ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 85)

Ποιός είναι ο ποιητής, κριτικός και φιλόσοφος που ο Ελύτης αποκάλεσε “ο καλύτερος της γενιάς του” και πολλοί τον θεωρούν πρόδρομο της “Γενιάς του ‘30” και του υπαρξισμού;

Γράφει ο Σπύρος Δημητρίου

«Τι έμεινε από το έργο του Καβάφη; Κάτι σαν  κυπαρίσσι. Τι μένει από τα ολοζώντανα φιλιά του Γρυπάρη;  Μένουμε ίσως εμείς, οι ακοίμητες νύφες του Ιονίου Πελάγους. Εμείς, ο Κάλβος…»(1), έγραφε στις 3 Αυγούστου 1940, λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο Γιώργος Σαραντάρης.

Ο Γιώργος Σαραντάρης αισθαντικός ποιητής, κριτικός και φιλόσοφος  αποτελεί ιδιαίτερη και ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα.  Κατάφερε μέσα σε μια δεκαετία , από το 1931 μέχρι το 1941, να  ταρακουνήσει τα νερά στην ποίηση και τον λόγο, την δεκαετία εκείνη μάλιστα, που πρόσωπα και κείμενα  θα καθόριζαν με την πένα τους την εξέλιξη της ελληνικής  λογοτεχνίας. Στη σύντομη ζωή του μπόρεσε να δώσει ένα πλούσιο και πολυσχιδές έργο, με τον ευαίσθητο, λιτό και περιεκτικό ποιητικό του λόγο, αλλά και τον εύστοχο προβληματισμό που χαρακτηρίζει τα δοκίμιά του.

Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1908 μετακόμισε οικογενειακώς στην Ιταλία, το 1910,  και παρέμεινε εκεί για πάνω από είκοσι χρόνια. Με σπουδές στα Νομικά και μεγάλο ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία, πολύγλωσσος,  επηρεάστηκε από τα διανοητικά και αισθητικά ρεύματα που κυριαρχούσαν στην Ευρώπη κι αυτό φάνηκε αμέσως στα γραπτά του. Μέσω του Σαραντάρη είναι η τελευταία φορά που Ελλάδα και Ιταλία συνομιλούν στο επίπεδο της ποίησης και της λογοτεχνίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1931,  διδάκτωρ της νομικής για να υπηρετήσει την θητεία του,  και δεν άργησε  να κάνει αισθητή τη παρουσία του με την πρωτοποριακή γραφή, το στίχο που προσπαθεί να αναδείξει την ύπαρξη του ανθρώπου, το είναι και τη συνείδηση. Ο Σαραντάρης ψάχνει το βάθος των λέξεων, την ουσία, να τις απογυμνώσει από την φλυαρία και με τον φιλοσοφικό του στοχασμό να πάει  στην πηγή, όπως θα κάνει χρόνια αργότερα  ο Παναγιώτης Κονδύλης. Πολλά φιλοσοφικά του δοκίμια μπορούν να θεωρηθούν υπαρξιακά, πολύ πριν εμφανιστεί ο υπαρξισμός στη Γαλλία με τον Ζαν Πωλ Σάρτρ, γι αυτό και θεωρείται ο εισηγητής της υπαρξιακής φιλοσοφίας στην Ελλάδα.

Για τον «εκλεκτό» Σαραντάρη που γέννησε μια σχολή, θα γράψει χαρακτηριστικά ο Τέλλος Άγρας σ’ ένα σημείωμά του:

«Αν το ολιγόστιχο τούτο κριτικό σκίτσο το άρχιζα με τα χαρίσματα, τα δυσκολοξεχώριστα, μα πραγματικά, που κι ο πιο αυστηρός της γενεάς μου θ’ αναγνώριζε στο ολιγόστιχο επίσης ποιητικό έργο του κ. Σαραντάρη (ολόκληρο άλλως τε το έργο του είναι ποιητικό, ενιαίο: και το ιδιότυπο ποίημα, κ’ η ιδιότυπη πρόζα κ’ η ιδιότυπη κριτική), δεν ξέρω ως πιο βαθμό θα συμφωνούσαν κ’ οι φίλοι του, ακόμα κ’ οι συνομήλικοί του. Γιατί η γενεά του είναι πολύ δυσκολότερη από τη δική μας.. Αλλά το πώς στο έργο του – το κάπως ολιγόψυχο, όσο κι εκλεκτό – ξεκίνησε από γερή κατάρτιση μέσα στη κλασική μόρφωση της γενεάς του (σπούδασε στην Ιταλία, σε σχολεία ιταλικά), αυτό δε θα το αρνηθεί κανείς. Πιστεύω, ότι κι ο ίδιος δεν προσπαθεί να το κρύψει… Όμως αγαπητότερός μου είναι όταν, εγκαταλείποντας τον τόνο της ασφάλειας, τον κάπως υπερβολικά χρωματισμένον, πέφτει στο πιο φιλόστοργο, το πιο φιλόξενο, το πιο φιλικό γέλιο – όταν παρουσιάζεται ο ποιητής.

Πρέπει να ΄μια προσεχτικός ύστερ’ από το χρονικό του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα που έγραψε ο κ. Καλαμάρης (στο προηγούμενο φύλλο). Όμως ανιστόρητος ή όχι, τα’ ομολογώ : το πώς μια, καινούργια ποιητική σχολή γεννιέται – τουλάχιστον στην Ελλάδα – εγώ το προαισθάνθηκα από το πρώτο ποιητικό βιβλιάριο του κ. Σαραντάρη. Ύστερ’  από το Ρομαντισμό – που, κατά βάθος δεν ήταν παρά τέχνη: η δοκιμή κ’ η γεύση ενός καινούργιου τόνου – κι από το Συμβολισμό, που ήταν, θαρρώ, προ πάντων η συμπύκνωση του Λυρισμού – εκείνοι οι στίχοι έμοιαζαν σαν πνοή του αέρα που δεν ξέρεις, αν καλά – καλά υπάρχει, κι από πού έρχεται… Ερχόταν όσο το δυνατό αντίθετα από την τέχνη : από τη φυσική ιστορία της ψυχής που προσπαθούσε να μιλήσει την αληθινή της γλώσσα. Από την ειλικρίνεια, την ελευθερία και – τι απίστευτο! – την αισιοδοξία».(2)

« Δεν ονειρεύτηκα ποτέ το χρόνο

Και τη συντροφιά του

Μήτε την απουσία του οσφράνθηκα ποτέ

Σε κάποιο ελάχιστο ηδονικό μου ύπνο» (3)

Στην Αθήνα ο Σαραντάρης σχετίστηκε με τους  λογοτέχνες και τα λογοτεχνικά περιοδικά  της εποχής και μετείχε στον φιλοσοφικό όμιλο που δημιούργησαν ο Π. Κανελλόπουλος και ο Κ. Τσάτσος στη πανεπιστημιακή λέσχη, παίρνοντας μέρος στις φιλοσοφικές συζητήσεις. Παρέμεινε ποιητής και φιλόσοφος στη σύντομη ζωή του, κι όπως έγραφε : «Το κρίσιμο πρόβλημα της ποίησης και της φιλοσοφίας δεν είναι απλώς να γράψει κανείς ποίηση ή φιλοσοφία ή μονάχα ποίηση ή μονάχα φιλοσοφία. Το πρόβλημα είναι να γράψει κανένας ποίηση ή φιλοσοφία ή και τα δυο  δίνοντας ότι έχει να πει μ’ ένα καινούργιο φόρεμα».(4)

«Ο καθηγητής Μ.Γ. Μερακλής τον χαρακτηρίζει ισότιμο του Σολωμού, επάξια νομίζω»(5), θα πει για τον Σαραντάρη ο Κ. Δεσποτόπουλος «κι ο Ελύτης κατά την τελευταία μας συνάντηση, λέει πάλι ο Δεσποτόπουλος,  παραδέχτηκε ότι ο Σαραντάρης ήτανε ο καλύτερος ποιητής της γενεάς του»(6),  ενώ ο ίδιος ο καθηγητής Μερακλής θα αποφανθεί : «δεδομένου ότι ο Σολωμός, κατά κάποιο τρόπο πηγαίνει στο εμείς απευθείας, ενώ ο Σαραντάρης πάει στο εμείς διότι καίγεται για το εμείς αλλά μέσω του εαυτού του, είναι μια ταλανιζόμενη εσωτερικά ύπαρξη μέσα σε μια αναζήτηση του ιδανικού και του απόλυτου. Από την άποψη αυτή είναι ανώτερος από το Σολωμό».(7)

Κώστας Δεσποτόπουλος

Ο Γιώργος Σαραντάρης ήταν χαμηλών τόνων άνθρωπος, αντικομφορμιστής, αντισυστημικός θα μπορούσε να πει κανείς, μ’ όλη  την σημασία της λέξης, πρώιμος  για την εποχή του.  «Άνθρωπος άκακος, άδολος, ανεξίκακος, ευπροσήγορος»(8) λέει ο Κ. Δεσποτόπουλος, ενώ ο Μ.Γ. Μερακλής βρίσκει ότι «είναι ο πιο απόμακρος, από την πεζότητα, την βαναυσότητα, την ασχημία της σημερινής ζωής, της σημερινής πραγματικότητας».(9)

Γιώργος Μερακλής

Κάπως έτσι το θυμάται κι ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, φίλος των νεανικών του χρόνων:

«Δεν ξέρω πότε και πως γνώρισα τον Σαραντάρη, ποιανού ήταν φίλος ή σε ποιόν κύκλο σύχναζε που σ’ αυτόν ανήκα κι εγώ. Μιλούσε πάντα για την Ανάσταση και το προνόμιο των Ρώσων που έχουν νιώσει την Ανάσταση. Ήταν  η εποχή που έκανα σκηνικά στον Κούν και είχα γεμίσει το σπίτι βρώμες και μπογιές. Έχω την εντύπωση πως δεν έτρωγε καλά κι έβρισκε την κουζίνα της μάνας μου ιταλική. Το αγαπημένο του φαγητό ήταν το ρολό μ’ ένα αυγό μέσα. Ήταν ο μόνος άνθρωπος στον οποίο είχα δείξει τα ποιήματά μου και με παρότρυνε να τα δημοσιεύσω. «Πρέπει τα ποιήματα να δημοσιεύονται μόλις γράφονται» έλεγε. Ήμουν ταπεινός και φοβισμένος κι ίσως γι’ αυτό δεν θεωρούσα εξαιρετικό το να δημοσιεύσω ποιήματα. Με τη ζωγραφική που είχα θάρρος πάλι ήμουν δειλός.

Βγαίναμε συχνά περιπάτους μαζί. Είχε νομίσει ότι αγαπώ τα ετοιμόρροπα και γκρεμισμένα σπίτια και κάθε φορά που περνούσαμε μπροστά από ένα γραφικό σπιτάκι έλεγε: «Αυτό θα σου αρέσει». Του εξηγούσα ότι το φθαρμένο σπίτι είχε πάντα  ένα πλούτο γραμμών που βοηθούσαν το ζωγράφο να γίνεται πολυποίκιλο το σχέδιό του. Το ποίημά του «Οι φίλοι μιας άλλης χαράς» είχε ενθουσιάσει το σπιτικό μου το οποίον σημειωτέον δεν ήταν κουλτουριάρικο. Ήταν ένα μεγαλεπήβολο σπίτι του Τσίλλερ με πανύψηλα κουφώματα, οδός Κοδριγκτώνος. Κολλητά υπήρχε ένα άλλο σπίτι όπου καθόταν ένα παιδάκι που το λέγανε Μίνω Βολανάκη και είχε μανία με το θέατρο. Δεν έκανε παρέα μαζί μας όταν βγαίναμε με τον Σαραντάρη. Αισθανόμουν ότι ο Σαραντάρης είχε μεγάλο πόνο που τον κατάτρωγε και σαν αυλικός ιταλός τον αποσιωπούσε. Πήγε πριν τον πόλεμο στρατιώτης. Ήταν καταπικραμένος και λυπήθηκα πολύ όταν έμαθα ότι ένια άρρωστος. Στους περιπάτους μας μιλούσαμε περί παντός του επιστητού. Πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του έμαθα πως κάποιος εκδότης είχε χειρόγραφά του που μιλούσαν για μένα. Συχνά ανέφερε ένα ρωσικό γυναικείο όνομα πως γνώριζε την Ανάσταση. Δε φιλολογούσαμε κάνοντας περίπατο, αλλά μιλούσαμε σα φίλοι που βγήκανε να πάρουνε αέρα. Δεν έχω να γράψω πρωτότυπα πράγματα για όσους ασχολούνται μ’ αυτόν. Ήταν μια γλυκειά φιλία κι αυτό ήταν όλο. Σπανίως μιλούσαμε για τέχνη, αλλά ο ήρεμος χαρακτήρας του έδειχνε μια προσωπικότητα γοητευτική. Είχε θησαυρούς που δεν έδειχνε σε κανέναν. Δεν αυτοεπαινείτο όπως οι νεόπλουτοι. Ήταν αντίθετος με τους λογοτέχνες που είχα γνωρίσει. Σ’ έναν απ’ αυτούς που διάβασα ένα ποίημά του κάποτε, παρ’ όλο που ήταν φίλος του σουρεαλισμού, μου απάντησε: «Είναι μια λύση να γράφει κανείς ότι του κατέβει»(10)

Γιάννης Τσαρούχης

«Δὲν εἴμαστε ποιητὲς

Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα

Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους

Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου

Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ

Σημαίνει πὼς φοβόμαστε

Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη

Ὁ θάνατος βραχνάς».(11)

Ο πρόωρος χαμός του Σαραντάρη στέρησε την γενιά του 30 από την υπέρβαση. Από το πλούσιο κι αδημοσίευτο υλικό του, που βρέθηκε και μελετήθηκε τα χρόνια που ακολούθησαν την απώλειά του, αλλά και οι χαρακτηρισμοί των μεταγενέστερων μελετητών του έργου του, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι πράγματι αυτή η γενιά, η γενιά του 30, θα είχε ανέβει ένα σκαλί παραπάνω με την παρουσία του στα ελληνικά γράμματα

Ο Σαραντάρης  θα φύγει νέος, νεότατος και μάλλον άδικα.  Πλημμυρισμένος από αισθήματα φιλοπατρίας συμμετείχε στον Ελληνοιταλικό πόλεμο  του 1940, στην πρώτη γραμμή, στα βουνά της Βορείου Ηπείρου.  Ακόμη κι όταν ήταν στρατιώτης στον  πόλεμο  είχε την ανάγκη να εκφραστεί με στίχους και να μιλήσει, πριν τον προφτάσει η σιωπή. Εκεί στο μέτωπο αρρώστησε  από κοιλιακό τύφο και  νοσηλεύτηκε αρχικά στα Γιάννενα και μετά στην Αθήνα όπου κατέληξε στις 25 Φεβρουαρίου 1941. Ήταν μόλις 32 ετών.

Ο Σαραντάρης στο Αλβανικό Μέτωπο

Ο Σαραντάρης ανήκει στην κατηγορία των μοναδικών κι όπως κάθε τι  μοναδικό έχει μεγάλη αξία ιδιαίτερα  όταν το χάνεις νωρίς. Δεν είναι καθόλου τυχαίοι οι εξαίσιοι χαρακτηρισμοί όλων όσων ενέσκηψαν πάνω στο  έργου του, καθώς και του  Οδυσσέα Ελύτη που τον εμπιστεύτηκε  για να του δείξει τα πρώτα του ποιήματα, ν’ ακούσει την κριτική του, να δεχθεί την επιρροή του.

Ο Ελύτης έβαλε τον Σαραντάρη στην πιο ψηλή θέση, όπως δεν έκανε για κανέναν άλλο γι αυτό κι ο αιφνίδιος κι άδικος θάνατός του τον συνέτριψε και τον εξόργισε, όπως δείχνουν τα γραφόμενά του  στα «ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ» : «Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια […] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της»(12).

Ο πολύ σημαντικός Γιώργος Σαραντάρης, δεν εξαντλείται σ’ αυτές τις λίγες γραμμές.  Φρόνιμο θα ήταν να υπάρξει συνέχεια για την ανάδειξη όλων εκείνων των σημείων που πράγματι το κάνουν μοναδικό και  τον  τοποθετούν στην πρωτοπορία της ελληνικής λόγιας σκέψης και λογοτεχνίας.

 

Πηγές

-1 Σειρά της ΕΡΤ «Εποχές και Συγγραφείς» του Τάσου Ψαρρά, η εκπομπή για τον Γιώργο Σαραντάρη προβλήθηκε την 1/12/2010.

-2 Περιοδικό  ΛΕΞΗ τεύχος 21 Γενάρης 1983

-3 Σαραντάρης : Ποιήματα (πεντάτομο) Εκδόσεις Gutenberg Αθήνα 1987 («Του χρόνου ανάγλυφη εικόνα»)

-4 Γιώργου Σαραντάρη  Δοκίμια για την ύπαρξη του ανθρώπου Εκδόσεις Ευθύνη Αθήνα 1999.

-5, 6, 7, 8, 9, Σειρά της ΕΡΤ «Εποχές και Συγγραφείς» του Τάσου Ψαρρά, η εκπομπή για τον Γιώργο Σαραντάρη προβλήθηκε την 1/12/2010.

-10  Περιοδικό ΛΕΞΗ τεύχος 72 Φλεβάρης 1988

-11  Σαραντάρης : Ποιήματα (πεντάτομο) Εκδόσεις Gutenberg Αθήνα 1987 («Δεν είμαστε ποιητές»)

-12 Οδυσσέα Ελύτη: ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ Αθήνα 2009.

Ποιός είναι ο ποιητής, κριτικός και φιλόσοφος

του Γιώργου Πισσαλίδη 

Η Bad Elephant Music, μία από τις καλύτερες ανεξάρτητες εταιρείες της Αγγλίας που εξειδικεύεται στο προγκρέσιβ ροκ υπέγραψε τους Ciccada, το καλύτερο συγκρότημα του είδους στην Ελλάδα και θα κυκλοφορήσει το Harvest στις 23 Απριλίου 2021.

Το Harvest είναι ο τρίτος δίσκος του prog folk συγκροτήματος  και ο πρώτος μετά το The Finest of Miracles του 2016 και χρειάσθηκαν πάνω από 3 χρόνια για να ολοκληρωθεί Κάποια από αυτά είχαν πρωτοπαιχθεί ζωντανά στις Progressive Rock Days Vol 2 στο 2019, το οποίο είχαμε καλύψει ως “Άβαλον των Τεχνών”

Οι Ciccada ιδρύθηκαν το 2005 από τον φλαουτίστα, οργανίστα και κημπορντίστα Νίκολα Νικολόπουλο και τον κιθαρίστα Γιώργο Μούχο και σύντομα  στο συγκρότημα μπήκε και η Ευαγγελία Κοζώνη ως τραγουδίστρια. Σήμερα το συγκρότημα είναι σεπτέτο με  την Δήμητρα Σπέλα ως δεύτερη τραγουδίστρια με την Μαριέτα Τσαμακλή (πνευστά) τον Όμηρο Κομνηνό (μπάσσο) , τον Χρήστο Ζελείδη (ντραμς) και τον Παναγιώτη Γιαννακάκη (πιάνο)

Η μουσική τους παραπέμπει στις θρυλικές ημέρες της δεκαετίας του 70 με συγκροτήματα της φολκ ροκ, όπως οι Strawbs, οι Gryphon (με τις μεσαιωνικές επιρροές) ο ηγέτης της Κέλτικης φολκ στην Γαλλία Alan Stivell (Άλαν Στιβέλ) και προγκρέσιβ ροκ συγκροτήματα, όπως οι Yes, οι Camel, οι Renaissance, οι Jethro Tull και οι Gentle Giant. To αποτέλεσμα αυτού του κράματος είναι άκρως γοητευτικό, μελωδικό και ονειρικό και τους κάνει το πιο αγαπημένο μας ελληνικό συγκρότημα.

Δεν κρύβουμε ότι από τωρα περιμένουμε πότε θα κυκλοφορήσουν το Harvest και φυσικά να το παρουσιάσουν ζωντανά σε συνθήκες καλύτερες  από τις σημερινές

Ακούστε δείγμα (Open Wings) εδώ 

του Γιώργου Πισσαλίδη  Η Bad Elephant Music, μία

Mπορεί λόγω κορνοϊού, να αναβλήθηκαν όλα τα Καρναβάλια της χώρας, όμως εμεις επιμένουμε να γιορτάζουμε το Καρναβάλι με τον δικό μας τρόπο. Δημοσιεύουμε λοιπόν μια λίστα του Παναγιώτη Ανδριόπουλου με κάθε είδους έργο τεχνης που φέρνει στον νου τις Απόκριες, λίγο πριν την πνευματική προσπάθεια της Σαρακοστής.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, μουσικολόγου

Το δικό μου Πατρινό Καρναβάλι θα περιλάμβανε:

– «Το Αποκρηάτικο Όνειρο» (A Dream in Carnival) της συνθέτριας Ελένης Λαμπίρη (κεφαλληνιακής καταγωγής που έζησε και έδρασε μεγάλο μέρος της ζωής της στην Πάτρα), σε λιμπρέτο Γρηγορίου Ξενοπούλου. Μια οπερέτα – η πρώτη γυναίκας συνθέτριας – που ανέβηκε στα Παναθήναια του 1913 και δεν ξαναπαίχτηκε ποτέ

– Την σουίτα μπαλέτου «Ελληνική Αποκριά» του Μίκη Θεοδωράκη, που είχε ανεβάσει το «Ελληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου (1953-54), στην χορογραφία της Ρ. Μάνου ή και σε μια σύγχρονη εκδοχή, αν προτιμάτε.

– Το έργο «Η τελευταία μάσκα – fallimento» του Κώστα Λογαρά, σε σκηνοθεσία Θόδωρου Τερζόπουλου, που ανέβηκε στην Πάτρα το 2006 στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας και σίγουρα θα έπρεπε να ξαναπαιχτεί. Ευτυχώς βγήκε αυτές τις μέρες το βιβλίο με το κείμενο της παράστασης.

– Την ποιητική συλλογή «Πικρό Καρναβάλι» του Νάνου Βαλαωρίτη (Ψυχογιός 2013).

– Την ποιητική συλλογή «Απόκρεω» του Βασίλη Αρφάνη (Γαβριηλίδης 2004).

– Την όπερα του Τζουζέπε Βέρντι «Χορός Μεταμφιεσμένων» (Un ballo in maschera).

– Την ορχηστρική σουίτα «Καρναβάλι των ζώων» (Le Carnaval Des Animaux και ο υπότιτλος Grande fantaisie zoologique) του σπουδαίου γάλλου συνθέτη Καμίγ Σεν Σανς (1835-1921). Πρόκειται για ένα από τα δημοφιλέστερα έργα κλασικής μουσικής για παιδιά.

– Το “Καρναβάλι” (Carnaval, Op. 9) του Ρόμπερτ Σούμαν, για σόλο πιάνο (1834 – 1835). Ο υπότιτλος του έργου: Scènes mignonnes sur quatre notes (Μικρές σκηνές σε τέσσερις νότες). Αποτελείται από 21 μέρη που συνδέονται με ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η χρονική του διάρκεια είναι περίπου 30 λεπτά. Ιδανική ερμηνεύτρια θα ήταν η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, ειδική στον Σούμαν.

– Το τραγούδι Manha de Carnaval (από την ταινία Orpheo Negro), όπως το ερμηνεύει η Φλέρυ Νταντωνάκη.

– Τα «ανίερα-ιερά» παραδοσιακά τραγούδια της Αποκριάς, όπως τα εξέδωσε η Δόμνα Σαμίου.

Μια έκθεση ζωγραφικής με πίνακες διάσημων ζωγράφων για το Καρναβάλι, π.χ. Καρναβάλι του Harlequin του Joan Miro (1923) ή Καρναβάλι του Candido Portinari (1924) ή και το Καρναβάλι στην Αθήνα του Νικολάου Γύζη (1892). Φαντασθείτε να μεταφέρονταν όλοι οι σχετικοί πίνακες στην Πάτρα! Διεθνές γεγονός!

– Μια έκθεση γλυπτικής, με αφορμή το Καρναβάλι. Παραγγελίες σε έλληνες γλύπτες. Τα έργα θα τοποθετούνταν σε εμβληματικούς χώρους της πόλης. Υπαίθρια καρναβαλική γλυπτοθήκη.

– Μία θεολογική ημερίδα με αφορμή την περίφημη ομιλία του μακαριστού Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος (ιεράρχου του Οικουμενικού Θρόνου) για τον Καρνάβαλο, που εκφωνήθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών το 1970.

– Τα …μετα-κείμενα για τις Απόκριες στην Κωνσταντινούπολη του Γέροντος Χαλκηδόνος Αθανασίου (επίσης ιεράρχου του Οικουμενικού Θρόνου).

– Τα «Επίκαιρα» για το Πατρινό Καρναβάλι, ήτοι συγκέντρωση όλου του παλιού, ασπρόμαυρου υλικού για τον θεσμό, καθώς και οι αναφορές σε ελληνικές ταινίες.

Αυτά και κάποια άλλα ακόμα…
Καλή Σαρακοστή, αγαπητοί συνοδίτες.

Mπορεί λόγω κορνοϊού, να αναβλήθηκαν όλα τα

Σαν σήμερα στις 28 Φεβρουαρίου του 1943 κηδεύεται ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς με τον Άγγελο Σικελιανό να απαγγέλει το “Ηχήστε οι σάλπιγγες” και την κηδεία να μετατρέπεται σε αντιστασιακή εκδήλωση κατά των δυνάμεων κατοχής.

Εμείς δημοσιεύουμε το ποίημα του Δελφικού Σικελιανού για τον δεύτερο εθνικό μας ποιητή

“Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό

με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,

κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,

ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,

Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,

μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά

της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας

που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,

πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: “Ο Παλαμάς !”,

ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,

σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…

κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,

κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός

της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα

Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός

την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά

στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,

τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο

με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές

της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !”

Σαν σήμερα στις 28 Φεβρουαρίου του 1943

Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος μιας διαφορετικής συνέντευξης του δημιουργού ιστορικών τοιχογραφιών Εύρυτου (εδώ είναι το πρώτο μέρος). Ενός καλλιτέχνη που το έργο του έγινε viral και έχει προκαλέσει όχι μόνο θαυμασμό σε μια εποχή ουδετεροπατρίας αλλά και μνησικακία, όπως δείχνει η βεβήλωση των έργων του, αλλά και η επίθεση εναντίον του.

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη, διευθυντή του “Άβαλον των Τεχνών”

Μια ερώτηση, που ήθελα να σου την κάνω από την αρχή, είναι γιατί “γκράφφιτι” και όχι πίνακας; Το ρωτάω αυτό γιατί , είχες ξεκινήσει με πίνακες.

Η τέχνη μου ξεκινά από σκίτσα, υπάρχουν ελαιογραφίες και έφθασα στο “γκράφφιτι”.  Αυτό δεν σημαίνει ότι κάνω περισσότερα “γκράφφιτι”, οι πίνακές μου είναι περισσότεροι από ό,τι τα “γκράφφιτι”, ωστόσο τα “γκράφφιτι” είναι πιο καθημερινά, δηλαδή βρίσκονται σε δημόσια θέα, ο καθένας μπορεί να τα δει κάθε ημέρα και για αυτό διαδίδονται πιο γρήγορα.  Επίσης, είναι κάτι ασυνήθιστο για τον κόσμο, δεν έχει συνηθίσει σε τέτοιου τύπου graffiti και για αυτό όχι μόνο τα δικά μου, αλλά και άλλου τέτοιου τύπου, που μοιάζουν περισσότερο με mural (μιούραλ = τοιχογραφία σε δημόσιο χώρο).

Αυτό ήθελα να σου πω, για το “μιούραλ”.  Δεν είναι “γκράφφιτι” είναι “μιούραλ”.

Ναι, στην πραγματικότητα δεν είναι “γκράφιτι”, αλλά το “μιούραλ” δεν είναι γνωστός όρος στην Ελλάδα και πολλοί τα ονομάζουν “γκράφφιτι”, κακώς, γιατί τα “γκράφφιτι”είναι γράμματα και τα “μιούραλς” είναι μορφές.

Άρα, καλλιτέχνης “μιούραλ” είσαι, για να είμαστε ακριβείς.

Δεν αυτοπροσδιορίζομαι ως καλλιτέχνης. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη, θα έλεγα απλά ότι ασκώ μία τέχνη, αλλά, σίγουρα, δεν είμαι καλλιτέχνης.

Γιατί δεν το δέχεσαι;

Δεν θεωρώ ότι το επίπεδό μου είναι τέτοιο για να ονομασθώ καλλιτέχνης.  Υπήρχαν καλλιτέχνες κατά το παρελθόν, αλλά και κατά το παρόν, οι οποίοι είναι κλάσεις ανώτεροι και τεχνικά και φιλοσοφικά.

Εάν δούμε και τον όρο καλλιτέχνης, πρέπει να προωθείς το κάλλος, πρέπει πραγματικά αυτό που κάνεις να θαμπώνει τον άλλο και όχι απλά να τον εμπνέει.

Credit: Photo Porichis

Η τέχνη για εσένα τι είναι;

Η τέχνη πολλοί λένε ότι είναι τα πάντα.  Για εμένα αυτό είναι λάθος, η τέχνη είναι πολύ λίγα πράγματα, είναι πολύ συγκεκριμένα πράγματα τέχνη.  Τα περισσότερα μπορεί να είναι τεχνικές, κάποιος μπορεί να είναι τεχνίτης, αλλά δύσκολα μπορεί κάποιος να είναι καλλιτέχνης.  Για εμένα η τέχνη είναι μία πνευματική ενασχόληση η οποία μπορεί να παίρνει και υλική μορφή μέσα από ένα μάρμαρο, μέσα από έναν καμβά, μέσα από ένα τραγούδι, η οποία θα καθηλώνει τον θεατή της και θα τον τοποθετεί εκεί που ή ίδια θέλει.  Δεν είναι τέχνη όταν κάποιος εκλαμβάνει κάτι με το δικό του τρόπο και έχει ο καθένας από μία άποψη.  Τέχνη είναι αυτό το οποίο μπορεί να μαγνητίσει το κοινό και να το τοποθετήσει στην ιστορική, τη χωρική και τη χρονική περίοδο που θέλει.  Πρέπει να προωθεί δηλαδή το κάλλος.

Εσύ έχεις αυτή τη στιγμή κάποιο σχέδιο που θέλεις να το κάνεις τις επόμενες δύο-τρεις ημέρες ή την επόμενη εβδομάδα;

Θα ήθελα, επειδή έχω κάνει ήδη πολλούς αγωνιστές, κάποια στιγμή να κάνω και μία γυναίκα.  Σίγουρα μέσα στα σχέδιά μου είναι η Μαντώ Μαυρογένους, αλλά σκέπτομαι και για την Μπουμπουλίνα.  Θεωρώ ότι πρώτη θα κάνω τη Μαντώ Μαυρογένους, όχι για κάποιον ιδιαίτερο λόγο, αλλά σαν μορφή τη θεωρώ πιο εύκολη, οπότε θα γίνει με μεγαλύτερη ευκολία.  Θέλω να έχω πειραματισθεί επαρκώς μέχρι να αρχίσω να κάνω τις πρωταγωνιστικές μορφές του Αγώνα, για να βγουν άρτιες τεχνικά.

Από ζωγραφική τι σου αρέσει;

Από ζωγραφική το αγαπημένο μου είναι να χρησιμοποιώ

κάρβουνα και μολύβια.  Ωστόσο αποτυπώνεται καλύτερα, μπορώ

να πω, μία εικόνα όταν γίνεται με λάδια, μία ελαιογραφία

δηλαδή.

Έχεις σκεφθεί να δουλέψεις περισσότερο πίνακες στο μέλλον; 

Δεν έχω κάποια σχέδια για το μέλλον.  Όπως έχετε καταλάβει, γενικότερα για εμένα η τέχνη είναι μία παρόρμηση εσωτερική, είναι μία ανάγκη εσωτερικής εξομολόγησης προς τον εαυτό μου.  Έτσι εξωτερικεύω και την τέχνη.  Όταν έκανα πίνακες είχα θαμπωθεί από κάποιους πίνακες που έβλεπα σε μουσεία.

O Eύρυτος ταυτίζεται περισσότερο με την εικονική ζωγραφική παλαιοτέρων εποχών παρά με το σήμερα

Όπως;

Είχα επισκεφθεί το Λούβρο πρόσφατα και μου άρεσαν πάρα πολύ οι ελαιογραφίες που έβλεπα του 15ου αιώνα.

Αναγέννηση ουσιαστικά.

Ακριβώς.

Την δημόσια τέχνη πώς τη βλέπεις;

Θα σας πω την αλήθεια.  Λίγα είναι αυτά τα οποία με κεντρίζουν σε δημόσια θέα.  Τα αγάλματα τα οποία βλέπουμε δεν είναι ιδιαίτερα αισθητικά κοντά στα γούστα μου, περισσότερο βλέπω ότι γίνονται μαζικές παραγωγές.  Δηλαδή κάτι το οποίο βγαίνει πολύ γρήγορα για να γίνουν κάποια αποκαλυπτήρια, κάποια τα οποία προωθούν μία θολοκουλτούρα μοντερνισμού

Με αυτήν τη θολοκουλτούρα πώς τα πηγαίνεις εσύ;

Είναι μακριά από τα γούστα μου και αισθητικά και φιλοσοφικά, είναι τελείως άλλη διάσταση.  Δεν ταιριάζω με το μοντερνισμό, γιατί αυτό το οποίο παρουσιάζει σαν εικόνα είναι τελείως ξένο με αυτό το οποίο έχω εγώ ας αντίληψη της τέχνης.

Ο Ευρυτος δεν τα πάει καλά με την αφηρημένη τέχνη

Το θεωρείς άσχημο ή το θεωρείς κάτι που δεν σου πηγαίνει απλώς;

Το θεωρώ και άσχημο και κάτι το οποίο δεν μου πηγαίνει.  Υπάρχουν αγάλματα τα οποία τα βλέπεις μέσα σε μουσεία και πραγματικά στεναχωριέσαι που έχουν απόσταση από εσένα και δεν μπορείς να τα αγγίξεις.  Όταν ο μοντερνισμός δημιουργεί γλυπτά από χαλασμένες ομπρέλες, από γυαλιά, από θρυμματισμένα θρύψαλα και κάτι διάφορα άλλα που βλέπουμε στο Σύνταγμα με κόκκους καφέ και πατούσες κ.λπ., είναι πράγματα τα οποία σε απωθούν.  Θέλεις να μη τα βλέπεις, όχι να πας να τα ακουμπήσεις, όπως γίνεται, για παράδειγμα, με τον Ηνίοχο ή με τον Ερμή του Πραξιτέλη.  Ο Ερμής του Πραξιτέλη, άμα τον δεις από διαφορετική γωνία, από κάθε μοίρα έχει διαφορετική έκφραση στο πρόσωπό του. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι στο ίδιο επίπεδο ο Ερμής του Πραξιτέλη, το σιντριβάνι στην Ερμού, ακόμα και το “γκράφφιτι” επάνω σε έναν τοίχο.  Δεν μπορώ να τα βάλω όλα στο ίδιο τσουβάλι, υπάρχουν διαβαθμίσεις αισθητικές και φιλοσοφικές.

Μου είπες νωρίτερα ότι δεν θέλεις το έργο σου να προσβάλλει την κοινότητα.

Έχω ένα σεβασμό στο συμπολίτη, στην ιδιοκτησία, γιατί σε κάποιον, στο κάτω-κάτω, μπορεί να μην του αρέσει, μπορεί να θεωρεί ότι δεν έχω την κατάλληλη τεχνική για να πάω να βάψω κάτι έξω από το σπίτι του και να το βλέπει.  Από εμένα αυτό είναι σεβαστό, δεν γίνεται να πάω με το ζόρι να βάψω ένα σπίτι, έναν τοίχο και μία ιδιοκτησία.  Πρέπει να υπάρχει αλληλοσεβασμός, γιατί εάν οι “γκραφιττάδες” απαιτούν σεβασμό και αναγνώριση από την κοινωνία, θα πρέπει και αυτοί, και εμείς, να έχουμε έναν αντίστοιχο σεβασμό προς αυτούς.

Γενικότερα θεωρώ ότι το χρώμα είναι πάντοτε προτιμότερο από κάτι γκρίζο, αλλά από την άλλη πρέπει να αποφεύγουμε τα άκρα.  Δεν ισχύει ούτε αυτό που ακούω και λένε οι “γκραφιτάδες” ότι “καθαροί τοίχοι, βρώμικες συνειδήσεις”, ούτε από την άλλη ότι δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα βαμμένο σε δημόσιο χώρο και δεν με νοιάζει και ας τα κάνουν αλλού.  Θεωρώ ότι υπάρχει μία μέση λύση η οποία είναι να μην ενοχλείς ένα μεροκαματιάρη άνθρωπο, να μην ενοχλείς έναν επιχειρηματία, αλλά και από την άλλη να μην έρχεται ένας άνθρωπος, ένας συμπολίτης σου, και  να σου λέει, γιατί βάφεις τον τοίχο του γηπέδου;  Το γήπεδο είναι γήπεδο, ο τοίχος αυτός δεν ενδιαφέρει κανέναν και, από το να είναι γκρίζος, καλύτερα να είναι χρωματισμένος, κατ’ εμέ.

Ο Ευρυτος δεν τα πάει καλά με την αφηρημένη τέχνη

Άρα, πες ότι όλοι σκέπτονταν με τη δική σου τη λογική, πού θα έπρεπε να ζωγραφίζουν, κατ’ εσέ;

Ανάλογα πάντα με το έργο τους, δηλαδή κάτι το οποίο είναι αποδεκτό από αυτόν ο οποίος σου προσφέρει έναν τοίχο για να τον ζωγραφίσεις.  Παραδείγματος χάρη ένας Δήμος σού λέει ότι δίπλα σε αυτόν τον κεντρικό δρόμο υπάρχει αυτή η επιφάνεια, μπορείς να τη ζωγραφίσεις. Εάν αυτό είναι αισθητικά ορθό, μπορεί να γίνει σε συνεννόηση με έναν οποιονδήποτε άνθρωπο ο οποίος σου δίνει την άδεια για να ζωγραφίσεις μία επιφάνεια.  Εάν αυτό γίνεται χωρίς άδεια, θα πρέπει, βάσει την κριτική σκέψη του καθενός, να είναι σε χώρους οι οποίοι είναι διαθέσιμοι για graffiti. Ένα πάρκο, ένα γηπεδάκι, ένα σχολείο, ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο στη μέση μίας γειτονιάς, ένα εγκαταλελειμμένο super market, όλοι αυτοί είναι χώροι οι οποίοι είναι διαθέσιμοι να τους βάψεις, διότι έτσι και αλλιώς ρημάζουν ή θα ήταν ακόμα καλύτερα να είναι χρωματισμένοι.  Σε ένα πάρκο είναι πιο ωραίο, από το να υπάρχει στη μέση ενός άλσους ένα τσιμεντένιο πράγμα, να είναι κάτι ζωγραφισμένο.  Θεωρώ ότι έτσι θα πρέπει να κινηθούμε και μέσα από αυτό θα υπάρξει αλληλοσεβασμός από τους graffitάδες προς την κοινωνία, αλλά και η κοινωνία θα παρέχει σεβασμό στους “γκραφφιτάδες”.

Πέρα από τους ήρωες της Επανάστασης, έχεις κάτι στο μυαλό σου που θα ήθελες να κάνεις, που να μην ανήκει στην ιστορία;

Η αλήθεια είναι ότι τα πάντα ζωγραφίζω, απλά πάντοτε, όπως ξέρετε επειδή έχετε μιλήσει με αρκετούς καλλιτέχνες και άτομα του χώρου της τέχνης, κάνεις κάτι πιο όμορφο όταν βγαίνει μέσα από την ψυχή σου.  Τα χέρια σου πάντοτε έχουν μία τεχνική και μπορούν να την αποτυπώσουν, αλλά όταν κάτι βγαίνει από μέσα σου φαίνεται και το πάθος σου για αυτό.  Η ιστορία είναι κάτι τέτοιο για εμένα, διότι έχει πάρα πολλές πτυχές, έχει τραγικές πτυχές, έχει επικές πτυχές, έχει θλιβερές πτυχές, έχει διδακτικές πτυχές.  Μπορείς να περάσεις πάρα πολλά μηνύματα μέσα από ένα ιστορικό έργο και για αυτό και είναι κάτι το οποίο επιλέγω.

Eδώ τελείωνε κανονικά η συνέντευξη αλλά ο βανδαλισμός του μιούραλ (τοιχογραφίας και όχι “γκράφφιτι”) μας αναγκασε να ξαναεπικοινωνήσουμε

Εύρυτε, πες μας τι ακριβώς έγινε στο Φάληρο με τον Καραϊσκάκη; 

Τίποτα παραπάνω από ότι είδατε. Κάποιος πήγε και τον βεβήλωσε με πράσινη μπογιά

Γιατί πιστεύεις ότι έγινε αυτό;

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για το οποίο να εχει γίνει

Για πες μου κάποιους από αυτούς 

Το πρώτο είναι η έκταση που έχουν πάρει αυτά τα γκραφφιτι και η συγκεκριμένη θεματολογία και κάποιος την εκμεταλλεύτηκε προκειμένου να κάνει κακή εντύπωση και να αναπαραχθεί μέσω αυτής. Η πολύ απλά κάποιος έχει συμπλέγματα εναντίον οτιδήποτε εκφραζει την Ελλάδα.

Εσύ δεν εχεις σταματήσει να κάνεις έργα όμως έτσι δεν είναι ; 

Όχι βέβαια. Εχω επιστρέψει δρυμύτερος με περισότερα έργα, καλύτερα ζωγραφισμένα, πιο καθαρά

Για πες μας σχετικά

Έχω ζωγραφίσει τον Γρηγόρη Λιατακά, τον Λεωνίδα του Αιτωλικού, τον Γρηγόρη Βέικο και τον πολεμιστή με την τρίχρωμη σημαία

Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι στην συνέντευξη; 

Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους αυτούς που παρακολουθούν και με στηρίζουν στα κοινωνικά μέσα γιατί είναι η μόνη ανταμοιβή που έχω. Και θα ήθελα να ευχαριστήσω το “Άβαλον των Τεχνών” για τις πρωτ΄τυπες ερωτήσεις και που είναι και το μόνο που έρριξε το βάρος στο καλλιτεχνικό στοιχείο και όχι το πολιτικο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

Και ξαφνικά μέσα από τα κοινωνικά δικτυα, αναδείχθηκε ένας νεαρός καλλιτέχνης που ζωγραφίζει σε δημόσιες τοιχογραφίες (murals και όχι “γκράφφιτι”) τους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης: ο Εύρυτος. Θες η ουδετεροπατρία της “Επιτροπής 1821”, θες η παντοτινή αγάπη των Ελλήνων για την Παράδοση και την ιστορική μνήμη, τα έργα του έγιναν viral

Έτσι εν μεσω “λοκντάουν” αποφασίσαμε να βρεθούμε στα γραφεία του “Αβαλον των Τεχνών” για να κάνουμε μαζί του μια διαφορετική συνέντευξη μαζί του επί το καλλιτεχνικότερον. Και μετά βγήκαμε κοντά στην Πανόρμου για να τον φωτογραφήσουμε σε γηπεδο μπάσκετ όπου δημιούργησε τον Αθανάσιο Διάκο.

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη, διευθυντή του “Άβαλον των Τεχνών”

Εύρυτε, πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με το “γκράφφιτι”;

Στην πραγματικότητα ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη ζωγραφική από πολύ μικρός και κατά συνέπεια, όσο ασχολείσαι με την τέχνη, αναζητάς κάτι καινούριο για τον εαυτό σου, κάτι καινούριο για να πειραματισθείς. Έτσι λοιπόν, δοκιμάζοντας εγώ κάποια σχέδια τα οποία είχα κατά νου, κάποια στιγμή πειραματίσθηκα με κάποια spray.  Αφού είδα ότι μπορώ να το χειρισθώ, έχω την κατάλληλη εμπειρία έπειτα από κάποιες δοκιμές, επιχείρησα να κάνω το πρώτο μου κομμάτι το οποίο ήταν ένας ματωμένος ιερέας, με ένα πολύ έντονο βλέμμα, κατά το πρωτότυπο από όπου έβλεπα.

Το πρωτότυπο ποιο ήταν;

Είναι ένα σχέδιο το οποίο δείχνει τον Κολοκοτρώνη, το μαρμαρωμένο βασιλιά, αυτόν τον ιερέα και κάποιους ακόμα Βυζαντινούς στρατιώτες. Πέτυχε στα μάτια μου αυτός ο ιερέας, παρότι έβλεπα κάποια ανατομικά λάθη τα οποία ήξερα.  Το έψαξα λίγο περισσότερο για το πώς μπορώ να τα διορθώσω, πώς μπορώ να γίνω καλύτερος, είδα κάποια video, διάβασα κάποια πράγματα παραπάνω και η επόμενή μου απόπειρα ήταν με τον Νικηταρά και τον Καραϊσκάκη.

Στο Φάληρο.

Στο Φάληρο, ναι.  Όπου είδα κάποια βελτίωση –η αλήθεια είναι– αλλά ήταν μία έμπνευση λόγω επικαιρότητας με το νέο έτος.

Το “γκράφφιτι” για εσένα τι σημαίνει καταρχήν;

Υπάρχουν “γκράφφιτι” και “γκράφφιτι”, έτσι;  Για εμένα δεν έχει αποκλειστικά σχέση το είδος της ζωγραφικής, αλλά περισσότερο η αισθητική της και κυρίως η φιλοσοφία της.  Όταν βλέπεις ένα κομμάτι τέχνης, οτιδήποτε, υπάρχουν αγάλματα του Μιχαήλ Αγγέλου, υπάρχουν και γλυπτά της μοντέρνας τέχνης, και τα δύο ανήκουν θα λέγαμε στην ίδια κατηγορία, αλλά τα επίπεδα είναι εντελώς διαφορετικά, λόγω της φιλοσοφίας τους.

Εσύ να υποθέσω ότι είσαι πιο κοντά στην εικονική τέχνη;

Ναι, είναι αλήθεια αυτό, είμαι πιο κοντά στην εικονική.  Με τις άλλες τέχνες, παρότι είναι απολύτως σεβαστές, εγώ δεν έχω κάποια επαφή, ούτε και εμπειρία.

Το ρωτώ αυτό, γιατί συνήθως το “γκράφφιτι” ανήκει στην άλλη πλευρά της φάσης, για πολλούς δηλαδή.

Πράγματι, το “γκράφφιτι” ως φιλοσοφία και ως ιστορία είναι κάτι το οποίο δεν συνάδει καθ’ ολοκληρίαν με τις αντιλήψεις μου και με την προσωπικότητά μου, ωστόσο θεωρώ ότι όταν κάτι το κάνεις με σεβασμό, πρώτα στον εαυτό σου και τη φιλοσοφία σου και μετά με σεβασμό προς αυτόν ο οποίος θα το δει και θα το εισπράξει, μπορείς να μεταδώσεις μία άλλη εικόνα για αυτή την κουλτούρα.

Εσύ πώς είχες εμπνευσθεί να κάνεις τον πρώτο σου πίνακα;  Δηλαδή θα μπορούσες να κάνεις λουλούδια ας πούμε, ή κάτι άλλο. Γιατί συγκεκριμένα Παλαιολόγος και Κολοκοτρώνης;

Νομίζω ότι γενικότερα ό,τι κάνω στη ζωή μου είναι αλληλένδετο με αυτά τα οποία αγαπώ.  Κάποια από αυτά είναι, παραδείγματος χάρη, η ιστορία και η τέχνη.  Συνεπώς δεν χάνω ευκαιρία να τα συνδυάσω, γιατί για εμένα είναι κάτι το οποίο είναι δύο φορές ευχάριστο.

Πώς διαλέγεις τους χώρους τους οποίους θα κάνεις ένα “γκράφφιτι”;

Για τους χώρους στους οποίους θα κάνω κάτι, το πρώτο που έχω στο μυαλό μου είναι ο σεβασμός προς την κοινωνία και προς τους ανθρώπους που θα το δουν. Δηλαδή δεν έχω κάποιο σκοπό να πάω και να βάψω το σπίτι ενός ανθρώπου, τον τοίχο μίας επιχείρησης, μία βιτρίνα ή έναν τοίχο Δημαρχείου, παραδείγματος χάρη, για να προκαλέσω.  Ο σκοπός μου δεν είναι να προκαλέσω, ένα άλλο μήνυμα θέλω να περάσω.

Το οποίο είναι;

Το οποίο είναι ότι η τέχνη, έστω και ως “γκράφφιτι”, το οποίο είναι συνδυασμένο με την καταστροφή και το χάος, δεν πρέπει να είναι προκλητικό. Δεν θέλω να προκαλέσω, εγώ αυτό που θέλω είναι να μιλήσω μέσα από την τέχνη μου και ο καθένας να εισπράξει αυτά τα οποία μπορεί να δει μέσα από τα κομμάτια μου.

Γιατί η ιστορία ως έμπνευση;

Πραγματικά είναι κάτι το οποίο δεν έχω σκεφθεί ποτέ, δεν έχω πει ότι θα κάνω ιστορία επειδή έχω κάτι στο μυαλό μου, είναι κάτι το οποίο έβγαινε από μέσα μου και ένιωθα ένα αόρατο χέρι να με ωθεί προς τα εκεί.  Θα έλεγα ότι απλά είναι μία αγάπη η οποία ασυναίσθητα με παρακινεί σε ό,τι και αν κάνω, είτε αυτό είναι η τέχνη είτε αυτό είναι οι ταινίες είτε αυτό είναι η μουσική.  Όλα γυρνούν γύρω από αυτό, την ιστορία, την πατρίδα, τα ιδανικά.

Η πατρίδα τι σημαίνει για εσένα;

Πατρίδα για εμένα σημαίνει πάρα πολλά, αλλά γενικότερα η πατρίδα είναι αυτό που ξέρουμε, ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο μεγάλωσαν οι πατέρες μας, τον πήρα από τους παππούδες μας και αυτό είναι μία μεγάλη αλυσίδα η οποία ξεκινά από τα αρχαία χρόνια και την οποία έχουμε χρέος εμείς, με σεβασμό πρώτα από όλα σε αυτή την αλυσίδα και τους προγόνους μας, να τη συνεχίσουμε.

Πώς κάνεις τις επιλογές των ηρώων;  Κάτι σου έρχεται στο μυαλό, μελετάς την ιστορία του Νικηταρά ή του Κολοκοτρώνη, ή απλώς σου έρχεται τώρα η έμπνευση, θα κάνω τώρα το Νικηταρά και αύριο τον Κολοκοτρώνη;

Η αλήθεια είναι ότι δεν το σκέπτομαι, περισσότερο σκέπτομαι ότι σήμερα θα βγω και θα ζωγραφίσω.  Όταν φθάνω μπροστά στον τοίχο, αναρωτιέμαι για το τι έχω όρεξη να κάνω, ποια είναι τα υλικά τα οποία διαθέτω, εάν συνάδουν με αυτό το οποίο θέλω και γίνονται διάφορες ανακατατάξεις.  Γενικότερα είναι όλοι οι ήρωες αγαπητοί από εμένα και όχι μόνο οι γνωστοί, αλλά έχω σκοπό να δημιουργήσω και άγνωστες μορφές του Αγώνα.

Δώσε μου ένα παράδειγμα. 

Παραδείγματος χάρη, μέσα στα επόμενά μου σχέδια είναι ο Γρηγόρης Λιακατάς ο οποίος πολέμησε στην Αμφιλοχία και είναι μία μορφή η οποία δεν είναι ευρέως γνωστή στην Ελλάδα.

Αυτό με τα “γκράφφιτι” των ηρώων, είχες κάτι στο μυαλό σου ή σε ενέπνευσε το ότι φέτος είναι τα 200 χρόνια;

Να σας πω την αλήθεια, αυτό με τον ιερέα για το οποίο μιλήσαμε, που ήταν το πρώτο μου κομμάτι, έγινε το Δεκέμβριο, κατόπιν σας είπα ότι ήθελα να προσπαθήσω λίγο παραπάνω, να δω μέχρι πού φθάνω, να δω τα άκρα μου κάνοντας το Νικηταρά και τον Καραϊσκάκη στο Φάληρο.  Ξαφνικά αυτά, μέσα και από το πολύ μεγάλο δίχτυ της σημερινής κοινωνίας στα διαδικτυακά μέσα, διαδόθηκαν πάρα πολύ γρήγορα, χωρίς εγώ να το ελέγχω ή να το γνωρίζω αρχικά.  Ξαφνικά εισέπραξα μία αγάπη από τον κόσμο, μία αγάπη προς το έργο μου, όχι προς το πρόσωπό μου φυσικά. Υπήρξαν και προτάσεις για συνεντεύξεις, αλλά κυρίως ότι ο κόσμος το αναπαρήγαγε, το κοινοποιούσε, το διέδιδε μέσα από τα social media.

Ξαφνικά βρέθηκα σε μία κατάσταση που συνειδητοποίησα το τι έγινε και αυτό ήταν ότι παρείχα κάτι καινοφανές, να συνδυάζω δηλαδή ένα “γκράφφιτι” με μία ιστορική μορφή, το οποίο φάνηκε να υπάρχει ανάγκη από τον κόσμο να το δει, μάλλον λόγω της μεγάλης επετείου φέτος.

Το ψευδώνυμό σου γιατί υπάρχει και δεν υπάρχει Κώστας κ.λπ.;

Πράγματι, είναι σημαντική ερώτηση αυτή, γιατί το ψευδώνυμό μου πραγματικά χρησιμοποιείται γιατί θέλω ο κόσμος να το αναζητήσει και να μάθει ακόμα και μέσα από αυτό, να παρακινήσω την περιέργεια του θεατή.  Ο Εύρυτος, θα πω εν συντομία, ήταν ένας Σπαρτιάτης πολεμιστής ο οποίος είχε την ίδια πάθηση με τον Αριστόδημο, ήταν τυφλοί, είχαν μία ασθένεια στα μάτια που απέκτησαν στις Θερμοπύλες.  Τυφλώθηκαν και κρίθηκε δόκιμο να απομακρυνθούν από το πεδίο της μάχης, όταν αυτή θα λάμβανε χώρα και θα ήταν η τελική.  Όμως εκείνος από αίσθηση καθήκοντος και πίστης στους νόμους της Σπάρτης, που ξέρουμε το πόσο αυστηρή ήταν αλλά και πόσο πιστοί ήταν οι Σπαρτιάτες σε αυτούς, παρέμεινε δίπλα στους συμπολεμιστές του και πολέμησε τους Πέρσες τυφλός και πέθανε.  Για εμένα, λοιπόν, ο Εύρυτος είναι η προσωποποίηση της πίστης και της φιλοπατρίας, αλλά και της αίσθησης καθήκοντος, και αυτό θα ήταν κάτι πολύ όμορφο να το διαβάσει και να το μάθει ο κόσμος, γιατί είναι μία αφανής ιστορία κρυμμένη κάτω από τη γιγάντια ιστορία της μάχης των Θερμοπυλών.

Ο Ευρυτος πήρε το όνομα του από τηον τυφλο ήρωα της Μάχης των Θερμοπυλών

Η ανωνυμία για ποιο λόγο υπάρχει;

Η ανωνυμία υπάρχει, κυρίως, επειδή εγώ δεν θέλω να αποκομίσω κάποιο κέρδος από αυτό, δεν θέλω κάποιος να με πλησιάσει ξέροντας το πρόσωπό μου, ξέροντας εμένα ως άτομο, για να έρθει σε επαφή μαζί μου, ούτε και ο κόσμος να προσκολλάται σε εμένα ως άτομο.  Θέλω αυτό το οποίο θα μένει να είναι το έργο μου, η συνεισφορά μου και αυτό το οποίο ο καθένας μπορεί να αποκομίσει μέσα από την τέχνη μου.  Δεν θα ήθελα να μπορώ μετά από αυτό να το εκμεταλλευθώ, γιατί είναι κάτι τελείως ανιδιοτελές.

Κάτι σαν την ανωνυμία των βυζαντινών εικόνων.

Πράγματι.

Εσύ μπορεί να μην το θέλεις, υπήρχαν όμως άτομα που σου είπαν ότι θέλουμε να έρθεις να ζωγραφίσεις κάτι για εμάς για την επέτειο των 200 χρόνων;

Ναι, η αλήθεια είναι πως υπήρξαν διάφοροι Σύλλογοι, μερικοί Δήμοι αλλά και Σύλλογοι Γονέων σχολείων, οι οποίοι μου ζήτησαν να δημιουργήσω κάτι στους χώρους τους.  Ένας από αυτούς ήταν οι Σωφρονιστικοί Υπάλληλοι του Πειραιά οι οποίοι μου ζήτησαν να δημιουργήσω το Ρήγα Φεραίο, όπου είναι και το σύμβολο του Σωματείου τους.  Είναι ένα έργο το οποίο έγινε τις προηγούμενες ημέρες και πλέον βρίσκεται στην εξωτερική όψη των γραφείων τους, με το λογότυπο «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά», που είναι και η φράση του Ρήγα Φεραίου.

Δεν βλέπουμε πολλούς καλλιτέχνες να εμπνέονται από την Ιστορία. Είσαι, πιστεύω, από τους λίγους. Εσύ τι πιστεύεις ότι φταίει;

Δεν ξέρω εάν φταίει πραγματικά κάτι, υπάρχουν καλλιτέχνες οι οποίοι έχουν αναφορές στην ιστορία.  Κατά το παρόν, ίσως όχι τόσοι, πράγματι, αλλά υπάρχουν εκθέσεις φωτογραφίας που γνωρίζω, υπάρχουν Σύλλογοι οι οποίοι κάνουν αναβιώσεις καθαρά ιστορικές.

Πάντοτε όμως οι πηγές από τις οποίες μπορεί κανείς να εμπνευσθεί για να δημιουργήσει και να πατήσει επάνω στην τέχνη είναι άπειρες.  Δηλαδή έτυχε να είναι η ιστορία για εμένα, διότι είναι κάτι το οποίο ήταν συνδεδεμένο με την προσωπικότητά μου.  Ο καθένας εμπνέεται από τα προσωπικά του βιώματα και από το τι κάθε φορά θα ήθελε να θίξει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Photo Credits κεντρικής φωτό: Photo Porichis 

Και ξαφνικά μέσα από τα κοινωνικά δικτυα,

Συμπληρώνονται σήμερα 25 Φεβρουαρίου 2021, 80 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Έλληνα ποιητή, φιλοσόφου και δοκιμιογράφου Γιώργου Σαραντάρη

 

Εμείς παρουσιάζουμε ένα από τα πιο διάσημα ποιήματα του.

Μην τους μιλάτε

αυτοί μας κλέβουν έρωτα
αυτοί μας κλέβουνε τ’ όνειρο
μας κλέβουν καταπράσινες φωνές
κλέβουνε σώματα

αυτοί μας κλέβουν ουρανό
αυτοί κλέβουνε θάλασσα
αυτοί κλέβουνε ήλιο

πνίχτε τους σ’ ένα πέλαγο σιωπής
μην τους μιλάτε

[ Αθήνα, 1920 ]

Συμπληρώνονται σήμερα 25 Φεβρουαρίου 2021, 80 χρόνια

Το Θέατρο “Ρόδα” και το Ίδρυμα Θεοχαράκη παρουσιάζουν την Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2021, 9μμ (τοπική ώρα Ελλάδας) μέσω livestreaming, κονσέρτο μουσικής του Γκουρτζίεφ σε εκτέλεση Τάκη Πατερέλη στο πιάνο και το φλάουτο.

Η μουσική του Έλληνα φιλόσοφου από τον Πόντο, Γεωργίου Γεωργιάδη -γνωστού ως G.I. Gurdjieff (1866-1949)- είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, δυναμικά λιτή και εκφραστική.

Οι ρίζες της μπορούν να αναζητηθούν στη δερβίσικη μουσική, σε χορούς και θρησκευτικούς ύμνους από μακρινά μοναστήρια και ιερούς τόπους της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής

Ο συνθέτης κατέγραψε και ενορχήστρωσε τις μελωδίες αυτές σε συνεργασία με το μαθητή του, Thomas de Hartmann (1885-1956), συνθέτη της Αυτοκρατορικής Όπερας της Πετρούπολης.

Ο Τάκης Πατερέλης είναι ένας από τους καλύτερους Ευρωπαίους μουσικούς σήμερα. Στα έξι του χρόνια ξεκίνησε τα μαθήματα πιάνου στο Ωδείο Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα. Στη συνέχεια έκανε σπουδές Jazz, αυτοσχεδιασμού και ενορχήστρωσης στο Berklee College of Music της Βοστώνης.

Έχει συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα της Ελληνικής και διεθνούς σκηνής της Jazz, και έχει πλούσιο διδακτικό έργο. Από το 2005 είναι μέλος της Θεατρικής Ομάδας ΡΟΔΑ, όπου μελετώνται οι ιδέες του Gurdjieff μέσα από τη θεατρική και τη μουσική εμπειρία, με την επιμέλεια και την καθοδήγηση της Μαρίας Περετζή. Ο Πατερέλης ασχολείται εδώ και χρόνια με τη μουσική Gurdjieff / De Ηartmann, και έχει εκδώσει τα δύο C.D. “Cosmic Rhythm” και “Seekers”.

Εισιτήριο 10€, Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2021, στις 9:00 μ.μ

Αγοράστε το εισιτήριο εδώ 

Το Θέατρο “Ρόδα” και το Ίδρυμα Θεοχαράκη

Οι περιπέτειες της ελληνικής βασιλικής οικογενείας, λίγο πριν, κατά την διάρκεια και λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καταγράφονται στο νεοεκδοθέν βιβλίο του Νίκου Παπακωνσταντίνου «Πριγκίπισσες στη δίνη του πολέμου»

Όπως σημειώνει στον πρόλογό του ο Michel de Grece, κατά κόσμον πρίγκηπας Μιχαήλ της Ελλάδος: «Το έργο αυτό θα κερδίσει όχι μόνο όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία της οικογενείας μου, αλλά κάθε αναγνώστη, γιατί είναι ένα κείμενο μοναδικό. Ακόμη κι’ εκείνοι που δεν αγαπούν την Ιστορία δεν θα μπορέσουν να αντισταθούν, και είμαι βέβαιος ότι θα ανταμειφθούν. Το βιβλίο αυτό θα τους μείνει αξέχαστο».

Ένα ενδιαφέρον βιβλίο, που ασχολείται με την μοίρα, κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, των μελών της ελληνικής Δυναστείας, κυκλοφόρησε, προ ολίγων ημερών, από τις εκδόσεις «Φερενίκη».

Κεντρικό ρόλο έχουν οι πριγκίπισσες, ορισμένες εκ των οποίων είχαν γερμανική καταγωγή, όπως η πριγκίπισσα Αλίκη. Γεννηθείσα πριγκίπισσα του Μπάττενμπεργκ, ενυμφεύθη, το 1903, τον πρίγκηπα Ανδρέα της Ελλάδος και απέκτησαν, μεταξύ άλλων τέκνων, τον πρίγκηπα Φίλιππο, μετέπειτα σύζυγο της βασιλίσσης Ελισάβετ της Αγγλίας. Όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα, η Αλίκη με την συννυφάδα της, Ελένη του Νικολάου, απεφάσισαν να παραμείνουν στην Ελλάδα. Στο ημερολόγιο που κρατούσε η Ελένη περιγράφεται η επίσκεψις του Γερμανού αρχιστρατήγου στο διαμέρισμα της Αλίκης επί της οδού Κουμπάρη. «Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για εσάς;», την ερώτησε ο Γερμανός. «Μπορείτε να πάρετε τα στρατεύματά σας έξω από την χώρα μου;», του απήντησε εκείνη.

Το θάρρος της δεν περιορίσθη στην περιφρόνηση των κατακτητών. Με κίνδυνο της ζωής της έκρυψε στην οικία της μία οικογένεια Εβραίων, τους Κοέν. Για την πράξη της αυτή, για την οποία, σημειωτέον, δεν ομίλησε ποτέ η ιδία, ετιμήθη από το κράτος του Ισραήλ ως «Δίκαιη των Εθνών». Παραλλήλως, ανέλαβε την διοργάνωση συσσιτίων για τους μαστιζόμενους από την πείνα Αθηναίους. Προτεραιότητα είχαν τα παιδιά, εις τα οποία προσεφέρετο, συνήθως, σούπα από μπιζέλια ή ρεβύθια. Μετά την σίτιση των παιδιών ακολουθούσαν, εάν περίσσευε κάτι, οι πεινασμένοι γονείς.

Είναι αδύνατον να υπολογισθεί ο αριθμός των Αθηναίων που εσώθησαν χάρις στην εν λόγω φιλανθρωπική δραστηριότητα της πριγκιπίσσης Αλίκης του Ανδρέου. Εκείνο που έχει υπολογισθεί και καταγράφεται ευκρινώς στο ημερολόγιο της πριγκιπίσσης Ελένης του Νικολάου είναι η απώλεια βάρους της ιδίας. Κατά την διάρκεια της Κατοχής απώλεσε 26 κιλά.

Αναδημοσιευση από την “Βραδυνή”

Οι περιπέτειες της ελληνικής βασιλικής οικογενείας, λίγο

Eπιμέλεια -πρόλογος Σπύρος Δημήτριου

«Η αθέατη συνοδεία προσώπων, που, μ’ ένα υπόκωφο ρυθμικό βηματισμό, προχωρούν πανηγυρικά και μπαίνουν, μαζί με τον μεγάλο ηθοποιό, στον άλλο κόσμο, στη σιωπηλή αθανασία, έχει κάτι το ιερό και ανατριχιαστικά μυστηριακό. Το αισθάνθηκα για πρώτη φορά ιδιαίτερα, όταν είδα να οδηγείται στην τελευταία της κατοικία η Κατίνα Παξινού. Έκλεισα μια στιγμή τα μάτια μου και είδα να τη συνοδεύουν και να φεύγουν, για πάντα μαζί της, η Εκάβη και η Μπερνάρντα Άλμπα, η Ιοκάστη και η Άννα Κρίστι, η Ηλέκτρα και η Μαίρη Ταιρόν, η Κλυταιμνήστρα και η μητέρα του Αμλέτου, η Άτοσσα και η Πιλάρ, η Φαίδρα και η Έντα Γκάμπλερ, η Αγαύη και η κυρία Άλβιγκ, η Μήδεια και η Γηραιά Κυρία, η Σάρρα και η Μάνα Κουράγιο, και άλλες… και άλλες μορφές, που έτσι, όως τις έιχε ενσαρκώσει η Κατίνα, δεν πρόκειται ποτέ πια να περπατήσουν επάνω στη γη..», έγραφε  ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στις 15 Μαίου 1973   στο συγκινητικό σημείωμά του, για το  αφιέρωμα της «ΝΕΑΣ ΕΤΣΙΑΣ»  στη  «Μεγάλη μας Τραγωδό».

«Η Κορυφαία που έφυγε» 22 Φεβρουαρίου 1973,  πήρε όντως μαζί  τις μοναδικές ενσαρκώσεις των προσώπων που υποδύθηκε στην σπουδαία καλλιτεχνική της διαδρομή, όμως τίποτα δεν χάθηκε γιατί φρόντισε κι   άφησε πίσω της «χρήσιμη σπορά» ως δασκάλα,  κι έτσι μπορεί να υπάρχει μέσα από τους μαθητές της κι από αυτούς αυτοί που θα συνεχίσουν στο πέρασμα των χρόνων  να την διακονούν. Κι αυτό πράγματι έγινε, όπως μας το θυμίζει  ο αείμνηστος θεατράνθρωπος  Δημήτρης Ποταμίτης που υπήρξε μαθητής της στο Εθνικό Θέατρο την δεκαετία του 60.

Σ’ ένα εκπληκτικό δοκίμιο για την Μεγάλη Ιέρεια του Θεάτρου και Δασκάλα του Κατίνα Παξινού, με τίτλο : «ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΝΟΣ ΜΑΘΗΤΗ»,  μας μιλά  για  την τέχνη του ηθοποιού ως «ιδεοποιού», την ελληνική γλώσσα και την σημασία της εκφοράς της,  πλέκοντας τα αριστοτεχνικά με τις θύμισες μια ζωής  πολύ ουσιαστικής μεταξύ  μαθητή – δασκάλας αλλά και ανθρώπου. Μιλά γι αυτό το μπόλιασμα της ψυχής μαθητή και δασκάλου που επηρεάζει και καθορίζει όλα αυτά που ο χρόνος και η φυγή τείνουν να σβήσουν, λέγοντάς της ως επιμνημόσυνη ομιλία ότι :  «Το μόνο που μένει σε μένα, είναι να διαβεβαιώσω την ψυχή της Δασκάλας μου, ότι υπάρχουν μαθητές. Κι ότι η ζωή δεν τελειώνει με το θάνατο».   Το κείμενο του εκ Κύπρου σπουδαίου ηθοποιού Δημήτρη Ποταμίτη που μας άφησε νωρίς μόνους και φτωχότερο το ελληνικό θέατρο, περιλαμβάνεται  στον αφιερωματικό τόμο του περιοδικού της «ΕΥΘΥΝΗΣ», στη σειρά  «ΤΕΤΡΑΔΙΑ», το 1993,  με τίτλο : «ΠΡΟΣΩΠΟ/ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ. ΚΑΤΙΝΑΣ ΠΑΞΙΝΟΥ – ΑΛΕΞΗ ΜΙΝΩΤΗ. ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ».

Ο σημαντικός θεατράνθρωπος Δημήτρης Ποταμίτης

«Εν αρχή ήν ο λόγος. Γιατί λόγος σημαίνει Γλώσσα. Γλώσσα σημαίνει σκέψη. Σκέψη, σημαίνει συνείδηση της ύπαρξης. Λογική και εντεύθεν αυτής, ταξινόμηση του κόσμου. (Με το «εντεύθεν» υποδηλώ την κριτική – ποιητική αντιμετώπιση των μη λογικών στοιχείων του κόσμου. Ο λόγος, είναι η ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από το ζώον. Ο Λόγος μαθαίνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιεί τον κόσμο. Να ελέγχει το θυμικό του, να επιλέγει, να δημιουργεί δηλαδή ηθική. Να μην είναι ζώον).

Κύρια προυπόθεση της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ηθική. Και κύρια προυπόθεση της ηθικής η γλώσσα. Η σημασία που αξίζει να δώσουμε είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα, εδώ, στον τόπο μας, που τούτη η γλώσσα τείνει να υποκατασταθεί από μια ηχητική Βαβέλ, ένα κράμα, από τους λαικίστικους ιδιωματισμούς, μέχρι την αργκώ των Εξαρχείων, από την νεκρή καθαρεύουσα, μέχρι την προπετή δημοτική, από τους παρά φύσιν νεολογισμούς των «ελιτών», για να χρησιμοποιήσω κι εγώ έναν νεολογισμό πρώην πρωθυπουργού, μέχρι την ασυνταξία του προφορικού λόγου των «νέων τζακιών». Αν κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας αυτή τη διαλυμένη γλώσσα των ημερών μας, παραδίδουμε στο Έθνος έναν ημι-Έλληνα που είναι πολύ χειρότερος από τον μη-Έλληνα. Συμπερασματικά : Η γλώσσα είναι το άλφα και το ωμέγα, όχι μόνον της εθνικής μας ταυτότητα, αλλά και της ανθρώπινής μας υπόστασης. Ηθικής, πνευματικής και θυμικής.

«Δεν έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα», έγραφε ο Διονύσιος Σολωμός. Και πρέπει να το πούμε: Ότι υπήρξε ο Σολωμός για τον γραπτό νεοελληνικό μας λόγο, υπήρξε η Κατίνα Παξινού για τον προφορικό.

Ας γίνει σαφές: Το θέατρο είναι πάνω απ’ όλα, μέγας διδάσκαλος γλώσσας. Επιπλέον, έχει το μοναδικό προνόμιο να μη διδάσκει τη γλώσσα μόνο μέσω των κειμένων των συγγραφέων, όπως οι άλλες τέχνες του λόγου, αλλά να επεκτείνει την διδασκαλία του και στην προφορικότητα αυτού του λόγου. Κι όταν μιλώ για προφορικότητα, δεν αναφέρομαι μόνο στον αυτοσχέδιο άγραφο καθημερινό διάλογο, αλλά και στην προφορική ανάγνωση ενός γραπτού κειμένου. Γιατί η προφορικότητα, συμπληρώνει και φορτίζει τον γραπτό λόγο εντελώς διαφορετικά κάθε στιγμή, σε σημείο που να δίνει άλλα νοήματα, πολλές φορές, στις ίδιες λέξεις.

Μια γλώσσα δεν αρκεί να διαβάζεται σωστά, πρέπει να μιλιέται και σωστά. Ο ηθοποιός είναι ο μόνος καλλιτέχνης που φορτώνει αυτό το δύσκολο καθήκον : Να διδάσκει το «ομιλείν». Κι αν αναφέρθηκα στην Κατίνα Παξινού, είναι γιατί, σ’ όλα τα χρόνια της ζωής μου, δεν συνάντησα άλλο ιερό τέρας που να έχει συνειδητοποιήσει την μεταφυσική διάσταση της γλώσσας, την πρωτεικότητα της φόρμας της και τον σταθερό του πυρήνα της, τόσο, όσο εκείνη. Δεν μιλώ δε μόνο σαν θεατής, αλλά σαν κοντινός μαθητής της, που είχα τη θεία δωρεά να υπάρξω.

Η Παξινού, μέσω της μουσικής και των μαθηματικών, μιας ενστικτώδους και ενορατικής, παρά διδαγμένης αντίληψης των μαθηματικών, πλησίαζε τον ήχο της γλώσσας και των λέξεων και κατέληγε σε συγκλονιστικές κυριολεξίες. Έκανε όμως και κάτι πιο σύνθετο, καθαρά ποιητικό : Αισθάνονταν, φιλοσοφούσε, αναγνώριζε τη γλώσσα και το κάτω από την γλώσσα, με έναν αληθινό σπαραγμό. Αυτός ο σπαραγμός κι αυτή η διδαχή, όπως μου την κληροδότησε η Παξινού, ομολογώ ότι για μένα είναι το γλυκύτερο βάσανο της ζωής μου, πυξίδα και οδηγός μου.

Η Κατίνα Παξινού ως Μάνα Κουράγιο την θεατρική περίοδο 1972-1973

Από την Παξινού πρωτόμαθα πως στο θέατρο, τη γλώσσα δεν τη διαβάζουμε, την μιλάμε. Και γι αυτό ο προφορικός λόγος δεν διέπεται ακριβώς από τους ίδιους κανόνες με το γραπτό. Από την Παξινού έμαθα ότι στον προφορικό λόγο δεν υπάρχει ποτέ κόμμα, αλλά τελεία, το πολύ άνω τελεία. Αν, κατά την προφορική εκφορά του λόγου, μείνουμε πιστοί στο γράμμα της στίξης του γραπτού, τότε διαβάζουμε, δεν μιλάμε, κι αυτή είναι η χειρότερη ασθένεια για τον προφορικό λόγο, την γλώσσα, αλλά το κυριότερο, η χειρότερη ασθένεια της υποκριτικής τέχνης του ηθοποιού. Γιατί ο προφορικός λόγος φορτίζεται ανά πάσαν στιγμήν από έναν άλλο, υποδόριο λόγο, το περιβόητο sub text (Όσο κι αν ψάχνω δεν βρίσκω την αντίστοιχη νεοελληνική λέξη που να την προσδιορίζει καίρια). Ας πούμε όμως πως είναι ο άγραφος νόμος, ο ανείπωτος λόγος που υποφώσκει κάτω από τα λεγόμενα, κάτι που δεν μπορεί να φανεί καθαρά στον γραπτό λόγο. Ο προφορικός λόγος, ανάλογα με το sub text, τον υπό-λόγο που θα τον φορτίσουμε, επιδέχεται άλλη στίξη, εκφράζει διαφορετικά νοήματα κι αυτό είναι το κλειδί της ποιητικής της γλώσσας, αυτό το κλειδί της υποκριτικής τέχνης. Θυμάμαι, όταν στην Σχολή του Εθνικού Θεάτρου δεκαεννιά χρονών παιδιά, προσπαθούσαμε να ερμηνεύσουμε, ώ του θράσους, τον «Άμλετ» με προτροπή των καθηγητών μας δυστυχώς, η Παξινού ήταν η μόνη που ζητούσε και επέμενε σε κάτι πολύ πιο σεμνό, αλλά και πιο ουσιαστικό: «Να μιλήστε πρώτα ΣΩΣΤΑ τα ελληνικά. Τα παιξίματα αφήστε τα γι’ αργότερα, μας έλεγε. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια (έτσι γίνεται πάντα με τις απλές αλήθειες) για να συνειδητοποιήσω πως τα «παιξίματα» ενυπάρχουν στη σωστή ομιλία και μόνον σ’ αυτήν. Κι όταν μιλώ για σωστή ομιλία, αναφέρομαι και στην ορθή εκφορά της γλώσσας αλλά κυρίως στο φορτίο που κανείς οφείλει να της δίνει, για να την κάνει να ζωντανέψει.

Από την Παξινού έμαθα πως ο ίδιος ηθοποιός οφείλει να παίζει αλλοιώς τον ίδιο ρόλο στα Ελληνικά κι αλλοιώς στα Τουρκικά, αλλοιώς στα Αγγλικά κ.ο.κ. Γιατί πέρα από τα νοήματα της φράσης που μπορεί να είναι τα ίδια, πέρα από το sub text που κι αυτό μπορεί να’ ναι ίδιο, μερικές φορές υπάρχει η εθνική, η ιδιαίτερη ταυτότητα της κάθε γλώσσας που έχει εντελώς διαφορετικά κίνητρα και κυρίως φόρμες. Κι αν μέχρι τώρα δεν μου χρειάστηκε παρά ελάχιστες φορές να παίξω σε άλλη απ’ τη μητρική μου γλώσσα, η παρατήρηση της Παξινού με βοήθησε σε τούτο : Να συνειδητοποιήσω την ειδική υφή της γλώσσας μου, το εθνικό της ποιόν, και να καταλάβω πως ο ηθοποιός, ή μάλλον ο ιδεοποιός, όπως θα έπρεπε να είναι ο θεατρίνος σήμερα, οδηγείται στην τέλεια υποκριτική, μόνο αν εξερευνήσει και την εθνική υπόσταση της γλώσσας στην οποία παίζει.

Η Παξινού κατάφερε, μέσω του χειρισμού και της εκφοράς της νεοελληνικής από σκηνής, να καλλιεργήσει ένα γνήσιο κώδικα ιθαγενούς υποκριτικής. Και λέω γνήσιο, για να κάνω την αντιδιαστολή από μιαν αντίληψη που κυριαρχεί στις μέρες μας και που την θεωρώ νόθα: Πολλοί, αντιλαμβάνονται την ιθαγενή υποκριτική σαν την μετατροπή των ξένων ηρώων που υποδύονται, σε Έλληνες. Η Παξινού, αντίθετα, ήξερε να παίζει την Αγγλίδα μάνα σαν Αγγλίδα, αλλά όταν έπαιζε για το ελληνικό κοινό, σε ελληνική μετάφραση, ήξερε να μιλάει τα ελληνικά με πλήρη ιθαγένεια, δηλαδή γνώση τους, κάνοντας παράλληλα την Αγγλίδα, μάνα προσιτή, μέσω γλώσσας, χωρίς να την εξελληνίζει! (Αλήθεια, τώρα που το σκέπτομαι, πόσο μοιάζουν τελικά τα προβλήματα του ηθοποιού και του μεταφραστή, ένας μεταφραστής δεν έχει τάχα κι ο ηθοποιός;)

Η Παξινού υπήρξε σαν ηθοποιός, ότι υπήρξε σαν δασκάλα και σαν άνθρωπος: Η αλαφράδα της σοβαρότητας ενάντια στην σοβαροφάνεια, της οποίας την πόζα μισούσε θανάσιμα. Ήταν ένας άνθρωπος με περισσό μεγαλείο. Θυμάμαι, στο τρίτο και τελευταίο έτος της Σχολής, όταν παραπήραμε αέρα, όταν το μυαλό μας άρχισε να σκέπτεται, ή να νομίζει ότι σκέπτεται σύνθετα, που αρχίσαμε τις αναλύσεις και τις κόντρα αναλύσεις και νοιώθαμε το λιγότερο πανεπιστημιακοί, νάσου η Δασκάλα να μας γυρνάει αφοπλιστικά στην πρώτη Δημοτικού του θεάτρου, για να μας μάθει από την αρχή, σωστά το αλφάβητο! Κι όπως με οκτώ νότες στη μουσική, μπορείς να φτιάξεις μια ολόκληρη συμφωνία, έτσι κι κείνη, με τη διδαχή της στίξης και μόνο, στη μεταφυσική της τελειότητα, μας οδήγησε μακριά από τις φιλολογίες, σε ερμηνείες ρόλων, που και σήμερα, οι ίδιοι θα ζηλεύαμε τους εαυτούς μας!

Και την μέρα των εξετάσεων, να έχει γίνει το θαύμα, να μιλάμε κι όχι να διαβάζουμε τους ρόλους, και να το νοιώθουμε αυτό και να’ χουμε μια τέτοια σιγουριά. Κι εκείνη, να μας παρακολουθεί από την κουίντα, να μας οδηγεί σαν μαέστρος, αλλά ταυτόχρονα να τρέμει σαν ψάρι, ή σαν μικρό παιδί. Κι είναι αλήθεια, αυτή η σοφή γυναίκα, η ακριβής μαθηματικός – μουσικός, η μεγάλη καλλιτέχνης, ήταν ένα παιδί. Της περίσσευαν τόσο ταλέντο και γνώση, που τα σκορπούσε απλόχερα γύρω της, κι όποιος τα πιάσει. Έτσι όπως σκορπούσε και τα χρήματά της. Πόσες φορές στα δύσκολα φοιτητικά μου χρόνια δεν έβρισκα στην τσέπη μου χρήματα που εκείνη τοποθετούσε κρυφά, πόσες φορές μετά το μάθημα, σε μέρες κακοκαιρίας, δεν φώναξε ταξί να μας πάει σπίτια μας… Και μπορώ να το διακρίνω, δεν ήταν το σύνδρομο της μάνας, ήταν ο «έξω καρδιάς» άνθρωπος που ξέρει να δίνεται, ν’ αγαπά, και μέσα από την αγάπη να φορτίζει τις ευαισθησίες και τη δημιουργικότητά της.

Είναι περίεργο, αλλά ο ηθοποιός, παρ’ όλο που η φύση της δουλειάς του είναι να γίνεται κάποιος άλλος στη σκηνή, είναι ο μόνος καλλιτέχνης που δεν μπορεί να κρυφτεί, που δεν μπορεί να αποφύγει τον χαρακτήρα του. Όσο επιτυχημένα κι αν γίνεσαι κάποιος άλλος στη σκηνή, τελικά ένα έμπειρο μάτι θα διακρίνει κάτω από το ρόλο που υποδύεσαι, τον εαυτό σου τον αληθινό. Ένας μίζερος ηθοποιός θα κουβαλήσει τη μιζέρια του και στον Άμλετ, ένας ηθοποιός με μεγαλείο και πνευματικό μέγεθος θα έχει αυτά τα στοιχεία ακόμα κι αν παίζει τον πιο ηλίθιο άνθρωπο του κόσμου! Όχι βέβαια μέσα στο ρόλο αλλά παράλληλα με το ρόλο! Ναι, είναι αλήθεια: Στην σκηνή, σε πρώτο επίπεδο είναι ο ρόλος, όμως σε δεύερο επίπεδο, είναι γυμνός ο καλλιτέχνης που κρύβεται πίσω από τον ρόλο και κινεί τα νήματα. Η σκηνική μεγαλοσύνη της Παξινού ξεκινούσε από τη δική της, προσωπική μεγαλοσύνη! Μα, άλλωστε, τι άλλο κάνει η τέχνη από το να μας δείχνει το πώς διαθλάται η πραγματικότητα, μέσα από τα μάτια του καλλιτέχνη;

Από την Παξινού έμαθα πως ο ηθοποιός δεν μπορεί να λειτουργεί όπως ο μίμος, με μνήμες που τις βγάζει από το τσεπάκι του, αλλά με παρούσες ανεπανάληπτες αισθήσεις. Αυτή η ηθοποιός, που όταν την έβλεπες να παίζει σ’ έκανε να σταματήσεις τον χρόνο να τον κάνεις άγαλμα, αυτή η δασκάλα που πρόσφερε στον μαθητή τα πιο μεγάλα μυστικά του κόσμου, αυτή η υπερ-αρσενική ψυχή σε υπερ-θηλυκό κορμί, γινόταν ένα μικρό παιδί σε μια περίπτωση, το είπα και πριν : Όταν αγαπούσε, Να τη βλέπατε, να την ακούγατε πως μιλούσε για τον μεγάλο σύντροφό της, τον Αλέξη Μινωτή, τον «Αλέκο». Ειλικρινά, δεν ξέρω τι θα ήταν η Παξινού χωρίς τον Μινωτή κι ο Μινωτής χωρίς την Παξινού. Ήταν περίεργο δίδυμο. Και λέω, περίεργο, γιατί συνήθως δημιουργικά δίδυμα συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Εδώ όμως, τι να συμπληρώσουν δυο τέλεια όντα; Εδώ, συνέβαινε μια περίεργη, χημική θα’ λεγα ένωση. Δυο τελειότητες που σμίγουν και φτάνουν σε μια καλλιτεχνική υπέρβαση.

Ο Αλέξης Μινωτής και η Κατερίνα Πάξινού στον “Άμλετ” του Σαίξπηρ

Όμως, εκείνο που θαύμαζα στην Παξινού περισσότερο απ’ όλα, ήταν το πώς αυτό το ιερό τέρας έπλενε τα πιάτα της και το φχαριστιόταν! Ή, το πώς τρελλαινόταν να μαγειρεύει! Η Παξινού ήταν η έλλειψη πόζας και προσποίησης. Ήταν τόσο καλά στερεωμένη η μύτη της, που ποτέ δεν χρειάστηκε να πάρει πόζα για να μην της πέσει! Κι έτσι, μπορούσε να διαβαίνει με την ίδια πίστη και το ίδιο πάθος από τα πιο ποιητικά, στα πιο καθημερινά πράγματα, κλείνοντας τον κύκλο του ολοκληρωμένου Όντος.

Η Παξινού ήταν διανοουμένη, δεν ήταν «κουλτουριάρα»… Όταν κάποτε κουβεντιάζαμε για φεμινισμό, μούβαλε τις φωνές: «Τι θα πει άντρας – γυναίκα; Το ίδιο είναι. Όλοι αυτοί οι διαχωρισμοί, είναι ρατσισμός, μην πέφτεις στην παγίδα», μου είπε. «Εσύ ξέρεις να χτίζεις τοίχους, εγώ ξέρω να πλένω πιάτα. Ο καθένας με τα όπλα του» συνέχισε, με μια σοφία και παράλληλα ένα καταλυτικό χιούμορ που σ’ έναν έφηβο άνοιγε χίλια δυο παράθυρα στο φως!

Η τρελλή του Σαγιό (1966) Χριστόφορος Καζαντζίδης, Δημήτρης Τσούτσης, Κατίνα Παξινού, Τάκης Βουλαλάς, Θάνος Δαδινόπουλος, Θόδωρος Συριώτης. Αρχείο: National Theater of Greece

Σήμερα, στην πλην – εποχή που ζούμε, όπου η γλώσσα διαλύεται, το άσπρο περνιέται για μαύρο, το απίθανο είναι πιθανότερο του πιθανού, τα λογής υποπροιόντα περνούν ατελώνιστα, τα θέατρα πληθαίνουν αλλά μετατρέπονται σε αναψυκτήρια (χυδαιότητας ή … κουλτούρας, αλλά πάντως αναψυκτήρια) δύσκολοι οι καιροί γι’ αυτούς που ποιούν ήθη. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η ανάμνηση του τι ήταν η Παξινού είναι ένα από τα ελάχιστα σωσσίβια που έμειναν, αν θέλει κανείς να διατηρήσει έναν τρόπο ζωής και σκέψης αντάξιο της ανθρώπινής του υπόστασης.

Όσο περνάει  ο καιρός, όσο ο κόσμος γίνεται όπως γίνεται, προσωπικά γίνομαι όλο και πιο μοναχικός. Και σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος. Όχι από απογοήτευση, όχι τέτοιες απλουστεύεις! Αλλά για να κρατήσω αναμένη τη φλόγα. Θέλω να το  ομολογήσω δημόσια. Η παρουσία της Παξινού στα δύσκολα χρόνια της πρώτης μου νεότητας, ήταν καταλυτική. Της οφείλω χιλιάδες μυστικά. Και η πεμπτουσία της ζωής και της τέχνης δεν βρίσκω τελικά να’ ναι τίποτ’ άλλο, από μια αλυσίδα από τέτοια μικρά μυστικά. Ώρες ώρες, νοιώθω σαν τριφύλλι: Η Παξινού έρριξε τον σπόρο και φύτρωσαν τρία φύλλα. Το ένα, μ’ έμαθε την αβάσταχτη σοβαρότητα του να’ σαι άνθρωπος. Το δεύτερο, μου έμαθε τον αβάσταχτο πόνο του να είσαι καλλιτέχνης, Το τρίτο, και ίσως το κυριότερο, μου έμαθε την λυσσαλέα αναγκαιότητα του να’ σαι Έλληνας. Τούτο το τριφύλλι, σίγουρα καταλήγει σε ευτυχία!…»

 

ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ: ΠΡΟΣΩΠΟ/ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ. ΚΑΤΙΝΑΣ ΠΑΞΙΝΟΥ – ΑΛΕΞΗ ΜΙΝΩΤΗ. ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΑΘΗΝΑ 1993

Eπιμέλεια -πρόλογος Σπύρος Δημήτριου «Η αθέατη συνοδεία προσώπων,