ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
28 June, 2022
ΚεντρικήΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ“Υπήρξα ο δοκιμαστικός πιλότος των συνθετητών Minimoog”. Μια αδημοσίευτη ιστορική  συνέντευξη με τον  πρωτοπόρο του συμφωνικού ροκ, Keith Emerson. Μέρος Β! 

“Υπήρξα ο δοκιμαστικός πιλότος των συνθετητών Minimoog”. Μια αδημοσίευτη ιστορική  συνέντευξη με τον  πρωτοπόρο του συμφωνικού ροκ, Keith Emerson. Μέρος Β! 

Η πρόσφατη κυκλοφορία του πολυτελέστατου επετειακού box set των θρυλικών Emerson, Lake & Palmer από την BMG στις 29 Οκτωβρίου με αφορμή τα 50χρονα τους, τάραξε για τα καλά την παγκόσμια κοινότητα του “προγκρέσιβ ροκ”. Και ήταν φύσει αδύνατον για το “Άβαλον των τεχνών” να απέχει από τον εορτασμό της! 

Το επονομαζόμενο “Out Of This World: Live (1970-1997)” είναι ένα χορταστικότατο Χριστουγεννιάτικο δώρο. Ένα μοναδικής αξίας συλλεκτικό κουτί για κάθε αμετανόητο οπαδό του μουσικού κινήματος που άλλαξε το χάρτη της ηλεκτροδοτούμενης μουσικής στα τέλη της δεκαετίας του ‘60. Και τούτο γιατί περιέχει δέκα δίσκους βινυλίου και επτά δίσκους ακτίνας συσσωρεύοντας τις πέντε σημαντικότερες ζωντανές εμφανίσεις του ανυπέρβλητου τρίο κατά τη διάρκεια του μισού αιώνα της βασιλείας τους.

Το εξώφυλλο κάθε διπλού άλμπουμ έχει φιλοτεχνηθεί εκ νέου εντυπωσιακά. Όσο για αυτό καθαυτό το μουσικό περιεχόμενο, την επεξεργασία του ήχου (mastering) έχει επιμεληθεί ο διάσημος μηχανικός ήχου Andy Pearce που έχει αναδείξει πάνω από εξακόσιες δισκογραφικές κυκλοφορίες από ονόματα που ξεκινούν από τον Elvis, τον Thelonious Monk και το Muddy Waters και φθάνουν έως και τους Anthrax! Τα περισσότερα από αυτά ήταν έως σήμερα ακυκλοφόρητα σε βινύλιο, με το “Phoenix” του 1997 να μην έχει κυκλοφορήσει ποτέ και σε κανένα φορέα. Τέλος, το εν λόγω απόκτημα εμπεριέχει και ένα βιβλιαράκι τριανταδύο γυαλιστερών σελίδων γεμάτο με πολύτιμες πληροφορίες, μα και ακυκλοφόρητες φωτογραφίες των διάσημων συναδέλφων Lynn Goldsmith & Neil Preston.  

Συνέντευξη-φωτογραφίες: Χρήστος Κισατζεκιάν 

O Keith Noel Emerson (Κηθ Νόελ Έμερσον 1944-2016) υπήρξε πρωτοπόρος εξερευνητής της Τεχνολογίας του Ήχου. Έτη φωτός μπροστά από την εποχή του. Τούτος ο αστείρευτος συνθέτης, ανυπέρβλητος χειριστής των μαυρόασπρων πλήκτρων και επιδραστικότατος front man του προοδευτικού κινήματος της ροκ έφερε τα πλήκτρα “μπροστά” όσο κανένας άλλος με τα καμώματά του!

Η μια και μοναδική επανένωση των θρυλικών Emerson, Lake & Palmer στο “High Voltage Festival” του Λονδίνου το 2010 (από όπου και οι αποκλειστικές φωτογραφίες) με ήθελε εκεί, να ζω το όνειρο και να τους απαθανατίζω. Γεγονός που ξύπνησε μέσα μου τη λαχτάρα να του μιλήσω πάση θυσία εκμαιεύοντας τις παρακάτω ιστορίες που, όπως άλλωστε θα αντιληφθείς αν αναγνώσεις, ξεπέρασαν κάθε μου προσδοκία. 

Η πρώτη τηλεφωνική μας συνέντευξη άργησε να συμβεί τρία χρόνια, το Φεβρουάριο του 2013. Μα με ήθελε αποσβολωμένο. Και παρότι διήρκησε εβδομηνταέξη ολόκληρα λεπτά, υπήρξε και δεύτερη “μικρότερη” (τριανταεπτά λεπτών) ένα μήνα αργότερα που συμπλήρωσε ακόμη παραπάνω τον πλούτο των πληροφοριών. Κι δυο τους με θέλουν έκτοτε ακόμη πιο ερωτευμένο με τον ιδρυτή των Nice και των Emerson, Lake & Palmer! 

Για του λόγου το αληθές, ιδού ένα πρώτο μέρος.

Είναι μεγάλη τιμή για μένα που μιλώ μαζί σου επιτέλους, αφού κυνηγώ τη συνέντευξη αυτή από το Σεπτέμβριο του 2010 όπου ξάφνου προέκυψε το γνωστό θέμα υγείας σου… Όλα καλά πλέον; Ξεπεράστηκε;

“Σε ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον. Ναι, θα έλεγα πως ευτυχώς πλέον ξεπεράστηκε και αυτό. Ουσιαστικά μια κολονοσκόπηση ρουτίνας αποκάλυψε εν τέλει ένα μάλλον επικίνδυνο πολύποδα στο κάτω μέρος του παχέος εντέρου μου ο οποίος έπρεπε να αφαιρεθεί πάραυτα με χειρουργική επέμβαση. Όμως το πράγμα αποδείχθηκε ακόμη πιο περίπλοκο, αφού χρειάστηκε να αφαιρεθούν δυο τμήματα τελικά. Γεγονός που με τη σειρά του με ήθελε εσώκλειστο στο νοσοκομείο τρεις ολόκληρες εβδομάδες, ενώ το αρχικό σχέδιο ήταν για μιάμιση μόνο ημέρα! Πίστεψέ με, δεν ήταν διόλου αστείο όλο αυτό… Όμως δόξα το Θεό είμαι πλέον μια χαρά, η θεραπεία είχε τέλεια αποτελέσματα σε βαθμό τέτοιο που ο θεράποντας γιατρός μου δηλώνει απόλυτα ικανοποιημένος”

Πόσο χαίρομαι! Ευτυχώς. Πάντως πριν συνεχίσουμε θέλω να ξέρεις πως είμαι σαράντα επτά χρονών (σημ: η συνέντευξη διεξάγει Φεβρουάριο-Μάρτιο του 2013), οπότε σε παρακολουθώ εξαρχής κατέχοντας σχεδόν ό-τ-ι κι αν έχεις ηχογραφήσει. Με αυτό το θάρρος λοιπόν επέτρεψε μου να πω ότι είδα ξανά χθες το ντοκιμαντέρ “Beyond The Beginning” και διακρίνοντας μια δόση… «πικρίας» στο τέλος από μεριάς σου, θέλω να σε διαβεβαιώσω πως τόσο οι αμετανόητοι Έλληνες οπαδοί σου, όσο και όλοι οι υπόλοιποι θέλω να πιστεύω, ΔΕΝ θα σε θυμόμαστε ως “τον πιανίστα που έκανε κωλοτούμπες με grand piano στον αέρα στο Hollywood” όπως λες σε ένα σημείο!    

“Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια… Είναι πολύ κολακευτικά…”

Όχι. Είναι η απόλυτη αλήθεια! Και με τους Nice μα και με τους Emerson, Lake & Palmer κατάφερες μαζί με τους εκλεκτούς συνεργάτες σου να φέρεις την Κλασική Μουσική στο ευρύ κοινό της rock’n’roll επανάστασης…

“…Κι όμως. Σε πληροφορώ πως συνεχίζω να περπατώ στους δρόμους απαρατήρητος…(γελά)”

Και τι με αυτό; Είσαι για μας ένα Ζωντανός Θρύλος, μια μουσική ιδιοφυΐα του 20ου αιώνα που συνέτριψε τα όρια του οργάνου και πήγε -όπως έλεγε ο Captain Kirk στο “Star Trek”- “…where no man has gone before”!

“…Μεγάλη καλοσύνη σου που τα λες όλα αυτά. Να σου πω, τις φορές που έχω προσπαθήσει να κάνω τον προσωπικό απολογισμό μου, έχω καταλήξει επί το πλείστων πως αν μη τι άλλο, με συγκεκριμένους τρόπους υπήρξα ο “δοκιμαστικός πιλότος” της τεχνολογίας του minimoog synthesizer. Όπως επίσης δημιούργησα trios που αποτελούντο από πλήκτρα, τύμπανα και μπάσο με ένα άκρως απλοϊκό τρόπο, κι ας κατέληξαν εν τέλει πολύπλοκα. Όχι όμως πολύπλοκα σε βαθμό τέτοιο που να μπερδεύουν το κοινό θέλω να πιστεύω. Εν κατακλείδι, θεωρώ πως ο ύστατος στόχος μου, ο τελικός σκοπός μου ήταν να ανεβάσω τρία άτομα επί σκηνής που θα καταφέρουν να ακούγονται ως μια ολοκληρωμένη ορχήστρα από μόνοι τους. Και θα έλεγα πως αυτό, το κατάφερα…”

Απόλυτα, και τις δυο φορές! Και με τους Nice, και με τους Emerson, Lake & Palmer. Θα ξεκινήσω ζητώντας την άδεια σου ώστε να χωρίσω τη συνέντευξη σε δυο μέρη: στο πρώτο θα μιλήσουμε φυσικά μεταξύ άλλων και για την περσινή κυκλοφορία σου “Three Fates Project” (Simax-Ear Music-2012) και στο δεύτερο, επειδή είναι η πρώτη φορά που μιλάς στους Έλληνες οπαδούς σου, θα πάμε πίσω σε κάποια μνημειώδη albums των οποίων υπήρξες ηγετική φυσιογνωμία (σημ: δημοσιεύσαμε μέρος του στις 2 Νοεμβρίου)

“Κανένα πρόβλημα”

Πρώτα από όλα βλέποντας το πανέμορφο στίχο που δημοσίευσες ως «επικήδειο» για τον αείμνηστο Dave Brubeck, θα ήθελα να μου πεις τι θεωρείς ότι του χρωστάς εσύ, μα και εν γένει ο κόσμος των πλήκτρων…Το “Rondo” των Nice άλλωστε ήταν κάτι σαν φόρος τιμής σε αυτόν ως μια δική σου ερμηνεία στα 4/4, έτσι δεν είναι;

“Καταρχάς να πω ήταν τρομακτική τιμή μου που μπόρεσα να γνωρίσω τον Dave Brubeck. Επίσης παραμένω πολύ φιλικός με τους γιούς του. Τώρα, αν πρέπει να εκφράσω αυτό που με προσέλκυσε πάνω του περισσότερο στα χρόνια που ακόμη διαμορφωνόταν ο προσωπικός μου χαρακτήρας ως μουσικού, ήταν πως εξαρχής διέθετε μεγάλο μέρος από τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του ώστε να καταγράφει (σε παρτιτούρες) τα έργα και τους αυτοσχεδιασμούς του. Έτσι που η μουσική του να είναι άμεσα προσβάσιμη και στην Αγγλία. Ως αποτέλεσμα αυτού, μου ήταν πολύ εύκολο να μελετήσω βαθιά τα όσα έκανε και, μέσα από αυτή μου τη μελέτη, να επιλέξω τη δική μου κατεύθυνση στη μουσική. 

Αποκλειστική φωτό του Χρίστου Κισατζεκιάν από την μοναδική συναυλία του Μπρούμπεκ στην Ελλάδα το 1996

Πρέπει βέβαια συγχρόνως να έχεις στο μυαλό σου και να το συνυπολογίσεις πως στις απαρχές της δεκαετίας του ‘60 ήταν ακόμη πολύ δύσκολο να βρεις κάποιον που να σε διδάξει jazz, ή πόσο μάλλον αυτοσχεδιασμούς. Διότι μπορεί να αφομοίωσα τους κλασικούς (πιανίστες) σε ένα μεγάλο βαθμό, μα συνειδητά όχι σε τέτοιο βαθμό που να θέλω να γίνω πιανίστας της κλασικής μουσικής. Αντιθέτως, με ενδιέφερε να κάνω κτήμα μου τη μαγική προοδευτική συνάφεια των ακόρντων της jazz, όπως και τους αυτοσχεδιασμούς της. Τα οποία εν τέλει έμαθα λοιπόν ακούγοντας δίσκους! Δεν υπήρχαν κάποιοι δάσκαλοι να μου τα διδάξουν όλα αυτά όταν ήμουν στην εφηβική μου ηλικία. 

Άρα ο Dave Brubeck υπήρξε μια από τις πρώτες μου μεγάλες επιρροές. Και αυτό γιατί με εξιτάριζε η “γενναιότητα” με την οποία έσπαγε σύνορα και ταμπέλες. Με τις ιδιαίτερες ρυθμικές και χρονικές επιλογές του. Δεν ήταν άλλος ένας ευθυτενής…”

…Πιανίστας της be-bop…

“Ακριβώς αυτό! Δε φοβόταν ποτέ να πάρει “ρίσκα”. Και παρόλα αυτά, όλα όσα συνέθεσε ήταν εν τέλει απίστευτα αρμονικά. Έτσι λοιπόν νιώθω πράγματι πολύ τυχερός που τον συνάντησα. Σε σημείο τέτοιο που αν έρθει κάποιος να μου πει “είσαι τεράστιος”, εγώ θα του απαντήσω “δε θα το έλεγα, θα πρέπει να ακούσεις αυτούς που άκουσα όπως τον Dave Brubeck”!”

Δεκτό και σεβάσμιο. Άρα να υποθέσω πως κείνη η βραδιά που συνυπάρχεις με τον Oscar Peterson θα έχει χαραχτεί μια για πάντα μέσα σου ως μια από τις πιο τρομακτικές εμπειρίες σου… 

“Προφανώς αναφέρεσαι στην εκπομπή του BBC, σωστά;”

Ακριβώς (σημ: “Honky Tonk Train Blues” 1976).

“Πράγματι. Είχα χεστεί από το φόβο μου! (σκάει στα γέλια)      

Λογικό. Δε θα μπορούσα όμως στο σημείο αυτό να μη ζητήσω κάτι αντίστοιχο από σένα -το βαθμό εκτίμησης σου- και για τον άλλο, πρόσφατα χαμένο συνοδοιπόρο σου, τον αείμνηστο Jon Lord

“Ναι… Είχα καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά από τη στιγμή που ματαίωσε την προγραμματισμένη περιοδεία του. Όμως δεν ήξερα επακριβώς τι του συνέβαινε… Δυστυχώς, έφυγε… Πολύ πρόσφατα. Και νιώθω κάπως άβολα να μιλώ για αυτόν κάθε που με ρωτούν δημοσιογράφοι τη γνώμη μου. Όμως θα πω αυτό που λέω πάντα: ο Jon Lord ήταν ένας πραγματικός τζέντλεμαν! Τόσο, που τελικά έμοιαζε να μη ταιριάζει, να μην ανήκει στα ιδιώματα της rock’n’roll μουσικής…”

Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, μα το Θεο!

“… Πιστεύω πως πρέπει να ένιωθε σαν το ψάρι έξω από το νερό!”

Έτσι!

“Σκέψου και αυτό. Δεν ήταν ο άνθρωπος που θα επέλεγες για να βγεις έξω να πιεις τα ποτά σου. Ήταν ένας πολύ σοβαρός μουσικός! Είναι πολύ λυπηρό που έφυγε… Και είναι σίγουρο πως και αυτός κατάφερε να εγκαθιδρύσει ένα ολόδικό του τρόπο για το πώς παίζει κανείς πλήκτρα, όπως θέλω να πιστεύω πως και εγώ εγκαθίδρυσα ένα ολόδικό μου τρόπο να παίζει κανείς πλήκτρα…

Εκατό τοις εκατό!

“Μάλιστα θυμάμαι μια του συνέντευξη κατά την οποία ρωτήθηκε γιατί δεν παίζει synthesizers, και εκείνος απάντησε “μα είναι απλό, δεν το κάνω γιατί το κάνει ήδη εδώ και χρόνια ο Keith Emerson!”. Οπότε… θεωρώ πως κι δυο μας καταφέραμε το ζητούμενο: τη διαφορετικότητα. Στο τέλος της ημέρας είναι η αντίδραση του κοινού, αυτό το αυθόρμητο “ουαου”, που σε κάνει να αντιληφθείς αν τα κατάφερες να είσαι διαφορετικός”

Πράγματι. Μήπως κατάφερες να ακούσεις το κύκνειο άσμα του που κυκλοφόρησε μεταθανάτια και συγγενεύει με το “Three Fates Project” σου; Αναφέρομαι στο κονσέρτο του για γκρουπ και ορχήστρα (σημ: “Concerto for Group and Orchestra with Royal Liverpool Philharmonic Orchestra”); 

“Ναι, το έμαθα ότι κυκλοφόρησε. Μάλιστα όπως ο Jon Lord, έτσι και ο Rick Wakeman ανέστησε πρόσφατα κάποια από τα πιο δημοφιλή συμφωνικά έργα του… Ο Rick Wakeman όπως θα γνωρίζεις από ότι διαισθάνομαι επανήλθε στο πασίγνωστο “Journey to the Center of the Earth”, o Jon Lord επανήλθε στο “Concerto for Group and Orchestra” (Music Fusion – 2012). Η πρώτη αυθεντική ηχογράφηση όπως θυμάσαι έγινε ζωντανά στο Royal Albert Hall, νομίζω το 1968…”

Το 1969, μια χρονιά αργότερα

“Μάλιστα, το 1969. Και ήμουν εκεί όταν πραγματοποιήθηκε η παράσταση. Στο κοινό”

Σοβαρολογείς;;;

“Φυσικά. Μα κι εγώ εκείνη την περίοδο ασχολούμουν εντατικά με αυτό το πάντρεμα των κλασικών ορχηστρών, με το συμφωνικό στυλ…”

Εννοείται, με τους Nice…

“Ακριβώς. Να θυμίσω πως τότε φυσικά δεν υπήρχε δυνατότητα να επικοινωνούμε οι τρεις μας μεταξύ μας συχνά. Το διαδίκτυο δεν είχε εφευρεθεί ακόμη ώστε να ξέρω τι κάνει ο Jon, να ξέρω τι κάνει ο Rick, να ξέρουν κι αυτοί με τη σειρά τους τι κάνω εγώ. Έτσι λοιπόν προέκυψε ακούσια το παράδοξο της όλης υπόθεσης. Το ότι ξάφνου όλοι μας αποφασίσαμε να ασχοληθούμε σοβαρά με τις συμφωνικές ορχήστρες, την ίδια ακριβώς εποχή!”

Είναι αλήθεια. Ήσουν εσύ με τους Nice, o Jon με τους Deep Purple και ο Rick με τους Yes μα και μόνος του. Και από δίπλα οι Procol Harum και οι Moody Blues φυσικά…

“Ναι. Πάντως στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 απέφευγα να ακούω τους σύγχρονους συνοδοιπόρους μου”

Λογικό!

“Όμως αν τύχαινε να μου προτείνει κάποιος κάτι αξιόλογο, τότε ναι, θα πήγαινα να το αγοράσω από το δισκάδικο. Τότε που ακόμη υφίσταντο δισκάδικα δηλαδή… Αλήθεια, έχετε ακόμη δισκάδικα στην Ελλάδα;”

Φυσικά, ευτυχώς, κυρίως με μεταχειρισμένους δίσκους (σημ: το 2013 τα καταστήματα με σφραγισμένους δίσκους ήταν ακόμη ελάχιστα).

“Σε πληροφορώ λοιπόν πως εδώ έχουν πλέον απομείνει ελάχιστα… (σημ: την εποχή της συνέντευξης κατοικούσε στην Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας). Όμως εκείνες τις μέρες έπρεπε να κατέβεις στα δισκάδικα και να το ψάξεις. Να αγοράσεις και να ακούσεις, έτσι ώστε να αποφανθείς “α, μάλιστα, αυτός το πάει εκεί το πράγμα τώρα”… Όχι πως υπήρξε ποτέ κάποιος ανταγωνισμός μεταξύ μας! Οπότε στο δικό μου το μυαλό παραμένει κυριολεκτικά παράδοξο το ότι ο Jon Lord, o Rick Wakeman και εγώ αποφασίσαμε από κοινού να ασχοληθούμε σοβαρά με τις ορχήστρες…”

Είναι. Και δεν είναι συγχρόνως. Θα κλείσω την αναφορά μου στον Jon με το εξής αν μου επιτρέπεις. Στις 30 Μαρτίου του 1970 και στα πλαίσια του Peace Pop World Festival στο Βερολίνο είχες την ευκαιρία να παίξεις μαζί του ως ηγέτες των Deep Purple και Nice. Δυο τραγούδια. Τα “Walking Down the Line” & “Lucille”. Ήταν το μόνο σου τζαμάρισμα με αυτόν ή όχι; 

“Προσωπικά δεν με θυμάμαι αυτό για να είμαι ειλικρινής. Δηλαδή να τζαμάρω με τους Deep Purple επί σκηνής. Αυτό που θυμάμαι όμως πράγματι είναι πως αφού έπαιξαν οι Deep Purple και οι Nice και ενώ ήμασταν πλέον όλοι στα παρασκήνια, ο Jon Lord έκανε μια αυθόρμητη επίδειξη των πιανιστικών του τεχνοτροπιών. Και στο τέλος τζαμάραμε μαζί. Ξέρεις τι εννοώ. Από αυτές τις φορές που οι μουσικοί μαζευόμαστε στα παρασκήνια, και αν υπάρχει ένα πιάνο για παράδειγμα, μοιράζεσαι κάποιες ιδέες με τους υπόλοιπους… Δε θυμάμαι να το κάναμε αυτό δημοσίως.”

Σε ευχαριστώ πολύ για τη σημαντικότατη διεκρίνηση. Μερικά λόγια τώρα για την επιλογή του Terje Mikkelsen στη θέση του διευθυντή ορχήστρας του “Three Fates Project” και για το πώς προέκυψε η πρώτη επαφή με τον Troy  Luccketta (Σημ: τυμπανιστής των Tesla).

“Το όλο πράγμα ξεκίνησε όταν έλαβα ένα e-mail από το γραφείο μου όπου ο Terje με ρωτούσε αν θα ήθελα να σκεφτώ κάτι τέτοιο. Βασικά ο Terje ήταν αναμεμιγμένος σοβαρά στο κίνημα για το Πράσινο που απασχολεί τον πλανήτη μας, γεγονός που τον ήθελε να έχει ήδη κλείσει μια μεγάλη συναυλία στο Πεκίνο με την τοπική συμφωνική ορχήστρα. Ήταν αυτοί λοιπόν που τον έβαλαν με ρωτήσει αν θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν στην παράσταση το τελευταίο μέρος του κονσέρτου μου για πιάνο. Ως αμάγλαμα, μαζί με ένα αντίστοιχο πιάνο κονσέρτο ενός Κινέζου κλασικού συνθέτη του οποίου δε θυμάμαι το όνομα, επ’ ονόματι “Yellow River” (σημ: ερεύνησα και βρήκα πως το συνέγραψαν δυο Κινέζοι συνθέτες, οι Yin Chengzong & Chu Wanghua, βασισμένοι στην ομώνυμη καντάτα του συναδέλφου τους Xian Xinghai). Όπως και έγινε. Συνέπτυξαν τα συμφωνικά έργα των Κινέζων συνθετών με τη δική μου δουλειά. 

Στη συνέχεια με προσκάλεσαν να παρευρεθώ στο Πεκίνο για να παίξω μαζί τους και φυσικά πήγα. Και ήταν πραγματικά φαντασμαγορικό όλο αυτό. Με μια τεράστια γιγαντοοθόνη πίσω τους να προβάλει σοκαριστικά πλάνα από όλο αυτόν τον καπνό που πάει πάνω στον ουρανό, ωθώντας μας να φανταστούμε πόσο πιο όμορφος θα ήταν ο κόσμος μας να σταματούσαν όλα αυτά… 

Όμως μη με παρεξηγήσεις (σημ: επρόκειτο ποτέ;), δεν είμαι από αυτούς τους αρρωστημένους με την Greenpeace, κι ας τηρώ από μόνος μου ως ευαισθητοποιημένο άτομο τα απαραίτητα προς αυτή την κατεύθυνση. Αντιλαμβάνεσαι τι εννοώ. Δεν είμαι δηλαδή όπως ο Sting για παράδειγμα που έχει αναλάβει την εκστρατεία για τη διάσωση του Rain Forest. Ή τους άλλους που προσπαθούν να σώσουν τις φάλαινες από αφανισμό. Εγώ δεν δηλώνω ακτιβιστής, δε θέλω. Η όλη εμπειρία ήταν απίστευτα ελκυστική όμως και δέχθηκα με χαρά. Και μέσα από αυτή την ευκαιρία γνώρισα για πρώτη φορά από κοντά τον διεθυντή ορχήστρας Terje Mikkelsen. 

Το κονσέρτο ήταν άψογο. Αμέσως μετά καθίσαμε με παρέα και συζητήσαμε οπότε κατάλαβα πως ο Terje ήθελε πολύ να συνεχίσουμε μαζί όλο αυτό το πάντρεμα ροκ σχήματος και ορχήστρας το οποίο άλλωστε επιχειρώ χρόνια. Και παρότι έχω και κάποιες πολύ δυσάρεστες εμπειρίες στο παρελθόν από τέτοιου είδους συνεργασίες, στην περίπτωσή του δέχθηκα μονομιάς αφού μου διαβεβαίωσε πως όλα θα είναι άψογα. Μου δήλωσε πως ανυπομονούσε για τις δικές μου ενορχηστρώσεις. Επέστρεψα λοιπόν στην Καλιφόρνια όπου πλέον ζω και το ξέχασα εντελώς. Ως που μια μέρα ξαφνικά, προσκλήθηκα στη Νορβηγία… Όχι, λάθος, πήγα στο Μόναχο όπου θα έπαιζα με την προσωπική μου μπάντα, τους Keith Emerson Band, και όχι τους E.L.P., όπου ηχογραφήσαμε όλες τις συνθέσεις/ενορχηστρώσεις που είχα ετοιμάσει όχι μονάχα εγώ, μα και ο Terje με τους υπόλοιπους συνθέτες του project. Ήταν καταπληκτική εμπειρία. Βασικά όταν έχεις τη μουσική σου ξάφνου να αποδίδεται από εβδομήντα ακαδημαϊκούς μουσικούς διεθνούς κλάσεως, με το που χτυπά τη μπαγκέτα του ο διευθυντής ορχήστρας και παίζουν όλοι αυτοί μαζί τη σύνθεση που έχεις γράψει, είναι ξεκάθαρα μια αξιομνημόνευτη εμπειρία ζωής!”

Εννοείται! Και ο Troy; Πως μπήκε στο παιχνίδι; 

“Ως ντράμερ του Marc Bonilla. Όμως τον ήξερα και εγώ ήδη ως μουσικό. Αυτός έπαιζε με μια heavy metal μπάντα, σωστά;”

Hard & Heavy, ναι, τους αγαπημένους μου Tesla.

“Ναι, με τους Tesla. Έτσι λοιπόν σκεφτόμουν πως όλο αυτό θα είναι μια τεράστια παρέκκλιση για τον Troy. Ξάφνου, από κει που έπαιζε heavy metal, να παίξει με μια πολυπληθή συμφωνική ορχήστρα. Να όμως που το διαχειρίστηκε έως και απρόσμενα θαυμασίως! Φαντάσου μόνο πως καταφέραμε να ηχογραφήσουμε ολόκληρο το μεγαλεπήβολο άλμπουμ μονάχα σε μια εβδομάδα. Δε μιλώ φυσικά για την μεγάλη προσπάθεια που εύλογα καταβλήθηκε μετά αυτή καθαυτή την ηχογράφηση, κυρίως για το θέμα της ανάδρασης που προκαλούν στα μικρόφωνα των κλασικών οργάνων τα ηλεκτροδοτούμενα. Αναφέρομαι στην εγγραφή και μόνο. Φυσικά σε μια ζωντανή ηχογράφηση σαν κι αυτή βάζεις γύρω από τον ντράμερ ηχομονωτικά παραπετάσματα… Και πάλι κάτι θα ξεφύγει όμως. Πράγμα που βίωσα προσωπικά και προ δεκαετιών, κατά την αντίστοιχη ηχογράφηση του “Five Bridges Suite” με τους Nice. Δεν είναι εύκολο να παντρέψεις ακουστικά όργανα με ηλεκτρικά. Αυτό που κάναμε λοιπόν με το project ήταν να ηχογραφήσουμε προσηλωμένοι στα ακουστικά μέρη όντας στο Μόναχο. Και γυρνώντας στην Καλιφόρνια, έγραψε π.χ. από πάνω τις ηλεκτρικές κιθάρες του ο Marc Bonilla. Και εγώ προσέθεσα τα μέρη του minimoog…”

…Όπως και ο Travis Davis το ηλεκτρικό μπάσο…

“Ακριβώς. Και το μπάσο. Με άλλα λόγια για να το ξεκαθαρίσω καλύτερα, γράψαμε και τα ηλεκτρικά όργανα στο Μόναχο ως οδηγούς ώστε να ακούγεται καλά με τη ορχήστρα πρώτιστα, με σκοπό όμως να τα βγάλουμε στην άκρη αργότερα και να τα επαναηχογραφήσουμε εκ νέου”. 

Κατάλαβα, σε ευχαριστώ. Τώρα θέλω να μας πεις αν έχουμε νεότερα για το πολυαναμενόμενο ντοκιμαντέρ “Emerson, Pictures of an Exhibitionist” που ήταν έως πρόσφατα από όσο έμαθα στο στάδιο της προπαραγωγής.

“Αναφέρεσαι στο ντοκιμαντέρ (βήχει έντονα αρκετή ώρα)… Συγχώραμε, προφανώς άρπαξα κρυολόγημα…”

Κανένα πρόβλημα, κι εγώ το ίδιο άλλωστε…

“…Είναι ένα σχέδιο μου που ακόμη βρίσκεται στα προκαταρκτικά στάδια θα έλεγα…”

Και πιστεύεις πως θα έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2013;

“Το ελπίζω! Το θέμα με τα ντοκιμαντέρ είναι πως για να τα φτιάξεις έτσι που να προσελκύουν το ευρύ κοινό, πρέπει να είναι εκλαϊκευμένα και μονταρισμένα έτσι, που να καταλήγουν πλούσια σε ποικίλες πληροφορίες. Έτσι ώστε ακόμη και κάποιος που δε γνωρίζει απολύτως τίποτα για την ιστορία μου ως μουσικοσυνθέτη, να έχει αμείωτο ενδιαφέρον ως θεατής από την αρχή ως το τέλος… (σημ: στο σημείο αυτό η σύντροφός του μπαίνει στο δωμάτιο και ο Keith της μιλά)… Ζητώ συγνώμη για τους θορύβους (γελά). 

Ναι, ελπίζω να είναι έτοιμο μες τη χρονιά (σημ: έως και σήμερα το πολυαναμενόμενο ντοκουμέντο παραμένει δυστυχώς ανολοκλήρωτο). Το σημαντικότερο είναι να βρω έναν πολύ καλό παραγωγό ταινιών που θα βάλει όλα τα πράγματα στη θέση τους ώστε να αξίζει τον κόπο. Όπως φυσικά και έναν πολύ καλό σκηνοθέτη. Όπως αυτόν που ανέλαβε για παράδειγμα το ντοκιμαντέρ για τον George Harrison που έκανε πάρα πολύ καλή δουλειά…(σημ: αναφέρεται στον τιτάνιο Martin Scorsese!)”

Μοιραστείτε