ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 88)

Η έκθεση PRINTS & DRAWINGS συνεχίζεται ανανεωμένη από την Τρίτη 19/1 στην Chalkos Gallery.

Κλείστε ραντεβού με μήνυμα στην σελίδα της γκαλερί στο Facebook ή με sms στο 6932202045 και στο 6984434099. Θα τηρηθούν ευλαβικά όλα τα προβλεπόμενα μέτρα.

Στην έκθεση παρουσιάζονται έργα των Σόρογκα, Τσαρούχη, Σαχίνη , Γαΐτη, Τσόκλη, Στάμου, Πολυμέρη, Ταξίδη, Εγγονόπουλου, Δάφνη, Chryssa, Ρωμανού, Κομιανού Dado, Mele, Τέτση, Μανουσάκη, Αντωνάκου. Σάββατο και Κυριακή κλειστά

Διεύθυνση : Ιουστινιανού 21, Θεσσαλονίκη

Η έκθεση PRINTS & DRAWINGS συνεχίζεται ανανεωμένη

Πρόλογος- επιμέλεια: Σπύρος Δημητρίου 

Με το παρόν άρθρο ξεκινούμε την αναδημοσίευση κειμένων για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Κείμενα ενάντια στον εθνομηδενισμό της κυρίαρχης εξουσιαστικής ελίτ και της ουδετεροπατρίας της «Επιτροπής για το 2021»

Το περιοδικό της “ΕΥΘΥΝΗΣ”, το 1993 κυκλοφόρησε ένα συλλογικό τόμο αφιερωμένο στην επανάσταση του 1821. Κείμενα σημαντικά της εποχής εκείνης μπολιάστηκαν με τη γραφή σύγχρονων πνευματικών ανθρώπων σ’ ένα συλλογικό τόμο μνήμης που προτάσσει τη διαχρονική αξία της εθνικής Παλιγγενεσίας. Τη στιγμή που βάλλεται η ιστορία και η πατρίδα από την άφρονα και ιδιοτελή εξουσία, τα κείμενα του τόμου, τονώνουν το φρόνημα προβάλλοντας την διαχρονική αξία του πατριωτισμού για τον λαό μας.

“Άγγελος Τερζάκης
ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΟΥ ‘21 

“Αν θέλουμε να μετέχουμε στον εορτασμό της εθνεγερσίας ουσιαστικά κι’ όχι τυπικά, αν, δηλαδή ως άνθρωποι συνειδητοί, του καιρού μας, θέλουμε να ξέρουμε γιατί κάνουμε κάτι και τι νόημα έχει αυτό που κάνουμε, τότε θα πρέπει και να συλλογιστούμε ένα – δύο πράγματα πολύ απλά

Το πρώτο είναι πως ένας εθνικός πανηγυρισμός μοιραία χρωματίζεται από τις γενικές συνθήκες της συγκεκριμένης στιγμής του. Χρωματίζεται εσωτερικά, στον ψυχικό μας κόσμο, και τούτο ακούσια, ή κι’ ασύνειδα ως ένα βαθμό. Ένας εορτασμός μπορεί να είναι αληθινός ή τυπικός, αυθόρμητος ή τεχνητός, γεμάτος νόημα ή δίχως νόημα, χαρούμενος ή θλιβερός. Έτσι και η 25η Μαρτίου : Άλλο νόημα έχει αν τη γιορτάζετε την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων κι’ άλλο μετά την ήττα του ΄97. Άλλο αν έρχεται την επομένη της Μικρασιατικής Καταστροφής, άλλο τον Μάρτιο του 1941, μετά τις νίκες κατά του Μουσολίνι, άλλο, τέλος, μέσα στη νύχτα της Κατοχής. Υπάρχουν εορτασμοί ανθοστόλιστοι κι’ άλλοι βουτηγμένοι σε κρέπια, υπαινιγμοί πικροί.Αυτό δείχνει πως ένα έθνος είναι υπεύθυνο για την πορεία του, ακόμα κι’ όταν η κατεύθυνσή της του επιβάλλεται από τη δύναμη των πραγμάτων.

Οταν η 25η Μαρτίου είχε ένα παραπάνω νόημα: Ο Βασιλεύς Γεώργιος στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1941

Στον κόσμο τούτο, ο κατάδικος δεν είναι πάντοτε ο αυτουργός. Υπάρχει μια αδιάγνωστη στην αφετηρία της, αλλά και πολύ αισθητή στην οικονομία της ευθύνη, που εφοδιάζει με νόημα την κάθε κρίσιμη ιστορική στιγμή, δικαιώνει ή αφήνει ηθικά εκτεθειμένους αυτούς που τη ζουν, που την ενσαρκώνουν. Αν εγκύψει κανένας σ’ αυτό το φαινομενικό ίσως μυστήριο, θα ιδεί πως θέτει σε νέα βάση το όλο ηθικό πρόβλημα του ανθρώπου. Αν είμαστε τόσο υπεύθυνοι, όσο το θέλει η «μοίρα», τότε μπορεί και να είμαστε εξ ορισμού περισσότερο ελεύθεροι από όσο το εμφανίζει μια μηχανική και αυστηρά υλιστική αιτιοκρατία.

Το κακό είναι πως αφήνουμε τις κάθε λογής συλλογικές γιορτές να κυλάνε πάνω μας σε νερό σε αδιάβροχο, χωρίς να στεκόμαστε να τις συλλογιστούμε. Φταίει, βέβαια, ο παθητικός ρυθμός της καθημερινής ζωής, δεν αρκεί μια αργία ή ένας καθιερωμένος εορτασμός για να τον ανακόψει. Φταίει ακόμα και η απλούστευση της Ιστορίας, που γίνεται για καθαρά παιδαγωγικό σκοπό σε συνδυασμό με την όχι πάντοτε απονήρευτη εξιδανίκευσή της.

Αν μπορούσαν πολλοί από εμάς να ξέρουν την καθαρή αλήθεια γύρω από το ’21 – αλήθεια σύνθετη, πολύπλοκη, διδακτική μέσα στην δραματική αντιφατικότητά της – θα έβγαζαν ίσως συμπεράσματα περισσότερο αφομοιώσιμα, γιατί και περισσότερο προσωπικά. Αλλά μας έχει φάει το τροπάριο, ο δεκάρικος, οι φτηνές «κορώνες», η δημαγωγική πατριδοκαπηλεία. Πίσω από τους ήρωες χάθηκαν οι μάρτυρες. Ποιος ξέρει αν δεν θα είταν πολύ πιο ευλαβικό, πολύ πιο εσωτερικά υποβλητικό κι’ επιβλητικό, ένα μνημόσυνο αντί μια τυμπανοκρουσία.

Μαθήτριες της Νέας Χήλης Αλεξανδρουπόλεως γιορτάζουν την 25η Μαρτίου την περίοδο μετά την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων

Κι εδώ είναι που αρχίζει η ευθύνη των ζωντανών. Παίρνει ο καθένας την 25η Μαρτίου, μα τοπικός υποψήφιος είναι, μα δάσκαλος φουκαράς, διατεταγμένος, μα εξημμένη κεφαλή, μα αγύρτης, μα ανεδαφικός φαφλατάς, και την κάνει παρανάλωμά του. Οι άλλοι ακούνε. Ανάμεσα σ’ εκείνους που ακούνε, είναι εκείνοι που δεν ακούνε. Είναι εκείνοι που, αλλοίμονο, ακούνε. Είναι εκείνοι που υπνωτίζονται, αποβλακώνονται. Άλλοι που μπαίνουν στον πειρασμό ν’ αντιδράσουν, να ξεσπάσουν, και που θυσιάζουν μέσα τους μαζί με τον ρήτορα και το θέμα. Στον κόσμο τούτον τα χλωρά καίγονται πάντοτε μαζί με τα ξερά. Πόσοι έχουν τον καιρό ή την αρμοδιότητα να κάνουν την κρίσιμη διαλογή, για να περισώζεται τουλάχιστον κάτι;

Ένα λοιπόν κακό ο μηχανισμός. Δεύτερο κακό η αντιπνευματική απλούστευση. Τρίτο η εκμετάλλευση από τους αιώνιους καπήλους. Σ’ αυτά, ας προσθέσουμε το πνεύμα μιας εποχής άπιστης, υστερικά ριζοσπαστικής, απροσανατόλιστης και θολωμένης. Τι να περισωθή από το μήνυμα των ανθρώπων που έκαναν το 21; Ίσαμε χτες τουλάχιστο, για κάποιες γενιές που τώρα αποσύρονται, είτανε κοντινοί, άμεσα πρόγονοι, το ύφος ζωής δεν έχει ακόμα ριζικά αλλάξει. Ακόμα και τα όπλα είταν τα ίδια, μονάχα πιο εξελιγμένα: το κανόνι είταν κανόνι, το σπαθί, σπαθί, το τουφέκι, τουφέκι. Από τη στιγμή της Χιροσίμα και πέρα, όλα ξαφνικά αλλάζουν. Η προγονική οπλοθήκη πάει τώρα να γίνει από κειμήλο, αντικείμενο περιέργειας, τουριστικού εμπορίου. Ένα αρχαίο τόξο που το βρίσκουμε σ’ ανασκαφή, δεν είναι πια για μας κειμήλιο, είναι έκθεμα μουσείου. Κόπηκε ο δεσμός αίματος. Τα πράγματα έχουν ψυχή, και η ψυχή τους είναι θνητή, γιατί μας μοιάζει.

Να μπορούσαμε τουλάχιστον να περισώσουμε το βαθύτερο μήνυμα του 21! Είναι αυτό ακριβώς που αλλάζει φωτισμούς, ανάλογα με τις στιγμές. Μήπως θα είταν βολετό για να το στερεώσουμε, να το συμπυκνώσουμε σε μια μόνη λέξη; Το έχει κάνει για λογαριασμό μας ένας σύγχρονος του Αγώνα κι’ έτσι μπορεί να θεωρηθή απόλυτα αυθεντικό. Ο σύγχρονος αυτός είταν κι’ ένας έξω από τα κοινά μέτρα ποιητής. Ο Διονύσιος Σολωμός περιέκλεισε το νόημα του ’21 στον ύμνο που αναγνωρίστηκε αμέσως εθνικός των Ελλήνων. Αν γινότανε κάθε χρόνο, αντί για τόσους δεκάρικους και παράτες, να ψέλνουμε μέσα μας ευλαβικά, με προσοχή στο κείμενο, τον Ύμνο στην Ελευθερία, ίσως να είμασταν διαφορετικοί.

Γιατί υπάρχουν έννοιες με περιεχόμενο αγέραστο, και που η κάθε εποχή αντί να τις ξεγράψει τις ανανεώνει, επειδή τις φωτίζει από εστία διαφορετική. Δεν βλέπω, λόγω χάρη, τι θα μαράνει, παρά τη ρωμαντική του έκσταση, το ογδοηκοστό δεύτερο τετράστιχο του Ύμνου μας : «Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία, – που ότι θέλεις ημπορείς, – εις τον κάμπο, Ελευθερία, – ματωμένη περπατείς». Τι ν’ αμφισβητήσουμε εδώ εμείς οι σύγχρονοι, οι πολίτες του τεχνοκρατούμενου 20ου αιώνα; Το «ότι θέλεις ημπορείς»; Έρχεται αμέσως να το αντιζυγιάσει σε νόημα ο τέταρτος στίχος, το «ματωμένη περπατείς». Το νόημα της ελευθερίας δεν είναι οι πρακτικές της δυνατότητες είναι η ηθική αυτοδικαίωσή της. Να ζητάς από μιαν έννοια καθαρή ηθική, άρα αξιολογική, αποτιμητική του ανθρώπου, μιαν υλική απολαυή, δείχνει αυτέλεια καταλυτική του ίδιου του υποκειμένου. Αν συστατικό του ανθρώπου γνώρισμα είναι το αίσθημα μιας αξιοπρέπειας, κυρωμένης δραματικά από το αμετακίνητο όριο του θανάτου, τότε κάθε πρακτικό της αντιστάθμισμα την αναιρεί. Από τη στιγμή που το αίσθημα της τιμής θα πληρωθεί σε χρήμα, παύει να είναι τιμή. Γίνεται το αντίθετό της.

Αξιώσεις δύσκολες, ούτε λόγος! Αλλά ο άνθρωπος είναι το όν που έθεσε στον εαυτό του αθλήματα δύσκολα. Τα έθεσε με την αξίωσή του της υπεροχής. Τα θέτει όμως κάθε μέρα και μ’ εκείνο που λιγότερο το υποπτεύεται ως δεσμευτικό του : με την απαίτηση να χαίρεται τους καρπούς της υλικής προόδου. Ανίκανος το συνηθέστερο να στοχαστεί, παρασυρμένος από το ποτάμι που τον πηγαίνει, νομίζει πως φτάνει να παραχωρήσει στον οποιονδήποτε εξουσιαστή το κάθε του ηθικό γνώρισμα για να μείνει κι’ ανενόχλητος στην απόλαυση των αγαθών του. Δεν ξέρει πως τα’ αγαθά αυτά κρύβουν παγίδα. Πως του παραχωρούνται όπως ρίχνει το ένα δόλωμα. Όταν κάποτε ξυπνήσει, θα βρεθεί δεμένος χειροπόδαρα, αλύτρωτα, μπροστά σε μιαν απαγόρευση ακόμα και ν’ αναπνέει σο θέλει.

Αυτή είναι η μεγάλη απάτη της εποχής μας και του κύκλου πολιτισμού στον οποίο μπήκαμε. Το καταχθόνιο στρατήγημα συνίσταται στο να κάνει τον ίδιο τον άνθρωπο υπονομευτή του εαυτού του. Τον εξαγοράζει με την άνεση. Τον εξαγοράζει με την αναισθησία που υποθάλπεται κατάλληλα και πονηρά. Είμαστε μόνοι μας παραγωγοί του αναισθητικού που θα μας παραδώσει στο δράκο. Μια Κίρκη μας έχει χτυπήσει με το ραβδί της και μας έκανε χοίρους προτού πάρουμε τον δρόμο για τον μακελάρη και ύστερα για την χύτρα της.

Πεζοί ρεμβασμοί μ’ αφετηρία ένα ολόκληρο ’21! Αλλά γιατί τάχα το αξιότερο μήνυμά του να μην είναι ένας αφυπνιστικός διαφωτισμός;”

1970

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ.”

(Συλλογικό) ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ. Η κιβωτός του Νέου Ελληνισμού ΕΥΘΥΝΗ/ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΜΕΘΟΡΙΟΥ Αθήνα 1993.

Πρόλογος- επιμέλεια: Σπύρος Δημητρίου  Με το παρόν άρθρο

Με αφορμή την συμπλήρωση 23 χρόνων από τον θάνατο του Δημήτρη Χόρν αναδημοσιεύουμε ένα παλαιότερο κείμενο του Παναγιώτη Ανδριόπουλου (Άβαλον των Τεχνών)

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου

Η φιλία του Οδυσσέα Ελύτη με τον Δημήτρη Χορν είναι γνωστή.

Ο ποιητής, μάλιστα, παραθέριζε στο εξοχικό του Χορν στο Πόρτο Ράφτη, απ’ όπου και η φωτογραφία που δημοσιεύουμε εδώ. Ελύτης, Χορν και Ιουλίτα Ηλιοπούλου το καλοκαίρι του 1990.

Η φωτογραφία είναι του συγγραφέα Νίκου Δήμου, ο οποίος έχει γράψει για την ιστορία της φωτογραφίας εδώ.

Ο Χορν διάβασε Ελύτη στην Άνδρο για πρώτη και τελευταία φορά δημόσια, νομίζω σε ένα συνέδριο για τον Ελύτη. Η απαγγελία προηγήθηκε Στρογγυλής Τράπεζας με θέμα την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, τον Ιούνιο του 1992 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, στο πλαίσιο έκθεσης εικαστικών του Ελύτη. Το Τραπέζι διηύθυνε, όπως πάντα στις ανάλογες εκδηλώσεις του Μουσείου στην Άνδρο, η Ελένη Γλύκατζη -Αρβελέρ. Ο Χορν διάβασε με τον δικό του μοναδικό τρόπο αποσπάσματα από το Μονόγραμμα. Στο αρχείο της ΕΡΤ υπήρχε το σχετικό βίντεο, απ’ ό,τι πληροφορούμαι.

Εδώ παραθέτω ένα απόσπασμα από το Μονόγραμμα που εντόπισα στο youtube.

Τα στοιχεία που δίνει ο χρήστης Μάνος Ορφανουδάκης είναι τα εξής:

Ο Δημήτρης Χόρν διαβάζει απόσπασμα από το ”Μονόγραμμα” του Οδυσσέα Ελύτη το 1992. Μεταδόθηκε σε αφιέρωμα του Δεύτερου Προγράμματος Ελληνικής Ραδιοφωνίας για τον Δημήτρη Χόρν στις 5 Μαρτίου 2012. Επιμέλεια παρουσίαση: Νίκος Αϊβαλής & Σιδερής Πρίντεζης.

Με αφορμή την συμπλήρωση 23 χρόνων από

Γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

Αδυνατώ να θυμηθώ ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο του Βασίλη Αλεξάκη που έτυχε να διαβάσω. Δεν θα ξεχάσω όμως τον ήχο της φωνής του, τα τολμηρά του λόγια στις συνεντεύξεις που έδινε κατά καιρούς και την λεπτή του ειρωνεία για την ζωή και τους ανθρώπους.

Γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1943 και μεγάλωσε στην Καλλιθέα. Στα 17 του θα βρεθεί με υποτροφία στη Λιλ της Γαλλίας για να σπουδάσει δημοσιογραφία. Εργάστηκε για μία δεκαπενταετία στη Monde des livres δημοσιεύοντας κριτικές βιβλίων, σκίτσα και χρονογραφήματα, ενώ το 1974 θα εκδώσει στα γαλλικά το πρώτο του βιβλίο. Το “Τάλγκο” πρωτοεκδόθηκε το 1982 και υπήρξε το πρώτο του βιβλίο στην ελληνική. Δύο χρόνια αργότερα θα γίνει ταινία με τον τίτλο “Ξαφνικός Έρωτας”. Ασχολήθηκε, παράλληλα, με το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Τον συνάντησα προ λίγων ετών στη Θεσσαλονίκη. Από αυτές τις συναντήσεις που σου μένει ίσα-ίσα η εικόνα, μπορεί και η μυρωδιά ενός ανθρώπου. Θυμάμαι να λέει στο ακροατήριο ότι όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη θα πεθάνουν κάποτε από μία ελληνική ασθένεια. Παρατηρούσα επίμονα το βλέμμα και τα αδύνατα άκρα του. Είχε μόλις βγει από μία σκληρή μάχη με τον καρκίνο.

Έζησε 40 ολόκληρα χρόνια στο Παρίσι. Έγραφε πότε στα γαλλικά και πότε στην μητρική του γλώσσα. Ολόκληρη η ζωή του μία περιπλάνηση ανάμεσα σε δύο χώρες και δύο γλώσσες. Αγάπησε την Τήνο, τον στοχασμό και το κάπνισμα. Υπήρξε αρειμάνιος καπνιστής ως το τέλος. Άνθρωπος αφιερωμένος στη μοναξιά και στην ανάγκη του για γραφή.

Ο Βασίλης Αλεξάκης έφυγε από την ζωή το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας 11 Δεκεμβρίου στο Κολωνάκι. Διαβάζω πως ο διασώστης του ΕΚΑΒ δάκρυσε μόλις τον αντίκρισε.

Γράφει ο Γιώργος Σαράτσης Αδυνατώ να θυμηθώ ποιο

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου 

Μόλις κυκλοφορήθηκε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΩΔΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (Διεύθυνση και επιστημονική επιμέλεια Χάρης Ξανθουδάκης, Σειρά Ι Μελέτες), σε συνεργασία με τις εκδόσεις Orpheus, ένας πολύτιμος τόμος του «σκαλκωτολόγου» Κωστή Δεμερτζή, με τίτλο: Παράλληλα κείμενα για τον Σκαλκώτα – Συγκεντρωμένα άρθρα, κριτικές, μικρές μελέτες, ανακοινώσεις, σημειώσεις και ομιλίες δημοσιευμένα στην «Προοδευτική Εύβοια» και «Καθημερινή Εύβοια» (1980-1997). 

Ο συγγραφέας αφιερώνει το πόνημά του:

Στον Δημήτρη Δεμερτζή, τον πατέρα μου, τον Αρχισυντάκτη

Με αγάπη και ευγνωμοσύνη (… και μετά το πέρασμά του στην άλλη όχθη, στις 4/6/2020) στην ιερή σκιά του στη μνήμη του στην διαρκή παρουσία του. 

Ο ακάματος μουσικολόγος Κωστής Δεμερτζής -που μας έχει δώσει την περίφημη “Σκαλκωτική ενορχήστρωση” μας δίνει τώρα με αυτό το βιβλίο – ποταμό (440 σελίδες, με βιβλιογραφία και ευρετήριο), απίθανες όψεις και πτυχές της πολυσχιδούς Σκαλκωτικής δημιουργίας.

Το βιβλίο είναι Σκαλκωτικό εγκόλπιο! Αλλά είναι και ένα βιβλίο εθνικού περιεχομένου, καθώς ο Κ. Δεμερτζής μας δίνει και μια ξεχωριστή σειρά κειμένων πάνω στην μουσική εθνική ταυτότητα. Θα λέγαμε ότι μέσω του Νίκου Σκαλκώτα, του σημαντικότερου, κατά τη γνώμη μας, νεοέλληνα συνθέτη, ο Κωστής Δεμερτζής μας δίνει το μουσικό αφήγημα της Ελλάδας του μεσοπολέμου, αλλά και του 20ού αιώνα.

Όλα τα θίγει και τα αναλύει ο συγγραφέας μέσα από την Σκαλκωτική πρισματική: Μουσική και λόγος, μουσική για το θέατρο, η Εθνική Ιδέα στο Παραμυθόδραμα και το Σκαλκωτικό Παραμυθόδραμα ως αυτοτελές μουσικό έργο, το δημοτικό τραγούδι και οι Ελληνικοί Χοροί, κοντολογίς, όλα τίθενται με τη δέουσα σοβαρότητα και επιστημοσύνη στο νέο βιβλίο του Κώστα Δεμερτζή.

Το βιβλίο απευθύνεται σε ειδικούς και μη. Επειδή ο συγγραφέας του έχει στέρεη παιδεία, η μουσικολογία συνυπάρχει με την φιλολογία, την κοινωνιολογία, την ιστορία, την ποίηση, τη λαογραφία, την ιστορία της τέχνης, και γενικώς το βιβλίο χαρακτηρίζεται από μια διαθεματικότητα ανοιχτών οριζόντων.

Σημαντικά είναι και τα κείμενα που αφορούν σε συναυλίες – αφιερώματα στον Νίκο Σκαλκώτα που πραγματοποιήθηκαν στις μέρες μας

Πρόκειται, εντέλει, για ένα βιβλίο αναφοράς το οποίο πλουτίζει όχι μόνο την Σκαλκωτική βιβλιογραφία, αλλά και τη νεοελληνική γενικότερα.

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου  Μόλις κυκλοφορήθηκε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Συ, που θάμπωσες τον ήλιο, που σ’ εζήλεψ’ η αυγή,

Σπέρμα ουράνιο, ριχμένο, που εβλάστησες στη γη…(1)

Πρόλογος – επιμέλεια: Σπύρος Δημητρίου

Εκατόν δέκα χρόνια συμπληρώθηκαν στις 3 του Γενάρη,  από την κοίμηση του μεγάλου Σκιαθίτη, του Άγιου των Ελληνικών Γραμμάτων, του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πέρασε μέσα από τις θύελλες της ζωής του, στην ιστορία του Νέου Ελληνισμού φτάνοντας ως τις μέρες μας, λιτός, σκυφτός, απέριττος,  για την αθανασία της τέχνης. Με το έργο του εξέφρασε την φύση της Πατρίδας και το ήθος της αυθεντικής ζωής του Νεοέλληνα που βρίσκεται σε αρμονία με την ιστορική παίδευση κάτω από τον θόλο της Ορθοδοξίας.

Δεν είναι η προγονοπληξία και η πίστη με την στενή έννοια  που προβάλλει,  αλλά ο πολιτισμός κι η παράδοση που δίνουν το στίγμα, την ιδιοπροσωπία μας ως λαού και ως Έθνους. Γι αυτό  κι η λογοτεχνία κι οι λογοτέχνες, στα χρόνια που ακολούθησαν δεν έπαψαν να διαιωνίζουν το έργο του, να τον τιμούν,  ανεξαρτήτως της οπτικής που ο καθείς έχει. Αυτό το ενωτικό, το μαζί που είναι σπάνιο σε μας,  το πέτυχε  ο κυρ Αλέξανδρος  καταφέρνοντας  να μας αποκαλύψει την ουσία της ζωής, την ουσία του πνεύματος που είναι η υψηλή ποίηση με απλά όμως υλικά όπως η αλήθεια, η «ιερή ζωή», το φως, το ελληνικό φως, η  ελληνική ύπαιθρος, το νησί του.

Ο “Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης” του Σωτήρη Βυτωρόπουλου

Ο μεγάλος Σκιαθίτης, λοιπόν,  άφησε το νησί του και σεργιάνισε το λεπτό του σαρκίο, τη μοναχική και δύσκολή ζωή του εις τας Αθήνας, από την Δεξαμενή μέχρι κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης. Σπούδασε, έγραψε, συνομίλησε, αφουγκράστηκε το χτύπο της ζωής σε δρόμους και σοκάκια της πόλης , σε καφενεία και ταβέρνες,  αντάμα με απλούς ανθρώπους και συνοδεία λίγων κι εκλεκτών.  Ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης, συνοδοιπόρος στην τέχνη μα συνάμα φίλος απ’ τους λίγους  του κυρ Αλέξανδρου,  γράφει στο περιοδικό της «Νέας Εστίας» τις θύμισες  για τις περιπλανήσεις τους στην Αθήνα της εποχής:

«Σε όλα δε αυτά τα κέντρα, τα φτωχομάγαζα, τα λαϊκά και απλά ο κύρ Αλέξαντρος ήτανε το είδωλο. Πολλές φορές έτρωγε, εσηκώνονταν, έφευγε, σκυθρωπός και αμίλητος, πολλές φορές και χωρίς να αποχαιρετήση και κανέναν. Όταν έφευγε, ο καταστηματάρχης εσημείωνε την τιμή του λιτού του γεύματος σ’ ένα ανοιχτό μπροστά του βιβλίο των πελατών του. όπου πήγαινε για φαγητό, ήξερε πως θα έφευγε ανενόχλητα. Τις μεγάλες γιορτές, τόσον ο κύριος Πρόεδρος, ο αμαξάς, όσο και διάφοροι μικρομπακάληδες, που τον σερβίριζαν  τις καθημερινές, τον προσκαλούσαν να φάγη στο σπίτι των, οικογενειακώς. Πολλές φορές αποδέχονταν , προ πάντων αν εκτιμούσε το κρασί των». (2)

Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης

Συνεχίζει ο Μαλακάσης , στο ίδιο τεύχος,  γράφοντας  χαρακτηριστικά για την γνωριμία τους, για  την αξία του κυρ Αλέξανδρου ,της σχέσης και της  μοναδικής ίσως  φιλίας τους:

«Τον Παπαδιαμάντη  τον φέρνω μπροστά μου  κάθε τόσο σκυθρωπό, και αλύγιστο τις περισσότερες φορές, με το γιακά του παλτού του πάντα ανασηκωμένο, βιαστικό και αδιάφορο μαζύ και πολυμέριμνο. Θα θυμούνται όλοι οι παλιότεροι των γραμμάτων τη ζοφερή σιλουέττα του, τα ακατάστατα γενάκια του, την απεριποίητη περιβολή του, τα λασπωμένα ή κατασκονισμένα  του υποδήματα, το ημίψηλό του το ξεθωριασμένο, την παπαδίστικη κάμμα του με την  ασημένια της λαβή, το μαύρο πλατύ κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λωρίδα, είδος κολλάρου, το ρεμβαστικό του εάν καθόταν, το χαμηλό βλέμμα του εάν περπατούσε, με τα χέρια συγκρατώντας προς τη μέση το πανωφόρι του  μαζύ με τη δεσποτική του ράβδο.

Τον πρωτογνώρισα στα γραφεία της εφημερίδας του Κορομηλά και εσχετίστηκα περισσότερο στην «Ακρόπολη» ύστερα, και συνδέθηκα μαζί του, λίγο κατόπι, με μια αμοιβαία φιλία, με μια αγάπη  που ποτέ δεν διαταράχθηκε. Περάσαμε χρόνια και χρόνια μαζύ, ο ένας στο πλευρό του άλλου, στη Δεξαμενή, σε μικρά ξενοδοχεία, σε μπακάλικα, σε ταβέρνες απόμερες, στο προαύλιο του Αγίου Φίλιππα όπου έψελνε, σε καφενεδάκια, στου Ζαχαράτου ακόμα, που έμπαινε όταν από το τζάμι με έβλεπε να κάθωμαι μόνος μου. Και ο άνθρωπος αυτός που δεν είχε με κανένα συνάδελφό του πολλές κουβέντες, μαζύ μου ευχαριστιότανε σε διάφορες μπαλιβέρνες, όταν είχε όρεξη, σε εκμυστηρεύσεις ακόμα, όταν αισθανόταν την ανάγκη να είναι διαχυτικός». (3)

Όταν ο χρόνος έκανε τον κύκλο του κι η καθημερινότητα με τα όριά της έγινε αβάσταχτη,  ο κυρ Αλέξανδρος αποφάσισε να επιστρέψει στην γενέθλια γη, στον τόπο του. Ο μεγάλος Σκιαθίτης θα επέστεφε στο νησί του για πάντα και για το τέλος. Θα τους αποχαιρετούσε όλους κλείνοντας τους λογαριασμούς, χωρίς εκκρεμότητες.  Αυτή η φυγή, αυτός ο αποχαιρετισμός, οδεύοντας στην αρχή και το τέλος,  έδωσε το έναυσμα, κάποια χρόνια αργότερα, στο μυαλό του ποιητή Νίκου Καρούζου να γράψει  ένα εξαιρετικό κείμενο μαζί με την υπόκλισή του στη ζωή και το έργο του κυρ Αλέξανδρου.  Ίσως να του έμοιαζε κιόλας. Ο τίτλος ήταν  «Ο ΔΥΣΤΥΧΟΣ ΣΚΙΑΘΙΤΗΣ ΛΙΓΑΚΙ ΠΡΙΝ ΑΠ΄ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ» και δημοσιεύθηκε στον συλλογικό τόμο του περιοδικού της «ΕΘΥΝΗΣ», αφιέρωμα  στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη για τα  εβδομήντα χρόνια από την κοίμησή του:

«Α, τι καλά, κυρ Αλέξανδρε, που έφυγες τότε, από τον κόσμο ετούτον, έτος 1911. Τώρα που σε θυμόμαστε, αντί για οτιδήποτε άλλο καθαρά χριστιανικό που θα ελέγαμε επικαίρως, προτιμούμε να θυμηθούμε το πώς έφυγες, το πώς αποχαιρέτησες την Αθήνα για να πας να πεθάνεις στη Σκιάθο». Αυτά τα γράφει ο Ηλίας Βενέζης («Ακρόπολις», 1 Απριλίου 1973), σε ημέρες μεγάλων εορτών της Ορθοδοξίας. Απ΄όσο έχω προσέξει – άλλωστε η μνήμη μου τα τελευταία χρόνια ελαττώνεται συνέχεια – οι σύγχρονοι και ομολογουμένως εκλεκτοί φίλοι του Παπαδιαμάντη δεν έχουν εντοπίσει κατά που θα’ πρεπε την ευαισθησία τους στα «προθανάτια» του τραγικού εκείνου πλάσματος. «Με εξ χιλιάδας δραχμάς διετηρήθην εγώ εις Αθήνας επί δέκα έτη, πότε νηστικός, και πότε χορτάτος. Οσάκις τυχόν μοι εμειδία επ’ ολίγον μια ελπίς, η σκληρά τύχη μοι την αφήρπαζε…». Τα βιογραφικά βεβαίως είναι γνωστά, μα ο Βενέζης είν΄ αξιομνημόνευτος, γιατί τα επανέφερε σε καιρούς γενικής αποτυχίας της Ελλάδας, χρησιμοποιώντας τις στήλες μιας εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας.

O Nίκος Καρούζος

«Αλήθεια, τι ήσουν εσύ, βρώμικο, άθλιο ναυάγιο, ξέβρασμα του πελάγου σου, τι ήσουν μες σ’ αυτή τη λάμπουσα, την αλαζόνα πόλη, την πρωτεύουσα των Ελλήνων; Και πόσοι να ήταν, πόσο αλάχιστοι, αυτοί που αισθάνονταν τη μεγάλη σπίθα, το δώρο του Θεού που ήταν μέσα σου κι ήταν να το αφήσεις στους ανθρώπους»; Δεν ξέρω, αλλά τα λόγια ετούτα, δεν ξέρω, με συγκινούν ιδιαίτερα, δείγματα σοβαρών βιωμάτων του γράψαντος. Ο Παπαδιαμάντης δεν  μπορούσε να εγκαταλείψει τη μουσική του, τα ρόδινα ματογυάλια του ψυχισμού του, τίποτα δεν ήτανε δυνατό να αλλάξει την εικόνα του, κολακεία δεν έκανε στη ζωή, κολακεία δεν έκανε στο θάνατο. Είπε και ελάλησε, κατά την εκκλησιαστική του ευλάβεια, τις αντιθέσεις και τα ονείρατα της απλής εμεπιρίας, δόξασε την αθωότητα, μπήκε βαθιά και μεταφυσικώς  εχέμυθα, δηλονότι ταπεινός, με όλη την αίσθηση της φιλαμαρτημοσύνης, στα υποχθόνια του βιολογικού όντος, ο Παπαδιαμάντης δεν  μπορούσε να εγκαταλείψει τη μουσική του… Τι άραγε βλέμμα να διέθετε στις μυρωδάτες ερημιές της πατρίδας του; Τι βλέμμα στα κύματα, τι βλέμμα στη πανικόβλητη γαλήνη; Είν’ άγνωστο. Πάντως, εγώ τον εκλαμβάνω κολασμένο. Δεν το λέω αυτό με κάποια κακή έννοια, όχι, προς Θεού, με αγάπη το λέω, συναισθάνομαι τις λέξεις απόλυτα. Η αιώρηση και η δυστυχία οδηγούν αναπόφευχτα στην κόλαση. Πολλά χρόνια προτού πεθάνει, ο Παπαδιαμάντης είχε φονευθεί και εζούσε σκοτωμένος. Έτσι ακριβώς πέρασε στην περιοχή του εξαγιασμού του, τύπτοντας το στήθος που επιθυμούσε δίχως ανταπόκριση σ’ αυτήνε την ανθρώπινη ζούγκλα. Λένε μάλιστα πως τον κατέβασαν ευλαβικό παρθένο στο λάκκο του, δεν είχε πάει με γυναίκα.

Τώρα συλλογιζόμαστε τη μεγάλη του, τη λαμπρότητα, ψυχή και εγκωμιάζουμε… Η φτώχεια συνταιριάστηκε με τ΄όνομά του στην ελληνική λογοτεχνία, η ζωή του δεν επανέρχεται. Βαθιά στη βιολογικότητα η κωμωδία. Το πνεύμα υπήρξε πάντοτε διακόσμηση στην Ιστορία κι απομένει μονάχα ο θείος κεραυνός για να μας κατακάψει. «Α, τι καλά, κυρ Αλέξανδρε, που έφυγες τότε…». Τη γλώσσα-συσσίτιο του δημοτικισμού δεν την ανέχτηκε, πράττοντας με αληθινή σοφία. Σκέψη λεπτότατη και μοναδική αυθεντικότητα στην έκφραση, βγαλμένη απ΄την εκκλησία κι απ΄τη λαική σκιαθίτικη λαλιά, προσπαθούσε να υπάρξει κι όχι να γράψει, κάποτε πρέπει να το καταλάβουμε ορθοτομώντας το αθώο του φαινόμενο. Θα πάει στη Σκιάθο να ξεψυχήσει, δεν έχει κανένα λόγο ν΄αγναντέψει πίσω του, τι να τηράξει;

Ο Ιερός Ναός του Αφίου Φιλίππου Βλασσουρούς, όπου έψαλνε ο Παπαδιαμάντης

«Στο αποχαιρετιστήριο γεύμα του στου Μπαρμπαγιάννη ο κύρ Αλέξανδρος κερνάει όποιον περάσει απ΄το μαγαζί. Του διαλέγει μονάχος του μεζέ, του γεμίζει την κούπα και τον βάζει να τσουγκρίσουν και να συχωρεθούν. Ο Μαλακάσης τον ρωτάει αν αγόρασε, όπως έπρεπε, παπούτσια και ρούχα για να πάει στο νησί του, – Αγόρασα, Μιλτιάδη μου. Δεν ψεύδομαι εγώ. Αλλά τα πήρα παλιά. Θέλεις ν΄αμαρτήσω τώρα στα γεράματα; Κι όταν έρθει η ώρα μου, πως θα επικαλεσθώ τη μεγάλη ευχή : «ει εμεγαλοφρόνησα, ει περιεβλήθην πλούσια ιμάτια…». – Όταν έρχεται η ώρα για το λογαριασμό, ο Μπαρμπαγιάννης κάνει τον ανήξερο. Δεν θέλει να πάρει χρήματα. – Δεν πειράζει, κυρ Αλέξανδρε. Κράτησέ τα να οικονομηθείς κι αργότερα μου τα στέλενεις. – Όχι, Όχι. – Τον πιάνει απ΄το μπράτσο, το Μπαρμπαγιάννη, τον τραβάει λίγο παράμερα και του βάζει στο χέρι δυο χαρτονομίσματα. – Είσαι καλός άνθρωπος και σ΄έχω στη ψυχή μου. Κι αν σούφταιξα καμμιά φορά, άνθρωποι είμαστε. Δώσε μου άφεση. Την άλλη μέρα, πρωί, ο κυρ Αλέξανδρος παίρνει παράμερα την κυρά –Μαρία, τη σπιτονοικοκυρά του.- Αυτά τα ολίγα χρήματα δια το ενοίκιον. – Μα γιατί, κυρ Αλέξανδρε; Ακόμα δε βγήκε ο μήνας. – Λάβε τα τώρα οπού τα έχω. Άλλωστε είναι τα τελευταία. Φεύγω για την πατρίδα. – Αργότερα της λέει: – Να μου ανάβεις κανένα κερί, κυρά-Μαρία όταν πεθάνω. –   Και που θα το μάθω εγώ, κυρ Αλέξανδρε, όταν πεθάνεις; Εσύ θάσαι στην πατρίδα σου, στο νησί. – Θα το μάθεις, κυρά-Μαρία. Να είσαι βέβαιη πως θα το μάθεις…».

Αυτή ήτανε στα θλιβερά σκοτάδια της Αθήνας η εκπληχτική αποκορύφωση του μουσικού συχώριου της Ορθοδοξίας μέσα σ’ ένα παπαδοπαίδι που βασανίστηκε ανυπεράσπιστο. Υποκλίνομαι.

Ο Παπαδιαμάντης έξω από το καφενείο του Μπαρμπαγιάννη στην Δεξαμενή

Ν. Δ. ΚΑΡΟΥΖΟΣ»(4)

Υπόκλιση και επίκληση της μνήμης του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, κλείνοντας το μικρό αυτό αφιέρωμα,  με το ομώνυμο ποίημα του Ν. Καρούζου από την συλλογή του «Χορταριασμένα χάσματα» που κυκλοφόρησε το 1974.

 

«Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.

Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος έλληνας που κράτησε

τον πόνο στο σωστό του το ύψος

αγνοώντας και δημοτικισμούς και εξελικτισμούς και μόδες

αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια

την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων

αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας

ο ανοξείδωτος.

Ήδη τα θύματα της Προόδου που πρόωρα σκουριάζει

πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο

κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα

πάνε για λίγο αεράκι λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.

Μα είν’ αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση

με ξιπόλητα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.

Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος

εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης

και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει».(5)

 

ΠΗΓΕΣ

1 ΔΙΣΤΙΧΟ ΑΠ’ ΤΟΝ ΥΜΝΟ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ από την συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1874-1910) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τις εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ Αθήνα 2011.

2-3 Περιοδικό «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» τεύχος 322 15 Μαίου 1940

4 ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ : ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ. ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΥΘΥΝΗ Γ’ ΕΚΔΟΣΗ ΑΘΗΝΑ 2001.

5  Ν. Δ. Καρούζου  «Χορταριασμένα χάσματα»,  Εκδόσεις Εγνατία  1974.

Συ, που θάμπωσες τον ήλιο, που σ’

Του Παναγιώτη Ανδριόπουλου 

Εκοιμήθη σε ηλικία 95 ετών ο Άρχων Πρωτοψάλτης της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως Χαρίλαος Ταλιαδώρος.  Είχε νοσηλευτεί προσβελημένος από κορωνοϊό.

Γεννήθηκε το 1926 στη Θεσσαλονίκη με καταγωγή από την Κόνιτσα της Ηπείρου.

Υπήρξε Πτυχιούχος Νομικών και Oικονομικών Επιστημών. Μαθητής του πρωτοψάλτη Χριστόφορου Κουτσουράδη και απόφοιτος της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής του Εθνικού Ωδείου Αθηνών. Καθοριστική, για την ψαλτική του εξέλιξη, υπήρξε η συνάντησή του στη Θεσσαλονίκη (1945) με τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Κωνσταντίνο Πρίγγο. Ψάλτης, από νεαρή ηλικία, σε γνωστούς ναούς της Θεσσαλονίκης: Αγ. Θεράποντα Κάτω Τούμπας (1942-1944), Αγ. Φανουρίου και Τιμίου Προδρόμου (1944-1952) και, πάνω από εξήντα χρόνια, πρωτοψάλτης στον Καθεδρικό Ναό της του Θεού Σοφίας.

Δίδαξε τη Βυζαντινή Μουσική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1964-1967), στο Μακεδονικό Ωδείο και στη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης. Από τους πιο γνωστούς, και πιο δραστικούς, σύγχρονους ψάλτες του Ελλαδικού χώρου (με πλουσιότατη ψαλτική δράση στο Εσωτερικό και Εξωτερικό). Ιδιαίτερα χαρακτηριστική παρουσιάζεται η σύγχρονη συνθετική – εκδοτική του δραστηριότητα.

Τα σπουδαιότερα από τα έργα του που έχουν εκδοθεί είναι: το “Πρότυπον Αναστασιματάριον” (Θεσ/κη 1976, 2η έκδοση “βελτιωμένη”, Θεσ/κη 2001) η “Επίτομος Λειτουργία” (Θεσ/κη 1972, 5η έκδοση 2003 “βελτιωμένη μετά προσθήκης νέων μαθημάτων”, Θεσ/κη 2003) το “Νέο Ειρμολόγιο Καταβασιών του όλου Ενιαυτού Αργό και Σύντομο” (Θεσ/κη 1994) το “Τριώδιον περιέχον Δοξαστικά και Ιδιόμελα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής” (Θεσ/κη 2000) “Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς” (Θεσ/κη 1998) “O Ακάθιστος Ύμνος” (Θεσ/κη, 3η έκδοση “βελτιωμένη”, Θεσ/κη 2004). Πλουσιότατη παρουσιάζεται επίσης και η δισκο-κασετογραφική του δραστηριότητα, με Δίσκους (LP) (Μ. Εβδομάδας, Θ. Λειτουργίας, Μέλη Αναστάσιμα), Κασέτες (Δωδεκαημέρου, Πάσχα, Τριωδίου, Πεντηκοσταρίου, Ύμνοι Θεοτόκου, Θεοτόκε Παρθένε Μπερεκέτη, κ.ά.) και συγχρόνως ψηφιακούς (CD) (Δωδεκαημέρου, Μ. Εβδομάδας, Παρακλητικού Κανόνα, Παναγίας Σουμελιώτισσας, Εσπερινού και Θ. Λειτουργίας Μεταμορφώσεως, Νεκρωσίμου Ακολουθίας, Oρατόριο Αποκάλυψης Ιωάννου, κ.ά.).

Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ερμηνείες του σε Καλοφωνικούς Ειρμούς του Πέτρου Μπερεκέτη και Δανιήλ πρωτοψάλτου (στη σειρά “Μνημεία Εκκλησιαστικής Μουσικής”, Σώμα Δεύτερο, CD 10o). O Χαρίλαος Ταλιαδώρος ήταν ένας από τους πιο ενεργούς ιδιοπρόσωπους σύγχρονους ψάλτες του καθαυτό Ελλαδικού, και ειδικότερα του Βορειο-Ελλαδικού χώρου.

Του Παναγιώτη Ανδριόπουλου  Εκοιμήθη σε ηλικία 95 ετών

του Τηλέμαχου Χορμοβίτη 

Λίγες μέρες πριν τελειώσει το 2020, κυκλοφόρησε από τις “Εκδόσεις Καπόν” το τελευταίο βιβλίο του γνωστού ιστορικού Κώστα Σταματόπουλου με τίτλο “1922 : Πώς φτάσαμε στην Καταστροφή” . Σε αυτό το εξαιρετικό ιστορικό δοκίμιο ο Σταματόπουλος δίνει την δικιά του ερμηνεία για τα γεγονότα που οδήγησαν στην Μικρασιατική Καταστροφή και οι σκέψεις του έχουν πολύ ενδιαφέρον.

Για τον Σταματόπουλο, η Εκστρατεία ήταν σχεδόν καταδικασμένη ήδη από το ξεκίνημά της. Τα δημογραφικά δεδομένα στη Μικρά Ασία ήταν εναντίον των Ελλήνων, αφού οι ελληνικοί πληθυσμοί στην περιοχή μετά βίας ξεπερνούσαν το 20% (με εξαίρεση το σαντζάκι της Σμύρνης που έφτανε το 35%). Επιπλέον, η επισφαλής θέση των Ελλήνων επιδεινωνόταν από τη μορφολογία του μικρασιατικού εδάφους. Στη Μικρά Ασία δεν υπάρχει φυσικό σύνορο που να προστατεύει τους πληθυσμούς των παραλίων και δεν είναι τυχαίο πως ιστορικά όποιος γινόταν κύριος του εσωτερικού της Μικράς Ασίας, κατακτούσε εύκολα και τα παράλια.

Επίσης, μπορεί οι Έλληνες να είχαν στα χέρια τους την οικονομία και την εκπαίδευση, αλλά δυστυχώς σε περιόδους σύγκρουσης των εθνικισμών αυτοί οι παράγοντες δεν παίζουν σημαντικό ρόλο και δεν θα μπορούσαν να προστατεύσουν τις ελληνικές κοινότητες. Εξάλλου, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της νοοτροπίας τους, δεν ήταν ένας πληθυσμός που θα έπαιρνε τα όπλα και θα ξεκινούσε αντάρτικο κατά των Τούρκων : η συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν έμποροι, βιοτέχνες και μαγαζάτορες που κατοικούσαν σε πόλεις -με την ύπαιθρο να εξακολουθεί να ελέγχεται από τους Τούρκους- και επιπλέον πολλοί από αυτούς δεν είχαν ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με τον τόπο αφού είχαν έρθει εκεί μόλις τον 19ο αιώνα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ και τη φιλελευθεροποίηση της οθωμανικής οικονομίας.

Πέρα από όλες αυτές τις αντικειμενικές δυσκολίες, η ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία είχε να αντιμετωπίσει από την αρχή την ανοιχτή εχθρότητα των Μεγάλων Δυνάμεων που είχαν συμφέροντα στην περιοχή. Ο Βενιζέλος ξεκίνησε την Εκστρατεία έχοντας μόνο την υποστήριξη της Μ.Βρετανίας ή για να είμαστε πιο ακριβείς είχε μόνο την προσωπική υποστήριξη του πρωθυπουργού Λόυντ Τζωρτζ. Όμως, η πρόσδεση στο βρετανικό άρμα επέτεινε την εχθρότητα των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενώ η συμμετοχή της Ελλάδας στην Εκστρατεία της Ουκρανίας, για να καλοπιάσει τους Συμμάχους και να πετύχει περισσότερα ανταλλάγματα, τελικά έβαλε σε θανάσιμο κίνδυνο τον Ελληνισμό της Ρωσίας και οδήγησε στη συμμαχία των Σοβιετικών με τον Κεμάλ. Οι Βρετανοί πάλι, αποκαμωμένοι από έναν μακρόχρονο Μεγάλο Πόλεμο, δεν είχαν καμιά διάθεση να εμπλακούν στρατιωτικά στην Μικρά Ασία, γι’ αυτό κυνικά χρησιμοποίησαν τον Ελληνικό Στρατό για να κρατάει απασχολημένες τις δυνάμεις του Κεμάλ και να προστατεύει τις βρετανικές θέσεις στην περιοχή των Στενών.

Ήδη από τον Μάρτιο του 1920 ο Τσώρτσιλ κατηγορούσε τον Λόυντ Τζώρτζ ότι παρέσυρε την Ελλάδα στον όλεθρο, με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση βραχυπρόθεσμων βρετανικών συμφερόντων. Μάλιστα, την άνοιξη του 1920, ο Βενιζέλος για να αποσπάσει περισσότερες παραχωρήσεις για την Ελλάδα στην επικείμενη Συνθήκη, υποσχέθηκε στους Βρετανούς ότι μπορούσε να καθαρίσει την περιοχή από τις δυνάμεις του Κεμάλ χωρίς καμιά βοήθεια. Επί των ημερών του, εκπονήθηκαν τα σχέδια για την εκστρατεία στα βάθη της Μικράς Ασίας και άρχισε η μοιραία ελληνική προέλαση προς την Άγκυρα. Και όταν λίγο πριν εκλογές του Νοεμβρίου, ύστερα από στρατιωτικές επιχειρήσεις πέντε μηνών χωρίς απτά αποτελέσματα, συνειδητοποίησε το αδιέξοδο, διαμαρτυρόταν στους Άγγλους για την έλλειψη βοήθειας. Αυτή την πολιτική απόλυτης ταύτισης με τα βρετανικά συμφέροντα συνέχισαν και οι αντίπαλοι του Βενιζέλου όταν ανέλαβαν την εξουσία (είναι μύθος το ότι προεκλογικά οι Αντιβενιζελικοί ζητούσαν τον τερματισμό του πολέμου) και τελικά οδηγηθήκαμε στην καταστροφή.

Ένα ακόμη ζήτημα που εξετάζει ο Σταματόπουλος και το οποίο δεν έχει μελετηθεί επαρκώς μέχρι τώρα, είναι οι λόγοι για τους οποίους ο βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν αντιτάχθηκε στη συνέχιση της Εκστρατείας. Ο Κωνσταντίνος ήδη από το 1915 ήταν ενάντιος σε μια πολεμική περιπέτεια στη Μικρά Ασία. Πίστευε ότι ένα τέτοιο εγχείρημα ξεπερνούσε τις οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες της Ελλάδος, θα άφηνε τους ελληνικούς πληθυσμούς στο έλεος των Τούρκων ενώ καμιά από τις συμμαχικές χώρες δεν θα μας βοηθούσε, ειδικά μετά τη λήξη του πανευρωπαϊκού πολέμου που θα τις έχει εξαντλήσει στρατιωτικά και οικονομικά. Ο Κωνσταντίνος δικαιώθηκε σε αυτές τις εκτιμήσεις του και όπως δείχνουν οι ιδιωτικές συνομιλίες και η αλληλογραφία του, που παραθέτει ο Σταματόπουλος, δεν είχε μεταβάλει τις απόψεις του όταν επανήλθε στον θρόνο στα τέλη του 1920. Όμως, παρ’ όλα αυτά, δεν μίλησε ποτέ δημοσία και δεν έκανε τίποτε για να εμποδίσει την εκστρατεία προς την Άγκυρα.

Ο Σταματόπουλος επισημαίνει τρεις λόγους που εξηγούν αυτή τη στάση του : πρώτον, ύστερα από τις περιπέτειες της περιόδου 1915-1917 που οδήγησαν στην απώλεια του θρόνου, ο Κωνσταντίνος είχε επιστρέψει αποφασισμένος να “βασιλεύει χωρίς να κυβερνά” και να μην παρεμβαίνει στην εξωτερική και στρατιωτική πολιτική της εκλεγμένης κυβέρνησης. Δεύτερο, πιθανόν ο Κωνσταντίνος να παρασύρθηκε από την υπεραισιοδοξία του Επιτελείου και να πίστεψε πως η Εκστρατεία σύντομα θα τελείωνε. Τρίτο και σημαντικότερο, ο Κωνσταντίνος του 1915 δεν είχε καμιά σχέση με τον Κωνσταντίνο του 1920, ήταν σκιά του παλιού του εαυτού. Ο άνθρωπος δεν είχε το σθένος και τη δύναμη να αντιταχθεί στην κυβερνητική πολιτική γιατί πάλευε με τον θάνατο, αφού η ασθένεια του που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1915, υποτροπίαζε συνεχώς και είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση του βουλητικού του. ( ο πρίγκηπας Νικόλαος γράφει τον Μάρτιο του 1920 πως ο Κωνσταντίνος είναι “σιωπηλός και απαθής” και ότι “δεν μιλεί ποτέ αφ’ εαυτού παρά μόνον όταν του αποτείνει κανείς λόγον”).

Να το διαβάσετε αυτό το έξοχο ιστορικό δοκίμιο. Είναι σύντομο (μόλις 125 σελίδες) αλλά πυκνό σε διεισδυτικές σκέψεις και εύστοχες παρατηρήσεις και θα σας κάνει να αμφισβητήσετε πολλές από τις κατεστημένες αντιλήψεις για εκείνη την περίοδο. Είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό που τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν τα βιβλία που ξεφεύγουν από τη άγονη και βαρετή ομοιομορφία της βενιζελικής αγιογραφίας και βλέπουν τα γεγονότα από μια άλλη, πολύ πιο ενδιαφέρουσα, σκοπιά.

Στην εξαιρετική φωτογραφία από το βιβλίο του Σταματόπουλου, Έλληνες στρατιώτες παίζουν με Τουρκόπουλα στο χιονισμένο Αφιόν Καραχισάρ, στις 28 Δεκεμβρίου του 1921)

του Τηλέμαχου Χορμοβίτη  Λίγες μέρες πριν τελειώσει το

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου

Στο «Χρονικό μιας δεκαετίας» ο Οδυσσέας Ελύτης μας περιγράφει την συνάντηση αυτού και της ξεχωριστής παρέας του (κυρίως ποιητές) με τον νεαρό Μάνο Χατζιδάκι:

«Ήταν ένας νέος λεπτός, με κοντό σγουρό μαλλί και μεγάλα μαύρα μάτια, που, φυσικά, έγραφε κι εκείνος στίχους ελεύθερους, όταν όμως είδε ότι τα χειρόγραφά του δεν προξενήσανε την εντύπωση που προσδοκούσε, το γύρισε αμέσως αλλού. Ήτανε, λέει, και μουσικός. Μουσικός; Απορήσαμε όλοι μας. Δηλαδή τι μουσικός; Βιολιστής; Πιανίστας; Όχι, όχι, μας εξήγησε. Ήταν συνθέτης. Έ, αυτό δεν το περιμέναμε. Υπήρχε, λοιπόν στην Ελλάδα τέτοιο είδος; Είδηση δεν είχαμε. Ο τελευταίος συνθέτης που ξέραμε ήταν ο Μανώλης Καλομοίρης. Ύστερα τι σχέση μπορούσε να έχει η μουσική με τη μοντέρνα ποίηση; Μεγάλη, μας αποκρίθηκε. Απόδειξη ότι είχε κάνει μουσική για την Αμοργό και για τις «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα». 

Λίγο πριν από αυτή τη συνάντηση, στα 1943, ο Ελύτης είχε κυκλοφορήσει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή «Ήλιος ο Πρώτος» μαζί με τις «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», που για πολλούς ήταν μια αλληγορική αντίσταση μέσα στην Κατοχή, σε μια υπερρεαλιστική φόρμα, όπως η Αμοργός του Γκάτσου και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, που κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά.

Ο Χατζιδάκις, κατά τον Ελύτη, είχε καταπιαστεί μουσικά με την ποίηση του καιρού του και φαίνεται πως δεν τα κατάφερε τελικά… Η «Αμοργός» του Γκάτσου, που ο Χατζιδάκις λάτρευε, έμεινε ανολοκλήρωτη. Από τον «Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου έμεινε μόλις ένα τραγούδι του Χατζιδάκι και από τις «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα» του Ελύτη, δεν σώθηκε το παραμικρό!

Ο Χατζιδάκις απεκδύθηκε τελικά την «μελοποιημένη ποίηση», κι έστηνε τους δικούς του στίχους, με τον Γκάτσο και λίγους ακόμα, για να γράψει τα τραγούδια του.

Αλλά φαίνεται πως κι ο Ελύτης δεν ήταν …φανατικός της «μελοποιημένης ποίησης», παρ’ ότι μελοποιήθηκε πολύ και ωραία όσο ακόμα ζούσε. Δεν τον βλέπουμε κάπου να είναι υπέρμαχος του είδους, αλλά όχι και αρνητής. Όπως κι ο Χατζιδάκις. Λίγα και καλά τα της «μελοποιημένης ποίησης».

Στους κάτω χρόνους η «μελοποιημένη ποίηση» είναι η …εύκολη λύση. Ένας συνθέτης που μελοποιεί Ελύτη, Σεφέρη, Καβάφη, Ρίτσο, κ.ο.κ. παίρνει και κάτι από την λάμψη του ποιητή. Εκτός κι αν σκύβει με πολύ σεβασμό και ταπείνωση στο έργο του κάθε ποιητή, οπότε μπορεί να προκύψει αληθινό τραγούδι!

Αυτά και άλλα παρόμοια σκεφτόμουν σαν άκουγα και έβλεπα το καινούργιο έργο του συνθέτη Δημήτρη Παπαδημητρίου, σε ποίηση Ελύτη, «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», που παρουσιάστηκε την Πρωτοχρονιά του 2021 από την ΕΡΤ2.

Επιστρατεύτηκαν: ορχήστρα, χορωδία, σολίστ (λυρικοί και λαϊκοί) για να αποδώσουν το ήδη …μουσικό έργο του Ελύτη, στην – δυστυχώς – ανέμπνευστη, βερμπαλιστική και τελικά ατυχή μελοποίηση του Δημήτρη Παπαδημητρίου.

Το συγκεκριμένο έργο του Ελύτη είναι έργο της Κατοχής και του υπερρεαλισμού. Έργο των χρωμάτων και των αισθήσεων. Αυτά απουσίαζαν από την προσέγγιση του Δ. Παπαδημητρίου και γι’ αυτό ο σκηνοθέτης της τηλεοπτικής υπερπαραγωγής προσπάθησε να τα παροντοποιήσει με τα τεχνικά μέσα και εφέ.

Η συνθετική γραφή αβασάνιστη, αναιτίως πληθωρική, ρηχά «ελληνική», χωρίς συνοχή και την συναίσθηση ότι πρόκειται για «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα»!

Παραλλαγές ελυτικές, με αρχιτεκτονική, με ξεχωριστή μετρική, με μουσική ποιητική, με μέθη ερωτική, με χρωματική παλέτα ανατρεπτική!

Και η σύνθεση του Δ. Παπαδημητρίου αρκούντως, πληκτική, προβλέψιμη, χαοτική, ανίκανη να προσλάβει και να μελωδήσει της ελυτικές «Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», για τις οποίες δεν αρκεί ένας κάποιος λυρισμός ή ένας τεχνητός μουσικός οργασμός.

Βέβαια, ο συνθέτης μας είχε προϊδεάσει για την …αναιμική προσέγγισή του στην ποίηση, με την δουλειά του πάνω στον Καβάφη. Κι εκεί τα προβλήματα είναι πολλά!

Έχει τονισθεί από κριτικό «ο πολύ προσωπικός και διαφορετικός από τους περισσοτέρους Έλληνες ομοτέχνους του τρόπος με τον οποίο ο Δημήτρης Παπαδημητρίου προσεγγίζει μουσικά την ποίηση».

Το πρόβλημα είναι εδώ ότι το «προσωπικός και διαφορετικός» δεν κομίζουν κάποια πρόταση, αλλά συνιστούν πρόβλημα, καθώς ο συνθέτης μένει στην επιφάνεια και στο περιτύλιγμα και δεν μπορεί να αγγίξει – έστω και λίγο – την ουσία του ποιητικού λόγου. Εικάζω, από αυτά που ακούω (εννοώ την μουσική του), ότι αυτό συμβαίνει εξαιτίας μιας ναρκισσιστικής συνθετικής προσέγγισης, που αγνοεί την «κένωση» της μουσικής γραφής, προκειμένου να πληρωθεί από τον ποιητικό λόγο.

Τέλος, ότι το έργο αυτό του Ελύτη, κατά Δημήτρη Παπαδημητρίου, συνδέεται με την τουριστική προβολή της Ελλάδας από τον ΕΟΤ, μου προκαλεί τουλάχιστον δυσφορία, αφού όλοι ξέρουμε πως ο Ελύτης δεν ήταν αυτής της λογικής.

Και σ’ αυτό το έργο του Δ. Παπαδημητρίου κυριαρχεί η λογική των αριθμών, της προβολής και της μουσικής …κατανάλωσης με λόγιο ένδυμα. Με δεδομένο το γεγονός ότι ο συνθέτης έχει στην διάθεσή του τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ, όλα είναι πιο εύκολα για κείνον, αλλά πιο δύσκολα για μας…

Γιατί ο ποιητής ήταν πάντα θηρευτής της γνήσιας μουσικότητας. Ο μεταφραστής του Ελύτη Έντμουντ Κίλι μας λέει κάτι εκπληκτικό: «Αυτό που μας ζήτησε ο Ελύτης ήταν να έχει ο ήχος των λέξεων μια μουσική στην ξένη γλώσσα».

Τι γίνεται, όμως, αν ο ήχος των λέξεων του ποιητή δεν έχει μουσική στην γλώσσα του πρωτοτύπου, εξαιτίας μιας …άμουσης μελοποίησης;

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου Στο «Χρονικό μιας δεκαετίας» ο Οδυσσέας

Το 2021 ξεκινά πολύ καλά…!

Ο Sivert Høyem κυκλοφορεί σήμερα το νέο του τραγούδι, “Devotional”

Το “Devotional” περιέχεται στο καινούργιο ΕΡ του Høyem, που θα κυκλοφορήσει στις 12 Φεβρουαρίου. 2020

Ακούστε το ΕΔΩ:

https://orcd.co/devotional_listen?fbclid=IwAR1H61Ugy-hSSqTyxFNAwIr-cqBwbTJ12doM9-ahdf9_vBW_rr3v18Tvv6g

Στο νέο single “Devotional”, ο Høyem μας αποδεικνύει για ακόμη μια φορά τη μουσική του δεξιοτεχνία και συναντά έναν μεγάλο καλλιτέχνη της Νορβηγικής τζαζ σκηνής, τον Nils Petter Molvær, ο οποίος με τον χαρακτηριστικό ήχο της τρομπέτας του χρωματίζει το ονειρικό τοπίο που στήνει ο Høyem.

«Το Devotional φτιάχτηκε στο παλιό μου στούντιο στο Όσλο με τον Christer Knutsen. Εγώ έγραφα τη φωνή και έπαιζα κιθάρα, ενώ ο Christer «πείραζε» τον ήχο και έπαιζε όλα τα άλλα όργανα. Καθώς το τραγούδι έπαιρνε σάρκα και οστά, είδαμε ότι υπήρχε ένα σημείο στο οποίο ταίριαζε για να μπει ένα σόλο. Και τότε μας ήρθε στο μυαλό το όνομα του Nils Petter Molvær, πιθανότατα εμπνευστήκαμε από τους The Blue Nile και τον τρόπο που ενσωμάτωναν στα τραγούδια τους την τζαζ τρομπέτα.

Συναντήθηκα με τον Nils Petter μέσω του παλιού μου μάνατζερ Per Eirik Johansen σε μία συναυλία των Madrugada στο Άμστερνταμ πριν 20 χρόνια. Είχαμε τις ίδιες μουσικές αναφορές και ενδιαφέροντα, τουλάχιστον σε ότι αφορά στη ποπ και ροκ, και ήθελα να συνεργαστώ μαζί του εδώ και πολύ καιρό. Ο ιδιαίτερος ήχος που δανείζει τόσο στο Devotional όσο και σε ένα άλλο τραγούδι, τα εξυψώνει σε μία πολύ ξεχωριστή θέση για μένα στο νέο EP.

Ο Nils Petter δεν κάνει πολλές guest εμφανίσεις σε project που δεν ανήκουν στο δικό του είδος. Είναι ένας από τους καλλιτέχνες που με τη δουλειά του χαρακτηρίζει τη σύγχρονη σκηνή της νορβηγικής τζαζ, είναι μεγάλο όνομα παγκοσμίως, οπότε είναι πραγματική τιμή για μένα που έπαιξε μαζί μας», λέει ο Høyem.

Το EP “Roses of Neurosis” κυκλοφορεί στις 12 Φεβρουαρίου.

Το 2021 ξεκινά πολύ καλά