ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 73)

Η μουσική παράσταση “Το τραγούδι της Κυράς Δόμνιτσας” που αποτελεί την πρόταση της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης πρόκειται να παρουσιασθεί στην Νάξο στις 27 Ιουλίου και στην Πάρο στις 29 Ιουλίου 2021. 

«Ευγενεστάτη και γενναιοτάτη», κατά τον Δημήτριο Υψηλάντη, πολεμίστρια ως «άλλος ανήρ», κατά τον ιστορικό Ιωάννη Φιλήμονα, «χήρα του μακαρίτου καπετάνιου Αντωνίου Βισβίζη» για την ελληνική διοίκηση, «αρχικαπετάνα» του δημοτικού τραγουδιού της πατρίδας της, και «ευπειθής πατριώτισσα», όπως υπέγραφε τις επιστολές της. Ποια ήταν εντέλει η Θρακιώτισσα Δόμνα Βισβίζη, που η Ιστορία λίγο τη θυμήθηκε;

Την ιστορία της Δόμνας Βισβίζη, σε μορφή μονολόγου με χορικά στάσιμα, αποδίδει με ευαισθησία η ηθοποιός Σύρμω Κεκέ και συνθέτει, με τα μέσα του μουσικού θεάτρου, μια γυναικεία δημιουργική ομάδα που αποτελείται από τη δημοσιογράφο/συγγραφέα Μάρω Βασιλειάδου, τη συνθέτρια Μάρθα Μαυροειδή, που συνυφαίνει με γνώση παραδοσιακά και σύγχρονα ακούσματα, και τη σκηνοθέτρια Μαρία Μαγκανάρη. Συμμετέχει επταμελές μουσικό σύνολο και το γυναικείο φωνητικό σύνολο chórεs.

Η μουσική του έργου είναι βαθιά επηρεασμένη από τις μουσικές παραδόσεις της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Η συνθέτρια Μάρθα Μαυροειδή σημειώνει: «Η σύνθεση κινείται σε δύο επίπεδα: ένα κυριολεκτικό, με αναφορές στη μουσική της ευρύτερης περιοχής της Θράκης μέσα από την επιλογή των οργάνων, των ρυθμών και των μουσικών δρόμων· και ένα μεταφορικό, αντιμετωπίζοντας τα μουσικά ιδιώματα με ελεύθερο τρόπο και αξιοποιώντας τα ηχοχρώματα των οργάνων για να δημιουργήσει ηχοτοπία που απευθύνονται στο υποσυνείδητο. Η μουσική γραφή είναι πολυεπίπεδη, αναπτύσσοντας ταυτόχρονες μουσικές δράσεις, παράλληλα σύμπαντα που συνυπάρχουν την ίδια χρονική στιγμή, έτσι που η συνείδηση του ακροατή να διαστέλλεται για να τα συμπεριλάβει σε μια ενιαία μουσική εμπειρία. Το νέυ, η λύρα και το σάζι συνομιλούν με το πιάνο, το τσέλο και το κοντραμπάσο, σχηματίζοντας διαρκώς νέες υφές που παλινδρομούν ανάμεσα στη δράση και στον συνειρμό. Η γυναικεία φωνή έχει κεντρικό ρόλο στο έργο, αξιοποιώντας το τραγούδι ως μέσο έκφρασης αυτού που δεν μπορεί να ειπωθεί, αλλά και σαν τρόπο ενδυνάμωσης, μέσα από τη συνήχηση των φωνών σε πολυφωνικά μέρη που συνδυάζουν την παραδοσιακή πολυφωνία με σύγχρονη αρμονία. Το μουσικό έργο είναι ταυτόχρονα και μια ομολογία θαυμασμού μπροστά στην ομορφιά και τον πλούτο της παραδοσιακής μουσικής, και στην τεράστια παρακαταθήκη από συγκλονιστικούς στίχους και μελωδικούς πυρήνες που αέναα κυοφορούν, μια παρακαταθήκη από τον ανώνυμο στιχουργό και μουσικό που κράτησαν την τέχνη στα χέρια τους με φροντίδα και ευαισθησία, για να την εμπλουτίσουν και να την παραδώσουν στους επόμενους».

Tην σκηνοθεσία υπογράφει η Μαρία Μαγκανάρη. Η ίδια υπογραμμίζει: «Το έργο, αν και συγκροτημένο σε πλαίσιο ιστορικό, είναι ένα έργο ποιητικό – ή, ακόμα καλύτερα, είναι ένα τραγούδι. Μας ζητούσε διαρκώς να βιωθεί, να τραγουδηθεί, προκειμένου να φανερώσει τον πλούτο του. Μας αποκάλυπτε τα μυστικά και τις διαδρομές του σιγά σιγά στις πρόβες. Ο γάμος, η μητρότητα, ο πόλεμος, το πένθος, οι αναμνήσεις: οι ήχοι μιας ζωής. Στα χέρια της Μάρθας Μαυροειδή έγιναν ένα συναρπαστικό τραγούδι: Το τραγούδι της κυρα-Δομνίτσας».

Καλοκαιρινές παραστάσεις σε Πάρο και Νάξο

Η παράσταση Το τραγούδι της κυρα-Δομνίτσας θα παρουσιαστεί στις 27 Ιουλίου στον Πύργο Μπαζαίου στη Νάξο, στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ Νάξου 2021», και στις 29 Ιουλίου στο Θέατρο «Αρχίλοχος» στην Πάρο, στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ στο Πάρκο 2021».

 

Μουσική: Μάρθα Μαυροειδή

Κείμενο: Μάρω Βασιλειάδου

Σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη

Σκηνικό – Κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος

Σχεδιασμός φωτισμών: Μαρία Γοζαδίνου

Μουσική διδασκαλία – Διεύθυνση φωνητικού συνόλου: Ειρήνη Πατσέα

 Τον ρόλο της Δόμνας Βισβίζη ερμηνεύει η Σύρμω Κεκέ

Μουσικοί: Χάρης Λαμπράκης (νέυ), Νίκος Παραουλάκης (νέυ), Στρατής Ψαραδέλλης (λύρα), Μάρθα Μαυροειδή (σάζι, φωνή), Γιάννης Παπαδόπουλος (πιάνο), Γιώργος Ταμιωλάκης (τσέλο), Γιώργος Βεντουρής (κοντραμπάσο)

Συμμετέχει το γυναικείο φωνητικό σύνολο chórεs

Η μουσική παράσταση “Το τραγούδι της Κυράς

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 

Έφυγε για τ’ άστρα την Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021 η Μάγια Λυμπεροπούλου (1940-2021), δηλαδή ένα σημαντικό μέρος της νιότης μας. Γιατί η Μάγια Λυμπεροπούλου ως συνιδρύτρια – με τον Βίκτωρα Αρδίττη – του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, καθόρισε την θεατρική μας παιδεία.

Παρ’ ότι ήμουν φοιτητής στην Αθήνα, παρακολουθούσα την εξαιρετική και ουσιαστική εργασία της στην γενέτειρα.

Θυμάμαι πως 18 Ιουνίου 1987 ανέβασε το Θεατρικό Αναλόγιο «Μαρκησία Ντε Σαντ» του Γιούκο Μισίμα, με την ίδια να σκηνοθετεί και να παίζει, μαζί με τις ανερχόμενες και σήμερα καταξιωμένες ηθοποιούς, την Όλια Λαζαρίδου, την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την Βαρβάρα Μαυρομάτη. Τεράστια εντύπωση μου έκανε το όλο εγχείρημα.

Την επόμενη χρονιά (26-6-1988) η Μάγια Λυμπεροπούλου μας συνέστησε πανηγυρικά τον μεγάλο συγγραφέα Θανάση Βαλτινό, με το Αναλόγιο «Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο» και ένα μήνα μετά, 26 Ιουλίου, ανέβασε την Ραψωδία Ε’ της Οδύσσειας, στην – διαδεδομένη μετέπειτα – μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη. Στο Κάστρο της Πάτρας…

Τον Οκτώβριο του 1988 η σεζόν αρχίζει με τους «Μικροαστούς» του Μαξίμ Γκόρκι, σε σκηνοθεσία πάντα δική της. Και στις 8 Νοεμβρίου ένα Θεατρικό Αναλόγιο με το «Χαιρετίσματα από τη Μπέρτα» του Τέννεση Ουίλιαμς, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου.

Ένα μήνα μετά, στις 8 Δεκεμβρίου, ο συγκλονιστικός «Γυάλινος κόσμος» του Τέννεση Ουίλιαμς. Μια παράσταση – σταθμός! Αμάντα Γουίνγκφιλντ η Μάγια Λυμπεροπούλου, Λάουρα η Όλια Λαζαρίδου, Τομ ο Άρης Λεμπεσόπουλος. Ένα Θέατρο “Απόλλων” μεταρσιωμένο…

Μια μαγική εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί.

Η Μάγια Λυμπεροπούλου απέδρασε.. Θα την θυμόμαστε πάντα με αγάπη.

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου  Έφυγε για τ’ άστρα την

Ο Κυριάκος Γκουβέντας είναι το πιο διάσημο και περιζήτητο βιολί της ελληνικής δισκογραφίας συνεργαζόμενος πέρα από την “Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας Βόλου” και τους Primavera En Salonico της Σαββίνας Γιαννάτου με το who’s who της ελληνικής δισκογραφίας (από τον Γιώργο Νταλάρα και την Ελευθερία Αρβανιτάκη στον Γιάννη Μαρκόπουλο) χάρις σε “μια καινούργια ματιά στον κλασσικό ήχο της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης” που έφερνε. Πέρα από αυτό υπήρξε ο ιθύνους νους όχι μόνο για την δημιουργία των δύο παραπάνω συγκροτημάτων, αλλα και πολλών πρότζεκτς και συνεργασιών που καταλαμβάνουν όλο το φάσμα της μουσικής. Και αυτό γιατί όπως λέει ο ίδιος “Ο σκοπός του μουσικού δεν είναι να παίζει μουσική, αλλά να δημιουργεί πολλά χειροποίητα έργα και να το μοιράζεται με φίλους του μουσικούς”.

Αυτή η ιδιότητα του, αλλά και ο καλωσυνάτος χαρακτήρας του, μας κάνει πάντα χαρούμενους όταν είναι να του πάρουμε συνέντευξη. Έτσι πριν λίγο καιρό βρεθήκαμε στο Μεταξουργείο και τα είπαμε εκ νέου για πρότζεκτς και συναυλίες.

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη

Φωτογραφίες παλαιότερης συνεντευξης: Σίμος Πορίχος 

Κυριάκο, πως ήταν για σένα η “επιστροφή στην κανονικότητα”.

Δεύτερο καλοκαίρι του κορωνοϊού, γεμάτο ελπίδες και προσμονή, έχουμε συσσωρεύσει όλα τα προηγούμενα projects.  Υπάρχει πίεση γιατί έχουμε και τα περσινά projects που δεν λειτούργησαν όλα και τις προτάσεις που κάναμε, γιατί πέρυσι είχαμε περισσότερες ακυρώσεις είναι η αλήθεια. Προς το παρόν ο Ιούνιος κύλησε μέτρια, γιατί χρησιμοποιήσαμε το δεύτερο δεκαπενθήμερο και μπορέσαμε και κάναμε κάποιες εκδηλώσεις μόλις αφέθηκαν λίγο ελεύθερα τα μαγαζιά. Κάναμε και κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμους και βαπτίσεις, με κάποιους ανθρώπους που ήταν φίλοι μας και φιλόμουσοι και ήθελαν να ετοιμάσουν κάτι πιο ιδιαίτερο με αγαπημένους φίλους και βρεθήκαμε και με ανθρώπους που γνωριζόμασταν, που τους παντρέψαμε και μετά γέννησαν και μας είπαν, βαπτίστε και τα παιδιά μας, γιατί και αυτό είναι μέρος της κοινωνικής διαδικασίας.

 

Πέρα από τους γάμους τι υπήρχε; 

Φέτος είχαμε το ‘21, έχουμε κάνει κάποιες καταγραφές με ένα συγκρότημα στη Θεσσαλονίκη, τους “Μανεριτζήδες”. Bγαίνει από το ρήμα μανέρω το αρχαιοελληνικό, που σημαίνει ότι έχω μανία έρωτος και από εκεί βγαίνει και η λέξη αμανές.  Με αυτούς τους φίλους, που παίζω χρόνια στη Θεσσαλονίκη, έχουμε ετοιμάσει κάποια πολύ όμορφα “πρότζεκτς” για το ‘21 όσον αφορά την ιστορία της Μακεδονίας και τους αγωνιστές.  Τα παρουσιάσαμε στο Δήμο Παύλου Μελά με χορευτικά συγκροτήματα σε μία εκδήλωση που υπήρχε πολύς παλμός και συγκίνηση, γιατί όλοι είχαν πάρα πολύ καιρό να εκτεθούν στη σκηνή –και οι χορευτές και οι μουσικοί– αλλά και ο κόσμος να απολαύσει από κοντά αυτό το πρόγραμμα.

Εκτός από αυτό, τώρα έχουμε κάποια πράγματα που ετοιμάζουμε στο στούντιο με διάφορους τραγουδοποιούς οι οποίοι έφτιαξαν ένα υλικό και έχω ακούσει ωραία τραγούδια. Έχω ακούσει ένα τραγούδι του Θωμά Μυλωνέρου τη «Μάνα» που έχω παίξει και μου άρεσε πάρα πολύ, τραγουδά ο Στράτος Καζαντζίδης, ο ανιψιός του Καζαντζίδη στο κομμάτι, και το κομμάτι είναι αφιερωμένο στη μάνα.  Ο Θωμάς Αστερίου έπαιξε μπουζούκι και έκανε την παραγωγή, έγινε στη Λάρισα η παραγωγή.  Υπάρχουν και κάποια άλλα που ετοιμάζονται με τραγουδιστές όπως η Μαρία Σουλτάτου, ο Μάνος Κουτσαγγελίδης, η Κατερίνα Τσιρίδου, συνθέσεις του Σπύρου Χαλβατζή ενός άλλου νέου μπουζουξή, όπου συμμετέχει και ο Μπάμπης Τσέρτος.

Αυτές είναι κάποιες ωραίες παρέες από τα ρεμπέτικα και από τα λαϊκά μαγαζιά που έχουμε και προσπαθούμε να βγάλουμε και λίγο πιο νέο υλικό.  Μία ωραία παραγωγή που γίνεται είναι η ταινία της Μιμής Ντενίση.

Η «Σμύρνη μου Αγαπημένη»;

Ναι. Στην οποία παίζω μέσα, έχει κάνει τη μουσική ο Ανδρέας Κατσιγιάννης και θα γίνει και μία συναυλία στις 18 Αυγούστο με τη Γλυκερία και το Νταλάρα, και θα χρησιμοποιηθούν και πλάνα της συναυλίας στην ταινία. Προφανώς είναι μία συναυλία η οποία θα γίνει για λογαριασμό της ταινίας, τώρα δεν ξέρω ποιοι θα έχουν πρόσβαση στη συναυλία.

Με την “Εστουδιαντίνα” θα παίξετε το κλασικό υλικό;

Με την Εστουδιαντίνα θα παίξουμε για τη Σμύρνη, ρεπερτόριο Σμύρνης και θα κάνει και η Εστουδιαντίνα κάποιες συναυλίες στην περιοχή της περιφέρειας του Βόλου με θεματική όσον αφορά το Πήλιο.  Θα κάνει κάποιες εκδηλώσεις δηλαδή, οι οποίες θα είναι πάλι με μέτρα και πρωτόκολλα.

Υπάρχει επίσης ο Λαογραφικός Όμιλος Λεμεσού στην Κύπρο, όπου παίξαμε εκεί με αγαπημένους φίλους, με το Γιώργο Τζώρτζη, με την Κατερίνα Τσιρίδου, με το Νίκο Φιλιππίδη, μία πολύ ωραία παράσταση με μουσική από όλη την Ελλάδα.

Κατά τα άλλα, από ό,τι βλέπω από τον κύκλο σε διάφορες τουριστικές περιοχές προβλέπεται να ανέβει η κίνηση και τώρα έχουμε ερωτηματικό για τον Αύγουστο, δεν ξέρουμε πώς θα πάει το πράγμα, γιατί τον Αύγουστο αναμένουν να κορυφωθεί λίγο το τέταρτο κύμα, αλλά παρόλα αυτά οι σχεδιασμοί γίνονται.  Εγώ έχω να παίξω στη Σάμο δύο συναυλίες, μία με ένα νησιώτικο γλέντι με την Καίτη Κουλλιά και με το Βασίλη Σμάνη στο λαούτο.

Η οποία τραγουδά βασικά νησιώτικα

Ναι, η οποία τραγουδά συνήθως τραγούδια από Κυκλάδες, Δωδεκάνησα και Μικρά Ασία, και έχουμε πάρα πολύ ωραία μακροχρόνια συνεργασία, έχουμε κάνει και κάποιες παραγωγές ηχογραφικές και τηλεοπτικές.  Ετοιμάζει και αυτή καινούριο δίσκο και έχω συμμετάσχει με τραγούδια του αδερφού της, του Γιάννη Κουλλιά.

Η δεύτερη συναυλία είναι με το μουσικό σύνολο, το Orient Express, αυτό το ταξίδι στη Μεσόγειο που κάνουμε από Κωνσταντινούπολη μέχρι Παρίσι και θα γίνει αυτή η συναυλία στη Σάμο τη δεύτερη ημέρα στη γιορτή κρασιού.

Η οποία πότε είναι;

Είναι στις 26 Ιουλίου.  Άλλη μία συναυλία είναι στις 6 Αυγούστου στη Νεάπολη Λασιθίου στο Φεστιβάλ Ακορντεόν με το Δήμο Βουγιούκα και το Γιάννη Νιάρχο που θα τραγουδήσουμε κομμάτια της Κωνσταντινούπολης παιγμένα με το κωνσταντινοπολίτικο στυλ, δηλαδή αρμόνικα, κιθάρα και εγώ θα παίξω βιολί και μαντολίνο.  Είναι η πολίτικη σχολή του σμυρναίικου τραγουδιού.  Ένα ειδικό αφιέρωμα στον τραγουδιστή Αντώνη Νταλγκά και στους μουσικούς που έχουν καταγωγή από την Πόλη περισσότερο παρά από τη Σμύρνη.

Επίσης έχουμε στο ίδρυμα Βιτσέντζος Κορνάρος δύο πολύ καλές συναυλίες με το συγκρότημα της “Πριγκηπέσσας”, μιας μουσικής σκηνής στη Θεσσαλονίκη, η οποία έχει κάποιους μόνιμους μουσικούς εδώ και δέκα χρόνια και πια λειτουργούν σαν συγκρότημα.  Είναι ο Δημήτρης Σφίγγος στο μπουζούκι, ο Λάκης Χαλκιάς και για τραγούδι έχει διάφορους φιλοξενούμενους. Με αυτούς, μαζί με τη Μαρία Φραγκούλη που θα την πάρουμε για να συνοδέψει στο τραγούδι και το Νίκο Ταλέα που παίζει ακορντεόν, θα κάνουμε ένα ελληνικό πανόραμα μουσικής και τη δεύτερη ημέρα θα κάνουμε και αφιέρωμα στην ποίηση του Βιτσέντζου Κορνάρου και θα γίνουν και κάποιες παρουσιάσεις βιβλίων.

 

Το ίδρυμα του Βιτσέντζου Κορνάρου είναι ένα καινούριο ίδρυμα που έχει δημιουργηθεί στη Σητεία για τις ανάγκες της ανάμνησης της δράσης του Βιτσέντζου Κορνάρου στη Σητεία και το χρηματοδοτεί ο Γιώργος Γαλανάκης, ένας επιχειρηματίας από τη Ρουμανία, στον οποίο αρέσουν οι ωραίες μουσικές και οι ωραίες εκδηλώσεις. Μας καλεί κάθε χρόνο και παίζουμε στη Ρουμανία, στο Ελληνορουμανικό Επιμελητήριο.

Έχουμε δηλαδή κάποιες σχέσεις με κάποιους τέτοιους ανθρώπους οι οποίοι βοηθούν να κυλάν λίγο τα πράγματα, γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί η πολιτεία πάντα να συνδράμει σε όσα ζητήσουμε.  Η μεγαλύτερη στήριξη που πιστεύω ότι πρέπει να έχουμε σαν μουσικοί, εμείς όλοι και όχι μόνο εμείς που είμαστε πολλά χρόνια και είμαστε πάνω από 30 χρόνια μέσα στον κύκλο τον εργασιακό, και για αυτό αρχίζουμε να φτιάχνουμε και κάποιες εταιρίες κοινής ωφέλειας, εμείς οι λίγο πιο μεγάλοι μουσικοί, για να ωφελούμε με αυτή τη σύνδεση των εταιριών που φτιάχνουμε και τους συναδέλφους, γιατί πολλοί από τους συναδέλφους περιμένουν να χτυπήσει το τηλέφωνο για να πάνε για δουλειά σαν να είναι ταξιτζήδες.  Δεν είναι σωστό αυτό, θα πρέπει ο καθένας να έχει το δημιουργικό του έργο και να κάνει μία εργασία η οποία να είναι πρωτότυπη και τώρα πια βλέπεις κάτι που είναι πρωτότυπο.

Σε είδα τις προάλλες στην “Αυλή των Χρωμάτων” της ΕΡΤ με τους “Βιολιστές του Αιγαίου” Πές μας περί τίνος πρόκειται.  

Είναι μία ομάδα που φτιάξαμε με το Νίκο Φάκαρο και κάναμε μία εκπομπή αφιέρωμα στο Αιγαίο, αφιερωματική στο βιολί.  Συμμετείχε ο Κορρές από τη Νάξο, συμμετείχαν και βιολιστές από διάφορα νησιά και λαουτιέρηδες και είπαμε λίγο να το μεγαλώσουμε αυτό, να κάνουμε μία ευρύτερη ομάδα στο Facebook.

Με τις άλλες ομάδες που έχεις τι γίνεται; 

Παίξαμε τις προάλλες με το Athens Tango Ensemble σε μία εκδήλωση που έκανε ο Δήμος Θεσσαλονίκης σε ένα σινεμά, το ΑΒ, το οποίο θέλει να το συντηρήσει, στην οδό Θεοτοκοπούλου. Ανοιξε μια παλέττα με προτάσεις και όποιοι είχαν έτοιμες προτάσεις τις παρουσίασαν στον διαγωνισμό. Εμείς προτείναμε το  Tango Fantasy, που το είχαμε ήδη παρουσιάσει και στο Μέγαρο. Ήταν έτοιμο, πολύ καλό project με tango και χορευτές,  το οποίο πέρασε τελικά και το παρουσιάσαμε.

Επίσης ένα από τα αγαπημένα μου “πρότζεκτ” φέτος είναι το Kyriakos Gouventas Collective, που είναι στην ουσία μία μουσική κολεκτίβα.  Είναι δηλαδή μία πρόσκληση ανοικτή σε φίλους μουσικούς για να παίξουμε, για να κάνουμε μουσική μεταξύ μας με σκοπό να τα παρουσιάσουμε όλα αυτά σε κάποια φεστιβάλ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.  Αυτό αφορά συνήθως μελέτη και έρευνα είδους μουσικής που είναι ανωνύμων συνθετών και αφορά τις αποτυπώσεις της ελληνικής μουσικής πριν από το ξεκίνημα του ρεμπέτικου.  Δηλαδή παίρνουμε παλιές ηχογραφήσεις που είναι ξεχασμένες από ηχογραφήσεις της Αμερικής, από σολίστες βιολιστές που έχουν ηχογραφήσει στην Αμερική, από τραγουδιστές που δεν είχαν κάνει καριέρα ποτέ στην Ελλάδα, αλλά έχουμε ένα πάρα πολύ μεγάλο πλούσιο υλικό το οποίο θέλουμε να το φέρουμε στα σημερινά μέτρα και σταθμά, γιατί πραγματικά είναι ένα υλικό που έχει αξία και ποιητική και μουσική.

Με αυτό τον τρόπο, όλο αυτό το πρώιμο υλικό του ρεμπέτικου τραγουδιού, που πολλά από αυτά τα τραγούδια είναι γνωστά, για παράδειγμα το «Μανάκι μου», υπάρχουν όμως και πάρα πολλά άγνωστα τραγούδια.  Εμείς τα ακούμε σαν ρεμπέτικα στις παρέες και τα παίζουμε με τα τζουραδάκια, με τα μπαγλαμαδάκια.  Θέλουμε να τους δώσουμε μία απόχρωση ενορχήστρωσης λίγο πιο  πλούσια ας πούμε, και θα λέγαμε ότι αυτό είναι και ένα στάδιο από το οποίο προέκυψαν οι μουσικές κομπανίες, γιατί εκείνη την εποχή οι μουσικοί έπαιζαν σε ζυγιές ανά δύο, ανά τρεις ή ανά τέσσερις και το είδος της μουσικής ήταν πιο απλοϊκό, αυτό όμως του δίνει μεγάλη επικοινωνιακή δύναμη.

Έτσι λοιπόν με το φίλο μου τον Παύλο Μελά, που παίζει κιθάρα, ξεκινήσαμε να κάνουμε μία σειρά από video στην οποία συμμετέχει ο Δημήτρης Τσεκούρας στο κοντραμπάσο και η Ιωάννα Ρήγα στο σαντούρι και ετοιμάσαμε κάποια video στα Σιγά-σιγά προσπαθώ να επεκτείνω αυτή την ομάδα του Kyriakos Gouventas Collective με μία ανοικτή αγκαλιά από συναδέλφους και μουσικούς, με τους οποίους θα μπορούσαμε να παίξουμε μαζί και να δημιουργήσουμε κάποια projects στο μέλλον, τα οποία θα φροντίσουμε να έχουν και ένα σεμιναριακό χαρακτήρα για αυτούς που συμμετέχουν πολλές φορές, γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που θέλουν να έρθουν κοντά μας και να δουν πώς παίζουμε και πώς μοιραζόμαστε αυτή τη μουσική που κάνουμε.

Πάντα με εκπλήσσεις με την ταχύτητα που γεννάς ιδέες για πρότζεκτς 

Η δουλειά του μουσικού στην ουσία δεν είναι ένα πράγμα, να μελετά μουσική, είναι να σκαρώνει πάρα πολλά εργόχειρα τα οποία κάποια στιγμή θα τα χρησιμοποιήσει δεόντως ή θα τα μοιραστεί με τους φίλους του και όλο αυτό είναι ένα πράγμα που θα ανοίξει. Έτσι είναι και η παγκόσμια μουσική της jazz, συναντιούνται και δημιουργούν τρίο ή κουαρτέτο κάποιοι πολλοί γνωστοί μουσικοί, οι οποίοι επειδή αμέσως συνδέθηκαν αποκτά αυτό ένα εμπορικό ενδιαφέρον.  Εάν δηλαδή εγώ πηγαίνω να παίξω με το Μανώλη τον Πάππο ξέρω ότι θα υπάρχει εμπορικό ενδιαφέρον, γιατί η δική μας η μίξη, επειδή είμαστε φίλοι χρόνια, θα βγάλει ένα πολύ ωραίο αποτέλεσμα.

Μία κατεύθυνση που προσπαθούμε να κινηθούμε είναι η εταιρική πράξη, δηλαδή μέσα από την ΚοινΣΕπ που έχουμε φτιάξει στη Θεσσαλονίκη, που λέγεται Music Steps, με μία ομάδα από μουσικούς, το Βαγγέλη Πασχαλίδη στο σαντούρι και το Βασίλη Κασούρα στο λαούτο και στο τραγούδι, να εκπονήσουμε κάποιες συναυλιακές προτάσεις και κάποιες εκπαιδευτικές προτάσεις.  Σε αυτό μας βοηθά ο Γιώργος Σκαπέρας που είναι και αυτός πάρα πολύ μουσικόφιλος και όλα αυτά τα χρόνια ήταν κοντά στα πατάρια των μουσικών, και ο Τάσος Ντέμκας ο οποίος έχει και αυτός κάποια εμπειρία στο θέμα της ηλεκτρονικής υποστήριξης.  Έτσι, με αυτά τα πέντε άτομα, προσπαθούμε να προσφέρουμε κάποιες παραγωγές και βλέπω σιγά-σιγά ότι και με αυτό τον τρόπο πηγαίνει καλά.

Άλλη μία πρωτοβουλία που πήρα ήταν να κάνουμε μία ετήσια συνάντηση για τη μνήμη του Σόλωνα Λέκκα.

Να πούμε ποιος είναι ο Σόλωνας Λέκκας για κάποιον που δεν τον ξέρει;

Ο Σόλωνας ήταν ένας λαϊκός τραγουδιστής της Μυτιλήνης, ο οποίος ήταν από τους τελευταίους που έκανε αμανέ, το οποίο είναι ένα πολύ δύσκολο αυτοσχεδιαστικό είδος, είναι μία αυτόματη σύνδεση ο αμανές, τη στιγμή που τον ακούς ο άλλος παράγει αμέσως τη μουσική και το στίχο.  Ο Σόλωνας ήταν χαρισματικός μέσα σε αυτή τη διαδικασία και τα τελευταία 25 χρόνια παίξαμε μαζί  σε πολλές περιοχές στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, Παρίσι, Βρυξέλλες, Λονδίνο, πήγαμε και στην Κωνσταντινούπολη και παίξαμε στο Ίδρυμα του Πέραν σε μία τελευταία εκδήλωση τις τελευταίες απόκριες: Mετά η υγεία του άρχισε να καταρρέει γιατί και αυτός ήταν ένας άνθρωπος που ήταν πολύ δουλεμένος και κουρασμένος και τον χάσαμε.

Ο τελευταίος μεγάλος ερμηνευτής του αμανέ Σόλων Λέκκας

Από κορωνοϊό;

Όχι, πριν τον κορωνοϊό.  Άφησε όμως τον εγγονό του, ο οποίος λέγεται και αυτός Σόλωνας Λέκκας και είναι η διάδοχη κατάσταση. Θα κάνουμε τώρα ένα πρώτο ετήσιο αφιέρωμα με σκοπό κάθε χρόνο να επιστρέφουμε στη Μυτιλήνη και να κάνουμε συναυλίες, εκδηλώσεις και μαθήματα με θέμα τον αμανέ και όλο αυτό το ύφος το μικρασιάτικο και το μυτιληναίικο που πρέσβευε ο Σόλωνας.

Σήμερα τι καλές ευκαιρίες υπάρχουν για ένα μουσικό; 

Πολύ ωραίες εκδηλώσεις γίνονται στο Christmas Theatre με την επίβλεψη του Mιχάλη Κουμπιού, που έχουν αρχίσει και θα περάσουν όλοι από εκεί.  Αντίστοιχα συμβαίνει το ίδιο και σε ένα θέατρο στη Λεμεσό, στο κηποθέατρο της Λεμεσού που κάθε ημέρα έχει παράσταση με κάποιο ελληνικό συγκρότημα. Το Κηποθέατρο της Λεμεσού είναι ο καλύτερος πελάτης των ελληνικών συγκροτημάτων, γιατί όλοι οι τραγουδοποιοί που ξέρουμε και οι συνθέτες περνούν από εκεί και κάνουν συναυλίες. Είναι ανοικτά, ας κάνουν όλοι τις προτάσεις και ας πάει όποιος δεν το ξέρει, αλλά οι περισσότεροι έχουν περάσει και το ξέρουν.  Η Κύπρος πάντα είναι ένα βήμα μπροστά γιατί έχει καλύτερο καιρό, καλύτερο κλίμα, οπότε λόγω του κορωνοϊού μπορεί πιο νωρίς να οργανώνει τις εκδηλώσεις της.

Οργανώνεις τίποτα με  θέμα το 1821; 

Έχουμε κάνει κάποιες προτάσεις και περιμένουμε τώρα να εγκριθούν.  Κάποιες από αυτές αφορούν την οπτική του ηρωισμού, γιατί δηλαδή κάποιος αποφασίζει να θυσιάσει τη ζωή του για την πατρίδα.  Σκεπτόμενος λίγο βαθύτερα έκατσα και διάβασα έργα του Ρήγα, το «Σχολείον των ντελικάτων εραστών» που είναι κάτι που είναι ρομαντικό και αφορά τον έρωτα κ.λπ. και πώς αυτός ο έρωτας είναι μία δύναμη ζωής, αλλά αυτή η δύναμη ζωής τελικά πηγάζει και μέσα από την επανάσταση.  Μου έκανε εντύπωση όλο το μανιφέστο αυτό του Ρήγα και έκατσα και το συνέδεσα και έκανα συνειρμούς με το Γαλλικό Διαφωτισμό, με τη Γαλλική Επανάσταση, την Ελληνική Επανάσταση και εκπόνησα ένα project μουσικοφιλολογικό, το οποίο μπορεί να έχει μέσα στοιχεία από κλασική μουσική του ρομαντισμού και του διαφωτισμού και στοιχεία από το δικό μας το δημοτικό τραγούδι που έχει χαρακτήρα επικό.  Θα φτιάξουμε μία παραγωγή, την οποία θα την προτείνουμε σε κάποιους Δήμους, που να έχει θέμα το ρομαντισμό του ήρωα, πως ο ήρωας δηλαδή βλέπει με ρομαντισμό τη ζωή του, την αγαπά πολύ, αλλά αποφασίζει να τη θυσιάσει κιόλας στο βωμό των αξιών του.

Εμένα με συγκινεί πολύ αυτό το θέμα και έχουμε αρχίσει και το δουλεύουμε αυτό μαζί με το Σίμο Παπάνα που είναι πρώτο βιολί στη συμφωνική ορχήστρα της Θεσσαλονίκης και θα κάνουμε έναν διάλογο μεταξύ κλασικής και παραδοσιακής μουσικής.  Αυτή θα είναι μία συναυλία με οκτώ άτομα και θα έχει και αφηγητή, ο οποίος θα αφηγείται βιωματικά στοιχεία και καλλιτεχνικά και κάποια ποιητικά που έχουν βγει, σε σχέση με τα μουσικά ρεύματα της εποχής της Ελληνικής Επανάστασης.  Αυτό είναι κάτι αρκετά ιδιαίτερο και θέλει έναν πολύ ωραίο χώρο για να παρουσιασθεί και σκεφτόμασταν να το παρουσιάσουμε στο Δημοτικό Θέατρο Λαμίας.  Έχουμε κάποιες προτάσεις, στο Χάνι της Γραβιάς ή σε κλειστό χώρο μέσα, αργότερα, όταν θα περάσει λίγο ο καιρός και θα έρθει ο καιρός που θα το προτείνουμε και σε διάφορους άλλους.

Ακούγεται ενδιαφέρον.  Με τη Σαβίνα Γιαννάτου και τους Primavera τι γίνεται;

Με τη Σαβίνα και τους Primavera Εn Salonico παίζουμε στην Θήβα στις 31 Ιουλίου το project με τα “Τραγούδια του νερού”.(ήτοι τραγούδια από Βόρεια Αφρική, Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειο για το νερό, την έρημο, την γονιμότητα κλπ)   Αυτό έχει σχεδιαστεί πριν από τον κορωνοϊό. Το κάναμε στην Επίδαυρο πέρυσι και ήταν να το ηχογραφήσουμε στο Μόναχο με την εταιρία ECM, αλλά όλα αυτά καθυστέρησαν λόγω κορωνοϊού και πάνε λίγο αργότερα.

Πριν κλείσουμε θέλεις να προσθέσεις κάτι για το απώτερο μέλλον; 

Έρχονται όμως και τα 100 χρόνια από το 1922 που είναι ένας χρόνος που θα μιλάμε για τη Μικρά Ασία και για όλες αυτές τις μνήμες και έχουμε πολλά πράγματα να καταθέσουμε.  Γιατί εγώ από την αρχή που έπαιζα και τα πρώτα μου ακούσματα τα είχα από τη γιαγιά μου που ήταν Μικρασιάτισσα από την Αδριανούπολη και μετά πήγαν και έμειναν στο Σουφλί και έτσι είναι η μουσική που με συγκινεί βαθύτερα από όλες, η οποία έχει και πολύ βαθιά σχέση βέβαια με τις βυζαντινές παραδόσεις που είναι πάρα πολλών χρόνων όλες αυτές.  Να μην ξεχνάμε ότι η μικρασιατική μουσική είναι η βάση για το ρεμπέτικο και μετέπειτα λαϊκό τραγούδι.  Όλοι οι μεγάλοι μαέστροι εκείνης της περιόδου που ήρθαν από τη Μικρά Ασία, όπως ο Σαλονικιός, ο Ογδοντάκης, ο Σκαρβέλης, ο Τούντας, ο Περιστέρης, που ήταν μέλη της Εστουδιαντίνας στα Πολιτάκια, ξεκίνησαν μετά και διαμόρφωσαν τις επόμενες γενιές συνθετών όπως το Βασίλη Τσιτσάνη, τον Απόστολο Χατζηχρήστο, οι οποίοι μετά από το ρεμπέτικο πέρασαν όλοι στο λαϊκό, ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Μανώλης Χιώτης και μετά όλοι οι υπόλοιποι.  Ιστορικά δηλαδή οφείλουμε να γυρίσουμε και να σκύψουμε πίσω να τιμήσουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους, είναι ευκαιρία, και να κάνουμε και κάποιους απολογισμούς πάντα για όλα αυτά.  Αυτά είναι τα μελλοντικά σχέδια, δηλαδή, που αφορούν το ‘22.

Photo credit: John Kleman

Ο Κυριάκος Γκουβέντας είναι το πιο διάσημο

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Πρόκειται, ίσως, για την μεγαλύτερη περιφερειακή διοργάνωση του καλοκαιριού και μάλιστα με ιδιαίτερες απαιτήσεις και υψηλά standards.

Πέντε χρόνια τώρα η ΜΟΥΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, ο Πολιτιστικός και Κοινωνικός Οργανισμός που εδρεύει στην Χίο, διοργανώνει το Φεστιβάλ Σύγχρονης Ελληνικής Μουσικής της Χίου. Ένα φεστιβάλ για την σύγχρονη, λόγια ελληνική μουσική, που δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση.

Η ιδρύτρια και καλλιτεχνική διευθύντρια της ΜΟΥΣΑΣ Ελευθερία Λυκοπάντη, φιλόλογος-μουσικός, τ. μαέστρος Χορωδίας Χίου, μαζί με τον Καλλιτεχνικό Σύμβουλο του Φεστιβάλ Αλέξανδρο Καλογερά, συνθέτη και καθηγητή σύνθεσης Berklee College of Music Βοστώνης, επιμένουν ελληνικά και άκρως ποιοτικά και διοργάνωσαν μέχρι τώρα τέσσερα Φεστιβάλ, με πολύ ενδιαφέρουσα θεματολογία.

Η Πρόεδρος του “Φεστιβάλ Μούσα Ελληνική” Ελευθερία Λυκοπάντη

– Μουσική και Λόγος (2020)

– Η Αρχαία Ελλάδα πηγή έμπνευσης (2019)

– Η ελληνική μουσική παράδοση πηγή έμπνευσης των σύγχρονων ελλήνων συνθετών – Ο συνθέτης Μιχάλης Αδάμης και η σχέση του με την βυζαντινή μουσική (2018)

– Τάσεις στη σύγχρονη ελληνική μουσική (2017).

Το πρόγραμμα του Φεστιβάλ, κάθε χρόνο, περιλαμβάνει συναυλίες, διαλέξεις, masterclassses, εκπαιδευτικά προγράμματα, πρεμιέρες μουσικών έργων, παρουσίαση συνθέσεων που γράφτηκαν κατόπιν παραγγελίας του Φεστιβάλ, Καλλιτεχνικό Εργαστήρι Έκφρασης Νέων για μαθητές όλων των βαθμίδων και άλλες δράσεις.

Ο Αλέξανδρος Καλογεράς, καθηγητής θεωρητικών και σύνθεσης στο Berklee College of Music στη Βοστώνη. Διακεκριμένος και δημιουργικός συνθέτης, με μεγάλη εμπειρία στην διοργάνωση μουσικών γεγονότων. Φωτογραφία με την ευγενή παραχώρηση του “ΦΩΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ”

Συμμετέχουν: διακεκριμένοι ομιλητές, καθηγητές πανεπιστημίων, προσκεκλημένοι μουσικοί και καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, μουσικοί από τη Χίο και μαθητές, σ’ έναν πραγματικό μουσικό οργασμό.

Το φετινό 5ο Φεστιβάλ ΜΟΥΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, θα πραγματοποιηθεί από 24 Ιουλίου έως 1 Αυγούστου 2021 στη Χίο και σε διάφορα μέρη του νησιού, με την στήριξη της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.

Το Φεστιβάλ αρχίζει με το «Ρόδο της Μοναξιάς», μία πολυδιάστατη εκδήλωση για το κοινωνικό φαινόμενο της Μοναξιάς, όπου συμμετέχουν δεκάδες καλλιτέχνες, συγγραφείς, εικαστικοί, ηθοποιοί, χορευτές και μουσικοί.

Συνεχίζει με ένα τριήμερο τεσσάρων πρωτότυπων παραγωγών αφιερωμένων στην επέτειο των 200 ετών από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν Ημερίδα με θέμα Γάλλους Φιλέλληνες, διανοούμενους και καλλιτέχνες, του 18ου και 19ου αιώνα, ένα ρεσιτάλ πιάνου, μία συναυλία με έργα Ελλήνων και Γάλλων συνθετών και μία βραδιά αφιερωμένη σε Βυζαντινούς ύμνους γραμμένους για τα Ολοκαυτώματα επί Τουρκοκρατίας, η οποία θα πραγματοποιηθεί στην ιστορική Μονή του Αγίου Μηνά. Η εκδήλωση αυτή καθίσταται ιδιαίτερα επίκαιρη μετά την αγιοκατάταξη, από την Εκκλησία της Ελλάδος, των μαρτυρησάντων κατά την Σφαγή της Χίου (1822). Το τριήμερο τελεί υπό την Αιγίδα της Επιτροπής «Ελλάδα 2021» και του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος.

Ακολουθεί μία βραδιά με το Aeris Trio χάλκινων πνευστών, το οποίο πλαισιώνεται από τη Φιλαρμονική του Δήμου Χίου στο Αρχοντικό Στεφάνου στον Κάμπο. Στη συνέχεια η συναυλία «Musica Poetica», ένα ταξίδι στην ελληνική ποίηση και μουσική από την αρχαιότητα έως σήμερα στο Ανοικτό Θέατρο των Καρδαμύλων, σε επιμέλεια και διεύθυνση του συνθέτη Παναγιώτη Λιαρόπουλου, ο οποίος είναι αναπληρωτής καθηγητής σύνθεσης στο Berklee College of Music και καθηγητής Πιάνου στο μουσικό τμήμα του University of Massachusetts Boston.

Ο Παναγιώτης Λιαρόπουλος

Κι ακόμα, μια βραδιά με «Μουσική που τη βλέπεις σα Θέατρο και Θέατρο που το ακούς σα Μουσική» στο Μουσείο Μαστίχας, έργα που συνδυάζουν τη μουσική, το θέατρο και το λόγο με ποικίλους, ευφάνταστους και ασυνήθιστους τρόπους.

Ολοκληρώνεται με εκδήλωση αφιερωμένη στα νέα ταλέντα και στους μικρούς φίλους της μουσικής, με μουσικό παραμύθι και άλλες δραστηριότητες στο όμορφο πάρκο της Κλειδούς.

Παράλληλα με τις βραδινές εκδηλώσεις πραγματοποιούνται δύο εργαστήρια για παιδιά, ένα μουσικής και ένα γλυπτικής με άμμο (Sand Art), δύο εκδηλώσεις στα Γηροκομεία Χίου και Καρδαμύλων, μουσικό σχολείο για όσα παιδιά σπουδάζουν μουσική και επιθυμούν να πάρουν σεμιναριακά μαθήματα με τους καλεσμένους καλλιτέχνες. Επίσης τρεις διαλέξεις για το έργο του Ούγγρου συνθέτη György Ligeti (μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα και γνωστό στο μεγάλο κοινό από τα σάουντρακς των ταινιών του Κιύμπρικ), και αναλύσεις από τους σολίστ μερικών από τα προχωρημένα έργα που ερμηνεύουν. Καθώς και εργαστήρι Sand Art για ενήλικες και έκθεση εικαστικών με έργα από το εργαστήρι και από τη συνεργασία με τους συγγραφείς της εκδήλωσης «Το Ρόδο της Μοναξιάς».

Το 5ο Φεστιβάλ ΜΟΥΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ είναι μια πραγματική εστία πολιτισμού.

Εννέα ημέρες πλούσιες σε δραστηριότητες, με ελεύθερη είσοδο σε όλες τις εκδηλώσεις.

Αναλυτικά το πρόγραμμα στο site του Φεστιβάλ

https://musahellenicafestival.gr/5o-festival/

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου Πρόκειται, ίσως, για την μεγαλύτερη

Παρότι εβδομηνταριών χρονών, τούτος ο Άρχοντας των Ασπρόμαυρων Πλήκτρων παραμένει επί των επάλξεων σε βαθμό αξιοθαύμαστο! Έτσι λοιπόν ανάμεσα στις δεκάδες πρόσφατες εξωτερικές του συνεργασίες (δεκάδες επιλεγμένες, από τις εκατοντάδες που του προτείνουν σε μηνιαία βάση), ο αγέραστος μουσικοσυνθέτης συνεχίζει αυτές τις μέρες τις ηχογραφήσεις του νέου, επερχόμενου δίσκου του τον οποίο ευελπιστεί να ολοκληρώσει στις αρχές Σεπτεμβρίου.

«Και αυτό το άλμπουμ έχει μια συγκεκριμένη κεντρική θεματολογία. Όμως επειδή την έχω πατήσει πολλές φορές αποκαλύπτοντας πρόωρα το εκάστοτε θέμα, ανακαλύπτοντας λίγες βδομάδες μετά ότι και κάποιοι άλλοι πραγματεύονται το ίδιο, δε λέω πλέον τίποτα και σε κανέναν!» δηλώνει στην επίσημη ιστοσελίδα του ο Rick Wakeman και συνεχίζει «…Την πάτησα ξανά πολύ πρόσφατα άλλωστε με ένα κοινό project που ετοιμάζαμε με τον Sir Tim Rice (σ.σ.: ο διάσημος στιχουργός του Andrew Lloyd Webber σε μνημειώδη έργα όπως τα “Jesus Christ Superstar” και ‘Evita” ), το οποίο εξέπνευσε αποκαρδιωτικά. Όμως ο Sir Tim και εγώ εν τέλει εργαζόμαστε ήδη πάνω σε μια νέα ιδέα η οποία μοιάζει ακόμη καλύτερη από την πρώτη, μα παρομοίως, δε λέμε ακόμη τίποτα και σε κανέναν!»

Χαρές και Πανηγύρια στις τάξεις των αμετανόητων του Προγκρέσιβ Ροκ! Η προσμονή μας έντονη. Και το έναυσμα ισχυρό. Πάμε λοιπόν να δούμε σε αυτό το δεύτερο μέρος της κατ’ ιδίαν συνέντευξης μου με τον αστείρευτο Rick, τις υπόλοιπες ιστορίες που μοιράστηκε μαζί μου το 1997, συνεχίζοντας πάνω-κάτω εκεί που είχαμε μείνει στο πρώτο μέρος. Ήτοι την αποχώρηση του λόγω Tales of Topographic Ocean και της επιστροφής του για τις ανάγκες του Going for the One.

Courtesy Rick Wakeman

Κείμενο-φωτογραφίες Θεάτρου Λυκαβηττού: Χρήστος Κισατζεκιάν

Πώς διαχειρίστηκες τόσο πολλές διαφορετικές υποχρεώσεις επιστρέφοντας στους Yes;

«Τα ανοιχτά μέτωπα ήταν πράγματι πολλά. Και ξέρεις πως είναι αυτά. Όταν έχεις να διαχειριστείς ως παρουσιαστής και οικοδεσπότης ραδιοφωνικών (σ.σ.: “Man, Machine & Music”) και τηλεοπτικών εκπομπών (σ.σ.: “An Audience with Jimmy Tarbuck”), αν τα χάσεις, αν πεις όχι, λογικό και επόμενο να τα αναλάβει κάποιος άλλος, οπότε δεν τα ξαναπαίρνεις πίσω. Άρα δε θέλω να περιοδέψω επτά-οκτώ μήνες ρισκάροντας τα… Μου αρέσει πάρα πολύ να περιοδεύω, να παίζω μπρος σε κοινό! Όμως…»

Καταλαβαίνω! Αν είναι για κάτι προσωπικό όμως, ολόδικό σου, ίσως να το σκεφτόσουν…

«…Αυτό ακριβώς. Για αυτό το λόγο περιοδεύουμε ήδη με τον γιό μου στα πλαίσια της Βρετανικής περιοδείας “Wot’s On TV Tonite”…»

Σοβαρά; Με ποιον από τους δυο; 

«Με τον δεύτερο μεγαλύτερο, τον Adam. Είναι εικοσιτριών χρονών και παίζει και αυτός πλήκτρα. Είναι έξοχος! Τόσο που πέρυσι (σ.σ.: 1996) βγήκε πρώτος στην Παναμερικάνικη ψηφοφορία ως ο κορυφαίος πληκτράς της χρονιάς. Και ο Fraser Thorneycroft-Smith, ο κιθαρίστας μας… Παρότι δεν είμαι φίλος και οπαδός της ηλεκτρικής κιθάρας γενικά, αυτός ο μικρός είναι πραγματικά μοναδικός. Είναι μόλις εικοσιτεσσάρων χρονών. Μα η τεχνική του είναι απίστευτη. Και το κυριότερο;, Παρότι τόσο μικρός, κατέχει ήδη το δικό του στυλ, τη δική του «υπογραφή». Είναι πάρα πολύ δύσκολο και σπάνιο σε τέτοιες ηλικίες. Στα τύμπανα είναι ξανά ο ίδιος Ιταλός που έχω πάντα μαζί μου από το 1975 έως και σήμερα, ο Tony Fernandez. Στο μπάσο είναι ένας session μουσικός, ο Allan Thompson, που έχει παίξει σχεδόν με τους πάντες! Τέλος έχω μαζί μου μια νεαρή τραγουδίστρια με εξαίρετη φωνή, η οποία είναι και πανέμορφη γυναίκα. Μια εξαμελής μπάντα δηλαδή. Με την οποία θέλουμε να έρθουμε και στην Ελλάδα με το καλό. Δεν έχω ξανάρθει ποτέ στην Ελλάδα! Τραγικό! Περιοδεύω ανά τον κόσμο τόσα χρόνια και δεν είχα έρθει ποτέ ξανά στη χώρα σας, πραγματικά δε χωρά στο νου μου…»

Πράγματι! Όμως ήταν να έρθετε με τους Yes πέρυσι (1996) για συναυλία, πράγμα που για κάποιο λόγο δεν συνέβη ποτέ…. Ξέρεις μήπως τους λόγους;

«Ναι. Το θυμάμαι! Μα δεν έχω ιδέα τι έγινε. Είμαι πολύ περίεργος κι εγώ… Ανάμεσα σε τόσες κλεισμένες ημερομηνίες, ούτε μια εδώ. Αναρωτιέμαι γιατί δε συνέβη ποτέ. Θυμώνω συχνά για αυτό το λόγο. Είναι αρκετά τα μέρη που δεν έχουμε παίξει ακόμη ενώ θα έπρεπε. Και αυτό με εξοργίζει. Δυστυχώ. Η κοπελιά του γιού μου δουλεύει για την Ολυμπιακή Επιτροπή, είναι Ελβετίδα, οπότε έχει επισκεφτεί πολλές φορές την Ελλάδα πρόσφατα, και κάθε φορά μου λέει «πρέπει να πας στην Ελλάδα, πρέπει να πάς!»… Εύχομαι να έρθουμε με το σχήμα μου λοιπόν το συντομότερο δυνατό, θέλω πάρα πολύ να παίξω για σας!»

Κι εμείς το ίδιο. Μακάρι! Ένα άλλο θέμα για το οποίο ανέκαθεν ήθελα να ακούω την άποψή σου ως πρωτοπόρου εξερευνητή, είναι η ανεπανάληπτη τεχνολογική εξέλιξη που βίωσε η γενιά σας. Αναφέρομαι σε όλα αυτά τα απίστευτα όργανα που γεννήθηκαν την εποχή εκείνη, στα τέλη των ‘60’ς και στα ‘70’ς, όπως τα θρυλικά πλέον συνθεσάιζερ Minimoog, ARP Odyssey, Oberheim OB-X, Prophet-5. Δε μπορεί. Σας «έλυσαν τα χέρια» ως δημιουργών! Ήταν εργαλεία θαυμαστά που σας βοήθησαν να εκφράζεστε με πολλαπλάσιους τρόπους. Και μια δεύτερη ερώτηση. Αναρωτιέμαι. Πέρα από την σύγχρονη τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών που εισβάλει όλο και περισσότερο στα μουσικά δρώμενα (σ.σ.: θυμίζω, η κουβέντα έγινε Σεπτέμβριο του 1997), πιστεύεις πως θα υπάρξει σύντομα μια άλλη τόσο θεμελιώδης εξέλιξη; 

«Νομίζω όχι όσον αφορά στα πραγματικά όργανα… Πάντως έχεις απόλυτο δίκιο σε όσα ανέφερες. Συνέβη το εξής ενδιαφέρον λοιπόν. Στα 70΄ς τα πράγματα ήταν εξαιρετικά. Και τούτο γιατί οι Μουσικοί ήταν ακόμη εξυπνότεροι της Τεχνολογίας! Το λέω με βεβαιότητα αφού το έζησα ο ίδιος στη γέννησή του. Πέρυσι μιλούσα με τον Bob Moog ξανά και τα λέγαμε αυτά… Θυμάμαι ξεκάθαρα λοιπόν ότι με το που πήρα στα χέρια μου για πρώτη φορά ένα Minimoog, ένα ARP, ένα Oberheim, το επεξεργαζόμουν μια ολόκληρη εβδομάδα ολημερίς και ολονυχτίς, μόνο και μόνο για να ανακαλύψω αρχικά τις δυνατότητές του. Να δω πως δουλεύει βρε αδελφέ. Να βρω πώς δημιουργεί ήχους. Και αμέσως μετά, για να βρω φυσικά τη δική μου προσωπική «φωνή» μέσα από τις αμέτρητες δυνατότητές του. Αυτό ήταν μαγικό. Όμως με την πάροδο του χρόνου τι συνέβη;;; Η Τεχνολογία ξεπέρασε τον Μουσικό! Πώς; Με όλες αυτές τις προεπιλογές (pre-sets) που χαρίζουν άπλετα τα νέα μοντέλα. Εκατοντάδες ήχοι-κονσέρβα, στη διάθεσή σου. Και τι συνέβη ξαφνικά; Ο Μουσικός έγινε τεμπέλης!… «Να, ηχάρα αυτή εδώ, τι να κάθομαι να ψάχνω…». Ξάφνου, η ατομικότητα και η προσωπική σφραγίδα του καθενός μας πήγε περίπατο…»

Ακριβώς!…

«…Και να που στη δεκαετία του ’90 πλέον έγινε το εξής. Υπάρχει μια νέα γενιά μουσικών που αποζητά ξανά την ατομικότητα, την προσωπική σφραγίδα. Πώς; Πισωγυρίζοντας. Αγοράζοντας αυτά τα παλιά ιστορικά όργανα. Αποτέλεσμα αυτού; Ενώ πριν δέκα χρόνια αγόραζες ένα Minimoog με διακόσια δολάρια, πλέον πρέπει να δώσεις από δύο έως και τρεις χιλιάδες δολάρια!…»

O Rick Wakeman και το Minimoog του

Ο νόμος της αγοράς, φυσικό είναι, έγιναν ξανά περιζήτητα…

«…Αυτό ακριβώς. Και δε μιλώ φυσικά για αυτούς που ασχολούνται με την techno μουσική και έχουν άλλα εργαλεία. Μιλώ για κείνους που επιμένουν να παίζουν και να συνθέτουν μουσική με πραγματικά όργανα στα χέρια τους, και όχι με τα καινούργια που έχουν έτοιμους ήχους, ίδιους για κάθε αγοραστή. Που ψάχνουν και ψάχνονται. Κυνηγώντας την διαφορετικότητα, η οποία επιτυγχάνεται με κόπο, με αναλογικά όργανα. Το ηλεκτρικό πιάνο Fender Rhodes. Πριν είκοσι χρόνια το αγόραζες διακόσια δολάρια. Τώρα δίνεις τέσσερεις-πέντε χιλιάδες για να το αποκτήσεις μεταχειρισμένο.

Άρα για να σου απαντήσω, ναι, υπάρχει ακόμη και θα υπάρχει πάντα δυνατότητα να επιτευχθεί ατομικότητα και για τους νέους μουσικούς. Όμως κατά την άποψή μου, αυτό γίνεται μόνο μέσω πισωγυρίσματος στα μέσα και τους τρόπους που συνηθίζαμε εμείς να την κερδίζουμε…»

Σε ευχαριστώ. Απόλυτα ξεκάθαρη θέση. Όσον αφορά τα κομπιούτερς όμως ως μέσον καταγραφής; Είσαι ενάντιος ή δέχεσαι τις νέες δυνατότητες που προσφέρουν; 

«Όχι. Με τίποτα. Ειδικά στους χώρους ηχογραφήσεων, μπορεί να είναι έως και λαμπρή η χρήση τους. Όμως και πάλι, υπάρχουν δυο τρόποι να χρησιμοποιήσεις και τούτη την Τεχνολογία. Είτε να την χρησιμοποιείς εσύ για τους στόχους σου, ή να την αφήσεις να σε χρησιμοποιήσει εκείνη! Αν είναι να κοπιάρεις διαρκώς δείγματα και μέρη και να τα επαναλαμβάνεις πιο κάτω όπως είναι, έτοιμα, όπως κάνουν οι μουσικοί της techno, ενώ παραμένεις μουσικοσυνθέτης παλαιού στυλ να το πω έτσι, τότε έχεις χάσει όλο το νόημα…

Τις παλιές μέρες ηχογραφούσα έναν αυτοσχεδιασμό μου σε ένα τραγούδι για παράδειγμα, και έβγαινε πανέμορφο, στο πίσω μέρος του μυαλού μου εκείνη την ώρα είχα πάντοτε το φόβο, ήλπιζα μη πάει σε κάποιο σημείο άσχημα. Διότι αν πήγαινε άσχημα και καταγραφόταν στην αναλογική ταινία, έχανα ολόκληρο το σόλο και έπρεπε να το πάω από την αρχή!… Άρα υπήρχαν και φορές που επέλεγα ένα πιο «ασφαλές» σόλο ώστε να μην κάνω λάθος. Με τη νέα τεχνολογία όπως ξέρεις, αν πετύχεις ένα καταπληκτικό σόλο και σε κάποιο σημείο κάνεις δυο νότες λάθος, κανένα πρόβλημα. Γυρνάς εκεί και τις αντικαθιστάς με δυο σωστές, εκ νέου. Και αυτό είναι σπουδαίο»

Βέβαια. Διότι σε «απελευθερώνει» να ρισκάρεις, να απελευθερωθείς!…

«Απόλυτα! Ακριβώς αυτό. Και με αυτό τον τρόπο λοιπόν, εσύ χρησιμοποιείς τη νέα τεχνολογία, και όχι αυτή εσένα»

Πράγματι! Θα ήθελα να μου πεις τώρα ένα δίσκο για τον οποίο θα ήσουν πολύ περήφανος να είχες ξεγεννήσει, πέρα φυσικά από τους προσωπικούς σου ή αυτούς στους οποίους συνέβαλες καθοριστικά, ποιόν θα επέλεγες;

«(σ.σ.: πριν προλάβω καν να ολοκληρώσω την ερώτηση, απαντά) Το “Hunky Dory” του David Bowie! Ξεκάθαρα!»

Σοβαρά μιλάς;

«Φυσικά. Και αν μπορούσα να προσθέσω άλλα δυο, θα επέλεγα το “The Age of Plastic” των Buggles και φυσικά το “In the Court of the Crimson King” των King Crimson…»

Αυτά ήταν πιο αναμενόμενα εκ μέρους μου!

«…Και ίσως το πρώτο άλμπουμ των Led Zeppelin, ή το “Led Zeppelin II”… Θα μπορούσα να συνεχίσω κι άλλο, είναι αρκετά, οπότε διάλεξε εσύ ότι θες»

Ξέρω, να’σαι καλά. Κάτι πιο προσωπικό τώρα αν μου επιτρέπεις. Θέλω την ειλικρινή σου γνώμη για έναν άλλο λατρεμένο μου μουσικοσυνθέτη και συνάδελφό σου. Τον Manfred Mann…

«Ο Manfred Mann… Έχω να τον δω πολλά χρόνια… και αυτό επειδή εργάζεται περισσότερο στην Ευρώπη, και δει στη Γερμανία, όχι στην Αγγλία όπως εγώ. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ουσιαστικά έχω να τον συναντήσω πάνω από δεκαπέντε χρόνια! Οπότε δεν ξέρω τι κάνει εδώ και πολύ καιρό… Αντιθέτως έχω δει πολλές φορές τον Paul Jones (σ.σ.: ο τραγουδιστής των πρώιμων Manfred Mann της δεκαετίας του ’60)»

Ναι, το γνωρίζω, κινείται κυρίως στην χερσαία Ευρώπη. Όμως μιλώ για την σημαντικότητά του, αφού κατά την ταπεινή μου άποψη η περίοδός του με τους Earth Band απέδωσε μνημειώδη έργα όπως το “Nightingales and Bombers”, “Solar Fire”…

«Α, αναφέρεσαι στις παλιές δουλειές του, ναι, ναι, πάρα πολύ καλές δουλειές!»

…Και επιπλέον, υπήρξε και αυτός μαζί με σένα και τον Keith Emerson από τους πρωτοπόρους που εξερευνήσατε τα επιτεύγματα της ηλεκτρονικής τεχνολογίας που αναφέραμε πιο πάνω.

«Ναι, πράγματι, απλά αυτός τα χειρίστηκε διαφορετικά. Ένας από αυτούς που κατάφεραν τη ατομικότητα, τη διαφορετικότητα, τη σφραγίδα» που εξαντλήσαμε νωρίτερα. Μα να προσθέσω και κάτι άλλο. Κατά τη γνώμη μου ο Manfred υπήρξε πέρα από όλα αυτά πανέξυπνος. Και αυτό γιατί μόλις αντιλήφθηκε πως η Αγγλία ήταν πλέον μια νεκρή αγορά για αυτά που επιχειρούσαμε (σ.σ.: αναφέρεται προφανέστατα στο προοδευτικό ροκ), επικεντρώθηκε στη Γερμανία που συνέχισε και συνεχίζει έως και σήμερα να τιμά τις μουσικές μας. Ήταν μια πολύ εύστοχη επιλογή!»

όσο ο Rick Wakeman , όσο και ο Keith Emerson γελούσαν με τον δήθεν ανταγωνισμό που πολλοί πίστευαν ότι υπήρχε ανάμεσα τους

Έτσι είναι. Πάω τώρα στον άλλον θρυλικό συνάδελφό σου που μόλις προανέφερα. Και τούτο διότι αισίως, είναι πολλοί οι σπουδαγμένοι πιανίστες με τους οποίος έχω συνομιλήσει, και οι περισσότεροι έχουν εκθειάσει το αριστερό χέρι του Keith Emerson! Την απαράμιλλη ικανότητα του δηλαδή στην αριστερή περιοχή του κλαβιέ, εκεί που κρατάς το ρυθμό με τα ακόρντα.

«Οι έχοντες ακαδημαϊκή παιδία στο πιάνο, οι περισσότεροι τουλάχιστον, θεωρούμαι υποχρέωση μας να κατέχουμε τεχνική αρτιότητα και στα δυο μας χέρια. Ναι. Το αριστερό του είναι σούπερ. Όμως σου ξαναλέω. Είναι ζητούμενο αυτό. Να έχεις και στα δυο σου χέρια απόλυτη ευχέρεια. Πλέον ζει στην Καλιφόρνια και έχουμε χαθεί»

Να φανταστώ πως τον θεωρείς εξέχοντα συνάδελφο, σωστά;

«Ω, ναι! Είναι πολύ καλός μουσικός»

…Όπως και σόουμαν!

«…Εεε, εντάξει, ναι, είναι πολύ διασκεδαστικά αυτά που κάνει επί σκηνής (σ.σ.: εδώ διέκρινα μια ελάχιστη δόση αστεϊσμού στον τόνο της φωνής του Rick που οφείλω να καταγράψω). Πάντως συνηθίζαμε να γελάμε μεταξύ μας απέναντι στον διαρκή «ανταγωνισμό» που οι οπαδοί      πυροδοτούσαν ανέκαθεν συγκρίνοντάς μας, ποιος από τους δυο είναι ο κορυφαίος, παρότι ήμασταν εντελώς διαφορετικοί στην προσέγγιση του οργάνου…»

…Αναφέρεσαι στη γνωστή «κόντρα», ποιος είναι ο πιο γρήγορος πληκτράς του κόσμου, ο Rick Wakeman ή ο Keith Emerson; 

«Ναι. Και όχι μόνο. Ξέρεις, είναι σα να συγκρίνεις μια Gibson και μια Strato(caster). Βέβαια από πλευράς μας το καταδιασκεδάζαμε! Είναι πανέμορφο να ξέρεις πως όλοι εκεί έξω τσακώνονται για το ποιος από τους δυο είναι πιο γρήγορος, πιο καλός, ποιο το ένα, ποιο το άλλο. Φανταστικά. Άλλο που δε θέλαμε. Παρόλα αυτά είχε κατά καιρούς ακουστεί πως υπήρχε μεταξύ μας μια αντιπαλότητα για αυτή την πρωτιά. Καμία σχέση με την πραγματικότητα! Εμείς χαιρόμασταν με όλα αυτά, αστειευόμενοι»

Τι όμορφα! Κι αν σε ρωτούσα ποιο από τα παρακάτω όργανα βρίσκεται πιο βαθιά στην καρδιά σου, έστω κι αν σου είναι δύσκολο να επιλέξεις, ποιο θα επέλεγες; Το κλασικό πιάνο, το Hammond B3 ή τα συνθεσάιζερ, τι θα απαντούσες;

«(σ.σ.: κομπιάζει) Χμμ… Πολύ δύσκολο να επιλέξω. Όμως εν τέλει, με το χέρι στην καρδιά μου, αν έπρεπε να έχω ένα και μόνο όργανο, τότε θα επέλεγα αναγκαστικά το κλασικό πιάνο. Ο David Bowie μου είχε πει κάποτε κάτι παρόμοιο για την ακουστική κιθάρα. Μου είπε πως προτιμά να συγγράφει όλα του τα τραγούδια με μια δωδεκάχορδη ακουστική κιθάρα. Ήταν για αυτόν το πιο τίμιο όργανο. Και αυτό γιατί αν ένα τραγούδι ακουστεί καλά στη δωδεκάχορδη κιθάρα, είναι βέβαιο πως με μια ολοκληρωμένη ορχήστρα θα ακουστεί θαυμάσια. Πόσο μάλλον επί σκηνής. Είναι αλήθεια. Αν έχεις εξαρχής όλα τα όργανα στη διάθεσή σου γύρω σου, δε μπορείς να είσαι εξίσου σίγουρος για το πόσο καλό κομμάτι έχεις γράψει. Από τότε το θυμάμαι αυτό κάθε που έρχεται αυτή η στιγμή. Και έτσι το ενενηνταεννέα τοις εκατό των συνθέσεών μου γεννιέται στο ακουστικό πιάνο. Διότι και εκεί, αν ακουστεί όμορφο στο ακουστικό πιάνο, θα ακουστεί μια χαρά και στα ηλεκτρικά όργανα»

Δε μπορώ να μη συμφωνήσω. Άρα θες να πεις πως ότι έχουμε απολαύσει από σένα όλα αυτά τα χρόνια έχει γραφτεί αρχικά για κλασικό πιάνο…

«Στη συντριπτική του πλειοψηφία. Ναι. Τα πάντα. Όλο το “Journey to the Center of the Earth” γράφτηκε στο πιάνο. Όλο το “Six Wives…” στο πιάνο»

…Και στη συνέχεια το «χτίζεις» με τα υπόλοιπα όργανα να συμβάλουν…

«…και μετά όλα τα υπόλοιπα όργανα συμβάλουν, ακριβώς αυτό. Μετά πάει αλλού. Όμως αρχικά η μουσική πρέπει να βγαίνει μπροστά (σ.σ.: music has to stand up). Και μετά κάποιος από τη μπάντα λέει «α, πολύ ωραία αυτό, τι θα έλεγες για τούτο» και βάζει τη δική του ιδέα. Και έτσι έρχεται η στιγμή που μπαίνεις πλέον στο στούντιο και έχεις στα χέρια σου ένα ολοκληρωμένο έργο που τις περισσότερες φορές σε εκπλήσσει… Ο David Bowie συνεχίζει έως και σήμερα να συγγράφει τα πάντα στην δωδεκάχορδη ακουστική κιθάρα του»

Μάλιστα. Άρα θα έχεις σίγουρα ένα κορυφαίο grand piano στο σπίτι σου…

«Ναι. Και είχα ένα ακόμη πιο όμορφο, πανέμορφο grand piano παλαιότερα, όμως το έχασα στο πρώτο μου διαζύγιο…»

Τι, αναγκάστηκες να το πουλήσεις;

«Όχι. Το πούλησε η πρώην γυναίκα μου!… (σ.σ.: χαμογελά πικρά). Όμως εδώ και χρόνια έχω ένα πάρα πολύ καλό grand piano της Yamaha που με καλύπτει πλήρως»

Παρότι εβδομηνταριών χρονών, τούτος ο Άρχοντας των

του Γιώργου Πισσαλίδη 

Πέθανε το Σάββατο η βασίλισσα του δημοτικού τραγουδιού, Φιλιώ Πυργάκη μετά από χρόνια μάχης με τον καρκίνο. Πολλοί καλλιτέχνες αναφέρθηκαν σε αυτήν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μια από αυτούς υπήρξε η γνωστή στο διεθνές κύκλωμα της world music, Kρίστη Στασινοπούλου , που τα άλμπουμς της, όπως “Τα Μυστικά των Βράχων” και Greekadelica έχουν ανέβει στο Νο 1 των Ευρωπαϊκών Τσαρτς των Μουσικών του Κόσμου (World Music Charts Europe) συνδυάζοντας παραδοσιακούς ελληνικούς ρυθμούς και ήχους, βυζαντινούς φωνητικούς τύπους, ρεμπέτικο, έθνικ, ψυχεδέλεια , αμπιεντ και electronica.

Γράφει η Κρίστη:

“Και γιατί εγώ μεγάλωσα, θαυμάζοντας μονάχα τη Μπέσυ Σμιθ, τη Μπίλι Χόλιντεϊ, τη Τζάνις Τζόπλιν; Αφού πλάι μου την είχα την Φιλιώ Πυργάκη και τις άλλες, γιγάντιες γυναίκες τραγουδίστριες, γνήσιες, αυθεντικές και ακούραστες διασκεδάστριες, φωνάρες, ψυχάρες!

Απλά έτυχε να γεννηθούν σε μια χώρα, που κόμπλαρε και ακόμα κομπλάρει να αποδεχτεί και να υποστηρίξει τη δική της μουσική παράδοση και ντρέπεται γι’ αυτήν μέχρι και σήμερα, το 2021.

Ευτυχώς που κάθε τόσο γκρεμίζονται μέσα μου οι διάφοροι μύθοι και οι προκαταλήψεις της γενιάς μου και έτσι πρόλαβα και την ανακάλυψα έγκαιρα.

Καλό σου ταξίδι Φιλιώ στα πανηγύρια των άλλων διαστάσεων!”

του Γιώργου Πισσαλίδη  Πέθανε το Σάββατο η βασίλισσα

Πρόλογος – Επιμέλεια : Σπύρος Δημητρίου

Tα μάτια στις βυζαντινές εικόνες,
αγίων και μαρτύρων, τα εκστατικά,
είναι διαφορετικά απ’ των αρχαίων αγαλμάτων.

– Ω δόξα της πατρίδας μου διπλή κι’ απέραντη
χαρά η προσφορά, ανθρώπινη,
δική σου παρηγοριά και διδαχή σου.

Σ’ ολόκληρη την όρθωση, την άρθρωση
του ωραίου σώματός των, είναι υπεροπτικά
σχεδόν, τα ελληνικά αγάλματα
και στην ευγενική θωριά, το βλέμμα
δείχνει αλλού να θεωρεί.

Oι άγιοι μονάχο δε σ’ αφήνουνε,
το στρογγυλό τους μάτι ολάνοιχτο,
κι’ ωσάν έκπληκτο, σε παρακολουθεί
σε μυστικήν, ενδόμυχη ατένιση σε οδηγεί
για να πιστέψεις στο δικό τους όραμα
με πάσαν την υποταγή.
Όχι πια φοβισμένη,
μα φωτισμένη απ’ της ψυχής το νόημα
που αντελήφθη και ομολογεί.(1)

Πολυβραβευμένη ποιήτρια, θεατρική συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια η Ζωή Καρέλλη, γεννήθηκε στο 1901 στη Θεσσαλονίκη. Χρυσούλα Αργυριάδου το πραγματικό της όνομα, αδελφή του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, έζησε και δημιούργησε στην πρωτεύουσα των προσφύγων, στη πόλη που την χαρακτήρισε και την χαρακτήρισε. Μαζί με τον Γιώργο Βαφόπουλο, τον Γιάννη Θέμελη, τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, τον Ντίνο Χριστιανόπουλος και τον Μανώλη Αναγνωστάκη θα προσθέσω εγώ, παρ’ όλο που έζησε τα πιο πολλά του χρόνια στην Αθήνα, αποτελούν τις κολώνες της λεγόμενης ποιητικής σχολής της Θεσσαλονίκης. Έτσι δεν είναι καθόλου τυχαίος ο τίτλος που της αποδίδει ο καθηγητής του Διοικητικού Δικαίου και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου Δημήτρης Κόρσος, σ’ ένα κριτικό του σημείωμα, « ως πρώτης κυρίας της πνευματικής Θεσσαλονίκης».

Γράφει ενδεικτικά γι’ αυτήν: «Η παλαιά αντίθεση φιλοσοφίας και ποιήσεως(παλαιά δε τις διαφορά φιλοσοφία τε και ποιητική, κατά τον Πλάτωνα), η παλαιά εκείνη αντίθεση προβάλλει στο έργο όχι ολίγων εκ των νεωτέρων ποιητών. Προβάλλει δε ανάγλυφη και στο ποιητικό έργο της Ζωής Καρέλλη. Η ποιήτρια, στην προσπάθειά της να αποκαλύψει τις μυστικές πηγές των φαινομένων της Ζωής και του Θανάτου, καθώς και την κλείδα της εξηγήσεως αυτών, εισήλθε στο στίβο της ποιητικής τέχνης με ένα βαρύ διανοητικό και δη υπαρξιακό οπλισμό. Εφόρτωσε τα ποιητικά της μέσα με αγωνιώδη φιλοσοφικά ερωτήματα. Διότι, πράγματι, η ποιήτρια(η πρώτη αυτή κυρία της πνευματικής Θεσσαλονίκης) εχρησιμοποίησε ποιητική γλώσσα στεγνή, απότομη, διανοητική, άνευ λυρικών εξάρσεων, γλώσσα(με μια λέξη) κοντά στα πράγματα, όχι έξω από αυτά».

Σ’ αυτές τις λίγες γραμμές ο καθηγητής Δ. Κόρσος συμπυκνώνει γλαφυρά το τι ήταν ως ποιήτρια η Ζωή Καρέλλη και τα ίδια μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι ισχύουν και για το δοκιμιακό της έργο, περιεκτικό, ουσιαστικό, διανοητικό και συνάμα βαθιά ελληνικό. Ας σταθούμε λοιπόν σ’ αυτό το τελευταίο, το ελληνικό, , τιμώντας τη μνήμη της είκοσι τρία χρόνια από το μεγάλο της ταξίδι(16 Ιουλίου 1998), μ’ ένα σπουδαίο κείμενό της που απαντούσε στο ερώτημα: «ποια είναι η αποστολή του Ελληνισμού σήμερα;» (ερώτημα πάντα επίκαιρο και σήμερα ιδικά ακόμα πιο πολύ), όπως αυτό είχε τεθεί το μακρινό 1978 από το περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ» σε σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους του τόπου. Η μεγάλη ποιήτρια της συμπρωτεύουσας έγραφε:

Ζωή Καρέλλη και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος το 1959 στην παραλία της Θεσσαλονίκης

«ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΑΙΡΙΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Όταν τεθεί ένα τέτοιο ερώτημα, αμέσως ο νους και το αίσθημα του ανθρώπου, του Έλληνα ανθρώπου, στρέφεται και ζητάει να καταφύγει, ακόμα και να ξεφύγει στο παρελθόν το ξεχωριστό, το μοναδικό. Να θυμηθεί, ν’ αναφερθεί σ’ αυτό αλλά και να δοκιμαστεί από την καταφυγή στη μακραίωνη δόξα και τιμή.

Θαυμάσιο το καταφύγιο όμως κι επικίνδυνο, καθώς στη γοητεία του καραδοκεί βαθύτατη θλίψη.

Ας αφήσουμε λοιπόν του έξοχους χώρους που ανήκουν στον κόσμο όλων των ανθρώπων κι ας έρθουμε με μιας, διαγράφοντας το πιο φανταστικό σε ποικιλία τόξο, στο παρόν μας. Όχι μα την πρόθεση να λησμονήσουμε. Τούτο άλλως τε θα ήταν αδύνατο. Η διανόηση βέβαια δείχνει να παραμερίζει ότι δεν ενδιαφέρει άμεσα, όμως το σώμα δε λησμονεί. Και το σώμα του ανθρώπου τούτης της δικής μας γης δεν γίνεται να λησμονήσει. Μόνο που χρειάζεται να θυμάται με τον πρέποντα τρόπο και να έχει το αίσθημα οξύ, οδυνηρό ίσως αλλά και σωστό του παρόντος.

Με την ιδιότητά μου σαν ανθρώπου να ζω την δική μου ζωή, την ιδιαίτερή μου ύπαρξη στο Χρόνο που μου ανήκει, στρέφομαι στο παρελθόν και το εννοώ χάρη σε δικές μου εμπειρίες που με οδηγούν δίχως φόβο φθοράς να το αντιμετωπίζω και να δοκιμάζομαι.
Ο Χρόνος είναι τρισυπόστατος, πως είναι δυνατόν να φαντάζομαι και να σκέφτομαι το μέλλον απομονωμένο, ας είναι και νόμιμα και σωστά;

Χαλεποί οι πολυπράγμονες και συναρπαστικοί καιροί που γνωρίζουμε και δεν παύουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε. Τα προβλήματα συμπλέκονται και πως θα προχωρήσω εγώ, περίδεος άνθρωπος ενός παρόντος συνταρακτικού όπου έχουν συσσωρευτεί σπουδαίες υποθέσεις και προθέσεις αλαλάζουσες!

Για μένα όμως, άνθρωπο που η ζωή του η ελληνική έχει αρχίσει με τον ύπουλα γαλήνιο πρώτα, τρικυμισμένο κατόπιν και κυμαινόμενο, ακόμα και προς το τέλος του, αυτόν αιώνα, έντονα παρούσα είναι, σαν αρχή μου του βίου, πρώτα το όνειρο κι ύστερα το γεγονός, το χάρισμα της ελευθερίας, της ελληνικής ελευθερίας. Αίσθημα που γι’ αυτό δεν θέτονταν συζήτηση, δεν χωρούσε αμφιβολία, αίσθημα ακέραιο, όπως η πνοή της ζωής, χωρίς δισυπόστατες επιβουλές.

Ποτέ δε θα λείψει στην πορεία του βίου μου η πραγματικότητα της εισόδου του ελληνικού στρατού στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Εν τούτοις:

«1900, καθώς άρχισε ο αιώνας, / δεν γνωρίσαμε ησυχία/ σε τούτη τη γη, πατρίδα ιδιαίτερη/ πολύ αγαπημένη Μακεδονία/ των Μακεδόνων, των Βυζαντινών/ τη χώρα τόσων αιώνων…»

Τούτο λοιπόν το παρελθόν σαν διαρκές παρόν, με τις διπλόηχες αναμνήσεις φέρνω μέσα μου ώσπου να προστεθεί σ’ αυτό, το άλλο ανεξάληπτο εκείνο μέγα συμβάν, εκείνο της μοναδικής, υψηλόφρονης αντοχής του έθνους ημών στα 1940, με τα άπειρα παραδείγματα γενναιότητας απλής κι αυθόρμητης, αντάξιας των προγόνων.

Ολόκληρη ζωή δε θα έφτανε για να ευγνωμονώ τους νεκρούς που με την αντοχή τους, τότε, διαφύλαξαν το χάρισμα της ελευθερίας στον τόπο αυτό.

Αλλά τώρα, ας θεωρήσω και το επερχόμενο μέλλον, και τον προορισμό μου σ’ αυτό. Στο παρόν μπορεί το πικραμένο μυαλό μου πολλά να μου ιστορήσει, και η διανόηση έτοιμη είναι να προβάλει τους καυμούς και τις επιβουλές από δικούς και ξένους, για να μ’ εμποδίσει. Μπορεί η στυγνή εποχή με τις αντιφάσεις αλύπητα να εισχωρήσει, με τις υπόνοιες, τις αμφιβολίες, τις απηνείς διαπιστώσεις, παρατηρήσεις για ότι συνέβη, για ότι γίνεται απερίσκεπτα, για κείνα τα σωστά και πρέποντα που χρειάζονται για ν’ αντιμετωπιστεί, και να στερεωθεί και να υπάρξει το μέλλον του Ελληνισμού. Κι όλα μπορούν να γίνουν, να συμβούν, να είναι πλούτος ζωής για μένα τον Έλληνα άνθρωπο, φτάνει να συγκρατηθώ και να κρατήσω την αντοχή μου.

Γνωρίζω τα παράπονα και τις κατηγορίες, μα δε περιορίζομαι στο να κρίνω τις ύποπτες αδυναμίες και ξέρω πόσα χρειάζεται να παραμερίσω και ν’ αγωνιστώ εγώ που έχω τέτοιες καταθέσεις χρόνων ύπαρξης και αντοχής εντός μου. Ο προορισμός του Ελληνισμού είναι αγώνας, αλλά το ξεχωριστό που έχει να προσφέρει το έθνος αυτό, το αρχαίο και παλαιό, το διαρκώς ανανεούμενο, στο γνήσιο πάθος του – κι αυτό δισυπόστατο που σ’ αυτό όμως οφείλεται η αντοχή του και οι δοκιμασίες του – είναι η ελευθερία, ακόμα και με όλα όσα φέρνει και παρασέρνει αντίθετα και σύμφωνα για την ύπαρξή του στο Χρόνο.

Άλλα μικρά έθνη ευημερούν γενικά, ειρηνικά και άνετα.

Σε μένα τον Έλληνα δεν έχει ακόμα δοθεί να ησυχάσω.

Η χαριτωμένη χώρα μου που αυτή μου δίνει την αντοχή μου – κι όμως κάποτε την εγκαταλείπω για να δω αλλού την τύχη μου, – δεν φεύγει από την αγάπη μου. Τούτη η χώρα με την καταπληκτική ιστορία, με το βασανισμένο δισυπόστατο παρόν, αυτή η δική μου «γλυκυτάτη Πατρίς» που όπου και να βρίσκομαι μου είναι αλησμόνητη και γι’ αυτό ζητώ να ξεπεράσω τα δεινά των αντιφάσεών μου, αυτή είναι το καθεαυτό μέλλον μου, σ’ αυτήν στρέφομαι κι επιστρέφω, για να βρίσκω τη γνησιότητά μου κι αντιστέκομαι στα πάντα, με πάσα την αντοχή μου κι αισθάνομαι να υπάρχω στο Χρόνο, περ’ απ’ τη στεγνή και στενή πραγματικότητα, πέρα απ’ την απιστία ακόμα κι απ’ την πίστη μου που μπορεί να περιορίζεται στη σύντομη ζωή μου, πέρα ακόμη κι από όποιαν ελπίδα και βεβαιότητα για το μέλλον, όταν το παρελθόν είναι ακατάλυτο μέσα μου και το παρόν στις αντιθέσεις του είναι ομολογία της αντοχής μου.

Ίσως η μαθητεία στους καιρούς που έτυχε να ζήσω με οδήγησε να αισθάνομαι, να βλέπω το συμπαγές του Χρόνου και το σπειροειδές της εξέλιξης του ανθρώπου γενικώτερα και σε τούτο το σχήμα ακριβώς περιστροφικό δεν είναι δυνατό παρά να πιστεύω και στο διαρκές, στην επιστροφή και την επανάληψη, να πιστεύω στην παρουσία του Ελληνισμού και της απειράριθμης προσφοράς του».(3)

Πηγές :
1 Τα Εικονίσματα III από Tα ποιήματα, Tόμος Πρώτος Oι εκδόσεις των Φίλων Αθήνα 2000
2. Τετράδια της ΕΥΘΥΝΗΣ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΖΩΗΣ ΚΑΡΕΛΛΗ ΩΣ ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ ΤΗΣ «ΠΕΠΟΙΚΙΛΜΕΝΗΣ αρ. 35 Εκδόσεις περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ Αθήνα 1997
3. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΥΘΥΝΗ τεύχος 84 Αθήνα 1978.

Πρόλογος – Επιμέλεια : Σπύρος Δημητρίου Tα μάτια

του Βασίλη Κουτσαβλή, Προέδρου του Συλλόγου Φίλων του Κτήματος Τατοίου

Καθώς τελευταία πληθαίνουν οι ψηφίδες της συνολικής εικόνας για τη νέα εποχή του κτήματος Τατοΐου, ο πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων, Βασίλης Κουτσαβλής, μας ξεναγεί στο κτήμα Chatsworth του Ηνωμένου Βασιλείου, που αποτελεί τον οδηγό για την αναβίωση και λειτουργία του κτήματος στο Τατόι.

Έχοντας επισκεφθεί το κτήμα Chatsworth και έχοντας μελετήσει εις βάθος τόσο την ιστορία του όσο και τον τρόπο διοίκησής του, ο Βασίλης Κουτσαβλής γράφει στο iefimerida για το πώς το παράδειγμα του Chatsworth μπορεί να αποτελέσει οδηγό για τη σοβαρή διαχείριση και λειτουργία του π. Βασιλικού Κτήματος Τατοΐου. Πολυταξιδεμένος, έχει μελετήσει εις βάθος τη λειτουργία πολλών κτημάτων, κάστρων, παλατιών στην Ευρώπη, συλλέγοντας από το 2008 πλούσιο υλικό, γνώσεις και εμπειρίες, που αποτελούν ταυτόχρονα πολύτιμο υλικό για τη λειτουργία του κτήματος Τατοΐου. Ακολουθεί το κείμενό του…

Το case study του Chatsworth -Πώς «κουμπώνει» στο Τατόι

Το κτήμα Chatsworth του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί ίσως το πιο ιδανικό παράδειγμα για μια μελλοντική αξιοποίηση του π. Βασιλικού Κτήματος Τατοΐου. Τόσο το μέγεθός του, αλλά κυρίως ο τρόπος λειτουργίας του προσομοιάζει κατά πολύ στο όραμά μας για το Τατόι. Για τον λόγο αυτό ξεκίνησα να μελετώ το κτήμα αυτό από το 2008. Κατά τις επισκέψεις μου στο Chatsworth ήρθα σε επαφή με ένα μοναδικό σύστημα διοίκησης και λειτουργίας του κτήματος και αυτός ήταν και ο λόγος που στις προτάσεις του Συλλόγου Φίλων Κτήματος Τατοΐου για την αξιοποίηση του Τατοΐου χρησιμοποιήσαμε το κτήμα Chatsworth ως οδηγό. Το 2012 παρουσιάσαμε αυτό το σχέδιο αξιοποίησης στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό. Το σχέδιο έτυχε ένθερμης υποδοχής. Ήταν ευχάριστη έκπληξη όταν στις 19 Ιανουαρίου 2021, στην τηλεδιάσκεψη υπό τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, μας παρουσιάστηκε η μελέτη βιωσιμότητας του Τατοΐου και είδαμε ότι το Chatsworth ήταν το κτήμα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε και η μελέτη βιωσιμότητας. Μια ακόμα νίκη της κοινωνίας των πολιτών που δείχνει τον δρόμο για την αξιοποίηση και την ορθή διαχείριση του κτήματος Τατοΐου.

Στο εσωτερικό του αρχοντικού Τσάτσγουωρθ Χάουζ

Πάμε λοιπόν να δούμε στις επόμενες γραμμές το case study του Chatsworth και την απόλυτη συνομιλία του με το Τατόι. Η εφαρμογή του μοντέλου διαχείρισης του Chatsworth στο Τατόι μπορεί να εγγυηθεί το μέλλον του κτήματος Τατοΐου, τη βιωσιμότητά του, τη διασφάλιση της αειφορίας του και να το μετατρέψει σε πόλο έλξης παγκοσμίως, αρκεί να ληφθούν υπόψιν κάποιοι σοβαροί παράμετροι.

Η διοίκηση του Chatsworth

To Chatsworth είναι η ιδιωτική εξοχική κατοικία των Δουκών του Devonshire (Οικογένεια Cavendish) από το 1589 και λειτουργεί ως αγρόκτημα στην περιοχή του Chesterfield του Ηνωμένου Βασιλείου. Θεωρείται ως ένα από τα πλέον αγαπημένα και χαρακτηριστικά εξοχικά παλάτσα του Ηνωμένου Βασιλείου. Η έκταση του περιλαμβάνει λιβάδια, δάση, ποτάμια και λίμνες και το αγρόκτημα έχει μια μακρά παράδοση στην παραγωγή εξαιρετικών κρεάτων και αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων. Στο κεντρικό κτίριο μπορεί κανείς να θαυμάσει μια εξαιρετική συλλογή έργων τέχνης και αντικειμένων που ανήκει στην Οικογένεια Cavendish.

Aναμμένοι φούρνοι, κρεβάτια στρωμένα σαν έτοιμα να κοιμηθείς συνθέτουν την εικόνα πραγματικής ζωής του χώρου

Στις αρχές του 20ού αιώνα η φορολογία, το κληρονομικό δίκαιο και οι κοινωνικές συνθήκες άλλαξαν ραγδαία. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επέφερε ένα δραματικό πλήγμα σε όλα τα μεγάλα εξοχικά σπίτια της αριστοκρατικής τάξης με δραματικές συνέπειες στη συντήρησή τους και τη λειτουργία τους. Πολλά μέλη της αριστοκρατικής τάξης έχασαν την ζωή τους στον πόλεμο με αποτέλεσμα κάποιες οικογένειες να ξεκληριστούν ολοκληρωτικά. Όσοι εργάζονταν μέχρι τον πόλεμο ως υπηρετικό προσωπικό και κρατούσαν ζωντανά αυτά τα μεγάλα σπίτια αναζήτησαν αλλού την τύχη τους. Πολλές γυναίκες πια αποφάσισαν να εργαστούν σε εργοστάσια και γραφεία και όχι ως υπηρέτριες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χαθεί ένας ολόκληρος μικρόκοσμος και μια ολόκληρη εποχή μέσα σε πολύ λίγα χρόνια.

Μετά τον πόλεμο το Ηνωμένο Βασίλειο βίωσε μια πραγματικά βάρβαρη καταστροφή της αρχιτεκτονικής του κληρονομιάς κάτι που συνέβη και στην Ελλάδα αλλά για άλλους λόγους. Πολλά από αυτά τα μεγάλα σπίτια του Ηνωμένου Βασιλείου μαράζωσαν, βανδαλίστηκαν, καταστράφηκαν και πολλά κατεδαφίστηκαν. Τα λίγα που επιβίωσαν, επιβίωσαν γιατί οι ιδιοκτήτες τους τα παραχώρησαν στο National Trust, αυτόν τον εκπληκτικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό που διέσωσε και διασώζει έναν τεράστιο πλούτο του Ηνωμένου Βασιλείου αρχιτεκτονικό και φυσικό. Η περίπτωση του Chatsworth με απόφαση της Οικογένειας Cavendish δεν ακολούθησε αυτό τον δρόμο. Μέχρι το 1946 η Οικογένεια αναγκάστηκε να πουλήσει μεγάλα τμήματα του κτήματος και άλλα ακίνητα, έργα τέχνης, βιβλία κτλ για να καλύψει έξοδα μεταβίβασης κληρονομιάς και την φορολογία γενικότερα μέσα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον όπου τα έσοδα της αγροτικής παραγωγής μειωνόταν και οι δύο πόλεμοι ανέτρεψαν το status quo αιώνων.

Το 1946 ιδρύθηκε από την οικογένεια ένα trust (ίδρυμα) θα λέγαμε για να αναλάβει την διαχείριση του κτήματος. Η οικογένεια αποφασίζει να περιοριστεί σε ένα μικρό τμήμα του κεντρικού κτιρίου και να ανοίξει το υπόλοιπο κτίριο και το κτήμα με τους στάβλους και τα λοιπά βοηθητικά κτίρια στο κοινό. Μια κίνηση ανάλογη με το διαχειριστικό σύστημα του National Trust. To 1981 η νομική οντότητα του Chatsworth Trust λαμβάνει την μορφή που έχει σήμερα. Διοικείται από 8μελές διοικητικό συμβούλιο στο οποίο συμμετέχουν μόνο δύο μέλη της οικογένειας και τα υπόλοιπα 6 μέλη είναι διακεκριμένες προσωπικότητες που γνωρίζουν πολύ καλά το κτήμα και την ιστορία του και έχουν μεγάλη τεχνογνωσία στην διαχείριση αντίστοιχων χώρων. Τα ετήσια έξοδα του κτήματος ανέρχονται σε περίπου 4 εκατομμύρια στερλίνες. Το Trust έχει αναλάβει από την οικογένεια Cavendish την διαχείριση του κτήματος για 99 έτη. Η Οικογένεια μένει στο κεντρικό κτίριο και πληρώνει στο trust ενοίκιο στα επίπεδα ενοικίων της αγοράς. Τα ίδια μέλη της οικογένειας έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό της νέας εποχής του κτήματος και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να αποτελούν τους καλύτερους πρεσβευτές του κτήματος που με τις ενέργειές τους και την εργασία τους συμμετέχουν ενεργά στην προσπάθεια αύξησης της ετήσιας επισκεψιμότητας του κτήματος.

Χώρος για παιχνίδια και οικογενειακή αναψυχή στο Τσάτσγουορθ Χάουζ

9,7 εκατομμύρια στερλίνες τον χρόνο μόνο από τα εισιτήρια

Το διοικητικό συμβούλιο ασκεί μια πρωτοποριακή και υποδειγματική διοίκηση του κτήματος. Το μεγαλύτερο μέρος των ετήσιων εσόδων προέρχεται από τα εισιτήρια του κεντρικού σπιτιού και των κήπων. Το 2019 από την ενημέρωση που είχα από την γενική διεύθυνση του κτήματος τα έσοδα αυτά υπολογίζονταν στα 9,7 εκατομμύρια στερλίνες. Το κτήμα είναι ανοιχτό για το κοινό από τα μέσα Μαρτίου μέχρι τις αρχές του Ιανουαρίου. Στην περίπτωση του Τατοΐου μιλάμε για λειτουργία καθ’ όλη την διάρκεια του έτους πλυν ίσως κάποιας περιόδου όπου θα πρέπει να παραμένει κλειστό για λόγους συντήρησης.

Βλέπουμε λοιπόν πόσο σημαντικό είναι το Κτήμα Τατοΐου να μπορεί να διαχειρίζεται το σύνολο των εισιτηρίων του. Με τα μέχρι τώρα δεδομένα τα εισιτήρια των μουσείων στην Ελλάδα δεν τα διαχειρίζονται τα ίδια τα μουσεία, αλλά πηγαίνουν στο πρώην ΤΑΠ, νυν ΟΔΑΠ. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το κτήμα Τατοΐου να μαραζώνει οικονομικά, να μην μπορεί να αυτοσυντηρηθεί και να μην μπορεί να διαχειρίζεται το εισόδημα που παράγει. Στο Chatsworth αυτά τα χρήματα αποτελούν τον κορμό του αδιάλειπτου προγράμματος συντήρησης τόσο των κτιρίων όσων και των κήπων και του δάσους, αγοράς έργων τέχνης και αντικειμένων του σπιτιού που είχαν χαθεί και είχαν πουληθεί στο παρελθόν.

Κηπουροί από όλο τον κόσμο εκπαιδεύονται στους κήπους του

Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι χώροι σύνθετοι όπως το Τατόι δεν μπορεί να διαχειρίζονται ως ένα απλό μουσείο. Η συντήρηση των κήπων, του δάσους και ενός δημοσίου κτήματος 42.000 στρεμμάτων οφείλει να γίνεται με απρόσκοπτη ροή χρηματοδότησης που θα προέρχεται από τα παραγόμενα έσοδα του κτήματος. Κάθε άλλη σκέψη θα οδηγήσει το όλο εγχείρημα στην απαξίωση και στην μη βιώσιμη λειτουργία του. Στα έτη που η επισκεψιμότητα του Chatsworth είναι αυξημένη και τα έξοδα συντήρησης βαίνουν μειούμενα ο οργανισμός του κτήματος οδηγεί τα επιπλέον κεφάλαια στο αποθεματικό του κτήματος με τα οποία αντιμετωπίζονται έκτακτα έξοδα σε δύσκολες περιόδους χωρίς έσοδα εισιτηρίων όπως αυτή που διανύουμε τώρα λόγω Covid.

Στα έσοδα των εισιτηρίων το κτήμα προσθέτει το σύνολο των εσόδων από τα ενοίκια των πωλητηρίων, των καφέ και των εστιατορίων και τις γενικότερες εμπορικές δραστηριότητες αναψυχής, εκθέσεων κτλ. Το 2019 αυτό το ποσό υπολογίστηκε στα 3.8 εκατομμύρια στερλίνες. Εαν προσθέσουμε και τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, δωρεές, συνδρομές κτλ τα συνολικά έσοδα του κτήματος το 2019 ήταν 14,8 εκατομμύρια στερλίνες. Τα έξοδα για το 2019 υπολογίστηκαν στα 13,6 εκατομμύρια στερλίνες. Το κτήμα απασχολεί 120 μόνιμους υπαλλήλους και 240 part-time προσωπικό, 173 εθελοντές και 30 άτομα που κάνουν την πρακτική τους και εργάζονται σε τομείς λειτουργίας του κτήματος. 24 άτομα το μόνιμου προσωπικού είναι κηπουροί για τους κήπους και τις εκτάσεις του κτήματος με κύριο στόχο να διατηρούν το κτήμα σε μια άψογη κατάσταση. Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι κηπουροί από μεγάλους οργανισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου θέλουν να μετεκπαιδευτούν στο Chatsworth και εργάζονται στο κτήμα για να ενισχύσουν τις γνώσεις τους και την επαγγελματική τους εμπειρία.

Οι εμπορικές δραστηριότητες του κτήματος Chatsworth

Είχα μείνει πραγματικά εντυπωσιασμένος από τους χιλιάδες κωδικούς στα πωλητήρια του κτήματος. Κωδικοί που δεν αφορούν μόνο την ιστορία του κτήματος αυτή καθαυτή. Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η ποικιλία των εμπορευμάτων. Εξαιρετικά ποιοτικά προϊόντα που αποπνέουν ρομαντισμό και αφορoύν την διακόσμηση του σπιτιού, το μπάνιο, την κουζίνα, τον κήπο. Καλλυντικά, πορσελάνες, προϊόντα γραφείου, ρούχα, αξεσουάρ, κοσμήματα, κτλ αποτελούν τον κύριο κορμό αυτών των εμπορευμάτων.

Το Farm-Shop ήταν μια πρωτοποριακή για την εποχή της ιδέα της Δούκισσας του Devonshire Deborah μιας εκ των 6 αδερφών Mitford. Οραματίστρια και πολύ δημιουργική και εργατική ήταν αυτή που άλλαξε το Chatsworth και έβαλε τα θεμέλια για αυτό που είναι σήμερα. Γεννήθηκε το 1920 και πέθανε το 2014. Έζησε τις πιο δραματικές περιόδους του κτήματος και βίωσε τις συγκλονιστικές αλλαγές που επιτελέστηκαν στην βρετανική κοινωνία. Σε αυτή οφείλει το Chatsworth τη νέα του εποχή. Η Δούκισσα ήταν το κύριο δημόσιο πρόσωπο του Chatsworth για πολλές δεκαετίες. Έγραψε αρκετά βιβλία για το Chatsworth και έπαιξε βασικό ρόλο στην αποκατάσταση του σπιτιού, στην αποκατάσταση του κήπου και στην ανάπτυξη εμπορικών δραστηριοτήτων όπως το Chatsworth Farm Shop (το οποίο βρίσκεται σε πολύ διαφορετική κλίμακα από τα περισσότερα καταστήματα αγροκτημάτων, καθώς απασχολεί σήμερα περίπου εκατό άτομα).


Η εξαιρετική περίπτωση του Farm Shop

Είναι ένα φανταστικό κατάστημα που πουλά όλα τα γεωργικά και κτηνοτροφικά βιολογικά προϊόντα του κτήματος. Αυτό δημιουργεί έμμεσα δεκάδες θέσεις στον αγροτοδιατροφικό τομέα, ενισχύοντας την τοπική κοινωνία και χτίζει θέσεις για τους νέους να μείνουν στον τόπο τους. Αν προσθέσουμε και τις υπηρεσίες τροφοδοσίας και catering του Chatsworth καi ένα εξαιρετικό brand το Chatsworth Food, το οποίο πουλά μια πολυτελή γκάμα τροφίμων που φέρουν την υπογραφή της και έχουν γίνει ανάρπαστα μιλούμε για ένα εξαιρετικό πλαίσιο λειτουργίας εξαιρετικά κερδοφόρο. Η ίδια η Δούκισσα ως πολύ δημιουργικός άνθρωπος και με υψηλή αισθητική και άποψη στην διακόσμηση δημιούργησε το Chatsworth Design, το οποίο πουλά δικαιώματα εικόνας σε αντικείμενα και σχέδια από τις συλλογές Chatsworth. Πολύ συχνά η ίδια στελέχωνε το γραφείο εισιτηρίων, έκανε ξεναγήσεις και βρισκόταν στα πωλητήρια του κτήματος βάζοντας την προσωπική της πινελιά και το ταμπεραμέντο της εκπαιδεύοντας το προσωπικό της πρώτης γραμμής. Η ίδια δημιούργησε τα Cavendish Hotel στο Baslow, κοντά στο Chatsworth, και το Devonshire Arms Hotel στο Abbton Abbey εντάσσοντας τον τομέα της φιλοξενίας στις υπηρεσίες του Chatasworth. Με μια εξαιρετική αναπαλαίωση των σπιτιών της φάρμας και άλλων κτιρίων του κτήματος κατάφερε να δημιουργήσει υπηρεσίες φιλοξενίας υψηλού επιπέδου και εξαιρετικά κερδοφόρες σήμερα για τα οικονομικά του κτήματος. Είναι όλα αυτά που βλέπουμε και στο κτήμα Τατοΐου, μιας και το κτήμα διαθέτει όλες αυτές τις προοπτικές.

Το μέλλον του κτήματος Τατοΐου

Με βάση λοιπόν τον οδικό χάρτη των καλών παραδειγμάτων του εξωτερικού θα πρέπει να κινηθεί και η αξιοποίηση του π. βασιλικού κτήματος Τατοΐου. Η βαρύτητα θα πρέπει να δοθεί όχι στην διεκπεραίωση απλά χρόνιων προβλημάτων του κτήματος, αλλά σε μια ποιοτική αποκατάσταση του συνόλου του κτήματος με απόλυτη προσήλωση σε έναν διεθνή κώδικα αισθητικής. Το Τατόι δεν είναι ένα μουσείο όπως όλα τα άλλα. Τα μουσεία στην Ελλάδα είναι κατά κύριο λόγο κτίρια που χτίστηκαν ή χτίζονται για να είναι Μουσεία. Η βαρύτητα δίνεται κατά κύριο λόγο στον κινητό πλούτο τους, στις προθήκες και στους τρόπους έκθεσης.

Το Ανάκτορο του Τατοΐου είναι μια ξεχωριστή περίπτωση. Το ίδιο το κτίριο είναι Μουσείο ανεξαρτήτως του κινητών εκθεμάτων που θα το γεμίσουν. Οπότε η βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην ενιαία αισθητική αποκατάσταση του κτιρίου. Σαφώς και δεν θα λειτουργεί πλέον ως Ανάκτορο αλλά θα πρέπει να θυμίζει αυτή την χρήση για να γίνει ελκυστικό σε ένα κατά ομολογία εξαιρετικά εκπαιδευμένο παγκόσμιο τουριστικό κοινό. Το ίδιο το κτίριο οφείλει και πρέπει να ταξιδεύει τον επισκέπτη στην αρχική του μορφή. Σαν ένα λειτουργικό μεγάλο εξοχικό όπου έζησαν και φιλοξενήθηκαν σε αυτο ιστορικά πρόσωπα που συνδέθηκαν με πάνω από έναν αιώνα σύγχρονης ελληνικής και ευρωπαϊκης ιστορίας.

Επαναπατρισμός των χαμένων αντικειμένων

Η μάχη που πρέπει να δοθεί είναι το κτίριο να αποκατασταθεί με τα υψηλότερα standards και με μια κορυφαία αισθητική. Δεν είναι απλά 4 ντουβάρια που μέσα θα ρίξουμε τα χιλιάδες κινητά αντικείμενα. Το κτίριο θα πρέπει να εκφράζει τους αισθητικούς κώδικες του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου. Από την στιγμή που σοφά ελήφθη η απόφαση να επανέλθει στο χρόνια του Γεωργίου Α’ θα πρέπει με συνέπεια να επανέλθει σε αυτή την εποχή. Τα προβλήματα σε αυτό είναι αρκετά μιας και απουσιάζει ή δεν έχει ταξινομηθεί εξαιρετικά πολύτιμο αρχειακό υλικό που θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό για την μελλοντική αποκατάσταση. Ο κινητός εξοπλισμός του Ανακτόρου στα χρόνια του Γεωργίου Α έχει διαμελιστεί και σκορπιστεί στα μήκη και πλάτη της γής. Οφείλουμε να ετοιμάσουμε ένα φιλόδοξο σχέδιο επαναπατρισμού αντικειμένων και ενίσχυσης της μουσειακής συλλογής με αυτά τα αντικείμενα. Στην περίπτωση του Τατοΐου ελοχεύει ο κίνδυνος να κατασκευάσουμε ένα Μουσείο που κτιριολογικά θα ανήκει στο τέλος του 19ου αιώνα και τα εκθέματά του να μην ανταποκρίνονται σε αυτή την εποχή.

Η μουσειολογική μελέτη θα είναι ίσως το πιο σύνθετο, δύσκολο και χρονοβόρο επόμενο βήμα. Έχουμε προτείνει στο Υπουργείο Πολιτισμού την σύσταση μιας ειδικής επιτροπής που θα παρακολουθεί στενά το θέμα αυτό. Η επιτροπή αυτή θα πρέπει να έχει και επιστήμονες από το εξωτερικό, εκτιμητές έργων τέχνης της συγκεκριμένης περιόδου ιδανικά από μεγάλο Οίκο δημοπρασιών, ιστορικούς τέχνης, μουσειολόγους κτλ. Απαραίτητη κρίνουμε την εμπλοκή καταξιωμένου σκηνογράφου και διακοσμητή που να έχει εμπειρία στην περίοδο αυτή. Στο Ανάκτορο θα πρέπει να φτιαχτεί ένα σκηνικό.

Από το οπτικό υλικό που έχουμε στην διάθεσή μας οφείλουμε να επαναφέρουμε το εσωτερικό του κτιρίου στην αρχική του κατάσταση. Έπιπλα που λείπουν και μέχρι να εντοπιστούν οφείλουν να αντιγραφούν και να παραχθούν ξανά, κουρτίνες, χαλιά και ταπετσαρίες το ίδιο. Οι αίθουσες υποδοχής του ισογείου θα πρέπει να αποκτήσουν και πάλι τον γύψινο και ζωγραφικό τους διάκοσμο ο οποίος ξεκάθαρα αποτυπώνεται στο φωτογραφικό υλικό που βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη και σε όσες φωτογραφίες έχουν δημοσιευθεί ή βρίσκονται σε ιδιωτικά αρχεία, περιοδικά κτλ. Η αίσθηση και η εμπειρία που θα αποκτά ο επισκέπτης δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα άλλο μουσείο στη χώρα μας.

Αναμμένοι φούρνοι, ξύλινα πατώματα που τρίζουν

Για τον λόγο αυτό το project είναι ξεχωριστό και δεν μπορεί να ακολουθήσει την «περπατημένη» που έχει ακολουθηθεί σε άλλα μουσεία στον ελλαδικό χώρο. Η διεθνής εμπειρία είναι πολύτιμη και θα πρέπει να κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας για να την εξασφαλίσουμε. Το αυτό ισχύει και για το Μουσείο Βασιλικών Αμαξών και Αυτοκινήτων. Τα καλά παραδείγματα παγκοσμίως είναι πολλά. Το Chatsworth είναι ένα από αυτά. Ο τρόπος που έχει στηθεί η μουσειολογική μελέτη του σπιτιού αυτού μαγεύει τον επισκέπτη. Όταν περνάς την πόρτα του κτιρίου τίποτα δεν θυμίζει ότι βρίσκεσαι στον 21ο αιώνα. Μεταφέρεσαι σε ένα νοητό ταξίδι στον χρόνο.

Ο φωτισμός, η μυρωδιά των ξύλων στα πατώματα, και η μυρωδιά του κτιρίου γενικότερα, το τρίξιμο στα πατώματα καθώς περπατάς, τα αντικείμενα που σε προσκαλούν να καθίσεις και να συμμετέχεις σε μια γιορτή, τα μπάνια και οι κρεβατοκάμαρες όλα μοιάζουν να είναι έτοιμα να λειτουργήσουν. Η αποκάλυψη σε αυτούς τους χώρους και ένα δικό μου προσωπικό ενδιαφέρον είναι πάντα οι κουζίνες.

Σε πολλά αντίστοιχα μουσεία έχουν στηθεί ολόκληρα σκηνικά με φούρνους που μοιάζουν αναμμένοι, με κατσαρόλες που βράζουν, με φρούτα και λαχανικά και κρεατικά έτοιμα να μαγειρευτούν. Η σύγχρονη τεχνολογία χρησιμοποιείται για να ζωντανέψει αυτούς τους χώρους, να μυήσει του επισκέπτες σε μια άλλη εποχή και έναν άλλο τρόπο ζωής. Και αυτό ακριβώς είναι που ενθουσιάζει τους επισκέπτες, που τους κάνει τους καλύτερους πρεσβευτές για την διαφήμιση του Μουσείου, που αυξάνει την επισκεψιμότητα, τα έσοδα και την βιωσιμότητα αυτών των χώρων.

Υπαίθρια προβολή του “Περηφάνια και Προκατάληψη” στο Τσατσγουωρθ Χάουζ που αναφέρεται και στο βιβλίο της Τζέην Ώστεν και εκεί γυρίσθηκε η ταινία του 2005

Εκεί πρέπει λοιπόν να στρέψουμε το βλέμμα μας. Στους απαιτητικούς πελάτες μας. Που θα μας επισκεφθούν και θα πρέπει να μην τους απογοητεύσουμε. Να τους χαρίσουμε ένα βίωμα και μια εμπειρία που θα τους ακολουθεί στις αναμνήσεις τους από την Ελλάδα. Το βίωμα που στη συνέχεια θα μεταφραστεί σε αγορά προϊόντων από τα πωλητήρια, που θα μεταφραστεί στην επένδυση χρόνου και χρήματος στο μνημείο. Είναι πραγματικά η μεγαλύτερη ανησυχία μου σε αυτήν τη φάση που έχει εισέλθει το πολύπαθο Τατόι. Θα πρέπει να μην χαθεί η μάχη της αυθεντικότητας και της αισθητικής. Και οφείλουμε να δουλέψουμε όλοι για αυτό. Και ειδικά εκείνοι που αγαπούν, γνωρίζουν και μπορούν να αποτελέσουν προστιθέμενη αξία σε όλο αυτό το σύνθετο και φιλόδοξο σχέδιο.

 

Πηγή: iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/politismos/ktima-chatsworth-tatoi-axiopoiisi-odigos

του Βασίλη Κουτσαβλή, Προέδρου του Συλλόγου Φίλων

Πρόλογος – επιμέλεια : Σπύρος Δημητρίου

Με την απόσταση που δημιουργεί αναγκαστικά ο χρόνος όταν η ύπαρξη αποκτά υφή με την τελευτή της, ατενίζουμε σήμερα τον Φώτη Κόντογλου με καθαρότερη ματιά αλλά και με καρδιά που βρίσκει την δύναμη να τιθασεύσει την αγάπη της στο ζυγό της δίκαιης κρίσης. Με την προσωπική του γλώσσα αξιοζήλευτη, την βαθιά ελληνική πεζογραφική του δημιουργία, την εμμονή του στα αρχέτυπα της ελληνικής παράδοσης και πίστης κι όλα αυτά σε συνδυασμό με το απαράμιλλο αγωνιστικό του παλμό τον ανέδειξαν επάξια σε αληθινό Δάσκαλο του Έθνους.

Ο Κόντογλου κατάφερε με το έργο του να ξαναγνωρίσουμε την βυζαντινή παράδοση, την ορθόδοξη αγιογραφία, την ορθόδοξη μουσική, οδηγώντας μας στον πλούτο των Πατέρων της Εκκλησίας μας, σαν μια ευθεία διαδοχή από τον Μακρυγιάννη και τον Παπαδιαμάντη, να δούμε και να βιώσουμε την Ορθοδοξία ως καρδιά του Νέου Ελληνισμού, ως ένα από τα ζωτικά κέντρα της πνευματικής ταυτότητας του λαού μας.

Ένας Νέος Ελληνισμός που βάλλεται σήμερα στη ρίζα του ιστορικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά,  καθώς διανύουμε τον χρόνο της επετείου για τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821.  Μια επανάσταση που  ήταν «αγιασμένη»,  όπως μας εξηγεί  ο Φώτης Κόντογλου στο θαυμάσιο  κείμενό του που ακολουθεί,  και δημοσιεύθηκε στο συλλογικό τόμο : «ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ. Η κιβωτός του Νέου Ελληνισμού», που εξέδωσε το περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ» το 1993.

Germanos, Metropolitan of Patras, Blessing the flag of Revolution, Theodoros Vryzakis, 1865, 16,4×1,26m, oel on canvas.
National Art Gallery and Alexandros Soutzos Museum, Athense? ??e???d??? S??t???

«Η ελληνική Επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στον κόσμο. Είναι αγιασμένη.

Η επανάσταση γίνεται τις περισσότερες φορές από κάποιες υλικές αιτίες, που είναι η σκλαβιά, η στέρηση, η κακοπέραση, τα βασανιστήρια, η περιφρόνηση. Η λευτεριά είναι η θεότητα που λατρεύει ο επαναστάτης, και γι’ αυτή χύνει το αίμα του. Μα τη λευτεριά, πολλές φορές, σαν την αποχτήσει ο επαναστάτης, δεν την μεταχειρίζεται για πνευματικούς σκοπούς, αλλά για να χαρεί την υλική ζωή μονάχα. Κοντά στην υλική ζωή έρχεται κ’ η πνευματική, μα τις περισσότερες φορές για πνευματική ζωή θεωρούνε οι άνθρωποι κάποιες απολαύσεις που είναι κι αυτές υλικές, κι ας φαίνουνται σαν πνευματικές.

Ένας επαναστάτης της γαλλικής Επανάστασης, να πούμε, θεωρούσε για πνευματικά κάποια πράγματα που, στ’ αλήθεια, δεν ήτανε πνευματικά. Αυτός ήθελε ν’ αποχτήσει τη λευτεριά, για να κάνει αυτά που νόμιζε πως είναι σωστά και δίκαια για τη ζωή των ανθρώπων σε τούτον τον κόσμο μοναχά, δηλαδή για την υλική ζωή τους, μην πιστεύοντας πως υπάρχει τίποτ’ άλλο για να το επιδιώξει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό λέω πως, για τις περισσότερες επαναστάσεις, οι αιτίες που τις κάνανε να ξεσπάσουνε σταθήκανε υλικές, κ’ η λευθερία που επιδιώξανε ήτανε προορισμένη να ικανοποιήσει μονάχα υλικές ανάγκες.

Η ελληνική όμως Επανάσταση είχε μεν για αιτία και τις υλικές στερήσεις και την κακοπάθηση του κορμιού, όπως η κάθε επανάσταση, αλλά, απάνω απ’ αυτές τις αιτίες, είχε και κάποιες που είναι καθαρά πνευματικές. Και πνευματικό, κατά τη γνώμη μου, αληθινά πνευματικό, είναι ότι έχει σχέση με το πνευματικό μέρος του ανθρώπου, με την ψυχή του, δηλαδή με τη θρησκεία.

Η σκλαβιά που έσπρωξε τους Έλληνες να ξεσηκωθούνε καταπάνω στον Τούρκο δεν ήτανε μονάχα η στέρηση κ’ η κακοπάθηση του κορμιού, αλλά, απάνω απ’ όλα, το ότι ο τύραννος ήθελε να χαλάσει την πίστη τους, μποδίζοντάς τους από τα θρησκευτικά χρέη τους, αλλαξοπιστίζοντάς τους και σφάζοντας ή κρεμάζοντάς τους, επειδή δεν αρνιόντανε την πίστη τους για να γίνουνε μωχαμετάνοι. Για τούτο πίστη και πατρίδα είχανε γίνει ένα και το ίδιο πράγμα, κ’ η λευτεριά που ποθούσανε δεν ήτανε μονάχα η λευτεριά που ποθούνε όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουνε την αγιασμένη πίστη τους, που μ’ αυτήν ελπίζανε να σώσουνε την ψυχή τους. Γιατί, γι’ αυτούς, κοντά στο κορμί, που έχει τόσες ανάγκες και που με τόσα βάσανα γίνεται η συντήρησή του, υπήρχε κ’ η ψυχή, που είπε ο Χριστός πως αξίζει περισσότερο από το σώμα, όσο περισσότερο αξίζει το ρούχο απ’ αυτό.

Εκείνες οι απλές ψυχές, που ζούσανε στα βουνά και στα ρημοτόπια, ήτανε διδαγμένες από τους πατεράδες τους στην πίστη του Χριστού, και γνωρίζανε, μ’ όλο που ήτανε αγράμματες, κάποια από τα λόγια του, όπως είναι τούτα: «Τι θα ωφελήσει άραγε τον άνθρωπο, αν κερδίσει τον κόσμον όλο, και ζημιωθεί την ψυχή του;» Ή: «Τι θα δώσει άνθρωπος για πληρωμή της ψυχής του;» «Η ψυχή είναι πιο πολύτιμη από τη θροφή, όπως το κορμί από το φόρεμα!» – κ.α.

Για τούτο, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, χιλιάδες παλληκάρια σφαχτήκανε και κρεμαστήκανε και παλουκωθήκανε για την πίστη τους, αψηφώντας την νεότητά τους, και μη δίνοντας σημασία στο κορμί τους και σε τούτη την πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ολάκερο είναι οι άγιοι νεομάρτυρες, που δε θανατωθήκανε για τα υλικά αγαθά τούτης της ζωής, αλλά για την πολύτιμη ψυχή τους, που γνωρίζανε πως δε θα πεθάνει μαζί με το κορμί, αλλά θα ζήσει αιώνια. Ακούγανε και πιστεύανε ατράνταχτα τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Μη φοβηθείτε εκείνον που σκοτώνει το σώμα, και που δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω. Αλλά να φοβηθείτε εκείνον που μπορεί να θανατώσει και το σώμα και την ψυχή».

Η ελευθερία, που γι’ αυτή θυσιαζόντανε, δεν ήτανε κάποια ακαθόριστη θεότητα, αλλά ήτανε ο ίδιος ο Χριστός, που γι’ αυτόν είπε ο απόστολος Παύλος: «Όπου το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί είναι κ’ η ελευθερία.» Κι αλλού λέγει: «Σταθείτε στερεά στην ελευθερία που σας χάρισε ο Χριστός, σταθείτε και μην πέσετε πάλι στο ζυγό της δουλείας. Γιατί για την ελευθερία σας κάλεσε. Αλλά την ελευθερία μην την παίρνετε μονάχα σαν αφορμή για τη σάρκα σας».

Για τούτο είναι αγιασμένη η ελληνική Επανάσταση, κι αγιασμένοι οι πολεμιστές της, όπως ήτανε αγιασμένοι όσοι πολεμήσανε μαζί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, πριν από τρακόσια εξηνταοχτώ χρόνια, κατά το πάρσιμο της Πόλης, καταπάνω στον ίδιο οχτρό της πίστης τους.

Άκουσε με τι λόγια μιλούσε εκείνος ο αγιασμένος βασιλιάς στους στρατιώτες του, σαν να ‘λεγε κανένα τροπάρι: «Ελθών ουν, αλελφοί, ο δυσσεβής αυτός αμηράς και εχθρός της αγίας ημών πίστεως, ημάς απέκλεισε, και καθ’ εκάστην το αχανές αυτού στόμα χάσκων, πως εύρη καιρόν επιτήδειον ίνα καταπίη ημάς και την πόλιν ταύτην, ην ανήγειρον ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος εκείνος, και τη πανάγνω τε και υπεράγνω δασποίνη ημών Θεοτόκω και ειπαρθένω Μαρία αφιέρωσε και εχαρίσατο, του κυρίαν είναι και βοηθόν και σκέπην τη ημετέρα πατρίδι και καταφύγιον των χριστιανών, ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων, το καύχημα πάσι τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν». Και στο τέλος είπε: «Ελπίζω Θεώ λυτρωθείημεν ημείς της ενεστώσης αυτού δικαίας απειλής, δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν, και μνήμη αιώνιος και αξία εν τω κόσμω έσεται».

Στην επανάσταση του Εικοσιένα, όπως και στην πολιορκία της Πόλης, μαζί με τους λαικούς πολεμούσανε πλήθος ρασοφορεμένοι, καλογέροι, παπάδες και δεσποτάδες, και τραβούσανε μπροστά με τον σταυρό στο χέρι, κι από πίσω τους χύμιζε κλαίοντας ο λαός, κ’ έψελνε:

Για της πατρίδος την ελευθερίαν,

για του Χριστού την πίστην την αγίαν,

γι’ αυτά τα δυο πολεμώ,

μ’ αυτά να ζήσω επιθυμώ

κι αν δεν τα αποκτήσω,

τι μ’ ωφελεί να ζήσω;

Στην Πόλη κρεμάστηκε ο πατριάρχης Γρηγόριος, ανοίγοντας πρώτος το μαρτυρολόγιο της Επανάστασης. Ο Θανάσης Διάκος πολέμησε σαν νέος Λεωνίδας, και σουβλίστηκε για την πίστη του. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ησαίας Σαλώνων, ο Ρωγών Ιωσήφ, ο Παπαφλέσσας, ο Θύμιος Βλαχάβας, κι άλλοι πολλοί, πολεμήσανε για την αγιασμένη πατρίδα τους.

Στην Τριπολιτσά κλειστήκανε στη φυλακή κατά την Επανάσταση οι δεσποτάδες του Μοριά, κ’ οι περισσότεροι πεθάνανε με αβάσταχτα μαρτύρια. Το ίδιο και στην Πόλη, φυλακωθήκανε και κρεμαστήκανε πολλοί δεσποτάδες.

Παρακάτω βάζω λίγα λόγια από το ημερολόγιο του αντιναύαρχου Γεωργίου Σαχτούρη:

«Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου. Εορτή των Γενεθλίων του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Αραγμένοι εις Ντάρδιζα με ήσυχον αέρα της τραμουντάνας, πλην με χιόνια. Αυτήν την ημέραν, δια το χαρμόσυνον της εορτής, το πρωί, υψώνοντας την σημαίαν μας, ερρίχθη και μια κανονιά, καθώς και όλα τα ελληνικά εδώ αραγμένα το αυτό έπραξαν.

Κυριακή, 15 Αυγούστου. Εορτή της Θεοτόκου. Εξημερώθημεν αραγμένοι. Υψώσαμεν τας σημαίας και ερρίξαμεν και από μιαν κανονιάν δια το χαρμόσυνον της ημέρας».

Ο ναύαρχος Κουντουριώτης έκανε την προσευχή του, σαν τους παλιούς, να τον βοηθήσει η Παναγία στη ναυμαχία της «Έλλης», κι όπου αλλού τον καλούσε το χρέος του. Το ίδιο κάνανε και κάνουνε όλοι οι Έλληνες στον πόλεμο.

Κατά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, πρώτοι οι άνθρωποι της θρησκείας πληρώσανε με τη ζωή τους το καινούργιο χαράτσι στον οχτρό της πίστης μας. Ο μητροπολίτης της Σμύρνης Χρυσόστομος κρεμάστηκε, ο δεσπότης των Κυδωνιών Γρηγόριος θάφτηκε ζωντανός, ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος θανατώθηκε άσπλαχνα, κι όλοι οι παπάδες κ’ οι καλόγεροι περάσανε από το σπαθί.

Οι Γερμανοί κ’ οι Ιταλοί θανατώσανε κι αυτοί ρασοφορεμένους των χωριών, για να μην απομείνουνε παραπίσω από τους άλλους θεομάχους.

Ναι! Πίστη και πατρίδα είναι για μας ένα πράγμα. Κι όποιος πολεμά το ένα, πολεμά και τ’ άλλο, κι ας μην ξεγελιέται.

Η μάννα μας η πνευματική είναι η ορθόδοξη Εκκλησία μας, που ποτίστηκε με πολύ κι αγιασμένο αίμα. Κανένας λαός δεν έχυσε και δεν χύνει ως τα σήμερα το αίμα του για την πίστη, όσο ο δικός μας. Η ορθόδοξη πίστη είναι ο θησαυρός ο κρυμμένος κι ο πολύτιμος μαργαρίτης που λέγει ο Χριστός».

Συλλογικό τεύχος “ΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ. Η κιβωτός του Νέου Ελληνισμού”  Εκδόσεις περιοδικό της «ΕΥΘΥΝΗΣ» ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΜΕΘΟΡΙΟΥ Αθήνα 1993

Πρόλογος – επιμέλεια : Σπύρος Δημητρίου Με την

O κόσμος ανακάλυψε τον Δημήτρη Μυστακίδη πριν 15 χρόνια με τα “Ρεμπετικα με κιθάρα”, όμως η καρριέρα του ξεκίναγε δίπλα στον Αγάθωνα στις αρχές δεκαετία του ‘90. Πολύ καλός δεξιοτέχνης της λαϊκής κιθάρας και με ψυχωμένη ερμηνεία παρουσίαζε μια άγνωστη πλευρά του ρεμπετικου, ενώ με την άλλη, χάρις σε δίσκους όπως “Ψιθυρίζοντας τα ρεμπέτικα” και “Εδώ και εκεί” έσπρωχνε το είδος σε ασυνήθιστους δρόμους. Με αφορμή την επετειακή συναυλία στην Τεχνόπολη στις 20 Ιουλίου 2021, του πήραμε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.

Συνέντευξη με τον Γιώργο Πισσαλίδη
Φωτογραφίες συνέντευξης: Σίμος Πορίχης 

Κύριε Μυστακίδη, πότε ξεκίνησε να σας ενδιαφέρει η μουσική;

Πολύ μικρός, από το Δημοτικό.  Τυχαία εντελώς προέκυψε αυτό.

Υπήρχαν ακούσματα στο σπίτι;

Ακούσματα υπήρχαν όχι από οργανοπαιξία, η μητέρα μου τραγουδούσε συνεχώς, άκουγαν στο σπίτι ρεμπέτικα, οπότε μεγάλωσα με αυτή τη μουσική.  Η περιοχή που ζούσα ήταν μία εργατική συνοικία στη Θεσσαλονίκη, δυτικές συνοικίες.

Πού μεγαλώσατε;

Στον Εύοσμο. Ταβερνάκια του χειμώνα αλλά και τα καλοκαιρινά, αυτά τα εξοχικά οικογενειακά κέντρα που είχαν ορχήστρες τότε και μας πήγαινε ο πατέρας μου.  Οπότε από εκεί είχα σκαλώσει, μου άρεσε αυτό που έβλεπα και όταν προέκυψαν οι ευκαιρίες, τότε με τους πολιτιστικούς συλλόγους τη δεκαετία του ‘80 που ήταν και η αναβίωση του ρεμπέτικου με το σήριαλ «Το Μινόρε της Αυγής», το «Ρεμπέτικο Συγκρότημα της Θεσσαλονίκης», την «Ρεμπέτικη Κομπανία της Αθήνας» που άρχισαν να βγαίνουν παραπάνω, κόλλησα, δεν ήθελα και πολύ.

Είχατε γνωρίσει τον Αγάθωνα;

Με τον Αγάθωνα δουλέψαμε πάρα πολλά χρόνια μαζί, τότε, βέβαια, ένας από τους πρώτους δίσκους που είχε πέσει στα χέρια μου και είχα σκαλώσει πολύ ήταν ένας δίσκος του Αγάθωνα, ο πρώτος του δίσκος με το «Ρεμπέτικο Συγκρότημα της Θεσσαλονίκης».

Τότε πώς βλέπατε τη ρεμπέτικη αναβίωση, εάν μπορούμε να την πούμε έτσι;

Δεν μπορούσα να καταλάβω τότε τι συνέβαινε, απλά αυτό που άκουγα μου άρεσε, με είχε συνεπάρει. Μου άρεσε πάντα αυτή η αρμονία που προκύπτει από διαφορετικούς ανθρώπους που κάθονται όλοι μαζί και κάνουν το ίδιο πράγμα, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο και προκύπτει ένα καινούριο αποτέλεσμα.  Δηλαδή αυτό το άθροισμα των τεχνικών και των ψυχών που βγάζουν ένα καινούριο πράγμα, αυτό με συνέπαιρνε πάντα.

Τα “Ρεμπέτικα με κιθάρα” πως προέκυψαν;   

“Τα “Ρεμπέτικα με κιθάρα” έγιναν το 2006.  Επαγγελματικά εγώ ήδη δούλευα από το ‘90 και στη δισκογραφία ήμουν πολύ πιο νωρίς.  Τα ρεμπέτικα με κιθάρα προέκυψαν σαν ανάγκη, καταρχήν, λόγω της διδασκαλίας.  Επειδή με είχαν καλέσει και είχα αρχίσει να διδάσκω λαϊκή κιθάρα στο τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής, είχα ξεκινήσει και έκανα ηχογραφήσεις μόνο με κιθάρες γιατί ήθελα να δείχνω στους φοιτητές μου τους πολλαπλούς ρόλους που μπορεί να έχει μία κιθάρα μέσα σε μία ρεμπέτικη σύνθεση. Έτσι είχα αρχίσει και ηχογραφούσα τα κομμάτια και σε μία τυχαία κουβέντα στο Music Corner ανέφερα ότι έχω ηχογραφημένα τέτοια πράγματα και είχαν ενδιαφέρον για να το εκδώσουν και έτσι βγήκε ο δίσκος.  Δεν ξεκίνησα δηλαδή τις ηχογραφήσεις με σκοπό να βγάλω δίσκο, προέκυψε στην πορεία.

Να υποθέσω ότι είχατε ακούσει και Γιώργο Κατσαρό, τότε που ερχόταν από την Αμερική καλεσμένος των “Χειμερινών Κολυμβητών” και είχε μια περίοδο καταλήξει κανονικό μέλος.

Βέβαια, είχα πάει και στις συναυλίες. Τον είχα δει και ζωντανά τον Κατσαρό στη Θεσσαλονίκη, αλλά είχα παίξει και σε ένα δίσκο του Αγάθωνα πριν από μερικά χρόνια, ένα διπλό αφιέρωμα που είχε κάνει στον Κώστα Σκαρβέλη, που εκεί συνειδητοποίησα το πόσο μεγάλη τεχνική κρύβεται πίσω από αυτό που ακούμε, και εκεί κόλλησα με την κιθάρα και άρχισα να ασχολούμαι πολύ εντατικά, και με τις τεχνικές της και με τους τρόπους και με όλα αυτά.

Είχατε κάνει επιλογή κομματιών;  Γιατί από ό,τι είδα στους δίσκους σας έχετε μεγάλη αγάπη για το προπολεμικό ρεμπέτικο.

Είχα ξεκινήσει με το προπολεμικό γιατί ήταν ο Σκαρβέλης ο κεντρικός άξονας και οι τεχνικές της κιθάρας, και μετά σιγά-σιγά σε κάθε δουλειά μου πάντα υπήρχε μία χρονική περίοδος.  Το «Εσπεράντο» ήταν το μεταπολεμικό, το “Amerika” ήταν το πρώιμο, οι πειραματισμοί ήταν στο «Ψιθυρίζοντας το ρεμπέτικο» που παίξαμε μαζί με τον Ευγένιο Βούλγαρη, κιθάρα μαζί με γιαϊλί ταμπούρ, δηλαδή ένα τελείως συγκερασμένο όργανο με ένα τελείως μη συγκερασμένο όργανο.  Αλλά κάθε δίσκος είχε μία θεματική που είχε να κάνει με τις τεχνικές της λαϊκής κιθάρας.  Μετά από τον πρώτο δίσκο, όλες οι υπόλοιπες δουλειές είχαν πολλαπλές στοχεύσεις, δεν ήταν μόνο η τεχνική, ήταν πάντα και ένα σχόλιο σε αυτά που συνέβαιναν.

Η πρώτη στόχευση ποια ήταν; 

Στον πρώτο δίσκο ήταν η ανάδειξη της λαϊκής κιθάρας σαν όργανο, γιατί είχα συνειδητοποιήσει ότι δεν αντιλαμβάνονται, ούτε καν οι ίδιοι οι μουσικοί, τη σπουδαιότητα της λαϊκής κιθάρας σε μία ορχήστρα.  Όλοι ήθελαν μία καλή λαϊκή κιθάρα δίπλα τους, όσοι έπαιζαν ρεμπέτικα, αλλά κανένας δεν ήξερε γιατί, τι συμβαίνει και θέλουμε μία καλή κιθάρα και ποια είναι τελικά μία καλή λαϊκή κιθάρα, πώς πρέπει να παίζει;

Βέβαια αυτό που έκανα εγώ με τις κιθάρες, δεν το έκανα εγώ πρώτη φορά, είχε συμβεί πάρα πολλές φορές στο παρελθόν, εγώ απλώς το επανέφερα γιατί είχε πολλές ηχογραφήσεις που παίζουν μόνο κιθάρες από την προπολεμική περίοδο ακόμα.

Όπως; 

Ο Περιστέρης, ο Σκαρβέλης και ο Βαγγέλης Παπάζογλου είχαν πολλές ηχογραφήσεις που ήταν μόνο με κιθάρες. Αλλά εγώ αυτό που ήθελα να κάνω είναι ότι όταν έγινε η δεύτερη αναβίωση ήρθε ο φυσικός ήχος της μικρής ορχήστρας, γιατί στην πρώτη αναβίωση, τότε με το Μάρκο, το Ζαμπέτα κ.λπ., ήταν λίγο διαφορετική η αισθητική, ηλεκτρικός ήχος σχεδόν, μεγάλες ορχήστρες.  Το ‘81 ήρθε η μικρή ορχήστρα και ο φυσικός ήχος, ήρθαν όλα, αλλά δεν ήρθε η τεχνική που είχε αναπτυχθεί ήδη, μέχρι το ‘37 ας πούμε με το Σκαρβέλη.  Εγώ αυτό ήθελα να κάνω, να υπενθυμίσω μία τεχνική που είχε ξεχαστεί.

Πως προήλθε το “America”; 

Το “Amerika” είναι εκεί που σου είπα ότι από ένα σημείο και μετά οι δίσκοι μου είχαν πολλαπλές στοχεύσεις.  Πάντα έκανα και ένα σχόλιο δηλαδή, είτε κοινωνικό είτε πολιτικό.

Εκεί ήθελα αφενός να ασχοληθώ με την ιδιαίτερη τεχνική της τσιμπητής κιθάρας, που είναι μία τεχνική πολύ ιδιαίτερη για τη λαϊκή κιθάρα, και αφετέρου ήθελα να κάνω ένα σχόλιο σε σχέση με το μεταναστευτικό και το προσφυγικό που ζούσαμε εκείνη την περίοδο, ζώντας στην Ελλάδα και βλέποντας όλη την προσφυγική ροή και όλα αυτά, τον τρόπο που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες τους πρόσφυγες, δηλαδή αυτούς που είχαν ανάγκη. Ήθελα να υπενθυμίσω την περίοδο που οι Έλληνες ήταν στην ίδια κατάσταση και έφευγαν σαν πρόσφυγες σε άλλες χώρες.  Ήταν και τα δύο μαζί, δηλαδή προσπαθώ να συνδυάσω και το κιθαριστικό τεχνικό ενδιαφέρον και το κοινωνικό σχόλιο.

Πάντως στους δίσκους σας βλέπω να υπάρχει μία αγάπη για το προπολεμικό, δηλαδή όχι το “καθαρισμένο ρεμπέτικο”, αλλά για το καθαρό ρεμπετικο, το μαγκιόρικο,  εάν μπορείς να το πεις έτσι.

Δεν νομίζω ότι έχει να κάνει με τη μαγκιά, έχει να κάνει με την αίσθηση, το προπολεμικό ρεμπέτικο είναι πιο κοντά σε εμένα, αυτό είναι που μου αρέσει πιο πολύ, αλλά δεν έχει να κάνει ούτε με τις θεματικές ούτε με τη μαγκιά.

Είναι ο ήχος;

Είναι ο ήχος, είναι η αίσθηση που βγάζουν τα κομμάτια, είναι ο τρόπος που τα έπαιξαν τα μαστόρια τότε, όλο αυτό το πράγμα.

Ήθελα να σας ρωτήσω τι σήμαινε για εσάς το ρεμπέτικο και το διαλέξατε ως το είδος που παίζεται.

Το ρεμπέτικο για εμένα είναι μία μουσική που ακούγοντάς την μπορείς να παρακολουθήσεις ιστορικά την εξέλιξη της κοινωνίας από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι και τη δεκαετία του ‘60, περίπου εκεί το οριοθετώ.  Σαν αίσθηση είναι κάτι που μου σκαλίζει τη ψυχή, δηλαδή είναι κάτι που με μερακλώνει, με κάνει να αισθάνομαι πράγματα, οπότε δεν θέλεις παραπάνω πράγματα από μία μουσική για να κολλήσεις, νομίζω ότι αυτά είναι τα κύρια.

Στο «Εσπεράντο» πάντως εκεί που ήσασταν μόνος, ξαφνικά ήσασταν με πολύ παρέα.

Ήθελα καταρχήν να ασχοληθώ με τη μεταπολεμική περίοδο, για να πάρουμε το τεχνικό κομμάτι, ήθελα να χρησιμοποιήσω στοιχεία των τεχνικών της λαϊκής κιθάρας με έναν καινούριο τρόπο, να κάνω μία πρόταση δηλαδή, στην ουσία, τεχνικά, αλλά κυρίως ήθελα με κάποιον τρόπο να προσελκύσω καινούριο κόσμο στις ζωντανές εμφανίσεις, γιατί υπήρχε ένα περιορισμένο κοινό στα ρεμπέτικα που ανακυκλωνόταν σε όλα τα παιξίματα.

Ήθελα να προσθέσω καινούριο κόσμο στο ακροατήριο και ο τρόπος που βρήκα για να το κάνω ήταν να προσκαλέσω ανθρώπους που είχα συνεργαστεί στο παρελθόν, που ήταν επώνυμοι τραγουδιστές και πάρα πολλοί γνωστοί, και θα μπορούσαν να λειτουργήσουν «δόλωμα» για να έρθουν καινούριοι ακροατές εδώ. Γιατί είμαι σίγουρος ότι όταν έρθεις έστω από μία καλή διασκευή και ακούσεις ένα τραγούδι, σίγουρα κάποια στιγμή θα γυρίσεις και θα ακούσεις την πρώτη εκτέλεση, δεν υπάρχει περίπτωση να μην το κάνεις αυτό.  Εκ των υστέρων σου λέω ότι το πείραμα πέτυχε, ήρθε πάρα πολύς καινούριος κόσμος που πια έγινε κοινό και ακούει αυτή τη μουσική.

Εκείνο που μου αρέσει περισσότερο είναι το «Ψιθυρίζοντας το ρεμπέτικο». Πως σκεφθήκατε την συνεργασία γιαϊλί ταμπούρ και λαϊκής κιθάρας;

Με τον Ευγένιο Βούλγαρη είμαστε καταρχήν πολύ καλοί φίλοι, κουμπάροι, και παίζαμε πολύ εκείνη την περίοδο μαζί.  Πρέπει να ξέρεις, γιατί αυτό δεν είναι πολύ γνωστό στον κόσμο, ότι υπάρχει μία «διαμάχη» ανάμεσα στην τροπικότητα του Μακάμ, του συστήματος της Ανατολής, και την τροπικότητα της «λαϊκής μουσικής». Κατά πόσο δηλαδή μπορούν να συνυπάρξουν όργανα συγκερασμένα με μη συγκερασμένα.  Με τον Ευγένιο αποφασίσαμε να κάνουμε αυτό το δίσκο χρησιμοποιώντας τις ναυαρχίδες των δύο ειδών, δηλαδή το γιαϊλί ταμπούρ και την κιθάρα και νομίζω ότι αποδείξαμε ότι άμα θέλεις να παίξεις με κάποιον δεν υπάρχουν περιορισμοί, οι μόνοι περιορισμοί είναι οι θεωρητικοί, στην πράξη δεν υπάρχουν.

Πάντως είναι ένας ήχος που είναι ήχος μνήμης, της Κωνσταντινούπολης, και από την άλλη είναι η κιθάρα, αλλά ποτέ δεν είχε εξερευνηθεί αυτό το πάντρεμα νωρίτερα. Γιατί όμως;

Ο Δημήτρης Μυστακίδης και ο Ευγένιος Βούλγαρης

Εάν δεν έχει γίνει κάτι στη μουσική, δεν έχει γίνει γιατί δεν υπάρχει λόγος να γίνει, δηλαδή δεν προσφέρει κάτι.  Αυτά είναι δικές μας ανησυχίες και δικοί μας προβληματισμοί που έχουμε τη δυνατότητα και τους εκφράζουμε με όποιον τρόπο θέλουμε εμείς.  Τα όργανα είναι εργαλεία, τα χρησιμοποιούμε όπως θέλουμε εμείς και ευτυχώς μετά από εξέλιξη τόσο πολλών χρόνων έχουν πολλές δυνατότητες τα όργανα, το θέμα είναι εμείς πώς θα χρησιμοποιήσουμε τα εργαλεία για να αποδώσουμε ό,τι θέλουμε. Οπότε δεν υπάρχουν σε αυτό δογματισμοί, οι δογματισμοί είναι στα μυαλά κάποιων ανθρώπων που έτσι και αλλιώς δεν θέλουν να δουν παραπέρα, γιατί είναι βολεμένοι εκεί που είναι, δικαίωμά τους, μία χαρά για όλους.

Πολλοί λένε ότι το ρεμπέτικο πρέπει να παίζεται έτσι κι έτσι, και εσύ το έχεις πάρει από την λαϊκή κιθάρα και το έχεις φθάσει στο χιπ χόπ και στην τζαζ.

Θα σου απαντήσω με ένα στιχάκι του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη που θα είναι σε ένα τραγούδι που θα κάνω στον καινούριο μου δίσκο, που θα έχει καινούρια τραγούδια για πρώτη φορά.  Λέει, “τα λάθη κάνουν άνθρωπο, τα πρέπει κάνουν σκλάβο” . Δεν υπάρχουν πρέπει.  Είμαστε άνθρωποι για να κάνουμε λάθη και να δοκιμάζουμε, μόνο έτσι θα πάμε μπροστά, με τα πρέπει δεν γίνεται.

 Εμένα πάντως μου άρεσε το άνοιγμα που κάνεις και σε αυτό το δίσκο και στο     «Εδώ & Εκεί».  

Χαίρομαι πάρα πολύ που το λες, γιατί αυτοί οι δίσκοι, ειδικά το «Εδώ & Εκεί» κατηγορήθηκε πάρα πολύ για πάρα πολλά πράγματα, όχι ότι με ενδιαφέρει.

Για ποιο πράγμα κατηγορήθηκε;

Ότι δεν φέρθηκα με σεβασμό στα τραγούδια τα πρωτότυπα.  Οτιδήποτε κάνω το κάνω με σεβασμό, αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ, δεν το συζητώ.  Τώρα, εάν αρέσει σε κάποιον ή δεν αρέσει, είναι ένα ζήτημα που είναι προσωπικό του καθενός, όχι ότι με απασχολεί η κακή κριτική, έτσι και αλλιώς όταν εκτίθεσαι είσαι ανοικτός και στην καλή και στην κακή κριτική, αλλά με ενοχλεί λίγο αυτός ο δογματισμός, όχι μόνο για τη μουσική, για την τέχνη μου ή για αυτό που κάνω, σαν κοινωνία με απασχολεί.

Για πες μου για αυτό.

Δηλαδή όταν σαν κοινωνία μένουμε κολλημένοι σε οτιδήποτε έχουμε παραλάβει χωρίς να έχουμε κριτική σκέψη επάνω σε αυτό, δεν μας βοηθά να εξελιχθούμε σαν κοινωνία, θα είμαστε περιορισμένοι σε ένα στενό πλαίσιο.

Το ρεμπέτικο από την εποχή που κυκλοφόρησε το βιβλίο “Ο Δρόμος για τα Ρεμπέτικα” είναι πολύ δημοφιλές έξω. Εσείς έχετε παίξει στο εξωτερικό για ξένα ακροατήρια;

Πάρα πολύ.

Πείτε μου εμπειρίες.

Συνεργαζόμουν με ένα γραφείο, γιατί το εξωτερικό είναι μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, θέλει να έχεις ανθρώπους επαγγελματίες που να βοηθήσουν σε αυτό.  Η Fishbowl που έβγαλε και το δίσκο το διπλό, που έστρεψε το βλέμμα της προς το εξωτερικό, το δούλεψε πάρα πολύ καλά και κάναμε τα δύο τελευταία χρόνια, ειδικά με το “Amerika”, πάρα πολλές συναυλίες στο εξωτερικό, σχεδόν σε όλη την Ευρώπη παίξαμε, αλλά και με το «Εσπεράντο» και με τα “Ρεμπέτικα με κιθάρες.”  Αυτό είναι μία φάση που χρειάζεται πολύ καλούς επαγγελματίες, γιατί δυστυχώς στο εξωτερικό δεν έχουμε προβάλει πολύ καλά την πολιτιστική μας κληρονομιά, τη μουσική.

Ποια χώρα έχει την πιο μεγάλη αγάπη για το ρεμπέτικο;  

Παντού έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση.  Για το “Amerika” δεν συζητάμε, το “Amerika” επειδή είναι και μία ιστορία πολύ συγκεκριμένη, την οποία την έχουμε βιώσει όλοι οι λαοί της Ευρώπης, ο κάθε ένας με διαφορετικό τρόπο, και επειδή σε όποια χώρα πήγαινα έκανα και ένα μικρό video για το πώς αυτή η χώρα βίωσε τη μετανάστευση στην Αμερική, νομίζω ότι ήταν καθηλωτικός ο τρόπος που το αντιμετώπιζαν οι ακροατές, έκανε φοβερή εντύπωση. Ας πούμε στη WOMEX (το σημαντικότερο συνέδριο της έθνικ μουσικής) που το είχαν επιλέξει και παρουσιάσαμε εκεί τον δίσκο, βγήκαν πολλοί άνθρωποι και έκλαιγαν μετά την παράσταση, δηλαδή τους θύμισε πράγματα που είχαν ξεχάσει.

Οι Νορβηγοί ας πούμε, που ζουν τώρα μέσα στην ευμάρεια, όταν τους θύμισε ότι πριν από 50 χρόνια έστελναν στην Αμερική κόσμο και στόλο και γύρισαν σχεδόν όλοι τρελοί πίσω, γιατί δεν άντεξαν την πίεση, σοκαρίστηκαν. Ο κάθε λαός τη βίωσε διαφορετικά αυτή την ιστορία.

Τώρα τι ετοιμάζετε;  

Αυτό το καλοκαίρι είναι επετειακό έτσι και αλλιώς.  Είναι με αφορμή τον πρώτο δίσκο που βγήκε πριν από 15 χρόνια και με την επανέκδοση που έχει γίνει σε διπλό βινύλιο για πρώτη φορά από τη Fishbowl Music Tank και υπάρχει ο δίσκος, μπορεί να τον προμηθευτεί όποιος θέλει.  Με αφορμή αυτό το γεγονός είπαμε ότι φέτος το καλοκαίρι θα κάνουμε αυτές τις συναυλίες που θα είναι αφιερωμένες στα 15 χρόνια από αυτή τη μεγάλη περίοδο της ζωής μου, και πολύ σημαντικής για εμένα.  Για αυτό το καλοκαίρι, από το Σεπτέμβριο και μετά θα ξεκινήσουμε με έναν καινούριο δίσκο, όπως είπαμε, με καινούρια τραγούδια για πρώτη φορά.  Τα εννέα είναι δικές μου συνθέσεις –και οι στίχοι και η μουσική– και τέσσερα είναι του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη.

Στο κλασικό στυλ;

Όχι, δεν έχουν καμία σχέση.  Έχουν κρατήσει πράγματα από το ρεμπέτικο, εννοείται, δεν μπορεί να είναι αλλιώς και από τις τεχνικές της λαϊκής κιθάρας, αλλά έχουν γίνει καινούρια πράγματα.

Έκανα μία δουλειά με ανέκδοτα κομμάτια του Σταύρου Παντελίδη, ενός συνθέτη του ρεμπέτικου. Βρήκα, μέσω του εγγονού του, κάποιες παρτιτούρες με ανέκδοτα κομμάτια και τις ηχογράφησα, τα έκανα τραγούδια δηλαδή, τα οποία θα τα παρουσιάσω με μαθητές μου το Σεπτέμβριο σε ένα φεστιβάλ λαϊκής κιθάρας που ετοιμάζω επίσης, έγινε όλη αυτή η διαδικασία η οποία ήταν πάρα πολλές ώρες δουλειάς.

Επίσης θα εκδώσω ένα βιβλίο, τώρα με μία εταιρία, που έχω κάνει.  Είναι ένα βιβλίο για την κατασκευή της λαϊκής κιθάρας που το έχουν γράψει ο Μάνος Τουρπάλης και ο Παναγιώτης Καϊάφας.  Είναι ένα πάρα πολύ ωραίο βιβλίο που νομίζω ότι θα βοηθήσει πολύ κόσμο, γιατί με την άνθηση ενός ρεπερτορίου, ανθίζει και η οργανοποιία γύρω από αυτό.  Πριν από 20 χρόνια υπήρχαν δύο κατασκευαστές που έκαναν λαϊκές κιθάρες και τώρα υπάρχουν 50.  Υπάρχει εξέλιξη.

Η συναυλία στην Τεχνόπολη θα είναι μια κλασσική συναυλία η θα είναι πειραγμένα όλα τα κομμάτια που θα παίξεις όπως στο «Εδώ & Εκεί»;

Στην Τεχνόπολη επειδή είναι η κεντρική μας συναυλία, σκέψου ότι είναι τρεις ώρες περίπου η συναυλία, τις δύο ώρες θα παίξουμε κανονικά ρεμπέτικα με κιθάρες και η τρίτη ώρα θα είναι έκπληξη γενικώς.

Το ρεμπέτικο εν έτει 2021 τι σημαίνει;

Αυτό που σήμαινε πάντα.  Το ρεμπέτικο είναι μία μουσική που είναι αφορμή για σκέψη, εκφράζει πράγματα που δυστυχώς ακόμα είναι επίκαιρα, μετανάστευση, κοινωνική πίεση, έμφυλη βία, πατριαρχία.  Όλα αυτά τα πράγματα υπάρχουν μέσα στα ρεμπέτικα τραγούδια, φτάνει να θέλεις να τα δεις.  Αυτή τη στιγμή βέβαια το ρεμπέτικο για εμένα είναι στην καλύτερή του φάση σε σχέση με το ακροατήριο.  Δηλαδή το ακροατήριο που ακούει αυτή τη στιγμή ρεμπέτικα και ειδικά οι νέοι άνθρωποι είναι πιο συνειδητοποιημένοι από ποτέ σε σχέση με το τι ακούν και γιατί το ακούν.

Γιατί το ακούν;

Το ακούν γιατί τους εκφράζει, όπως είναι το hip-hop ας πούμε αυτή τη στιγμή.  Είναι μουσικές που μπορούν να βοηθήσουν τους νέους ανθρώπους να εκφράσουν, να εκτονώσουν προσωπικά τους προβλήματα, προσωπικές τους ανησυχίες.  Ακόμα και σήμερα τα εκφράζει, απλά είναι παλιό και έχει τη δύναμη μετά από 100 χρόνια από τη δημιουργία του να είναι επίκαιρο, αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Ο Γιώργος Πισσαλίδης έχει υπάρξει συνεργάτης στα μουσικά περιοδικά “Ποπ & Ροκ”, “Jazz & Τζάζ”, “Δίφωνο” και την μουσική εφημερίδα “ΟΖ” Εχει υπάρξει έλληνας συνεργάτης της “βίβλου του έθνικ” Folk Roots/ fROOTS και του έθνικ οδηγού The Rough Guide On World Music. Εχει επιμεληθεί τις ελληνικές συλλογές The Rough Guide On Greek Music (World Music Network) και Resistencia: De Oriente Y De Occidente (Resistencia)  

O κόσμος ανακάλυψε τον Δημήτρη Μυστακίδη πριν