ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
15 January, 2021
ΚεντρικήΜΟΥΣΙΚΗ45 χρόνια δισκογραφίας Pat Metheny. Αφιέρωμα στα χρόνια της ECM. Mέρος Β!

45 χρόνια δισκογραφίας Pat Metheny. Αφιέρωμα στα χρόνια της ECM. Mέρος Β!

Με αφορμή τα 45 χρόνια από την κυκλοφορία του ντεμπούτου του Bright Size Life στην ECM, συνεχίζουμε σήμερα το δεύτερο μέρος του αφιερώματος στον κορυφαίο κιθαρίστα της τζαζ ροκ και της fusion, Πατ Μέθηνυ γραμμένο από την πλευρά ενός μουσικού και με έμφαση στην τεχνική του μεγάλου μουσικού (Άβαλον των Τεχνών)  

του Τάκη Χιωτακάκου, μουσικού

Γράφαμε χθες (διαβάστε εδώ) για τα πρώτα δύο άλμπουμς  στην ECM του Μάνφρεντ Άιχερ και για τις κιθάρες που χρησιμοποιεί και ειδικά την διάσημη 42χορδη Picasso Guitar.

Όμως σε όλο το εύρος της δισκογραφίας του, η βασική κιθάρα που χρησιμοποιεί ήδη από το 1978, δεν είναι άλλη από την διάσημη Ibanez Pat Metheny Jazz Guitar. Πρόκειται για ένα ένα “signature model” που κατασκευάστηκε στην Ιαπωνία από την Ibanez, σύμφωνα με τις οδηγίες που έδωσε ο ίδιος, σε ένα από τα ταξίδια του στη «χώρα του ανατέλλοντος ηλίου».

H κιθάρα διαθέτει ένα μόνο μαγνήτη (neck pickup) που αποδίδει εκείνο τον γνώριμο «γλυκό» και «στρογγυλό» ήχο. Άμεσα αναγνωρίσιμη από τα ακροατήρια, παίζοντας κατά προτίμηση με την πλαϊνή επιφάνεια μίας μαλακής πένας, είναι εκείνη με την οποία καθιερώθηκε ο Pat Metheny στο διεθνές μουσικό στερέωμα.

Από την δεκαετία του ’70, η κιθάρα αυτή παιζόταν κυρίως σε ένα ενισχυτή Acoustic 134 Stereo, ενώ στη διαμόρφωση του τελικού ήχου συντελούσαν διάφοροι επιλεγμένοι  επεξεργαστές σήματος, όπως ο περίφημος Lexicon Μ93 Prime Time Digital Delay Processor, διάφορα άλλα εφφέ του τύπου “pitch shifter” και “chorus”, και τα ηχεία Bose L1 Compact Speaker System.

Στο κιθαριστικό ύφος του Pat Metheny, όπως έχει μέχρι τώρα περιγραφεί, θα πρέπει να προστεθούν, τόσο η επήρειά του από τον μεγάλο Wes Montgomery, όσο και ο ιδιαίτερος τρόπος του Pat να ενσωματώνει τεχνικές “hammer-on”, “slide” αλλά και χρωματικές κλίμακες, “arpeggiated triads” και “angular lines”, στο παίξιμό του.

Oι συνεχείς μουσικοί πειραματισμοί, οδήγησαν τον Pat Metheny στην εδραίωση της μεθόδου “Orchestrionics” και του αντίστοιχου συστήματος “Orchestrion”. Στην προσπάθειά του αυτή, το ζητούμενο ήταν να εξευρεθεί ένας τρόπος ηλεκτρομηχανικού ελέγχου πολλών ακουστικών και ηλεκτροακουστικών μουσικών οργάνων, ταυτόχρονα.

Το σύστημα “Orchestrion” χρησιμοποιήθηκε με σκοπό να διευρύνει τους συνθετικές και εκτελεστικές επιλογές του μουσικού. Για την υλοποίησή του, χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι ηλεκτρομαγνήτες ελεγχόμενου μαγνητικού πεδίου. Πρόκειται για τα λεγόμενα “solenoids” (όρος που επινοήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον διάσημο Γάλλο φυσικό André-Marie Ampère). Ακόμη, χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρομηχανικές συσκευές με διάφορα αρθρώματα και σωληνώσεις που λειτουργούν με χρήση πεπιεσμένου αέρα ή ευγενών αερίων (“pneumatic actuators”) με σκοπό το αυτόματο παίξιμο κάποιων μουσικών οργάνων.

Αυτό το εγχείρημα, επέτρεψε στον Pat Metheny να παίζει κάποιο μουσικό όργανο (κυρίως την ηλεκτρική Jazz κιθάρα του), ενώ ταυτόχρονα να ενεργοποιεί με ελεγχόμενο τρόπο διάφορα άλλα μουσικά όργανα (πιάνο, ξυλόφωνο, μεταλλόφωνο, κρουστά, κ.λ.π.), χωρίς την ανάγκη εμπλοκής άλλου μουσικού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως π.χ. στο δίσκο “First Circle”, γίνεται χρήση του Ινδικού εγχόρδου Sitar, όπως και του ηλεκτρονικού αναλόγου του, του Coral Sitar. Σχεδιασμένο την δεκαετία του ’60 από τον Vincent Bell (Βίνσεντ Μπελλ) για λογαριασμό της εταιρίας Danelectro, προστέθηκε και αυτό στο μουσικό «οπλοστάσιο» του Pat Metheny. Ήταν ουσιαστικά μία εξάχορδη ηλεκτρική κιθάρα, στο σώμα της οποίας τοποθετήθηκε προσάρτημα για την στήριξη 13 επιπλέον χορδών μικρότερου μήκους, προς εξομοίωση του ήχου του Sitar.

Κλείνουμε την επιλεκτική αναφορά μας στα μουσικά όργανα του Pat Metheny, με την συμπερίληψη της περίφημης και πασίγνωστης κιθάρας – συνθεσάϊζερ Roland    G-303/GR-300.

H κιθάρα κυκλοφόρησε στην αγορά την άνοιξη του 1980 και έμελλε να ταράξει τα νερά της μοντέρνας μουσικής. Έπρεπε, βέβαια, να αναζητηθούν οι πρωτεργάτες των διαφόρων μουσικών ιδιωμάτων, που για την Rock μουσική βρέθηκαν ασφαλώς στα πρόσωπα των Robert Fripp (Ρόμπερτ Φριππ) και Andrian Belew (Έϊντριαν Μπέλιου), μέλη των King Crimson, ενώ για τη Jazz o κύβος ερρίφθη από τους John McLaughlin και Pat Metheny.

Ο τελευταίος, έλεγε σχετικά για την G-303, ότι θα πρέπει να σταματήσει κανείς να σκέφτεται ότι κρατάει μία κιθάρα, γιατί δεν είναι πιά κιθάρα. Την θεωρούσε σαν «μεταφραστή» των σχημάτων που ήθελε να παίξει. Έπρεπε να χειρίζεται κανείς πολύ προσεκτικά τις χορδές, στοχεύοντας σε «καθαρές» και όχι δυνατά παιγμένες νότες, ώστε η κυματομορφή που θα περάσει τελικά από το όργανο προς το συνθεσάϊζερ, να μην είναι δύσκολο να μεταφραστεί από τον συνοδευτικό εξοπλισμό, και έτσι να αποφευχθούν τυχόν κακοφωνίες.

Ο Πάτ Μήθενυ με την διάσημη κιθάρα-συνθεσάιζερ της Roland

Επίσης, είναι γεγονός ότι συχνά, ο Pat Metheny επιλέγει τις νότες του και τις θέσεις τους επάνω στην ταστιέρα του οργάνου, με τρόπο ώστε να ηχούν πιό πειστικά ως προς το όργανο που προσπαθεί να μιμηθεί η κιθάρα, μέσω του συνθεσάϊζερ.

Εξαιρετικά δείγματα του ήχου αυτής της κιθάρας μπορεί κανείς να ακούσει, στα ιδιαίτερα αγαπημένα από το κοινό κομμάτια του, “Are you going with me? και “Barcarole”.

H κλασσική σύνθεση του Pat Metheny Group: Πάτ Μήθενυ, Λάυλ Μάυρς, Μάρκ Ήγκαν και Νταν Γκότλιεμπ

Το 1978 υπάρχει πλέον το “Pat Metheny Group”, με τους Lyle Mays (Λάϋλ Μέϊς) στα πλήκτρα, Mark Egan (Μαρκ Ήγκαν) στο μπάσο και Dan Gottlieb (Νταν Γκότλιεμπ) στα τύμπανα. Το δεκάλεπτο κομμάτι “San Lorenzo” που ανοίγει τον δίσκο, προδιαθέτει τον ακροατή, για τό τι πρόκειται να επακολουθήσει το αμέσως επόμενο διάστημα.

Το 1979 κυκλοφορεί το σόλο άλμπουμ “New Chautauqua”. Εδώ, υπάρχει πληθώρα επάλληλων ηχογραφήσεων ακουστικών οργάνων, συμπεριλαμβανόμενης της δεκαπεντάχορδης harp-guitar και της έντονης παρουσίας διαφόρων χορδισμάτων του τύπου “Nashville”, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει.

Το 1979, κυκλοφορεί επίσης και το “American Garage”, ένας δίσκος προσεγμένης Jazz/Rock Fusion, όπου εκτός των Pat Metheny και Lyle Mays, συμμετέχει ο Mark Egan (Μαρκ Ήγκαν) στο μπάσο και ο Dan Gottlieb (Νταν Γκότλιεμπ) στα τύμπανα.

Το 1980 κυκλοφορεί το επικό διπλό άλμπουμ “80/81”, με την συμμετοχή των Charlie Haden (Τσάρλυ Χέϊντεν) στο μπάσο, του Jack DeJohnette (Τζακ Ντε Τζονέτ) στα τύμπανα, καθώς και τους Dewey Redman (Ντιούι Ρέντμαν) και Mike Brecker (Μάϊκ Μπρέκερ) στο τενόρο σαξόφωνο. Ο δίσκος αποτελεί ένα σταυροδρόμι όπου συναντάται η παραδοσιακή μουσική με την Jazz και την Rock, χωρίς περιστροφές και περιττούς καλλωπισμούς. Μόνο ο οίστρος, ο δυναμισμός και η κορυφαία ποιότητα των μουσικών διαμορφώνει το τελικό αποτέλεσμα.

O ιδιοκτήτης της ECM, Μάνφρεντ Άιχερ, ο περκασσιονίστας Νάνα Βανσκοσέλος, ο Πατ Μήθενυ και ο ηχολήπτης Γιαν Έρικ Κονγκσάουγκ @ Deborah Feingold, via ECM Records

Το 1981 κυκλοφορεί το “As Falls Wichita, So Falls Wichita Falls”, με την συμμετοχή του μεγάλου βοκαλίστα/περκασσιονίστα Nana Vasconcelos (Νάνα Βασκονσέλος), που είχε έρθει και στη συναυλία του Pat Metheny Group στο Θέατρο Λυκαβηττού. Χαραγμένο στη μνήμη θα μείνει το γνωστό “September Fifteenth”, αφιερωμένο στον μεγάλο Jazz πιανίστα Bill Evans (Μπιλ Ήβανς), αλλά και το “It’s for you”, το οποίο αποτελεί προπομπό της διάπλασης του ήχου του Pat Metheny Group, όπως αυτό παρατηρείται από το 1984 και ύστερα, με την κυκλοφορία του “The First Circle”.

Το 1982, κυκλοφορεί το “Offramp”. Εκτός από τα κομμάτια “Are you going with me? και “Barcarole” που σχολιάσαμε παραπάνω, στο δίσκο υπάρχουν και τα κομψοτεχνήματα του χώρου της ηλεκτρονικής Jazz μπαλάντας “Au Lait” και “Eighteen”.

To 1984 κυκλοφορεί το “First Circle”, ένα τεράστιο βήμα μπρoστά σχετικά με τις μουσικές αναζητήσεις του Pat Metheny Group, το οποίο και βραβεύθηκε με το “Best Jazz Fusion Performance Grammy” (Γκράμμυ για Καλύτερη εκτέλεση Jazz Fusion), την επόμενη χρονιά. Ο Pat Metheny και ο Lyle Mays, για πολλούς στο απώγειο της δημιουργικής τους πορείας, γράφουν μερικές από τις νότες που θα μείνουν ανεξίτηλες στην ιστορία της μοντέρνας Τζάζ.

Από αυτό τον δίσκο και μετά, παγιώνεται στο συγκρότημα η παρουσία του μπασίστα Steve Rodby (Στηβ Ρόντμπυ) και του ντράμερ Paul Wertico (Πωλ Ουέρτικο), ο οποίος, μεταξύ άλλων έχει διατελέσει και διευθυντής ορχήστρας στην Chicago Symphony Orchestra/CSO. Στο σχήμα συμμετείχε και ο Pedro Aznar (Πέντρο Άθναρ) από την Αργεντινή, ο οποίος συνετέλεσε τα μέγιστα στην διαμόρφωση του χαρακτηριστικού ήχου του Pat Metheny Group.

Κάθε κομμάτι αυτού του δίσκου αποτελεί μία ξεχωριστή, ενδιαφέρουσα ιστορία, τόσο στη συνείδηση των προσεκτικών ακροατών, όσο και σε εκείνη των μουσικών, που τα συζητούν και τα αναλύουν μεταξύ τους.

Ακόμη, ο δίσκος αυτός χάραξε τον δρόμο για το “Still Life (Talking)” και το “Letter From Home”, δύο δίσκους που ηχογραφήθηκαν στη Geffen Records, και με τους οποίους αποτελεί μία νοητή τριλογία.

Το ομώνυμο κομμάτι “First Circle” είναι γραμμένο στα 22/8 και ακολουθεί το ρυθμικό σχήμα/πρότυπο (rhythmic template) 3+2+3+2+2+3+3+2+2, κάτι που γίνεται άμεσα αντιληπτό, από την εισαγωγή του. Ενώ μοιάζει σαν ένα «εύπεπτο» μελωδικό κομμάτι, τελικά ξαφνιάζει, γιατί στην πραγματικότητα αποτελεί ένα ευχάριστο «γρίφο» για τον μουσικό που θα αποπειραθεί αρχικά να το εκτελέσει.

Το ίδιο συμβαίνει και στο φινάλε του κομματιού, όπου η επιλογή χρήσης του λεγόμενου “mixed mode” για να δοθεί η απαραίτητη έμφαση, παρατίθενται ταυτόχρονα βαθμίδες από τις κλίμακες G, Gm, αλλά και του Φρυγικού Τρόπου (Phrygian Mode, Ab, E και Bb).

Γενικότερα, η χρήση μικτών και μη συνηθισμένων μέτρων (όπως π.χ. 22/8, 45/8 και 7/4) εμφανίζεται συχνά στις συνθέσεις του Pat Metheny Group. Σε συνδυασμό με τους εναλλακτικούς τρόπους εναρμόνισης (που χρησιμοποιούνται κατά κόρον), δημιουργείται εκείνη η γνώριμη, μοναδική εκείνη χροιά, που αποτελεί τον προσωπικό του συγκροτήματος.

Κύριο ρόλο πάντοτε διαδραματίζουν η έξυπνη χρήση γειτονικών φθόγγων, συγχορδιών (neighbor chords) και αρμονικών ρυθμών (ταχύτητα εναλλαγής συγχορδιών εντός του μέτρου), τα ευφάνταστα ιντερλούδια, τα πρωτότυπα φωνητικά και τα ευφυέστατα κιθαριστικά σόλο.

Την ίδια χρονιά (1984), κυκλοφορεί και το “Rejoicing”, το οποίο, εκτός των συνθέσεων του συγκροτήματος, υπάρχουν διασκευές κομματιών των Horace Silver (Χόρας Σίλβερ) και Ornette Coleman (Ορνέτ Κόουλμαν), όλα σε ύφος ακουστικής Jazz μπαλάντας. Στο μπάσο ο Charlie Haden (Τσάρλυ Χέϊντεν) και στα τύμπανα ο Billy Higgins (Μπίλλυ Χίγκινς).

Στην ECM έχουν επίσης κυκλοφορήσει οι θαυμάσιες συλλογές προηγούμενων ηχογραφήσεων “Works”, “Works II” και “Selected Recordings”.

Τι άλλο να πούμε για ένα μουσικό όπως ο Pat Metheny και για ένα τόσο ταλαντούχο και καλοδεμένο μουσικό σύνολο που ακούει στο όνομα “Pat Metheny Group”;

Είναι ένα σχήμα που κατατάσσεται στην κορυφή των μουσικών προτιμήσεων των ακροατών και μουσικών της συγχρονης Jazz (μεταξύ των οποίων, ταπεινά, και του γράφοντος). Για την πρωτοτυπία, την αυθεντικότητα, την μουσική γνώση, τόλμη και ευφυΐα, την επιμελημένη προετοιμασία του υλικού του, τις συνθέσεις, τις ενορχηστρώσεις, τις εκτελέσεις και την ποιότητα των ηχογραφήσεών του. Για την υπέροχη μουσική του.

Μοιραστείτε