ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 68)

Δόθηκε στη δημοσιότητα το πρώτο τρέιλερ του φιλμ «Σμύρνη μου αγαπημένη» που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο και θεατρικό έργο της Μιμής Ντενίση.

Οι υψηλές βλέψεις που υπάρχουν για το φιλμ που γυρίστηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την Μικρασιατική καταστροφή, το καθιστούν ως φαβορί για να ξεπεράσει κάθε άλλη ελληνική ταινία στην μάχη των ταμείων τη φετινή χρονιά. Τα γυρίσματα της ταινίας που σκηνοθέτησε ο Γρηγόρης Καραντινάκης σε σενάριο Μιμής Ντενίση (σε συνεργασία με τον Martin Sherman) πραγματοποιήθηκαν σε Λέσβο, Χίο, Αθήνα, Πειραιά και Φάληρο. Πρόκειται για την ιστορία της Φιλιώς Μπαλτατζή, μιας ηλικιωμένης Ελληνοαμερικανίδας, που σπεύδει στη Μυτιλήνη με την εγγονή της, για να συμπαρασταθεί στους Σύριους πρόσφυγες. Κανείς δεν ξέρει την καταγωγή της, κανείς δεν ξέρει ότι η Σμυρνιά γιαγιά της βρέθηκε κάποτε στο ίδιο νησί κατατρεγμένη και προσφυγοπούλα. Το τεφτεράκι με τις συνταγές της συνονόματης γιαγιάς ξετυλίγει την πολυτάραχη ιστορία της κοσμοπολίτικης οικογένειας Μπαλτατζή, όπως διαμορφώνεται από τις τραγικές διεθνείς εξελίξεις που καθόρισαν τη μοίρα ολόκληρων λαών. Διαφορετικές γενιές γυναικών της ίδιας οικογένειας ενώνονται στον χώρο και τον χρόνο, μέσα από τα νήματα της ιστορίας.

Πρωταγωνιστούν οι: Μιμή Ντενίση, Λεωνίδας Κακούρης, Burak Hakki, Κρατερός Κατσούλης, Ταμίλλα Κουλίεβα, Κατερίνα Γερονικολού, Αναστασία Παντούση, Ντίνα Μιχαηλίδου, Özdemir Çiftçioglu, Χρήστος Στέργιογλου, Νέδη Αντωνιάδη, Δάφνη Αλεξάντερ, Κώστας Κορτίδης, Έφη Γούση, Γιάννης Εγγλέζος, Daniel Crossley, Duncan Skinner, Nathan Thomas, Fotina Papatheodorou και ο Γιάννης Βογιατζής, ενώ special guest stars είναι οι Jane Lapotaire, Susan Humshire και ο Rupert Graves.

Η ταινία «Σμύρνη μου αγαπημένη» θα κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες, από την Tanweer, τα Χριστούγεννα του 2021

Δόθηκε στη δημοσιότητα το πρώτο τρέιλερ του

Ένας από τους καλύτερους φετινούς δίσκους λόγιας ή έντεχνης μουσικής στην Ελλάδα είναι το Laudi Duecentesche (“Αινείται τον Θεό”) της σοπράνο Γεωργίας Μπαλαμπίνη και της οργανίστριας Μαγδαληνή (Αλίνα) Καλοπανά που αποτελείται από Ιταλικά λαϊκά θρησκευτικά τραγούδια του 13ου αιώνα σε μεταγραφή και ενορχήστρωση του ελληνο-ιταλού συνθέτη Μάρκου Σοφιανόπουλου (Marco Sofianopoulo) και με πηγή το “Αρχείο Ελλήνων Μουσουργών” του Θωμά Ταμβάκου.  

   Σε άρθρο του στο “Άβαλον των Τεχνών” έγραφε ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος: “Το να ζωντανέψεις σήμερα μια μουσική του Μεσαίωνα με τρόπο ελκυστικό και απόλυτα μουσικό, είναι ένα επίτευγμα και βέβαια μια συμβολή στον σύγχρονο πολιτισμό, ο οποίος δεν πολυαρέσκεται σε τέτοιους ήχους. Αξίζουν συγχαρητήρια στις ερμηνεύτριες και στον ακάματο Θωμά Ταμβάκο, που μας καθιστούν κοινωνούς μιας τόσο λαμπρής μουσικής παράδοσης” 

  Έτσι όταν μετά από όταν τελείωσαν τα προβλήματα του εγκλεισμού και έγιναν γνωστές οι ζωντανές παρουσιάσεις  του έργου σε Αθήνα και Πάτρα, σκεφθήκαμε για μια συνέντευξη εκ του έγγυς με τις δύο καλλιτέχνιδες στο  κήπο του Νομισματικού Μουσείου. 

Συνέντευξη: Γιώργος Πισσαλίδης

Φωτογράφηση: Χρήστος Κισατζεκιάν

Κυρία Μπαλαμπίνη, πότε αρχίζετε να ενδιαφέρεσθε, όχι για τη μουσική απλά, αλλά πιο συγκεκριμένα για τη μεσαιωνική μουσική και για την παλαιά μουσική;

Γ.Μ: Εγώ έχω εξειδικευθεί επάνω στη μουσική την παλαιά και, συγκεκριμένα, στο Mozarteum.  Έχω ασχοληθεί με την early music γενικά, την παλαιά μουσική, από baroque, αναγέννηση αλλά και μεσαίωνα. Επειδή είμαι λυρική σοπράνο –lirico-spinto– η φωνή μου έλκεται από τέτοιους ήχους. Μου αρέσει, επίσης και η παραδοσιακή μουσική πάρα πολύ και σέβομαι το είδος και την εποχή κάθε φορά.  Δηλαδή, δεν θα πάω να αναπαράγω κάτι σαν όπερα, θέλει έναν ιδιαίτερο τρόπο όλο αυτό, θέλει μία απογύμνωση, θέλει μία απομάκρυνση από την τεχνική την εξεζητημένη και από την πρόζα.  Θέλει μία αλήθεια και μία εσωτερικότητα, σαν να λες μία προσευχή δηλαδή.

Θα θέλατε να μιλήσετε για την πορεία σας μέχρι τώρα;  Υπάρχει δισκογραφία; 

Γ.Μ: Βεβαίως.  Εγώ έχω ξεκινήσει ως λυρική σοπράνο, φοίτησα στο Ωδείο Athenaeum και, στη συνέχεια, στο Αττικό και συνέχισα τις σπουδές μου στο Mozarteum, κυρίως επάνω στο Mozart και στην παλαιά μουσική, για ένα χρονικό διάστημα.  Έχω τραγουδήσει πάρα πολλά είδη.  Δηλαδή, για κάποια χρόνια πέρασα και στο κομμάτι του αυτοσχεδιασμού μέσω της jazz και συνεργάσθηκα με πολύ γνωστούς τζαζίστες και συνθέτες, αλλά και μουσικούς, το οποίο ήταν ένα πολύ μεγάλο σχολείο για εμένα, γιατί ξέφυγα λίγο από την παρτιτούρα και πέρασα στον αυτοσχεδιασμό, στην ελευθερία, στον πειραματισμό, σε πιο avant garde καταστάσεις.  

Παρόλα αυτά, πάντα η παλαιά μουσική με έλκυε και με τραβούσε περισσότερο. Για αυτό επέστρεψα πάλι στις ρίζες, κάνοντας τα τελευταία χρόνια κάποια project αναγεννησιακά με τον Μίσλαβ Ρέτζικ, τον Κροάτη κιθαρίστα, και με την Ντόρα Πριφτάκη, επάνω σε Εγγλέζικη παλαιά μουσική του Τζων Ντόουλαντ, του Πίλκινγκτον και πολλών ακόμα, και συμμετέχοντας σε κάποια φεστιβάλ και συναυλίες.  

Επειδή αγαπώ πολύ και το ορατόριο, εκεί οι δρόμοι μας συναντήθηκαν με την κυρία Καλοπανά, τη Μαγδαληνή, γιατί παίζαμε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη γερμανική εκκλησία τις Κυριακές σε λειτουργίες, σε συναυλίες που διοργάνωνε ο εκάστοτε πάτερ εκεί, και ήρθαμε πολύ κοντά στο κομμάτι του ορατορίου.  

Εσείς κυρία Καλοπανά πώς ξεκινήσατε να ασχολείσθε με το όργανο;  Ξεκινάτε σαν πιάνο;

Ξεκινώ σαν πρώτη σπουδή μουσικής σε qanun όργανο, σε ηλεκτρονικό όργανο, όπως είναι και πολλά από τα υβριδικά που έχουμε τώρα πια στις εκκλησίες, με τη Μαίρη Ανδρονίκου. Τελειώνω, παίρνω δίπλωμα 20-21 ετών, με πρώτο βραβείο κ.λπ., και συνεχίζω πτυχίο πιάνου με τον Κωστή Γαϊτάνο.  

Εν τω μεταξύ, με έχει τραβήξει η μουσικολογία, οπότε αφήνω λίγο τις περαιτέρω σπουδές επάνω στην ερμηνεία της μουσικής και ασχολούμαι πιο πολύ με άλλα κομμάτια, με την έντεχνη ελληνική μουσική, την ιστορία της, τη μελέτη των αρχείων, τη μελέτη των έργων, την οργάνωση του αρχείου Δραγατάκη, τη συγγραφή βιβλίων, την πραγματοποίηση εκδόσεων, εκθέσεων, ανακοινώσεων σε συνέδρια κ.λπ.  Οπότε, ο κλάδος του οργάνου συνεχίζεται παράλληλα, ως πλέον εκκλησιαστική οργανίστα σε συνεργασία με διάφορους ναούς –και ορθόδοξους και καθολικούς.  

Ώσπου φθάνει η στιγμή, γνωρίζω τη Γεωργία Μπαλαμπίνη.  Κάνουμε πρώτα ένα ρεπερτόριο λίγο πιο ευρύ, baroque και φθάνουμε μέχρι ρομαντισμό, ενίοτε. Ώσπου αρχίζω να αναζητώ ελληνικά έργα, φυσικά, για να παντρέψω τις δύο μου σπουδές και αγάπες.  Εκεί, απευθύνομαι στο Θωμά Ταμβάκο, το γνωστό και αγαπητό, ο οποίος με προμηθεύει με διάφορα έργα και, κάποια στιγμή, μου κάνει δώρο αυτό το βιβλίο με τα Laudi, του Μάρκου Σοφιανόπουλου.  Έχουμε ήδη μελετήσει διάφορα άλλα με τη Γωγώ, προσπαθούμε να στήσουμε ένα πρόγραμμα, μόλις βλέπουμε το βιβλίο, το κοιτάμε, το μελετάμε για ένα μήνα, η κάθε μία μόνη της, και έπειτα κοιταζόμαστε και πολύ απλά λέμε, πάμε να το κάνουμε.

Αυτό πότε έγινε;

Μ.Κ: Της είχα δώσει το υλικό αρχές του 2020.

Γ.Μ: Στην καραντίνα.

Μ.Κ: Λίγο πριν ξεσπάσει αυτή η ιστορία.

Γ.Μ: Ελάχιστα πριν κλείσουμε, ένα μήνα πριν κλείσουμε.

Μ.Κ: Οπότε όλη η καραντίνα πέρασε με συντροφιά τα “Laudi Duecentesche”.

Οι Laudi τι είναι, για κάποιον που δεν ξέρει;

Μ.Κ: Οι Laudi είναι ύμνοι που λέγονταν και μέσα στο ναό αλλά και εκτός ναού, προκειμένου οι άνθρωποι να ταυτίζονται με το θρησκευτικό τους συναίσθημα σε οποιοδήποτε χώρο. Κάποια από τα Laudi κατέληξαν να είναι κοσμικά τραγούδια μετά από πάρα πολλά χρόνια, ενσωματώθηκαν δηλαδή στο αστικό ρεπερτόριο της τάξης που γεννιόταν εκείνο το διάστημα –μιλάμε για τέλος Μεσαίωνα, αρχές Αναγέννησης, η αστική τάξη αρχίζει να διαμορφώνεται, είναι στα σπάργανα– και, από την άλλη, κάποιοι άλλοι ύμνοι, παραφρασμένοι βέβαια, εντάχθηκαν στο καθ’ αυτό εκκλησιαστικό ρεπερτόριο.

Γ.Μ: Η Lauda, πάντως, είναι ο αίνος, που λέμε, για την εκκλησία μας.  Είναι οι αίνοι δηλαδή –επαινώ, αίνω.

Οι Laudi είναι μονοφωνικοί, είναι πολυφωνικοί;  Πότε γράφονταν;

Στην αρχή μονοφωνικά, στην πορεία όμως όλα αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας και παραλλάχθηκαν και κατά τόπους.  Ξεκίνησαν από τη Βόρεια Ιταλία, νομίζω, και ταξίδευσαν και στη Νότια Γαλλία και στο κέντρο της Ευρώπης, Βέλγιο κ.λπ.  Πολλές μελωδίες των Laudi χρησιμοποιήθηκαν στο ορατόριο.

Είναι σαν ένας πρόγονος του ορατορίου και, εκτός αυτού, έχουν πολλές φορές και χαρακτήρα θεατρικό –δηλαδή, ας πούμε, η Σταύρωση του Χριστού, σαν τραγικό γεγονός.  Παρουσιάζονταν και σαν θεατρικά δηλαδή, έχουν μέσα τους και το κομμάτι της υποκριτικής.

Μ.Κ: Με την έννοια ότι είναι πάρα πολύ πλούσια σε έκφραση συναισθημάτων. Τα Laudi αυτά, έτσι όπως τα έχει επιλέξει και μεταγράψει ο Σοφιανόπουλος, καλύπτουν ουσιαστικά όλο το εκκλησιαστικό έτος, με τις δεσποτικές γιορτές που τρέχουν στον κύκλο του χρόνου και με αναφορές σε πάρα πολύ αγαπητούς αγίους, τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης…

Τον Άγιο Αντώνιο, την Αγία Μαγδαληνή, την Παναγία πάρα πολλές φορές.  Έχω παρατηρήσει κάτι, που έχει ενδιαφέρον –αυτό συζητούσαμε– ότι ο Μάρκος Σοφιανόπουλος έχει επιλέξει από το ορατόριο της Φλωρεντίας και της Κορτόνα αίνους συγκεκριμένους που αναφέρουν ονόματα της οικογένειάς του.

Δηλαδή;

Μ.Κ: Δηλαδή αναφέρεται, ας πούμε, το όνομα Μάρκος μέσα, Μαρίνα, που είναι η αδερφή του, Αντώνιος, που είναι ο αδερφός του.  Δηλαδή, έχει βάλει κάποιους τιμώντας και την οικογένειά του.  Είναι πολύ συγκινητικό αυτό, γιατί εμείς γνωρίσαμε –εξ αποστάσεως, βέβαια– την οικογένειά του.  Ελπίζουμε να βρεθούμε και εκεί και να τους γνωρίσουμε και από κοντά στην Τεργέστη.

Θωμάς Ταμβάκος και Μάριος Στεφανόπουλος

Η προσέγγιση πώς έγινε;

Γ.Μ: Η προσέγγιση είναι, κυρίως, βασισμένη επάνω στον τονισμό του κειμένου, επειδή δεν δίνονται πληροφορίες για το πώς πρέπει να παιχθούν.  Εντάξει, έχεις ένα βασικό ρυθμό, αλλά είναι κάτι πολύ βασικό, δηλαδή σε πηγαίνει από μόνο του το κείμενο.  Είναι πολύ σημαντικό, για αυτό και το κείμενο μεταφράσθηκε από τη Μαγδαληνή, που ξέρει ιταλικά, γιατί πρέπει να ξέρουμε τι λέμε, και τονίσθηκε επακριβώς.  Έχει πάρα πολύ κείμενο δηλαδή.

Μ.Κ.: Όλη η μουσική δομήθηκε επάνω εκεί, στις αναπνοές του κειμένου και στα νοήματα που μεταδίδει.

Γ.Μ: Και στις λεκτικές φράσεις.

Μ.Κ: Και η προσέγγιση η ερμηνευτική είναι, όσο γίνεται, πιο κοντά στην εποχή.

Γ.Μ: Αυτό είναι και το πιο δύσκολο.

Μ.Κ: Δεν θέλαμε να υπερβάλλουμε σε έναν ήχο, φερ’ ειπείν, ρομαντικού οργάνου ή σε έναν τύπο τραγουδιού bel canto –που είναι, ίσως, και πιο εύκολο για εμάς, πιο σύνηθες.  

Γ.Μ: Ή όπερα –υπερβολή.

Μ.Κ: Αλλά, από την άλλη, δεν συνάδει με την εποχή αυτή, θα ήταν ασύμβατο. Οπότε, προσπαθήσαμε να μείνουμε πιστές στην εποχή.

Γ.Μ: Και να σεβαστούμε το είδος, τον τρόπο και το περιεχόμενο.  Επειδή είναι και θρησκευτικού περιεχομένου, είναι πιο ευλαβικά –προσευχή– δεν έχει μέσα την υπερβολή, δεν έχει μέσα την επίδειξη.  Έχει κάποιες λεπτομέρειες, δηλαδή, που πρέπει να τηρηθούν ευλαβικά.

Μ.Κ: Και τα νοήματα μας καθοδηγούν, όταν λέει «υμνήστε», “laudate” –που είναι, νομίζω, το track 12– εκεί πρέπει να υμνήσουμε, πρέπει να είμαστε δοξαστικοί.  Κάποια άλλα τα οποία μιλούν για τον Ιούδα και είναι σαν ένας αναστοχασμός, εκεί πραγματικά τα λέμε σαν έναν άνθρωπο που σκέπτεται τι έχει κάνει και προσπαθεί να λυτρωθεί.  Δηλαδή, το νόημα είναι καθοριστικό για την ερμηνεία.

Και πρέπει να αντιμετωπισθεί με λεπτότητα, γενικώς.  Εάν κάποιος έχει ακούσει δηλαδή το ηχογράφημα, θα καταλάβει ότι δεν διέπεται από υπερβολή και από επίδειξη.

Οι Laudi, σε σχέση με το υπόλοιπο αστικό ρεπερτόριο, τους τροβαδούρους, έχουν κάποια σχέση;

Έχουν σχέση, ναι.  Από όσο θυμάμαι –δεν είμαι ειδικευμένη επάνω στην εποχή– υπήρξε μία άντληση στοιχείων από τους τροβαδούρους, με την έννοια των μελωδιών, οι οποίες καρπώθηκαν θεματολογία και στίχους, ενδεχομένως, χριστιανικού περιεχομένου και δημιούργησαν αυτούς τους αίνους.  Αλλά έγινε και το αντίστροφο, ξαναγύρισαν όλα αυτά μέσα στην εκκλησία, μέσα στο λειτουργικό δράμα.

Επίσης, οι υμνωδοί τραγουδιστές των Laudi, αρχικά, πρέπει να ήταν προικισμένοι ερασιτέχνες και όχι επαγγελματίες.

Αυτό πώς προέκυψε;

Όπως και οι τροβαδούροι, γιατί ακόμα δεν έχουμε περάσει στη φάση του ορατορίου και του κατασκευασμένου προϊόντος.  Δηλαδή, ήταν κάποιοι προικισμένοι τραγουδιστές οι οποίοι μπορούσαν να ανταποκριθούν σε αυτές τις μελωδίες και σε αυτή τη μουσική.  

Αντίθετα με το τραγούδι των τροβαδούρων, το Laudi ήταν καθαρά προϊόν της πόλης –αυτό που είπες και εσύ– και η γλώσσα είναι ακριβώς το σημείο που περνάμε από τη γλώσσα τη λατινική στην καθομιλουμένη.  Αυτό είναι το πιο σημαντικό κομμάτι των Laudi.

Και τρομερά δύσκολο στη μετάφραση.  Λέξεις από τη Σαρδηνία, από την Πορτογαλία, από τη Σικελία, μία διάλεκτος ανάμικτη δηλαδή, δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει ως ιταλική γλώσσα.  Η μετάφραση ήταν μία περιπέτεια και δείχνει ακριβώς και την εποχή ζύμωσης μέσα στην οποία γράφθηκαν αυτά τα τραγούδια.

Είναι 14ος αιώνας.

Να πούμε ότι αυτά σώζονται σε κάποιους κώδικες που φυλάσσονται στην Κορτόνα και στη Φλωρεντία –είναι πάρα πολλοί παλαιοί οι κώδικες, τους έχουν εκεί οι δημοτικές βιβλιοθήκες.  Έχουν γίνει διάφορες προσπάθειες, δηλαδή, εάν αναζητήσει κανείς, πολλές μεταγραφές.  Αυτή θεωρώ ότι είναι μία μεταγραφή που τηρεί πάρα πολύ πιστά το πρωτότυπο και, από την άλλη, το φέρνει σε μία μορφή αρκετά κοντά στο κοράλ, προκειμένου να είναι κατάλληλα για λειτουργική χρήση.  

Δεν είναι ο στόχος ούτε η γιορτή στην πλατεία ούτε και το αποστεωμένο τελείως, το μεσαιωνικό, το τραγούδι το εκκλησιαστικό, το τύπου γρηγοριανό μέλος.  Δεν έχει, δηλαδή, αυτή την υπερβολική λιτότητα.  Το έχει μετατοπίσει λίγο ο Σοφιανόπουλος και το έχει κάνει πραγματικά άκρως κατάλληλο για λειτουργική χρήση.

Πάντως έχουν διασωθεί επάνω από 200 υμνολόγια με κείμενα Laudi.

Η επιλογή πώς έγινε των κομματιών;

Μ.Κ: Από εμάς ή από το Σοφιανόπουλο;

Από εσάς.

Μ.Κ: Εμείς πήραμε όλες τις μεταγραφές του, τα πάντα.

Είναι και τα 21 Laudi.  Είναι ένα ολοκληρωμένο έργο δηλαδή.

Δεν εξαιρέσαμε τίποτα.

Κάναμε και τα 21.

Γ.Μ: Τώρα, το πώς επέλεξε ο Μάρκος Σοφιανόπουλος, νομίζω ότι τα είπαμε λίγο-πολύ.

Μ.Κ: Αυτό δεν το ξέρουμε, γιατί δεν προλάβαμε να τον γνωρίσουμε, δυστυχώς.

Γ.Μ: Ναι, πράγματι. Από την άλλη, νομίζω ότι υπήρχε ένα κριτήριο από την πλευρά του, ότι ήθελε να δομήσει –πέρα από τα άσματα αυτά, τους αίνους, για λειτουργική χρήση– και ένα ρεπερτόριο που να στέκει και ενιαίο.

Μ.Κ: Ολοκληρωμένο.

Γ.Μ: Ναι, να μπορείς να πεις ότι, θα παίξω όλα τα Laudi, χωρίς κανείς να βαρεθεί, χωρίς κανείς να κουραστεί από την ένταση των ήχων κ.λπ.  Δηλαδή, κρατά τις ισορροπίες.

Μ.Κ: Και κρεσεντάρει, δηλαδή ξεκινά από μία χαμηλή συχνότητα και συνεχίζει και γεμίζει μέχρι το τέλος, που είναι το αποχαιρετιστήριο. Δηλαδή, έχει όλο μία φιλοσοφία.

Γ.Μ: Κάνει και μικρές κορυφώσεις και έπειτα καταλαγιάζει πάλι.  Δηλαδή, είναι πολύ μελετημένο. Φαίνεται, καταρχάς, ότι όλες οι μεταγραφές έχουν γίνει από έναν άνθρωπο που ξέρει πάρα πολύ καλά τη δουλειά του.

Μ.Κ: Γιατί ήταν και ο ίδιος οργανίστας, έτσι κι αλλιώς.

Γ.Μ: Ναι, επί σειρά ετών στον Καθεδρικό της Τεργέστης και Διευθυντής Χορωδίας.

Μ.Κ: Και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ, 13 χρόνια.

Και συνθέτης που έχει πάρα πολύ σημαντικό έργο και στη σύγχρονη μουσική.

Γ.Μ: Σχεδόν atonal.

Με τον Ταμβάκο πώς ήταν η επικοινωνία, η σχέση σας;  Ή σας έδωσε μόνο το έργο;

Μ.Κ: Τον Ταμβάκο τον γνωρίζω πάρα πολλά χρόνια, είμαστε φίλοι δηλαδή.  Οπότε, όταν με τη Γωγώ καλύψαμε το άλλο ρεπερτόριο και άρχισα εγώ να έχω ανησυχίες ελληνικές, είπα στη Γωγώ ότι θέλω να πούμε και ελληνικά έργα.  Εντάξει, φέρε έργα και θα τα πούμε.  Τι έχεις στο αρχείο σου;  

Άρχισε να μου στέλνει ο Θωμάς, μου έστειλε και Μάρκο Σοφιανόπουλο και διάφορα άλλα, και σύγχρονα και πιο παλιά, μέχρι και ένα που είχα φωτοτυπήσει εγώ παλιότερα από μία βιβλιοθήκη της Κεφαλονιάς.  Έχω και ένα Νικόλαο Χαλικιόπουλο Μάντζαρο –και αυτό πρέπει να το κάνουμε– το έχουμε προλάβει να μην το πάρει άλλος, πρώτη εκτέλεση.  Ώσπου, κάποια στιγμή είχα πάει σε παρουσίαση δικού του βιβλίου –ήταν η δισκογραφία για τον Σκαλκώτα εκείνη τη βραδιά– στη βιβλιοθήκη του Μεγάρου Μουσικής και μου δίνει το βιβλίο για το Σκαλκώτα και μου δίνει και άλλον ένα φάκελο.  Του λέω, Θωμά, μου το έδωσες το βιβλίο, το πήρα.  Όχι, αυτό είναι άλλο, άνοιξέ το στο σπίτι.  Εντάξει, εγώ τρελάθηκα, ήταν υπέροχο.

Η παλαιά μουσική πώς αντιμετωπίζεται στην Ελλάδα;

Γ.Μ: Σχεδόν σαν ethnic μουσική.  Εντάξει, όπως και η κλασική μουσική, έχει το ακροατήριό της σίγουρα.  Δηλαδή, εντάσσεται πιο πολύ στο κομμάτι της κλασικής μουσικής και, κυρίως, της προκλασικής μουσικής.  Η προκλασική μουσική θεωρώ ότι είναι μία μουσική πιο κοντά στα γούστα όλων, είναι πιο εύκολη, όπως και το baroque.  Είναι πολύ πιο εύκολο το να ακούσει κάποιος προκλασική μουσική, ακόμα και ένας μη γνώστης της μουσικής.  Είναι πιο εύηχη, πιο απλή.

Γιατί διατηρεί τις συνδέσεις με τους τρόπους.  Αυτό είναι που τη φέρνει πιο κοντά στα ακροατήρια που έχουν λαϊκά και παραδοσιακά ακούσματα, σε μία κοινωνία όπως η ελληνική, που είναι ακόμα πολύ κοντά στην παράδοση την προφορική –γιατί παράδοση είναι και το έντεχνο κομμάτι, απλώς δεν είναι τόσο βίωμα για το μεγαλύτερο ποσοστό των ακροατηρίων, του κοινού. Τα άλλα είδη, όμως, η δημοφιλής και η δημώδης, λόγω της προφορικότητας, έχουν μεγαλύτερη διάδοση και οι τρόποι είναι πολύ πιο κοινοί.

Οπότε, εσείς πιστεύετε ότι η προκλασική μουσική, η παλαιά μουσική, είναι πιο βατή σε ένα ακροατήριο.

Γ.Μ: Είναι πιο εύηχη, είναι πιο εύκολη, είναι πιο κοντά στη ρίζα.  Ό,τι είναι πιο κοντά στη ρίζα, στην παράδοση, στο προς τα πίσω γενικά, εγώ νομίζω ότι είναι και πιο συγκινησιακά κοντά στον άνθρωπο.  Έχει ένα ανθρωπιστικό στοιχείο, δηλαδή, όλη αυτή η μουσική.

Μ.Κ: Γωγώ, εξαρτάται και για ποια ακροατήρια μιλάμε.

Γ.Μ: Πάντως, εγώ βλέπω και από μικρά παιδιά ή και από ανθρώπους που δεν ξέρουν κλασική ότι η προκλασική μουσική τούς είναι πιο ευχάριστη.

Μ.Κ: Είναι και τα βιώματα εδώ στην Ελλάδα, έτσι; Δηλαδή, εάν πάμε τώρα στο Βερολίνο, πιθανώς να νιώθουν μεγαλύτερη απόσταση από τέτοια ρεπερτόρια σε σχέση με την κλασική περίοδο Mότσαρτ, Χάϋντν και Μπετόβεν, που είναι μοιραία μέσα στην καθημερινότητά τους.  

Γ.Μ: Ναι, σίγουρα.  Είναι στην κουλτούρα τους από όταν ήταν παιδιά.  Όχι, εγώ μιλώ για τα δεδομένα της Ελλάδας, σε σχέση με την πιο σύγχρονη κλασική μουσική, η προκλασική είναι πιο κοντά.

Μ.Κ: Για τα δεδομένα τα δικά μας, ναι.  Είπαμε, είναι θέμα, καταρχάς, το πώς πλέκονται οι φωνές.  Είμαστε πιο κοντά στη μονοφωνία.

Γ.Μ: Ακριβώς.

Μ. Κ: Ή τη διφωνία.

Γ.Μ: Ή την απλή πολυφωνία.

Μ.Κ: Ναι, τη βυζαντινή τη διφωνία, τη μελωποιία.

Γ.Μ: Δεν έχουμε μέσα τα διάφωνα διαστήματα, δεν έχουμε το atonal.

Μ.Κ: Υπάρχουν διάφωνα που περνούν, έτσι, σαν καθυστερήσεις.

Γ.Μ: Ναι, δεν είναι τόσο έντονα.

Είναι και η σχέση με τους τρόπους, δηλαδή όλο αυτό το υλικό είναι τροπικό.  Βλέπεις, και εδώ οι αλλοιώσεις δεν ισχύουν, δηλαδή είμαστε σε τρόπους.  Είναι άλλη η κατάσταση, δεν είναι ματζόρε-μινόρε.

Μ.Κ: Σίγουρα.

Αυτό είναι που κάνει και τη μουσική αυτή μαγική, νιώθεις ότι είναι γνώριμη αλλά και μη γνώριμη, τόσο ώστε να σε τραβά και, από την άλλη, τόσο ώστε να μην τη βαριέσαι.  

Το είπατε πολύ σωστά.

M.K: Κάτι ακόμα που θέλω να πω, η προσέγγισή μας, πέρα από τα Laudi στο όργανο, που δεν θέλαμε να έχει ρομαντικό ήχο κ.λπ., στο φραζάρισμα να μην είναι πολύ ρομαντικό ή, από την άλλη, πάρα πολύ στακάτο, καθαρόαιμο κλασικό…

Γ. Μ: Να μην κάνει glissandi, να μην κάνει πράγματα που είναι εκτός εποχής, ας πούμε.

Μ.Κ: …θέλαμε να έχει έναν πρωτογονισμό.  Σαν ερμηνεία, δηλαδή, να είμαστε πιο κοντά στην εποχή.  Πέρα από την εκφορά της φωνής –που ξέρει η Γωγώ να σας τα πει ή το πώς δούλεψα εγώ τα ηχοχρώματα του οργάνου, που είναι ένα καθαρά τεχνικό κομμάτι– η μεταξύ μας προσέγγιση της ερμηνείας θέλαμε να έχει, όσο το δυνατόν, τον πρωτογονισμό της εποχής και σαν “soprano boy”, να μην είναι η σοπράνο που θα βγει και θα φωνάζει και θα κάνει τις κορώνες και τις κολορατούρες –ενώ μπορεί να τις κάνει– να μην έχει φύλο, δηλαδή, αυτό το πράγμα, ούτε ηλικία, να είναι κάτι σαν να είναι σχεδόν παιδικό –μέσα σε εισαγωγικά.  Δηλαδή, να είναι λίγο απογυμνωμένο από όλη αυτή την κατάσταση την ψεύτικη.

Γ.Μ: Ναι, είναι ύμνος στο Θεό.  Δηλαδή, όλοι έχουν το δικαίωμα να υμνήσουν το Θεό.

Μ.Κ: Εντάξει, με μία τοποθέτηση αρκετά εγκεφαλική.  Αλλά έχει και γήινα στοιχεία πολλά, τα ακούς τα γήινα στοιχεία, δηλαδή ακουμπούν σε πολλά σημεία.  Ακουμπά στη γη και ανεβαίνει.  Όχι απότομα όμως, είναι μέσα σε έναν κύκλο, σε μία πνοή, σε μία ανάσα όλο αυτό.

Βέβαια, όταν είμαστε σε ένα χώρο με κοινό από κάτω, πρέπει να τηρήσουμε και κάποια άλλα προσχήματα, να είναι κατανοητό, να είναι ακουστό.

Σαφώς.

Δηλαδή, εκεί ίσως να χρειασθεί να κάνουμε κάποιες προσαρμογές στη συνθήκη.

Ναι, και στο χώρο.

Μ. Κ: Να πω επίσης ότι, λόγω χώρου και του οργάνου, η ακουστική αλλάζει πάντα, τα ηχοχρώματα θα είναι κάθε φορά διαφορετικά.  Δηλαδή, η κάθε συναυλία θα έχει το δικό της χρώμα, δεν θα είναι το ίδιο πρόγραμμα.

Γ.Μ: Βέβαια, άλλο να τραγουδήσεις σε έναν τεράστιο ναό και άλλο σε ένα μικρό ναό ξύλινο, ας πούμε.

Μ.Κ: Αλλάζει και το ίδιο το όργανο.

Γ.Μ: Το όργανο αλλάζει, η ηχητική αλλάζει, όλα.  Πρέπει κάθε φορά να προσαρμόζεις τη φωνή σου στο χώρο.  Αυτό είναι ίσως και το πιο δύσκολο κομμάτι, δηλαδή να περνά ο ήχος σε οποιοδήποτε χώρο είσαι.  Είτε είσαι σε πηγάδι –όπως λέω εγώ τους μεγάλους ναούς– είτε είσαι σε σπιτάκι, πρέπει πάντα ο ήχος να περνά, γιατί είναι πάντα η cathedral ακουστική, χωρίς μικρόφωνα, χωρίς υποστήριξη, χωρίς αλλοιώσεις και εφέ.  Είσαι πλήρως εκτεθειμένος.

Δισκογραφικά πώς έγινε;  Το “Irida”, που βλέπω εδώ, είναι ελληνική εταιρία;

Μ.Κ: Είναι ελληνική εταιρία, είναι “Irida Classical” και “Irida Jazz”.  Στην “Irida Jazz” το πρώτο CD ήταν του Γιώργου Δούση, με το “Conversation with the river”, στο οποίο είχα και εγώ τη χαρά να συμμετάσχω σε δύο κομμάτια, και ξεκινήσαμε εκεί και την jazz κατάσταση.  Η “Irida Classical” όμως υπάρχει, έχει βγάλει και πολύ σημαντικούς συνθέτες.

Το πρώτο CD ήταν Δραγατάκης, «Μουσική Δωματίου», στο οποίο έχω κάνει εγώ επιλογές και κείμενα μουσικολογικά μέσα.

Φυσικά, έγινε και με την αιγίδα της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, που είναι και το πιο σημαντικό 

Γ. Μ: Είναι πολύ σημαντικό αυτό, δεν δίνει εύκολα η Ένωση την αιγίδα της.  Επίσης, εγώ θέλω να ευχαριστήσω και τον Παναγιώτη Αδάμ, γιατί, προσωπικά, με βοήθησε και υφολογικά να πλησιάσω ακόμα περισσότερο την εποχή και με το κείμενό του και με τις παρατηρήσεις τους.  Είναι ένας άνθρωπος που συνέβαλε και αυτός με τον τρόπο του στο ηχογράφημα αυτό –αν και την επιμέλεια του CD την έχει κάνει η Αλίνα Καλοπανά, αποκλειστικά και μόνο.  

Μ.Κ: Τη μουσικολογική.

Γ.Μ: Τη μουσικολογική την έχει κάνει η Αλίνα και η καλλιτεχνική είναι από το Μάριο Φούρναρη, τον εικαστικό, που είναι και σύζυγός μου.

Μ.Κ: Μπράβο, αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί πραγματικά μάς έχει κάνει ψηφιακή ζωγραφική –έτσι δεν λέγεται;

Γ.Μ: Όχι, είναι κανονικά σχέδια περασμένα μετά σε ψηφιακά, στο χέρι έχουν γίνει.

Είναι δημιουργία από το μηδέν για τη συγκεκριμένη έκδοση.  Μας έκανε αυτή την ξεχωριστή τιμή.

Μ.Κ: Είναι πολύ ωραίο, και το εξώφυλλο και οι πληροφορίες.

Γ.Μ: Ήμασταν πολύ τυχερές  σε αυτό.  Αλλά, και για όλους τους συντελεστές.  Δηλαδή, εάν θέλετε να μιλήσουμε τώρα για όλους τους συντελεστές, να ξεκινήσουμε από το Νίκο Θεοδωρακόπουλο, ο οποίος είναι ένας καταπληκτικός ηχολήπτης της ΕΡΤ –είμαστε πολύ τυχεροί που είναι και φίλος μας– και έκανε όλο το editing και το mastering και έφερε όλο αυτόν τον ήχο πιο κοντά και τον έβαλε στο σωστό χώρο.  Γιατί, η ηχογράφηση έγινε σε όργανο στουντιακό και μετά αυτό όλο πέρασε στο χώρο, δηλαδή μας έβαλε τη cathedral ακουστική.  Με πολλή λεπτομέρεια, με 36 ώρες στο studio και οι τρεις μας, και με την Αλίνα και με το Νίκο –36 εργατοώρες στην ΕΡΤ.

Μ.Κ: Ναι, να έχουμε το ύφος που θέλουμε, την ακουστότητα, το εύρος, αλλά και, από την άλλη, την αυστηρότητα του ήθους, να μην ξεφύγουμε από το στυλ της εποχής.

Γ.Μ: Πες για τα κείμενα ποιος τα επιμελήθηκε, για τις δύο κοπέλες.

Μ.Κ: Είχαμε δύο φιλολόγους επιμελήτριες, μία για τα ελληνικά κείμενα, είναι η Κωνσταντίνα Χαραλαμπίδη, μία νέα πολλά υποσχόμενη φιλόλογος της ελληνικής, και η Άντα Κόρδα η οποία είναι Καθηγήτρια στο Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.  Είναι προσωπικές μου φίλες και οι δύο και μας έκαναν αυτή την τιμή, να ελέγξουν το κείμενο.  Να αναφέρουμε και τον Σπύρο Καλογερόπουλο.

Γ. Μ: Ο Σπύρος Καλογερόπουλος είναι ο ηχολήπτης που έκανε την αρχική λήψη, την οποία επεξεργάσθηκε μετά ο Νίκος Θεοδωρακόπουλος.  Η αγωνία μας είναι να μην ξεχάσουμε κανέναν, γιατί όλο αυτό είναι μία ομαδική δουλειά.

Μ.Κ: Αυτοί είναι, δεν νομίζω ότι αφήσαμε κάποιον.

Τώρα τι έπεται συναυλιακά;

Μ.Κ: Αυτό το χρόνο, δηλαδή το 2021 και το 2022, ευελπιστούμε να μη μας κλείσουν και να κυλήσει με συναυλίες επάνω στο έργο.  Θα προσπαθήσουμε να το γνωρίσουμε σε διάφορες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, αλλά και στα νησιά μας.  Υπάρχουν κλεισμένες συναυλίες ήδη, τώρα, στις 2 Οκτωβρίου, με αφορμή τον εορτασμό του Αγίου Διονυσίου, την παραμονή, στο μεγάλο καθεδρικό ναό.  Στην Πάτρα, το άλλο Σάββατο, 9 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο του εορτασμού των 450 χρόνων από τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Αυτό πού θα γίνει;

Μ.Κ: Στον Άγιο Ανδρέα μέσα, που έχουμε ξανατραγουδήσει.  Είχαμε την τιμή, μας είχαν καλέσει και ήταν μία υπέροχη συναυλία και πάρα πολύ καλή η αντιμετώπιση γενικότερα.  Σήμερα μίλησα με τη Θεσσαλονίκη, θέλουν και αυτοί να γίνει το έργο εκεί στις 28 Νοεμβρίου, ακριβώς μετά τη λειτουργία, στις 12:00 θα ακολουθήσει όλο το έργο, και έπονται Κέρκυρα, Σαντορίνη πιθανότατα.  Μας ενδιαφέρει και η Τεργέστη, πρωτίστως, για να παίξουμε και το έργο εκεί που γεννήθηκε και μεγαλούργησε ο συνθέτης και ο δημιουργός του.  

Προς το παρόν έχουμε κλεισμένες αυτές τις τρεις συναυλίες και μιλάμε με τους Ιταλούς για να δούμε πού μπορούν να μας εντάξουν.  Συζητούσαμε για το Νοέμβριο, για τις 14-15 Νοεμβρίου, που είναι και η επέτειος του θανάτου του Σοφιανόπουλου.  Εάν όλα πάνε καλά, μας είπαν ότι μπορούν να γίνουν κάποιες εκδηλώσεις εορτασμού, οπότε θα πάμε και εμείς εκεί.  Αλλά ακόμα δεν ξέρουμε τίποτα.  Πέφτουν και οι δημοτικές εκλογές τον Οκτώβριο, πέφτουν και οι αλλαγές της ορθόδοξης τον Οκτώβριο, πέφτουν όλα σε αυτούς και έχουν τρελαθεί γενικώς.  Οπότε, δεν ξέρουμε να πούμε κάτι συγκεκριμένο, μην πούμε κάτι που δεν ισχύει.  Είναι και κλειστός ο χώρος, είναι περίεργος γενικώς, πρέπει να είσαι μερικές φορές με το μαχαίρι στα δόντια.

Ένας από τους καλύτερους φετινούς δίσκους λόγιας

Η βραβευμένη με Όσκαρ Hildur Guðnadóttir θα εμφανιστεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα για να παρουσιάσει τις συνθέσεις της για τη γνωστή σειρά Chernobyl.

Το φετινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου επιφυλάσσει μια μεγάλη συναυλιακή έκπληξη διεθνούς εμβέλειας με την Hildur Guðnadóttir
τους Chris Watson & Sam Slater στις 9 & 10 Οκτωβρίου, στις 23:00, στην Πειραιώς 260 (Χώρος H).

Η Χίλντουρ Γκουδναντόττιρ (Hildur Guðnadóttir), που πρόσφατα τιμήθηκε για τη μουσική της στο Τζόκερ του Τοντ Φίλιπς (βραβείο Όσκαρ, βραβείο BAFTA, Critics’ Choice Movie Award, Χρυσή Σφαίρα) έδωσε το δικό της, καθοριστικό στίγμα και στην επιτυχία της πολυβραβευμένης σειράς του HBO Chernobyl, για την οποία τιμήθηκε με βραβείο Γκράμμυ.

Hildur Guðnadóttir, photo Antje Taiga Jandrig

Hildur Guðnadóttir, photo Antje Taiga Jandrig

Η Ισλανδή μουσικός και συνθέτρια ηχογράφησε το σάουντρακ του Chernobyl στο εγκαταλειμμένο πυρηνικό εργοστάσιο Ignalina στη Λιθουανία, όπου μαζί με τους συνεργάτες της Κρις Γουάτσον (Chris Watson) και Σαμ Σλέητερ (Sam Slater) μελέτησαν και αξιοποίησαν τις ηχητικές δυνατότητες του κτίσματος –που αποτελείται από χώρους εμβαδού 600 μέτρων–, τους ήχους των μηχανημάτων, φυσικά όργανα, ηλεκτρονικά μέσα και, κάποιες φορές, την ίδια της τη φωνή. Τώρα, σε ένα άλλο παλιό εργοστάσιο, στην Πειραιώς 260, η Χίλντουρ Γκουδναντόττιρ μάς προσκαλεί να απολαύσουμε ζωντανά τη μουσική του Chernobyl, δημιουργώντας εκ νέου τα μοναδικά της ηχητικά τοπία.

*Στην παράσταση γίνεται χρήση στροβοσκοπικών φωτισμών

Η βραβευμένη με Όσκαρ Hildur Guðnadóttir θα

 Του Γεώργιου Πισσαλίδη 

Στα πλαίσια του εορτασμού του Πολιούχου της Πόλης των Αθηνών , Άγιου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη , κατά την διάρκεια της Μουσικής Ακολουθίας των Αίνων στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Διονυσίου Καθολικών Αθηνών, η Γεωργία Μπαλαμπίνη (σοπράνο) και Μαγδαληνή Καλοπανά (εκκλησιαστικό όργανο) θα συνοδεύσουν την Ιερή Ακολουθία με τα μεσαιωνικά Laudi Duecentesche τα οποία κυκλοφόρησαν φέτος ως δίσκο ακτίνας 

Πρόκειται για Είκοσι ένα μεσαιωνικούς και ιταλικούς ύμνους του 13ου και 14ου αιώνα με θρησκευτική και κοσμική θεματολογία. Τη μεταγραφή και επεξεργασία των μελωδιών από τους σωζόμενους κώδικες της Φλωρεντίας και της Κορτόνα έχει κάνει ο Marco Sofianopulo (1952-2014). Η αντίστοιχη έκδοση αντλήθηκε από το Αρχείο Ελλήνων Μουσουργών Θωμά Ταμβάκου. 

Ημέρα: Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021 

Ώρα: 20:00

Τοποθεσία: Πανεπιστημίου και Ομήρου  

Επίσης θα παρουσιάσουν τα ίδια τραγούδια στην εκδήλωση για τα 450 χρόνια από την Νίκη στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου στις 9 Οκτωβρίου  2021 στις 20:00 στον Ενοριακό Καθολικό Ναό Άγιου Ανδρέα Πάτρας 

 Του Γεώργιου Πισσαλίδη  Στα πλαίσια του εορτασμού του

του Χρήστου Ζαμπούνη

Εάν υπάρχει στην ιστορία του κινηματογράφου ένας αρχετυπικός ήρωας με καλούς τρόπους σε βαθμό καρικατούρας, αυτός δεν είναι άλλος από τον James Bond. Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς συναδέλφους του, ο Βρεταννός μυστικός πράκτωρ αποτελεί το πρότυπο του gentleman. Δεν γνωρίζω εάν ο Ίαν Φλέμινγκ, ο συγγραφεύς που ενεπνεύσθη τον συγκεκριμένο ήρωα είχε διαβάσει το βιβλίο του Κλίντον Τ. Κλίνλιφ «A Gentleman’s Guide to Etiquette» ή ακόμη το πόνημα της Mrs Χάμφρι «Manners for Men», εγχειρίδια με τα οποία γαλουχήθηκε η γενιά του όσον αφορά στην καλή συμπεριφορά.

Το βέβαιον είναι ότι ο James Bond έχει τρόπους. Φιλόφρων και περιποιητικός, ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου στις κυρίες, τις βοηθά να βγάλουν ή να φορέσουν το παλτό τους, τους προτείνει την καλύτερη θέση στο εστιατόριο και τους προσφέρει λουλούδια, όπως γίνεται τακτικότατα με την Μανιπένι. Όλες αυτές οι χειρονομίες επειδή πραγματοποιούνται με φυσικότητα και όχι τυποποιημένα, αποτελούν τον ασφαλέστερο τρόπο εκφράσεως των αισθημάτων του. Προσοχή προς ναυτιλλομένους! Ο James Bond δεν ομιλεί ποτέ για τις προηγούμενες κατακτήσεις του, ούτε καυχάται για τον αριθμό τους. Αποφεύγει να φλερτάρει την κυρία που φλερτάρει, με οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, και αποφεύγει να ερωτοτροπεί με μία παντρεμένη ή δεσμευμένη, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για σύζυγο ή ερωμένη φίλου του. Αποτελεί την κατ΄εξοχήν ενσάρκωση της φράσεως του Ανατόλ Φρανς, ο οποίος πρέσβευε πως «Η μεγαλύτερη τιμή για μία γυναίκα είναι να την επιθυμήσουμε».

Κατά τα ειωθότα των royals και των αριστοκρατών, το χρήμα είναι απόν από την ζωή του, σε τέτοιο βαθμό που να μην τον έχουμε δει ποτέ να πληρώνει, ακόμη και στο καζίνο, εξαργυρώνοντας τις μάρκες. Μία άλλη ιδιαιτερότητά του είναι ότι δεν βλέπει ποτέ τηλεόραση. Αντιθέτως, πηγαίνει στην όπερα, στο θέατρο ή στον κινηματογράφο. Last but not least, η εμφάνισίς του αγνοεί τις υπερβολές της μόδας κατορθώνοντας να πραγματοποιεί τον αντιφατικό συγκερασμό να φορά καινούργια ρούχα, το ντύσιμό του να είναι μελετημένο στην τελευταία του λεπτομέρεια, κι’ όμως να περνούν όλα απαρατήρητα.

Photo Credit: Alamy | Visual Hellas

του Χρήστου Ζαμπούνη Εάν υπάρχει στην ιστορία του κινηματογράφου

Ο Ευγενής Γίγας (Gentle Giant) του “προγκρέσιβ ροκ” ξαναβροντά την πόρτα μας

Εισαγωγή, συνέντευξη και φωτογραφίες (1989- 2019) 

του Χρήστου Κισατζεκιάν 

Με το πολυαναμενόμενο, πολυτελέστατο box set των θρυλικών Van der Graaf Generator να έχει πλέον κυκλοφορήσει παγκοσμίως στις 3 Σεπτεμβρίου από την Universal, δεν υπήρχε καλύτερη συγκυρία / ευκαιρία  ώστε να επανέλθουμε με το δεύτερο μέρος της κατ’ ιδίαν συνέντευξης μου με τον ηγέτη του προοδευτικού σχήματος! (το πρώτο μέρος εδώ 

Όσοι από τους αμετανόητους οπαδούς δεν ενημερώθηκαν ώστε να το έχουν αποκτήσει ήδη, θυμίζω πως το εδώ και σαράντα χρόνια ιδιωτικό κατάστημα του Peter Hammill “Sofa Sound” σταμάτησε να υφίσταται λόγω Brexit, και τη θέση του πήρε η ηλεκτρονική σελίδα www.burningshed.com

Πρόκειται για την επετειακή  επανακυκλοφορία του συνόλου των οκτώ μνημειωδών έργων των πρωτοπόρων εξερευνητών που παρήχθησαν την περίοδο μεταξύ 1970-1978, με νέα μίξη, υπό την σκέπη της πολυαγαπημένης μας Charisma Records. Όμως εδώ πλέον μιλάμε για ένα ονειρικό κουτί που περιέχει είκοσι δίσκους ακτίνας (17 CD & 3 Blu Ray)! Γιατί; Διότι συνυπάρχουν και τα εξής:

Καταρχάς τα “H to He Who Am the Only One”, “Pawn Hearts”, “Godbluff” και “Still Life” διατίθενται εδώ και σε μορφή 5.1 surround από τον μηχανικό ήχου Stephen W Tayler, ήτοι σε 4 επιπλέον CDs και 2 DVD Blu ray. Επίσης έχουμε άλλα δυο CDs που περιέχουν δυο ακυκλοφόρητες ζωντανές εμφανίσεις των VDGG, μια που έλαβε χώρα στο Παρίσι το Δεκέμβρη του 1976 και μεταδόθηκε από το Γαλλικό ραδιόφωνο, και μια που ανήκει στα θρυλικά BBC sessions. Και τέλος έχουμε ένα ακόμη DVD Blue ray που εμπεριέχει όλες τις πολύτιμες τηλεοπτικές εμφανίσεις του κουαρτέτου: “Beat Club” (1970), “The Bataclan” στο “Pop Deux” (1972), RTBF Belgium “Pop Shop”, “Chaleroi” (1975), τα προωθητικά φιλμάκια των “Wondering” & “Cat’s Eye”, όπως και το εικοσάλεπτο ντοκουμέντο της Αυστριακής τηλεόρασης με την συναυλία τους στο “The Kohfidisch Open Air Festival” (1978).

Τέλος, όλα τα παραπάνω συνοδεύονται από ένα χοντρό βιβλίο εξήντα οκτώ σελίδων που περιέχει μοναδικές στην εγκυρότητά τους πληροφορίες, όπως και σπάνιες, ανέκδοτες φωτογραφίες. 

Και ερωτώ. Υπάρχει καλύτερη ευκαιρία από αυτή ώστε να βγουν στον αέρα κάποιες μικρές μα αποκαλυπτικές ιστορίες που μου χάρισε ενώ μου υπέγραφε έναν-έναν τους παρακάτω δίσκους το Γενάρη του 1999;;; 

Απολαύστε υπεύθυνα. 

PETER HAMMILL

“Everyone You Hold” (Discipline-1997)

“Βλέπεις τη φωτογραφία του εξωφύλλου; Αυτό μου το πορτρέτο τραβήχτηκε από επαγγελματία φωτογράφο (σ.σ.: Leo Vaca) στο Buenos Aires αμέσως μετά από μια πτήση με διάρκεια μιάμιση ώρας. Τόσο απέχει με αεροπλάνο από την πρωτεύουσα της Αργεντινής η Cordoba στην οποία βρισκόμουν προηγουμένως. Στις τρεις μόλις ώρες που είχαμε στη διάθεση μας όταν βρεθήκαμε στο ξενοδοχείο, μας έδωσαν ένα δωμάτιο και στο χωλ του τραβήχτηκε σχετικά γρήγορα τούτη η εικόνα ώστε να βρεθούμε και πάλι έγκαιρα στο αεροδρόμιο αφού είχαμε να προλάβουμε την επόμενη πτήση μας για το Λονδίνο… Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν γιατί έχω αυτή τη στάση και αυτό το ύφος” 

VAN DER GRAAF GENERATOR

“Vital” (Charisma Records-1978)

“Α! Οι διάσημες λευκές φιγούρες που απεικονίζονται στο εξώφυλλο… Μάλλον, καταρχήν, όλο το στήσιμο του σκηνικού που βλέπεις ήταν έργο του επίσημου & ευφάνταστου φωτιστή μας σε κάθε μας show, σε κάθε μας περιοδεία, Rod Illingworth. Όσο για τις φιγούρες αυτές καθαυτές τώρα, δεν θα το πιστέψεις μα είναι παραποιημένα στρατιωτάκια μοντελισμού της εταιρίας Airfix από τον άλλο τρελό της παρέας, τον Gordian Troeller (σ.σ.: όλο μου το χαρτζιλίκι εκεί το ξόδευα έως τα έντεκά μου χρόνια, οπότε και ξεκίνησα τη δισκοθήκη μου)! Συγκεκριμένα επρόκειτο για ένα kit επιτραπέζιας αναπαράστασης ενός ερπυστριοφόρου άρματος μάχης όπου οι στρατιώτες το πλαισίωναν παρακολουθώντας το. Το θέμα είναι πως ότι κι αν έκανε με αυτά, εν τέλει κατάφερε πράγματι να τα κάνει να μας θυμίζουν… Κι αυτό του το χρωστάμε παντοτινά”

 

PETER HAMMILL

“Patience” (Naive-1983) 

“Για να είμαι ειλικρινής, δε θέλω να σου μιλήσω αποκλειστικά και μόνο για τα photo sessions που αφορούν κάθε έργο φυσικά, αφού ούτως ή άλλως, κατά κανόνα ανέκαθεν απέφευγα να φωτογραφίζομαι, οπότε είναι λίγες οι φορές εκ των πραγμάτων. Όμως τούτο το σκοτεινό μου πορτρέτο στο εξώφυλλο αυτό τραβήχτηκε αντιστοίχως σε δωμάτιο του “American Hotel” στο Άμστερνταμ. Από ποιόν; Από τον τότε κιθαρίστα της μπάντας μου, τον John Ellis! Η δραματική αντανάκλαση του προσώπου μου στον καθρέφτη της τουαλέτας χρειάστηκε μονάχα το φυσικό φωτισμό από τα σποτάκια. Κι όμως, πιστεύω πως θα συμφωνήσεις πως εκ του αποτελέσματος, έγινε καλή δουλειά!” 

 

VAN DER GRAAF GENERATOR

“World Record” (Charisma-1976)

“Τελευταίο κομμάτι σε τούτο το άλμπουμ είναι το “Wondering” και γράφτηκε από μένα και τον Huge Banton. Για την ακρίβεια, εγώ συνέγραψα τους στίχους και κείνος την μουσική. Κάθισε λοιπόν και ηχογράφησε σε μια κασέτα όλες τις ιδέες που είχε αφού είχε έρθει η ώρα για τον επόμενο δίσκο μας με φρέσκο υλικό. Ακούγοντάς την λοιπόν από την αρχή ως το τέλος, ξεχώρισα ένα κομμάτι λέγοντας  “να, αυτό εδώ είναι πολύ καλό, οπότε θα κάτσω να γράψω στίχους για αυτό”… Γυρνάει λοιπόν και μου λέει πως αυτή ήταν η μοναδική σύνθεση που δεν ήταν δική του ιδέα, μα κάποιου άλλου! Καλό; Στρώθηκε λοιπόν στη δουλειά και συνέγραψε ένα εντελώς καινούργιο κομμάτι πάνω στους στίχους μου. Γνωρίζουμε καλά να το κάνουμε αυτό ξέρεις, είμαστε επαγγελματίες μουσικοί (γελά)”

 

PETER HAMMILL

“X My Heart” (Fie-1996)

“Αρκετά από αυτά τα εννέα τραγούδια… Μάλλον κάτσε να στο πω αλλιώς. Υπάρχουν αμέτρητοι τρόποι να συνθέσει και να καταγράψει ένας μουσικός τα τραγούδια του. Εγώ συνηθίζω τις περισσότερες φορές να χρησιμοποιώ το προσωπικό μου πλήρως εξοπλισμένο στούντιο ηχογραφήσεων που βρίσκεται μακριά από το Λονδίνο, και συγκεκριμένα στο Bath. Όμως σε περιπτώσεις σαν κι αυτή του “X My Heart” έχω καταφύγει σε πολύ πιο απλοϊκά και «άμεσα» εργαλεία ώστε να μη χαθεί καμία ιδέα που θεωρώ αξιόλογη… 

Έτσι κι εδώ, ο συνθετικός άξονας τριών-τεσσάρων από αυτά τα κομμάτια αναπτύχθηκε πάνω σε ένα πάμφθηνο, φορητό κλαβιέ. Έχω και ένα πιάνο στο σπίτι μου φυσικά, όμως για κάποιο λόγο στην περίπτωση αυτή δεν με βοηθούσε ο ακουστικός χαρακτήρας του οργάνου και προτίμησα τον ηλεκτροδοτούμενο κι ας επρόκειτω για φθηνό αρμόνιο. Κάτι σαν ένα συνειδητό «πισωγύρισμα» σε παλιές τακτικές ηχογραφήσεων δηλαδή. Φυσικά μιλώ για τον κορμό των συνθέσεων αυτών και μόνο, αφού στη συνέχεια έπαιρνα σε φακέλους τις ηχογραφήσεις αυτές (σ.σ.: να θυμίσω πως τα computers ήταν στα πρώτα τους βήματα ως εργαλεία ηχογραφήσεων τότε) και τις παρουσίαζα στην υπόλοιπη μπάντα ώστε να τις ενορχηστρώσουμε μαζί αναλόγως!” 

 

VAN DER GRAAF GENERATOR

“The Quiet Zone/The Pleasure Dome” (Charisma-1977) 

“Η φωτογράφιση της μπάντας στο οπισθόφυλλο έγινε παρακαλώ στο σπίτι που έμενα την εποχή εκείνη . Ο Robin Schwartz που την τράβηξε έμενε επίσης σε αυτό (σημ: υπάρχει περίπτωση εδώ να θυμάται λάθος ο πρωταγωνιστής, αφού στα credits του δίσκου αναφέρεται ο διάσημος συνάδελφος Anton Corbijn ως υπεύθηνος της εικόνας του οπισθόφυλλου, ενώ ο Schwarzt για την ένθεση του γυναικείου μοντέλου του εξωφύλλου). Οι δυο μαζί εκκενώσαμε πλήρως το χώρο του καθιστικού ώστε να χωρέσουν όλοι όσοι συνέβαλαν στην ηχογράφησή του. Όσο για αυτά εδώ, είναι παλαιού τύπου μανικετόκουμπα που κάποτε ήταν μοντέρνα, μα πλέον είναι παλαιού τύπου. Και όσο για το δαγκωμένο μήλο με το οποίο παίζω στα χέρια μου, το βάψαμε ασημί ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή παρεμβολή/παρενόχληση στο όλο φόντο.”    

 

PETER HAMMILL

“Over” (Charisma -1977)

“Να άλλη μια διπλή ενδιαφέρουσα ιστορία. Και ξανά έχει να κάνει με την φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο. Η κιθάρα αυτή είναι η Meurglys III για την οποία μάλιστα αργότερα συνέγραψα και ένα τραγούδι (σημ: αναφέρεται στο ομώνυμο κομμάτι των Van der Graaf Generator – ένα ΤΕΡΑΣΤΙΟ ευχαριστώ στον φίλτατο συνοδοιπόρο Τάκη Κρεμμυδιώτη!). Τραβήχτηκε στα Rockfield Studios στο Μονμαουθσαϊρ όπου το ηχογραφήσαμε, στο δωμάτιο όπου συνηθίζαμε να τρώμε στα διαλείμματα μας. Βλέπεις λοιπόν τη θέα από το παράθυρο του στούντιο.”  

 

PETER HAMMILL

“The Noise” (Fie-1993)

“Εδώ σου έχω μια διπλή ανείπωτη ιστορία. Το μικρόφωνο-αντίκα που βλέπεις στο εξώφυλλο του δίσκου είναι το συγκεκριμένο μικρόφωνο που χρησιμοποιήσαμε για την ενδοεπικοινωνία μας ο παραγωγός David Lord κι εγώ, όταν αυτός ήταν επάνω, στο control room, κι εγώ στο χώρο ηχογραφήσεων. Εξαίρετος μηχανικός ήχου. Όσο για τον καταπονημένο ενισχυτή του οποίου τις γωνίες βλέπει κανείς διάσπαρτα σε όλο το booklet του cd, δεν είναι άλλος παρά ο αυθεντικός Hi-Watt 1Χ15 με τον οποίο ηχογράφησα όλα τις κυκλοφορίες των Van Der Graaf Generator. Και ναι, υπάρχει ακόμη”

VAN DER GRAAF GENERATOR

“Pawn Hearts” (Charisma-1971)

“Α, εδώ μάλιστα! Σου έχω μια πολύ περίεργη και ενδιαφέρουσα ιστορία που αφορά αυτόν καθαυτό τον γενικό τίτλο του δίσκου. Ε, λοιπόν, προέρχεται από τη φράση “Horn Parts” (τα μέρη που παίζουν τα πνευστά), τα μέρη του σαξοφώνου επί τω πλείστων! Αποφασίσαμε από κοινού αυτό το σαχλό λογοπαίγνιο ανταλλάσοντας τα πρώτα γράμματα των δύο λέξεων, πράγμα για το οποίο δεν ήμασταν ουδέποτε γνωστοί η αλήθεια είναι, όμως προέκυψε ως εσωτερικό αστείο όποτε ερχόταν η στιγμή να παίξουμε τα μέρη των πνευστών… Αντί να λέμε “horn parts” λέγαμε “pawn hearts” χαριτολογώντας.”  

 

PETER HAMMILL

“This” (Fie! Records)

“Άκου εδώ τώρα. Το ρολόι που βλέπεις όταν ξεδιπλώσεις το οκτάφυλλο booklet σε ένα από αυτά τα ραφάκια ήταν του αείμνηστου πατέρα μου… Κι όμως. Κληρονομώντας το δικαιωματικά, με το που το φόρεσα στον καρπό μου πρόλαβε να δουλέψει πάνω μου μονάχα τρεις ώρες!…”

   

PETER HAMMILL

“Sitting Targets” (Virgin-1981)

“Ωπ, να ένα εξώφυλλο που δύσκολα θα ξεχάσω. Βλέπεις τα crash test dummies (σημ: οι κούκλες που χρησιμοποιούνται σε δοκιμές σύγκρουσης από τις αυτοκινητοβιομηχανίες);;; Πρόκειται για πραγματική απεικόνιση. Φωτογραφία δηλαδή, αφού δεν υπήρχε τότε το photoshop και τα συναφή. Σε πληροφορώ λοιπόν ότι η Αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία Ford χρέωσε τη δισκογραφική μας εταιρία μια ολόκληρη περιουσία για τα πνευματικά δικαιώματα της χρήσης τούτης της φωτογραφίας!” 

Ο Ευγενής Γίγας (Gentle Giant) του “προγκρέσιβ

“Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα τ’ ουρανού

 σε κατάμαυρο μέλλον εξοντωμένος. 

 Ητανε Σάββατο κι ο φτωχός Ιησούς

 ο ξυπόλυτος ερωμένος της αγωνίας

 ο ξέχειλος απ’ τη σκιά των λαών επιστάτης

περίμενε τα χαρωπά γραΐδια στο μισόφωτο

Βγάζει ψαλμό σα να ποτίζει περβόλια

ο τρεμουλιάρης ιερέας κι ο καθαρός

αέρας ο υπνοφόρος.

Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ’ άλλο

είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά”.

 

Νίκος Καρούζος

(17/7/26 – 28/9/90)

 

“Χτυπούσα τα χέρια μου στα γαλάζια κρύσταλλα

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου 

Η τιμητική εκδήλωση, που οργανώθηκε από την Εταιρεία Αχαϊκών Σπουδών, για την συγγραφέα Αθηνά Κακούρη, στον αύλειο χώρο του Νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Πατρών το απόγευμα της Δευτέρας 20 Σεπτεμβρίου 21, ολοκληρώθηκε με επιτυχία και μεγάλη συμμετοχή Πατρινών, οι οποίοι αγκάλιασαν με θέρμη τη σχετική πρωτοβουλία. 

Ο Πρόεδρος της Εταιρείας Βαγγέλης Πολίτης καλωσόρισε τους προσκεκλημένους και ευχαρίστησε τους εκπροσώπους των φορέων και τους παριστάμενους για την ανταπόκριση στην πρόσκληση της Εταιρείας. 

Στη συνέχεια ανέφερε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας αποφάσισε να τιμήσει τη συμπολίτισσα συγγραφέα, διότι με την παρουσία της στην νεοελληνική γραμματεία και το έργο της, είναι ευρύτερα δεκτό ότι έχει, μεταξύ άλλων, αναδείξει και συμβάλλει στην κατανόηση της τοπικής ιστορίας και της σύγχρονης φυσιογνωμίας της Πάτρας και της Αχαΐας σε όλους τους τομείς, όπως διαμορφώθηκαν κατά το πέρασμα από τον 19ο στον 20ό μέσα στις κρατούσες συγκυρίες.

Σύντομο χαιρετισμό, προς τη διοργάνωση και τη συγγραφέα με μνεία στη σπουδαιότητα του έργου της, απηύθυναν οι: Σία Αναγνωστοπούλου, Βουλευτής Αχαΐας και καθηγήτρια Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Χαράλαμπος Μπονάνος, Αντιπεριφερειάρχης Αχαΐας και Νικόλαος Ασπράγγαθος, Αντιδήμαρχος Πατρέων.

Στη συνέχεια η Ζέττα Ζάχου, που συντόνισε με επιτυχία τη εκδήλωση, έδωσε το λόγο στον εκ των κυρίων ομιλητών της βραδιάς ιστορικό Δρ. Μεσογειακών και Ανατολικών Σπουδών και διευθυντή του Μουσείου της πόλεως των Αθηνών Στέφανο Καβαλλιεράκη, ο οποίος αναφέρθηκε στην ιστορική διάσταση στους καίριους και τολμηρούς προβληματισμούς που θέτει το έργο της Α. Κακούρη. 

Η κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια Κατερίνα Σχινά, (μέσω βιντεοπροβολής, λόγω δέσμευσης που προέκυψε), έκανε μία σφαιρική παρουσίαση με τις ιδιαίτερα θετικές κριτικές αναφορές στη λογοτεχνική διάσταση της πολυσχιδούς συγγραφικής της δραστηριότητας. Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα της Αθηνάς Κακούρη “Πριμαρόλια”, διάβασε με απολαυστικό τρόπο η Νίκη Πετσάλη – Παπανδρέου. 

Ακολούθως ο Πρόεδρος της ΕΑΣ επέδωσε στην συγγραφέα, ως δείγμα αναγνώρισης, αναμνηστική πλακέτα. Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με σύντομη συζήτηση με το κοινό, σε κλίμα συγκινησιακής φόρτισης γιατί προέκυψαν τοπικές μνήμες, τις οποίες ανέδειξε η αειθαλής συγγραφέας Αθηνά Κακούρη. 

 Ζέττα Ζάχου, προλογίζοντας την εκδήλωση, είπε: 

Στην εποχή της μονοσήμαντης σκέψης, της μεγιστοποίησης, του εργαλειακού λογισμού, στην εποχή όπου το άλλο, το όνειρο, το ουτοπικό, «απαγορεύονται» σε όλες τις οργανωμένες και σοβαρές πλευρές και πτυχές κοινωνικής δραστηριότητας, στην εποχή που ο παραδοσιακά κριτικός επιστημονικός στοχασμός φαίνεται εγκλωβισμένος στις στενόχωρες ατραπούς της βεβαιότητας, την εποχή που οι κυρίαρχες λέξεις είναι αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα και διαχείριση, η τέχνη και ο έντεχνος λόγος έμειναν είδη ορφανά, δραστηριότητες αποκομμένες. 

Σ΄ αυτήν ακριβώς την εποχή η Α.Κ μας παίρνει στοργικά από το χέρι και μας παρακινεί: Ψάξτε, Αναρωτηθείτε, Σκεφθείτε. Με το σύνολο του έργου της. 

Η τέχνη και η λογοτεχνία απομένουν πια καθ’ ύλην αρμόδιες και ικανές να αντισταθούν στη διάχυτη απώλεια των σημασιών, στην απίσχνανση των νοημάτων, στην ένταξη του αμφίσημου, του αδύνατου και της αταξίας στην περιρρέουσα κεκανονισμένη τάξη. 

Μόνο οι δημιουργοί και οι ποιούντες δικαιούνται να εμφανίζονται απαλλαγμένοι, από την υποχρέωση να υπηρετούν δίχως παραχωρήσεις, το λόγο της εξουσίας. Και σ αυτούς ανήκει η Α.Κ. 

Είτε στα αστυνομικά, είτε στα μυθιστορήματά της  ή στα αμιγώς Ιστορικά, εσχάτως, παραμένει μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, τόσο ενεργά που μόνον να αναρωτηθείς και να θαυμάσεις μπορείς, ασχέτως αν συμφωνείς ή όχι! Ως αυτόνομο υποσύστημα, η τέχνη έχει, εν πολλοίς, στις μέρες μας, αποκοπεί από τις άμεσες κοινωνικές της ρίζες. Και έτσι η αυτονομία του δημιουργού εμφανίζεται εντελώς απομονωμένη από όλα εκείνα τα στοιχεία της πραγματικότητας που αποτελούσαν κάποτε τις πηγές της έμπνευσης. Όχι όμως και στη γραφή της Α.Κ. 

Το άρωμα μιας εποχής που η τέχνη δεν ήταν ακόμη μόνο εμπόρευμα, γι’ αυτή την εποχή, που, έστω κι αν την ωραιοποιούμε εκ των υστέρων, άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη προβληματισμού, αρχή αβεβαιότητας και διχασμού, μας παραπέμπει το έργο της Α.Κ. 

Σ’ αυτή την εποχή που, ως μη νέα, δικαιούμαι ελεύθερα να νοσταλγήσω με συγκίνηση, σ’ αυτή την εποχή με ξαναγυρνάει το έργο της. Και όχι μόνο γιατί το συνολικό έργο της, ακόμα ακόμα και το μικρό βιβλιαράκι “με τα χέρια σταυρωμένα” τουλάχιστον όπως το διαβάζω εγώ, είναι ενταγμένο σε μια παράδοση που ακουμπάει στις δημιουργικότερες δεκαετίες του τόπου μας αυτές του ΄30 και του ΄60. 

Οι αναφορές στα πρόσωπα της εποχής, τους σκοτεινούς δρόμους, ή τα ρούχα και τα σκούρα κοστούμια, που επανέρχονται, σύμβολα πολλές φορές οικεία, συμπαθητικά ή απωθητικά, λειτουργούν σαν ψηφιδωτό χαμένων ελπίδων, αισθήσεων αλλά κ υ ρ ί ω ς ατμόσφαιρας, που, όπως οι μαυρόασπρες ταινίες, αναδίδουν, με εντελώς σύγχρονα και επεξεργασμένα μέσα, την πολύβουη οσμή μιας εποχής όπου όλα μπορούσαν να διαβάζονται σαν κομμάτια ενός συνόλου το οποίο, κι αν ακόμα δεν αγαπούσαμε, θέλαμε τη συμμετοχή μας. 

Στα έργα της η επιλογή των καθημερινών δεν μου φαίνεται ούτε τυχαία ούτε απλώς «υποδειγματική». Για μένα, αυτά που βλέπω αναπέμπουν σε μια ολόκληρη περίοδο μέσα από μια εντελώς ειδική σκοπιά. 

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ίσως αυτός να είναι και ο λόγος για τον οποίο η Α.Κ μού ξυπνά τις αναμνήσεις και τη νοσταλγία που φάνταζαν αμφίσημα ανούσιες, τα όνειρα που κλειδώθηκαν, καθώς φαίνεται οριστικά, την αναζήτηση των αδύνατων πρώτων αληθειών που με συνόδευαν, όχι μόνο στην εφηβεία μου αλλά και πολύ αργότερα, μέχρι να αποκρυσταλλωθούν οριστικά οι πολιτισμοί της απόλυτης υποκειμενικής αυθαιρεσίας. 

Αλλά, διαβάζοντας τα έργα της, δεν είναι μόνο το συναίσθημα και η συγκίνηση που μας υποκινεί, μας ανοίγει ταυτόχρονα και ορίζοντες σκέψης και στοχασμού οι οποίοι, όταν ακριβώς μπορούν να υποβαστάζονται από το συναίσθημα, ενισχύουν και μας τονώνουν. 

Στους καιρούς που διάγουμε, και τους οποίους η ίδια αρνείται εμφατικά να προσδιορίσει ως δύσκολους, μάς βοηθάει να σκεφτόμαστε ότι δεν είμαστε μόνο αυτό που προκύπτει από την ενσωμάτωση μας στο όποιο σύστημα. 

Η ίδια η Α.Κ. ξεκαθαρίζει τη θέση της: «Εγώ λοιπόν δεν θα σου πω όλη την ιστορία. Αυτό δεν θα μπορούσα να το κάμω, αλλά και δεν το θέλω. Εγώ θέλω να σου ειπώ εκείνο το μέρος της ιστορίας που σε αφορά… Γιατί τότε θα δείς πως η ιστορία μετρά τη ζωή μας, τη ζωή τη δική μου και τη δική σου και των δικών σου, όχι σε κάποιον αόριστο, περασμένο χρόνο αλλά σήμερα, εδώ που μιλάμε, τώρα.. Είναι ιστορίες συναρπαστικές κι αξιομνημόνευτες, με στιγμές που σε κάνουν να θλίβεσαι και να θρηνείς, κι άλλες να γεμίζεις αγαλλίαση περηφάνεια..». 

Όλο το έργο της υπηρετεί απολύτως το πολλαπλά διατυπωμένο παιδευτικό της πρόταγμα «πρέπει να γνωρίσουμε την Ιστορία μας». 

Και γι’ αυτό ακριβώς την ευχαριστώ.

του Παναγιώτη Ανδριόπουλου  Η τιμητική εκδήλωση, που οργανώθηκε

Του Κώστα Τάταρη 

Η ύπαρξη θάλλει στην υπέρβαση της ατομικότητας, όταν το «άτομο» ανάγεται σε «Πρόσωπο». 

Η ατομικότητα αρκείται στις βολικές, εύπεπτες «λύσεις», οικοδομεί με ευκολία είδωλα για να οχυρώνεται πίσω απ’ αυτά, βολεύεται στη «φυλακή του εγώ», καθίσταται αυτοείδωλο  η ίδια. 

Η ατομικότητα αυτό-δικαιώνεται μέσα στον πεπερασμένο, ασφυκτικό κύκλο της πτωτικής ανθρώπινης φύσης, αρκείται στη « λατρεία του λογικού και της κοιλιάς, τη μίζερη γνώση, τις κερδοφόρες μικρές βεβαιότητες» (1). Tα πάντα, ακόμα και τα «πνευματικά μεγέθη», νοούνται με χρησιμοθηρική «λογική» (η «σχέση» με το Θεό είναι αποτιμητή σε «χειροπιαστό κέρδος», μέσα από τον ταπεινό υπολογισμό του εμποράκου, «ζητάω αυτό και θέλω να μου το δώσεις γιατί είμαι «καλό παιδί», φρόνιμο, υπάκουο, ηθικό» και «δώσε μου να σου δώσω»).  

Αντίθετα με την «πνιγηρή» στον μικρόκοσμό της ατομικότητα, η ύπαρξη στην πληρότητά της, περιφρονεί «τις βεβαιότητες» που ντροπιάζουν την ανθρώπινη υπόσταση, ασφυκτιά, κλαίει και θρηνεί «στη φυλακή του εγώ», θραύει τα κλειστά σχήματα και τα εφήμερα είδωλα, τολμά την πλεύση στο ανοικτό πέλαγος, προϋποθέτει «τη διακινδύνευση» και «το  μεγάλο στοίχημα».    

Ο Αθανάσιος Νοτόπουλος στο βιβλίο του με τον όχι τυχαίο τίτλο «Καρδιακές Αναπάλσεις»(2) αναφέρεται σε αυτήν ακριβώς την υπαρξιακή περιπέτεια, «την διακινδύνευση» και «το μεγάλο στοίχημα» υπό το Φως της ορθόδοξης πνευματικότητας.  

Ο Αθαν. Νοτόπουλος, να το επισημάνουμε εξ’ αρχής, παρ’ ότι ενδιαφέρεται για τα σύνθετα, αντισυμβατικά ρεύματα ιδεών και για «ό,τι καλό» έχουν να μας δώσουν άλλες υγιείς κι ενδιαφέρουσες παραδόσεις (όπως το σούφικο Ισλάμ, για παράδειγμα), ο ίδιος δεν ακολουθεί καμιά ιδεολογία ούτε θρησκεία ως «σχηματοποιημένο κλειστό σύστημα»΄ «Τόπος» των ενοράσεών του η Ορθοδοξία όχι ως «θρησκεία» (έστω και «καλύτερη από τις άλλες»), ούτε  ως ιδεολογικοποιημένη θρησκεία («ορθοδοξισμός»), αλλά ως Οδός για την υπαρξιακή πληρότητα και αυθυπέρβαση, ως Οδός για τη Θεογνωσία και τη Θέωση. 

 Υπό αυτή την οπτική ο Νοτόπουλος μας το λέει εμμέσως,  πλην σαφώς: δε χρειαζόμαστε «κατηχητές», δεν θέλουμε «ιεροκήρυκες», μας απωθούν οι «ηθικολόγοι» και οι «ευσεβιστές». Εκείνο που έχουμε ανάγκη βρισκόμενοι «καθ’ οδόν» είναι «σηματωροί» (3). Πρόσωπα που «γεύτηκαν την αγάπη», Πρόσωπα που η καθαρμένη καρδία τους δέχτηκε τη Χάρη, οι Άγιοι (4).  

«Ο Θεός είναι αγάπη» έτσι αρχίζει το «πρώτο κεφάλαιο (θα εξηγήσω στη συνέχεια γιατί βάζω τη λέξη σε εισαγωγικά), που τιτλοφορείται «για την αγάπη του Θεού και για να μετέχουμε στο πανηγύρι της ζωής». Ο Θεός  ε ί ν α ι   αγάπη και όχι ο Θεός «έχει» αγάπη. Είναι η κενωτική, θυσιαστική, αγαπητική αλληλοπεριχώρηση της Αγίας Τριάδας, κι ως εκ τούτου, η αγάπη που παρέχεται στον άνθρωπο είναι χωρίς όρους, είναι η απροϋπόθετη αγάπη. 

H ‘Aγία Τριάδα” του Αντρέι Ρουμπλιώφ

Αυτή η αγάπη είναι ο λόγος (όχι η «αιτία», όχι κάποιος ντετερμινιστικός καθορισμός») της Ενσάρκωσης του Λόγου «που συνέχει και συντηρεί τα πάντα» (5) και της Σταύρωσης΄ μας το  λέει πολύ όμορφα και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος : Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ενσαρκώθηκε και , κυρίως, έπαθε και σταυρώθηκε όχι μόνο για να μας σώσει από την αμαρτία (και γι’ αυτό βεβαίως, αλλά όχι κυρίως γι’ αυτό)΄, αν ήταν αυτός ο «βασικός λόγος» μπορούσε να εκπληρωθεί με πιο …ανώδυνο τρόπο, ποιος ο λόγος, διερωτάται ο Άγιος Ισαάκ, να δεχτεί τον κατά πρόσωπο εμπτυσμό, τον ακάνθινο στέφανο και το σταυρικό (τον πλέον «ατιμωτικό» και βασανιστικό) θάνατο, αν όχι για να μας φανερώσει τη άπειρη αγάπη Του, τη θυσιαστική, την «πυρπολούσα και δροσιστική συνάμα» ;  

 «Ο Θεός είναι αγάπη. Κινούμενος με υπέρλογο, εκστατικό έρωτα προς εμάς, ο Υιός του έπαθε, σταυρώθηκε, πέθανε. Η παραδοξότητα των ενεργειών Του ανέκαθεν αποτελούσε σκάνδαλο για όποιονδήποτε τις έβλεπε έξω από το φως της Ανάστασης και το πυρ της ελεύθερης αγάπης, Της αγάπης που «εκ του μη όντος» μας δημιούργησε «θεούς κεκελευσμένους», ελεύθερους να την αποκρούσουμε…» και σε άλλο σημείο του ιδίου «κεφαλαίου»: « ο Θεός δεν είναι έννοια,  ιδέα, ιδεολογία, απρόσωπη δύναμη παρακτική της κτίσης, υπέρτατη δύναμη, ενέργεια συνεκτική των πάντων (κι άλλα μύρια «του μυαλού ροκανίδια» που Του αποδίδονται)… αλλά είναι «Ον παραγωγικόν και κινητικόν προς ερωτικήν συνάφειαν» (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής) που μας βρίσκει με επίμονη αναζήτηση σε οποιαδήποτε κατάσταση βρισκόμαστε καλώντας μας  σε μια ζωογόνο κοινωνία αγάπης. Και στην αγάπη η προσέγγιση είναι γλυκιά, απαλή, διακριτική, ελεύθερη, και η μεταμόρφωσή της στην ανταπόκρισή μας αυτήν εκχυλισματική, απροϋπόθετη και αποφασιστική προσωπική επιλογή…». 

Η αγάπη του Κυρίου προς εμάς, είναι, το επαναλαμβάνουμε, απροϋπόθετη. Ο πτωτικός άνθρωπος βάζει όρους και προϋποθέσεις. «Ο Κύριος» είναι «ο Υπέρτατος φίλος μας, πιο φιλικός με εμάς απ’ ότι ο ίδιος μας ο εαυτός , που εύκολα διολισθαίνει είτε σε άγονα ενοχικά πλέγματα είτε σε απατηλά αυτοδικαιωτικά σχήματα, μη αποδεχόμενος εύκολα και μη αγαπώντας ουσιαστικά την πραγματικότητα…»  

Ο συγγραφέας μας λέει ότι μια από τις πιο όμορφες καταφατικές προσεγγίσεις του Θεού είναι εκείνη «του Νυμφίου». Ο Νυμφίος μας προσκαλεί στη χαρά του στρωμένου τραπεζιού, όμως εμείς πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, όχι ράθυμοι και κοιμισμένοι, αλλά έτοιμοι με τα δαδιά μας αναμμένα. Κι αυτή είναι η δική μας «διακινδύνευση» να αφεθούμε στη βροχή της χάριτος χωρίς να κρατούμε ομπρέλα, στο «πέλαγος της δροσιάς» χωρίς να υψώνουμε οχυρωματικά έργα. 

Βίλχελμ φον Σάντοου: η παραβολή των 10 Παρθένων

Μια άλλη «καταφατική προσέγγιση» του Θεού που αρέσει στο συγγραφέα είναι εκείνη «του Χορευτή». (Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τα  πλέον αγαπημένα μου).

« Η ζωή – ας μας συγχωρεθεί να το πούμε – είναι κατά κάποιο τρόπο ερωτικός χορός με τον Θεό, όπου συνυπάρχουν εναρμονισμένα βήματα υποχώρησης, παλινωδίας, ατομικές και συνεργατικές φιγούρες, αμηχανία μπροστά στις κινήσεις του συγχορευτή, λεπτός φόβος για ενδεχόμενη διατάραξη της αρμονίας, αλλά και ταιριαστό άφημα και μυσταγωγία σ’ ένα μίγμα ακατάλυτης, αγαπητικής σύνδεσης, όπου συνυφαίνονται λειτουργικά η απίστευτη οικειότητα με το απερινόητο μυστήριο». 

Η προσφερόμενη όμως αγάπη τις περισσότερες φορές είναι «μη μεθεκτή» από τον άνθρωπο , γι΄ αυτό ο τελευταίος , οχυρωμένος «στην κόλαση του εγώ», στα ηθικογνωστικά κριτήρια και στις «κερδοφόρες μικρές βεβαιότητες» αποκρούει την αγάπη Του και η απόκρουση αυτή συνιστά περισσότερο περιπτώσεις αντιθεΐας, που περιγράφονται από τον συγγραφέα (και έτσι «η ζωή από δώρο γίνεται κολαστήριο») παρά αθεΐας (άλλωστε η τελευταία είναι αδύνατη αφού «ο Θεός είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών»)  είτε παραμορφωτικά σχήματα («του μυαλού ροκανίδια») που «προσεγγίζουν» τον Θεάνθρωπο ως «μύστη που μαθήτευσε στους Ινδούς», «απεσταλμένο δάσκαλο» κλπ κλπ. 

 Ποια είναι, λοιπόν, «η διακινδύνευση» όσον αφορά τα «σχήματα» και «τις βεβαιότητες», «τα ηθικογνωστικά κριτήρια», τα είδωλα και την αυτό- ειδωλοποίηση ; Να εξέλθεις αποφασιστικά «από τη φυλακή του εγώ».  

                                    « Παίζω και γελώ 

                                       κάτω απ’ το Σταυρό΄

                                       κλαίω και θρηνώ

                                      στη φυλακή του εγώ» (6) 

 

Να αφεθείς χωρίς όρους, να εξοικειωθείς με τον Αγαπημένο (αυτή είναι η Θεογνωσία), να αφεθείς στο χορό, «να λικνιστείς στα κύματα».

                                     «Λικνίζομαι στα κύματα

                                     μιας φλογερής δροσιάς,

                                    χορεύω με τα βήματα

                                    γλυκιάς ανεμελιάς» (7) 

και 

                                    « Άγρυπνη βροχή

                                    στο καύμα του ηλίου

                                   το πυρ της προσευχής

                                   στάχτη ειδώλων

                                    καρπός γλυκός» (8) 

Λίκνισμα στα κύματα «μια φλογερής δροσιάς», «άγρυπνη βροχή στο καύμα του ηλίου» ή «άφλεκτος μες στη φωτιά». Αφήνομαι μ’ εμπιστοσύνη και ηρεμία σε κάτι που με δροσίζει και με πυρπολεί ταυτόχρονα, υπό άγρυπνη (όχι απλά «συνεχή», αλλά «άγρυπνη») βροχή που μου «υπενθυμίζει» και με κρατά διαρκώς σε εγρήγορση «στο καύμα του ηλίου». Αντιφάσεις; Για τον εργαλειακό ορθολογισμό, ναι, αντιφάσεις. Για τον ελληνικό (η ηρακλείτεια «παλίντροπος αρμονία») και τον ορθόδοξο τρόπο (η διάπυρη καρδία, η πυρπολημένη από την θεία αγάπη και πυρπολούσα τα πάντα γύρω της λικνίζεται στη δροσιά των κυμάτων), όχι. Δεν πρόκειται για αντιθέσεις που απλά «συνυπάρχουν». Πρόκειται για την αναίρεση κάθε ντετερμινισμού, για τη θραύση των αλυσίδων του φυσικού καταναγκασμού, για το αβίαστο «άνοιγμα» της ύπαρξης στην όντως εμπειρία, στην εκστατική εμπειρία.  

Μετά «τη διακινδύνευση», ποιο είναι «το μεγάλο στοίχημα» ; Η αποκάλυψη, όχι η ανακάλυψη. Όχι να ανακαλύψεις «τις Ινδίες» (που δεν είναι οι Ινδίες, νομίζεις ότι είναι), αλλά να σου αποκαλυφθεί αυτό που είναι  «κρυμμένο», γιατί εσύ το σκέπασες «με μύρια όσα». Να σου αποκαλυφθεί η «πρόγευση» της Εδέμ, μέσα από τη νοσταλγία του απολεσθέντος , αλλά και του μέλλοντος Παραδείσου. Είναι αυτό που «γεύτηκε» «ο Άγιος Κόκκος (της Άμμου)», το πλέον αγαπημένο μου ποίημα και γι’ αυτό το παραθέτω ολόκληρο:   

             « ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΚΚΟΥ  (ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ)    

                                      Πλημμυρίδα

                                      κι ανάβλυσμα ζωής.

                                      Άμπωτις

                                      και νόστος φιλιού.

                                      Μελαγχολικός συλλογισμός

                                      κι εκστατική παράδοση.

                                      Κύμα

                                      κι αιφνίδιο φως.

                                     Χορός, σεισμός,

                                     κροτάλισμα του κάβουρα,

                                     πνοή του ανέμου». 

Στο βιβλίο του Νοτόπουλου «συνυπάρχουν» πεζά κείμενα, κείμενα υπό μορφή ημερολογιακής καταγραφής, ποίηση και σουρεαλιστικά κείμενα στην καλύτερη παράδοση του Νίκου Γαβριήλ Πεντζικη. Όταν ρώτησα τον συγγραφέα γιατί τα «κεφάλαια» (με πολύ όμορφους τίτλους που σε προϊδεάζουν για την ποιητικότητα των κειμένων, όλο το βιβλίο είναι ποιητικό) δεν αναφέρονται στην «πρώτη» ή «τελευταία» σελίδα  «ως είθισται», χαμογέλασε και μου είπε : « Δική μου επιλογή να μην υπάρχουν περιεχόμενα, η ροή είναι συνεχής, κυματοειδής». Κατάλαβα. Γι’ αυτό βάζω εισαγωγικά. Δεν είναι «κεφάλαια» που γίνονται «περιεχόμενα», διότι δεν είναι «αυτονομημένα» ή «στεγανοποιημένα», δεν αποτελούν «το επόμενο» γραμμική συνέχεια «του προηγούμενου», ούτε  απλά «συνυπάρχουν». Διεισδύουν το ένα μέσα στο άλλο όπως τα ρεύματα της θάλασσας, όπως τα κύματα που εμφανίζονται «από το πουθενά». 

Η ίδια «κατάθεση» που εμφανίζεται με τη σαφήνεια του πεζού κειμένου, ενορατικά εκφράζεται με την ποίηση και με τα σουρεαλιστικά κείμενα (αληθινά σουρεαλιστικά διαμαντάκια το σχετικό «κεφάλαιο», που τιτλοφορείται «νύχτες γιομάτες θαύματα, μέρες σπαρμένες μάγια»). Μπορείς, από το ένα κύμα να πηδήξεις στο άλλο, από το ένα ρεύμα να παρασυρθείς στο άλλο, όπως και από οποιοδήποτε μέρος του βιβλίου να   δεις τον προβληματισμό του «για την υγεία», (ο Νοτόπουλος είναι ιατρός), είναι και αυτό μέρος της ομορφιάς του βιβλίου. 

Ο Νοτόπουλος είναι Χριστιανός Ορθόδοξος, αλλά αξίζει να διαβαστεί απ’ όλους, όσους «ψάχνονται υπαρξιακά», όπως τηρουμένων πάντα των αναλογιών , ο Τζελαλεντίν Ρουμί, που επίσης αναζητά τον Αγαπημένο, (δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχή του βιβλίου υπάρχουν στίχοι του μεγάλου μουσουλμάνου μυστικού που βρίσκεται ψηλά  στις προτιμήσεις τόσο του  συγγραφέα, όσο και στις δικές μου) δεν απευθύνεται μόνο σε μουσουλμάνους. Ας διαβαστεί και από όσους έχουν επιλέξει «άλλη οδό», αρκεί να έχουν αίσθηση και εμπειρία «της οδού», της υπαρξιακής περιπέτειας, της απόδρασης από τη φυλακή του εγώ.

Διακαίομαι από την επιθυμία να ξεφύγω από την φυλακή του εγώ μου και να χαθώ μέσα Σου”
Απόφθεγμα του Τζαλαλουντίν Ρουμί,αγαπημένου μύστη του Νοτόπουλου

Με τον συγγραφέα γνωριζόμαστε από μικρά παιδιά, τη τελευταία εικοσαετία μας συνδέει μια δυνατή φιλία. Μεγάλη μου χαρά που έγραψα αυτή την αναφορά για το διαμαντάκι που μας χάρισε. Ελπίζω μόνο στη περιγραφή μου να φάνηκα αντάξιος του εγχειρήματός του. 

 

1* Η πιο μεστή περιγραφή «της Φραγκιάς», του δυτικού (αναγεννησιακού) κοσμοειδώλου, από τον Νίκο Καζαντζάκη στο «Συμπόσιον» , «Κύριε ! Κύριε ! Ποιος μίσησε περσότερο από μένα τη Φραγκιά, τη λατρεία του λογικού και της κοιλιάς, τη μίζερη γνώση, τις κερδοφόρες μικρές βεβαιότητες ;» Βέβαια, ο Νοτόπουλος δεν μισεί κανέναν, ούτε «τη Φραγκιά», απλά…αποστασιοποιείται. 

 

2*  Η καρδία είναι το κέντρο της ύπαρξης, η καρδιακή ευχή η όντως ευχή και η καρδιακή προσευχή η όντως προσευχή, η καθαρμένη καρδία η κατοικία του Αγ. Πνεύματος  

 

3* Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα..», από το κεφ. «ΓΕΝΕΣΙΣ» του «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ», του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ 

 

4* «ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΑΓΙΩΝ», από το κεφ. «Πλοηγούμενος στην αυλή της Χάριτος»  

 

5* Όπου υπάρχουν εισαγωγικά με έντονη γραφή, πρόκειται για παράθεση κειμένου του ίδιου του συγγραφέα, με επεξηγήσεις, όταν χρειάζονται.

 

6*   Η πρώτη στροφή του ποιήματος «ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ», από το  κεφ «Περπατώντας στο δάσος μια βροχερή αυγή μιας μυστικής ημέρας» 

 

7* Η δεύτερη στροφή του ποιήματος «3-3-1999», του ιδίου κεφ. 

 

8* Η τρίτη στροφή του ποιήματος «ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», του ιδίου κεφ  

Ο συγγραφέας και γιατρός Αθανάσιος Νοτόπουλος

Του Κώστα Τάταρη  Η ύπαρξη θάλλει στην υπέρβαση

του Γιώργου Πισσαλίδη 

Με αφορμή τα 40 χρόνια από την πρεμιέρα των “Δρόμων της Φωτιάς” και την τεράστια επιτυχία του “Άνθρωπου του Θεού” , συνεχίζουμε την παρουσίαση βραβευμένων ταινιών και μπλοκμπάστερς” που τις τελευταίες δεκαετίες αντανακλούσαν αιώνιες πνευματικές αξίες, και χρησιμοποίησαν σύμβολα και αλληγορίες για να παραπέμψουν στον Xριστό η την Βίβλο. Αυτές οι ταινίες έθεσαν ηθικά διλήμματα σε καθημερινές ιστορίες και χωρίς να ηθικολογούν έδειξαν την λάθος συμπεριφορά του ατόμου, την μεταμέλεια και την πνευματική του αναγέννηση του.

Αυτές οι ταινίες είναι άμεσα η έμμεσα χριστιανικές η για άλλους απλώς πνευματικές. Ανήκουν δε σε όλα τα είδη: ιστορικές, κωμωδίες, δραματικές, αθλητικές η ακόμα γουέστερν και επιστημονικής φαντασίας, αποδεικνύοντας ότι ο κινηματογράφος μπορεί να είναι πνευματική τροφή για τις μάζες.

Ας τις δούμε.

«Η Μέρα της Μαρμότας» του Χάρολντ Ράμις (π.τ: Groundhog Day, 1993)

Ο Φιλ Κόννορς (Μπιλ Μάρεϋ), ένας εγωϊστής και κυνικός μετεωρολόγος αναγκάζεται να ζει και να ξαναζεί την πρώτη μέρα της Άνοιξης, μέχρι να αλλάξει και να γίνει καλός άνθρωπος. Μόνο έτσι θα καταφέρει να κερδίσει την γυναίκα των ονείρων του (Άντι Μακ Ντόουελ).

 

«Tρια Χρώματα: Η Μπλέ Tαινία” του Κριστόφ Κισλόφσκι (π.τ Τrois Couleurs: Bleu, 1993)

Μέρος μιας τριλογίας όπου μέσα  από τις ιστορίες τριών γυναικών στην σύγχρονη Γαλλία (που υποδύονται αντίστοιχα η Ζυλιέτ Μπινός, η Ζυλί Ντελπί και η Ιρέν Ζακόμπ) ο Κισλόφσκι αντικαθιστά το μάταιο του συνθήματος «Ελευθερία- Ισότητα- Αδελφότητα» με τις χριστιανικές αξίες της Πίστης, της Ελπίδας και της Αγάπης.

Εδώ μία χήρα ενός διάσημου συνθέτη ( η οποία ήταν παραπάνω σπό απλώς βοηθός του στο μέχρι τώρα έργο του) αναλαμβάνει να ολοκληρώσει ένα έργο, που του ανέθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πριν όμως συμβεί αυτό θα περάσει μια διαδικασία συγχώρεσης, αγάπης και δοσίματος. Μια ταινία που περιλαμβάνει και τις τρείς χριστιανικές αρχές και που με την σύνθεση του “Υμνου της Επανένωσης της Ευρώπης” βασισμένου στην «Προς Κορίνθιους Επιστολή», έχουμε στην ουσία την πνευματική παρακαταθήκη του Κισλόφσκι για το χριστιανικό μέλλον της Ευρώπης.

 

«Θα ζήσω» του Τιμ Ρόμπινς (π.τ: Dead Man Walking, 1996)

H πραγματική ιστορία της Καθολικής καλόγριας Έλεν Πρεζέαν (Σούζαν Σάραντον) που υπήρξε πνευματική οδηγός στις τελευταίες μέρες του θανατοποινίτη Μάθιου Πόνσελετ (Σων  Πεν) και που τον έφερε πραγματικά αντιμέτωπο με το έγκλημα του και τον έκανε να ζητήσει πραγματική συγγνώμη από τους γονείς των θυμάτων. Ενώ του δίδασκε ότι «Ο Χριστός είναι ο οδηγός μας στην μεταθανάτιο ζωή». Όσκαρ Γυναικείας Ερμηνείας για την Σούζαν Σάραντον.

 

«Ο Απόστολος» του Ρόμπερτ Ντυβάλ (π.τ: The Apostle, 1997).

Ένα χριστιανικό αριστούργημα με ήρωα τον Σόννυ Ντιούϊ (Ρόμπερτ Ντυβάλ), έναν Πεντηκοστιανό ιεροκήρυκα που μετά από ένα έγκλημα ζήλειας αποκηρύττει τη παλιά του ταυτότητα και εγκαθίσταται στον Αμερικάνικο Νότο. Εκεί κηρύττει με πίστη και ειλικρίνεια το Ευαγγέλιο, αλλά την ίδια στιγμή δεν προβάλλει καμιά αντίσταση στους πειρασμούς της σάρκας.

Δεν πρόκειται για απατεώνα ευαγγελιστή, αλλά για έναν πραγματικό πιστό, που όπως ο Ιακώβ παλεύει με τον Θεό, ενώ Του εκφράζει την απογοήτευση του με το πάθος ενός Ιώβ, χωρίς όμως την ηθική στάση του τελευταίου. Ίσως καμιά άλλη ταινία δεν δείχνει το ηθικό δίλημμα του σημερινού ανθρώπου, ανάμεσα στην πίστη και την αμαρτία.

 

The Straight Story του Ντέηβιντ Λυντς (1999).

Όταν ο Άλβιν Στραίητ από την Αϊόβα μαθαίνει ότι ο αδελφός του Λάϋλ (Χάρυ Ντην Στάντον), με τον οποίο δεν μιλούσε για δέκα χρόνια, έπαθε εγκεφαλικό, πηγαίνει να τον συναντήσει στο  Μάουντ Ζάϊον του Γουϊσκόνσιν οδηγώντας ένα χορτοκοπτικό μηχάνημα, μιας και τα προβλήματα όρασης δεν του επιτρέπουν να οδηγεί αυτοκίνητο. Ένα παλιομοδίτικο αριστούργημα που εξυμνεί το δέσιμο της οικογένειας, το σβήσιμο  των παλιών καυγάδων, την αποφασιστικότητα του ατόμου και πάνω από όλα την σοφία που έρχεται με το πέρασμα των χρόνων.

 

«Ροζέττα» των Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν (π.τ: Rosetta, 1999)

Η Ροζέττα (Έμιλυ Ντικέν) ψάχνει για δουλειά με τον ίδιο τρόπο που άλλοι πάνε στον πόλεμο. Ξέρει ότι μόνο αυτή μπορεί να την σώσει από την κοινωνική της κόλαση. Θα φτάσει σχεδόν στο σημείο να σκοτώσει τον μόνο  άνθρωπο που νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτήν, αλλά την τελευταία στιγμή θα σώσει και αυτόν και την ψυχή της. Ένα ντοστογιεφσκικό αριστούργημα των αδελφών Νταρντέν στην παράδοση του μεγάλου ειδώλου τους, Ρομπέρ Μπρεσόν. Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ Καννών.

 

Hotel Rwanda του Τέρρυ Τζώρτζ (2004)

Το 1994 στην Ρουάντα, στην διάρκεια της γενοκτονίας ενός εκατομμυρίου μέλη της πλούσιας φυλής των Τούτσι από την  φυλή των Χούτου, που είναι κομμουνιστές, ένας υπάλληλος ξενοδοχείου βελγικών συμφερόντων, που ανήκει στην φυλή των Χούτου, θα μεταμορφωθεί στο πρότυπο του χριστιανού ήρωα κρύβοντας και σώζοντας 1.200 Τούτσι από τον βέβαιο θάνατο.

 

Η Επιστροφή του Αντρεϊ Ζβιαγκίντσεφ (2004)

Ο πατέρας δύο παιδιών, που έχει εξαφανισθεί για 12 χρόνια, επιστρέφει ξαφνικά στο σπίτι. Μοιράζει το φαγητό και βάζει σε όλους να πιούν κρασί. Ενώ θα πάρει τα δύο παιδιά για ένα ταξίδι εφτά ημερών (όσες και οι ημέρες της Δημιουργίας),όπου θα τους διδάξει τις αξίες της ζωής μέσα από την αυστηρότητα, την υπευθυνότητα αλλά και την αυτοθυσία. Μία εκπληκτική θρησκευτική αλληγορία στην καλύτερη παράδοση του Ταρκόφσκι  και του Κισλόφσκι.

 

«Τα Πάθη του Χριστού» του Μελ Γκίμπσον (π.τ Τhe Passion of Christ, 2004)

Πολλοί κατηγορήσανε τον Γκίμπσον για μια αιματοβαμμένη απόδοση του Θείου Δράματος. Όμως είναι η μόνη κινηματογραφική εκδοχή των Ευαγγελίων που μας κάνει να νοιώσουμε την τραγικότητα της Θυσίας του Θεανθρώπου. Ενώ μας θυμίζει τον λόγο που οι γιαγιάδες μας έκλαιγαν κάθε χρόνο στην λειτουργία του Επιταφίου.

 

«Εκατομμύρια» του Ντάνυ Μπόϋλ (π.τ Millions, 2004)

Δύο αδέλφια, ο οκτάχρονος Ντεμιάν που λατρεύει τις ιστορίες των Αγίων και  Μαρτύρων της Καθολικής Εκκλησίας και ο εντεκάχρονος Άντριου, ένας μικρός με καπιταλιστικές αξίες, θέλουν να ξοδέψουν με διαφορετικό τρόπο τις 280.000 λίρες που βρήκαν και μάλιστα μέσα σε μία εβδομάδα, πριν η λίρα μετατραπεί σε ευρώ. Μία γλυκιά, αλλά όχι ζαχαρωμένη, κομεντί που αποδεικνύει ότι η παιδική πίστη και η φιλανθρωπία μπορούν να γίνουν μεταδοτικές.

 

Τo Χρονικό της Νάρνια: Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα του Άντριου Άνταμσον (π.τ The Chronicles of Narnia : The Lion, The Witch and the Wardrobe, 2005)

Μεταφορά στην οθόνη του κλασσικού βιβλίου που έγραψε ο χριστιανός απολογητικός συγγραφέας Κ. Σ. Λιούϊς για τα παιδιά με σκοπό να τα εισάγει καλύτερα στην Διδασκαλία του Χριστού. Ο ερχομός τεσσάρων παιδιών στην φανταστική χώρα της Νάρνια θα σπάσει την παλιά κατάρα της Λευκής Μάγισσας να υπάρχει χειμώνας δίχως Χριστούγεννα. Πρώτα όμως θα πολεμήσουν με τον στρατό του λιονταριού Ασλάν, που ουσιαστικά συμβολίζει τον Χριστό, που θυσιάζεται για έναν από αυτούς και ανασταίνεται ενώ ανασταίνει τα θύματα της Μάγισσας για να πάρουν μέρος στον πόλεμο ενάντια στον στρατό της τελευταίας.

 

 «Οι Τρεις Ταφές του Μελκιάδα Εστράδες» του Τόμμυ Λη Τζόουνς  (The Three Burials of Melquiades Estrada, 2006)

Ένας ιδιοκτήτης ράντσο εκδικείται τον θάνατο του φίλου του Μεξικανού λαθρομετανάστη του τίτλου, όταν ο τελευταίος θα σκοτωθεί από έναν ευσυνείδητο και σκληρό φρουρό συνόρων που παραμένει ατιμώρητος, αναγκάζοντας τον τελευταίο να πάει μαζί του στο Μεξικό για να βοηθήσει στην ταφή του φίλου του, όπως του είχε υποσχεθεί.

Όχι ένα αντιρατσιστικό γουέστερν, όπως γράφηκε, αλλά σύμφωνα με τον ίδιο τον Τζόουνς μια ταινία για «τους μηχανισμούς της Πίστης» επηρεασμένη από το έργο της αγαπημένης του Καθολικής λογοτέχνιδας του Αμερικάνικου Νότου Φλάνερυ Ο’Κόννορ, που μέσα από γκροτέσκ ιστορίες έδειχνε θεωρούσε ότι υπάρχει σωτηρία, ακόμα και για τον πιο αμαρτωλό, όπως εδώ ο σεναριοφύλακας. Ενώ ο ίδιος ως σκηνοθέτης κριτικάρει τον ρόλο του ως ηθοποιός και την δυνατότητα του να απονέμει Δικαιοσύνη.

Συνεχίζεται

του Γιώργου Πισσαλίδη  Με αφορμή τα 40 χρόνια