ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
7 December, 2022
ΚεντρικήΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ“Με τον “Φάρο” συνειδητοποιήσαμε ότι και το κλαρίνο είναι “έθνικ” στα αυτιά των ξένων”. Συνέντευξη με τον τραγουδοποιό Νίκο Γρηγοριάδη. Μέρος Α! 

“Με τον “Φάρο” συνειδητοποιήσαμε ότι και το κλαρίνο είναι “έθνικ” στα αυτιά των ξένων”. Συνέντευξη με τον τραγουδοποιό Νίκο Γρηγοριάδη. Μέρος Α! 

Τον ανακαλύψαμε στην δεκαετία του ‘90 με την έκρηξη του “έθνικ”, που έφερε τις λαϊκές μουσικές του κόσμου στο προσκήνιο. Κυκλοφόρησε τον “Φάρο”, ένα δίσκο που συμπεριελάμβανε μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς του δημοτικού και της “έθνο-τζαζ” της εποχής, και που κομμάτια του μπήκαν σε πολλές ανάλογες ξένες συλλογές. Μαζί του είχε την τραγουδίστρια Κατερίνα Κυρμιζή, που αποδείχθηκε η μούσα του και η γυναίκα της ζωής του.

Στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς μετά από πολλά χρόνια κυκλοφόρησε ένα καθαρά δικό του δίσκο, τον “Βασιλιά της Λύπης”, όπου μελοποιεί Καρυωτάκη, Σαπφώ και Πραξύλλα με την συμμετοχή του Γιώργου Νταλάρα και του Μίλτου Πασχαλίδη. Έτσι βρεθήκαμε στο σπίτι του για μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη 

Φωτογραφίες συνέντευξης: Κατερίνα Κυρμιζή 

Κύριε Γρηγοριάδη, πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την μουσική;

Θυμάμαι στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού βρήκα μέσα στο σπίτι μου ένα μαντολίνο –ο πατέρας μου θα το είχε από κάπου μαζέψει– το οποίο είχε μία διπλή χορδή και επάνω εκεί προσπαθούσα ατελείωτες ώρες. Προς δυσαρέσκεια των δικών μου όμως, διότι παραμελούσα λίγο τα μαθήματα και ήμουν πολύ εκεί.  Από εκεί ξεκίνησα.  Κάποια στιγμή, στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, ενέδωσε ο πατέρας μου, μου πήρε μία κιθάρα κλασσική, την οποία συνέχιζα μόνος μου –δεν ήθελα να πάω σε ωδείο, με πήγε.  Με το που πήγα στο ωδείο μέσα κάτι δεν μου άρεσε, δεν ξέρω τι.

Πολύ επίσημο;

Ήμουν πολύ μικρός για να το εξηγήσω, αλλά τα vibes τα έπιασα, κάτι δεν μου άρεσε και λέω: “θα συνεχίσω μόνος μου”. Στο ωδείο πήγα πια μεγάλος, μετά τη θητεία μου στην Αεροπορία. Πήγα μουσικός στη Μοίρα της Αεροπορίας και μετά από εκεί συνέχισα σπουδές στο Ελληνικό Ωδείο, θεωρητικές –όχι στο όργανο, βέβαια. Ουσιαστικά, δηλαδή, ξεκίνησα αυτοδίδακτος και στην πορεία σπούδασα.  Αλλά, από ό,τι μου λένε και οι δικοί μου, από πολύ μικρή ηλικία δήλωνα ότι θα γίνω μουσικός.  Είχα γκρίνια όμως μέσα στο σπίτι.

Γιατί;

Δεν διάβαζα, παραμελούσα τα μαθήματά μου, ήμουν όλη την ημέρα με το μαντολίνο και δεν τους άρεσε. Αν και ο πατέρας μου ήταν ερασιτέχνης μουσικός, δηλαδή έφτιαχνε, λόγω της ποντιακής του καταγωγής, ποντιακές λύρες και έπαιζε κιόλας, οπότε είχε μία επαφή με τη μουσική. Η μάνα μου ήταν καλλίφωνη, αν και ακούγαμε σπάνια τη φωνή της. Ήταν από την Λευκάδα και τις σπάνιες φορές που καμιά φορά τραγουδούσε,  έλεγε διάφορα τραγούδια παραδοσιακά και ασυγκέραστα.  

Αλλά, εντάξει, βρήκα σιγά-σιγά το δρόμο μου.  Μία ιστορία που μετά τα 30 μου έμαθα τι έγινα, μεγάλος πια, δηλαδή είχα ήδη διορισθεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως μουσικός και είχε ξεκινήσει και η δισκογραφία μου.

Στο Studio Παράκτιο το 2000 για την ηχογράφηση του Αλφάδι@ Γιώργος Παχούντης

Τι μουσικές ακούγατε τότε;

Σαν παιδάκι, άκουγα τη λαϊκή μουσική της δεκαετίας του 1960, από τα πειρατικά ραδιόφωνα της εποχής, με αφιερώσεις κ.λπ.  Την καλή λαϊκή μουσική της εποχής εκείνης.  Στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου άρχισα να ακούω αγγλόφωνη μουσική.  Θυμάμαι ότι μου άρεσαν πάρα πολύ, συγκροτήματα art rock όπως οι Genesis. Αυτό όμως πριν φύγει ο Gabriel, πριν το 1974 δηλαδή. Επίσης μου άρεσε ο Hendrix πάρα πολύ, καθώς και η “φολκ” μουσική.

Εννοείτε Ντύλαν και Μπαέζ;

Όχι τόσο πολύ Dylan και Baez. Εκείνη την εποχή μου άρεσε ο Nick Drake.

Αγγλική φάση.

Ναι, αγγλική φολκ. Και Beatles, βέβαια, και όλα τα ροκ της εποχής εκείνης. Μεγαλύτερος άρχισα να ακούω και όλα τα υπόλοιπα. Λόγω των σπουδών μου, πρώτα-πρώτα, άκουσα ευρωπαϊκή μουσική και εννοώ όλο το τόξο της ευρωπαϊκής μουσικής από πολύ παλιά, δηλαδή μεσαιωνική μουσική, προκλασική, κλασική, ρομαντική, ρομαντισμός, σύγχρονη. Όλ όλα αυτά σιγά-σιγά.  Παράλληλα, μου άρεσε πάρα πολύ από την αμερικάνικη μουσική το μπλουζ, αλλά και τζαζ άκουγα και όλα τα είδη της μαύρης μουσικής, δηλαδή soul. 

@ Γιώργος Παχούντης

Όπως;  

Από Ray Charles και μετά –γιατί αυτός την έβγαλε από την εκκλησία και την έκανε λαϊκή μουσική– και φυσικά Stevie Wonder, που ήταν μαθητής του. 

Με την δισκογραφία πώς ήρθατε σε επαφή;

Με τη δισκογραφία ξεκινώ με την Virgin, επί Πετρίδη.  Ήξερα τον Άκη Λαδικό, όπου είχαμε συναντηθεί στη “Λύρα”.  Δούλευα στη “Λύρα” από το 1987 μέχρι το 1990 και κάποια στιγμή εμφανίσθηκε και αυτός εκεί και κάναμε παρέα για ένα διάστημα.  Νομίζω ότι ήταν δάσκαλος αυτός τότε –χωρίς να είμαι σίγουρος, μπορεί να έγινε μετά– εγώ δεν είχα ακόμα διορισθεί. Κάποια στιγμή συναντηθήκαμε μετά τη “Λύρα” και μου λέει “Αφού ασχολείσαι για φέρε μου να ακούσω”.  Του πηγαίνω τη «Μοναξιά Του Φάρου» –τον πρώτο μου δίσκο– σε demo και μου λέει, αυτό είναι πολύ ωραίο, να το δώσω στον Πετρίδη που ξεκινά να κάνει ελληνικό ρεπερτόριο στη Virgin;  Δώσε το, του λέω.  Έτσι υπέγραψα με την Virgin, τους άρεσε πολύ. Ήταν το δεύτερο συμβόλαιο της Virgin, ο Δουρδουμπάκης ήταν το πρώτο και εγώ το δεύτερο.  Από εκεί ξεκίνησα.

Εν τω μεταξύ, έφερα και την Κατερίνα Κυρμιζή στην εταιρία και έκανα τρεις δίσκους εγώ και δύο η Κατερίνα εκεί, πριν ενσωματωθεί η Virgin στην ΕΜΙ, γύρω στο 2000. Έκανα, δηλαδή, τη «Μοναξιά Του Φάρου». 

Και μετά φτιάξατε το “Φάρο”.

Ήταν παραγγελία του Πετρίδη ο “Φάρος”.

Πείτε μου σχετικά.

Το έπαιξε στο Midem στη Γαλλία, το ρεπερτόριο ενός-δύο χρόνων που είχε κάνει στη Virgin, και τους άρεσε πάρα πολύ και μου το ζήτησαν. Το επαναχρηματοδότησε για να γίνει σε instrumental εκδοχή και έβαλα δύο επιπλέον κομμάτια μέσα, τα «Βραχέα Κύματα» και την «Έρημο», το οποίο το τραγουδούσε η Κατερίνα. Ήρθαν καταπληκτικοί μουσικοί και παίξαμε, σολίστες –ο Αχαλινωτόπουλος (κλαρίνο), ο Μαγκλάρας (βιολί), ο Θοδωρής Ρέλλος από τους Mode Plagal, ο Βαγγέλης Καρύπης, και ο Πέτρος Κούρτης από τους Iasis.

Τότε είχε έρθει η μόδα του “έθνικ”, το οποίο μας βοήθησε να ανακαλύψουμε πολύ την δική μας παραδοσιακή μουσική.

Ναι, η αλήθεια είναι ότι εγώ από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, με την εμφάνιση δηλαδή του “έθνικ” ως ρεύμα που δημιουργήθηκε, άρχισα να το παρακολουθώ. Θυμάμαι την πρώτο φεστιβάλ του WOMAD, που έγινε το 1982 και που έπαιξε ο Gabriel (σδ= ο ιδρυτής του φεστιβάλ) και που το 1989 τα βασικά μέλη του WOMAD μαζί με τον Gabriel έκαναν την δισκογραφική εταιρεία Real World.

Εγώ τον Gabriel, επειδή τον λάτρευα από τους Genesis, τον παρακολουθούσα και, έτσι, μπήκα και στην “έθνικ” μουσική σιγά-σιγά, γιατί ήταν πρωτοβουλία του ουσιαστικά. Στην πορεία ανακάλυψα ότι είμαστε και εμείς “έθνικ” στα μάτια των ξένων.  Όταν έκανα τον “Faro”, μαζί με το συνεργάτη μου το   Χρυσόστομο Μουράτογλου, χρησιμοποιήσαμε αρκετά παραδοσιακά όργανα, δηλαδή ο Αχαλινωτόπουλος έπαιξε κλαρίνο, έβαλα μπουζούκι σε ένα κομμάτι μέσα.  Χρησιμοποίησα στοιχεία, πέρα από τα στοιχεία τα ρυθμικά που έχουν κάποια κομμάτια.

Ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος συμμετείχε καταλυτικά στον “Φάρο”

Πώς ήρθε η ιδέα για τον “Faro”, που ήταν αυτό το μίγμα, ας πούμε, ορχηστρικής, ή όπως αλλιώς μπορείτε να το πείτε, με την παραδοσιακή;

Επειδή ήταν παραγγελία ουσιαστικά από έξω, σκεφθήκαμε μαζί με το συνεργάτη μου ότι, από εμάς τι περιμένουν τώρα; Αυτό που ξέρουμε. Και χρησιμοποιήσαμε όργανα που χρησιμοποιούνται κατεξοχήν στην ελληνική μουσική. Έτσι κι αλλιώς, από τη στιγμή που δεν ήταν τραγούδια, έπρεπε κάποιο σολιστικό όργανο να παίξει.  Το κλαρίνο, λοιπόν, ήταν μία από τις πρώτες επιλογές –βέβαια, όχι μόνο το κλαρίνο, γιατί ο Θοδωρής Ρέλλος έπαιξε τότε σε ένα άλλο κομμάτι σαξόφωνο.  Αλλά θέλω να πω ότι είχε μέσα παραδοσιακούς ήχους, είχε ούτι, βάλαμε λαούτο, είχε διάφορα όργανα μέσα παραδοσιακά. Η ανάγκη δηλαδή, ότι έπρεπε να πρωταγωνιστήσουν κάποια όργανα αφού έλειπαν οι φωνές, μας οδήγησε, από τη μία, και, από την άλλη, οι πρώτες μας επιλογές ήταν τα όργανα που χρησιμοποιούνταν στην ελληνική μουσική. Δηλαδή δεν χρειαζόταν και πολλή φιλοσοφία για να το πιάσεις.  

Ο “Faros” τότε μπήκε σε πολλές συλλογές.

Ναι, ο “Faros” μπήκε σε πάρα πολλές συλλογές, όχι μόνο ένα κομμάτι, διαφορετικά κομμάτια. Σε ένα, μάλιστα, στην Ιταλία έγινε και χρυσός, το οποίο δεν είχε κομμάτι, τραγουδούσα εγώ τη «Θάλασσα» –θα σου τα δείξω, τα έχω κρατήσει ευτυχώς.

Τότε είχατε μαζέψει το group να παίξετε έξω;

Τι να παίξουμε;  Αυτό ούτε για αστείο. Ο καθένας από αυτούς τώρα έχει μία ξεχωριστή μεγάλη πορεία, πού να τους μαζέψεις τώρα όλους αυτούς;  Πρώτον, δεν υπήρχε το budget. Είχα στείλει να πάμε να παίξουμε στη βέλγικη τηλεόραση, πού να τους μαζέψω εγώ τώρα όλους αυτούς;  Δεν υπήρχε.  Ήταν και οι εποχές που πληρώνονταν αδρά, και στο στούντιο, και έπρεπε δηλαδή να υπάρχουν τεράστια budget. Θα μπορούσε, προφανώς, να τους χρησιμοποιήσει κάποιος που ήταν πολύ μεγάλο όνομα και θα είχε πολύ μεγάλο budget, αλλά ένας νεοεισερχόμενος τώρα δεν υπήρχε περίπτωση να τα βγάλει πέρα.  Από την άλλη, εγώ δεν ήμουν δεξιοτέχνης σολίστ, να το πάρω επάνω μου και να πω ότι, αφού παίζω οργανική μουσική, θα είμαι εγώ μπροστά και, εντάξει, παίρνω και άλλους δύο και πάμε. 

Ουσιαστικά, αυτό δεν είχε συνέχεια και δεν είχε συνέχεια για δυο λόγους, αφενός μεν, δεν είχε ζήτηση μεγάλη την εποχή εκείνη –για την Ελλάδα μιλώ εδώ– και, αφετέρου, δεν είχα και μπάντα.  Έτσι, επέστρεψα στην τραγουδοποιία, εκεί που ήμουν πάντα, που ήταν περισσότερο στα μέτρα μου και μπορούσα να τα βγάλω πιο εύκολα πέρα.

Με την Κατερίνα Κυρμιζή πότε γνωρισθήκατε;

Την Κατερίνα τη γνώρισα το 1994-1995 στη “Λύρα”. Με είχαν φωνάξει για να της γράψω τραγούδια.  Όταν έφθασα, τη συνάντησα στο ασανσέρ, γιατί πήγαμε την ίδια ώρα, και ανεβήκαμε στον έκτο όροφο.  Είχαμε καταλάβει, βέβαια, ο ένας ποιος είναι ο άλλος. Την έβαλε να μου παίξει ένα κομμάτι ο Άγγελος Σφακιανάκης και του λέω :”Άγγελε, εμένα τι με φώναξες εδώ, μια χαρά τα λέει, τι να κάνω εγώ εδώ, αφού είναι μία χαρά τι να της γράψω;”

Κάναμε κάποια demo, αλλά για κάποιο λόγο, που δεν κατάλαβα, δεν προχωρούσε αυτό το πράγμα εκεί με τον Άγγελο.  Ενώ ήταν ιδέα του να προχωρήσει, δεν προχωρούσε.  Αλλά ήταν ο Άγγελος που μου τη γνώρισε την Κατερίνα.  Έτσι ξεκίνησε.  

Είναι διαφορετικό πράγμα να γράφετε για τον εαυτό σας και διαφορετικό να γράφετε για άλλους;

Για να πω την αλήθεια, όταν ξεκινώ να γράψω ένα τραγούδι, δεν σκέπτομαι για ποιον το γράφω.

Σας βγαίνει αυθόρμητα.

Ναι.  Για να πω και την αλήθεια, όταν έδωσα εγώ την κασέτα στον Άκη Λαδικό να την πάει επάνω στη Virgin, στα δέκα τραγούδια της «Μοναξιάς του Φάρου» δύο τραγούδια τραγουδούσα εγώ, είχα άλλους τραγουδιστές.  Αλλά η λογική του Πετρίδη ήταν “Ωραία τα λες, να τα πεις όλα εσύ”.  Με φόρτωσε πολύ.  Η αλήθεια είναι ότι επειδή τα στάθμισα, βρήκα πράγματα εκεί που δεν τα έβρισκα πουθενά αλλού, μία απεριόριστη ελευθερία στο πώς θα κινηθώ.

Το είχε αυτό ο Πετρίδης

Ο άνθρωπος να είναι καλά, δεν ρωτούσε ούτε σε ποιο στούντιο θα πας, ούτε ποιος μουσικός θα παίξει, ούτε τι θα κάνεις.  Έλεγε, θέλεις να κάνεις το δίσκο σου; Ωραία, πήγαινε και κάνε τα.  Αυτό ήταν. Αλλά στο άλλο, το να τραγουδήσω, ήταν λίγο κάθετος –δεν ξέρω για ποιο λόγο– και η αλήθεια είναι ότι ζορίστηκα και εγώ για να το κάνω, γιατί δεν ήμουν προετοιμασμένος να πάρω τόσο βάρος επάνω μου τραγουδιστικό.  

Το αναφέρω αυτό για να πω ότι, όταν έγραφα τα τραγούδια μου, ποτέ δεν σκεπτόμουν τις φωνητικές δυνατότητες τις δικές μου, εάν πρέπει δηλαδή να θυσιάσω κάποιες νότες στο κομμάτι για να το πω εγώ. Όχι, έκανα το κομμάτι και στην πορεία έβρισκα ποιος θα μπορούσε πιθανόν να το πει.  Αλλά η πρόθεση μου ήταν αυτή από την αρχή, δηλαδή δεν ήμουν ο τραγουδιστής, ήμουν τραγουδοποιός περισσότερο.

Με το «Βασιλιά της Λύπης» πώς έρχεται η ιδέα;  Είναι ένας δικός σας δίσκος μετά από πολύ καιρό –εντάξει, υπάρχουν συνεργασίες με την Κατερίνα– και για πρώτη φορά ασχολείστε με μελοποιημένη ποίηση.  Αυτό πώς ξεκινά;

Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι το καινούριο αυτό είναι, το ένα στοιχείο, και ένα δεύτερο καινούριο στοιχείο είναι ότι ήρθαν και άλλοι πέρα από την Κατερίνα και εμένα.  Αυτά τα δύο καινούρια στοιχεία είναι στους δίσκους. Τώρα, το προηγούμενο αμέσως που είχα κάνει ήταν η «Λάρβα» το 2015 –βέβαια, το έχει πάρει η Κατερίνα όλο επάνω της τραγουδιστικά, αλλά, επειδή έτυχε να γράψω εγώ όλη τη μουσική και τους στίχους, το νιώθω δικό μου. Στο «Βασιλιά της Λύπης» έγραψα τρία τραγούδια, το ομότιτλο «Ο Βασιλιάς της Λύπης» και άλλα δύο.

Αυτό το τραγουδά ο Νταλάρας με το Μίλτο Πασχαλίδη.

Μπράβο, ναι.  Η μελοποίηση ήταν μία ιδέα που κατά καιρούς περνούσε από το μυαλό μου, στο παρελθόν. Χωρίς να το καταλάβω λοιπόν, αφού έχω ολοκληρώσει αυτά τα τρία τραγούδια, είχα του Γαβρήλου Χρήστου –του φίλου και συναδέλφου μου– κάποια σε ελεύθερη μετάφραση από Πράξιλλα και Σαπφώ, ξαφνικά βρέθηκα να μελοποιώ αυτά τα πράγματα, μαζί με τα ποιήματα τα άλλα τελικά που μπήκαν μέσα, που κατά καιρούς στο παρελθόν διάβαζα και μου άρεσαν πολύ, με είχαν συγκινήσει.  Δεν πολυκατάλαβα τι έγινε, μάλλον ωρίμασε η ιδέα της μελοποίησης.

Nα υποθέσω ότι είσαστε λάτρης της ποίησης 

Στη βιβλιοθήκη μας εάν πας θα βρεις ποιητικές συλλογές.  Είμαστε από αυτούς δηλαδή που παίρνουν ποιήματα, διαβάζει και η Κατερίνα και εγώ –η Κατερίνα περισσότερο από εμένα. Δεν διαβάζουμε σε καθημερινή βάση, αλλά υπάρχει μέσα μας αυτό το πράγμα. Για αυτό είπα ότι κατά καιρούς σκεπτόμουν, αλλά δεν είχα πει ποτέ ότι τώρα θα καθίσω να μελοποιήσω ένα τραγούδι, δεν είχα φθάσει ως εκεί. Περισσότερο σαν αναγνώστης διάβαζα κάποια ποιήματα.  Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αυτά που μελοποίησα τα είχα διαβάσει και τα είχα ξαναδιαβάσει, δηλαδή είχα επανέλθει.  

Να ρωτήσω λοιπόν για κάθε έναν από τους ποιητές που έχετε μελοποιήσει ξεχωριστα τι είναι αυτό που σας τραβά και να μου πείτε πώς αυτό μεταφράζεται στη μουσική. Ας ξεκινήσουμε με το «Θρήνο» του Σέλλεϋ.

Ο Σέλλεϋ είναι ένας Ρομαντικός Άγγλος ποιητής, σύγχρονος του Μπάυρον και του Τζων Κητς.  Δεν ξέρω, ίσως επειδή ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, με είχε εντυπωσιάσει που ένας άνθρωπος τέτοιος μιλούσε για την αδικία του κόσμου –το έβρισκα πολύ συγκλονιστικό– αντί να βολευτεί στην τάξη του και να απολαύσει τα προνόμιά του. Αυτό ήταν για εμένα πολύ καθοριστικό στο να με σπρώξει να φθάσω στο να μελοποιήσω, πέρα από το ότι με συγκινούσε και μου άρεσε το ποίημα, ήταν γραμμένο με ένα βατό τρόπο, με μία λιτή γραφή για το Σέλλεϋ.  

Ο Πέρσυ Σέλλεϋ του οποίου τον Θρήνο μελοποίησε ο Νίκος Γρηγοριάδης @ Joseph Severn / Wikipedia

Τι σημαίνει για εσάς ο Καρυωτάκης; Τι είναι αυτό που τραβά συνήθως τους συνθέτες να τον μελοποιούν;

Ο Καρυωτάκης –το έχω ξαναπεί αυτό– μου αρέσει γιατί γεμίζει το ποτήρι του ταυτόχρονα με χαρά και θλίψη την ίδια στιγμή, με χαρμολύπη.  Μου αρέσει αυτό.  Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αυτό το κομμάτι ήταν πολυμελοποιήμενο, εγώ πρέπει να είμαι ο ένατος κατά σειρά που δοκίμασε να το μελοποιήσει.  Εγώ έμεινα, νομίζω –και για αυτό το αποφάσισα– σε μία εκδοχή λίγο πιο φωτεινή, λίγο πιο ανάλαφρη, με λίγο περισσότερο φως, όχι τόσο καταθλιπτική δηλαδή, όπως άκουσα τις προηγούμενες. 

Αυτό νομίζω ότι μου έδωσε το χώρο να το κάνω, γιατί δεν θα πήγαινα ποτέ να μελοποιήσω ένα τραγούδι όπως το «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ», παραδείγματος χάρι. Δεν θα περνούσε ποτέ από το μυαλό μου.  Υπόψη ότι αυτό το ποίημα το έχει μελοποιήσει και ο Θεοδωράκης, μία από τις οκτώ είναι του Θεοδωράκη, και το τραγουδά ο Παπακωνσταντίνου.  

Αλλά νομίζω ότι ακούγοντάς τες μου άφησαν χώρο να το κάνω αυτό, γιατί τις άκουσα όλες, και είπα, εντάξει, είμαι κάπου αλλού εγώ.  Έχω τη δική μου ανάγνωση η οποία νομίζω ότι είναι διαφορετική από τους προηγούμενους οκτώ.

Πηγαίνετε πιο κοντά στο φωτεινό και στο πιο απλό, στο πιο λιτό.

Θα το πω λίγο διαφορετικά, δεν εστιάζω τόσο πολύ στη λύπη –γιατί φωτεινό δεν μπορεί να είναι.  

Όχι, είναι χαρμολύπη.  

Εστιάζω, ας πούμε, στην καταφυγή του Καρυωτάκη στον απέραντο ουρανό, στη θάλασσα.  Προφανώς, πνιγμένος από τις συμβάσεις και τους περιορισμούς ο άνθρωπος είχε καταφύγει σε αυτά τα πράγματα, αλλά εγώ εστιάζω στην καταφυγή του περισσότερο και όχι σε αυτό που τον βασάνιζε.  Αυτό με τον Καρυωτάκη, δηλαδή ανακατεύει την ίδια στιγμή τη χαρά και τη λύπη στο ίδιο ποτήρι.  

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ 

Μοιραστείτε