ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
16 May, 2022
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΑριστοτέλης Βαλαωρίτης: Κανάρης

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: Κανάρης

Τη νύχτα που παράδερνες μ’ ένα δαυλί στο χέρι
κ’ εσπιθοβόλεις κεραυνούς κι έφεγγες σαν αστέρι,
όταν φτωχός, αγνώριστος, μικρός, χωρίς πατρίδα,
τη ματωμένη επλεύρωνες, Κανάρη, ναυαρχίδα,
αν, όταν αναπήδησες με την ορμή του στύλου
μέσα στη μαύρη τη σπηλιά του Καραλή του σκύλου,
κανένας μάντης σώλεγε ότι θα νάλθη ώρα
να ιδής, Κανάρη, ελεύθερη τη δύστυχη τη χώρα,
πώρευ’ ετοιμοθάνατη, — ότ’ ήθελες φωτίσει
μ’ αυτό τ’ αστροπελέκι σου Ανατολή και Δύση,
ότι θα γένης ζωντανή του γένους σου σημαία,
ότι θα πας μακρά μακρά να φέρης βασιλέα,
και χίλια δαφνοστέφανα ο κόσμος θε να βάλει,
Κανάρη, στ’ απροσκύνητο καθάριο σου κεφάλι,
ότι, πριν πέσης κατά γής, θα σου δοθή κ’ η χάρη
να ιδής να λάμψη ανέλπιστο, παρήγορο δοξάρι
όπου εβασίλευε παληό, κατάπυκνο σκοτάδι,
ότ’ ένα Γένος σύψυχο του λάκκου σου τον άδη
θα εδρόσιζε με κλάμματα, οπού θε ν’ αναβράνε
μέσ’ απ’ τα φυλλοκάρδια του κι αθάνατα θε να ’ναι,
ότι θα σκύψει ξέσκεπος εμπρός στα λείψανά σου
να σε φιλήση εγκαρδιακά, Κανάρη, ο Βασιλειάς σου,
—αν ένας μάντις τα ’λεγε ποιός ήθε’ τον πιστέψη;…
Μόνος εσύ, πού γνώριζες ότ’ είχανε φυτέψει
βαθειά βαθειά στα σπλάχνα σου τα χέρια του Θεού σου,
βοτάνι παντοδύναμο, τροφή του κεραυνού σου,
την πίστη την ακλόνητη στου έθνους σου την τύχη…
Αυτή, Κανάρη, πώβαψε τον σιδερένιο πήχυ
Κι’ έδωσε στο καράβι σου χίλια φτερά να τρέχει…

Σήμερα ποιός την έχει;…

Αχ! δεν το πίστευα ποτέ!… Πέρυσι σ’ είδ’ ακόμα
συγνεφιασμένον, κάτασπρον στο φτωχικό σου στρώμα,
σαν κοιμισμένη θάλασσα σε ταπεινό ακρογιάλι
όπ’ ονειρεύεται κρυφά καμμιάν ανεμοζάλη
για να μουγκρίση φοβερά…, και σήμερα κουφάρι!…
Έγειρα τότ’ εφίλησα τ’ ανδρεία σου, Κανάρη,
τα λιοκαμμένα δάχτυλα κι ένιωσα κάθε ρώγα,
πώβραζε μέσα κ’ έλαμπε με την παληά σου φλόγα.
Έτρεμα εμπρός σου, εδάκρυζα, μώδωκες την ευχή σου,
μου τίμησες το μέτωπο μ’ ένα θερμό φιλί σου
και μολυπες, λιοντόκαρδε, —«Μην κλαις, δε θα πεθάνω,
πριν ξανανοιώσω μια φορά και πριν να ξεθυμάνω».

Κι’ απέθανες! κ’ εσβύστηκες!… Τα ριζιμιά, οι βράχοι
δε σκιάζονται γεράματα και στου βουνού τη ράχη
ολόρθο μένει, ακλόνητο, χιλιόχρονο πρινάρι
και μάχεται με τα στοιχειά… Και συ και συ, Κανάρη,
που ’λθες στη γη θεόχτιστος κι’ οπ’ όταν εθεωρούσε
το χιόνι στο κεφάλι σου κανείς π’ ασπροβολούσε,
επίστευεν ότ’ έβλεπε τον Όλυμπο εμπροστά του
με την αθανασία του, με την παλληκαριά του,
εσύ σωριάζεσαι με μιάς;… Μέσα στα χώματά σου θα καταπιάση ηφαίστειο ή θα σβυστή η φωτιά σου;…

Κατάρ’ ακατανόητη, άσπλαχνη, μαύρη μοίρα
ναν’ οι νεκροί μας άφθαρτοι, ναν’ η ζωή μας στείρα.

Πηγή: Έτερα Ποιήματα, 1872-1878

Μοιραστείτε