ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
14 November, 2019
ΚεντρικήΜΟΥΣΙΚΗ50 χρόνια από το Stand Up των Jethro Tull

50 χρόνια από το Stand Up των Jethro Tull

Κλείνουν φέτος 50 χρόνια από την κυκλοφορία του “Stand Up” του άλμπουμ που έστρεψε οριστικά τους  «Tζέθρο Τάλ» προς το «προγκρέσιβ ροκ» και το πρώτο άλμπουμ του είδους που ανέβηκε στο Νο 1 των βρεταννικών τσαρτς. Με αφορμή αυτήν την επέτειο, αλλά και καλοκαιρινή συναυλία ετοιμάσαμε ένα ειδικό αφιέρωμα.

Του Τάκη Ι. Χιωτακάκου, μουσικού

To “Stand Up” είναι ο δεύτερος δίσκος των Jethro Tull (1969), o οποίος, σε σύντομο χρόνο μετά την κυκλοφορία του, έφθασε στην κορυφή των charts στη Μ. Βρεττανία, ενώ στις ΗΠΑ συμπεριλήφθηκε στο Top 20. Με το υλικό αυτού του δίσκου, άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται ο ιδιαίτερος ήχος του συγκροτήματος και να συγκεντρώνονται όλα εκείνα τα απαραίτητα μουσικά στοιχεία, που θα επέτρεπαν λίγο αργότερα την κατάταξη των Jethro Tull στο χώρο του «προοδευτικού ροκ» (progressive rock). Σύγχρονοι μουσικοί, όπως ο Eddie Vedder των Pearl Jam, ο Joe Satriani και ο Joe Bonamassa, έχουν δηλώσει ότι ο συγκεκριμένος δίσκος είναι ένας από τους πιό αγαπημένους τους.

Οι συντελεστές του δίσκου είναι οι Ian Anderson / Ίαν Άντερσον (φωνητικά, φλάουτο, ακουστική κιθάρα, πιάνο, όργανο Hammond, μαντολίνο, μπαλαλάϊκα, φυσαρμόνικα, στίχοι, παραγωγή), Glenn Cornick / Γκλεν Κόρνικ (ηλεκτρικό μπάσο), Clive Bunker / Κλάϊβ Μπάνκερ (τύμπανα, κρουστά) και Martin Barre / Μάρτιν Μπαρ (ηλεκτρική κιθάρα). Ο Barre εγκατέλειψε τις σπουδές του στην Αρχιτεκτονική Σχολή, ύστερα από τρία χρόνια μελέτης, για να ακολουθήσει τους Jethro Tull.

Το εξώφυλλο του album ήταν πτυσσόμενο (‘διπλό’, όπως συνήθιζε τότε να το αποκαλεί το αγοραστικό κοινό των δίσκων βινυλίου). Επιπλέον, όταν άνοιγε, στο εσώφυλλο υπήρχε μία αναδιπλούμενη απεικόνιση των μελών του συγκροτήματος, όπως ακριβώς συμβαίνει με ένα τρισδιάστατο παιδικό βιβλίο. Ήταν μία ιδέα του γλύπτη James Grashow, βασισμένη στο αντίστοιχο ξυλόγλυπτο που είχε κατασκευάσει για το group κατά την διάρκεια περιοδείας τους. Το συγκεκριμένο εξώφυλλο κέρδισε το βραβείο “New Musical Express Award” για το καλύτερο εξώφυλλο δίσκου του 1969, παρά το γεγονός ότι, ύστερα από «σουρρεαλιστικό» σφάλμα του καλλιτέχνη, ο Ian Anderson απεικονίζεται με 11 δάχτυλα…   

O Τζέημς Γκρανσάου με το κορνιζαρισμένο εξώφυλλο του Stand Up

Ο Martin Barre αντικατέστησε τον κιθαρίστα Mick Abrahams, λίγο πριν αρχίσει στο studio η ηχογράφηση του “Stand Up”. Η αποχώρηση του Abrahams προέκυψε ύστερα από διαφωνία του με τον Ian Anderson σχετικά με την διαμόρφωση του μουσικού ύφους του συγκροτήματος. Ο πρώτος επέμενε να παραμείνουν προσηλωμένοι στο Blues ιδίωμα, στο οποίο είχε άλλωστε βασιστεί και το υλικό του αρχικού δίσκου τους “This Was” (1968), ενώ ο δεύτερος οραματιζόταν τον εμπλουτισμό του  ήχου τους με άλλες, διαφορετικές μουσικές φόρμες.

Με άλλα λόγια, ο Anderson ήθελε να απαγκιστρωθούν από το παραδοσιακό δωδεκάμετρο (12-bar) μοτίβο. Ο Martin Barre αποδείχθηκε περισσότερο ευέλικτος και προσαρμοστικός, πιό δεκτικός στον μουσικό πειραματισμό και εναρμονιζόταν πλήρως με τις μουσικές αναζητήσεις του Anderson (για αυτό άλλωστε και η συνεργασία τους συνεχίζεται μέχρι σήμερα).

Oι “Τζέθρο Τάλ” το 1969: Ο Κλάιβ Μπάνκερ (ντρ) ο Μάρτιν Μπάρ (κ) ο Ίαν Άντερσον (φλ) και ο ΓΚλέν Κόννικ (μπ)

Αποφάσισαν λοιπόν να διευρύνουν τους ορίζοντές τους, να αποδεχούν ποικίλες μουσικές επιρροές και να κινηθούν ουσιαστικά σε terra incognita, αναζητώντας νέους τρόπους έκφρασης και μουσικής δημιουργίας. Το σχέδιο αυτό, υλοποιήθηκε κυρίως με την εισαγωγή μουσικών στοιχείων από την προκλασσική περίοδο (Baroque), την παραδοσιακή μουσική της Μ. Βρεττανίας, αλλά και την Jazz. Από την άλλη πλευρά, η ιδέα να χρησιμοποιηθούν όργανα όπως το φλάουτο, το μαντολίνο και η μπαλαλάϊκα, σε συνδυασμό με διάφορα κρουστά (π.χ. bongos, shakers), φάνταζε από καινοτόμα έως εξωπραγματική για τα μέτρα και τα σταθμά της εποχής εκείνης.

Η αλήθεια είναι ότι η ισχυρή προσωπικότητα, η πηγαία έμπνευση και η κίνηση του Ian Anderson επάνω στη σκηνή, συμπλήρωσαν και τόνισαν το μουσικό του ταλέντο και τον καθιέρωσαν σαν έναν ιδαίτερα χαρισματικό performer. Η συνήθειά του να ανασηκώνει το ένα του πόδι όταν έπαιζε φλάουτο, που έμεινε γνωστή σαν “flamingo pose” ή “deranged flamingo”, αποτελούσε ένα από τα πιό χαρακτηριστικά σημεία των εμφανίσεών του. Η στάση αυτή έγινε «σήμα κατατεθέν» σε αρκετά από τα εξώφυλλα των δίσκων του συγκροτήματος.

Να σκεφτεί κανείς ότι, σύμφωνα με αρκετές πηγές, ο Anderson στράφηκε στο φλάουτο γιατί αισθάνθηκε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να παίξει τόσο καλά όσο ο Eric Clapton (!).   

Το πρώτο κομμάτι του δίσκου, με τίτλο “A New Day Yesterday”, αρχίζει δυναμικά με ένα χρωματικό κιθαριστικό riff σε Blues ύφος, πλαισιωμένο από το σφιχτοδεμένο παίξιμο του μπάσου και των τυμπάνων. Η ηλεκτρική κιθάρα είναι μία Gibson Les Paul Special Double Cut με P90 μαγνήτες και ο ενισχυτής, ένας Hiwatt Custom 200W.

H χαρακτηριστική παραμόρφωση που ακούγεται, οφείλεται στο πετάλι Hornby Skewes Treble Booster, συνδεδεμένο μεταξύ κιθάρας και ενισχυτή, που μπορούσε να ανεβάσει το επίπεδο της ηχητικής πίεσης σε εκκωφαντικά ύψη. Παρόμοιους ενισχυτές χρησιμοποιούσε ο David Gilmour (Pink Floyd) και ο Pete Townshend (The Who).

Κάπου στη μέση του κομματιού, το σόλο του Ian Anderson στο φλάουτο εκπλήσσει ευχάριστα τον ακροατή και ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην πορεία των Jethro Tull αλλά και στη μουσική rock γενικότερα. Ήταν πραγματικά πρωτόγνωρο για το 1969, να ακουστεί ο ήχος του φλάουτου σε ένα rock κομμάτι.

Το παράδοξο που σημειώθηκε κατά την διάρκεια της ηχογράφησης του “A New Day Yesterday”, ήταν η εξωφρενική ιδέα του μηχανικού ήχου Andy Johns να περιστρέφει ένα μικρόφωνο κρατώντας το από το καλώδιο, ώστε να αποτυπώσει ένα ηχητικό στροβιλισμό.

Στη συνείδηση του κοινού, το φλάουτο ανήκε σχεδόν αποκλειστικά στην κλασσική μουσική, με κάποιες ίσως εξαιρέσεις στην παραδοσιακή μουσική, αλλά στη Jazz, όπως π.χ. αυτές των Hubert Laws, Herbie Mann και Jean-Pierre Rampal. Για τη Rock, βέβαια, αποτελούσε μία τολμηρή καινοτομία, παραπλήσια με εκείνη του Ray Thomas (RIP) των Moody Blues, όπου κι εκείνος χρησιμοποίησε φλάουτο, με τον δικό του τρόπο.

Στο “Jeffrey Goes to Leicester Square”, το οποίο ο Ian Anderson αφιέρωσε στον παιδικό του φίλο Jeffrey Hammond, άλλη μία μουσική καινοτομία έρχεται να διευρύνει τον ήχο των Jethro Tull. Εδώ έχουμε την χρήση μπαλαλάϊκας από την εισαγωγή, ήδη, του κομματιού. Ο ήχος του ρωσικού αυτού παραδοσιακού οργάνου, αναμειγνύεται με τον ήχο του φλάουτου και της ηλεκτρικής κιθάρας, με ένα παράξενα όμορφο τρόπο. Η προσθήκη flanger effect στην κιθάρα, δίνει ένα ιδιάιτερο χρώμα, και τo ηχητικό αποτέλεσμα όχι μόνο δεν ξενίζει, αλλά είναι απρόσμενα ενδιαφέρον.

Σημειώνουμε ότι ο Jeffrey Hammond (που ήταν και ζωγράφος), έγινε αργότερα μέλος των Jethro Tull. Έπαιξε ηλεκτρικό μπάσο και κοντραμπάσο την παραγωιγκότερη, ίσως, περίοδο των Jethro Tull (1971-1975), συμμετέχοντας και στις ηχογραφήσεις των εξαιρετικών δίσκων “Aqualung”, “Thick as a Brick”, “Living in the Past”, “A Passion Play”, “War Child” και “Minstrel in the Gallery”.   

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Μοιραστείτε