 80χρονα της Λυρικής) συνεχίζουμε την αναδημοσίευση ενός από τα πρώτα μας άρθρα που παραμένει όχι μόνο επίκαιρο αλλά και το μόνο ελληνικό άρθρο που βάζει το μαχαίρι στην πληγή του Ragieteater που έχει γίνει καθεστώς και στην χώρα μας. (εδώ το πρώτο μερος).

του Μάρτιν Ρόμπινς

Πώς έχουμε επιτρέψει να συμβεί αυτό; Πώς ένα από τα πιο ένδοξα επιτεύγματα της ανθρωπότητας έχει πέσει στα χέρια αυτής της αλλόκοτης ομάδας σκηνοθετών που το μόνο που επιδιώκει είναι να την κατεβάσει στο δικό της ναρκισσιστικό, σολιψιστικό επίπεδο; Πώς έχουμε υποχρεωθεί στους πιο υπερβολικούς αυτής της κακογεννημένης φυλής που μπορούν δριμύτατα να ισχυρίζονται ότι είναι “πιστοί στο Μότσαρτ”, ένας ισχυρισμός που έχει τόσο κύρος όσο ο Ρίτσαρντ Ντόκινς να δείχνει πίστη στο Θεό; Η άποψη μου είναι ότι κανένα μέλος του κόσμου της όπερας, από τους διοικητές, τους διευθυντές  ορχήστρας, τους τραγουδιστές, τους κριτικούς και το κοινό, δε μπορεί να ξεφύγει την επίκριση.

Για πολλά χρόνια, οι διοικητικοί και καλλιτεχνικοί  διευθυντές των μεγάλων ευρωπαϊκών σκηνών όπερας, έχουν φλερτάρει αφελώς με τους διάσημους και τα «τρομερά παιδιά» του θεάτρου και του σινεμά, πολλοί εκ των οποίων δεν έχουν καμία γνώση ή ενδιαφέρον για την όπερα, με την πεποίθηση ότι τα ονόματά τους θα φέρουν κύρος ή ακόμη καλύτερα σκανδαλώδη επιτυχία που θα γεμίσει τα καθίσματα. Δυστυχώς και αξιομέμπτως, έχουν πολλές φορές αποδειχτεί σωστοί, ειδικά στη Γερμανία. Πολλοί τέτοιοι διοικητικοί διοικητές είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν την απομώρανση τους με το Ρεζί θηάτερ (ή σκηνοθετοκρατούμενη όπερα) Τυπικό είναι το άρθρο “Υπερασπιζόμενοι το Ρεζί θηάτερ” (δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιοδικό τέχνης Limelight), μια επίθεση στη Μακντόναλντ από τον σκηνοθέτη μιας αυστραλιανής ομάδας όπερας, στην οποία λέει ότι προτιμά τη χειρότερη παραγωγή σκηνοθετοκρατούμενης όπερας από μια βαρετή παραγωγή.

O “ΡΙΓΟΛΕΤΟΣ” ΤΗΣ ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ Σ – Photo Beth Bergman

Αυτό είναι επίσης ένα κοινό θέμα μεταξύ ορισμένων κριτικών, αλλά σε καμία περίπτωση – γνωστή σε εμένα τουλάχιστον – δεν έχει σκοτιστεί να εξηγήσει κανείς τι συνιστά “άνοστη” ή “βαρετή” παραγωγή. Για πολλούς υποψιάζομαι πως σημαίνει μια παραγωγή στημένη σε μια περίοδο που σέβεται τους στόχους του συνθέτη και του στιχουργού. Ελάχιστα καλύτεροι από αυτούς τους διοικητικούς διευθυντές είναι οι μαέστροι ορχήστρας, κάποτε οι πιο σπουδαίοι της όπερας, οι οποίοι είτε έχουν άνανδρα παραιτηθεί από το σημαντικό τους ρόλο να συμβάλλουν στη σκηνοθεσία, ή όπως κάνουν πολλοί κριτικοί, απλώς “συμπλέουν”.

Ιδιαίτερα εύκολοι σε χλευασμό είναι οι μαέστροι στον χώρο  της πρώιμης μουσικής που επιμένουν στην ορθή χρήση των οργάνων της περιόδου, ενώ την ίδια στιγμή είναι έτοιμοι να διευθύνουν μια όπερα του Χέντελ σκηνοθετημένη στους υπονόμους της Βαρσοβίας ή κάτι τέτοιο. Ένας μαέστρος και τσεμπαλίστας, ο οποίος έχει σκηνοθετήσει περισσότερες απ’ ότι θα έπρεπε εν λόγω παραγωγές – με την πιο πρόσφατη προσπάθειά του, καθώς συντάσσεται το παρόν άρθρο, να έχει μια ηθοποιό που μοιάζει με την Έιμι Γουάινχάους να υποδύεται την Μήδεια του Κερουμπίνι – δεν κρύβει την προτίμησή του να παίζει με τα αυθεντικά μουσικά όργανα με πλήκτρα αντί τα σύγχρονα αντίγραφά τους. Φαίνεται πως δεν είναι σε θέση να δει το παράδοξο.

Η ΝΑΝΤΙΑ ΜΙΣΕΛ ΩΣ ΜΗΔΕΙΑ – Photo Bernard Coutant

Ο ρόλος που παίζουν οι τραγουδιστές χρειάζεται περισσότερη συμπάθεια, δεδομένου ότι πολλοί είναι αντίθετοι και αμήχανοι μπροστά στις υπερβολές της σκηνοθετοκρατούμενης όπερας. Ωστόσο οι μέρες του Τζων Βίκερς έχουν περάσει προ πολλού και τέτοια είναι η δικτατορική ηγεμονία των σκηνοθετών όπου πολλοί τραγουδιστές φοβούνται για τη μελλοντική τους απασχόληση ώστε να αντιταχθούν σε αυτό που γνωρίζουν πως είναι μια μπανάλ δυσφήμηση του έργου στο οποίο έχουν προσληφθεί να υποδυθούν.

Παρ’ όλο που η θέση των τραγουδιστών δικαιολογεί έναν βαθμό κατανόησης, δεν υπάρχουν δικαιολογίες για κάποιους από τους συναδέλφους κριτικούς, των οποίων η συμβολή σε αυτή την ιστορία είναι ιδιαίτερα επαίσχυντη. Σε γενικές γραμμές αυτοί οι κριτικοί μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: εκείνους των οποίων η αγάπη και η κατανόηση της όπερας είναι τόσο επιφανειακή όσο και των επαγγελματιών του Ρεζί θηάτερ, και των ετοιμόλογων και μοντέρνων οπαδών της λατρείας της μόδας που ξοδεύουν τη ζωή τους φοβούμενοι πως θα μείνουν πίσω και θα φαίνονται ξεπερασμένοι, και των οποίων η παράλογη επικύρωση των χειρότερων υπερβολών της σκηνοθετοκρατούμενης όπερας συχνά δημοσιεύεται ως επιτηδευμένο σκουπίδι. Τέτοιοι κριτικοί, συχνά νέοι συγγραφείς που μαθαίνουν πάνω στη δουλειά, βλέπουν τα νέα ενδύματα του αυτοκράτορα όταν μπαίνουν στην όπερα. Έτσι ο σημερινός θεατής όπερας, ο οποίος θα έπρεπε να μπορεί να επικαλεστεί τις απόψεις των καλά ενημερωμένων κριτικών, είναι έρμαιο των οπαδών του Ρεζί-τρας (σκουπίδι της σκηνοθετοκρατούμενης όπερας), ανθρώπων που έχουν το θράσος να γράφουν για όπερα όντες παντελώς ανίδεοι για την πλούσια ιστορία και το πολιτιστικό υπόβαθρο της.

Ο “ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΣ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ” ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΤΗΣ ΓΚΟΘΑΜ – Photo Julieta Cervantes

Με την ανοχή ενός απείθαρχου όχλου διοικητών, διοικητών ορχήστρας και κριτικών, η σκηνοθεσία της όπερας έχει φτάσει στο χαμηλότερο σημείο στην μακραίωνη ιστορία της. Μια μορφή τέχνης χωρίς ακεραιότητα, χωρίς ομορφιά, χωρίς χάρη, χωρίς αξιοπρέπεια και χωρίς πραγματική σημαντικότητα. Το μήνυμα του Χέκτορ Μπέρλιοζ, όπου και ο ίδιος υπέφερε από άκρατο φιλισταιισμό, πρέπει να εισακουστεί: “Εσείς οι μουσικοί, οι ποιητές, οι πεζογράφοι, οι ηθοποιοί, οι πιανίστες, οι μαέστροι (προσθέστε και τους σκηνοθέτες], είτε τρίτου, δεύτερου ή ακόμη και πρώτου βαθμού, δεν έχετε το δικαίωμα να ανακατεύετε τον Σαίξπηρ ή τον Μπετόβεν προκειμένου να προσδώσετε σε αυτά τα έργα τις ευλογίες της γνώσης και του γούστου σας.”

Υστερόγραφο – Νοέμβριος 2016

Έχουν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που έγραψα το παραπάνω άρθρο. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι διαίρεσε την γνώμη. Επαινέθηκε από εκείνους τους λάτρεις της όπερας που ένιωσαν ότι διατύπωσε τη δική τους βαθιά ανησυχία σχετικά με την κατεύθυνση που έχει πάρει η όπερα, και επιπλήχθηκε από εκείνους που βλέπουν την όπερα μόνο ως μέσο για να εξυπηρετήσουν τη δική τους ατζέντα ή κάποιων άλλων.

“Η ΑΡΙΑΔΝΗ ΣΤΗΝ ΝΑΞΟ” ΣΤΗΝ ΟΠΕΡΑ ΤΟΥ ΜΠΕΡΝ – Photo: Annette Boutellier

Εν τω μεταξύ, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Καθώς συντάσσω το άρθρο, κριτικές εξακολουθούν να εμφανίζονται για τη λεγόμενη παραγωγή παστίς του Χέντελ Ορέστης, μια φωτογραφία της παράστασης κοσμεί την αρχή αυτού του άρθρου. Αυτή η διαστροφή όλων των οποίων αντιπροσωπεύει μια όπερα του Χέντελ, είναι έργο ενός νηπιώδη σκηνοθέτη κατά τον οποίο η “όπερα είναι το Game of Thrones προ 200 ετών”, μια ανειλικρινή ανοησία που την ξεπερνά μόνο η επιτηδευμένη περιγραφή της παραγωγής του ως “μετα-κοινωνική” (οτιδήποτε μπορεί να σημαίνει αυτό). Το γεγονός ότι η Βασιλική Όπερα δίνει παραγωγές σε τέτοιου είδους εχθρούς της όπερας είναι βαθύτατα θλιβερό.  

του Μάρτιν Ρόμπινς

Ο Μπράιαν Ρόμπινς είναι ιστορικός της μουσικής, ακαδημαϊκός λέκτορας, ραδιοπαραγωγός του BBC και κριτικός της πρώιμης μουσικής. Αρθρογραφεί  σε περιοδικά όπως το Grammophone, το πανεπιστημιακό Early Music, τα Early Music Review και Opera.

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

 Σήμερα 6 Μαρτίου το “Άβαλον των Τεχνών” κλείνει 3 χρόνια ζωής. Με αυτήν την αφορμή (αλλά και τα 80χρονα της Λυρικής Σκηνής) αποφασίσαμε να αναδημοσιεύσουμε ένα από τα πρώτα μας άρθρα, το οποίο παραμένει όχι μόνο επίκαιρο αλλά και το μόνο ελληνικό άρθρο που βάζει το μαχαίρι στην πληγή του Regieteater, που έχει γίνει καθεστώς και στην χώρα μας.

του Μάρτιν Ρόμπινς

Η όπερα είναι άρρωστη. Πολύ άρρωστη. Παλαιότερα όμορφη και ευγενής, τα τελευταία χρόνια τα κάποτε κομψά χαρακτηριστικά της έχουν διαστρεβλωθεί και παραμορφωθεί υπό το τοξικό και πυώδες καρκίνο, γνωστό ως Ρεζί θηάτερ (Regietheater ή σκηνοθετοκρατούμενη όπερα). Το γεγονός ότι κάποιοι αμφισβητούν την εγκυρότητα της χρήσης της λέξης είναι εκτός θέματος. Ο όρος είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένος από αυτούς που εμπλέκονται στην όπερα, ως ο όρος που χρησιμοποιείται για τις μπασταρδοποιημένες λεγόμενες παραγωγές των εγωμανών που διέπουν σήμερα τις όπερες της Ευρώπης και πέραν αυτής.

(Regietheater= μεταπολεμικό κίνημα ερμηνείας και ανεβάσματος της όπερας, όπου ο σκηνοθέτης με ελευθεριάζοντα τρόπο αλλάζει τις αρχικές σκηνοθετικές κατευθύνσεις του δημιουργού η στοιχεία του έργου, όπως η χρονική περίοδος, ο τόπος, οι ενδυμασίες, το κάστινγκ και η πλοκή. Παράλληλα δίνονται πολιτικές ερμηνείες που δεν είχε υπ’ όψιν του ο δημιουργός και διαφέρουν από τις παραδοσιακές. Στην πραγματικότητα δημιουργεί ένα καινούργιο έργο που καμία σχέση δεν έχει με αυτό που παρέδωσε ο συνθέτης και πληρώνει για να πάει να δει ο θεατής. Γ.Π.)

Επιτρέψτε μου πρώτα να καταστήσω σαφές ότι δεν έχω πρόθεση να εξιστορήσω, ως άλλος Λαπορέλλο, (σ.μ ο υπηρέτης στον Ντον Τζιοβάννι» του Μότσαρτ) τον κατάλογο των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εναντίων της όπερας από τους επαγγελματίες του Ρέτζι Θηάτερ . Αυτό είναι ήδη εφικτό σε αρκετά μέρη, αν μη τι άλλο στα πολλά εξαιρετικά άρθρα από την Αμερικανή ακαδημαϊκό και κριτικό Χέδερ Μακντόναλντ, κυρίως στο άρθρο της “Η Αρπαγή της Όπερας” που έχει ως έναυσμα μια φρικτά ωμή παραγωγή της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου στο έργο του Μότσαρτ «Η Απαγωγή από το Σεράι», το οποίο άρθρο γενικά λειτουργεί ως εκπρόσωπος της δριμείας κριτικής της Μακντόναλντ στο είδος. Ούτε είναι σκοπός μου να αναφέρω τους σημαντικούς ακτιβιστές του είδους μιας και τέτοια είναι η ματαιόδοξη και σολιψιστική άποψη για τη ζωή των περισσότερων επαγγελματιών της σκηνοθετοκρατούμενης όπερας, οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα θα λάμβαναν μια διεστραμμένη ευχαρίστηση που αναγνωρίστηκαν ως οι καταστροφείς μιας κάποτε εξυψωμένης και αξιοπρεπούς μορφής τέχνης. Μάλιστα, ήδη ακούω από κάποιες άκρες τις αφρισμένες κραυγές χλευασμού που προκαλούν οι λέξεις ‘εξυψωμένη’ και ‘αξιοπρεπής’.

Όπως και στις περισσότερες επαναστάσεις, έτσι και αυτή δεν είχε τίποτα έγκυρο να τοποθετήσει στη θέση αυτού που είχε ανατρέψει, μόνο η επιθυμία για αναρχία και η επιθυμία να αντικατασταθεί η ομορφιά με μηδενισμό και άσχημο, χυδαίο μοντερνισμό.

Σκηνή από την “Απαγωγή από το Σαράι” της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου

Αξίζει ίσως να υπενθυμίσουμε στους αναγνώστες πως για παραπάνω από τα δύο τρίτα της ύπαρξης της όπερας, ο παραγωγός ή ο σκηνοθέτης ήταν άγνωστοι. Σχεδόν μέχρι το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, η παραγωγή της όπερας ήταν πάντα στα χέρια του σκηνογράφου, του λιμπρετίστα  και του διευθυντή ορχήστρας (και όχι και τόσο σπάνια του συνθέτη). Δεν ήταν ασυνήθιστο να παρέχουν τη συμβολή τους και οι τρεις, αλλά αυτό που προείχε είναι ότι γενικά αναλάμβαναν τη σκηνοθεσία αυτοί που ήταν στενά εμπλεκόμενοι με την δημιουργία της εν λόγω όπερας. Μοναδικός στόχος τους ήταν να επιτευχθεί μια αρμονική συμβίωση της μουσικής, των λέξεων και της σκηνογραφίας. Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα στη Γερμανία τέτοιες αποφάσεις λάμβαναν χώρα στα χέρια του συνθέτη, στην περίπτωση του Βέμπερ, και ιδιαίτερα φυσικά του Βάγκνερ, ενώ στην Ιταλία και τη Γαλλία από τους εξαιρετικά επισημοποιημένους ντισποζισιόνε και το κωδικοποιημένο έργο των ρετζισέρ αντίστοιχα. Έτσι δεν είναι περίεργο ότι οι κακοήθεις σπόροι που τελικά τερατωδώς φύτρωσαν ως σκηνοθετοκρατούμενη όπερα πρωτοσπάρθηκαν στη Γερμανία στο έργο των Άντολφ Άππια και Μαξ Ρέινχαρτ, αν και αξίζει να ρίξουμε μια πλάγια ματιά στον Άγγλο σχεδιαστή και σκηνοθέτη Έντουαρντ Γκόρντον Κρέγκ κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, έναν από τους πρώτους που ενστερνίστηκαν την αντι-ρεαλιστική σκηνοθεσία και περιέργως, καινοτόμο της αντικατάστασης των ηθοποιών με μαριονέτες, σήμερα μιας αραχνιασμένης κλισέ ιδέας που εμφανίζεται στα πιο πρόσφατα DVD που μου στέλνονται για κριτική.

Παρ’ όλο που δεν φαίνεται να υπάρχει συναίνεση απόψεων που να λογοδοτούν για την ανησυχητική αύξηση της σκηνοθετοκρατούμενης όπερας, οι περισσότεροι σχολιαστές συμφωνούν πως έχει τις δηλητηριώδεις ρίζες του στην έντονη αντίδραση της αριστεράς κατά του ναζισμού που προέκυψε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και προωθήθηκε με το βίαιο φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του 1960, “μια εκδήλωση θριάμβου της νεανικής κουλτούρας”, όπως το θέτει η Μακντόναλντ. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη η διαπίστωση ότι στα τέλη του 1960 ένας από τους κορυφαίους σκηνοθετικούς πρωταγωνιστές του Ρεζί θηάτερ (όπερα του σκηνοθέτη)  ήταν υπεύθυνος για την καθοδήγηση μιας συμμορίας φοιτητών προβοκατόρων σε χυδαίες διαμαρτυρίες ενάντια σε παραγωγές όπερας που θεωρούσαν υπερβολικά παραδοσιακές. Όπως και στις περισσότερες επαναστάσεις, έτσι και αυτή δεν είχε τίποτα έγκυρο να τοποθετήσει στη θέση αυτού που είχε ανατρέψει, μόνο η επιθυμία για αναρχία και η επιθυμία να αντικατασταθεί η ομορφιά με μηδενισμό και άσχημο, χυδαίο μοντερνισμό. Σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός πρωτεύοντα Βρετανού σκηνοθέτη, “στο διάολο με την ομορφιά, είναι μια κιτς έννοια”, ο οποίος να αναφέρουμε δεν είναι καν ο χειρότερος εκφραστής της σκηνοθετοκρατούμενης όπερας.

Όλα ξεκίνησαν από τον Βιλαντ Βάγκνερ που ήθελε να διαλύσει τις σχεσεις του διάσημου προγόνου με το Τρίτο Ράιχ

Σήμερα απομείναμε με την μάστιγα του Ρεζί-τρας, (σκουπίδι της σκηνοθετοκρατούμενης όπερας) που καλύπτει τα πάντα με μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κάποιο βαθμό να αντιστέκονται σθεναρά, μιας και εκεί οι πλούσιοι χορηγοί είναι που έχουν τον έλεγχο, και όχι οι κρατικά χορηγούμενοι διοικητές και οι ακόλουθοί τους. Αυτή η άκρως μεταδοτική ασθένεια είναι φαινόμενο που παίρνει πολλές μορφές, καλύπτοντας το φάσμα από την σχετικά αθώα παιδικότητα – το ισοδύναμο του να ζωγραφίσεις ένα μουστάκι στη Μόνα Λίζα – μέχρι την απεικόνιση αδικαιολόγητης βωμολοχίας, σεξ, βλασφημίας, αίματος και αηδίας, πορνογραφία τόσο αγαπητή σε ορισμένους παραγωγούς που, για να χρησιμοποιήσουμε ξανά τη μεταφορά, θα μπορούσε να συγκριθεί με αφόδευση στο πρόσωπο της Μόνα Λίζα. Όλα αυτά ομολογουμένως γίνονται υπό το πρόσχημα της δημιουργίας ριζοσπαστικών παραγωγών αιχμής, που αλαζονικά υποθέτουν πως το κοινό θέλει να έρθει σε επαφή με τον σύγχρονο κόσμο όταν εισέρχεται στην όπερα. Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλά ανεπίσημα στοιχεία που δείχνουν ότι αυτό είναι ακριβώς που δεν θέλει, ακόμη και στην περίπτωση των νεότερων θεατών. Η εφημερίδα Sunday Times διεξήγαγε πρόσφατα ένα ενδιαφέρον πείραμα, στο οποίο πέντε νέοι που δεν είχαν παρακολουθήσει ποτέ όπερα πήγαν στην Εθνική Όπερα της Αγγλίας για να παρακολουθήσουν το έργο Ντον Τζιοβάννι, μια παραγωγή ενός έργου που χαρακτηριστικά περιγράφεται από τον παραγωγό της ως “όχι μόνο αναφερόμενη στον δέκατο όγδοο αιώνα – αλλά και στο σήμερα”. Δύο από τις πιο αποκαλυπτικές αντιδράσεις για την παραγωγή προήλθαν από νέες γυναίκες, μια από τις οποίες δήλωσε “απογοητευμένη από τη σύγχρονη παραγωγή”, ενώ μια άλλη είπε πως “περίμενε κάτι πιο παραδοσιακό, πιο πλούσιο και όμορφο”.

Οι ευκαιρίες που έχουν αυτές οι νεαρές γυναίκες να παρακολουθήσουν μια “πιο πλούσια και όμορφη” παράσταση του Ντον Τζιοβάννι, ή οποιαδήποτε άλλης όπερας, έχουν γίνει όλο και περισσότερο πιο σπάνιες. Στις μέρες μας, μια ολόκληρη γενιά έχει μεγαλώσει με ελάχιστες ευκαιρίες να βιώσει την όπερα σε μια μορφή πιστή στις προθέσεις του συνθέτη και του στιχουργού. Και εκεί βρίσκεται το ασυγχώρητο έγκλημα της σκηνοθετοκρατούμενης όπερας, το οποίο εάν είχε παραμείνει μια εξειδικευμένη πειραματική μορφή όπερας, θα μπορούσε να κατέχει μια έγκυρη θέση στη σύγχρονη κοινωνία. Αντ’ αυτού έχει γίνει με ύπουλο τρόπο μια αποκλειστική επιλογή.

(Συνεχίζεται).

του Μάρτιν Ρόμπινς

O Mπράιαν Ρόμπερτς είναι ιστορικός της μουσικής, κριτικός της πρώιμης μουσικής, ραδιοφωνικός παραγωγός του BBC και υπήρξε από τους δημιουργούς του περιοδικού Early Music Magazine (Ισπανία)

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two