ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 May, 2026
ΚεντρικήStandard Blog Whole Post (Σελίδα 56)

Τον ανακαλύψαμε στην δεκαετία του ‘90 με την έκρηξη του “έθνικ”, που έφερε τις λαϊκές μουσικές του κόσμου στο προσκήνιο. Κυκλοφόρησε τον “Φάρο”, ένα δίσκο που συμπεριελάμβανε μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς του δημοτικού και της “έθνο-τζαζ” της εποχής, και που κομμάτια του μπήκαν σε πολλές ανάλογες ξένες συλλογές. Μαζί του είχε την τραγουδίστρια Κατερίνα Κυρμιζή, που αποδείχθηκε η μούσα του και η γυναίκα της ζωής του. 

Στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς μας έδωσε τον “Βασιλιά της Λύπης”, έναν από τους πιο ολοκληρωμένους δίσκους της χρονιάς, όπου μελοποιεί Καρυωτάκη, Σέλλεϋ και Πραξίλλα  με  την συμμετοχή του Γιώργου Νταλάρα και του Μίλτου Πασχαλίδη. Έτσι βρεθήκαμε στο σπίτι του για μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης. 

Διαβάστε το πρώτο μέρος της συνέντευξης εδώ 

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη 

Φωτογραφίες συνέντευξης: Κατερίνα Κυρμιζή 

Κύριε Γρηγοριάδη, αφού μιλήσαμε για το τι σας έλκυσε στον Σέλλεϋ και τον Καρυωτάκη , θα θέλατε να μιλήσουμε για την Σαπφώ;  

Πριν τη Σαπφώ να πούμε για τον Παπανικολάου, το Μήτσο, το “Domestica”.  

Εμένα μου άρεσε πολύ το “Domestica”.

Αυτός ήταν σύντροφος και φίλος του Λαπαθιώτη.  Πέθανε από ναρκωτικά, δυστυχώς.  

Καταραμένοι όλοι αυτοί, με όλη την έννοια.  

Ναι.  Με αυτό ταυτίστηκα και λόγω ηλικίας, γιατί ουσιαστικά είναι μία ματιά προς τα πίσω στο χρόνο, αυτό που κάνει ο Παπανικολάου. Έβρισκε το θάρρος να κοιτάξει προς τα πίσω, τον αμείλικτο χρόνο και τη φθορά του, για να βρει την πρώτη του αγάπη.  Λόγω ηλικίας ταυτίστηκα και με αυτό, για αυτό είπα και εγώ ο ίδιος αυτό το τραγούδι.  

Στην Μελισσάνθη τι σας τράβηξε; 

Τώρα, η Μελισσάνθη, η νεότερη όλων –πέθανε το 1990.  Διάβασα το ποίημα και έπαθα πλάκα, ήταν ένα πολύ συγκινητικό ποίημα. Ακόμα συγκινητικότερο ήταν το ότι ήταν μία γυναίκα που δεν είχε γνωρίσει τη μητρότητα και μιλούσε τόσο σπαρακτικά για αυτήν.  Το είπε και συγκλονιστικά η Κατερίνα.  

Ναι, τώρα κανονικά θα έπρεπε να μιλήσει και η Κατερίνα.  

Μελετούσα για το δίπλωμα της κλασικής κιθάρας εκείνο το διάστημα και ήμουν στην τρέλα, με επτάωρα, πολύ πιεσμένη.  Με φωνάζει κάποια στιγμή, μου λέει, έλα να το κάνουμε demo.  Εγώ το είχα ακούσει, όταν το ετοίμαζε εδώ, ήξερα δηλαδή λίγο τη διαμοίραση.  Το παίρνω, ξεκινώ, αρχίζω και κλαίω, κάνω ένα take, κάνω δεύτερο take, του λέω, θα με πεθάνεις, γεια σου, φεύγω, γυρίζω στην κιθάρα μου.  

Δεν προσπάθησα κιόλας, γιατί δεν με απασχόλησε.  Είχε τη συγκίνηση, είχε αυτό που έπρεπε, νομίζω, για μία ερμηνεία δεν σε απασχολούν τυχόν λάθη, ας πούμε.

Η Κατερίνα ακούει πάντα λάθη μέσα στο μυαλό της.

Ναι, γιατί η ερμηνεία είναι πολύ δυνατή για εμένα και αισθάνομαι πολύ υπερήφανη για αυτή τη στιγμή μου, γιατί υπάρχει η συγκίνηση καταγεγραμμένη.  Πλέον τα καινούρια μέσα, το ότι μπορούμε να διορθώσουμε πάρα πολύ τα πράγματα, αφαιρούν πολλές φορές αυτό το μαγικό που συμβαίνει μία φορά και καταγράφεται, το οποίο το έχουν όλες οι παλιές ηχογραφήσεις, γιατί είναι μία ιστορική στιγμή που καταγράφηκε.  

Έχω πια την εμπειρία, επειδή έχω δουλέψει πολύ στο στούντιο –αυτό το λέω γιατί έχω γράψει πολλές φορές, επειδή είναι εδώ διαθέσιμο έχω άπειρες ώρες να πειραματιστώ– να καταλάβω πότε η στιγμή είναι μαγική. Ο ίδιος ο ερμηνευτής το αισθάνεται, δηλαδή αισθάνεται ότι είναι εκεί, ότι συμβαίνει κάτι, ότι είναι σε ροή.  Δεν το ξαναπροσπάθησα στη Μελισσάνθη, γιατί πια έχω την εμπειρία να πω ότι, ξέρετε, παιδιά, ό,τι και να κάνουμε δεν θα φθάσει ποτέ αυτή την ερμηνεία, τη συγκίνηση που νιώθει κάποιος ακούγοντάς το.  Αυτό για τη Μελισσάνθη.  

Το 2016 στο Restart με τον Mpare Kasadjian στο κόντρα μπάσο

Ωραία, ας μιλήσουμε τώρα για την αρχαία ποίηση της Σαπφούς και της Πραξίλλας.  

Με το Χρήστο είχαμε συνεργαστεί ξανά στη «Λάρβα» σε ένα-δύο στίχους.  Τον έναν, μάλιστα, τον είχα ξεκινήσει εγώ και του τον έδωσα να το συνεχίσει αυτός –έχουμε κάνει και αυτό στον προηγούμενο δίσκο– και ένα δικό του. Εδώ, τώρα, μου είχε δώσει τρία μεταφρασμένα, έβαλα τα δύο μέσα από τα τρία που μου είχε δώσει, αρχαιοελληνικά που μου άρεσαν πολύ.  

Στην Πράξιλλα να πω ότι συμπαρίσταμαι, ως άντρας, σε μία γυναίκα που την εποχή της δεν καλοπέρασε, τη είχαν λίγο σνομπάρει –να πω;– γιατί έβαζε στην ίδια μοίρα πράγματα που κατά την άποψή τους δεν θα έπρεπε.  Οι άντρες την είχαν καταπιεσμένη και εγώ τώρα της αποδίδω τα εύσημα.  Βέβαια, και γιατί αυτό το κομμάτι μιλά για τη χαρά των απλών πραγμάτων που πρέπει να βρίσκουμε, την ουσία δηλαδή στα απλά πράγματα, ενώ στη Σαπφώ αναδεικνύεται η μοναδικότητα των πραγμάτων, το ένα μήλο δηλαδή.  

Μου άρεσε και η ελεύθερη μετάφραση του Χρήστου και τα ενσωμάτωσα, αντιμετωπίζοντάς τα βέβαια στην ενορχήστρωση με έναν τρόπο που να δίνει μία κοινή πατίνα σε όλα, δηλαδή να ακούγονται ενοποιημένα, γιατί ουσιαστικά είναι μία πορεία μέσα στο χρόνο όλο αυτό.  Εάν κοιτάξεις από πού έρχεται μέχρι πού φθάσαμε, χρονολογικά ξεκινάμε από τον 5ο αιώνα π.Χ. και φθάνουμε μέχρι το 1990, που πέθανε η Μελισσάνθη.  

Τώρα, στους στίχους είναι το “Red Roses” του Χρήστου, έτσι όπως λέει αυτός, για την απώλεια και τον έρωτα.  Εγώ έχω τον «Ξενιτεμένο Άγγελο», που έχω γράψει εγώ στίχους, που ουσιαστικά είναι ερωτικό, μία ωδή σε έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. 

Τα άλλα δύο κομμάτια, που έχω γράψει εγώ τους στίχους, για εμένα ήθελαν να δώσουν και τον παλμό στο δίσκο.  Ζώντας όλη αυτή τη μαύρη δεκαετία της κρίσης και όλα αυτά που βιώσαμε, ο «Βασιλιάς της Λύπης» ουσιαστικά αυτό περιγράφει.  Περιγράφει δηλαδή τον ανυποψίαστο πολίτη, τον ανυποψίαστο άνθρωπο που ξαφνικά βρέθηκε μέσα σε μία καταιγίδα.  

Το οποίο όμως, στην καταιγίδα, είναι λίγο σαν να λες, μην καταστρέψεις.  Γιατί θυμάμαι τη στροφή που λέει, η φτώχεια και η οργή είναι σιαμαίες αδελφές.  

Αυτό περιγράφει τη Χρυσή Αυγή.  

Ναι;  

Στέκουν στην άκρη του γκρεμού, λέει, και όποιος εκεί δεν τραγουδά στο χάος τον πετάνε.  

Εγώ το είχα καταλάβει αλλιώς.  

Ο ανυποψίαστος άνθρωπος ο οποίος ξαφνικά βρέθηκε μέσα σε μία καταιγίδα, ανυποψίαστος και απροετοίμαστος.  Γιατί όμως;  Γιατί δεν φρόντισε όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν να θελήσει ως ενεργός ώριμος πολίτης να πάρει τα πράγματα στα χέρια του και να μην επιτρέψει σε κανέναν να τον οδηγήσει εκεί.  Θέλω να πω ότι μπορεί να πει κάποιος ότι είναι ένα κομμάτι πολιτικού προσανατολισμού, σε καμία περίπτωση όμως κομματικού.  

Το τρίτο μέρος ουσιαστικά αποδίδει και την ευθύνη στον άνθρωπο αυτό.  Αγκαλιασμένοι ανάδελφα, λέει μέσα.  “Μέσα στη ζάλη της γιορτής, στα μεθυσμένα χνώτα Αγκαλιασμένοι ανάδελφα πήραμε λάθος ρότα Και να ‘μαι τώρα ο βασιλιάς, ο βασιλιάς της λύπης Ο πρίγκιπας της καταχνιάς, το θύμα και ο θύτηςΟ θύτης γιατί;  Γιατί επέτρεψε όλα αυτά τα πράγματα να συμβούν.  Είναι εύκολο να λέμε, φταίνε οι πολιτικοί, φταίει ο ένας, φταίει ο άλλος.  

Εμείς τους βγάζουμε.  

Αυτό λέω, αυτό φωτογραφίζω και, μάλιστα, το έχω και σε μείζονα τρόπο, σε ματζόρε, και παράταιρο από όλο το προηγούμενο, που είναι ελάσσων, ακριβώς για να δείξει αυτή την αβάσταχτη ελαφρότητα που ζήσαμε δύο δεκαετίες, που δεν θέλαμε να δούμε τα σημάδια καθόλου. Αυτό περιγράφει αυτό το κομμάτι, ότι ήμαστε ανυποψίαστοι και απροετοίμαστοι δυστυχώς, ενώ οφείλαμε να μην ήμαστε.  

Το άλλο, η «Δωδεκάτη Ώρα», φωτογραφίζει την Τρόικα.  Δεν ήθελα όμως να δώσω κάτι παραπάνω, γιατί πολύ εύκολα μπορεί να σου πει κάποιος ότι είναι κομματικοποίηση.  Κομματικοποίηση δεν θέλω, σε καμία περίπτωση.  Όχι ότι δεν έχω κομματική άποψη, όλοι είμαστε κάπου, αλλά θα χαθεί το νόημα αυτού του πράγματος που θέλω να πω.  Δηλαδή, θα κρυφτούμε πίσω από τα κόμματα και δεν θα μιλήσουμε για την ευθύνη που έχουμε, σε όποιο κόμμα και εάν είμαστε.  

Τα δύο τραγούδια πολιτικού προβληματισμού σε αυτό το δίσκο είναι αυτά, ο «Βασιλιάς της Λύπης» και η «Δωδεκάτη Ώρα».  Τα υπόλοιπα, λόγω θεματολογίας, που μιλούν για την απώλεια, ταιριάζουν στη γενική ατμόσφαιρα του δίσκου και η πατίνα της ενορχήστρωσης, με ένα βελούδινο τρόπο ας πούμε, νομίζω ότι τα περνά, χωρίς να θέλεις να αυτοκτονήσεις που τα ακούς.  Νομίζω ότι είναι από τους δίσκους που μπορείς να τον ακούσεις ολόκληρο, αν και σήμερα πια δύσκολα ακούς ένα δίσκο ολόκληρο.  Δεν ξέρω, έχω την εντύπωση δηλαδή ότι μπορεί κάποιος να τον ακούσει ολόκληρο το δίσκο αυτό, χωρίς να πάει σε κάτι άλλο.  

Πώς ήρθε η συνεργασία με το Μίλτο και το Νταλάρα;  

Όπως είπα και στην αρχή, όταν μαζεύτηκαν τα τραγούδια και είδα ότι μπορώ με τον τρόπο μου –γιατί τα ενορχήστρωσα εγώ– να τα φέρω σε μία ενότητα, να μην είναι το καθένα ένας άλλος πλανήτης στα αυτιά του ακροατή, είχε επιλέξει η Κατερίνα να πει τα τραγούδια που είπε, είχα επιλέξει και εγώ κάποια και έμεναν κάποια άλλα.  Την άκουγα τη φωνή του Γιώργου στο «Θρήνο» και είπα πως είναι του Γιώργου αυτό το τραγούδι.  Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που το έπαιξα μου ερχόταν η φωνή του.  Μου το τραγούδησε η Κατερίνα σαν demo και του έστειλα ένα CD. Περνούσαν οι μήνες όμως και δεν απαντούσε. Το είχα στείλει Σεπτέμβριο, είχε φθάσει Πάσχα και με παίρνει την Κυριακή του Πάσχα, 10 η ώρα το βράδυ, και μου λέει, είμαι ο Γιώργος ο Νταλάρας, άκουσα ένα CD, δικό σου είναι;  Είναι καταπληκτικό, μου λέει, θα μπορούσα να πω το μισό δίσκο.  

Εν τω μεταξύ, επειδή έβλεπα ότι δεν απαντούσε –βέβαια, κάνει και διάφορα πράγματα– το είχα στείλει και στον Πασχαλίδη.  Ο Πασχαλίδης μού απάντησε αμέσως, σε ένα τέταρτο, οπωσδήποτε, μου λέει.  Του λέω, ποια τραγούδια;  Αυτό το τραγούδι, μου λέει.  Του λέω, αυτό το λέω εγώ.  Παύση.  Μου αρέσει πολύ, μου λέει.  

Το ομώνυμο; 

Όχι, το «Κι Αν Έσβησε Σαν Ίσκιος» του Καρυωτάκη.  Του λέω, Γιώργο, αυτό είχα σκοπό να το πω εγώ, και μου λέει, καλά τότε.  Αλλά τον είδα ότι το γούσταρε πολύ και του λέω, καλά, πες το εσύ, θα πω άλλο εγώ –ευτυχώς. Τελικά καταλήξαμε να συμμετέχει σε τέσσερα κομμάτια ο Γιώργος.  Έκανε το ντουέτο μετά με τον Πασχαλίδη, έκανε το ντουέτο με την Κατερίνα.  Αρχικά δεν ήταν να το πουν μαζί, ήταν δική μου ιδέα στην πορεία, του λέω, σε ακούω να το λέτε μαζί.  Του άρεσε και, από ό,τι φαίνεται, αρέσει και πάρα πολύ αυτό το κομμάτι.  

Είδατε πώς τραγούδησε –μου έκανε τρομερή εντύπωση– και τον Καρυωτάκη πόσο από καρδιάς το είπε;  Δηλαδή τον συγκίνησε πολύ και ο Σέλλεϋ και αυτό.  Για να δούμε πώς θα πάει, εμείς το βάλαμε στη θάλασσα το καράβι, ας ταξιδέψει τώρα.  Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, εγώ αυτό που είχα να κάνω το έκανα.  

Πείτε μας για την ηχογράφηση και τους μουσικούς που έπαιξαν

Ήταν ένας δίσκος που δεν έπαιξε και πολύς κόσμος, δεν έπαιξαν πολλοί μουσικοί. Το είχα ετοιμασμένο όλο εδώ εγώ, προγραμματισμένο, τα τύμπανα, μπάσα, όλα, και κάποια στιγμή που μπορέσαμε –γιατί ήταν και μέσω lockdown όλα αυτά τα πράγματα– πήγαμε στο Odeon επάνω να γράψουμε μπάσο-τύμπανα και μεταφέραμε τα γραμμένα, τα προγραμματισμένα να το πω κάπως έτσι, και αντικαταστήσαμε τα ψεύτικα με τα αληθινά.  Τώρα, ψεύτικα δεν είναι τίποτα γιατί τα ηχογραφούν…, δύσκολα καταλαβαίνεις, αλλά, τέλος πάντων, με τον ανθρώπινο παράγοντα στο παίξιμο.  

Να πούμε ότι μπάσο παίζει ο Γιάννης Γρηγορίου, τύμπανα παίζει ο Δημήτρης Αντωνιάδης. Σε δύο κομμάτια παίζει συμπληρωματικά keyboards ο Άκης Μουχλιανίτης, σε δύο κομμάτια παίζει ακουστική κιθάρα ο Κώστας Κυδωνάκης, σε ένα κομμάτι παίζει κλασική κιθάρα η Κατερίνα, σε ένα άλλο κομμάτι παίζει ηλεκτρική κιθάρα ο Γιώργος Σιμάτος και σε ένα άλλο ένα παίζει ο Προκόπης Κρανιδιώτης.  Στα υπόλοιπα παίζω εγώ σε όλα, ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες, keyboards, πιάνο και έχω κάνει την ενορχήστρωση και τον προγραμματισμό.  Η Κατερίνα έχει κάνει το edit, ο Ηλίας Λάκκας την ηχογράφηση στο Odeon και την παραγωγή τη μοιραζόμαστε εγώ με την Κατερίνα και τον Ηλία Λάκκα.  Το εξώφυλλο το έκανε ο Κώστας Καλαϊτζής –ήταν πολύ ωραίο εξώφυλλο.  Κυκλοφόρησε από ένα μικρό label, αλλά πολλά υποσχόμενο, της Formiggart.  Αυτά για την ιστορία του δίσκου.  

Να πάω λίγο πίσω. Μου είχατε πει ότι σας άρεσαν οι Genesis με τον Peter Gabriel.  Επειδή και εμείς ως περιοδικό λατρεύουμε το προγκρέσιβ, να σας ρωτήσω τι σας άρεσε τότε στους Genesis;

Μου άρεσε πάρα πολύ η φόρμα της art rock, που δεν είναι το τέλειο κομμάτι, τα μεγάλα οργανικά μέρη που είχε, μου άρεσε η σύνθεση της rock μουσικής με την ευρωπαϊκή μουσική, που είχε το ανακάτεμά της, μου άρεσε πολύ η φωνή του Peter Gabriel, η θεατρικότητα, που ήταν ντυμένος στάχυ –μου άρεσε πάρα πολύ αυτό.  Μου άρεσε πολύ το “Selling England by the Pound”, το είχα λιώσει.

Το οποίο ήταν και concept album.

Βέβαια.  Μου άρεσαν μέχρι και το διπλό που έβγαλαν, άντε και το “A Trick of the Tail” μετά, που έφυγε.

Με τον Phil Collins δεν σας άρεσαν;

Μετά δεν συνέχισα να τους ακούω.  Θυμάμαι τους Brand X, που ο Collins είχε κάνει τότε fusion. Και δεν θα ξεχάσω τον Gabriel που είχε έρθει στο Λυκαβηττό και πήγα και τον είδα όταν έκανε το “Red Rain”.  

Πείτε μου τις εντυπώσεις σας από εκείνη τη συναυλία.

Δεν νομίζω ότι θα ξαναδώ τέτοια συναυλία.  Επειδή είχε ξεκινήσει την παγκόσμια περιοδεία του για το promo του “Red Rain”, αυτή η συναυλία είχε ένα κόστος που δεν θα το δικαιολογούσαν σε καμία περίπτωση τα εισιτήρια του Λυκαβηττού –είχε παίξει για δύο ή τρεις ημέρες.  Ξόδεψαν πολλά λεφτά γιατί ήταν ουσιαστικά το promo του δίσκου και ξεκίνησε από εδώ.  Τέτοια συναυλία δεν έχω ξαναδεί, τόσα φώτα, τόσα μηχανήματα, οι μουσικάρες που ήταν μαζί του.  Ήταν συγκλονιστικός.  Τον είχα δει και στο Ολυμπιακό Στάδιο με τον Springsteen.

Δεν είχε καμία σχέση.

Καμία σχέση, εγώ έχω μείνει εκεί.  Τέτοια συναυλία δεν έχω ξαναδεί και δεν ξέρω εάν θα ξαναδώ –γιατί είχα χάσει τους Pink Floyd που είχαν έρθει, δεν τους είχα δει.

Ήσασταν πολύ στο progressive.

Μου άρεσε πολύ.  Άκουγα και Yes, αλλά εμένα οι Genesis μού άρεσαν, όπως και οι King Crimson και οι Jethro Tull.  Αλλά οι Genesis ήταν για εμένα το top, ίσως επειδή ήταν το πρώτο συγκρότημα που άκουσα.  Από ελληνική λαϊκή μουσική ξαφνικά άκουσα Genesis –δηλαδή τρομερή μετάβαση.

Εάν σας έλεγαν τρία ονόματα του progressive τι θα διαλέγατε, Genesis, King Crimson και Jethro Tull;

Ναι, σίγουρα, αλλά και οι Yes ήταν πολύ σημαντική μπάντα.  Είχαν προτείνει και στο Σπάθα να παίξει στους Yes. Αλλά δεν είχε δεχθεί ο Γιάννης, ο συγχωρεμένος, ήταν δεμένος συναισθηματικά με τους Socrates.

Σαν παιδί του βινυλίου δεν σκέφτεστε να κυκλοφορήσετε σε βινύλιο τον “Βασιλιά της Θλίψης”; 

Μακάρι.  Και, γιατί όχι, να το δούμε και CD, γιατί έχει ένα πολύ ωραίο εξώφυλλο του Κώστα Καλαϊτζή και θα είναι ωραίο να το δούμε.  Σε βινύλιο θα ήταν ακόμα πιο ωραίο αυτό το συγκεκριμένο εξώφυλλο.  

Δεν σκέπτεστε να το εκδώσετε για λίγους;

Δεν το αποκλείουμε, περιμένουμε να δούμε. Μπορεί να το κάνουμε.  

Το βινύλιο πάντα είναι άλλο πράγμα.  

Είναι ωραίο, ναι.  Θα δούμε, μακάρι.  Θέλουμε, θέλει και ο Γιώργος ο Νταλάρας.  Γενικά, εμείς οι μεγαλύτεροι, που έχουμε μάθει με το βινύλιο και με το CD, δεν βολευόμαστε με την ψηφιακή πληροφορία, είναι σαν να έχεις σηκωθεί από ένα τραπέζι και, ενώ έχεις φάει, να πεινάς.  Δεν έχουμε μάθει ακόμα σε αυτό τον τρόπο. Θα δούμε, ευελπιστώ ότι θα υλοποιηθεί κάποια στιγμή.

Να υποθέσω ότι αυτό κάποια στιγμή, εάν δεν το έχετε ήδη παίξει στα lives, θα το παίξετε στις συναυλίες.  

Θα παιχθεί.  Στις 26 Δεκεμβρίου παίξαμε στο Μουσικό Κουτί –όχι της τηλεόρασης, του Μεταξουργείου– έξι κομμάτια από το «Βασιλιά της Λύπης». Με ένα τρίο που πήγαμε, δύο κιθάρες και ένα πιάνο, παίξαμε έξι κομμάτια και θα ξαναπαίζαμε εάν δεν μας σταματούσαν τα μέτρα. Τώρα, νομίζω ότι έχουμε κανονίσει στις 20 Φεβρουαρίου να παίξουμε σε ένα θέατρο.  

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

Τον ανακαλύψαμε στην δεκαετία του ‘90 με την έκρηξη του “έθνικ”, που έφερε τις λαϊκές μουσικές του κόσμου στο προσκήνιο. Κυκλοφόρησε τον “Φάρο”, ένα δίσκο που συμπεριελάμβανε μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς του δημοτικού και της “έθνο-τζαζ” της εποχής, και που κομμάτια του μπήκαν σε πολλές ανάλογες ξένες συλλογές. Μαζί του είχε την τραγουδίστρια Κατερίνα Κυρμιζή, που αποδείχθηκε η μούσα του και η γυναίκα της ζωής του.

Στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς μετά από πολλά χρόνια κυκλοφόρησε ένα καθαρά δικό του δίσκο, τον “Βασιλιά της Λύπης”, όπου μελοποιεί Καρυωτάκη, Σαπφώ και Πραξύλλα με την συμμετοχή του Γιώργου Νταλάρα και του Μίλτου Πασχαλίδη. Έτσι βρεθήκαμε στο σπίτι του για μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη 

Φωτογραφίες συνέντευξης: Κατερίνα Κυρμιζή 

Κύριε Γρηγοριάδη, πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την μουσική;

Θυμάμαι στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού βρήκα μέσα στο σπίτι μου ένα μαντολίνο –ο πατέρας μου θα το είχε από κάπου μαζέψει– το οποίο είχε μία διπλή χορδή και επάνω εκεί προσπαθούσα ατελείωτες ώρες. Προς δυσαρέσκεια των δικών μου όμως, διότι παραμελούσα λίγο τα μαθήματα και ήμουν πολύ εκεί.  Από εκεί ξεκίνησα.  Κάποια στιγμή, στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, ενέδωσε ο πατέρας μου, μου πήρε μία κιθάρα κλασσική, την οποία συνέχιζα μόνος μου –δεν ήθελα να πάω σε ωδείο, με πήγε.  Με το που πήγα στο ωδείο μέσα κάτι δεν μου άρεσε, δεν ξέρω τι.

Πολύ επίσημο;

Ήμουν πολύ μικρός για να το εξηγήσω, αλλά τα vibes τα έπιασα, κάτι δεν μου άρεσε και λέω: “θα συνεχίσω μόνος μου”. Στο ωδείο πήγα πια μεγάλος, μετά τη θητεία μου στην Αεροπορία. Πήγα μουσικός στη Μοίρα της Αεροπορίας και μετά από εκεί συνέχισα σπουδές στο Ελληνικό Ωδείο, θεωρητικές –όχι στο όργανο, βέβαια. Ουσιαστικά, δηλαδή, ξεκίνησα αυτοδίδακτος και στην πορεία σπούδασα.  Αλλά, από ό,τι μου λένε και οι δικοί μου, από πολύ μικρή ηλικία δήλωνα ότι θα γίνω μουσικός.  Είχα γκρίνια όμως μέσα στο σπίτι.

Γιατί;

Δεν διάβαζα, παραμελούσα τα μαθήματά μου, ήμουν όλη την ημέρα με το μαντολίνο και δεν τους άρεσε. Αν και ο πατέρας μου ήταν ερασιτέχνης μουσικός, δηλαδή έφτιαχνε, λόγω της ποντιακής του καταγωγής, ποντιακές λύρες και έπαιζε κιόλας, οπότε είχε μία επαφή με τη μουσική. Η μάνα μου ήταν καλλίφωνη, αν και ακούγαμε σπάνια τη φωνή της. Ήταν από την Λευκάδα και τις σπάνιες φορές που καμιά φορά τραγουδούσε,  έλεγε διάφορα τραγούδια παραδοσιακά και ασυγκέραστα.  

Αλλά, εντάξει, βρήκα σιγά-σιγά το δρόμο μου.  Μία ιστορία που μετά τα 30 μου έμαθα τι έγινα, μεγάλος πια, δηλαδή είχα ήδη διορισθεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως μουσικός και είχε ξεκινήσει και η δισκογραφία μου.

Στο Studio Παράκτιο το 2000 για την ηχογράφηση του Αλφάδι@ Γιώργος Παχούντης

Τι μουσικές ακούγατε τότε;

Σαν παιδάκι, άκουγα τη λαϊκή μουσική της δεκαετίας του 1960, από τα πειρατικά ραδιόφωνα της εποχής, με αφιερώσεις κ.λπ.  Την καλή λαϊκή μουσική της εποχής εκείνης.  Στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου άρχισα να ακούω αγγλόφωνη μουσική.  Θυμάμαι ότι μου άρεσαν πάρα πολύ, συγκροτήματα art rock όπως οι Genesis. Αυτό όμως πριν φύγει ο Gabriel, πριν το 1974 δηλαδή. Επίσης μου άρεσε ο Hendrix πάρα πολύ, καθώς και η “φολκ” μουσική.

Εννοείτε Ντύλαν και Μπαέζ;

Όχι τόσο πολύ Dylan και Baez. Εκείνη την εποχή μου άρεσε ο Nick Drake.

Αγγλική φάση.

Ναι, αγγλική φολκ. Και Beatles, βέβαια, και όλα τα ροκ της εποχής εκείνης. Μεγαλύτερος άρχισα να ακούω και όλα τα υπόλοιπα. Λόγω των σπουδών μου, πρώτα-πρώτα, άκουσα ευρωπαϊκή μουσική και εννοώ όλο το τόξο της ευρωπαϊκής μουσικής από πολύ παλιά, δηλαδή μεσαιωνική μουσική, προκλασική, κλασική, ρομαντική, ρομαντισμός, σύγχρονη. Όλ όλα αυτά σιγά-σιγά.  Παράλληλα, μου άρεσε πάρα πολύ από την αμερικάνικη μουσική το μπλουζ, αλλά και τζαζ άκουγα και όλα τα είδη της μαύρης μουσικής, δηλαδή soul. 

@ Γιώργος Παχούντης

Όπως;  

Από Ray Charles και μετά –γιατί αυτός την έβγαλε από την εκκλησία και την έκανε λαϊκή μουσική– και φυσικά Stevie Wonder, που ήταν μαθητής του. 

Με την δισκογραφία πώς ήρθατε σε επαφή;

Με τη δισκογραφία ξεκινώ με την Virgin, επί Πετρίδη.  Ήξερα τον Άκη Λαδικό, όπου είχαμε συναντηθεί στη “Λύρα”.  Δούλευα στη “Λύρα” από το 1987 μέχρι το 1990 και κάποια στιγμή εμφανίσθηκε και αυτός εκεί και κάναμε παρέα για ένα διάστημα.  Νομίζω ότι ήταν δάσκαλος αυτός τότε –χωρίς να είμαι σίγουρος, μπορεί να έγινε μετά– εγώ δεν είχα ακόμα διορισθεί. Κάποια στιγμή συναντηθήκαμε μετά τη “Λύρα” και μου λέει “Αφού ασχολείσαι για φέρε μου να ακούσω”.  Του πηγαίνω τη «Μοναξιά Του Φάρου» –τον πρώτο μου δίσκο– σε demo και μου λέει, αυτό είναι πολύ ωραίο, να το δώσω στον Πετρίδη που ξεκινά να κάνει ελληνικό ρεπερτόριο στη Virgin;  Δώσε το, του λέω.  Έτσι υπέγραψα με την Virgin, τους άρεσε πολύ. Ήταν το δεύτερο συμβόλαιο της Virgin, ο Δουρδουμπάκης ήταν το πρώτο και εγώ το δεύτερο.  Από εκεί ξεκίνησα.

Εν τω μεταξύ, έφερα και την Κατερίνα Κυρμιζή στην εταιρία και έκανα τρεις δίσκους εγώ και δύο η Κατερίνα εκεί, πριν ενσωματωθεί η Virgin στην ΕΜΙ, γύρω στο 2000. Έκανα, δηλαδή, τη «Μοναξιά Του Φάρου». 

Και μετά φτιάξατε το “Φάρο”.

Ήταν παραγγελία του Πετρίδη ο “Φάρος”.

Πείτε μου σχετικά.

Το έπαιξε στο Midem στη Γαλλία, το ρεπερτόριο ενός-δύο χρόνων που είχε κάνει στη Virgin, και τους άρεσε πάρα πολύ και μου το ζήτησαν. Το επαναχρηματοδότησε για να γίνει σε instrumental εκδοχή και έβαλα δύο επιπλέον κομμάτια μέσα, τα «Βραχέα Κύματα» και την «Έρημο», το οποίο το τραγουδούσε η Κατερίνα. Ήρθαν καταπληκτικοί μουσικοί και παίξαμε, σολίστες –ο Αχαλινωτόπουλος (κλαρίνο), ο Μαγκλάρας (βιολί), ο Θοδωρής Ρέλλος από τους Mode Plagal, ο Βαγγέλης Καρύπης, και ο Πέτρος Κούρτης από τους Iasis.

Τότε είχε έρθει η μόδα του “έθνικ”, το οποίο μας βοήθησε να ανακαλύψουμε πολύ την δική μας παραδοσιακή μουσική.

Ναι, η αλήθεια είναι ότι εγώ από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, με την εμφάνιση δηλαδή του “έθνικ” ως ρεύμα που δημιουργήθηκε, άρχισα να το παρακολουθώ. Θυμάμαι την πρώτο φεστιβάλ του WOMAD, που έγινε το 1982 και που έπαιξε ο Gabriel (σδ= ο ιδρυτής του φεστιβάλ) και που το 1989 τα βασικά μέλη του WOMAD μαζί με τον Gabriel έκαναν την δισκογραφική εταιρεία Real World.

Εγώ τον Gabriel, επειδή τον λάτρευα από τους Genesis, τον παρακολουθούσα και, έτσι, μπήκα και στην “έθνικ” μουσική σιγά-σιγά, γιατί ήταν πρωτοβουλία του ουσιαστικά. Στην πορεία ανακάλυψα ότι είμαστε και εμείς “έθνικ” στα μάτια των ξένων.  Όταν έκανα τον “Faro”, μαζί με το συνεργάτη μου το   Χρυσόστομο Μουράτογλου, χρησιμοποιήσαμε αρκετά παραδοσιακά όργανα, δηλαδή ο Αχαλινωτόπουλος έπαιξε κλαρίνο, έβαλα μπουζούκι σε ένα κομμάτι μέσα.  Χρησιμοποίησα στοιχεία, πέρα από τα στοιχεία τα ρυθμικά που έχουν κάποια κομμάτια.

Ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος συμμετείχε καταλυτικά στον “Φάρο”

Πώς ήρθε η ιδέα για τον “Faro”, που ήταν αυτό το μίγμα, ας πούμε, ορχηστρικής, ή όπως αλλιώς μπορείτε να το πείτε, με την παραδοσιακή;

Επειδή ήταν παραγγελία ουσιαστικά από έξω, σκεφθήκαμε μαζί με το συνεργάτη μου ότι, από εμάς τι περιμένουν τώρα; Αυτό που ξέρουμε. Και χρησιμοποιήσαμε όργανα που χρησιμοποιούνται κατεξοχήν στην ελληνική μουσική. Έτσι κι αλλιώς, από τη στιγμή που δεν ήταν τραγούδια, έπρεπε κάποιο σολιστικό όργανο να παίξει.  Το κλαρίνο, λοιπόν, ήταν μία από τις πρώτες επιλογές –βέβαια, όχι μόνο το κλαρίνο, γιατί ο Θοδωρής Ρέλλος έπαιξε τότε σε ένα άλλο κομμάτι σαξόφωνο.  Αλλά θέλω να πω ότι είχε μέσα παραδοσιακούς ήχους, είχε ούτι, βάλαμε λαούτο, είχε διάφορα όργανα μέσα παραδοσιακά. Η ανάγκη δηλαδή, ότι έπρεπε να πρωταγωνιστήσουν κάποια όργανα αφού έλειπαν οι φωνές, μας οδήγησε, από τη μία, και, από την άλλη, οι πρώτες μας επιλογές ήταν τα όργανα που χρησιμοποιούνταν στην ελληνική μουσική. Δηλαδή δεν χρειαζόταν και πολλή φιλοσοφία για να το πιάσεις.  

Ο “Faros” τότε μπήκε σε πολλές συλλογές.

Ναι, ο “Faros” μπήκε σε πάρα πολλές συλλογές, όχι μόνο ένα κομμάτι, διαφορετικά κομμάτια. Σε ένα, μάλιστα, στην Ιταλία έγινε και χρυσός, το οποίο δεν είχε κομμάτι, τραγουδούσα εγώ τη «Θάλασσα» –θα σου τα δείξω, τα έχω κρατήσει ευτυχώς.

Τότε είχατε μαζέψει το group να παίξετε έξω;

Τι να παίξουμε;  Αυτό ούτε για αστείο. Ο καθένας από αυτούς τώρα έχει μία ξεχωριστή μεγάλη πορεία, πού να τους μαζέψεις τώρα όλους αυτούς;  Πρώτον, δεν υπήρχε το budget. Είχα στείλει να πάμε να παίξουμε στη βέλγικη τηλεόραση, πού να τους μαζέψω εγώ τώρα όλους αυτούς;  Δεν υπήρχε.  Ήταν και οι εποχές που πληρώνονταν αδρά, και στο στούντιο, και έπρεπε δηλαδή να υπάρχουν τεράστια budget. Θα μπορούσε, προφανώς, να τους χρησιμοποιήσει κάποιος που ήταν πολύ μεγάλο όνομα και θα είχε πολύ μεγάλο budget, αλλά ένας νεοεισερχόμενος τώρα δεν υπήρχε περίπτωση να τα βγάλει πέρα.  Από την άλλη, εγώ δεν ήμουν δεξιοτέχνης σολίστ, να το πάρω επάνω μου και να πω ότι, αφού παίζω οργανική μουσική, θα είμαι εγώ μπροστά και, εντάξει, παίρνω και άλλους δύο και πάμε. 

Ουσιαστικά, αυτό δεν είχε συνέχεια και δεν είχε συνέχεια για δυο λόγους, αφενός μεν, δεν είχε ζήτηση μεγάλη την εποχή εκείνη –για την Ελλάδα μιλώ εδώ– και, αφετέρου, δεν είχα και μπάντα.  Έτσι, επέστρεψα στην τραγουδοποιία, εκεί που ήμουν πάντα, που ήταν περισσότερο στα μέτρα μου και μπορούσα να τα βγάλω πιο εύκολα πέρα.

Με την Κατερίνα Κυρμιζή πότε γνωρισθήκατε;

Την Κατερίνα τη γνώρισα το 1994-1995 στη “Λύρα”. Με είχαν φωνάξει για να της γράψω τραγούδια.  Όταν έφθασα, τη συνάντησα στο ασανσέρ, γιατί πήγαμε την ίδια ώρα, και ανεβήκαμε στον έκτο όροφο.  Είχαμε καταλάβει, βέβαια, ο ένας ποιος είναι ο άλλος. Την έβαλε να μου παίξει ένα κομμάτι ο Άγγελος Σφακιανάκης και του λέω :”Άγγελε, εμένα τι με φώναξες εδώ, μια χαρά τα λέει, τι να κάνω εγώ εδώ, αφού είναι μία χαρά τι να της γράψω;”

Κάναμε κάποια demo, αλλά για κάποιο λόγο, που δεν κατάλαβα, δεν προχωρούσε αυτό το πράγμα εκεί με τον Άγγελο.  Ενώ ήταν ιδέα του να προχωρήσει, δεν προχωρούσε.  Αλλά ήταν ο Άγγελος που μου τη γνώρισε την Κατερίνα.  Έτσι ξεκίνησε.  

Είναι διαφορετικό πράγμα να γράφετε για τον εαυτό σας και διαφορετικό να γράφετε για άλλους;

Για να πω την αλήθεια, όταν ξεκινώ να γράψω ένα τραγούδι, δεν σκέπτομαι για ποιον το γράφω.

Σας βγαίνει αυθόρμητα.

Ναι.  Για να πω και την αλήθεια, όταν έδωσα εγώ την κασέτα στον Άκη Λαδικό να την πάει επάνω στη Virgin, στα δέκα τραγούδια της «Μοναξιάς του Φάρου» δύο τραγούδια τραγουδούσα εγώ, είχα άλλους τραγουδιστές.  Αλλά η λογική του Πετρίδη ήταν “Ωραία τα λες, να τα πεις όλα εσύ”.  Με φόρτωσε πολύ.  Η αλήθεια είναι ότι επειδή τα στάθμισα, βρήκα πράγματα εκεί που δεν τα έβρισκα πουθενά αλλού, μία απεριόριστη ελευθερία στο πώς θα κινηθώ.

Το είχε αυτό ο Πετρίδης

Ο άνθρωπος να είναι καλά, δεν ρωτούσε ούτε σε ποιο στούντιο θα πας, ούτε ποιος μουσικός θα παίξει, ούτε τι θα κάνεις.  Έλεγε, θέλεις να κάνεις το δίσκο σου; Ωραία, πήγαινε και κάνε τα.  Αυτό ήταν. Αλλά στο άλλο, το να τραγουδήσω, ήταν λίγο κάθετος –δεν ξέρω για ποιο λόγο– και η αλήθεια είναι ότι ζορίστηκα και εγώ για να το κάνω, γιατί δεν ήμουν προετοιμασμένος να πάρω τόσο βάρος επάνω μου τραγουδιστικό.  

Το αναφέρω αυτό για να πω ότι, όταν έγραφα τα τραγούδια μου, ποτέ δεν σκεπτόμουν τις φωνητικές δυνατότητες τις δικές μου, εάν πρέπει δηλαδή να θυσιάσω κάποιες νότες στο κομμάτι για να το πω εγώ. Όχι, έκανα το κομμάτι και στην πορεία έβρισκα ποιος θα μπορούσε πιθανόν να το πει.  Αλλά η πρόθεση μου ήταν αυτή από την αρχή, δηλαδή δεν ήμουν ο τραγουδιστής, ήμουν τραγουδοποιός περισσότερο.

Με το «Βασιλιά της Λύπης» πώς έρχεται η ιδέα;  Είναι ένας δικός σας δίσκος μετά από πολύ καιρό –εντάξει, υπάρχουν συνεργασίες με την Κατερίνα– και για πρώτη φορά ασχολείστε με μελοποιημένη ποίηση.  Αυτό πώς ξεκινά;

Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι το καινούριο αυτό είναι, το ένα στοιχείο, και ένα δεύτερο καινούριο στοιχείο είναι ότι ήρθαν και άλλοι πέρα από την Κατερίνα και εμένα.  Αυτά τα δύο καινούρια στοιχεία είναι στους δίσκους. Τώρα, το προηγούμενο αμέσως που είχα κάνει ήταν η «Λάρβα» το 2015 –βέβαια, το έχει πάρει η Κατερίνα όλο επάνω της τραγουδιστικά, αλλά, επειδή έτυχε να γράψω εγώ όλη τη μουσική και τους στίχους, το νιώθω δικό μου. Στο «Βασιλιά της Λύπης» έγραψα τρία τραγούδια, το ομότιτλο «Ο Βασιλιάς της Λύπης» και άλλα δύο.

Αυτό το τραγουδά ο Νταλάρας με το Μίλτο Πασχαλίδη.

Μπράβο, ναι.  Η μελοποίηση ήταν μία ιδέα που κατά καιρούς περνούσε από το μυαλό μου, στο παρελθόν. Χωρίς να το καταλάβω λοιπόν, αφού έχω ολοκληρώσει αυτά τα τρία τραγούδια, είχα του Γαβρήλου Χρήστου –του φίλου και συναδέλφου μου– κάποια σε ελεύθερη μετάφραση από Πράξιλλα και Σαπφώ, ξαφνικά βρέθηκα να μελοποιώ αυτά τα πράγματα, μαζί με τα ποιήματα τα άλλα τελικά που μπήκαν μέσα, που κατά καιρούς στο παρελθόν διάβαζα και μου άρεσαν πολύ, με είχαν συγκινήσει.  Δεν πολυκατάλαβα τι έγινε, μάλλον ωρίμασε η ιδέα της μελοποίησης.

Nα υποθέσω ότι είσαστε λάτρης της ποίησης 

Στη βιβλιοθήκη μας εάν πας θα βρεις ποιητικές συλλογές.  Είμαστε από αυτούς δηλαδή που παίρνουν ποιήματα, διαβάζει και η Κατερίνα και εγώ –η Κατερίνα περισσότερο από εμένα. Δεν διαβάζουμε σε καθημερινή βάση, αλλά υπάρχει μέσα μας αυτό το πράγμα. Για αυτό είπα ότι κατά καιρούς σκεπτόμουν, αλλά δεν είχα πει ποτέ ότι τώρα θα καθίσω να μελοποιήσω ένα τραγούδι, δεν είχα φθάσει ως εκεί. Περισσότερο σαν αναγνώστης διάβαζα κάποια ποιήματα.  Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αυτά που μελοποίησα τα είχα διαβάσει και τα είχα ξαναδιαβάσει, δηλαδή είχα επανέλθει.  

Να ρωτήσω λοιπόν για κάθε έναν από τους ποιητές που έχετε μελοποιήσει ξεχωριστα τι είναι αυτό που σας τραβά και να μου πείτε πώς αυτό μεταφράζεται στη μουσική. Ας ξεκινήσουμε με το «Θρήνο» του Σέλλεϋ.

Ο Σέλλεϋ είναι ένας Ρομαντικός Άγγλος ποιητής, σύγχρονος του Μπάυρον και του Τζων Κητς.  Δεν ξέρω, ίσως επειδή ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, με είχε εντυπωσιάσει που ένας άνθρωπος τέτοιος μιλούσε για την αδικία του κόσμου –το έβρισκα πολύ συγκλονιστικό– αντί να βολευτεί στην τάξη του και να απολαύσει τα προνόμιά του. Αυτό ήταν για εμένα πολύ καθοριστικό στο να με σπρώξει να φθάσω στο να μελοποιήσω, πέρα από το ότι με συγκινούσε και μου άρεσε το ποίημα, ήταν γραμμένο με ένα βατό τρόπο, με μία λιτή γραφή για το Σέλλεϋ.  

Ο Πέρσυ Σέλλεϋ του οποίου τον Θρήνο μελοποίησε ο Νίκος Γρηγοριάδης @ Joseph Severn / Wikipedia

Τι σημαίνει για εσάς ο Καρυωτάκης; Τι είναι αυτό που τραβά συνήθως τους συνθέτες να τον μελοποιούν;

Ο Καρυωτάκης –το έχω ξαναπεί αυτό– μου αρέσει γιατί γεμίζει το ποτήρι του ταυτόχρονα με χαρά και θλίψη την ίδια στιγμή, με χαρμολύπη.  Μου αρέσει αυτό.  Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αυτό το κομμάτι ήταν πολυμελοποιήμενο, εγώ πρέπει να είμαι ο ένατος κατά σειρά που δοκίμασε να το μελοποιήσει.  Εγώ έμεινα, νομίζω –και για αυτό το αποφάσισα– σε μία εκδοχή λίγο πιο φωτεινή, λίγο πιο ανάλαφρη, με λίγο περισσότερο φως, όχι τόσο καταθλιπτική δηλαδή, όπως άκουσα τις προηγούμενες. 

Αυτό νομίζω ότι μου έδωσε το χώρο να το κάνω, γιατί δεν θα πήγαινα ποτέ να μελοποιήσω ένα τραγούδι όπως το «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ», παραδείγματος χάρι. Δεν θα περνούσε ποτέ από το μυαλό μου.  Υπόψη ότι αυτό το ποίημα το έχει μελοποιήσει και ο Θεοδωράκης, μία από τις οκτώ είναι του Θεοδωράκη, και το τραγουδά ο Παπακωνσταντίνου.  

Αλλά νομίζω ότι ακούγοντάς τες μου άφησαν χώρο να το κάνω αυτό, γιατί τις άκουσα όλες, και είπα, εντάξει, είμαι κάπου αλλού εγώ.  Έχω τη δική μου ανάγνωση η οποία νομίζω ότι είναι διαφορετική από τους προηγούμενους οκτώ.

Πηγαίνετε πιο κοντά στο φωτεινό και στο πιο απλό, στο πιο λιτό.

Θα το πω λίγο διαφορετικά, δεν εστιάζω τόσο πολύ στη λύπη –γιατί φωτεινό δεν μπορεί να είναι.  

Όχι, είναι χαρμολύπη.  

Εστιάζω, ας πούμε, στην καταφυγή του Καρυωτάκη στον απέραντο ουρανό, στη θάλασσα.  Προφανώς, πνιγμένος από τις συμβάσεις και τους περιορισμούς ο άνθρωπος είχε καταφύγει σε αυτά τα πράγματα, αλλά εγώ εστιάζω στην καταφυγή του περισσότερο και όχι σε αυτό που τον βασάνιζε.  Αυτό με τον Καρυωτάκη, δηλαδή ανακατεύει την ίδια στιγμή τη χαρά και τη λύπη στο ίδιο ποτήρι.  

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

του Γιώργου Πισσαλίδη
Photo credit: Christie Goodwin 

H Beth Hart (Mπέθ Χαρτ), η σημαντικότερη τραγουδίστρια των μπλουζ σήμερα, που οι συναυλίες της είναι sold out , που έχει εμφανισθεί  σε ιστορικούς χώρους συναυλιών, όπως το Ράυμαν Ωντιτόριουμ στο Νάσβιλ (κάποτε ο ναός της κάντρυ) και το Ρόγιαλ Άλμπερτ Χωλ του Λονδίνου, ενώ οι δίσκοι της έχουν γίνει διπλά πλατινένια, εχει επιστρέψει με καινούργιο τραγούδι.

Αυτή την φορά δεν πρόκειται για κανένα τραγούδι σε στυλ μπλουζ η σόουλ, που μας έχει συνηθίσει με τον Joe Bonamassa στην κιθάρα, αλλά το Black Dog των   Led Zeppelin, το τραγούδι που πριν 50 χρόνια άνοιγε το θρυλικό τετάρτο άλμπουμ του συγκροτήματος.

Η διασκευή έρχεται τρείς μήνες μετά την εκτέλεση του Good Times, Bad Times που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο και θα περιέχεται στο άλμπουμ εννέα τραγουδιών “A Tribute to Led Zeppelin” που θα κυκλοφορήσει στις 25 Φεβρουαρίου από την Provogue/Mascot Label σε παραγωγή Ρομπ Καβάλχο.

Η αγάπη της Χαρτ για τους Led Zeppelin ξεκινά από την εφηβεία της όταν η μουσική τους ακουγόταν από τα ηχεία ενός γείτονα. Αργότερα ο αδελφός της της έμαθε την μουσική των Led Zeppelin και των Black Sabbath, ενώ το μπλουζ ροκ ντεμπούτο της κυκλοφόρησε στην Atlantic, την αμερικάνικη εταιρεία που διένεμε τους Zeppelin.

Το 2004 η Beth Hart “τίναξε” στον αέρα την σκηνή του Paradiso στο Άμστερνταμ με μια αισθησιακή και εκρηκτική διασκευή του “Whole Lotta Love” που έκανε την ίδια να το συμπεριλαμβάνει μόνιμα σχεδόν στο setlist της. Μία από τις καλύτερες εκτελέσεις του τραγουδιού υπήρξε αυτή με τον Slash των Guns & Roses. Tην επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε το Live at Paradiso σε CD και DVD συμπεριλαμβανομένου του Whole Lotta Love

To 2006, o Άλαν Κάλλαν, ο πρώην αντιπρόεδρος της Swan Song, της παλιάς  εταιρείας των Led Zeppelin, της συνέστησε να συνεργασθεί με τον θρυλικό μπλουζ ροκ κιθαρίστα Jeff Beck (Τζεφ Μπέκ), o oποίος ήταν στους Yardbirds, μαζί με τον Τζίμυ Πέητζ, πριν εκείνος ιδρυσει τους New Yardbirds που έγιναν τελικά οι Led Zeppelin

Mε τον Jeff Beck, η Μπεθ Xαρτ έκτισε μια πολύ καλή φιλία και την συνόδεψε το 2012 στην συναυλία στο Kennedy Center προς τιμή του μεγάλου μπλουζίστα Buddy Guy παρουσία του Προεδρικού ζεύγους των Ομπάμα. Εκεί ερμήνευσε το “I’d Rather Go Blind” της Έττα Τζέημς κάνοντας το κοινό να σηκωθεί να χειροκροτεί. Ανάμεσα στους και οι Ρόμπερτ Πλαντ, Τζίμυ Πέητζ και Tζων Πωλ Τζόουνς των Led Zeppelin. 

Η ιδέα όμως για το φόρο τιμής στους Led Zeppelin ήρθε όταν η Χαρτ τραγούδησε μια εκτέλεση του Whole Lotta Love εκτός προγράμματος κατά την διάρκεια της ηχογράφησης του προηγούμενο της άλμπουμ, War On Mind. Tότε ο παραγωγός Roberto Cavalho της πρότεινε να κάνει ένα άλμπουμ μόνο με τραγούδια των Led Zeppelin.  

Όμως η Beth είχε αντιρρήσεις. “Δεν πρόκειται να κάνω ένα ολόκληρο άλμπουμ . Για να κάνεις Led Zeppelin πρέπει να είσαι πολύ οργισμένος για να το κάνεις σωστά. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Έχω δουλέψει χρόνια για να αφήσω πίσω την οργή μου (αναφορά και στα προβλήματα με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά)” 

Τα πράγματα άλλαξαν κατά την διάρκεια της πανδημίας. Η ίδια δηλώνει: “Τότε η πανδημία και όλα όσα σχετίζονται με αυτό κτυπησαν. Έτσι ήμουν πάλι οργισμένη. Τηλεφώνησα στον μάνατζερ μου και του είπα να βρεί τον Ρομπ και τον Ντουγκ (ο ηχολήπτης Ντουγκ Μακ Κήαν) και να μου στείλουν τις παρτιτούρες γιατί ήμουν έτοιμη να κάνω το άλμπουμ. 

Για αυτό το άλμπουμ επιστρατεύθηκε ένα επιτελείο πρωτοκλασσάτων μουσικών: Ο σούπερ παραγωγός Rob Cavalho (Green Day, Linkin Park) έπαιξε κιθάρα μαζί με τον Tim Pierce (που έχει παίξει σε δίσκους του Μπρους Σπρίνγκστην και της Τίνα Τέρνερ), στο μπάσσο ήταν ο Chris Chaney ( με τον Ρόμπ Ζόμπι και τον Slash). Στα κημπορντς έπαιξε ο Jamie Muhoberac (σε δίσκους του Μπόμπ Ντύλαν και των Rolling Stones). Στα ντραμς ήταν ο Dorian Crozier (με την Σελίν Ντιόν, την Μάιλυ Σάυρους και τον Τζο Κόκερ) ενώ ο Matt Laug (μαζί με Άλανις Μορρισέτ και Alice Cooper) έπαιξε ντραμς στο Stairway to Heaven. Oι ενορχηστρώσεις έγιναν από τον David Campbell (σε δίσκους των Muse και της Beyonce). Tέλος στην κονσόλα ο Doug McKean. 

Τι έχει να πεί σήμερα για την κληρονομιά των Zeppelin; “Εχει φτιαχθεί πολύ όμορφα και είναι διαχρονική. Θα υπάρχει για πάντα. Έρχονται κάποιοι άνθρωποι και είναι σαν να έρχονται από άλλο πλανήτη και φτιάχνουν αυτά τα κομμάτια τέχνης που θα υπάρχουν για πάντα” Όσο για τον δίσκο δηλώνει απλά: “Αυτός ο δίσκος έβγαλε από μέσα μου όλη την οργή” 

Το άλμπουμ θα είναι διαθέσιμο σε τρεις μορφές βινυλίου: μαύρο, διαφανές πορτοκαλί και χρυσό σπλάτερ. Η δε λίστα τραγουδιών είναι η εξής 

Beth Hart: A Tribute To Led Zeppelin tracklist

  1. Whole Lotta Love
    2. Kashmir
    3. Stairway To Heaven
    4. The Crunge
    5. Dancing Days/When The Levee Breaks (Medley)
    6. Black Dog
    7. No Quarter / Babe I’m Gonna Leave You (Medley)
    8. Good Times Bad Times
    9. The Rain Song

του Γιώργου Πισσαλίδη Photo credit: Christie Goodwin  H Beth

Όταν έφερε για πρώτη φορά στην εκκλησιά

το παιδί, ήταν εκεί στους πολλούς ανάμεσα

ανθρώπους που βρίσκονταν μόνιμα

ο άγιος Συμεών και η προφήτισσα Άννα.

 

Κι ο γέροντας το βρέφος πήρε από τα χέρια

της Μαρίας∙  τρεις άνθρωποι στέκονταν γύρω

από το παιδί, σαν άγρυπνη φρουρά

εκείνο το πρωί, χαμένοι στο μισοσκόταδο στης εκκλησιάς.

 

Σαν δάσος πυκνό τους σκέπαζε ετούτη  η εκκλησιά.

Τις κορυφές από των ανθρώπων και τ’ ουρανού το βλέμμα

έκρυβε, σαν ξάπλωναν την ώρα εκείνη

αυτό το πρωινό, η Μαρία, η προφήτισσα κι ο γέροντας.

 

Και μόνο στο κεφάλι μια αχτίδα τυχαία

έριχνε φως στο βρέφος∙  μα τίποτα

δεν ήξερε ακόμη και βούρκωνε νυσταγμένα

ήρεμο στου Συμεών τα δυνατά χέρια.

 

Και όμως, ειπώθηκε στον γέροντα αυτόν

πως τον Υιό του Κυρίου θα γνωρίσει

πριν το θανάσιμο σκοτάδι αντικρίσει.

Εγένετο! Και σιγοψιθύρισε ο γέροντας: «Σήμερα,

 

φυλάσοντας τα προ καιρού ρηθέντα

Κύριε, μ’ ελευθερώνεις, ειρηνικά,

γιατί είδανε τα μάτια μου

Το βρέφος: αυτό είναι το φως και η συνέχεια σου

 

πηγή για τις φυλές που είδωλα τιμούν

και η δόξα του Ισραήλ». – ο Συμεών

σώπασε. Κι όλους τους σκέπασε η σιωπή.

 

Η Υπαπαντή του Κυρίου δια χειρός Αντρέι Ρουμπλιώφ

 

Μόνη των λέξεων η ηχώ, πετούσε ψηλά

στροβιλιζόταν για λίγο ακόμη

πάνω από τα κεφάλια της, θροΐζοντας ελαφρά

κάτω από τις εκκλησιάς του θόλους, σαν πουλί,

 

που έχει δύναμη να πετάξει ψηλά, μα όχι και να κατέβει.

Ήταν τρομακτικά. Κι η σιωπή

ήτανε πιο τρομακτική από τα λόγια. Σκυθρωπή

Η Μαρία σώπαινε. «Τι λέξεις κι αυτές…»

 

Κι ο γέροντας, στράφηκε και είπε στη Μαρία:

«Αυτό που στα χέρια σου κρατάς,

για άλλους είναι η πτώση και γι’ άλλους η εξύψωση,

αντικείμενο προβλέψεων και αφορμή διαιρέσεων.

 

Και με τον ίδιο όπλο, Μαρία, με το οποίο

θα σκιστεί η σάρκα του και η δική σου

Η ψυχή θα πληγωθεί. Αυτό το τραύμα

μέλλει σ’ εσένα να το δεις, είναι βαθιά

 

κρυμμένο στον ανθρώπων τις ψυχές, σαν παραθύρι».

Απόσωσε τα λόγια του και κίνησε για την έξοδο.

Ξωπίσω του η Μαρία, σκυμμένη και από των χρόνων

τα βάρη η Άννα, κοιτούσαν σιωπηλά.

 

Περπατούσε, μικραίνοντας σε σημασία και στο κορμί,

για τις δύο αυτές γυναίκες, στον κολόνων την σκιά.

Κυνηγημένος θαρρείς από τα βλέμματα τους,

περπατούσε στην παγωμένη, άδεια εκκλησία,

 

προς την χλωμή κατάλευκη πόρτα.

Σταθερό ήταν το βήμα το γεροντικό.

Μόνο της προφήτισσας η φωνή από πίσω

σαν ακούστηκε, το βήμα του για λίγο κόμπιασε:

 

 

Δεν τον φωνάζανε αυτόν, μα το Θεό

η προφήτισσα άρχισε να υμνεί απ’ την αρχή.

Πλησίασε στην πόρτα. Τα ρούχα και το πρόσωπο

ο αγέρας ήδη αγγίζει και στην ψυχή του

 

όρμησε η ζωή έξω από της εκκλησιάς τα τείχη.

Ίσα στο θάνατο τραβούσε. Μέσα στης πόλης τον αχό,

ανοίγοντας την πόρτα με τα χέρια, δρασκέλισε,

στην κωφάλαλη επικράτεια του θανάτου.

 

Διέσχισε το χώρο, που ήταν πλέον ασταθής

κατάλαβε πως χάθηκε ο ήχος.

Και του Βρέφους η μορφή λάμποντας

γύρω από τον πυκνό σκοτάδι στο δρόμο του θανάτου

 

την ψυχή του Συμεών οδηγούσε,

σαν το κερί μες στο πυκνό σκοτάδι

που μέχρι εκείνη τη στιγμή

κανένας δεν είχε ματαδεί.

 

Φώτιζε το κερί και άνοιγε ο δρόμος.

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

 

Ο Ιωσήφ Μπρόντσκι (24 Mαϊου 1940 – 28 Ιανουαρίου 1996) ήταν ποιητής της ‘Αργυρής εποχής” της ρωσσικής / σοβιετικής ποίησης, επηρεασμένος από τους Αμερικανούς ποιητές Ρόμπερτ Φροστ και Ο. Χ Ώντεν και λογοτεχνικός κληρονόμος του Πάστερνακ και της  Αχμάτοβα. Ή ποίηση του θεωρήθηκε “αντι-σοβιετική και πορνογραφική”, ο ιδιος κατηγορήθηκε για παρασιτισμό και στάλθηκε σε στρατόπεδο εργασίας. Αργότερα απελάθηκε (“πιέσθηκε να μεταναστεύσει”) και έζησε αρχικά στην Ευρώπη και αργότερα στις ΗΠΑ, όπου και πολιτογραφήθηκε Αμερικανός πολίτης. 

Το 1987 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έργο του, θεωρημένο ως “σφαιρικό, εμποτισμένο με καθαρότητα σκέψης και ποιητική ένταση” ενώ έχει χαρακτηριστεί ως “διακρινόμενο από οξύτητα αντιλήψεως στο χώρο και στο χρόνο”.  Το 1991 ανακηρύχθηκε Δαφνοσκεπής Ποιητής των ΗΠΑ. 

Όταν έφερε για πρώτη φορά στην εκκλησιά το

Έφυγε σαν σήμερα, πριν από 31 χρόνια, στις 31 Ιανουαρίου 1991, σε ηλικία 65 ετών!

“Δεν τους διδάσκω πεντάγραμμο, αλλά με τον δικό μου τρόπο, στα δάχτυλά τους, τους δείχνω που είναι ο κάθε τόνος. Έτσι μαθαίνουν εύκολα όταν τους τραγουδώ τις νότες. Θέλω μαζί με την τεχνική να καλλιεργούν και την ψυχική τους ευαισθησία. Όχι πράγματα σε καλούπι. Πρέπει ο κάθε λαϊκός μουσικός που εκφράζεται με το συναίσθημα και το ένστικτο του να δημιουργεί ανάλογα με την ψυχική του διάθεση τον χαρακτήρα του, τα γεννήματα του. Να βάλει τον εαυτό του μέσα. Αυτό του δίνω εγώ να καταλάβει. Εγώ θα του πω τί; βάσεις, θα του δείξω τις ρίζες, κι ας τον-ε. Δεν τον καθηλώνω.”

Όταν ο Ross Daly , κάποτε μαγεμένος από τη λύρα του πήγε να του συστηθεί να τον γνωρίσει καλύτερα του είπε :

“Καλησπέρα κ. Μουντάκη με λένε Ross Daly , έρχομαι από την Ιρλανδία και μαθαίνω λύρα…”

Εκείνος με κοίταξε με μεγάλη καλοσύνη και ίσως και με κάποια έκπληξη και απάντησε με χαρακτηριστική ταπεινοφροσύνη:

“Κι εγώ …”

Ο Κώστας Μουντάκης γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1926 στην Αλφά, χωριό της Επαρχίας Μυλοποτάμου. Ήταν το μικρότερο από τα επτά παιδιά του Νίκου και της Καλλιόπης Μουντάκη. Η καταγωγή της οικογενείας του είναι από τον Καλλικράτη Σφακίων και ο προπάππος του, ο Μανούσος, πρωτοπαλίκαρο του Χατζημιχάλη Νταλιάνη, σκοτώθηκε πολεμώντας τους Τούρκους στο Φραγκοκάστελλο στην Επανάσταση του 1827.

Ο πατέρας του, που ήταν ικανός χορευτής αλλά και συνάμα καλός τραγουδιστής (είχε το παρατσούκλι “κελαϊδής”), πέθανε τρεις μόλις μήνες μετά την γέννηση του Κώστα. Τον βάφτισαν στην ιστορική Μονή του Αρκαδίου.

Τελείωσε το δημοτικό το 1938 και πέτυχε στο ημιγυμνάσιο Πανόρμου, όμως δεν μπόρεσε να συνεχίσει τις σπουδές του εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βρισκόταν η οικογένεια του. Εξάλλου ήδη είχε αρχίσει να τον τραβάει η λύρα, που είναι το κυρίαρχο μουσικό όργανο όχι μόνο στο χωριό του αλλά και μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Λύρα έπαιζαν ο μεγάλος του αδερφός, ο Νικήστρατος και ο νονός του ο Στουμπούρης, ενώ ο δάσκαλος του υπήρξε ο Μήτσος ο Καφάτος, ο καλύτερος δεξιοτέχνης του χωριού.

Μουντάκης Κώστας

Μία αυτοσχέδια λύρα από τάβλι, χορδές από ίνες “αθάνατου” και δοξάρι με τρίχες από ουρά γαϊδάρου ήταν το πρώτο του όργανο όπου “βοσκάκι ακόμα, κίνησε τα δαχτύλια του πάνω στις κοντυλιές της κρητικής μουσικής”.

Παίζοντας για ώρες μόνος του, άρχισε να μαθαίνει τους σκοπούς και τα ξόμπλια τους, τα “μυστικά” της τεχνικής της λύρας και τελειοποίησε την τεχνική του έτσι ώστε, στην κατοχή – 15χρονος πια – έπαιζε το στο καφενείο του χωριού για να ξεκουράσει το δάσκαλό του, το Καφφάτο. Όταν λίγο αργότερα, μπόρεσε να “κρατήσει” μόνος του έναν ολόκληρο γάμο χρίστηκε πλέον επίσημα λυράρης!

Απέκτησε μάλιστα και την πρώτη του “καλή” λύρα, το 1943, δίνοντας ένα ολόκληρο αρνί και 5 οκάδες τυρί.

Την περίοδο αυτή το Ρέθυμνο είναι ο χώρος όπου η κρητική μουσική γνωρίζει μιαν εξαιρετική ακμή με μεγάλους δεξιοτέχνες όπως ο Αντρέας Ροδινός, ο Γιάννης Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης), ο Αντώνης Καρεκλάς, ο Στέλιος Φουσταλιέρης, που σηματοδοτούν το πέρασμα της σ’ ένα ύφος πιο επεξεργασμένο μέσα σ’ ένα περιβάλλον με ολοένα αυξανόμενες αστικές επιδράσεις.

Στα εργαστήρια των οργανοποιών η κρητική λύρα αποκτά τη σημερινή της μορφή, η τεχνική παιξίματος γίνεται όλο και πιο δεξιοτεχνική, το ρεπερτόριο εμπλουτίζεται και επεκτείνεται πέρα από τα τοπικά όρια, αποκτώντας πλέον παγκρήτια διάδοση. Σ’ αυτήν την εξελικτική διαδικασία ο Κώστας Μουντάκης θα συμβάλλει αποφασιστικά, ενδυναμώνοντας με την τέχνη του την παρουσία δεξιοτεχνών μουσικών που λειτουργούν ταυτόχρονα ως φορείς της λαϊκής παράδοσης αλλά και ως συνθέτες, με αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος και έργο.

Μουντάκης Κώστας

Το Φεβρουάριο του 1948 αφήνει για πρώτη φορά το χωριό του για ν’ ακολουθήσει μια πεντάχρονη στρατιωτική θητεία. Κατατάσσεται στη Χωροφυλακή και τον φέρνουν στα Χανιά, όπου γνωρίζεται με τον Γιώργο και τον Στέλιο Κουτσουρέλη, με τους οποίους και συνεργάζεται παίζοντας για πρώτη φορά στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό που διηύθυνε τότε ο Δασκαλάκης. Ένα χρόνο αργότερα (1949) μετατίθεται στην Αθήνα όπου βρίσκονται και άλλοι σπουδαίοι κρητικοί μουσικοί, όπως ο Θανάσης Σκορδαλός, ο Γιώργος Μουζουράκης κ.α.

Με τον Βυζιργιάννη για συνοδεία στο λαούτο, απευθύνεται στην ραδιοφωνία, που είχε τότε μεγάλη δύναμη στην προβολή της παραδοσιακής μουσικής, κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρά. Το 1951 “περνάει” από τον “αυστηρό” έλεγχο της επιτροπής του Ε.Ι.Ρ. και από τότε ξεκινάει μια στενή συνεργασία με τον Καρά παίζοντας επανειλημμένα στο ραδιόφωνο προβάλλοντας την κρητική μουσική στο πανελλήνιο.

Παράλληλα κάνει στέκι του την τοπική ταβέρνα του Μπασιά (πίσω από την Αγία Ειρήνη, στην Αιόλου), όπου έπαιζαν μαζί του και οι δύο σπουδαίοι λαϊκοί βιολάτορες, Ο “Ναύτης” (Κ. Παπαδάκης) και ο Αντρέας Μαριάνος. Είναι η εποχή μετά τον πόλεμο που το βιολί εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερη διάδοση σε σχέση με τη λύρα και χρειάστηκε σκληρός αγώνας των λυράρηδων, με βοηθό σε αυτήν την προσπάθεια τον Σίμωνα Καρά, για να ξανακερδίσει η λύρα τον τίτλο του εθνικού συμβόλου της κρητικής μουσικής. Αναμφίβολα σ’ αυτήν την προσπάθεια ο Κ. Μουντάκης έπαιξε αποφασιστικό ρόλο.

Μουντάκης Κώστας

Στην ταβέρνα του Μπασιά θα παίξει σχεδόν 18 χρόνια “σ’ ένα υπόγειο χωρίς μικρόφωνο με 10% ποσοστά που μοιραζόμουνα με τα λαγούτα. Αυτός είμαι εγώ!…”. Μαζί του λαουτιέρης-πασαδόρος ο Νίκος ο Μανιάς και αργότερα ο Γιάννης Ξυλούρης και ο Μαρκογιάννης (“Στα 300 περίπου τραγούδια που έχω γράψει κι έχω κάνει δίσκους ήταν πολύ σημαντική η παρουσία τους…”) .Υπήρξε εκτός των άλλων και πρωτοχορευτής στο Θέατρο της Δόρας Στράτου μαζί με τον Μύρωνα Σαπουντζή.

Το διάστημα 1950-52 είναι αποσπασμένος στο ιδιαίτερο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου, όπου του δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσει τον πολιτικό κόσμο της εποχής (“Αν ήθελα θα μπορούσα να είχα αποκτήσει μεγάλη δύναμη, όμως δεν μου πήγαινε αυτό το κλίμα. Παρά τις γνωριμίες, ουδέποτε επωφελήθηκα, είχα τον εγωισμό, την περηφάνια.. Δεν χτυπούσα πόρτες…”.

Έτσι, το 1952, με το τέλος της θητείας του, ξεκινάει ως εργάτης στο εργοστάσιο της Εταιρείας Λιπασμάτων της Δραπετσώνας, όπου και θα μείνει ως το 1967 :

“Δύσκολες καταστάσεις. Παντρεύτηκα κιόλας, δυσκολίες, ευθύνες…”

Παράλληλα όμως ξεκινάει με πάθος και μεράκι τον αγώνα του και ως επαγγελματίας λυράρης. Εκτός από το ραδιόφωνο αρχίζει η δισκογραφία.

Το 1952 συνοδεύει για πρώτη φορά σε δίσκο τον Στέλιο Κουτσουρέλη στο “ήρπαξα και μπαΐλντισα” (Columbia), ενώ το 1954 τραγουδάει για πρώτη φορά σε δίσκο με συνοδεία και πάλι τους αδελφούς Κουτσουρέλη, το “Δεν θέλω μέσα στην καρδιά”. Στη συνέχεια, αφού αλλάζει εταιρεία (Οdeon), ξεκινάει με τον “Ζητιάνο” και την “Ρεθυμνιωτοπούλα” έναν μακρύ κατάλογο δισκογραφικών εκδόσεων που τον καθιερώνουν ως τον περισσότερο ηχογραφημένο λυράρη της κρητικής μουσικής. “Πραματευτής”, “Ένα ματσάκι γιασεμιά”, “Αργαλειός”, “Μυλωνάδες και μαζώχτρες”, “Ερωτόκριτος”, “Κρητικός Γάμος”, “Αναφορά στον Καζαντζάκη”, κ. α.

Μουντάκης Κώστας

Η φήμη του απλώνεται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Αθήνα και στο πανελλήνιο, καθώς και στους κρητικούς της διασποράς που τον προσκαλούν επανειλημμένα για συναυλίες και μουσικές συνεστιάσεις. Αρχίζει λοιπόν πολυάριθμα ταξίδια στις ΗΠΑ (για πρώτη φορά το 1960), στον Καναδά, την Αυστραλία, τη Γερμανία, τη Ν. Αφρική (1971), φέρνοντας στους μετανάστες τα μηνύματα και τις αισθήσεις της κρητικής μουσικής παράδοσης.

Ένα ταξίδι του στην Ινδία, το 1975, τον επηρεάζει βαθύτατα. Εντυπωσιάζεται από το παίξιμο των ανατολίτικων εγχόρδων με δοξάρι και συνειδητοποιεί την ευρύτερη πολιτισμική παράδοση όπου εντάσσεται και η λύρα. Μιλάει μ’ ενθουσιασμό για το σαράγκι, το καμαϊτσά, τον κεμανέ. Προβληματίζεται :

«Ο λαός μας είναι Ανατολίτης. Οι καταβολές μας, το πιστεύω μας ανατολίτικα δεν είναι; Δεν ανήκουμε στη Δύση… άλλου παπά πετραχήλι…Ποιοι είμαστε όμως; Η Ανατολή έχει μουσική παράδοση, μουσική παιδεία ανεπτυγμένη, έχει θησαυρούς κι ας είναι ξυπόλυτη… Εμείς στην εποχή μου με μια σαρδέλα, μια ελιά κι ένα ξεροκόμματο κάναμε τα ζεύκια μας και κρατούσαμε άδολα και άσπιλα την παράδοσή μας. Μήπως λοιπόν η σημερινή χλιδή μας κάνει ζημιά;»

Αισθάνεται λοιπόν ολοένα επιτακτικότερη την ανάγκη για παιδεία. Έτσι ο δεξιοτέχνης κι ο συνθέτης αρχίζουν να κάνουν τόπο για να προχωρήσει ο δάσκαλος. Το 1976 ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της Ελένης Καραϊνδρου συμπράττοντας στα μαθήματα εκμάθησης παραδοσιακών οργάνων που διοργανώνει στην Γκαλερί “Ώρα”, σε συνεργασία και με άλλους μεγάλους δεξιοτέχνες (Τ. Χαλκιά, Ν. Στεφανίδη, Αρ. Βασιλάρη, Αρ. Μόσχο κ.α.). Τρία χρόνια αργότερα (1979) ιδρύει την πρώτη σχολή λύρας στο Ωδείο του Ηρακλείου “Απόλλων” για ν’ ακολουθήσουν το Ρέθυμνο (1980), τα Χανιά (1981), ο Αγ. Νικόλαος (1983) και η Αθήνα (1985 στο “Ελληνικό Ωδείο”, αν και είχε αρχίσει μαθήματα και παλιότερα στην “Παγκρήτιο Ένωση”).

Με τη συνεργασία του γιου του, του Μάνου Μουντάκη (που ο ίδιος τον παρότρυνε να ακολουθήσει σοβαρές μουσικές σπουδές) συνέχισε ως το τέλος της ζωής του να προβληματίζεται πάνω στη μέθοδο διδασκαλίας της λύρας κι από τα χέρια του εκατοντάδες νεόι μυήθηκαν στα μουσικά της κρητικής μουσικής, ενώ ακόμη περισσότεροι απολαμβάνουν τις αισθήσεις και τα μηνύματα της μέσα από τις ηχογραφήσεις που μας άφησε πολύτιμη κληρονομιά.

Έφυγε από την ζωή στις 31 Ιανουαρίου 1991 σε ηλικία 65 ετών, βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Κρήτη και όχι μόνο.

ΠΗΓΕΣ:

kritikiparadosi.gr

paragwgos.pblogs.gr.Κwstas-moyntakhs.html

Wikipedia.gr

Cretalive.gr

http://www.ogdoo.gr

Αναδημοσίευση απο cretalive.gr

Έφυγε σαν σήμερα, πριν από 31 χρόνια,

τῆς Μαρἰας Κορνάρου*

Ὁ Καναδὸς ψυχολόγος Τζόρνταν Πήτερσον ἔχει φτάσει σὲ δυσθεώρητα ὕψη διαδικτυακῆς φήμης. Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ παραδέχονται καὶ οἱ -πολλοὶ- ποὺ διαφωνοῦν μαζί του, κατηγορῶντας τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης ὅτι ἀσχολοῦνται μαζί του ὑπερβολικά. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Πήτερσον ἔχει καταφέρει νὰ ἀναδειχθεῖ καὶ νὰ μαζέψει ἀφοσιωμένους ὑποστηρικτὲς ἐκμεταλλευόμενος τὴν ἀρνητικὴ δημοσιότητα καὶ τὶς προσπάθειες τῶν μέσων νὰ τὸν «πιάσουν στὰ πράσα» μὲ προβοκατόρικες συνεντεύξεις.

Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, ἡ συνέντευξή του στὸ British GQ μὲ μία ἰδιαίτερα ἐπιθετικὴ φεμινίστρια, ποὺ κατέληξε νὰ μαζεύει σχεδὸν 50 ἑκατομμύρια θεάσεις στὸ YouTube καὶ νὰ τὸν ἀναδεικνύει σὲ ἥρωα τῶν ἀντισυμβατικῶν, κυρίως ἀνδρῶν, ποὺ σιωπηλὰ διαφωνοῦν μὲ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ χρειάζεται νὰ ἀποδεχτοῦν ὡς τετελεσμένα. Ὁ Πήτερσον ἔγινε ἥρωας, κυρίως ἐπειδὴ ἐκεῖνος μιλοῦσε. 

Ἡ φήμη τοῦ Πήτερσον ξεκίνησε στὸ ἴδιο μέρος στὸ ὁποῖο καὶ ἐκτοξεύτηκε, στὸ διαδίκτυο, τὸ 2016. Ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα βίντεο ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο τοῦ Πήτερσον, ποὺ ἔδειχνε ἀκτιβιστὲς φοιτητὲς νὰ τὸν προπηλακίζουν μὲ ἀφορμὴ μία ὁμιλία ποὺ θὰ ἔδινε, κατηγορῶντας τον ὅτι δέχεται ὑποστήριξη ἀπὸ ναζιστές. Ὁ Πήτερσον ἐμφανίζεται νὰ ἐκφράζει τὶς ἀντιρρήσεις του περὶ ἑνὸς νέου νόμου τοῦ Καναδᾶ ποὺ θὰ ἐπέβαλε νὰ ἀποκαλοῦνται οἱ «τρανσέξουαλ» μὲ ὅποιες προσφωνήσεις ἐπιλέγουν καὶ ὄχι μὲ αὐτὲς τοῦ βιολογικοῦ φύλου τους. Καθὼς οἱ ἀκτιβιστὲς στὸ βίντεο γίνονται ἰδιαίτερα ἐπιθετικοὶ καὶ παράλογοι, τὸ βίντεο ἀνέδειξε τὸν Πίττερσον ὡς τολμηρὸ ὑποστηρικτὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἔκφρασης μπροστὰ σὲ αὐταρχικούς.

Η συνέντευξη με την Έλεν Λιούις για το GQ ήταν μια κλασσική προσπάθεια του τυπου να “παγιδεύσουν” τον Πήτερσον χωρίς αποτέλεσμα

Πρόκειται γιὰ μία «συνταγὴ» ποὺ ἔχει ἀναδείξει καὶ ἄλλους πολὺ γνωστοὺς συντηρητικοὺς πολιτικοὺς ἀναλυτές, ὅπως τὸν Μπὲν Σαπίρο καὶ τὸν Ντέηβ Ρούμπιν, ποὺ ὅλοι τους ἔγιναν διάσημοι ἐκείνη τὴν περίοδο. Θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι βρίσκονταν –καὶ ὄχι τυχαῖα- στὸ σωστὸ μέρος, τὴ σωστὴ στιγμή. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἡ λοιδορία ὑπερβολικῶν, ὑπερευαίσθητων ἀκτιβιστῶν (“snowflakes”) καὶ τῶν γελοίων ἀντιδράσεών τους σὲ δημόσια θέα ἐντὸς τῶν πανεπιστημίων ἀποτελοῦσε ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγαπημένα ἀστεῖα τοῦ διαδικτύου. Ἡ ἐμφάνιση ἑνὸς ἥρεμου προσώπου μὲ ἀκαδημαϊκὸ λέγειν μπροστὰ σὲ τέτοιου εἴδους ἀντιδράσεις δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἀπαρατήρητη. Σημειωτέον ὅτι ἀντίστοιχους προπηλακισμοὺς ἀπὸ ἀκτιβιστὲς φοιτητὲς ἔχει δεχθεῖ καὶ ὁ Ἑλληνοαμερικανὸς καθηγητὴς τοῦ Yale, Νικόλας Χριστάκης. 

Ἀπὸ τότε ὁ Πήτερσον, ποὺ ἤδη ἦταν γνωστὸς λόγῳ τῶν διαλέξεων ψυχολογίας του στὸ διαδίκτυο, ἄρχισε νὰ εἰσέρχεται στὴν mainstream σφαίρα, ἐμφανιζόμενος στὴν τηλεόραση καὶ σὲ ὅλα τὰ μεγάλα μέσα ἐνημέρωσης, ἂν καὶ συνήθως προκειμένου νὰ τὸν «παγιδεύσουν». Ἀποδεχόμενος πλήρως τὴν στάμπα τοῦ «ἀμφιλεγόμενου» στοχαστή, προσπάθησε νὰ δώσει μία ὑπεράσπιση τοῦ Δυτικοῦ πολιτισμοῦ μπροστὰ στὶς ἐσωτερικὲς ἀπειλές του, ποὺ κυρίως ἐντοπίζονταν κατὰ τὴ γνώμη του ἀνάμεσα στὶς μεταμοντέρνες, νέο-μαρξιστικὲς ἰδέες. Μεταξὺ αὐτῶν συγκαταλεγόταν ὁ σύγχρονος φεμινισμός, οἱ θεωρίες φύλου καὶ οἱ θεωρίες περὶ ρατσισμοῦ, καθὼς ὅλες τους κατευθύνονται πρὸς μία πολιτικὴ «ἴσων ἀποτελεσμάτων» ἡ ὁποία κατὰ τὸν Πήτερσον εἶναι ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν ἐλευθερία ἐπιλογῆς. 

Οἱ ἴδιες αὐτὲς ἰδέες ἔχουν συνήθως τὴν τάση νὰ ἐπιβάλλονται στὴν δημόσια σφαίρα μὲ τὴν ἀπαγόρευση τῆς ἀντιρρήσεως, εἴτε ἐν τοῖς πράγμασι εἴτε καὶ μὲ κανονικὴ ποινικοποίησή τους ὡς «ρητορικὴ μίσους». Ἔρχονται ἔτσι σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἡ ὁποία εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ «ἁπλὰ μία ἀξία», ἀλλὰ μία διαδικασία ποὺ ὠθεῖ στὴν βελτίωση τῆς προσωπικότητας μέσα ἀπὸ τὴν συνειδητοποίηση τῶν λαθῶν, καὶ τῆς κοινωνίας μέσα ἀπὸ τὴν ἐξακρίβωση τῆς ἀλήθειας. 

Παρότι ὁ ἴδιος συχνὰ ἐκφράζει θέσεις ποὺ θεωροῦνται συντηρητικὲς καὶ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ προοδευτικὲς ἰδέες, δὲν αὐτοαποκαλεῖται «συντηρητικός», ἀλλὰ ἔχει ὑποστηρίξει ὅτι οἱ πολιτικὲς τάσεις πρὸς τὴν δεξιὰ καὶ τὴν ἀριστερὰ ἀποτελοῦν φυσικὴ ἔκφραση τῶν διαφορετικῶν τύπων προσωπικότητας. 

Ἡ φιλοσοφία τῆς ζωῆς τοῦ Πήτερσον ἔχει τὶς ρίζες της στὴν «Δυτικὴ παράδοση» τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ ὀρθολογισμοῦ, μὲ ἰδιαίτερη μάλιστα θέση γιὰ τὴν Βίβλο, τὴν ὁποία θεωρεῖ ὡς βάση τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. ἐκφράζεται συνήθως μέσα ἀπὸ τὶς ἀπόψεις του καὶ τὶς συμβουλές του ὡς ψυχολόγου. Δίνει ἔμφαση κατεξοχὴν στὴν προσωπικὴ εὐθύνη γιὰ τὶς ἐπιλογὲς καὶ τὴν αὐτογνωσία. 

Ἕνα ἀπὸ τὰ πολὺ συχνὰ θέματα στὶς ὁμιλίες του εἶναι τὸ παράδειγμα τῶν γκουλὰγκ καὶ τῶν στρατοπέδων συγκέντρωσης, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν γιὰ τὸν Πήτερσον ὄχι ἱστορικὰ γεγονότα ἀλλὰ κάτι σὰν ἀρχέτυπα τῆς ἀνθρώπινης κακίας γιὰ τὴν ὁποία ὁ καθένας μας εἶναι ἱκανός. Καλεῖ τοὺς ἀκροατές του νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι ἐὰν ζοῦσαν σὲ ἐκεῖνες τὶς ἐποχές, θὰ εἶχαν πιθανότατα καὶ αὐτοὶ συνεργαστεῖ μὲ τὸ Κακό. Ἔτσι μποροῦν νὰ γνωρίσουν τὰ βάθη τοῦ ἑαυτοῦ τους. Ἡ αὐτογνωσία ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὸ κάθε τι στὴν ζωή, ἰδίως μάλιστα γιὰ τὶς πολιτικὲς φιλοδοξίες. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὸν κόσμο ἐὰν πρῶτα δὲν ἀλλάξει τὸν ἑαυτό του: «τακτοποίησε τὸ σπίτι σου πρὶν κρίνεις τὸν κόσμο», εἶναι ὁ ἕκτος ἀπὸ τοὺς «12 Κανόνες Ζωῆς» του. 

Στὰ πλαίσια τῆς προσωπικῆς εὐθύνης ἐντάσσεται καὶ ἡ ὑποχρέωση εἰλικρίνειας πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ πρὸς τὸν ἑαυτό μας, ὥστε νὰ μὴν κατασκευάζουμε ψεύτικους κόσμους ποὺ ὑποτιμοῦν τὴν αὐτονομία μας. Ἡ ψυχολογία τοῦ Πήττερσον, ποὺ προσφέρεται σὲ μορφὴ κατάλληλη γιὰ «αὐτο-βοήθεια», ἔχει προσφέρει κίνητρο ζωῆς σὲ πολλοὺς νέους ἀνθρώπους, ἰδίως νέους ἄντρες, νὰ βάλουν τάξη στὴ ζωή τους: «τάξη στὸ χάος», ὅπως θεωρεῖ ὅτι πράττει διαχρονικὰ ὁ ἔλλογος ἄνθρωπος.

Πρόσφατα, ὁ Πήτερσον ἀνακοίνωσε τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Τορόντο, στὸ ὁποῖο πλέον εἶναι ὁμότιμος Καθηγητής. Ἡ παραίτησή του ὑπεβλήθη εἰς ἔνδειξη διαμαρτυρίας γιὰ τὴν “woke κουλτούρα” ποὺ ἔχει καταλάβει τὰ πανεπιστήμια, ἐπιβάλλοντας ποσοστώσεις ποὺ ἀποκλείουν ἱκανοὺς ἐπιστήμονες ἐπειδὴ εἶναι λευκοὶ ἄνδρες καὶ ἀναγκάζοντας τοὺς ἀκαδημαϊκοὺς νὰ ἐκφράζουν τὴν ὑποστήριξή τους πρὸς τὶς νέες ἡγεμονικὲς woke ἰδεολογίες. 

Ἐπίσης ἐπισημαίνει τὴν ἀπαγόρευση τῆς «θεραπείας μεταστροφῆς» (κατὰ τὴν ὁποία ὁ ψυχολόγος βοηθᾶ τὸν ὁμοφυλόφιλο νὰ ἀλλάξει σεξουαλικὲς προτιμήσεις) καὶ τὴν ὑποχρέωση οἱ ψυχολογικὲς ἔρευνες νὰ διακηρύσσουν ἕναν σκοπὸ «κοινωνικῆς δικαιοσύνης» ὡς καταστροφικὲς γιὰ τὴν ἐπιστήμη τῆς ψυχολογίας. Ἡ ἐπιβολὴ τῆς woke ἰδεολογίας ἤδη ἁπλώνεται στὴ βιομηχανία ψυχαγωγίας καὶ στὶς μεγάλες ἑταιρεῖες, καὶ ἐκθέτει τὸν Δυτικὸ πολιτισμὸ στὰ ἀρνητικὰ σχόλια ἀκόμη καὶ τοῦ Πούτιν. Κλείνοντας τὸ μήνυμα παραίτησής του, ὁ Πήτερσον ἐγκαλεῖ τοὺς συναδέλφους του, ποὺ προσποιοῦνται καὶ σιωποῦν, διδάσκοντας στοὺς φοιτητές τους νὰ λένε ψέματα καὶ νὰ ἀνέχονται τὴν κατάσταση. «Εἶναι ντροπή». Καὶ συμπεραίνει: «ὅποιος σπέρνει ἀνέμους θὰ θερίσει θύελλες. Ὁ ἄνεμος ἀρχίζει νὰ σηκώνεται.»

 

* Η Μαρία Κορνάρου είναι τελειόφοιτος της Νομικής και συντάκτρια στην “Εστία”

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Δεν βρέθηκαν άρθρα

[vc_row][vc_column][eltd_block_one category_id="0" author_id="0" featured_thumb_image_size="original" display_pagination="yes" pagination_type="np-horizontal"][/vc_column][/vc_row][vc_row][vc_column width="1/2"][eltd_post_layout_two

 του Γιώργου Πισσαλίδη

Cover photo credit: Valter Leben   

Oι διάσημοι προβοκάτορες της industrial μουσικής, Laibach (προφέρεται Λάιμπαχ) κυκλοφόρησαν ψηφιακά ένα καινούργιο τραγούδι, το Ich will ein Deutscher sein. Είναι παρμένο από το επερχόμενο άλμπουμ του συγκροτήματος Wir sind das Volk (ein Musical aus Deutschland), το οποίο θα κυκλοφορήσει από την Mute Records στις 25 Μαρτίου 2022 ως ένας πολυτελής δίσκος ακτίνας με εκτενείς σημειώσεις στο εξώφυλλο και ψηφιακά, ενώ το θα κυκλοφορήσει ως διπλό άλμπουμ βινυλίου στις 10 Ιουνίου 2022. 

Το άλμπουμ αντιπαραθέτει μουσική από την θεατρική παράσταση των Wir sind das Volk (“Είμαστε ο λαός: Ένα μιουζικαλ από την Γερμανία”), το οποίο έκανε πρεμιέρα τον Φεβρουάριο του 2020 και είναι βασισμένο πάνω στα γραπτά του γερμανού θεατρικού συγγραφέα Χάινερ Μύλλερ (σωστή προφορά Χάινερ Μιούλερ) . 

“Ακολουθήσαμε την στρατηγική του ίδιου του Χάινερ Μύλλερ , κόβωντας αποσπασματα και επαναδιατάσσοντας το υλικό του, παίρνοντας τα κείμενα και τοποθετώντας τα σε καινούργιο πλαίσιο, ξαναδημιουργώντας το από την αρχή, με πρόθεση να σύρουμε το κοινό σε αυτό ή να το απόξενώσουμε από αυτό ” εξηγεί το συγκρότημα. “Η μουσική ξεκλειδώνει τα αισθήματα και με αυτόν τον τρόπο είναι ένα μεγάλο μέσο χειραγώγησης και δυναμικό όπλο προπαγάνδας. Για αυτό και ένας συνδυασμός του Χάινερ Μύλλερ, ο οποίος έβλεπε το θέατρο ως πολιτικό θεσμό, και των Laibach,δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από ένα μιούζικαλ.”

Photo credit: dpa / pa / Peltonen

Η σχέση των Laibach με το θέατρο ξεκινά το 1984, όταν συνέθεσαν μουσική για το θεατρικό έργο του Χάινερ Μύλλερ, “Κουαρτέτο”, ένα έργο που παρουσιάσθηκε στο Εθνικό Θέατρο της Σλοβενίας στην Λουμπλιάνα.  Την επόμενη χρονιά συνάντησαν τον Μύλλερ στο  Βερολίνο, ο οποίος τους πρότεινε να συνεργασθούν.  Ο Μύλλερ χρησιμοποίησε μουσική  των  Laibach σε μια θεατρική παράσταση, αλλά η συνεργασία δεν συνέβη ποτέ, μέχρι που η Διευθύντρια της Παγκόσμιας Εταιρείας Χάινερ Μύλλερ, Άνια Κίρκερτ τους πρότεινε ένα μεταθανάτιο πρότζεκτ, βασισμένο σε κείμενα του Μύλλερ. 

Το εξώφυλλο και το εσώφυλλο του άλμπουμ είναι αντίστοιχα το “Θεοφάνεια ΙΙ : Το Προσκύνημα των Βοσκών” (1998, από την συλλογή των Μουσείων Καλών Τεχνών του Σαν Φρανσίσκο) και “Επιφάνεια Ι: Το Προσκύνημα των Μάγων(έργο του 1996 από την συλλογή του Μουσείου Τέχνης του Ντένβερ) , έργα του διάσημου Αυστρο-Ιρλανδού καλλιτέχνη Γκότφρηντ Χελνβέιν. Παρμένο από την σειρά “Θεοφάνεια” η οποία περιλαμβάνει μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του, ο πίνακας αντανακλά το βασικό θέμα της δουλειάς του: την παιδική ηλικία στην περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού. 

 του Γιώργου Πισσαλίδη Cover photo credit: Valter Leben

Με τα ταμπούρλα πολέμου να ακούγονται στην Ουκρανία, εμείς παρόλο που δεν είμαστε πολιτικό περιοδικό, θυμούμαστε τι είχε πει για αυτό το θέμα δεκαετίες πριν μια μεγάλη μορφή της Ρωσσίας: ο Αλεξάντερ Σολζενίτσυν.  Μεταφράζουμε δε ένα άρθρο που είχε γράψει ο βιογράφος του και μελετητής του Τζόσεφ Πηρς. Το κείμενο του Πηρς είχε γραφεί το 2014 για την τότε Ουκρανική Κρίση, αλλά πιστεύουμε ότι ταιριάζει και στο σήμερα (Άβαλον των Τεχνών) 

  του Τζόσεφ Πηρς, βιογράφου και μελετητή του Αλεξάντερ Σολζενίτσυν

Ο Aλεξάντερ Σολζενίτσυν ήταν πολλά πράγματα: Ένας γενναίος  υπερασπιστής της ελευθερίας την εποχή του ολοκληρωτισμού, ένας ατρόμητος επικριτής του κομμουνισμού, ένας άφοβος επικριτής της  σύγχρονης ηδονιστικής Δύσης, ένας μεγάλος ιστορικός, ένας σημαντικός  μυθιστορηματογράφος, ένας Νομπελίστας και τέλος ένας προφήτης.

Σχετικά με αυτό το τελευταίο, ο Σολζενίτσυν είχε προφητέψει, στο αποκορύφωμα της δύναμης της Σοβιετικής Ένωσης,  ότι ο ίδιος θα επιζούσε ενώ η ΕΣΣΔ θα είχε πεθάνει και θα επέστρεφε στην πατρίδα του την Ρωσία μετά από την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Όπως συμβαίνει συχνά με τους προφήτες, δεν τον πήρανε στα σοβαρά. Όλοι οι “ειδικοί” υπέθεταν ότι η Σοβιετική Ένωση θα υπήρχε για πάντα και θα ήταν μέρος του παγκόσμιου γεωπολιτικού τοπίου για όλο το προβλέψιμο μέλλον. Και όπως επιβεβαίωσε η ιστορία, ο προφήτης είχε δίκιο και οι “ειδικοί” είχαν λάθος

Eίναι ξεκάθαρο ότι ο Σολζενίτσυν αξίζει να τον πάρεις στα σοβαρά. Πουθενά δεν είναι αυτό πιο προφανές  από την αξιόλογη πρόβλεψη του για την παρούσα κρίση στην Ουκρανία.

Ήδη από το 1968, κατά την διάρκεια της συγγραφής αυτού που αργότερα εκδόθηκε ως “Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ”, έγραφε για τους φόβους του σχετικά με μια μελλοντική σύγκρουση ανάμεσα σε Ρωσσία και Ουκρανία : “Με προκαλεί πόνο να το γράφω αυτό, καθώς η Ουκρανία και η Ρωσία είναι ανάμεικτες στο αίμα μου, στην καρδιά μου και στις σκέψεις μου. Όμως έχοντας επί μακρόν εμπειρία φιλίας με Ουκρανούς στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως με έχουν δείξει πόσο οδυνηρή μνησικακία έχουν μέσα τους. Η γενιά μας δεν θα αποφύγει να πληρώσει το αντίτιμο για τα λάθη των πατεράδων μας.”

Προβλέποντας την άνοδο του εθνικισμού και τις εδαφικές διεκδικήσεις του, ο Σολζενίτσυν θρηνούσε για το γεγονός ότι ήταν πιο εύκολο να πατήσει κανείς με δύναμη το το πόδι του στο χώμα και να φωνάξει “Αυτό είναι δικό μου” παρά να αναζητήσει κατανόηση και συνύπαρξη με τον άλλο:

“Όσο και να προκαλεί έκπληξη, η πρόβλεψη του Μαρξισμού ότι ο εθνικισμός ξεφτίζει αποδείχθηκε ψέμμα. Το αντίθετο, σε μια εποχή πυρηνικής έρευνα και κυβερνητικής, για κάποιον λόγο αυτός έχει ανθίσει. Και έρχεται ο καιρός για εμάς, μας αρέσει είτε όχι να ξεπληρώσουμε όλα τα γραμμάτια αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας  και καλύτερα να το κάνουμε εμείς οι ίδιοι παρά να περιμένουμε να τιμωρηθούμε αυστηρά, να ριχθούμε σε ποτάμι η να αποκεφαλισθούμε. Πρέπει να αποδείξουμε ότι είμαστε μεγάλο έθνος όχι εξαιτίας της απεραντοσύνης των εδαφών μας η του αριθμού των ανθρώπων που είναι στην φροντίδα μας, αλλά εξαιτίας του μεγαλείου των πράξεων μας”. 

Η Ρωσσία θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένη με “το να εκχιονίζει αυτό που θα μας μείνει μετά από όταν όσες χώρες δεν θα θέλουν να μείνουν με έμάς, αποσκιρτήσουν”. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, ο Σολζενίτσυν προέβλεψε ότι “τα πράγματα θα γίνουν υπερβολικά επώδυνα” Παρόλα αυτά ήταν αναγκαίο για τους Ρώσσους “να κατανοήσουν τον βαθμό έντασης” που νοιώθουν οι Ουκρανοί.

Με τον συνήθως οξύνου τρόπο που αντιλαμβανόταν την ιστορία, ο Σολζενίτσυν θρήνησε για το γεγονός ότι αποδείχθηκε αδύνατο όλους αυτούς τους αιώνες να λυθούν οι διαφορές ανάμεσα στους Ρώσσους και τους Ουκρανούς, κάνοντας αναγκαίο για τους Ρώσσους “να κάνουν λογικές αποφάσεις”: “Πρέπει να τους παραδώσουμε την λήψη αποφάσεων: σε  φεντεραλιστές η αυτονομιστές, όποιος από αυτούς κερδίσει. Να μην τους την παραδώσουμε θα είναι τρελλό και απάνθρωπο. Όσο περισσότερο επιεικείς, υπομονετικοί και λογικοί είμαστε τώρα, τόσο περισσότερο ελπίδα έχουμε να αποκαταστήσουμε την ενότητα στο μέλλον. ”

Η μεγαλύτερη δυσκολία προήλθε από το εθνολογικό ανακάτεμα στην ίδια την Ουκρανία στην οποία σε διαφορετικές περιοχές της χώρας, υπήρχαν διαφορετικές αναλογίες πληθυσμών από αυτούς που θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ουκρανούς, από αυτούς που θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ρώσσους και αυτούς που δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους τίποτα από όλα αυτά. “Ίσως θα ήταν αναγκαίο να έχουμε δημοψήφισμα σε κάθε περιοχή και μετά να εξασφαλίσουμε προνομιακή και διακριτική μεταχείριση αυτών που θέλουν να φύγουν.” 

Για να συμβεί αυτό, η Ουκρανία θα πρέπει να επιδείξει την ίδια συγκράτηση και λογική προς περιοχές στις οποίες κυριαρχούσαν οι Ρώσοι, όπως η Ρωσία χρειάσθηκε να δείξει προς την Ουκρανία ως σύνολο. Αυτό ήταν ειδικά αναγκαίο λόγω της αυθαίρετης φύσης της περιοχής που σχεδιάσθηκε να ανήκει στην Ουκρανία: “Δεν είναι όλο το σύνολο της Ουκρανίας στα τωρινά επίσημα Σοβιετικά  σύνορα πραγματικά Ουκρανία. Μερικές περιοχές κλείνουν περισσότερο προς την Ρωσσία. Όσο αφορά την Κριμαία, η απόφαση του Χρουστώφ να την παραδώσει στην Ουκρανία είναι τελείως αυθαίρετη.” Ο τρόπος με τον οποίο οι εθνικά Ουκρανοί συμπεριφερόταν στους εθνικά Ρώσους μέσα σε αυτά τα κυρίως αυθαίρετα σύνορα θα έπρεπε “να λειτουργεί ως τέστ”: “ενώ απαιτούν δικαιοσύνη για τους εαυτούς τους, πόσο δίκαιοι θα είναι οι Ουκρανοί προς τους Ρώσσους των Καρπαθίων;”

Mikhail Metzel / TASS

Πολλά χρόνια αργότερα, τον Απρίλη του 1981, ο Σολζενίτσυν έστειλε ένα γράμμα στο Συνέδριο για τις Ρωσσο-Ουκρανικές σχέσεις στο Τορόντο στο οποίο έγραψε “ το Ρωσσο-Ουκρανικό πρόβλημα είναι ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα ζητήματα και είναι φυσικά κρίσιμης σημασίας για τους λαούς μας”. Το πρόβλημα παροξύνθηκε από “καυτό πάθος και τις τσουρουφλιστές θερμοκρασίες” που ακολούθησαν” και οι οποίες ήταν “ολέθριες”: “Έχω επανειλημμένως δηλώσει και επαναλαμβάνω εδώ και τώρα ότι κανένας δεν μπορεί να κρατηθεί με την βία, κανένας από τους ανταγωνιστές δεν θα πρέπει να προσφύγει σε καταναγκασμό προς την άλλη πλευρά ή προς την δικιά του πλευρά , τους λαούς στο σύνολο τους η οποιαδήποτε μικρή μειονότητα που εγκολπώνει (στα σύνορα της), επειδή η κάθε μειονότητα  περιέχει, με την σειρά τους, μια δικιά της μειονότητα.

Ακολουθώντας τις αρχές της επικουρικότητας (σμ: ότι οι πολιτικές αποφάσεις πρέπει να παίρνονται από την μικρότερη η την πιο απομακρυσμένη  από το συγκεντρωτικό κέντρο πολιτική μονάδα), η οποία ενέπνεε την πολιτική του σκέψη, ο Σολζενίτσυν επέμενε στα δικαιώματα των τοπικοτήτων να καθορίζουν τα  δικά τους πεπρωμένα, ελεύθερες από την εξαναγκαστική βία της ξένης και απομονωμένης κεντρικής κυβερνήσεως, είτε αυτή η κυβέρνηση είναι η Μόσχα είτε είναι το Κίεβο: “Σε όλες τις περιπτώσεις η τοπική άποψη πρέπει να αναγνωρίζεται και να εφαρμόζεται. Με αυτόν τον τρόπο όλα τα ζητήματα μπορούν να λύνονται μόνο από τον τοπικό πληθυσμό ….” Εν τω μεταξύ, η “μανιασμένη μισαλλοδοξία” η οποία εμπνέει τους εξτρεμιστές και στις δύο πλευρές του εθνικού διαχωρισμού θα ήταν μοιραία και για τα δύο κράτη και ωφέλιμη μόνο στους  εχθρούς τους”.

Το 1990, στο σημαντικό και πρωτοποριακό βιβλίο του “Ξανακτίζοντας την Ρωσία” (Rebuilding Russia), ο Σολζενίτσυν προφήτευσε τον κίνδυνο που είναι έμφυτος στην εθνική σύνθεση της Ουκρανίας:

Το να αποκόψεις την Ουκρανία σήμερα σημαίνει να κόψεις μια γραμμή μέσα από εκατομμύρια ανθρώπους και τις οικογένειες τους: μόνο σκεφθείτε πόσο ανάμικτος είναι ο πληθυσμός. Υπάρχουν ολόκληρες περιοχές με κυρίαρχο τον Ρώσικο πληθυσμό . Πόσοι άνθρωποι υπάρχουν που βρίσκουν δύσκολο να διαλέξουν σε ποια από τις δύο εθνικότητες ανήκουν, πόσοι άνθρωποι με ανάμικτη καταγωγή και πόσοι μικτοί γάμοι υπάρχουν (και επ’ ευκαιρίας, κανείς μέχρι τώρα τους έχει σκεφτεί ως μιγάδες). 

Παρόλο που ο Σολζενίτσυν φοβόταν τις συνέπειες μιας ανεξάρτητης Ουκρανίας, σεβόταν το δικαίωμα των Ουκρανών για αποσκίρτηση, ένα δικαίωμα που σωστά εξάσκησαν, καθώς η Σοβιετική Ένωση άρχισε να διαλύεται. Επαναλαμβάνοντας τις επικουριστικές του αρχές επέμενε για μια ακόμη φορά ότι “μόνο ο τοπικός πληθυσμός… μπορεί να αποφασίσει την τύχη της δικιάς του τοπικότητας, της δικιάς του περιοχής, ενώ κάθε νεομόρφωτη εθνική μειονότητας μέσα σε αυτήν τοπικότητα θα πρέπει να έχει την ίδια μεταχείρηση της μη βίας”.

Σήμερα, σχεδόν έξι χρόνια από τον θάνατο του, η τοποθέτηση του Σολζενίτσυν παραμένει η μόνη λογική και ασφαλής λύση στην Ουκρανική κρίση. Αυτές οι περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας, οι οποίες θέλουν να αποσκιρτήσουν από την δυτική πλευρά της χώρας, όπου είναι κυρίαρχος ο Ουκρανικός πληθυσμός πρέπει επίσης να τους επιτραπεί να το κάνουν.  Υπάρχουν ήδη δύο έθνη με την αίσθηση του de facto. Οπότε φαίνεται λογικό ότι αυτή η de facto πραγματικότητα θα πρέπει να τιμηθεί με στάτους de jure. Oποιαδήποτε άλλη λύση προταθεί είναι όχι μόνο άδικη, αλλά θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη αδικία με την μορφή του πολέμου, της τρομοκρατίας και του μίσους. Σε αυτήν την περίπτωση, όσο και σε κάθε τι άλλο, η φωνή του προφήτη θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν.

Ρώσσοι των Καρπαθίων η Ρουθένιοι

 

Πηγή: theimaginativeconservative.org

O Joseph Pearce (Tζόσεφ Πηρς) είναι ο συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων, τα οποία συμπεριλαμβάνουν τα εξής: The Quest for Shakespeare (Αναζητώντας τον Σαίξπηρ), Tolkien: Man and Myth (Τόλκιν: Ο άνθρωπος και ο μύθος) ,  The Unmasking of Oscar Wilde (Το ξεσκέπασμα του Όσκαρ Ουάιλντ) , C. S. Lewis and The Catholic Church (Ο Κ. Σ. Λιούις και η Καθολική Εκκλησία), Wisdom and Innocence: A Life of G.K. Chesterton (Σοφία και Αθωότητα : Μια βιογραφία του Γ.Κ. Τσέστερτον),  Solzhenitsyn: A Soul in Exile (Σολζενίτσυν: Μια ψυχή στην εξορία), Old Thunder: A Life of Hilaire Belloc (Παλιός κεραυνός: Μια βιογραφία του Ιλαίρ Μπέλοκ) και Small Is Still Beautiful: Economics as Families Mattered (Το μικρό είναι ακόμα όμορφο: Τα οικονομικά σαν να μετρούσαν οι οικογένειες)

Με τα ταμπούρλα πολέμου να ακούγονται στην

Μετά την εξαιρετικά θερμή υποδοχή της στο 24ο Tallinn Black Nights Film Festival στην Εσθονία και την πανελληνια πρεμιέρα της  στο 61ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης όπου απέσπασε το Βραβείο FIPRESCI, το Ειδικό Βραβείο Επιτροπής Νεότητας και το Πρώτο βραβείο ΕΡΤ, η γεμάτη αισιοδοξία και ανθρωποκεντρισμό ταινία της Σόνια Λίζα Κέντερμαν, ΡΑΦΤΗΣ, βρίσκεται μπροστά σε μια παγκόσμια διάκριση: είναι υποψήφια για το βραβείο καλύτερης ξένης ταινίας των Japan Academy Awards, όπως έκανε γνωστό η Ιαπωνική Ακαδημία Κινηματογράφου, στα αντίστοιχα Oscar της χώρας.

Ο ΡΑΦΤΗΣ επελέγη ανάμεσα από 208 ταινίες, μεταξύ άλλων το Nomadland, που κέρδισε στα περσινά Oscar,  το blockbuster No Time to Die  και το Dune. Η τελετή θα γίνει στις 11 Μαρτίου.

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ Α.Ε, εταιρία η οποία έχει πολλές φορές συνεργαστεί με επιτυχία σε μεγάλα κινηματoγραφικά projects που ξεπερνούν τα σύνορα της χώρας, δεν κρύβει την προσμονή της για τα Japan Academy Awards, αλλά και συνεχίζει να εργάζεται συστηματικά για τα επόμενα της βήματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Μια αργοπορημένη ενηλικίωση ενός εκκεντρικού και λίγο αλαφροΐσκιωτου Ράφτη που ζει απομονωμένος στο μικρόκοσμο του οικογενειακού ραφτάδικου. Στα πρόθυρα να τα χάσει όλα, παίρνει επιτέλους φόρα: με ένα χειροποίητο ραφτάδικο σε ρόδες, επανεφεύρει τη ζωή και την τέχνη του. Αλλάζει τις νύφες στα Καμίνια και ερωτεύεται για πρώτη φορά στα 50.

ΗΘΟΠΟΙΟΙ:

Δημήτρης Ήμελλος, Ταμίλλα Κουλίεβα, Θανάσης Παπαγεωργίου, Στάθης Σταμουλακάτος, Δάφνη Μιχοπούλου

Βάσω Ιατροπούλου, Ειρήνη Ιωάννου Παπανεοφύτου, Γιώργος Μπινιάρης, Κώστας Λάσκος, Στέφανος Μουαγκιέ, Σαμουήλ Ακίνολα, Ρομάνα Λόμπατς

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Σκηνοθεσία Σόνια Λίζα Κέντερμαν
Σενάριο Σόνια Λίζα Κέντερμαν, Tracy Sunderland
Διεύθυνση Φωτογραφίας Γιώργος Μιχελής
Μοντάζ Δημήτρης Πεπονής
Μουσική Νίκος Κυπουργός
Ήχος Ντίνος Κίττου
Ηχητικός Σχεδιασμός Περσεφόνη Μήλιου
Μιξάζ Philippe Charbonnel
Σκηνικά Πηνελόπη Βαλτή, Δάφνη Κούτρα
Κοστούμια Julie Lebrun
Μακιγιάζ Claudia Goetz
Casting Directors Σωτηρία Μαρίνη, Άκης Γουρζουλίδης, Σοφία Δημοπούλου, Φραγκίσκος Ξυδιανός
Παραγωγοί Ιωάννα Μπολομύτη, Tanja Georgieva, Melanie Andernach, Isabelle Truc
Executive Producers Πάνος Παπαχατζής, Φένια Κοσοβίτσα
Executive Producers Knut Losen, George Kolovos, Gerry Ranglas, Carol Vassiliadis, Paul & Alexia Anas, Angie Savvas, Mary Pappas, Faye Mellos & Phillip C Peter
Co – Producers Samuel Feller, Σόνια Λίζα Κέντερμαν
Μια Παραγωγή των Αργοναύτες Α.Ε., Elemag Pictures, Made in Germany, IOTA Production
Σε Συμπαραγωγή με ΕΡΤ, Magellan Films , Atalante Productions
Με την Υποστήριξη των Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ΕΚΟΜΕ Α.Ε. Mitteldeutsche Medienförderung, Film– Und Medienstiftung NRW, Centre du Cinéma et de l’Audiovisuel de la Fédération Wallonie-Bruxelles, Tax Shelter of the Belgian Federal Government, Eurimages, MEDIA Creative Europe
Παγκόσμια Εκμετάλλευση Pluto Film

ΕΠΙΣΗΜΟ ΤΕΙΛΕΡ

Μετά την εξαιρετικά θερμή υποδοχή της στο 24ο Tallinn

«Ράγισαν» καρδιές με την ερμηνεία η Μαρία Πρωτόπαππα στο επεισόδιο της Τρίτης στον «Σασμό».

Η σκηνή που η ηρωίδα Μαρίνα μπαίνει στο νεκροτομείο και μιλάει στον νεκρό γιο της έκανε τους τηλεθεατές να λυγίσουν. Μία σύγχρονη Εκάβη καθήλωσε το τηλεοπτικό κοινό και ράγισε καρδιές.

Το twitter αποθέωσε τόσο τη Μαρία Πρωτόπαππα όσοι και τους υπόλοιπους ηθοποιούς για τις συγκλονιστικές τους ερμηνείες.

Δείτε κάποια από τα tweets:

«Ράγισαν» καρδιές με την ερμηνεία η Μαρία Πρωτόπαππα στο