ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
9 December, 2019
ΚεντρικήΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣΠρο-Ραφαηλίτες: Νοσταλγοί του Μεσαίωνα και Επαναστάτες της Τέχνης. Α μέρος

Προ-Ραφαηλίτες: Νοσταλγοί του Μεσαίωνα και Επαναστάτες της Τέχνης. Α μέρος

Δεν θα μπορούσα να ξεκινήσω μία ομιλία για τους προραφαηλίτες, χωρίς πρώτα να κάνω την μοιραία σύνδεση με το θέμα της προηγούμενης ομιλίας μου, το θεσμό της ιπποσύνης και το αντίκτυπο που αυτός είχε στην ευρωπαϊκή κουλτούρα.

του Γιώργου Μπαστάκη Σχοινά

Κατά την εποχή του 19ου αιώνα και κυρίως με το κίνημα του ρομαντισμού και της «γοτθικής αναβιώσεως», η ιπποσύνη απετέλεσε την κύρια πηγή έμπνευσης των καλλιτεχνών που θέλγονταν από παραδοσιακές  αξίες και αναπολούσαν το θαυμαστό, σε αντίθεση με το κλίμα της εκβιομηχάνισης και του δοξασμού της «ανθρωπίνου λογικής» έτσι όπως ερμηνευόταν μέσα από τον απόλυτο θετικισμό της εποχής του δαρβινισμού και τον διαλεκτικό υλισμό.  

Ήταν τότε που τέθηκαν οι βάσεις όλου του σύγχρονου κόσμου της διανόησης αλλά και των αναπόφευκτων πολώσεων που προέκυψαν μέσα από τις μοιραίες διαφοροποιήσεις. (Μέχρι και σήμερα, πολύ συχνά εάν όχι πάντοτε, όταν θέλουμε να μιλήσουμε πολιτικά ή φιλοσοφικά, ανατρέχουμε  στους βικτωριανούς, με αποτέλεσμα, παρά τις φαινομενικές αντιθέσεις, να μπορούμε να ανιχνεύσουμε πίσω από τις σύγχρονες απόψεις την παλαιά εκείνη ρίζα.)

Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε πως κατά την εποχή που αυτό που ονομαζόταν «θετική σκέψη» ζούσε την απόλυτη δόξα και ακμή της, η ιπποσύνη, καθώς και οι παραδοσιακοί τύποι και οι αξίες που εκπροσωπούσε, φάνταζαν σαν ένα αντιδραστικό, συντηρητικό κατάλοιπο, ενάντιο προς την πρόοδο της υλικής αφθονίας που παρείχε η μαζική παραγωγή αγαθών- ένα επίτευγμα της ανθρώπινης λογικής.

Κατά την πρώτη εποχή του ρομαντικού κινήματος, στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, έλαβε τόπο ένα κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο που επηρέασε βαθιά την πολιτική σκέψη: το «πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης» και η δίψα των ανθρώπων για κοινωνική δικαιοσύνη, έβρισκε έρεισμα στον καλλιτεχνικό κόσμο. Πρωτοποριακές και τολμηρές κοινωνικές ιδέες εκφράζονταν μέσα από μία ουτοπική συνύπαρξη του κόσμου των ιδεών με αυτό της ύλης. «Ογκόλιθοι» της πρώτης εκείνης ρομαντικής περιόδου, όπως ο Γουόρντσγουόρθ και ο Πέρσυ Σέλλεϋ είχαν επηρεαστεί από πολιτικές απόψεις όπως αυτές που εκφράζονταν στο έργο του Γουίλλιαμ Γκόντουιν «Έρευνα Σχετικά με την Κοινωνική Δικαιοσύνη» όπου προτείνεται ένας δρόμος ώστε δια της «ειρηνικής επαναστάσεως» η κοινωνία να φτάσει στο σημείο να απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο δικαίωμα στα αγαθά, χωρίς την προϋπόθεση κάποιας κεντρικής εξουσίας.

Σύντομα όμως το παράδειγμα των επαναστατών της Γαλλίας έσβησε στα μάτια των ρομαντικών, ταυτόχρονα με τον ερχομό της περιόδου της τρομοκρατίας του Ροβεσπιέρου και ακόμη περισσότερο, με το ιμπεριαλιστικό κράτος του Ναπολέοντα- κάνοντας τον  Γουόρντσγουόρθ να αναφωνήσει πως οι επαναστάτες τελικά

«…έγιναν Καταπιεστές με την σειρά τους.

Οι Γάλλοι μετέτρεψαν έναν πόλεμο αυτό- άμυνας

σε έναν Κατακτητικό, χάνοντας την θέα όλων αυτών για τα οποία πάλεψαν.»

Ο Γουίλιαμ Μπλαίηκ (1757- 1827), ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της Βρετανίας διαχρονικά, ενώ υπήρξε φανατικός πολέμιος των κοινωνικών και θρησκευτικών προκαταλήψεων και των διανοητικών αγκυλώσεων που συνεπάγονταν αυτά, ωστόσο, δεν μπορούσε να συνυπάρξει με τον κόσμο της εκβιομηχάνισης και να τον αποδεχτεί ως «το μέλλον της ανθρωπότητας». Με αρνητικό δέος παρατηρούσε τις καμινάδες να υψώνονται η μία μετά την άλλη εκεί που παλαιότερα έστεκαν γραφικά σπίτια, παλαιές επιχειρήσεις ή δάση. Όπως ο ίδιος αναφέρει, κάποια στιγμή είδε ένα παιδί να έχει κοιμηθεί εξαντλημένο στον δρόμο, δίπλα στο σπίτι του, προφανώς, μετά από ώρες εργασίας στο εργοστάσιο. Τα ρούχα του σκισμένα και βρώμικα, τα πόδια του γυμνά. Η εικόνα αυτή τον συγκλόνισε και μπορεί να τον έκανε να εμπνευστεί τους στίχους του άτυπου «εθνικού ύμνου» των Άγγλων

« Και μήπως αυτά τα πόδια στην αρχαία εποχή,

περπάτησαν επάνω στα πράσινα Αγγλικά βουνά;…

και χτίστηκε η Ιερουσαλήμ εδώ,

ανάμεσα σε αυτούς τους Σατανικούς Μύλους;»

(Όπου ως «σατανικούς μύλους» εννοεί τα εργοστάσια και τις καμινάδες που κυριαρχούσαν πλέον στο αστικό τοπίο. Ένα σύμβολο της ηθικής και συναισθηματικής τελμάτωσης της βιομηχανικής εποχής που ανθούσε.)

Η τότε πόλωση ανάμεσα στον κόσμο της «προόδου» που εκπροσωπούνταν από τον δοξασμό της ύλης και του «πνεύματος της πρακτικότητας», που προέβαλλε θριαμβευτικά από την μία, και του κόσμου της «συντήρησης» που διαπνεόταν από την παράδοση αφ’ ετέρου, μοιραία εξέλαβε ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.

Η αμφισβήτηση της εξουσίας των αριστοκρατών σε πρακτικό επίπεδο, σήμαινε ταυτόχρονα την αμφισβήτηση των θρησκευτικών, ιδεαλιστικών  και αρχαϊκών αξιών

Η βιομηχανική επανάσταση, όντας η έναρξη της εποχής της μηχανής και της αφθονίας αγαθών, κοινωνικά και οικονομικά σήμαινε την μετατόπιση του πλούτου από αυτούς που κατέχουν γη (δηλαδή τους αριστοκράτες), σε αυτούς που κατέχουν τα εργοστασιακά μέσα παραγωγής, τους λεγόμενους «νεόπλουτους τυχάρπαστους» ή «άξιους αυτοδημιούργητους» (αναλόγως από ποια οπτική εξέτασε κανείς το φαινόμενο).

Έτσι, ενώ μέχρι προ τινός, η εξουσία της αριστοκρατικής κάστας ήταν αδιαμφισβήτητη, πλέον, μέσω των επιτευγμάτων του ανθρώπινου μυαλού, οι δυνατότητες εξέλιξης σε πραγματιστικό επίπεδο ήταν, εν δυνάμει, ένα προνόμιο που αφορούσε την «προσωπικότητα» και όχι την καταγωγή.

Κατά συνέπεια, η αμφισβήτηση της εξουσίας των αριστοκρατών σε πρακτικό επίπεδο, σήμαινε ταυτόχρονα την αμφισβήτηση των θρησκευτικών, ιδεαλιστικών  και αρχαϊκών αξιών που φαίνονταν να εκπροσωπούν, αξιών που αντικατόπτρίζαν στο μυαλό των υλιστών ένα κόσμο προκατάληψης και δεισιδαιμονίας (πχ Θρησκευτικό συναίσθημα).   

Ο, κλασικός πλέον, αμερικανός συγγραφέας Μάρκ Τουαίην, στο σατιρικό βιβλίο του «Ένας Γιάνκης από το Κοννέκτικατ στην Αυλή του Βασιλιά Αρθούρου» (1889) ασκεί κριτική στις ιπποτικές αξίες των ηρωισμών και των πολέμων, όπως και της κληρονομικής διαδοχής, βάζοντας έναν σύγχρονό του αμερικανό να «διδάσκει» στους «πρωτόγονους μεσαιωνικούς» τις αξίες της «σύγχρονης δημοκρατίας» έτσι όπως εκφράζονταν τότε από το ουμανιστικό όνειρο της  «χώρας της ελευθερίας». Το έργο, πέρα από το προφανές νόημα, επιχειρεί να διακωμωδήσει όλη την σύγχρονή του λογοτεχνική τάση για επιστροφή στην παράδοση και την ρομαντική άποψη περί του κώδικα της ιπποσύνης, όπως και να εκφράσει το μίσος του για τον Σερ Ουόλτερ Σκόττ.   

Παρ’ όλα αυτά όμως, το πνεύμα της βιομηχανικής επανάστασης, απείχε πολύ από το κοινωνικό πρότυπο της ισομέρειας αγαθών και δικαιωμάτων που φαντάζονταν οι οπαδοί του. Οι πόλεις γέμισαν εργοστάσια, στων οποίων τα βάθη η φράση «ανθρώπινα δικαιώματα» δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει, πόσο μάλλον να ακουστεί: Παιδιά δούλευαν νυχθημερόν στις μηχανές, ενώ ο μέσος όρος ζωής των ανθρώπων που βίωναν εντός του βιομηχανικού περιβάλλοντος ήταν στα 30 έτη. Το αντίκτυπο που είχε αυτή η αλλαγή, τόσο στο φυσικό τοπίο όσο και στον τρόπο ζωής των, λεγόμενων, «απλών ανθρώπων», είναι ακόμα ορατός στην «μαύρη χώρα» (black country) της περιοχής του Κάννοκ της Αγγλίας: Μαύροι λόφοι από κάρβουνο υψώνονται μέχρι και σήμερα στην περιοχή των ανθρακωρυχείων, όπου, κατά την εποχή της ακμής τους, «ο ουρανός ήταν πάντα μαύρος». Ο θρύλος λέει πως όταν η Βασίλισσα Βικτωρία χρειάστηκε να διασχίσει την χώρα με την άμαξά της, έκλεισε τις κουρτίνες μη αντέχοντας να βλέπει έξω.   

Ήταν μοιραίο μέσα σε αυτό το κλίμα να δημιουργηθούν δύο κύρια ρεύματα εντός του καλλιτεχνικού κόσμου.

Το πρώτο εξέφραζε το πρακτικό πνεύμα μίας ανατέλλουσας εποχής- επρόκειτο για τους «προοδευτικούς» που πίστευαν ακράδαντα στην ανθρώπινη επιστημονική θετική λογική, στην «παρατήρηση και το πείραμα», την οικονομική- πραγματιστική- ποσοτική λύση στα ανθρώπινα αδιέξοδα, όπου μέσα από το έργο τους καυτηρίαζαν τους θεσμούς και προέβαλλαν «κοινωνικό μήνυμα», προς υπεράσπιση των κατώτερων τάξεων και των κοινωνικών προκαταλήψεων. Αυτοί στον βιομηχανικό κόσμο έβλεπαν ένα νέο κόσμο ίσων ευκαιριών, όπου η λογική και όχι η δεισιδαιμονία θα οδηγούν την ανθρωπότητα, προς ένα μέλλον κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας, έναν κόσμο υλικής αφθονίας.

Το δεύτερο αποτελούσε τον καλλιτεχνικό κόσμο που εμπνεόταν από την παράδοση και τις διαχρονικές ηρωικές αξίες, αναγνωρίζοντας σε αυτό που ονομάζουμε «πολιτισμό» μία συνέχεια από την κλασική αρχαιότητα μέχρι την σύγχρονή τους εποχή- με επίκεντρο όχι τις τεχνολογικές εξελίξεις αλλά τις αξιακές δομές. Οι καλλιτέχνες αυτοί έβλεπαν την εκβιομηχάνιση και την ανάπτυξη των γκρίζων μεγαλουπόλεων σαν μία τεχνολογική πρόοδο που, εν τούτοις εξέφραζε μία πολιτιστική οπισθοδρόμηση, όπου ο άνθρωπος απομακρυνόταν από το φυσικό του περιβάλλον και τον τρόπο ζωής, για να συντριβεί εντός ενός αφύσικου και απρόσωπου τοπίου.

Γι’ αυτούς, η ανθρώπινη λογική των μετρήσεων και των αριθμών, δεν θα μπορούσε ποτέ να φέρει την «λύτρωση», εφ’ όσον ο άνθρωπος απαρνείται την πνευματικότητά του

Το έργο αυτών των καλλιτεχνών δεν εστίαζε στο «κοινωνικό μήνυμα» αλλά στην ανάδειξη των πολιτιστικών προτύπων που βασίζονταν στην παράδοση, με τρόπο αισθητικά εκλεπτυσμένο, ώστε να συμβάλλει σε μία βαθύτερη ψυχική καλλιέργεια με έντονο το συναισθηματικό, συγκινησιακό στοιχείο- ένα στοιχείο που έλλειπε τόσο πολύ από την αστική καθημερινότητα των «λογιστικών πράξεων που μιμούνταν συλλογισμούς». Γι’ αυτούς, η ανθρώπινη λογική των μετρήσεων και των αριθμών, δεν θα μπορούσε ποτέ να φέρει την «λύτρωση», εφ’ όσον ο άνθρωπος απαρνείται την πνευματικότητά του, την ιδεαλιστική αντιμετώπιση της ζωής και την εσωτερική διάσταση των κοινωνικών φαινομένων που θέλει να απορρίψει ή να εναγκαλιστεί. Αυτοί συχνά χαρακτηρίσθηκαν «συντηρητικοί» και  «εκτός πραγματικότητας».

Όμως, όπως αποδεικνύεται μετά από 200 χρόνια, εν τέλει δεν ήσαν τόσο αιθεροβάμονες όσο αρχικά θέλαμε να πιστεύουμε. Πλέον έχουμε διαπιστώσει πως η εκβιομηχάνιση και η αφθονία των αγαθών δεν έχουν καταφέρει ούτε να εξαλείψουν την κοινωνική και την οικονομική αδικία, αλλά ούτε και να δημιουργήσουν ευτυχισμένους ανθρώπους. Όταν οι βικτωριανοί ρομαντικοί μιλούσαν για καταστροφή, τόσο του τοπίου (ως μία απαραίτητη για την ψυχική υγεία αισθητηριακή ποιότητα), όσο και του φυσικού περιβάλλοντος  (σε επίπεδο πρακτικό και αντικειμενικό), οι «προοδευτικοί» της εποχής τους χλεύαζαν, θεωρώντας τους αιθεροβάμονες που εθελοτυφλούν μπροστά στην αναπόφευκτη νέα εποχή της τεχνολογικής προόδου, εμμένοντας σε νεκρούς τύπους και ανούσιους συναισθηματικούς στοχασμούς.

(Οι «προοδευτικοί» της σημερινής εποχής, φυσικοί απόγονοι των πρώτων, αντίθετα από τους προκατόχους τους, εκφράζονται πλέον μέσα από το «οικολογικό κίνημα» στρεφόμενοι ενάντια στην μηχανή, αρνούμενοι όμως εξ ίσου την φυσική σύνδεση με το παρελθόν ως μία προκατάληψη και ερμηνεύοντας τον «φυσικό τρόπο ζωής», όχι ως μία απαραίτητη προϋπόθεση μέσα στην εξελικτική πορεία της συλλογικότητας, αλλά ως μία επιστροφή στην ζωώδη φύση, ως μία παλινδρόμηση προς τον πρωτογονισμό- απαραίτητη κατ’ αυτούς συνθήκη για την ανακάλυψη της πραγματικής φύσης του ανθρώπου που απωλέσθη από την «προκατάληψη του πολιτισμού».)

απο ομιλία του Γεώργιου Μπαστάκη Σχοινά

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΜΕΡΗ

Μοιραστείτε