ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 87)

του Γιώργου Σταφυλά, συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών

Ο συγγραφέας Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ ήταν απο πολλές απόψεις μια ιδιάζουσα περίπτωση. Ψηλός και ογκώδης με αγάπη για την φύση και τα σπόρ πόρρω απείχε η εικόνα του από αυτή που συνήθως σχηματίζουμε στο μυαλό μας όταν ακούμε οτι κάποιος γράφει. Κι όμως αυτός ο γιγαντόσωμος τύπος στα λιγοστά χρόνια της συγγραφικής του πορείας μπόρεσε να πραγαγάγει τέτοιον όγκο έργου που ανάλογο του πολλοι φτασμένοι συγγρφείς δεν καταφέρνουν να επιδείξουν ούτε μετά από δεκαετίες επιτυχημένης καριέρας. 

Το προσωπικό του κίνητρο δεν ηταν το οικονομικό κέρδος. Πουλούσε βέβαια τα διηγήματα του αντι ελάχιστων δολλαρίων σε λαϊκά περιοδικά της εποχήςμιας αλλά ωστόσο δεν τα είδε ποτε να εκδιδονται να γίνονται βιβλία και να πουλούν εκατομμύρια αντίτυπα όπως θα του άξιζε. Αντίθετα λοιπόν από ότι συμβαίνει σήμερα με κάποιους από τους πιό γνωστούς και πολυγραφότατους συγγραφείς της λογοτεχνίας του φανταστικού, της εποχής μας, αυτό που ενέπνεε τον Χάουαρντ και τον κέντριζε να γράφει δεν ήταν το δέλεαρ των χρημάτων και της προβολής. Ωστε έτσι γίνεται ακόμα πιο θαυμαστή και αξιοπερίεργη η περίπτωση του καθώς φαίνεται οτι το μοναδικό του ερέθισμα, αυτο που τον κέντριζε να γράφει ηταν η απο μέσα του αναβλύζουσα επιθυμία να διηγηθεί ιστορίες, να πεί πραγματα. Σε τελική ανάλυση τόύτο οφείλει να είναι το μοναδικό, το υπέρτατο, το αυθεντικό κίνητρο κάθε αληθινού και γνήσιου δημιουργού. 

Και ο Χάουαρντ υπήρξε πράγματι ένας αληθινός δημιουργός. Μεγαλωμένος με τους παράξενους θρύλους της Κέλτικης μυθολογίας που απο μικρός είχε συνηθίσει να ακούει από τα χείλη της μητέρας του, αλλά και τις τρομακτικές ιστορίες που οι Ινδιάνοι σαμάνοι ψηθίριζαν τις νύχτες γύρω απο την φωτιά, ηταν επόμενο να σχηματίσει μια εξωπραγματικη και σχεδόν απόκοσμα ονειρική αντίληψη για τον κόσμο που μας περιβάλλει. 

Φωτογραφία του Ρόμπερτ Χάουαρντ από το Conan the Phenomenon
Χωρίς πνευματικά δικαιώματα

Ο Χάουαρντ ηταν χαμένος στα όνειρα του και σε τούτο ‘έμοιαζε πολυ του Λάβκραφτ, του άλλου μεγάλου της φανταστικής λογοτεχνίας, με τον οποίο υπήρξαν φίλοι. Μια τέτοια δυσπροσάρμοστη μορφή όπως ο Χάουαρντ δύσκολα μπορούσε να βρει την θέση του μέσα στον σύγχρονο κοσμο ακόμα και αν επρόκειτο για το Τέξας των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα. Ετσι η συγγραφή παράξενων ιστοριών έγινε το καταφύγιο του, το δίκο του όχημα απόδρασης από το πνιγηρό σύγχρονο κόσμο που τότε ακόμα μόλις που ανέτειλε δειλά. Ίσως η δυναμη της πένας του να οφείλεται σε αυτό ακριβώς το βιωματικό στοιχείο. Ο συγγραφέας Χάουαρντ μεσω της καλπάζουσας ζωηρής του φαντασίας ζούσε τις ιστορίες,έμπαινε ο ίδιος στους ονειρικούς κόσμους και στα χαμένα βασίλεια που περιέγραφε και ταυτιζόταν με τους ήρωες που ‘έπλαθε,

Κι αυτό το ζωντανό πνεύμα των ιστοριών του ειναι κάτι που ο αναγνώστης διαπιστώνει αμέσως. Διαβάζοντας μια ιστορία του Κόναν νίωθεις φρέσκος, δυνατός και ακμαίος όπως όταν αναπνέεις τον καθαρό αναζωογονητικό αέρα του βουνού. Η ανάγνωση αυτών των ιστοριών λειτουργεί πραγματικα σαν οξυγόνο για τον καταπιεσμένο, σχεδόν ευνουχισμένο άνθρωπο της πολης που ζει μεσα σε ένα φυσικά αλλα και ηθικά μολυσμένο περιβάλλον. Ο άνθρωπος που χει μαθει να αναπνέει την μούχλα και την σκονη του μικρού του γραφείου και να ζει με τους σύγχρονους ρυθμους κυνηγώτας την επιτυχία, βουλιάζοντας ομως ταυτόχρονα μεσα στον ηθικό σχετικισμό του, αποτελματωμένος από τον καταιγισμό των πληροφοριώνπου δεν προλαβαίνουν να μετουσιωθούν σε γνώση, αυτό ο άνθρωπος σοκάρεται θετικά ερχόμενος σε επαφή με εναν κόσμο όπου το καλό και το κακό αενάως, πολεμούν μεταξύ τους λυσαλέα,οπου μάγοι και μυθικά τερατα συνηπάρχουν με σκληρούς πολεμιστες και γυναίκες πρόθυμες να υποαχτούν στα δυναατά μπράτσα του νικητή, οπου τελικά η μόνη δικαιαιοσύνη η υπέρτατη αλήθεια είναι το σπαθί, το ατσάλι. 

Αυτός ειναι ο κόσμος του Κόναν,ο κόσμος που έπλασε ο Χάουάρντ με την γοητευτική του πένα. Ενας κόσμος που ξεπροβάλλει μεσα από την αχλυ του μυθου θέτοντας σε αμφισβήτηση την γραμμική μας αντίληψη περι χρονου, ξυπνώντας ισως μέσα μας αταβιστικές μνήμες απο αλλόκοτες εποχές.Κι αυτός ο κόσμος μπορεί πραγματικά να σοκάρει τον σύγχρονο άνθρωπο – καταναλωτή, τον υπερτεχνολογικό τρωγλοδύτη, τον αρουραίο των μεταμοντέρνων μητροπόλεων. Είναι ενας κόσμος αρχετυπικά αρσενικός, ενας κοσμος οπου λατρέυεται η δυναμη, το σθένος, η αντοχή, η ευθύτητα, η τιμιότητα, η φιλιά, η τόλμη, το θάρος, οι κάτεξοχήν δηλαδη αρσενικές αξιες. 

Ο Κόναν ο Βάρβαρος, δημιούργημα του Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ

Φαντάζεστε ποιος θα ηταν αντίκτυπος αν στον δικο μας ανάποδο, μαλθακοποιημένο και θυληκοποιημένο κόσμο, βαζαμε υποχρεωτικά στα σχολεία την ανάγνωση των ιστοριών του Κόναν. Σαν τσουνάμι θα ειχε καταρχάς ξεσηκωθεί το φεμινιστικό κινημα να καταπιεί τους εμπνευστές αυτης της απόφασης, αλλα όμως κάποια απο τα σημερινά αδύναμα, φιλάσθενα και πνευματικώς απσυντονισμένα σημερινά παιδιά θα έβρισκαν στον Κιμμέριο με τα μακριά μαύρα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια που πιστεύει μονο στο ατσάλι, εναν ήρωα να ταυτιστουν, ένα αθάνατο πρότυπο ηρωϊκής ζωής. 

Εκτός από τον Κόναν ο Χάουαρντ επλασε κι άλλους ηρωες. Ο Σόλομων Καίην – ο πουριτανός πιονιέρος που γυρνάει τον κοσμο πολεμώντας το κακό-ειναι ο δεύτερος πιο γνωστός ήρωας του. Ο Καίην προυπήρξε του Κόναν. Ο δημιουργός του έγραψε μόνο έξι ιστορίες με ήρωα τον μαυροντυμένο Άγγλο πουριτανό πριν τον εγκαταλείψει χαμμένο κάπου στα βάαθη της Αφρικανικής ζούγκλας οπου αιώνια κυνηγάει τις αναρίθμητες μεταμορφώσεις του ίδιου αρχτετυπικού κακού, του διαβόλου. Ο Καίην, σε αντίθεση με τον Κόναν, ειναι πολύπλοκος, ανεξιχνίαστος, μυστηριώδης, εσωστρεφής αλλά και διαχσμένος. Η θρησκετικότητα του έρχεται πάντοτε σε σύγκρουση με τα άγρια ενστικτα του τα οποία μόλις και μπορεί να αποκρύψει κάτω από την μάσκα του θρησκευτικου φανατισμού. 

Θα λέγαμε οτι ο Κααίην είναι πολυ πιο βαθύς κι ενδιαφέρον ήρωας από τον απλοικό Κόναν. Ο Κιμμέριος βάρβαρος, αιώνιος μισθοφόρος, γυρνάει τον κόσμο θέτωντας το ξιφος του στην υπηρεσία όποιου του προσφέρει χρήμα, ποτό, φαϊ, γυναίκες. Ο Καιην αναζητά την περιπέτεια για την περιπέτεια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι γυναίκες, το φαί, τα χρήματα, τα υλικά αγαθά. Κείνο που χρειάζεται είναι το κατάλληλο ηθικό κίνητρο για να δικαιολογήσει στην πολύπλοκη και ταραγμένη από τα ερωτηματικά συνείδηση του, την επιθυμία του για πόλεμο και φόνο. Και το βρίσκει στην θρησκεία, αποκμοιμίζει την συνείδηση του πείθοντας την οτι πολεμάει το κακό. 

Κατά μία ένοια ο Άγγλος πουριτανός με το ωχρό πρόσωπο και τα μαυρα ρούχα ειναι μια απεικόνιση της ίδιας της ψυχής της Ευρώπης.Οι λαοί της δυτικής Ευρώπης,οι λαοί δυτικά των Αλπεων εχριστιανίσθηκαν σταδικά και πολύ αργότερα από τους μεσογειακούς λαούς. Γνωρίζουμε ότι τα αρχαία παγανιστικά έθιμα επιβίωναν ακόμη στα σκιερά δάση του βορρά αιώνες μετα την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κατά μια έννοια λοιπόν κάποιοι ευρωπαϊκοί λαοί ακόμα και όταν εχριστιανίσθηκαν παρέμειναν στο βάθος της καρδιάς του παγανιστές. Το φως της χριστιανικής θρησκείας και του ανώτερου ελληνοχρστιανικού πολιτισμού κατάφερε μονο να αποκρούσει στα βάθη της συλογικής τους συνείδησης τα κατάλοιπα χιλιάδων χρόνων βαρβαρότητας. Οι άνθρωποι αυτοί ενδύθηκαν τον χριστιανικό μανδύα αλλα οχι και το φωτοστέφανο του αγίου. Μέσα τους παρέμεινε ζωντανή και άσβεστη η δίψα για πόλεμο,κατάκτηση, λεηλασία. Το ποτάμι των βάρβαρων φυλευτικών ενστίκτων βρήκε διέξοδο την εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων και του εκχριστιανισμού των αγρίων λαών των ηπείρων που ανακαλύπτονταν.

Σε αυτή ακριβως την εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων και των θρησκευτικών πολέμων, δρα ο Καίην αντιπροσωπεύοντας τον διχασμένο ανάμεσα στην θρησκεία και την βαρβαρότητα ψυχισμό της Ευρώπης. Ακόμα και το όνομα με το οποίο τον βάφτισε ο Χάουαρντ δεν είναι τυχαίο. Δίκαος και σοφός σαν τον βασιλιας Σολομών (που ομως στα γεράματα του εξετράπη της θεϊκής οδού) αλλά και φονιάς όπως ο Κάϊν. 

Εκτός απο τις ιστορίες του Κόναν και τις άλλες με ήρωα τον Καίην, ο Χάουαρντ έγραψε επίσης και ιστοριές της μυθολογίας Κθούλου ενω καταπιάστηκε και με κάθε γνωστό λογοτεχνικό είδος. Εγραψε έργα αστυνομικά, καουμπόϊκα, ταξιδιωτικά, αθλητικά άρθρα και άλλα πολλά. Οι γείτονες της οικογένειας Χάουαρντ συχνά έκαναν παρατήρηση στον πατέρα του Ρόμπερτ γιατι ο ήχος από τα πλήκτρα της γραφομηχανης που ασταμάτητα χτυπούσε ο γιός του δεν τους άφηναν να κοιμηθούν.

Κάποιες απο αυτές τις ιστορίες ο Χάουαρντ τις πουλούσε για λίγα δολάρια στα λαϊκά περιοδικά εκείνης της εποχής. Τότε και σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα τα λογοτεχνικα είδη με τα οποία καταπιάστηκε ο Χάουαρντ θεωρούνταν ευτελή. Κάτι σαν παραλογοτεχνία. Όμως το ύφος της γραφής του, συχνά περίτεχνο κάποιες φορές πομπώδες αλλα πάντοτε μοναδικά ατμοσφαιρικό, εκπληκτικά ζωντανό, διαψεύδει αυτή την θεωρία. Ο Χάουαρντ ηταν μεγάλος συγγραφέας. Σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία, λογοτεχνία ευτελή, η λόγοτεχνία σοβαρή. Υπάρχουν μόνο καλοί και κακοί συγγραφείς. 

Ο Χάουαρντ πέθανε στην ηλικία των τριάντα ετων. Αυτοκτόνησε μην αντέχοντας τον χαμό της μητέρας του. Μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να γραψει εικοσιέξι ιστοριές με τον Κόναν και πόσες άλλες ακόμα με άλλους ηρωες… Ο Κόναν όμως ηταν αυτός που έμελλε να αναδείξει τον δημιουργό του χρόνια μετα τον θάνατο εκείνου, κάνοντας τον γνωστό σε όλο τον κοσμο. 

Με βάση τις ιστορίες του Χάουαρντ με ήρωα τον Κοναν γυρίστηκαν ταινίες, γράφτηκαν τραγούδια, βιβλία, και κόμιξ. Από την κοσμοθεωρία του Χάουαεντ όπως αυτή διαφαίνεται μεσα από τις ιστορίες κυρίως του Κόναν εμπνεύθστηκαν ακόμα και πολιτικά κινήματα εστω και αν αυτή δεν ήταν ακριβώς η πρόθεση του δημιουργού του. Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι αν κανείς θέλει να πάρει ενα γερό σφηνάκι ηρωϊκής φαντασίας, αν κανεις θέλει να αποδράσει από το γυαλί, το μέταλλο και το σκρόδεμα, τα ευτελη υλικα του σημερινού μας κσμου μαζι με την αφόρητη καταπίεση εως ευνουχισστικου βαθμου, που αυτός ασκεί, ας διαβάσει Κόναν, ας διαβάσει Καίην, ας διαβάσει τις ιστορίες του Χάουαρντ. 

του Γιώργου Σταφυλά, συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών Ο συγγραφέας Ρόμπερτ

του Γιώργου Πισσαλίδη

H ‘Δαιμόνια Νύμφη”, είναι ένα συγκρότημα που εμπνέεται από τις ιερές τελετουργίες και αντίστοιχους ύμνους της Αρχαίας Ελλάδος. Η μουσική τους έχει χαρακτηριστεί στο εξωτερικό από γκόθικ μέχρι νεο φολκ και προγκρέσιβ φολκ (παράδοση πέρα από τα φυσικά της όρια)
Πριν από 5 χρόνια έγραψε την μουσική για το ανέβασμα του “Μακβέθ” του Σαίξπηρ από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Από αυτό το “πρότζεκτ” ξεχώρισε το “Witches’ Lullaby” και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε κανούργια μορφή τον ερχόμενο Μάρτιο με αυτοσχεδιασμούς από γυναίκες από όλο τον κόσμο.

Έτσι η Ιαπωνέζα Hatis Noit, η Ισπανίδα Πρισίλα Χερνάντεζ (Priscilla Hernandez), η Βρεταννίδα Βικτώρια Κούπερλαντ Ραίη Γιουσούφ (Victoria Couperand Rey Yusuf ) αλλά και η Εύη Στεργίου η τραγουδίστρια της “Δαιμόνιας Νύμφης” θα αυτοσχεδιάζουν πάνω στην ίδια μελωδία δημιουργώντας ένα κομμάτι που θα συλλαμβάνει την μοναδική τους ερμηνεία του
Η παραγωγή θα είναι του Σπύρου Γιασαφάκη, αρχηγού του συγκροτήματος

Παρτε μια πρώτη γεύση από την διασκευή

Το Witches Lullaby θα κυκλοφορήσει σε όλες τις ψηφιακες πλατφόρμες :

Bandcamp – https://daemonianymphe.bandcamp.com/

Spotify – open.spotify.com/artist/6C27P7GFMsRv9rvnVTXwR9

Apple Music – iTunes – itunes.apple.com/us/artist/daemonia-nymphe/id168525954

Ακούστε το πρωτότυπο κομμάτι όπως ακουγόταν στην παράσταση

του Γιώργου Πισσαλίδη H ‘Δαιμόνια Νύμφη”, είναι ένα

Με αφορμή τη συμπλήρωση, χθές  4 Φεβρουαρίου, 20 χρόνων από τον θάνατο του Ιάννη Ξενάκη (1922-2001), θυμόμαστε  μια ερμηνεία του έργου του “Ορέστεια” στην Κωνσταντινούπολη πριν δέκα χρόνια παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου επ’ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας της Μουσικής

                                                                 Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 

«Ύμνος στη Δημοκρατία» χαρακτηρίστηκε η παρουσίαση της “Ορέστειας” στην Κωνσταντινούπολη από τα ΜΜΕ της Τουρκίας.
Η εμβληματική Ορέστεια του Αισχύλου κατά Ιάννη Ξενάκη θυμόμαστε πως παρουσιάστηκε πριν 10 χρόνια (21-6-2010) στην Αγία Ειρήνη της Κωνσταντινουπόλεως, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Μουσικής της Πόλης και του θεσμού Πόλη – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2010.

Η συναυλία πραγματοποιήθηκε παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και πλήθους κόσμου που κατέκλυσε τον ιστορικό χώρο.

Το απαιτητικό έργο του Ξενάκη που ερμήνευσαν ο βαρύτονος Σπύρος Σακκάς, χορωδίες και ορχηστρικό σύνολο υπό τον μαέστρο Γκιουρέρ Αϊκάλ, κατέκτησε το κοινό και απέδειξε, θα λέγαμε, την διαχρονικότητά του.

Η Παγκόσμια Ημέρα της Μουσικής γιορτάστηκε τότε στην Πόλη μ’ ένα έργο ελληνικό, αλλά και οικουμενικό ταυτόχρονα, καθώς η Ορέστεια του έλληνα µουσικού, αρχιτέκτονα, µαθηµατικού, διανοητή και φιλοσόφου είναι ένα έργο που θεωρείται από τα σηµαντικότερα για τη µουσική του 20ού αιώνα και για την πρωτοπορία όσον αφορά τη µουσική αλλά και την εν γένει αντίληψη για το αρχαίο δράµα.

Το μουσικό έργο με υπότιτλο «Σουίτα Ιάννη Ξενάκη» γράφτηκε από τον συνθέτη το 1965-67, έπειτα από πρόσκληση του Αλέξη Σολωμού για την παράστασή του στην πόλη Υψηλάντη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Στη σημερινή του μορφή το έργο ακολουθεί μία ιδιαίτερη προσέγγιση, με το λιμπρέτο να αποτελείται από επιλογές του συνθέτη συγκεκριμένων στίχων από το αρχαίο κείμενο του Αισχύλου, ενώ από το 1987 και έπειτα προστέθηκαν οι σολιστικοί ρόλοι της Κασσάνδρας και της Θεάς Αθηνάς γραμμένοι ειδικά για τον βαρύτονο Σπύρο Σακκά, ο οποίος τους ερμηνεύει μέχρι σήμερα.

Η Ορέστεια του Ξενάκη ένωσε στην Πόλη έλληνες και τούρκους µουσικούς, σε µια σύµπραξη της µεικτής (τουρκικής) πανεπιστηµιακής χορωδίας Μimar µε την 25µελή του Δήµου Αθηναίων, υπό τον Σταμάτη Μπερή, µιας χορωδίας µε παιδιά από το Ζωγράφειο της Πόλης αλλά και τούρκους µαθητές δηµοτικού και γυµνασίου, της Φιλαρµονικής Ορχήστρας Βorusan της Κωνσταντινούπολης, υπό τον σπουδαίο μαέστρο και δραστήριο στην Αµερική Γκιουρέρ Αϊκάλ και µε σολίστ στα κρουστά τον Ισπανό Μιγκέλ Μπερνάτ και φυσικά τον Σπύρο Σακκά.

Ήταν µια παραγωγή του Κέντρου Φωνητικών Τεχνών, του οποίου Καλλιτεχνικός διευθυντής είναι ο Σπύρος Σακκάς, σε συµπαραγωγή µε το Διεθνές Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης (ΙΚSV), υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισµού και Τουρισµού.

«Τέτοια έργα οφείλουν να γίνονται πάλι και πάλι όσο οφείλει και η ζωή να ξαναγεννιέται διαρκώς! Ο Ξενάκης δεν δέχεται τον άνθρωπο βουτηγμένο μέσα στη σύγχρονη ανοησία…» έχει πει ο Σπύρος Σακκάς, 35 χρόνια συνεργάτης του Ιάννη Ξενάκη,  φίλος και πρώτος ερµηνευτής πολλών σολιστικών έργων του.

Oι φωτογραφίες είναι του Νίκου Μαγγίνα και του Παναγιώτη Ανδριόπουλου 

Ο βαρύτονος Σπύρος Σακκάς ερμηνεύοντας την “Ορέστεια” του Ιάννη Ξενάκη

Το χειροκρότημα του κοινού για τους συντελεστές της “Ορέστειας”

Με αφορμή τη συμπλήρωση, χθές  4 Φεβρουαρίου,

Με την επέτειο των 200 ετών από την Επανάσταση είναι λαµπρή και µοναδική πιθανώς ευκαιρία να ανακαλύψουµε, να µελετήσουµε και να διαδώσουµε τον εθνικό µουσικό θησαυρό.

του Γιάννη Χριστόπουλου, λυρικού καλλιτέχνη 

Στη διάρκεια της µουσικής σταδιοδροµίας µου είχα την ευτυχία να ερµηνεύσω πολλά έργα Ελλήνων συνθετών, που χρονολογούνται από την περίοδο της Απελευθέρωσης έως τις µέρες µας. Είχα την τύχη να γνωρίσω την ελληνική µουσική δηµιουργία και να ακολουθήσω την εξέλιξή της στον χρόνο µέσω της βιωµατικής σχέσης που έχει ένας µουσικός.

Το κράτος των Ελλήνων (αδόκιµος ο προσδιορισµός «Νεοελλήνων», αφού είναι πεποίθησή µου ότι η συνέχεια του έθνους είναι δεδοµένη και οι διαφορετικές φάσεις κοινωνικής οργάνωσής τους µέσα από τη δουλεία δεν αναιρούν την πολιτιστική συνέχειά τους ως έθνους) στα 200 χρόνια βίου έχει να παρουσιάσει σηµαντική µουσική παραγωγή και, φυσικά, σηµαντικούς συνθέτες, οι οποίοι µε το έργο τους έδωσαν νέα ώθηση στον πολιτισµό.

Ανεξάρτητα από την τεχνοτροπία που υιοθέτησαν, κανείς, φυσικά, δεν έµεινε ανεπηρέαστος από αυτό που µε έναν γενικό όρο αποκαλούµε «ελληνικότητα», επειδή ο τόπος αυτός προσφέρει και εµπνέει σε κάθε δηµιουργό ιδιαίτερους ή και µοναδικούς όρους για να αντιληφθεί τον κόσµο. 

Η δύναµη του τόπου, του ήθους, της αισθητικής του, χάρη στο απαράµιλλο τοπίο, στο φως, στην αρχέγονη δύναµη για επιβίωση µέσα από κάθε συνθήκη και µε κάθε µέσο, εισάγεται στην εσωτερική διαλεκτική κάθε Ελληνα δηµιουργού και µε το παρελθόν αλλά και το παρόν του.

Είναι πραγµατικά συγκλονιστικό, όταν τραγουδάς τις στροφές 83, 84, 85, 86 από τον «Υµνον εις την Ελευθερίαν» του ∆ιονύσιου Σολωµού, µελοποιηµένες από τον «ιταλότροπο» Μάντζαρο (στην τρίτη εκδοχή της µελοποίησής του), να συνειδητοποιείς ότι αυτό που τραγουδάς δεν είναι παρά µια κυκλαδίτικη µελωδία!

Ο Επτανήσιος επικοινωνεί µε την παραδοσιακή µουσική των Κυκλάδων µε απαράµιλλη αµεσότητα, όταν ακόµα οι εθνικές µουσικές σχολές δεν έχουν εδραιωθεί, δεν έχουν αποκτήσει την επιρροή τους στη µουσική πραγµατικότητα των προηγµένων χωρών.

Αξιο µνηµόνευσης για την Επτανησιακή Σχολή είναι ότι, αν και η τεχνοτροπία εδράζεται συντριπτικά στην ιταλική µουσική τεχνοτροπία, είναι ευδιάκριτη η πρόθεση των συνθετών να «ακουµπήσουν» στον ελληνικό µουσικό διάκοσµο. Αυτό συµβαίνει διακριτικά, δίχως την ανάγκη της επιβεβαίωσης µιας ιδεολογικής δοξασίας, αλλά ως ψυχική ανάγκη των δηµιουργών να διαποτίσουν το έργο τους µε «ελληνικότητα», καθώς διακατέχονται από µια έντονη εθνική προσήλωση.

Ηδη από το 1857 ο Ζακυνθινός Παύλος Καρρέρ οραµατίζεται ότι θα εδραιώσει την «εθνική µουσική» µε τα µέσα της εποχής του. Η πλειονότητα των έργων του έχει θέµατα που αφορούν την Ελληνική Επανάσταση, την προεπαναστατική και την επαναστατηµένη Ελλάδα: «Μάρκος Μπότσαρης», «∆έσπω», «Κυρα-Φροσύνη».

Η όπερα του εκ των ιδρυτών της Επτανησιακής Σχολής Σπυρίδωνος Ξύνδα «Ο υποψήφιος βουλευτής» από πολύ νωρίς τοποθετεί την ελληνική όπερα στις αναζητήσεις και τις εξελίξεις της εποχής και θεµατολογικά ασκεί κριτική στα ήθη των καιρών. 

Η ταυτότητα της µουσικής ή η αποτύπωση µιας ιδιαίτερης «ελληνικότητας» αποτέλεσε τη διαµάχη στους κόλπους των µουσικών σχετικά µε τρόπους και µεθόδους κατανόησης και αφοµοίωσης των νέων µουσικών εκφραστικών απαιτήσεων και πρωταγωνιστεί στις αναζητήσεις των µουσουργών της απελευθερωµένης Ελλάδας.

Είναι γεγονός ότι πολύ σύντοµα και µε εξαιρετική επιτυχία σηµαντικοί Ελληνες µουσουργοί του 19ου και του πρώτου µισού του 20ού αιώνα είχαν διαµορφώσει µια σαφή, σύγχρονη µουσική ταυτότητα, την οποία αξιοποίησαν ακόµα και σπουδαίοι συνθέτες του εξωτερικού, όπως ο Μορίς Ραβέλ, για να αποτυπώσουν συνθέσεις τους που αφορούν την Ελλάδα.

Είναι συγκλονιστικό πώς ο Ραβέλ στις «Πέντε ελληνικές παραδοσιακές µελωδίες» χρησιµοποιεί µε απαράµιλλη δεξιοτεχνία ελληνικά τραγούδια, υιοθετώντας, όπου έκρινε απαραίτητο, τη µουσική γλώσσα που είχαν ήδη διαµορφώσει στα έργα τους οι Ελληνες µουσουργοί.

Η Ελληνική Εθνική Σχολή ήρθε να ολοκληρώσει και να µεθοδεύσει το ζητούµενο ενός καθαρού αποτυπώµατος στη σύγχρονη ελληνική δηµιουργία µε έναν ολοκληρωµένο τρόπο.

Οι Επτανήσιοι αδελφοί Ναπολέων και Γεώργιος Λαµπελέτ πρόσφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη δηµιουργία της Εθνικής Σχολής. Μνηµείο αυτής της εξέχουσας προσφοράς είναι των διεθνών απαιτήσεων συµφωνικό έργο του Γεωργίου Λαµπελέτ «Η γιορτή» (1907). Ο Γεώργιος Λαµπελέτ εξέφρασε και σε θεωρητικό επίπεδο τις απόψεις του «περί της αξίας της εθνικής µουσικής», όπως σηµείωνε στο έργο «Ο εθνικισµός εις την τέχνην» (1928): «[…] Αλλά ποίος είπεν ότι η τέχνη η οποία φερει τα χαρακτηριστικά γνωρίσµατα µιας ωρισµένης φυλής δεν ηµπορεί να είναι και παγκοσµίου επιβολής;

Ο Σολωµός και εκείνοι οι οποίοι αισθάνονται και αντιλαµβάνονται ότι η τέχνη πρέπει να έχη τον χαρακτήρα της εθνικότητος (και µόνον τότε η τέχνη είναι αληθινή και ειλικρινής) δεν εννοούν, βέβαια, να υποστηρίξουν τον τοπικισµό εις την στενωτέραν του σηµασίαν, µε το τοπικόν του χρώµα και τα πλέον κτυπητά εκείνα εξωτερικά γνωρίσµατα, τα οποία χαρίζει η λαϊκή έµπνευσις εις τας πρωτογόνους µορφάς της, αλλ’ εννοούν να έχουν οι καλλιτέχναι δηµιουργοί ως αφετερίαν εις το έργον των τον θεµελιώδη ρυθµόν, την ουσίαν των λαϊκών εµπνεύσεων, εις τας οποίας αντανακλάται η εθνική ψυχή, και να ανυψωθούν από αυτάς, δηµιουργούντες µε την βοήθειαν και των τολµηροτάτων και νεοτάτων τεχνικών µέσων µιαν ανωτέραν παγκόσµιον τέχνην».

O Σπύρος Σαµάρας, µολονότι έδρασε στην Ιταλία, ως συνθέτης, στην όπερά του «Η Κρητικοπούλα» παραδίδει ένα έργο που αγγίζει την ελληνική µουσική και της προσδίδει όλα εκείνα τα στοιχεία που τον κατέστησαν έναν από τους σπουδαιότερους συνθέτες της εποχής του. Ενας άλλος Επτανήσιος µουσικός, ο ∆ιονύσιος Λαυράγκας, καθοριστικός ιδρυτής του ελληνικού µελοδράµατος, µε σπουδαίο έργο και στη συµφωνική µουσική και την όπερα, θεµελιώνει ξεκάθαρα µε το έργο του την ελληνική µουσική. Εξέχουσα θέση στο ελληνικό κλασικό ρεπερτόριο κατέχει η «1η ελληνική σουίτα», την οποία συνέθεσε το 1903, όπως και η εξαίσια όπερά του «Φρόσω» (1938). 

Ο Διονύσιος Λαυράγκας

Το έργο του Νίκου Σκαλκώτα είναι µοναδικό! Είναι η απόλυτη δικαίωση των απόψεων που εξέφραζε ο Γεώργιος Λαµπελέτ, αφού «µε τη βοήθειαν των τολµηροτάτων και νεοτάτων τεχνικών µέσων δηµιούργησε µια ανωτέραν παγκόσµιον τέχνην».

Οι Αιµίλιος Ριάδης, Μανώλης Καλοµοίρης, Αντίοχος Ευαγγελάτος, Πέτρος Πετρίδης, Γιάννης Κωνσταντινίδης, Μενέλαος Παλλάντιος, Μιχάλης Αδάµης, ∆ηµήτρης Τερζάκης είναι συνθέτες που αφιέρωσαν το έργο τους στη ζωτική αναζήτηση για τη µεταφορά και την αποτύπωση της ελληνικής µουσικής σε ένα διεθνές στερέωµα που διευρύνεται συνεχώς.

Η ελληνική µουσική θα µπορούσε να τύχει ευνοϊκότερης αντιµετώπισης πρώτα από εµάς, τους Ελληνες µουσικούς. Χαρακτηριστικό παράδειγµα της αδιαφορίας είναι η όπερα του Παύλου Καρρέρ «Μαραθών Σαλαµίς», η οποία, µολονότι γράφτηκε το 1896, παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 2003, ύστερα δηλαδή από 107 χρόνια. Αφού τέτοιας αντιµετώπισης έτυχαν οι κορυφαίοι Ελληνες συνθέτες, εύκολα µπορεί να αντιληφθεί καθένας τι ακριβώς έχει συµβεί µε τους λιγότερο γνωστούς καταξιωµένους.

Αλλά και ο τρόπος που αντιµετωπίσαµε την ελληνική µουσική υπήρξε µικρονοϊκός και αποδείκνυε διαχρονικώς την έλλειψη κριτηρίων από τους αρµόδιους φορείς περί την πνευµατική και την πολιτιστική ζωή της χώρας. Μιµητισµός και ξενοµανία, οι εύκολες λύσεις, µε την αποδοχή του δήθεν κοσµοπολιτισµού ως προς τις κεντρικές επιλογές των θεσµικών φορέων, υποτίµησαν και απαξίωσαν την ελληνική παραγωγή.

Συχνά η παρουσίαση (το «ανέβασµα») έργων Ελλήνων ήταν κάτι σαν µια δυσάρεστη υποχρέωση, απλώς επειδή πρέπει να παρουσιάζουµε και αυτά!

Με την επέτειο των 200 ετών από την Επανάσταση είναι λαµπρή και µοναδική πιθανώς ευκαιρία να ανακαλύψουµε, να µελετήσουµε και να διαδώσουµε τον εθνικό µουσικό θησαυρό, και να γνωρίσουµε τη µαγεία της εθνικής µας µουσικής παραγωγής, που ανατέλλει σε εποχές µάλλον δύσκολες για το έθνος. Και είναι εξαιρετικά απαισιόδοξο όροι διαφηµιστικής και χορηγικής λογικής να επιβάλλουν την πνευµατική διαλεκτική, την επιλογή και την παρουσίαση. 

Σκηνή από το ανέβασμα του “Μαραθών Σαλαμίς” του Παύλου Καρρέρ

Ο ελληνικός πολιτισµός είναι δυναµικός και άσβεστος µέσα στη διαρκή εξέλιξή του. ∆εν πάλιωσε για να τον «ρετουσάρουµε», και ασφαλώς όσοι υποστηρίζουν αυτό απλώς δεν είναι φορείς του και, στη χειρότερη περίπτωση, που ενδεχοµένως δεν είναι εικασία, δεν εµπνέονται από αυτόν.

Εποµένως το ουσιαστικό κέρδος από τις γιορτές για τα 200 χρόνια από την Επανάστασή µας είναι να δούµε πρακτικά πόσο είναι εφικτό να απαλλαχθούµε από τα συµπλέγµατα µειονεξίας, αυτά που δίνουν τροφή στη διαιώνιση της συνολικής έλλειψης κριτηρίων και εξ αυτής να βυσσοδοµεί εις βάρος του τόπου και του πολιτισµού µια ιδρυµατική ελίτ.

Ισως ποτέ περισσότερο από τις µέρες µας δεν θα ήταν πιο αναγκαίο ένα «πολιτιστικό αντάρτικο» στις κενοδοξίες που πνίγουν τη ζωή µας.

 

Αναδημοσίευση από την κυριακάτικη “δημοκρατία” της 24ης Ιανουαρίου 20121

Με την επέτειο των 200 ετών από

Ο Παπατσώνης ανήκει στην γενιά των ποιητών του μεσοπολέμου αλλά ή γραφή του παραπέμπει περισσότερο σε μεταγενέστερους ποιητές. Εγκαινίασε την χρήση του ελεύθερου στίχου ως εισηγητής στην νεότερη και μοντέρνα ελληνική ποίηση και ένα μέρος από την θεματολογία του προέρχεται από την ευρύτερη σφαίρα της θρησκείας και κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ ανατολικής και δυτικής πολιτιστικής παράδοσης. Το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζουν ποικίλες δημιουργικά αφομοιωμένες επιδράσεις και έντονα προσωπικό ύφος στα πλαίσια του μυστικιστικού και θεολογικού στοχασμού του. Τιμήθηκε το 1963 με το Α΄ κρατικό βραβείο ποίησης και πεζογραφίας ενώ το 1967 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. 

Επιμέλεια : Παναγιώτη  Α. Ανδριόπουλου 

ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ

La Madonna Candellora,- dall’ Inverno semo fora;
Ma se piove, o se fa vento,- nell’ Inverno semo dentro.
Ήρθε πάλι η Υπαπαντή, συλλογιέμαι κατά μόνας,
όξω απ’ άνεμο η βροχή, πάει πια ο άγριος χειμώνας.
Αλλ’ αν βρέξει ή αν φυσήξει, τότες πάλι αλλοίμονο:
αύριο τι θα φέξει η μέρα, τούτο μόνο θα το δείξει,
η Γριούλα αν θα λουφάξει, για η Γριούλα αν θα πηδήξει:
κούτσουρο θα ν’ αναφτεί, κούτσουρο θα να σβηστεί
κάρβουνα και ροκανίδια, σάρωμα στ’ αποκαΐδια.
Ένα μόνο είναι γνωστό, θα σημάνει αύριο η καμπάνα
και θα μεραστούν κεριά, απ’ τον ίδιο τον Παπά.
Κι ύστερα θ’ ακολουθήσει μια σπουδαία Λιτανεία·
οι Γριούλες από πίσω θα συρθούνε μία μία·
τα κεριά θα τα φουντώσουν και θα ψάλουν ψαλμωδία
βραχνιασμένες, γερασμένες, όλες για την Παναγία.
Και γυρνώντας στο σπιτάκι, καθώς θα μεσημεριάζει,
θα λογιάξουν πια στ’ αλήθεια, αν σωστά καλοκαιριάζει.

ΤΡΙΑ ΡΟΔΑ

Sive rosae tres Rosarii mei fidelis

in honore Purificationis Beatae

Mariae Virginis, die II Februarii.

CUM AUTEM το Παιδίον είχε ως Κρίνον

αυξήσει πια πολύ, κι’ είχε πια γίνει

ημερών τεσσαράκοντα, αφήνον

το παρελθόν στη βρεφική Του κλίνη,

-πηγαίνει Το αγκαλιάν η Παναγία,

κάποιο πρωί ευλογητού χειμώνα,

να μπει πρώτη φορά στην Εκκλησία,

να μπει ο Νυμφίος το πρώτο στο Νυμφώνα.

Τα τρία Σκαλούνια τότε κατεβαίνει

(τον θαμβώνει τόση λάμψη και γαλήνη)

ο Συμεώνας. Τρέμοντας ανασαίνει:

“Νυν απολύεις τον δούλον Σου εν ειρήνη!”

Θεοφρούρητος, Θεοφόρος, περιφέρει

το Γιό του Ανθρώπου στ’ άγια εκείνα Μέρη.

Αλλ’ έξωθεν, ως δέεται η Αγία,

ένας Καημός γλυκύς Τη συντυχαίνει,

και μια Πίκρια μαβιά, σα νοσταλγία

την άγια Υπαπαντή Της πώς πικραίνει!

Μαδάει, μαδάει κάποιο ένα Χειμωνάνθι

μαργαριτοφανές, μαδάει τα φύλλα,

και ό,τι απόμεινε ως γύρη σαν τ’ οσφράνθη,

αιστάνθη δάκρυον άγιο, έτσι, ως να εκύλα.

Τη δε Ιερή Καρδιάν, είχε καλύψει

μιαν Ομίχλη, το Πέπλο του Αοράτου·

Κι’ έγινε ευώδης Κήπος όλη η Θλίψη:

Που ανίδεος ο Συμεώνας παραδίνει

το Θεόν, ερμώνοντας την αγκαλιά του,

μη νιώθοντας τη θεία Της σκοτοδίνη.

Αλλά πιον έξω, ο χιονισμένος Δρόμος,

το Καλτερίμι μάλλον, το Δρομάκι,

μολονότι σκληρό, όλο πέτραν, -όμως

έγινεν απαλόν, όλο μπαμπάκι·

όλο Ρόδα πολύφυλλα και Κρίνα

ραίναν, Βροχή πολλή σταλτή ουρανόθε,

τη Μητέρα, που ο Θεός Την εσυγκίνα

με το Ραφαήλ, ως Θλίψη ελθόντα εδώθε.

Μακάριες οι Γυναίκες, ως ξυπνούσαν

και άνοιγαν τα πρωινά τους παραθύρια,

να ιδούν τη Χαραυγή τους τόσο πλούσιαν!

Veniunt de Tharsis Magi et de Syria,

αλλά που! δεν εθεάθησαν τέτοιο Ήλιο:

MATREM IN VIA, DOLENTEM CUM FILIO!

Σημειώσεις για τις λατινικές φράσεις:

~ CUM AUTEM = Όταν όμως

~ Veniunt de Tharsis Magi et de Syria = Έρχονται οι Μάγοι από Θαρσείς και Συρία

~ Matrem in via, dolentem cun filio = μητέρα εν τη οδώ, με τον γιό της, θλιμμένη.

Ο Παπατσώνης ανήκει στην γενιά των ποιητών

Απέχει ο Φλεβάρης από την άνοιξη πολύ,
γιατί λίγο πριν εμφανιστεί,
σε κατάλευκο λιβάδι τριγυρνάει,
που το βλέμμα από τη θύελλα σκοτεινιάζει.

Από τα χτυπήματα τα σπίτια τρέμουν,
και σαν γυμνή αλέα ανατριχιάζουν,
που ο χειμώνας από πάνω της λυσσομανά,
σκεπάζοντας με το λευκό το γκρίζο.

Μετάφραση από τα Ρώσσικα του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη

 

Απέχει ο Φλεβάρης από την άνοιξη πολύ, γιατί

ὑπὸ Γέροντος Χαλκηδόνος Ἀθανασίου 

“Τὸ μεγαλεῖον καὶ τοὺς ἀγῶνας σου τίς διηγήσεται;”

Τὴν περασμένη Παρασκευή (22.1.2021) ἔφυγε ἀπὸ κοντά μας σὲ ἡλικία 87 ἐτῶν σ’ ἕναν οἶκο εὐγηρίας τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Τιτίκα (Εὐσεβεία) Σαριγκούλη1, (παρεμπιπτόντως, Εὐσεβεία λεγόταν καὶ ἡ σύζυγος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη), ἡ δημοφιλὴς καὶ ἀξιόλογος αὐτὴ ἠθοποιὸς καὶ συγγραφέας, μαχομένη μέχρι τελευταίας στιγμῆς. Ἐγεννήθη τὸ 1934 στὸ Μεταξουργεῖο. 

Ὁ γράφων συνεδέετο πνευματικὰ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μαζί της καὶ τὴν ἐθαύμαζεν. Τί κι ἂν ἦτο ἀριστερή. Εἶχε ἀνθρώπινα συναισθήματα ποὺ λίγοι μόνον ἔχουν σήμερον, παρ’ ὅλο ποὺ συχνὰ τὴν ἀπειλοῦσαν καὶ τὴν ἔκλεπταν. Ἠσχολήθη δὲ ἐπανειλημμένως μὲ τὸ ἔργον της, ἀποθησαυρίσας εἰς τὸ ἀρχεῖον του πολλὰ γράμματα αὐτῆς ἀπὸ τῶν ἐτῶν 2010-2018. Ἔγραψεν δὲ καὶ οὗτος ἐξ ἀφορμῆς τῶν βιβλίων της, οὐκ ὀλίγα πρὸς αὐτήν.  

Παραμείνασα ἄγαμος ἐκ πεποιθήσεως, ἐσπούδασε στὴν Ἀνωτάτη Σχολὴ Κινηματογράφου Ἀθηνῶν. Περισσότερον ἀπὸ 60 χρόνια ἡ Τιτίκα εἶχε ἐνεργὴ παρουσία στὸ θέατρο, στὸν κινηματογράφο, στὴν τηλεόραση, στὴν λογοτεχνία, κυρίως ὅμως καὶ πρωτίστως στοὺς κοινωνικοὺς καὶ πολιτικοὺς ἀγῶνας. Ἐτόλμησε δὲ νὰ κάνει σύζευξιν Μαρξισμοῦ–Λενινισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ, ὅπερ πρωτοποριακόν (Ἀ. Ἀνδρέου).  

Ἦτο μία δεξιοτέχνις “ντίβα” τοῦ θεάτρου. Μία ἀκούραστη λογοτέχνιδα ποὺ δούλευε σκληρὰ στὸν ὑπολογιστὴ καὶ ὄχι μόνον, ἀσχολουμένη κυρίως μὲ τοὺς ἀρχαίους ἥρωας τῆς μυθολογίας καὶ τῆς ἱστορίας τῆς φυλῆς μας. Ἀπὸ τὸ 1963 ἕως τὸ 2014 ἔγραψε περὶ τὰ ἑξήκοντα δύο (62) ἔργα: Ποιήματα, θεατρικά, ἄρθρα, μελέτες, ὁδοιπορικά, αὐτοβιογραφικά, ἀναλύσεις καὶ ἐπιγράμματα μὲ ἕναν ἀπίθανο πλοῦτο γνώσεων. Ἦτο μία ἀρχόντισσα τῆς “λαϊκῆς” ἀθηναϊκῆς ἀριστοκρατίας μὲ χαριτωμένη καὶ κωμική “μουρίτσα”, μὲ μάτια διεισδυτικά, κριτική, γλῶσσα καυστική, μία λεβέντικη ψυχὴ κι ἔνα σπινθηροβόλο πνεῦμα ἀνελέητο, ποὺ στηλίτευε τὰ στραβὰ τῆς κοινωνίας -θανάσιμο ἁμάρτημα- μία Ἀμαζόνα ἀτρόμητη ποὺ διασκέδαζε καὶ χαροποιοῦσε συγχρόνως, ἀλλὰ καὶ ἐνέβαλε σὲ στοχασμούς, ποὺ ἀγωνιζόταν γιὰ τίς “ἀνθρώπινες ἀξίες” -ποιές παρακαλῶ;-, ποὺ πάσχιζε γιὰ τὸν ἄνθρωπο πρωτίστως, ἐπικοινωνοῦσα μὲ τὶς καρδιὲς τῶν Ἑλλήνων καὶ τὶς γέμιζε γέλιο, ἐλπίδα καὶ ἀγῶνα! 

Τιμήθηκε δύο φορὲς μὲ τὸ βραβεῖο τῆς Unesco καὶ ἦτο παλαιὸν καὶ ἐπίλεκτον μέλος τῆς ἱστορικῆς Ἑταιρείας Ἐλλήνων Λογοτεχνῶν. 

 

Αἰωνία καὶ ἄληστος ἡ μνήμη Σου Τιτίκα 

 

  1. – Ἀ. Παπᾶ, Χαλκηδόνος, Ρινήματα θεολογικά, τεχνοκριτικά, ἱστορικὰ καὶ ἄλλα τινὰ ἀπὸ τὸ Βόσπορο Ε΄, Θεσσαλονίκη 2015, 196-198. 

–, Ὁ ἱερός “ἀρραβώνας” μὲ τὸν ἅγιο Χαλκηδόνος, Espresso 11.5 (2015) 20. 

Ἀ. Μπουνιᾶ, “Ὅταν ὁ μητροπολίτης Χαλκηδόνος μοῦ χάρισε δαχτυλίδι” (τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνας), Ἔνθ. ἀνωτ. 11.5 (2015) 20-21. 

Τοῦ Αὐτοῦ, “Ὁ γάμος ἕνα στενὸ παποῦτσι καὶ γι’ αὐτὸ δὲν παντρεύτηκα”, Ἔνθ. ἀνωτ. 2-3.1 (2016) 13.

–, Τὸ 1950 (ποὺ εἶχα ξεκινήσει τὴν ἀριστερὴ δράση μου) ἔστειλα ἕνα δῶρο στὸν Στάλιν γιὰ τὰ 70 του χρόνια, Ἔνθ. ἀνωτ. 23.1 (2016) 14-15. 

Ἀ. Μπουνιᾶ, Ἔκλεψαν τήν “βέρα” τῆς σοῦπερ γιαγιᾶς, Ἔνθ. ἀνωτ. 24.11 (2016) 6. 

Ἀ. Ἀνδρέου, Τιτίκα Σαριγκούλη. Ἡ ἀγωνίστρια τῆς λογοτεχνίας καὶ τοῦ θεάτρου, Τὸ Ἄρθρο 10.9 (2016) 26. 

Ἀ. Μπουνιᾶ, Οἰωνὸς αἰσιόδοξος στόν “ρημαγμένο” Νέο Βουτζᾶ, Espresso 11-12.8 (2018) 4-5. 

Τοῦ Αὐτοῦ, Ζητεῖται “ἐλπίς” γιὰ τὴν Τιτίκα Σαριγκούλη, Espresso 5.3 (2019) 17. Γ. Βράτσου, Δύσκολες ὧρες γιὰ τὴν Τιτίκα Σαριγκούλη

–, Τιτίκα Σαριγκούλη, https://el.wikipedia.org/ 

Π. Ἀνδριόπουλου, Μνήμη Τιτίκας Σαριγκούλη – Ἡ ἀλληλογραφία της μὲ τὸν Γέροντα Χαλκηδόνος Ἀθανάσιο, Φῶς Φαναρίου, 22.1.2021, 

–, Τιτίκα Σαριγκούλη: Ὁ Σπῦρος Μπιμπίλας ἀποκάλυψε τὴν αἰτία θανάτου, 23.1.2021, News 247.

 

Αναδημοσίευση από το Φως Φαναρίου 

ὑπὸ Γέροντος Χαλκηδόνος Ἀθανασίου  "Τὸ μεγαλεῖον καὶ τοὺς ἀγῶνας

του Κώστα Τάταρη 

Σαν χτες, το 1989 έφυγε από τον μάταιο ετούτο κόσμο, ο Ισπανός σουρεαλιστής ζωγράφος Σαλβαντόρ Νταλί (γεννήθηκε στις 11/5/1904). 

Όπως όλοι οι μεγαλοφυείς γνώρισε την απομόνωση και την απόρριψη από τους μέτριους και τα συμβατικά πνεύματα της εποχής του. Το 1921 εγκαθίσταται στη Μαδρίτη, όπου και ξεκινά τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών από τη οποία αποβάλλεται το 1926, λίγο πριν τις τελικές του εξετάσεις, καθώς δηλώνει (ως μεγαλοφυής) πως “κανένας καθηγητής μου δεν είναι άξιος να με κρίνει”, το πρώτο φτύσιμο στο “Ακαδημαϊκό” κατεστημένο. Την ίδια χρονιά επισκέπτεται το Παρίσι όπου συναντά τον Πικάσο, αλλά αργότερα πέρα από τις “επιρροές” του, διαφαίνεται το “προσωπικό στίγμα” του, και ήταν λογικό… 

Ο Πικάσο ήταν ένας απατεώνας της Τέχνης – το ομολόγησε και ο ίδιος- ανίκανος πέρα από “συλλήψεις” να αποτυπώσει κάτι ουσιαστικό, Kαι αυτή την ανικανότητα τη δικαιολόγησε λέγοντας “Ζωγραφίζω τον κόσμο όχι όπως είναι, αλλά όπως τον νομίζω”. Ήταν ικανός μόνο για “κολλάζ”, εξάλλου ο “περίφημος” πίνακάς του για την “Γκουέρνικα” δεν ήταν παρά ένα αμφίβολης αισθητικής “κολλάζ”. Τον Πικάσο ανέδειξε η παγκόσμια παρακμή της αποδόμησης και τον έκαναν “μεγάλο” οι κριτικοί του συρμού, ο Νταλί, αντιθέτως, υπήρξε πραγματικά μεγάλος. 

Μεγάλος “μάστορας” του χρωστήρα, ο σουρεαλισμός του δεν ήταν η εύκολη δικαιολογία αδυναμίας αποτύπωσης μορφών, αλλά η μεγαλοφυής αποτύπωση μορφών και αντικειμένων μέσα από την ονειρική διάσταση υπέρβασης της καθημερινότητας, μέσα από τη συνειδητοποίηση της μεγάλης αλήθειας ότι “είμαστε και δεν είμαστε του κόσμου ετούτου”. 

“H Eπιμονή της Μνήμης” του Σαλβαντόρ Νταλί

Οι αγαπημένες μου τεχνοτροπίες είναι ο “ηρωικός ρεαλισμός” και ο “μαγικός ρεαλισμός” ( τον τελευταίο εκπροσωπεί στη Χώρα μας ο Γιάννης Νίκου), ο σουρεαλισμός του Νταλί όμως με έπεισε ότι το “ονειρικό” μπορεί να είναι η γέφυρα των δύο κόσμων και χάρη σ’ αυτόν ανακάλυψα και αγάπησα τον ιθαγενή υπερρεαλισμό του Νίκου Εγγονόπουλου. 

Υπήρξε μεγάλος ! Μόνο ένας μεγάλος βουτά στα βαθιά νερά του υποσυνείδητου και κάνει τα όνειρα και τους εφιάλτες του Τέχνη (χωρίς να έχει ανάγκη από τις “συμβουλές” του Φροϋδισμού του συρμού). Μόνο ένας μεγάλος αποτυπώνει απολύτως “ρεαλιστικά” τα λιωμένα ρολόγια του Χρόνου – Κρόνου… 

Ο Αντρέ Μπρετόν δεν του συγχώρησε τις “πολιτικές επιλογές” του, ότι στον Ισπανικό εμφύλιο τάχθηκε με την “Ισπανική Φάλαγγα”. Λες και είχε υποχρέωση να είναι εκεί “που ήθελαν να είναι”…σκασίλα του. ” Εγώ είμαι όλος ο υπερρεαλισμός” η περήφανη απάντησή του ! 

Μου άρεσε η απόλυτη αγάπη για τη γυναίκα και Μούσα του “Γκαλά”, μου άρεσε ότι κατέρρευσε όταν “έφυγε”…Μου αρέσουν οι δυνατοί τύποι που καταρρέουν ΜΟΝΟ όταν χάνουν το – πραγματικά- “άλλο μισό” τους. 

Και κάτι τελευταίο : Δεν ήταν “εκκεντρικός”, όπως βιαζόμαστε να βαφτίσουμε όσους ξεπερνούν τον μίζερο “μέσο όρο” εμείς οι κοινοί θνητοί. Οι πραγματικά μεγάλοι δεν είναι εκκεντρικοί, είναι τραγικοί. Τα τεράστια στριμμένα στις άκρες μουστάκια , τα γουρλωμένα μάτια του, οι “πόζες” του δεν ήταν ανέξοδοι θεατρινισμοί όπως συμβαίνει με τους “διανοούμενους” και “καλλιτέχνες” του συρμού…ήταν η τραγική υπενθύμιση πρώτα στον εαυτό του και μετέπειτα σε όλους μας ότι “είμαστε και δεν είμαστε του κόσμου ετούτου”…

“Η Γαλάτεια των σφαιρών” του σαλβαντόρ νταλί

του Κώστα Τάταρη  Σαν χτες, το 1989 έφυγε

Γράφει ο Σπύρος Δημητρίου

Από την πνευματική συγκομιδή του 2020,  τα  δυο νέα βιβλία της μεγάλης ποιήτριας της Κύπρου Πίτσας Γαλάζη από τις “Εκδόσεις Αρμός”. 

Μια από τις σημαντικότερες παρουσίες στα γράμματα της  Κύπρου  και της Ελλάδας,  αγωνίστρια της ΕΟΚΑ, πολυβραβευμένη και πολυμεταφρασμένη, διακονεί την τέχνης της, την ποίηση μα και  το λόγο, ένα λόγο αισθαντικό, ίσως αιρετικό μα  βαθιά ελληνικό και ταυτόχρονα παγκόσμιο.  Λίγο πριν φύγει το δύσκολο 2020 μας κατέθεσε τον πνευματικό της οβολό από μνήμης κι από τέχνης. Δυο βιβλία διαφορετικά, για δυο τόπους που την συνδέουν και μας συνδέουν τόσα πολλά.

Το πρώτο βιβλίο αφορά τη γενέθλια γη και  τιτλοφορείται «ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΈΝΟΙ. ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΌ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΚΥΠΡΟ 1945 – 1960».  Εδώ είναι η μνήμη, εδώ είναι οι θύμισες της ζωής.  Εδώ η Πίτσα Γαλάζη διηγείται και σχεδόν αυτοβιογραφείται. 

Μνήμες και εικόνες από την παλιά Κύπρο όπως την έζησε και την θυμάται, με πρόσωπα και τόπους που την έχουν σημαδέψει και μαζί μ’ αυτά η  πρόσφατη  ιστορία του νησιού. Το Παλαιχώρι, η Πιτσιλιά, τόποι και άνθρωποι, η καθημερινότητα της Κύπρου σε αλλοτινούς καιρούς και μαζί  η οικογένειά της, ο πατέρας, η μάνα, η ιστορία, ο αγώνας της ΕΟΚΑ, οι μεγάλοι ζωγράφοι Διαμαντής και Κάνθος μα κι ο άγνωστος μέχρι πρότινος Κωνσταντίνος Στάθης που την κρατούσε στην αγκαλιά του. Ακόμη ο πατέρας του Γρηγόρη Αυξεντίου και ο πατέρας του Κυριάκου Μάτση, Πιερής Αυξεντίου και Χριστοφής Μάτσης, μαζί με το ψιλόλιγνο και χλωμό αγόρι που συνάντησε πίσω από την εκκλησία κι ήταν ο ήρωας του Αγώνα Μιχαλάκης Καραολής. 

«Παρόλο που δεν έχω δεσμούς αίματος με την Πιτσιλιά έζησα εκεί τα πρώτα 11 χρόνια της ζωής μου, λόγω του επαγγέλματος του πατέρα μου που ήταν κυβερνητικός γεωπόνος. Αγάπησα πολύ την Πιτσιλιά και ιδιαίτερα το Παλαιχώρι. Το βιβλίο αφορά πρόσωπα που επηρέασαν την ζωή μου με την παρουσία τους, αλλά είχαν μια γενικότερη σημασία για τον τόπο. Ήθελα να θυμίσω στους μεγάλους αυτά τα σημαντικά πρόσωπα και στους νεώτερους να γνωρίσω τα πρόσωπα αυτά που τίμησαν τον τόπο μας κι είναι όλα αγαπημένα και κεχαριτωμένα.» γράφει χαρακτηριστικά.

Θύμισες μιας ζωής που την στιγμάτισαν ξεδιπλώνονται   γλαφυρά και με συγκίνηση.  Χρόνια  κι ιστορίες από το 1945 μέχρι το 1960, χρόνια και ιστορίες που μπόλιασαν  το μέλλον των Ελλήνων της Κύπρου αλλά και την ίδια. Η απόφαση για την «διάσωση» της μνήμης  έγινε, όπως η ίδια γράφει, σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής της που πράγματι αυτή κινδύνευε να χαθεί,  μετά από μια περιπέτεια της υγείας της. 

«Ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς ο Frans Kafka αποφαίνεται πως : «Είμαστε αποκαίδια όσων ζήσαμε» γράφει κάπου  στο πρόλογο του βιβλίου της και συνεχίζει «..Ανακατεύοντας λοιπόν τ΄αποκαίδια του εαυτού μου αποφάσισα σε πολύ κρίσιμες για την υγεία μου ώρες να σώσω τα πρόσωπα που φώτισαν την ζωή μου και που είχαν μια γενικότερη για τον τόπο σημασία. Και μέσα απ΄αυτά τις γενικότερες συνθήκες της παλιάς Κύπρου στις οποίες κινήθηκαν κι αποτελούν πλέον ιστορία. Πρόσωπα αγαπημένα και κεχαριτωμένα γιατί η ζωή μας είναι αποτέλεσμα του αθροίσματος των συναντήσεων με τόπους κι ανθρώπους».

Στο δεύτερο βιβλίο  η Πίτσα Γαλάζη μας ταξιδεύει  στην άλλη μεριά της Μεσογείου με οδηγό τούτη τη φορά  την τέχνη της. Ούριος Ισπανικός άνεμος  κι   «ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ» , ο τίτλος της δίγλωσσης ποιητικής της συλλογής,  στα ελληνικά και τα ισπανικά, με την σπουδαία  μετάφραση της ελληνίστριας EVA LATORRE BROTO.

«Ένας κόσμος Ελ Γκρέκο παντρεμένος τα ρω

Στροβιλίζεται Έρωτας

Και πανάθλιο ψάχνω να μπω

Στο Τολέδο του μύθου

Ισπανία μυστηρίου κι έρωτας

Ελληνίδα η Φωνή μου

Στροβιλίζει τους ήχους»

«Un mundo El Greco desposado con las erres

Se arremolina el Amor

E indigna intent entrar

En el Toledo del mito

Espana de misterio y amor

Griega mi Voz

Arremolina murmullos»

Αγαπημένη και πολυμεταφρασμένη στον λατινόφωνο κόσμο, από το Σαντιάγο της Χιλής μέχρι την Ισπανία, η Πίτσα Γαλάζη μας έχει ταξιδέψει με την ποίησή της σε άλλους κόσμους και πολιτισμούς, και μέσα απ’ αυτό το ταξίδι ν’ ακουμπά, να συνενώνει, να επηρεάζει ο ελληνικός πολιτισμός, τα ελληνικά γράμματα  στο διάβα της μακράς οδοιπορίας του  στον χρόνο. Οδηγός, συνδετικός κρίκος, ο μεταφραστής που πρέπει  όχι μόνο να γνωρίζει καλά την γλώσσα πάνω στην οποία θα δουλέψει, να την νοιώθει, να την αισθάνεται αλλά και τον άνθρωπο τον ίδιο τον οποίο θα  μεταφράσει. Πρέπει να τον κουβαλάει μέσα του για να μπορεί να τον αποδώσει.

Έτσι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου  για το ταξίδι της Π. Γαλάζη στην Ισπανία.  Αφορμή, λοιπόν, συνδετικός κρίκος η μεταφράστριά της,  η ισπανίδα ελληνίστρια EVA LATORRE BROTO. Αιτίες πολλές γι αυτή την επίσκεψη  στη χώρα του φλαμέγκο, το οποίο και  πραγματοποιήθηκε το 2002 την εποχή που μεταφραζόταν στα ισπανικά η σημαντική ποιητική της συλλογή «Τα Έψιλον της Ελένης». Οι δυο τους περιδιαβήκανε σε δρόμους και τόπους, σε μύθους και ιστορίες, στον πολιτισμό και στα γράμματα στις  δυο πλευρές της Μεσογείου, στα κοινά τους, στον κοινό τους Ελ Γκρέκο να γίνεται σημείο αναφοράς.  Λέξεις και συζητήσεις,  άνθρωποι και εικόνες γίνονται φρέσκο χώμα για να σπείρει το λόγο του ένας ποιητής μ΄ αυτό το ιδιαίτερο μάτι της ψυχής; του μυαλού; σχεδόν μυστικιστικό να κάνει πάντα τη διαφορά.

Γι αυτόν ακριβώς τον υπερβατικό ποιητικό  κόσμο της Πίτσας Γαλάζη,  γράφει η Eva Latorre Broto  στο επίμετρο του βιβλίου:

 «Ίσως εκεί έγκειται η διαφορά ανάμεσα στον κοινό άνθρωπο που προσπαθεί να προχωρά στον κόσμο που του δόθηκε, και στο νου που δημιουργεί τον δικό του υπερβατικό κόσμο συναισθανόμενος τους υπόγειους χείμαρρους που κρύβουν μέσα τα σύμβολα, των οποίων ψάχνει τη μυστική ουσία, εκείνη που του επιτρέπει να συνεχίσει να ζει, για όλα και παρ’ όλα.

Η ποιητική Φωνή τρέχει να ανταμώσει την Ισπανική της μυθολογία – τον Μιρό, τον Πικάσο, τον Αλμπέρτη, τον Λόρκα, τη βεντάλια, τις γλάστρες με βασιλικό, τα ολέ – φορτωμένη με όλη την προσωπική μυθολογία της, που την αποτελεί – τον Μαρκαντόνιο Βραγαδίνο, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Ανδρέα Κάλβο, την Έλενα, το Ορθόδοξο Πάσχα, τα κύματα του Αιγαίου. Αυτές οι δυο μυθολογίες συναρμολογούνται με τον ίδιο τρόπο που ο Ελ Γκρέκο, φορτωμένος με τον δικό του αγώνα ανάμεσα φωτός και σκοταδιού, κατάφερε να συνδέσει στο έργο του στοιχεία από τις δυο ακτές της Μεσογείου. Έτσι, π.χ., τα στενά καλντερίμια του Τολέδο αντιπαραβάλλονται στους στενούς λιθόστρωτους δρόμους οποιουδήποτε μικρού χωριού της Κρήτης, και η παραδοσιακή εικονογραφία του Δον Κιχώτη συγχέεται μ’ εκείνη ενός άντρα από τα Σφακιά, για τους οποίους λέγεται ότι είναι οι πιο ψηλοί του κόσμου, δημιουργώντας μια εικόνα που ο Ελ Γκρέκο θα αγαπούσε να είχε ζωγραφίσει ο ίδιος και όπως ο Οδυσσέας, η ποιητική Φωνή νοσταλγεί τον καπνό της εστίας της, αλλά αυτοεξόριστη από την άξενη, δεσποτική και απογοητευτική πραγματικότητα, μεταμορφώνει αυτό το εσωτερικό ταξίδι στη μόνη πατρίδα όπου μπορεί να ζει : το Ποίημα, πατρίδα που προσφέρει κατανυκτικά στο στερνό προορισμό του προσκυνήματός της, Ελ Γκρέκο, στον απόδημο ζωγράφο που έφτασε στο τρισύλλαβο Τολέδο από το επίσης τρισύλλαβο Φόδελε».

Στενό του Τολέδο – Photo: Lyuba Filatova

Η Μαδρίτη, το Τολέδο, οι ήχοι, οι βεντάλιες, το Εσκοριάλ, η Ελένη, τα Ρω, η Κύπρος, η Κρήτη, το ισπανικό χώμα και μαζί η Eva Latorre Broto με τις δυο καρδιές, γέννησαν ένα   κόσμο Ελ Γκρέκο, γέννησαν δεκαπέντε θαυμαστά ποιήματα με την πένα της Πίτσας Γαλάζη. 

Γράφει στο πρόλογό της η μεγάλη ποιήτρια της Κύπρου : «Τα ποιήματα που ακολουθούν  είναι το αποτέλεσμα των αισθημάτων που μου γέννησε η Ισπανία. Είναι μυστικοί και ακαθόριστοι δεσμοί που μπορεί να μας δέσουν με μια χώρα. Τα ποιήματα φανερώνουν πως πολύ αγάπησα την Ισπανία που μου μένει αλησμόνητη. Η Εύα που μου έδειξε την Ισπανία υπήρξε ιδανικός κρίκος. Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου την πολύ αγαπημένη μου Εύα που έκαμε την φωνή μου να ακουστεί στην μουσική της γλώσσα. Για την υπομονή με την οποία έσκυψε πάνω στους στίχους μου κάνοντάς τους να ηχήσουν Ισπανικά. Γι αυτό και της ανήκει αυτό το βιβλίο.».

«Χαιρετώντας με δέος τα’ ανέσπερο

Που απ’ το Φόδελε έφτασε

Να στεγάσει το άστεγο

Με ουρανούς και αγγέλους κι οσίους

Της Κρήτης»

 

«Saludando con devocion al eterno

Que llego desde Fodele

Para techar el raso

Con cielos y angeles y santos

De Creta»

Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί το πορτραίτο του Ελ Γκρέκο δημιουργία του ζωγράφου και χαράκτη Δημήτρη Παπαγεωργίου. Τελειώνοντας να αναφέρουμε ότι αυτή η δίγλωσση έκδοση έγινε αρχικά στην Ελλάδα και στην συνέχεια θα εκδοθεί στην Ισπανία. Επίσης και τα  δυο βιβλία της Πίτσας Γαλάζη  κυκλοφορούν από τις καλαίσθητες “Εκδόσεις Αρμός”.

Γράφει ο Σπύρος Δημητρίου Από την πνευματική συγκομιδή

Το Under the Mediterranean Sea ειναι το πρώτο ακουστικό άλμπουμ του μετά το Tribute του 2008

του Γιώργου Πισσαλίδη 

Ένας από τους διασημότερους κιθαρίστες της ροκ υπηρξε ο Στηβ Χάκετ του προγκρέσιβ συγκροτήματος των Genesis, ο οποίος είχε συνεργασθεί μαζί τους από το 1971 έως το 1977 τόσο επί αρχηγίας Πήτερ Γκάμπριελ, όσο και επί Φιλ Κόλλινς.. Ήταν η δεξιοτεχνία του Χάκετ, που ξεχώριζε σε άλμπουμς όπως Selling England by the Pound, The Lamb Lies Down On Broadway  και A Trick of a Trail.

Ενώ όμως ο Πήτερ Γκάμπριελ και ο Φιλ Κολλινς προτίμησαν να γίνουν ποπ σταρς, ο Χάκετ συνέχισε να παραμένει πιστός στην βασική ιδέα του “προγκρέσιβ ροκ”, δηλαδή “ένα ενδιαφέρον να σπρώξει την μουσική πέρα από στάσιμες φόρμες”. Με 25 σόλο άλμπουμς στην καρριέρα του, ο Χάκετ έχει κτίσει ένα μουσικό συμπαν, όπου αλλού υπάρχει το ροκ και άλλες φορές ένα ακουστικό κλασσικίστικο στυλ.

Και ενώ η πανδημία του ακύρωσε τα σχέδια για μια τουρνέ όπου θα έδινε μια καινούργια ερμηνεία στο κλασσικό άλμπουμ Selling England by the Pound, o Χάκετ δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Με την βοήθεια του επί μακρόν μουσικό του συνεργάτη Ρότζερ Κίνγκ(πιάνο, programming) έγραψε τα τραγούδια για το καινούργιο του άλμπουμ του Under A Mediterranean Sky που κυκλοφορεί στις 22 Ιανουαρίου 2021 μέσω της InsideOut Music.

Είναι το  πρώτο ακουστικό άλμπουμ του Στηβ Χάκετ μετά το Tribute του 2008 και είναι εμπνευσμένο από τα εκτενή ταξίδια του Στηβ γύρω από την Μεσόγειο μαζί με την γυναίκα του Τζο. Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ, όπου ο Χάκετ  ζωγραφίζει με την κιθάρα του  έντονες εικόνες τοπίων που σε αφήνουν άναυδο εξυμνώντας τις διαφορετικές κουλτούρες της περιοχές Όπως λέει ο ίδιος: “Η Μεσόγειος είναι ξεχωριστή γιατί συνδέει πολλές διαφορετικές κουλτούρες από τις Ευρωπαϊκές στις Αραβικές. Κάναμε πολλά εξαιρετικά ταξίδια και το άλμπουμ μου έδωσε την ευκαιρία να κοιτάξω στις ρίζες της μουσικής στην κλασσική μουσική και την φλαμένκο πλευρά της “έθνικ” μουσικής ”. 

Photo credit: Jo Hackett

Και όπως συμβαίνει στην εκτενή σόλο δισκογραφία του, ο Χάκετ επιδεικνύει τον θεσπέσιο ήχο της κιθάρας με τις νάυλον χορδές, που άλλες φορές θυμίζει Τζων Ρένμπουρν και άλλες φορές Αντρέα Σεγκόβια και εξερευνεί το εξωτικό “έθνικ”, υποβοηθούμενος από εκθαμβωτικές ορχηστρικές ενορχηστρώσεις του Κινγκ.

“Πολλές ακουστικές ιδέες έχουν σχηματισθεί όλα αυτά τα χρόνια και έμοιαζε η τέλεια στιγμή για να δημιουργήσουμε αυτό το άλμπουμ” σημειώνει ο Χάκετ “η στιγμή να φαντασθούμε τα μερη της Μεσογείου με το είδος της μουσικής που βγήκε από τον κόσμο της φαντασίας”

“Επειδή δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε πραγματικά αυτήν την στιγμή, ελπίζω ότι αυτό το άλμπουμ να ταξιδέψει τους ανθρώπους. Είναι ο γρηγορότερος τρόπος να ταξιδέψεις με (το άλμπουμ) εξυμνεί την Μεσόγειο που τον ου και η Μεσόγειος είναι μια όμορφη  περιοχή. Είτε κάθεσαι και το ακούς προσεκτικά, είτε ονειρεύεσαι με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι…”

O Στηβ Χάκετ στο Καρνάκ της Αιγυπτου
Photo: Jo Hackett

Bέβαια όλος ο δίσκος δεν βγαίνει από την ακουστική κιθάρα του Χάκετ. Έτσι το άλμπουμ συμπεριλαμβάνει τον Ρομπ Τάουνσεντ στο σαξόφωνο, την Κάρολ Τάουνσεντ (καμμιά σχέση μεταξύ τους) στο βιολί και την βιόλα, τον Μαλίκ Μανσούρωφ στο ταρ, τον Αρμένιο Αρσέν Πετρουσέν στο ντουντούκ, ενώ ο ίδιος ο Χάκετ παίζει ακουστική και χαβανέζικη κιθάρα, δωδεκάχορδες κιθάρες, τσαράγκο και ούτι. Είναι αυτή η πιο έθνικ οργανοθεσία που ξεχωρίζει το Under the Mediterranean Sky από τα υπόλοιπα  κλασικίζοντα έργα του Χάκετ.

Το άλμπουμ ξεκινά με την Μάλτα και το Mdina-The Walled City, όπου η επιβλητικότητα του κομματιού ενισχύεται από την δραματική ενορχήστρωση του Ρίτσαρντ Κινγκ, ενώ η κιθάρα του Χάκετ ελίσσεται μεσα από τους ατμοσφαιρικούς δρόμους περιγράφοντας την δημιουργικότητα, τον έρωτα και την δύναμη που κρατα την Μάλτα ενωμένη ανάμεσα στα κύματα των συγκρούσεων.

Το Adriatic Blue θυμίζει τα εκπληκτικά τοπία της Κροατίας που βουτούν στις θάλασσες της Αδριατικής, ενώ το Sirocco είναι πιο ατμοσφαιρικό και θυμίζει τον άνεμο που φυσάει μέσα από τα αξιοθέατα της Αιγύπτου.

Το Joie de Vivre θυμίζει οικογενειακές εορτές στην Γαλλία με καλό κρασί, φαγητό και παραδοσιακή μουσική ενώ το Memory of the Myth θυμίζει μια μυστικιστική Ελλάδα και συμπεριλαμβάνει τυο βιολί της Κριστίν Τάουνσεντ. Τέλος το Laroco ένα κομμάτι σε παραδοσιακό αφρικάνικο στυλ.

Ο Χάκετ δηλώνει την γοητεία από τον Πέρσικο Πολιτισμό : “Γοητευθηκα από τους μυστικούς στροβιλισμούς των Δερβίσηδων από πρώτο χέρι” Το  Dervish And The Djin ( Ο Δερβίσης και το Τζίνι) αποθανατίζει την εκπληκτική ατμόσφαιρα του πιο εξωτικού πολιτισμού με την βοήθεια της μόνιμης μπάντας που ο Χάκετ χρησιμοποιεί στις περιοδείες του – το σοπράνο σαξόφωνο του Ρομπ Τάουνσεντ, το ταρ του Μαλίκ Μανσούρωφ  από το Αζερμπαϊτζάν και το ντουντούκ του Αρμένιου Αρσέν Πετροσυάν . Ειδικά τον Μανσούρωφ τον θεωρεί τον καλύτερο μουσικό στον κόσμο στο ταρ που όπως λέει “ακούγεται σαν μια διασταύρωση του Τζων Μακ Λώφλιν στην κιθάρα και του Ραβί Σανκάρ στην σιτάρ”

Photo credit: Jo Hackett

Και συμπληρώνει : “Φυσικά αυτές οι χώρες βρίσκονται σε πόλεμο μεταξύ τους και υπήρξαν χιλιάδες απώλειες και από τις δυο πλευρές Ξανά είναι ο ρόλος της μουσικής να μπορεί να κάνει πράγματα που οι πολιτικοί δεν μπορούν – να κάνει κάτι εποικοδομητικό”

Ο Χάκετ δηλώνει επίσης γοητευμένος από την μουσική φλαμέκο και γενικότερα από την μουσική της Ανδαλουσίας, κάτι που γίνεται αντιληπτό στο Andalucian Heart. “Ένας φλαμένκο κιθαρίστας μου έδειξε τα εκπληκτικά πράγματα που μπορούν να κάνουν” εξηγεί ο Χάκετ “Βλέποντας τους τσιγγάνους να παίζουν και να χορεύουν στις σπηλιές, εχεις το αίσθημα ότι αυτοί οι άνθρωποι χορεύουν για να σώσουν την ζωή τους”.

Το μόνο μη πρωτότυπο κομμάτι είναι το Scarlatti’s Sonata του Ντομένικο Σκαρλατι όπου ο Χάκετ εκφράζει το ενδιαφέρον για την Μπαρόκ μουσική της Ιταλίας.

Τελος το The Call of the Sea (Το Κάλεσμα της Θάλασσας) είναι ένα ήρεμο κομμάτι που αντανακλα της σκέψεις του Χάκετ για την θάλασσα που ενώνει λαούς και κουλτούρες

Το Under the Mediterranean Sea ειναι το