ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
16 September, 2019
ΚεντρικήΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΟι Σπέτσες του Οδυσσέα Ελύτη

Οι Σπέτσες του Οδυσσέα Ελύτη

Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια (1919-2019) από τότε που η οικογένεια Αλεπουδέλη, η οικογένεια του Οδυσσέα Ελύτη, εγκαινίασε πολύμηνες θερινές διακοπές στις Σπέτσες.

Ο ίδιος ο ποιητής στην «Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό» λέει για κείνη την εποχή:

«Πηγαίναμε τότε τακτικά στις Σπέτσες. Οι Σπέτσες ήταν ένα νησάκι σε παρθένα κατάσταση τότε· δεν υπήρχανε ούτε φεριμπότ, ούτε κρίς-κράφτ, ούτε βενζίνες, τίποτα· και νοικιάζαμε κάτι παλιά μεγάλα δίπατα σπίτια, εντελώς άδεια· τα κουβαλούσαμε όλα απ΄την Αθήνα. Εμείς τα παιδιά περνούσαμε τα τρία τέταρτα της ημέρας σ αυτές τις γεροφτιαγμένες, παλιές, σπετσιώτικες βάρκες, με τις οποίες πηγαίναμε στην αντικρινή παραλία. Εκεί όλα τα στοιχεία παίρνανε κάτι το τελετουργικό. Το πρωί ξέραμε ότι θα φυσάει μαΐστρος, μ αυτόν τον αέρα ξεκινούσαμε. Κατά τις έντεκα έκοβε ο καιρός και γινόταν η θάλασσα λίγο πιό γαλακτερή, Το μεσημέρι έβλεπες μιά μπλέ γραμμή που ερχόταν απ’ την Ύδρα και την Ερμιόνη, ο μπάτης, άς πούμε· ο μπάτης εκεί ήτανε ο Γραιγολεβάντες και μ’ αυτόν επιστρέφαμε. Το απόγευμα πάλι, στις τρεις, ήταν η άφιξη του βαποριού, που τότε ήταν για μας μια μεγάλη διαδικασία, και το βραδάκι πηγαίναμε στα Βότσαλα τα λεγόμενα, εκεί που είναι σήμερα οι Σχολές.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά γινότανε εκδρομές, πανηγύρια… Ήτανε της Αγίας Παρασκευής, της Αγίας Μαρίνας, και κυρίως τον Δεκαπενταύγουστο. Ο πατέρας μου, θυμάμαι, οργάνωνε λειτουργίες σε ξωκκλήσια, και αυτό μου έχει εντυπωθεί πολύ, γιατί ένιωθες ν΄ ανακατεύεται το λιβάνι με το θυμάρι, μια αίσθηση που για μένα χαρακτηρίζει το συνδυασμό δύο στοιχείων, του φυσικού, ας πούμε, και του μεταφυσικού».

Το καφενείο του Καρδάση (περ. 1920). Πίσω το ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρετανία” και πιο κάτω η “Καγκελαριά”, παλιά Δημαρχείο και σήμερα Λιμεναρχείο.

Κι ο ποιητής, στη συνέχεια, αποτιμά θετικότατα εκείνα τα καλοκαίρια στις Σπέτσες:

«Είναι γνωστό ότι αυτή η ηλικία ανάμεσα στα επτά και στα δεκατέσσερα παίζει μεγάλο ρόλο για έναν άνθρωπο, γιατί τότε διαμορφώνεται μέσα του ο προσωπικός μύθος. Συλλογίζομαι μάλιστα ότι τα παιδιά που δεν είχαν την τύχη να δοκιμάσουν κάτι ανάλογο, δεν λέω το ίδιο, αντιμετωπίζουν τη ζωή τους κάπως άοπλοι. Τους λείπει αυτό το εσωτερικό βάρος που δίνει μια διαμόρφωση μύθου προσωπικού».

Ο ποιητής το ομολογεί ξεκάθαρα για τα βιώματά του στις Σπέτσες: «Όλα αυτά τα πράγματα έχουν γραφτεί μέσα μου και χωρίς να το θέλω βγαίνουν στα ποιήματά μου».

Για παράδειγμα, στο «Αρχέτυπον» από τη συλλογή «Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά», ο Ελύτης μνημονεύει το Λιγονέρι των Σπετσών, τον απόκρημνο βράχο με το περίφημο νερό του:

«Του βότσαλου που εκρούστηκε η μπαρούτη μου ξανάφερε το Λιγονέρι και μιαν ακρογιαλιά

Όπου ως φαίνεται είχα πρωτοϊδεί Γυναίκα και τι πάει να πει τα μεσάνυχτα φωτιστικά ροδόδεντρα να βλέπεις ύστερα κατάλαβα…»

Το Λιγονέρι έχει συνδυάσει με τον Ελύτη και η σπουδαία γλύπτρια Ναταλία Μελά (1923-2019), η οποία σε μία συνέντευξή της θυμήθηκε τον ποιητή στο νησί: «Ερχόταν συχνά τα καλοκαίρια στις Σπέτσες. Έμενε στο σπίτι των Κανελλόπουλων και κάναμε πολλή παρέα. Κολυμπούσαμε μαζί στο Λιγονέρι και αλλού. Ήταν καλός κολυμβητής, του άρεσε πολύ η θάλασσα».

Στο βάθος το εμβληματικό ξενοδοχείο “Ποσειδώνιον”, που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1914 και συνεχίζει και σήμερα απτόητο. Χτίστηκε μεταξύ 1911 και 1914 σε σχέδια του Πολιτικού Μηχανικού Παναγιώτη Ζίζηλα και αρχικός του ιδιοκτήτης ήταν ο Σωτήριος Ανάργυρος. Δίπλα του ισόγειο κατάστημα, μάλλον καφενείο, με το όνομα “Ερμείον” με πηχυαία γράμματα.

Αλλά και στον ταξιδιωτικό του σάκο ΟΤΤΩ ΤΙΣ ΕΡΑΤΑΙ, στον «Μικρό Ναυτίλο», ο Ελύτης από τις Σπέτσες θα έπαιρνε μαζί την παραλία των Αγίων Αναργύρων:

«ΣΠΕΤΣΕΣ

Άγιοι Ανάργυροι. Στα ρηχά ο διάφανος βυθός όλο τρυπίτσες κι από πάνου το πεύκο, γέρικο, σπασμένο, αδειάζοντας ευωδιές σαν να ξεπληρώνει παλιό χρέος.»

Στ’ «Ανοιχτά Χαρτιά» (Το χρονικό μιας δεκαετίας, σ.444-45), ο ποιητής μας περιγράφει ένα θαύμα που έζησε στις Σπέτσες:

«Το μοναδικό παράθυρο που έβλεπε στο «πίσω ταρατσάκι», όπως το λέγαμε, ήταν το δικό μου. Καταμεσήμερο. Ένας θόρυβος που ερχόταν απ’ έξω μ΄ έκανε να πλησιάσω στο παντζούρι και να κοιτάξω ανάμεσα στις χαραμάδες. Ήτανε η μικρή Ειρήνη, το κορίτσι του σπιτιού, που ερχότανε από τη θάλασσα και σκουπιζότανε με μια μεγάλη χρωματιστή πετσέτα. Οι στάλες της θάλασσας έπεφταν από τα μαλλιά της στα φρύδια, μια στιγμή ακινητούσαν στα τσίνορα, ιριδίζανε, τέλος κυλούσανε πάνω στα μαγουλά της. Διάλεξε μια γωνιά που να την πιάνει ο ήλιος και με μια κίνηση βιαστική άπλωσε την πετσέτα στις πλάκες και ξάπλωσε ανάσκελα με τα πόδια μισάνοιχτα. Ύστερα, σε λίγο, ανασηκώθηκε στον αγκώνα της, κοίταξε φέροντας ένα γύρο το κεφάλι της για να σιγουρευτεί ότι δεν την βλέπει κανείς, σταμάτησε αρκετή ώρα στο κλειστό μου παραθυρόφυλλο (από μέσα κρατούσα την αναπνοή μου), ύστερα, καθησυχασμένη, έλυσε τον στηθόδεσμο και ξαναπήρε την αρχική στάση, με τα δυσανάλογα μεγάλα και λευκά στήθη της απολυτά στον ήλιο. Ένα θαύμα. Είχα αντικρύ μου την κορφή μιας μεγάλης λεμονιάς. Ύστερα, το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι της ταράτσας. Και πιο δω, το γυμνό αυτό κορμί που έπαλλε μέσα στην αποθέωση του φωτός. Όλο αυτό, σ’ ένα φόντο ηχητικό από το χτύπημα των κυμάτων και το τζί-τζί-τζί, που ανέβαινε αόρατο και παντοδύναμο από τον κήπο, από τους άλλους κήπους, από τον διπλανό ελαιώνα, απ’ ολάκερο το νησί. Αλήθεια, ώρες μπορούσα να στέκομαι έτσι, σαν άγγελος μέσα σε μια παράξενη φωτοσύνθεση, συλλογιζόμουνα.

Όταν, άξαφνα, βλέπω να καταφθάνει από μακριά, κάνοντας μεγάλους ελιγμούς μες στον αέρα, μια φανταχτερή πολύχρωμη πεταλούδα,. Πέρασε ξυστά από το παράθυρό μου, σχεδόν το άγγιξε, θυμάμαι ότι πρόφτασα να δω τους συμμετρικούς μαύρους κύκλους πάνω στα κίτρινα φτερά της. Ύστερα, μονομιάς και χωρίς να διστάσει πήγε και κάθισε ελαφρά πάνω στα μαλλιά της κοπέλας. Έκανε μερικά μικρά πηδηματάκια, και να σου την, με το τελευταίο, πάνω στο ένα από τα δύο ωραία στήθη που ανεβοκατέβαιναν τώρα με το ρυθμό του ύπνου. Στο ελάχιστο διάστημα που κρατήθηκε εκεί – ώσπου έδωσε μια και χάθηκε, για να μην την ξαναδώ ποτέ, μια πεταλούδα όπως όλες οι άλλες που έμελλαν σε λίγο να μην υπάρχουν, όπως δε θα υπήρχα ούτε εγώ ούτε η μικρή Ειρήνη – πρόφτασα πάλι να κρατηθώ απ’ αυτό το αίσθημα της αθανασίας που δίνει η σύνθεση από τα κομμάτια της ζωής που κρύβουμε, ή αφήνουμε να μας τα κρατούν αποχωρισμένα, το άλλο είδος γραφής, τα δεύτερα και τα τρίτα ελληνικά, που όταν καταφέρω να τα διαβάσω, αμφιβάλλω τελεσίδικα για όλους τους παρόντες και μέλλοντες Εκκλησιαστές του κόσμου».

Από τη Μπάλτιζα, το παλιό λιμάνι του νησιού, προς τον Άγιο Νικόλαο (μάλλον δεκ. ’30). Στο κέντρο το παλιό Λιοτρίβι.

Το παραπάνω Ελυτικό θαύμα μας θυμίζει, αίφνης, κι εκείνο το τραγούδι από το «Θαλασσινό τριφύλλι»:

Εκεί στης Ύδρας τ’ ανοιχτά και των Σπετσών να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο…

Πάντως οι Σπέτσες του Ελύτη θα συνεχίζουν να υπάρχουν όσο η Ιουλίτα Ηλιοπούλου εξακολουθεί να κάνει εκεί τις διακοπές της κάθε χρόνο κι εκεί να γράφει ποίηση, έναν αιώνα μετά τις πρώτες διακοπές του Ελύτη στο νησί.

Πηγή: lifo.gr

Μοιραστείτε