ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
29 September, 2022
ΚεντρικήΜΟΥΣΙΚΗΣτα φτερά του Αρχαγγέλλου: Η άγνωστη εκκλησιαστική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Μέρος Γ! 

Στα φτερά του Αρχαγγέλλου: Η άγνωστη εκκλησιαστική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Μέρος Γ! 

Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Η εκκλησιαστική μουσική τον συνοδεύει και στην Μεταπολίτευση και στα 1982 γράφει την Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Το πρόβλημα για τη σύνθεση μιας ολοκληρωμένης Λειτουργίας τον απασχολούσε από παλιά. Ο ίδιος έλεγε όμως ότι του έλειπε η ωριμότητα, «μιας και πάντα πίστευα», σημειώνει, «ότι ένα τέτοιο έργο, προορισμένο να ψάλλεται τις Κυριακές στις εκκλησίες, θα έπρεπε να είναι εξαιρετικά απλό αλλά και μεστό, «λαϊκό» αλλά μαζί και κατανυκτικό. Να μπορεί να τραγουδιέται από ανθρώπους που να μην έχουν ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις. Γι’ αυτό άλλωστε και επέλεξα την τριφωνία. Μια τριφωνία όσο γίνεται περισσότερο απλή, προορισμένη πιότερο για τους ερασιτέχνες παρά για τους επαγγελματίες. Φυσικά, το κύριο πρόβλημα ήταν να δημιουργήσω έναν μελωδικό κόσμο και σ’ έναν βαθμό αρμονικό, που να προσφέρει κάτι καινούριο στη μουσική της εκκλησίας, χωρίς ταυτόχρονα να ξεφεύγει από τα πλαίσια της παράδοσης. Γι’ αυτό το τελευταίο, η κρίση -αν τελικά το πέτυχα- ανήκει όπως πάντα στον λαό και στον χρόνο.

Δεν μπορώ να πω ότι δεν με απασχολούσε παράλληλα και το πρόβλημα της συνεργασίας μου με την ελληνική Εκκλησία, δεδομένου ότι οπαδός της ελληνικής Αριστερός εδώ και σαράντα χρόνια, ήταν εύκολο και κατανοητό να κατηγορηθώ για βασική αντίφαση στο επίπεδο της ιδεολογίας. Κι όλα αυτά πριν δημιουργηθεί αυτό το «νεοορθόδοξο» κίνημα, λίγους μήνες μετά την πρώτη παρουσίαση της Λειτουργίας μου στη Μητρόπολη της Τρίπολης (Μάρτης 1983) -συμπτωματικά ασφαλώς-, πράγμα που μπερδεύει οπωσδήποτε την ήδη περιπεπλεγμένη κατάσταση…

Αυτή η δυαδικότητα, θα έλεγα, ανάμεσα σε ένα παραδοσιακό θρησκευτικό συναίσθημα που περνά μέσα από τη σημερινή ζωντανή εκκλησιαστική λειτουργικότητα και τη συμπαντική θεώρηση της ζωής και των ανθρωπίνων σχέσεων συμβολίζεται με την ταυτόχρονη σχεδόν σύνθεση και παρουσίαση των δύο Λειτουργιών».

Η πρώτη είναι του ιερού Χρυσοστόμου, η δεύτερη είναι η Λειτουργία για τα παιδιά, σε κείμενα του Τάσου Λειβαδίτη, που παίχτηκε σε πρώτη εκτέλεση στις 2 Μάϊου 1983 στην Στοκχόλμη και στις 7 Μάϊου 1983 από τη Χορωδία Κρόιτς Κορ στο Φεστιβάλ της Δρέσδης. 

Λέει ο συνθέτης: «Στα 1977, στον Μουσικό Αύγουστο που οργάνωσα στον Λυκαβηττό, παρουσίασα τα “Λυρικά”, που αργότερα κυκλοφόρησαν κα σε δίσκο. Όμως η μορφή αυτή δεν με ικανοποιούσε πλήρως. Πίσω από τους στίχους του Λειβαδίτη αισθανόμουν έντονα την παρουσία αυτού του συμπαντικού θρησκευτικού συναισθήματος που έχει ανάγκη από μία Εκκλησία στις διαστάσεις της υφηλίου για να χωρέσει και να εκφραστεί. Σε αυτή την Εκκλησία, ο Άγιος είναι ο καθένας και όλοι, είναι δηλαδή ο απλός άνθρωπος. Ο Θεός είναι ο άνθρωπος. Είναι ο Υιός του Ανθρώπου. Είναι κυρίως τα σκοτωμένα παιδιά, η Άννα Φρανκ, ο Ιμπραήμ, ο Εμιλιάνο. ο Τσε Γκουεβάρα. Είναι η Αγία Μάνα και ο Άγιος Παρτιζάνος…

Το βασικό θρησκευτικό αίσθημα είναι η πανδημιουργός Αγάπη, όπου γύρω της συμβολικά -στο τέλος του έργου- πέντε παιδιά από τις πέντε ηπείρους πιασμένα χέρι χέρι σκύβουν και φιλούν το χορτάρι». 

Τι είπε ο Μίκης; Ο Υιός του Ανθρώπου είναι κυρίως τα σκοτωμένα παιδιά…

Έτσι φτάνουμε στην Νεκρώσιμη Ακολουθία.

Είναι, νομίζω, ο μοναδικός έλληνας συνθέτης που ασχολήθηκε με το Ρέκβιεμ της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ήτοι με την Νεκρώσιμη Ακολουθία, η οποία περιλαμβάνει και τα περίφημα ιδιόμελα τροπάρια του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

Το Requiem (1984), το οποίο είναι αφιερωμένο στους νεκρούς της σφαγής των Καλαβρύτων (13 Δεκεμβρίου 1943).

Το έργο, που φέρει παρενθετικά τον τίτλο “Ακολουθία εις κεκοιμημένους για σολίστ, μικτή χορωδία, παιδική χορωδία και ορχήστρα”, αποτελεί έναν μουσικό «φόρο τιμής στη μνήμη των εθνομαρτύρων της νεώτερης ιστορίας μας», όπως αναφέρει ο συνθέτης σε επεξηγηματικό σημείωμά του για την ανατύπωση της παρτιτούρας του Requiem από τις Εκδόσεις Ρωμανός, το 1987. 

Και συμπληρώνει:

«Το δέος του “απαίδευτου” Έλληνα που με διακατείχε όταν για πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα, έφηβος ων, συγχορδίες μέσα στην εκκλησία, είχε σβήσει ύστερα από 40 και πλέον έτη μουσικού βίου. Το αποτέλεσμα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εκπλήρωση ενός εφηβικού πόθου, μιας νεανικής φιλοδοξίας, που είχε σαν μέγιστα πρότυπα τον Πολυκράτη και τον Σακελλαρίδη. Η βασική διαφορά του Requiem από τα προηγούμενα εκκλησιαστικά έργα μου έγκειται τόσο στην ίδια την υφή του “μέλους”, όσο και στην εναρμόνισή του. Από ’κεί και πέρα μεγάλη σημασία έχει η χρήση των φωνών της χορωδίας, καθώς και η σχέση ανάμεσα στα τρία βασικά μουσικά υλικά, δηλαδή τους σολίστ, τη μικτή και την παιδική χορωδία».

Όσο για το κείμενο της “Ακολουθίας εις κεκοιμημένους”, το οποίο ανήκει εν πολλοίς στον συριακής καταγωγής βυζαντινό μελουργό και Άγιο Ιωάννη μοναχό τον Δαμασκηνό, ο Μίκης Θεοδωράκης επισημαίνει ότι είναι «ένα από τα υψηλότερα ανθρώπινα, πνευματικά, φιλοσοφικά και ποιητικά επιτεύγματα του ελληνικού λυρικού λόγου. Μας βοηθά να ανακαλύψουμε τις ορθές και πραγματικές μας διαστάσεις μέσα στην παγκόσμια τάξη των πραγμάτων. Μας καλεί σε μια μεθυστική κατάδυση στο βάθος του εαυτού μας για να ανακαλύψουμε το “φως που καίει”, την ουσία και την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης μας. Να ενωθούμε με το μυστήριο του θανάτου, σαν τη μόνη εγγύηση και οδό, ότι έτσι ανακαλύπτουμε την ουσία της ζωής».

Το έργο ακολουθεί πιστά τη δομή της εκκλησιαστικής ακολουθίας. Ο Γερμανός μουσικολόγος Andreas Brandes, λέει για το έργο:

Η «Ακολουθία» όπως και το Requiem, είναι η φιλοσοφική ενατένιση του ανθρώπου μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου. Ο δε προορισμός του έργου είναι ο τελευταίος μουσικός- ποιητικός χαιρετισμός του νεκρού τη στιγμή που ξεκινά για το αιώνιό του ταξίδι.

Όπως είναι γνωστό, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν επιτρέπει τη χρήση μουσικών οργάνων. Επομένως, όσα έργα προορίζονται για την Εκκλησία είναι υποχρεωτικώς φωνητικά. Το Requiem του ο Θεοδωράκης το προορίζει για το τελετουργικό του αποχαιρετισμού των νεκρών, όπως γίνεται σήμερα στις ορθόδοξες εκκλησίες.

Όμως όταν εκτελέστηκε σε εκκλησίες, αυτό έγινε με τη μορφή της συναυλίας, γιατί εκτός του ότι η Ελληνική Εκκλησία είναι πολύ δύσκολη σε κάθε εκσυγχρονισμό, στο έργο του Θεοδωράκη τα μέρη που πρέπει να ψάλλονται από τους ιερείς είναι πολύ δύσκολα, ώστε να χρειάζονται ειδικές γνώσεις και προετοιμασία. Ίσως κάποια μέρα να γίνει κι αυτό, όπως έχει γίνει με τη ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Νο 1 και την ΚΑΣΣΙΑΝΗ που ψάλλονται συχνά στις ελληνικές εκκλησίες.

Στο Requiem του ο Θεοδωράκης χρησιμοποιεί δύο χορωδίες, μια παιδική και μια μικτή και τρεις σολίστ, σοπράνο, άλτο και μπάσο. Βασικό στοιχείο του έργου είναι το μέλος. Η σύνθεση της μελωδικής γραμμής ακολουθεί το ποιητικό κείμενο νόημα με νόημα, φράση με φράση, λέξη με λέξη. Επάνω σ΄αυτό το βασικό υλικό που μπορεί να θεωρηθεί – όπως τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια του Θεοδωράκη- σαν απ΄ευθείας συνέχεια της βυζαντινής μουσικής παράδοσης, ο συνθέτης χτίζει το αρμονικό και αντιστικτικό του μέρος, με βασικά στοιχεία επίσης βυζαντινά, όπως είναι ο ισοκράτης (pedal) και αρμονίες που βγαίνουν μέσα απ΄το ίδιο το μελωδικό υλικό. 

Έτσι το Requiem μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα σύγχρονο βυζαντινό έργο. Από την άποψη της μουσικής αποτύπωσης της πεμπτουσίας της βυζαντινής παράδοσης «περασμένης» μέσα από το δημιουργικό φίλτρο της έμπνευσης ενός σύγχρονου συνθέτη». 

Η ιστορική, πλέον, πρώτη παγκόσμια παρουσίαση του έργου έγινε τον Απρίλιο του 1985 στο Θέατρο του Κολλεγίου Αθηνών. Συμμετείχαν:

– Το φωνητικό σύνολο «Οι Τραγουδιστές»

– Η Παιδική χορωδία του Δημοτικού Ωδείου Λάρισας (Διδασκαλία: Δημήτρης Καρβούνης)

– Σολίστ: Misa Ikeuchi (Υψίφωνος) Κική Μορφωνιού (Μεσόφωνος), Φραγκίσκος Βουτσίνος (Βαθύφωνος). 

– Διηύθυνε ο Αντώνης Κοντογεωργίου.

Το έργο παρουσιάστηκε και ενορχηστρωμένο από τον Νίκο Πλατύραχο, στις 28 Νοεμβρίου 1993 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (για την επέτειο των 50 χρόνων από το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων).

Η Ακολουθία εις Κεκοιμημένους (Requiem) παρουσιάστηκε σε συναυλιακή μορφή στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών (30.3.2007) αδεία και παρουσία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. 

Αυτό το έργο, μάλιστα, έχει και …ρωσική προέκταση, καθώς παρουσιάστηκε και ηχογραφήθηκε το Μάρτιο του 1997 με ρώσους σολίστ και την Συμφωνική Ορχήστρα και χορωδία της Αγίας Πετρούπολης υπό τη διεύθυνση του συνθέτη στην Αγία Πετρούπολη. Η πρώτη ηχογράφηση του έργου κυκλοφορήθηκε το 1984 με έλληνες σολίστ. 

Εδώ να μνημονεύσουμε και τον διπλό ψηφιακό δίσκο με ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ του συνθέτη: 

Στο πρώτο CD: Τροπάριον Κασσιανής, Δυο Χερουβικά, Σε Υμνούμεν – Σύνθεση 1942-43 στη Τρίπολη
Τετράφωνη μικτή χορωδία και ορχήστρα
Ενορχήστρωση, Διδασκαλία & Διεύθυνση: Σωκράτης Βερνάρδος
Πρώτη έκδοση 1978, σε δίσκο 33 στροφών από τη Minos. 

Στο δεύτερο CD : ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ (MISSA GRECA) – Σύνθεση 1982-83 στην Αθήνα

Απόδοση κειμένων διακόνου και ιερέως: Μανώλης Μητσιάς
Ανάγνωση: Κώστας Καζάκος
Μικτή χορωδία υπό την διεύθυνση του Αντώνη Κοντογεωργίου
Πρώτη έκδοση 1984, σε δίσκο 33 στροφών από τη Minos. 

Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί στη νιότη του στίχους δικούς του ή φίλων του, συνθέτοντας εκκλησιαστικά έργα. Εξαίρεση το τροπάριο της Κασσιανής. Στην ωριμότητά του μελοποιεί αυτούσια κείμενα της Εκκλησίας και μάλιστα τα πιο εμβληματικά: Την Θεία Λειτουργία και την Ακολουθία εις Κεκοιμημένους. 

Η εκκλησιαστικότητα του Μίκη Θεοδωράκη, είτε ως λόγος είτε ως μουσική, είναι διάχυτη στο έργο του. Την ανακαλύπτεις κι εκεί που δεν το περιμένεις. Σας θυμίζω, π.χ., το έργο του «Χαιρετισμοί». 

Το έργο του – ποταμός «Κατάσταση Πολιορκίας» παρουσιάστηκε το 1973 μέσα σε προτεσταντική εκκλησία στην Σουηδία, ως Λειτουργία, με ιερέα σολίστ και χορωδία. Σας δείχνω ενδεικτικά δύο φωτογραφίες από εκείνη την ιδιαίτερη παρουσίαση.

Έτσι, καταλαβαίνετε ότι ο δρόμος για να αποτυπώσουμε όπως πρέπει την εκκλησιαστικότητα είναι μακρύς ακόμα. 

Γιατί ο Μίκης ίσταται ενώπιον μας πάντοτε προς ανακάλυψιν. Είναι ο ίδιος μια αέναη Λειτουργία. Αυτός ο Μίκης – σαν τον κόσμο μας: ο μικρός ο Μέγας! 

Το παρόν κείμενο υπήρξε η ομιλία του Άρχοντα Δικαιοφύλακα, μουσικού και θεολόγου Παναγιώτη Ανδριόπουλου που δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 22 Φεβρουαρίου 2022. 

Μοιραστείτε