ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
4 December, 2022
ΚεντρικήΚΡΙΤΙΚΕΣSound-on-sound: Επανέκδοση (και αποκατάσταση) για το φουτουριστικό post punk διαμαντάκι τoυ Bill Nelson και των Red Noise 

Sound-on-sound: Επανέκδοση (και αποκατάσταση) για το φουτουριστικό post punk διαμαντάκι τoυ Bill Nelson και των Red Noise 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

Το φθινόπωρο του 2022 κυκλοφόρησε σε επανέκδοση το Sound-on-sound (1979), ο ένας και μοναδικός δίσκος των Red Noise, μίας από τις καλύτερες άσημες μπάντες του βρετανικού post punk / new wave κινήματος των τελών της δεκαετίας του ’70. Ιδρυτής, ηγέτης και γενικός συντονιστής της όλης προσπάθειας ήταν ο Bill Nelson, επίσης ένας από τους καλύτερους άσημους μουσικούς εκείνης της δεκαετίας. 

Για όσους γνωρίζουν, ο Nelson υπήρξε βασικός συνθέτης, κιθαρίστας και τραγουδιστής του συγκροτήματος Be-Bob Deluxe, οι οποίοι κυκλοφόρησαν πέντε studio δίσκους στο διάστημα 1974-1978, καθώς και έναν ζωντανά ηχογραφημένο δίσκο. Χωρίς να υπάρξουν ποτέ αστέρια πρώτης γραμμής, οι Be-Bob Deluxe γνώρισαν σχετική επιτυχία προς τη δύση της καριέρας τους, οπότε και ο Nelson αποφάσισε να τους διαλύσει με σκοπό να ζήσει νέες συγκινήσεις με το νέο σχήμα του, παίρνοντας μαζί του και τον πληκτρά των Deluxe, Andy Clark, και εντάσσοντας στις τάξεις του τον σαξοφωνίστα και αδελφό του, Ian Nelson. Με την προσθήκη δύο ακόμα μελών, ο πρώτος και μοναδικός δίσκος των Red Noise κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1979.

Ο Bill Nelson την εποχή των Be Bop Deluxe

Γιατί όμως δεν υπήρξε συνέχεια στο εγχείρημα; Ερχόμαστε λοιπόν τώρα στην παρούσα επανέκδοση, που χαρακτηρίζεται ως «Deluxe edition», περιλαμβάνοντας δύο CD, το πρώτο με την αυθεντική μείξη, το δεύτερο με καινούρια επεξεργασία, στα οποία έχουν προστεθεί αρκετά επιπλέον κομμάτια. Στο συνοδευτικό βιβλιαράκι περιέχονται τα κείμενα των Steven Wilson, του εγκέφαλου πίσω από τους ιδιαίτερα αγαπημένους στην Ελλάδα Porcupine Tree, και Bill Nelson.

Στο δεύτερο, ο Nelson αφηγείται και περιγράφει όλο το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε με τους Red Noise, παρέχοντας πλούσιες και πολύτιμες πληροφορίες, μέσα από τη δική του υποκειμενική οπτική προφανώς. Εκεί μαθαίνουμε ότι η αποτυχία του δίσκου στην Αμερική οφειλόταν στην απόρριψή του από τους τοπικούς DJ, που το έκριναν ως υπερβολικά φιλόδοξο και περίεργο, ενώ η μέτρια επιτυχία του στην Αγγλία είχε ως αιτία την αλλαγή πλεύσης της πάλαι ποτέ κραταιάς και λίαν προοδευτικής Harvest, θυγατρικής της EMI. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Nelson στο ότι οι άνθρωποι γύρω του θεωρούσαν ότι ο δίσκος θα αποξένωνε τους θαυμαστές των Be-Bob Deluxe, ένα σχήμα που ακόμα και στο απόγειό του δεν είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, πάνω στη βάση του οποίου πάντως θα μπορούσαν να στηριχθούν οι νεοπαγείς Red Noise.  

Το κείμενο του Steven Wilson έχει το δικό του ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο επειδή σημειώνει την ομοιότητα στο ύφος των Red Noise με τους πρώιμους XTC, δηλαδή των πρώτων δύο δίσκων του συγκροτήματος, ονόματι White music (1978) και Go2 (1978) – είχαν προηγηθεί και κάποιες μεμονωμένες κυκλοφορίες το 1977. Η σύγκριση είναι κατά τη γνώμη μου πολύ εύστοχη. Όπως οι νεότευκτοι XTC, οι Red Noise είναι γρήγοροι, ζωηροί και ορμητικοί, έστω και αν οι στίχοι διέφεραν, αφού οι δεύτεροι, δηλαδή ο Nelson κυρίως, προσπάθησε να συζεύξει τη δυστοπία του Όργουελ (1984) και του Χάξλεϋ (Θαυμαστός καινούργιος κόσμος) με τη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας – αντλώ πάλι από το βιβλιαράκι. Από εκεί και πέρα, θα πρόσθετα και τους Αμερικανούς Devo στη συζήτηση, που είχαν ήδη κυκλοφορήσει το δικό τους ιδιόρρυθμο post punk αριστούργημα, Q: Are we not men? A: We are Devo (1978), σε παραγωγή Brian Eno. 

Δυστοπικά βιβλία, όπως “Φαρενάιτ 451”, “1984” και “Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος” ενεπνευσαν το Sound On Sound

Επιπροσθέτως, χρήσιμες είναι οι συγκρίσεις, σε επίπεδο μουσικής αλλά και μόδας, με τους απολύτως σύγχρονους Tubeway Army του Gary Numan, που θα κυκλοφορούσαν το επιδραστικό single “Are friends electric?” ελάχιστους μήνες μετά το Sound-on-Sound. Εν γένει, η καλλιτεχνική πρόταση των Red Noise εντάσσεται απολύτως στο new wave κλίμα των τελών της δεκαετίας του ’70, εκεί όπου ο αυτοματισμός των Kraftwerk συνάντησε τη rock παράδοση, το funk, τη reggae και το πληθωρικό rhythm section (μπάσο-τύμπανα), όλα εμποτισμένα από την ακαταμάχητη διάθεση για πειραματισμό και την επίτευξη της καινοτομίας – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι προσπάθειες της εποχής στέφθηκαν με επιτυχία.  

Σε επίπεδο μουσικών και καλλιτεχνικών επιρροών, ο Nelson δεν αναφέρει απολύτως τίποτα από τα παραπάνω. Αντίθετα, παραπέμπει τον αναγνώστη στις avant-garde επιρροές που δέχτηκε κατά τα μαθητικά και φοιτητικά του χρόνια, στις οποίες ανήκουν η Jazz, ο Stockhausen, ο Jean Cocteau και τα λογοτεχνικά διαβάσματα που είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο. Δεκτά όλα, αλλά είναι δύσκολο να μην εντάξει κανείς το Sound-on-sound μέσα στο ευρύτερο κλίμα της πρωτοποριακής pop του σημαδιακού 1979. 

Περαιτέρω, υπάρχει κάτι ακόμα που σημειώνει οξυδερκώς ο Wilson στο δικό του κείμενο. Μιλώντας για το κομμάτι “A better home in the Phantom Zone”, που ξεφεύγει εμφανώς από τα αυστηρά όρια του post punk, ο Wilson σκέφτεται ότι θα μπορούσε να έχει ασκήσει επιρροή σε εξόχως πειραματικά συγκροτήματα των επόμενων δεκαετιών, όπως είναι οι Βρετανοί Cardiacs. Από τη μεριά μου θα πω ότι η εν λόγω σύνθεση φλερτάρει έντονα με το εγκεφαλικό prog των King Crimson στο Red (1974), ενώ δεν θα μου έκανε εντύπωση αν ήταν ανάμεσα στα ακούσματα των Dream Theater της εποχής του Six degrees of inner turbulence (2002). 

Και τώρα το βασανιστικό ερώτημα: Ακόμα και αν το προσπέρασε η εποχή του, αξίζει τον κόπο το Sound-on-sound; Πιστεύω πως ναι. Ο Nelson ήταν εξαιρετικός, αν και υποτιμημένος, στην κιθάρα (βλ. το σόλο στο “Stay young” ή τη φοβερή ενορχήστρωση στο προαναφερθέν “A better home”), διέθετε μία πολύ καλή αίσθηση της μελωδίας (βλ., ας πούμε, το “Radar in my heart”), είχε συνετά επιλέξει εξαιρετικούς συνεργάτες (το μπάσο του τζαζίστα Rick Ford μας γεμίζει με χαρά), και όλα αυτά συνδυάζονται και συναντώνται σε έναν αξιόλογο δίσκο, ο οποίος στα καλύτερά του (συμπληρώνω τα “Art / Empire / Industry”, “Revolt into style” και “For young moderns” – το τελευταίο με ένα εντυπωσιακό ορχηστρικό outro) συγκινεί ακόμα και εν έτει 2022. Υπάρχουν ψεγάδια; Ο Nelson παραδέχεται ότι τα φωνητικά ακούγονται κάπως εξεζητημένα, ενώ προσωπικά παρατηρώ ότι 2-3 συνθέσεις δεν στέκουν στο ίδιο επίπεδο με τις υπόλοιπες. Σε κάθε περίπτωση, αποζημιωνόμαστε με το θεσπέσιο b-side “Acquitted by mirrors”, όπου ο μινιμαλισμός νυμφεύεται τη reggae σε ένα αξιοπρόσεκτο αποτέλεσμα, όπου ξεχωρίζουν τα ευφάνταστα σόλο του Nelson. 

Ολοκληρώνουμε: Το Sound-on-sound σίγουρα αξίζει τον κόπο και οι άνθρωποι που αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν την τωρινή «πολυτελή» εκδοχή του δίσκου αξίζουν συγχαρητήρια. Είναι παρήγορο ότι τελικά σε αυτή τη ζωή τίποτα καλό δεν πάει χαμένο, έστω και αν αργήσει λίγο να λάβει την αναγνώριση που του αξίζει. Το τελευταίο σχόλιο το εννοώ απολύτως. Σε μια χρονιά που το post punk έσπασε σαν πινιάτα και έδωσε, μεταξύ πολλών άλλων, το Unknown pleasures των Joy Division, το Fear of music των Talking heads, και το 154 των Wire, αποτελεί παράσημο στο πέτο του Bill Nelson το ότι ο μονάκριβος δίσκος των Red Noise αξίζει ειλικρινά την προσοχή μας. 

Μοιραστείτε