ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
29 September, 2022
ΚεντρικήΜΟΥΣΙΚΗΣτα φτερά του Αρχαγγέλου: Η άγνωστη εκκλησιαστική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Μέρος Α! 

Στα φτερά του Αρχαγγέλου: Η άγνωστη εκκλησιαστική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Μέρος Α! 

Κλείνει σήμερα ένας χρόνος από τον θάνατο του διεθνούς συνθέτη μας Μίκη θεοδωράκη. Και ενώ πολλοί θα θυμηθούν τα γνωστά του έργα από τον “Ζορμπά” μέχρι το ”Κάντο Χενεράλ”, εμείς προτιμούμε να αναφερθούμε σε μια άγνωστη πτυχή του έργου του, αυτή των εκκλησιαστικών του συνθέσεων έργων που έγραψε από τα 17 του χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του. Όπως γράφει και ο συνεργάτης του “Αβαλον των τεχνών” το εκκλησιαστικό του έργο αποτελείται από εκατοντάδες σελίδες και περιμένει να το ανακαλύψουμε (ΑτΤ).  

 Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Πριν 61 χρόνια, τον Μάρτιο του 1961», ο Σύλλογος Φοιτητών Νομικής «Η Θέμις» είχε την πρωτοβουλία μιας βραδιάς με τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και σχετική συζήτηση. Κάτι σαν την δική μας σύναξη απόψε, αλλά χωρίς την φυσική παρουσία του συνθέτη μας. 

Στον Μίκη Θεοδωράκη ετέθη το ερώτημα: «Μερικοί επικριτές σας … διάλεξαν … 2-3 χασικλίδικα τραγούδια και κακοχαρακτήρισαν όλη την λαϊκή μουσική, μαζί και την δική σας. Τι έχετε να πείτε; Μπορείτε με απλά λόγια να μας δώσετε τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μουσικολογικά το καλό τραγούδι;»

Η απάντηση του Μίκη Θεοδωράκη, όπως την κατέγραψε τότε η «Πανσπουδαστική» ήταν η ακόλουθη: «Οπωσδήποτε απορρίπτω κι’ εγώ τα χασικλίδικα τραγούδια αν και κάποτε έχουν αριστουργηματική μελωδία. Αλλά εκτός αυτών υπάρχουν άλλα – τόσα πολλά – καλά λαϊκά τραγούδια που  εξυμνούνε αισθήματα όπως ο έρωτας, η αγάπη στη μάνα, η νοσταλγία του ξενητεμένου, κ.ά. Και δεν βρίσκω για ποιο λόγο όταν μιλώ για λαϊκή μουσική οι κύριοι αυτοί σκέπτονται αμέσως το «Μού’ παν πως είσαι μάγκας είσαι και χασικλής» και δεν σκέπτονται το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» ή το «Συννέφιασε, συννέφιασε». 

Όσο για την μελωδία τους νομίζω ότι κατάγονται κατ’ ευθείαν από τα βυζαντινά μέλη.  Π.χ.το «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» του Μάρκου Βαμβακάρη ή η «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη θυμίζουν πάρα πολύ το «Τη Υπερμάχω» και το «Άλαλα τα χείλη των ασεβών». Το καλό λαϊκό τραγούδι χαρακτηρίζεται από την απλή γραμμή της μελωδίας χωρίς φιοριτούρες και τον λαϊκό ρυθμό». 

Και συνεχίζει: «Το δημοτικό τραγούδι είναι κυρίως τραγούδι του χωριού. Έτσι μέσα του έχει φύση, λυρισμό, επανάσταση, κλάμα, γέλιο. Το λαϊκό τραγούδι είναι γέννημα της πόλης. Ο συνθέτης του έχει υποστή την επιρροή της πρώτης μουσικής τροφής όλων μας: της εκκλησιαστικής. Εξ ου η σύνδεση με το Βυζάντιο. Το λαϊκό τραγούδι σαν γέννημα της πόλης έχει συνήθως διάφορο περιεχόμενο: δουλειά, ταβέρνα, μεροκάματo, φυλακή, μετανάστευση, απαισιοδοξία. Και είναι πολλές φορές το λαϊκό τραγούδι μοιρολόι, γιατί έτσι επιβάλλουν οι συνθήκες που το γέννησαν. Μη το κατηγορούν λοιπόν γι’ αυτό ως αντιπροοδευτικό. Σας υπενθυμίζω ότι οι επαναστάσεις και τα άλματα δεν γίνηκαν ποτέ με εμβατήρια αλλά με μοιρολόγια».

Ο Θεοδωράκης ήταν ξεκάθαρος: πρώτη μουσική τροφή όλων μας η εκκλησιαστική. Κι αν η βυζαντινή μουσική είναι  – από τη φύση της – δύσκολη για τους σημερινούς καιρούς στους πολλούς, ο επαναστάτης συνθέτης μας αποφαίνεται πως «οι επαναστάσεις και τα άλματα δεν γίνηκαν ποτέ με εμβατήρια αλλά με μοιρολόγια».

Ας πάμε να ξετυλίξουμε την του Μιχαήλ Θεοδωράκη παραμυθία. 

Γεννήθηκε, ως γνωστόν, στη Χίο το 1925, αλλά έζησε τα παιδικά του χρόνια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, ακολουθώντας τον πατέρα του, ανώτατο κρατικό υπάλληλο. 

Βαφτίστηκε Μιχαήλ, αλλά έγινε Μίκης και μάλιστα στην Κεφαλλονιά. Ο ίδιος έχει πει: 

“Α, το Μίκης μου το κόλλησε ο θείος μου μόλις γύρισε από την Αίγυπτο. Έβρισκε το Μιχάλης πολύ μπανάλ για την εποχή! Και Μίκη, Μίκη, μου έμεινε. Μόνο όταν μετακομίσαμε στην Κεφαλονιά οι ντόπιοι με φωνάζανε “Μικιό”. Είπα κι εγώ καλύτερα Μίκης παρά Μικιός“. 

Παρ’ όλα αυτά ο Αρχάγγελος Μιχαήλ φαίνεται πως τον ακολουθούσε μ’ ένα τρόπο, γι’ αυτό και ο ίδιος, τιτλοφόρησε την αυτοβιογραφία του «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου». Τι είναι αυτό άραγε που έφερε τον αρχάγγελο Μιχαήλ στον τίτλο της αυτοβιογραφίας του συνονόματού του Μιχαήλ Θεοδωράκη; 

Ο ίδιος ο Θεοδωράκης, που σκεφτόταν και άλλους τίτλους, μας λέει: 

‘‘[…] το μυστηριακό και ακαθόριστο: Οι δρόμοι του Αρχάγγελου νομίζω ότι ταιριάζει πιο πολύ. Μήπως, στο κάτω κάτω, είμαστε εμείς που διαλέγουμε τα μονοπάτια της ζωής; Όλο και κάποιος Αρχάγγελος μάς οδηγεί με τις αόρατες φτερούγες του.’’ 

Στους «Δρόμους του Αρχάγγελου» μας λέει, επίσης, ο Μίκης για τα καλοκαίρια στη Χίο και για τον Αρχάγγελό του που …ανακάλυψε εκεί: 

…Μια φορά που αρρώστησα, έμαθα την ιστορία της «θαυματουργού» εικόνας με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Την είχαν βρει, λένε, στα χρόνια της τούρκικης σκλαβιάς στο λιμάνι της Χίου. Θάμα! Ο Θεός τη φύλαξε, κι αυτός που την έσωσε πήρε την ευλογία του. Μες στον πυρετό μου, μ’ έβαζαν να φιλώ την εικόνα, που την είχαν συνέχεια κάτω απ’ το προσκεφάλι μου. Έκτοτε, σε κάθε αρρώστια, δεν μ’ έσωζε ούτε ο γιατρός ούτε τα φάρμακα, αλλά ο Αρχάγγελος Μιχαήλ με τα χρυσά φτερά του και το βλέμμα το μελαγχολικό. Η θεία Μαριγάκι θα ‘μενε μαζί μας, ως τα βαθιά της γεράματα, μαζί με τη γιαγιά Σταματία, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και τα άλλα εικονίσματα, επίσης θαυματουργά. Όμως εμένα με είχε αναλάβει αποκλειστικά ο συνονόματός μου. Έως και σήμερα ακόμα, που σας εξιστορώ, τον έχω στο τζάκι του σπιτιού μου». 

Νομίζω όλοι μας έχουμε σκεφτεί πώς όταν διηύθυνε ο Μίκης, με το πάθος που τον διακρίνει, τα μεγάλα χέρια του σαν φτερούγες αρχαγγέλου φάνταζαν μπροστά μας. 

Πάντως ο Μίκης φρόντισε να κάμει και τραγούδι την διαδρομή του, τους «Δρόμους του Αρχάγγελου», ξεκινώντας, στους στίχους – που υπογράφει ο Μιχάλης Γκανάς – από τα «χρυσά φτερά» και το «βυζαντινό βλέμμα» του Αρχαγγέλου. Είναι από τον δίσκο «Ασίκικο Πουλάκι» του 1996, με ερμηνευτή τον Βασίλη Λέκκα.  

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ φαίνεται πως καθορίζει, τελικά, την σχέση του Θεοδωράκη με τον Θεό και την εκκλησιαστική μουσική. 

Το σημείωμα του Μίκη Θεοδωράκη για το έργο θεία Λειτουργία αποτελεί το μανιφέστο του, θα λέγαμε, για την εκκλησιαστική μουσική. Γράφει: 

“Μέσα στο μουσικό σύμπαν του νεοέλληνα, σίγουρα η εκκλησιαστική μουσική κατέχει την πρώτη θέση κι ας μην το συνειδητοποιεί καλά καλά κι ο ίδιος. Δεν έχει γι’ αυτό παρά ν’ αθροίσει τις ώρες που πέρασε μέσα στην εκκλησία για τον α ή β λόγο. Κι αν είναι κι αν δεν είναι αυτό που λέμε «θρήσκος». Βαφτίσια, γόμοι, κηδείες. Μεγάλη Εβδομάδα, κυριακάτικα πρωινά, γιορτές και δοξολογίες. Έτσι, το υφάδι της μουσικής του μνήμης είναι φτιαγμένο σ’ έναν μεγάλο βαθμό από τους ήχους της εκκλησίας: ύμνους, ψαλμούς, ευχολόγια. Άλλοτε βυζαντινούς, άλλοτε μεταβυζαντινούς -αυτό που λέμε σύγχρονη εκκλησιαστική μουσική.

Ο νεοέλληνας συνθέτης, θέλει δεν θέλει, δέχεται κι αυτός τις μουσικές αυτές επιδράσεις. Ο λαϊκός, αυθόρμητα, τις έχει κιόλας περάσει στα τραγούδια του. Ο λόγιος, όπως είπαμε, αυτός που περνά από τα ωδεία, διδάσκεται να ξεχάσει τις εθνικές μουσικές του μνήμες, και ιδιαίτερα τη βυζαντινή μουσική παράδοση! Αν είναι δυνατόν να υπάρχουν ωδεία όπου αγνοείται 100% τόσο η βυζαντινή όσο και η δημοτική μουσική μας παράδοση!

Προσωπικά είχα την τύχη να ζυμωθώ από μικρός με τη μουσική της εκκλησίας. Μαθητής του δημοτικού, στο Αργοστόλι, συμμετείχα στην εκκλησιαστική χορωδία που σχημάτιζε κάθε χρόνο ο μητροπολίτης για τα τροπάρια [εννοεί τα περίφημα Εγκώμια] της Μεγάλης Παρασκευής. Τώρα που τα έβαλα ατόφια μέσα στην Τρίτη Συμφωνία, μπορώ να πω ότι νιώθω σαν να εκπλήρωσα το πιο βαρύ μου χρέος απέναντι σε εκείνο που θεωρώ νερομάνα της μουσικής μας -και όχι μόνο μουσικής- μνήμης: τη βυζαντινή παράδοση». 

Αυτό το παιδικό βίωμα των “Εγκωμίων” το ενσωματώνει ο Μίκης στο 3ο μέρος της 3ης Συμφωνίας, η οποία, ως γνωστόν, περιλαμβάνει κείμενα του Διονυσίου Σολωμού και στίχους από την «Πόλι» του Καβάφη. Διαλέγεται το παραδοσιακό μέλος του «Αι γενεαί αι πάσαι..», με την Θεοδωρακική μελωδία της «Πόλης», στην ίδια τονικότητα, ενώ δεσπόζουν και το «Η ζωή εν τάφω…» και το «Άξιον εστί…». Κι όλοι αυτοί οι βυζαντινοί ύμνοι για τον Πέτρο της ΕΠΟΝ! Τον Δημήτρη Δεσποτίδη, τον συναγωνιστή του Μίκη, ο οποίος έκλαιγε σαν άκουσε μουσική του συντρόφου του για πρώτη φορά στη Νέα Σμύρνη το 1943. «Η επανάσταση για τον Πέτρο», λέει ο Θεοδωράκης, «ήταν ένα πανηγύρι δημιουργίας, επικοινωνίας, αγάπης. Ένας πελώριος χορός του ωραίου και του αληθινού, πάνω στη βαρβαρότητα, στη βία και στην ασχήμια». 

Επιτρέψτε μου εδώ να πω, πως εδώ στο Μέγαρο Μουσικής, σαν ήμουν νέος, την Μεγάλη Τετάρτη 3 Απριλίου 1991, άκουσα αυτό το περίφημο 3ο μέρος της 3ης του Θεοδωράκη, από την Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος ήταν κι αυτός για ένα διάστημα μέλος της ΕΠΟΝ και θαρρώ πως αυτή η μουσική του Θεοδωράκη τον ταύτιζε με τον όποιο Πέτρο της ΕΠΟΝ που αγωνίζεται διαχρονικά ενάντια στη βία, τη βαρβαρότητα και την ασχήμια. 

Ήταν η 5η Συναυλία της Ορχήστρας των Χρωμάτων, η οποία περιλάμβανε στο πρώτο μέρος την 1η Συμφωνία του Μπετόβεν, ο οποίος ήταν ο συνθέτης – πρότυπο για τον Μίκη Θεοδωράκη, και στο β’ μέρος το Stabat Mater του ουκρανοπολωνού Karol Szymanowski και τέλος το τρίτο μέρος της 3ης του Θεοδωράκη, με σολίστ την Μυρσίνη Κατσιναβάκη και χορωδία σε διδασκαλία της θρυλικής Έλλης Νικολαϊδου. 

Αλλά με τα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ ο Θεοδωράκης έκανε και μία μεγάλη περιοδεία σε Αμερική και Καναδά τον Μάιο του 1993, παίζοντας την Τρίτη Συμφωνία, το «Άξιον Εστί», τον κύκλο «Έρως και Θάνατος». Εδώ μία φωτογραφία του συνθέτη με την Μαρκέλλα Χατζιάνο στο Μόντρεαλ του Καναδά. 

Επανέρχομαι στο σημείωμα – οδηγό του συνθέτη για τη σχέση του με την εκκλησιαστική μουσική. 

«Μετά το Αργοστόλι, στην Πάτρα και στον Πύργο, συμμετείχα πάντα σε εκκλησιαστική χορωδία, για να καταλήξω στην Τρίπολη (1940-43) να διευθύνω πια ο ίδιος τη χορωδία της Αγίας Βαρβάρας. Τότε έγραψα και τα πρώτα μου εκκλησιαστικά δοκίμια: “Σε υμνούμεν”, “Χερουβικά”, “Δοξολογία”, με κορύφωμα στα 1942 να συνθέσω την “Κασσιανή”, που και σήμερα την τοποθετώ ανάμεσα στα κορυφαία μου έργα». 

Ας δούμε, λοιπόν, την «Κασσιανή». 

Ο Μίκης Θεοδωράκης συνέθεσε το τροπάριο της Κασσιανής για τετράφωνη ανδρική χορωδία a capella αρχικά το 1942. Αργότερα, το 1984, συνέθεσε την εκδοχή για µικτή χορωδία επίσης χωρίς συνοδεία. Υπάρχει, όμως, και η συμφωνική εκδοχή του έργου, που έχει παρουσιαστεί επανειλημμένως σε συναυλίες. 

Ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης ομολογεί πως τα πρώιμα χορωδιακά έργα του προέκυψαν επειδή «υπήρχε μια ζωντανή δική μας παράδοση, τόσο σε εκκλησιαστικά όσο και χορωδιακά έργα. Ο Πολυκράτης [σπουδαίος συνθέτης πολυφωνικής εκκλησιαστικής μουσικής] ήταν ένα υπόδειγμα για τους ύμνους της Λειτουργίας, Χερουβικό, Σε υμνούμεν, κ.λ.π. -κι εγώ τον είχα άλλωστε σαν πρότυπο. Έτσι θεωρώ την «Κασσιανή» μου σαν κάτι, θα έλεγα, το ανεξήγητο, όταν σκέφτομαι τα λίγα τεχνικά μέσα και τα ελάχιστα ακούσματα εκείνου του καιρού. Είναι εξάλλου το μόνο έργο εκείνης της εποχής που το θεωρώ άξιο να σταθεί πλάι στις μεταγενέστερες δημιουργίες μου.» 

Η «Κασσιανή» του Μ. Θεοδωράκη γράφτηκε και παρουσιάστηκε στην Τρίπολη, όταν ο συνθέτης ήταν μόλις 17 ετών! Η μελοποίηση του ύμνου είναι σαφώς επηρεασμένη από την πολυφωνία της εποχής και δεν έχει σχέση με την βυζαντινή μελωδία του τροπαρίου, παρ΄ ότι διαθέτει και κάποια τροπικά στοιχεία. 

Ο ίδιος ο συνθέτης στην Αυτοβιογραφία του (Οι Δρόμοι του Αρχάγγελου), διηγείται ένα πολύ …χαριτωμένο περιστατικό, που είχε να κάνει με την απόδοση του τροπαρίου της Κασσιανής εκείνη την Μεγάλη Τρίτη, πριν 80 χρόνια!

«… Στα 1942, τη Μεγάλη Τρίτη, η Τριπολιτσά είχε αναστατωθεί από τη μάχη των τριών Κασσιανών, όπως την ονόμασαν. Το τύπωμα και το μοίρασμα διαφημιστικών προκηρύξεων, που προκάλεσε την παρέμβαση των αρχών κατοχής και ο αφορισμός από το δεσπότη του Γιάννη Κούρου με την απαγόρευση να δοθεί η «Κασσιανή» του στη μητρόπολη, προσέδωσε εκρηκτικό χαρακτήρα στην ατμόσφαιρα. 

Εκτός από τον Κούρο, ο καθηγητής μου κ. Παπασταθόπουλος είχε γράψει τη δική του «Κασσιανή», που θα την ερμήνευε ο ΜΟΤ (Μουσικός Όμιλος Τριπόλεως) στον Προφήτη Ηλία, κι εγώ τη δική μου, που θα τη δίναμε στην Αγία Βαρβάρα. Ο Κούρος βρήκε τελικά κάποιο ξωκλήσι. Το έργο του ήταν στηριγμένο στην Αρκαδική Μουσική, δηλαδή μια απλούστευση της βυζαντινής, δικής του επινοήσεως. Ο ίδιος ήταν καθηγητής ιχνογραφίας στο γυμνάσιο, δεξιός ψάλτης στον Αι-Βασίλη, τη μητρόπολη, και κυρίως μέγας τραγουδιστής, με ειδικότητα τα επιτραπέζια «κολοκοτρωναίικα», όπως είναι γνωστά. Πολύ ψηλός, ξερακιανός, θυμόσοφος, καλαμπουρτζής και γερό ποτήρι, αποτελούσε ένα ζωντανό θρύλο. 

Στην «Κασσιανή» του, στη φράση «ως εν τω Παραδείσω», είχε βάλει φωνές που έκαναν «τσίου-τσίου», δηλαδή τα πουλιά του Παραδείσου, πράγμα που έδινε χειροπιαστά την εικόνα… και ίσως γι’ αυτήν την τόλμη ο δεσπότης τον αφόρισε. Δεδομένου ότι η βυζαντινή τέχνη θα πρέπει να παραμένει απογυμνωμένη από ειδωλολατρικά τερτίπια, όπως είναι τα «πουλάκια» ή τα μουσικά όργανα ή μια νέα αντίληψη για τη μελοποίηση, που να ξεφεύγει από τα ιερά πρότυπα και την παράδοση της εκκλησίας.

Η σύνθεση της δικής μου «Κασσιανής» έγινε στις αρχές του 1942. Τότε είχα μια δική μου τετράφωνη χορωδία στην Αγία Βαρβάρα, για το μέρος της Λειτουργίας. Έγραφα «Χερουβικά», «Σε υμνούμεν» και άλλα μέρη. Άρχισα τις πρόβες αμέσως. Κάθε φωνή ξεχωριστά. Έτσι κάθε μέρα δούλευα τέσσερις ώρες μόνο για τις φωνές. Ανακάλυψα και ένα θαυμάσιο βαρύτονο -ήταν μόνιμος επιλοχίας- για τον οποίον έγραψα ένα μεγάλο σόλο. 

Στη δική μας εκτέλεση, στην Αγία Βαρβάρα, χάρη στον πατέρα μου, ήρθαν οι αρχές της πόλης. Ο Ευάγγελος Παπανούτσος [διευθυντής τότε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Τρίπολης] μας έφερε την ιντελιγκέντσια. Ο κόσμος πατείς με πατώ σε. Ψάλαμε από το γυναικωνίτη με μεγάλο τρακ και συγκίνηση. Ακόμα θυμάμαι το φάλτσο που έκανε ο Τάκης, που ως συνήθως τραγουδούσε πάντα λίγο χαμηλά. Τον είδα να τεντώνει το λαιμό του και είπα: «Τώρα θα το κάνει», και το έκανε. Αυτό έσπασε τη μαγεία της στιγμής. Ο Παπανούτσος, όλος χαρά, μας έσφιγγε τα χέρια στο προαύλιο της αυλής. Μετά και οι τρεις χορωδίες σμίξαμε σε μια υπόγεια ταβέρνα. Φάγαμε, ήπιαμε και, οι αθεόφοβοι, ψάλαμε και τις τρεις «Κασσιανές». 

Ο Μ. Θεοδωράκης είχε αναφερθεί, σε συνέντευξή του, στην «Κασσιανή» ως «ένα έργο φιλίας»: «Πραγματικά το κίνητρό μου ήταν να γράψω ένα σύνθετο έργο για τους φίλους μου που τραγουδούσαν τότε τα πρώτα μου τραγούδια σε εκδρομές και καντάδες κάτω από τα παράθυρα των αγαπημένων μας κοριτσιών.»

Η Κασσιανή του Θεοδωράκη έχει ηχογραφηθεί νωρίς, θα λέγαμε, αλλά να που έχουμε και μια καινούργια εκδοχή της, σε μια διεθνή μάλιστα, κυκλοφορία. Ένας ψηφιακός δίσκος με το τροπάριο της Κασσιανής όπως μελοποιήθηκε από τους συνθέτες, Νικόλαο – Χαλικιόπουλο Μάντζαρο, Μίκη Θεοδωράκη, Ivan Moody και Χρήστο Χατζή. Με το σύνολο Capella Romana υπό τον Αλέξανδρο Λίγκα. 

Μοιραστείτε