ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
26 October, 2020
ΚεντρικήΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣO Κυριάκος Γκουβέντας μιλάει για την “Εστουδιαντίνα”, την καρριέρα του και το λαϊκό βιολί στην Ελλάδα. Μέρος Β!

O Κυριάκος Γκουβέντας μιλάει για την “Εστουδιαντίνα”, την καρριέρα του και το λαϊκό βιολί στην Ελλάδα. Μέρος Β!

Συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος της συνέντευξης με τον Κυριάκο Γκουβέντα, ένα από τα καλύτερα λάικά βιολιά της Ελλάδος, που έχει συνεργασθεί με τους πάντες: από τον Νίκο Παπάζογλου και τους Primavero En Salonico της Σαββίνας Γιαννάτου, στον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Μανωλη Φάμμελλο και την Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας Βόλου.

 Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη 

Kυριάκο συνεργάσθηκες με πάρα πολλούς Έλληνες καλλιτέχνες στο έντεχνο το έθνικ κ.λπ.  Πώς αντιμετώπιζες εσύ τη μουσική τους, πώς αντιμετώπιζαν αυτοί το λαϊκό βιολί;

Ήμουν ανήσυχος και ήθελα να φέρω σε επικοινωνία πολλά είδη μουσικής και να τα μιξάρω και να τα μπλεντάρω.  Αυτό το κατάλαβαν οι άνθρωποι και οι παραγωγοί των studios και πάρα πολλοί μουσικοί, για τους οποίους περνούσαν αποφάσεις και πληροφορίες. Έτσι, πάρα πολλοί ενορχηστρωτές και συνθέτες με κάλεσαν για να συμμετάσχω στη δισκογραφία και να φέρω το δικό μου ήχο, ο οποίος είχε αυτό το χαρακτήρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης ιδωμένο από μία φρέσκια ματιά.

Αυτό δηλαδή που μπορώ να δω είναι ότι τότε είχα το θάρρος να προτείνω τον ήχο της Σμύρνης μέσα στο λαϊκό τραγούδι ξανά, μετά από πολλά χρόνια, και όταν μου ζητούσαν να παίξω κάτι μοντέρνο, δεν έκανα την ευκολία να παίξω με ύφος arabesques ή με ύφος alla turca, αλλά προτιμούσα να παίξω με τη θαλασσινή καθαρότητα της Σμύρνης, που να μην είναι ούτε νησιώτικο του νησιού, σκυλοψαράδικο. Δηλαδή κράτησα μία ακρίβεια στην εκφορά, η οποία δεν μου κόστισε τελικά, έκανα δηλαδή τις επιλογές τις μουσικές με βάση την αισθητική μου και την ηθική μου.

Οι άλλοι πώς σε βλέπουν, δηλαδή το βιολί πώς το βλέπουν;  Ο Μαρκόπουλος ας πούμε ή διάφοροι άλλοι.

Ο Μαρκόπουλος με παρακάλεσε να κάνουμε μία μουσική συνομιλία και καθίσαμε στο studio δύο-τρεις ημέρες και παίζαμε μαζί με το βιολί και το πιάνο και προέκυψε μία πολύ ωραία δουλειά ηχογραφήσεων. Πολλοί συνθέτες με διάλεξαν να ενορχηστρώσω τα έγχορδα, όπως ο Μανώλης Φάμελος, αλλά ήμουν και εγώ από αυτούς που έκανα προτάσεις και συσπείρωσα κόσμο και έτσι φτιάξαμε ορχήστρες όπως η Εστουδιαντίνα με τον Ανδρέα Κατσιγιάννη.

Φωτό: Σίμος Πορίχης

Θέλω να μιλήσουμε ειδικά για την Εστουδιαντίνα.

Ήμουν ένας άνθρωπος, δηλαδή, ο οποίος έφερνε κοντά πάντα τους μουσικούς, όπως η πρόταση που κάναμε με τα Καφέ Αμάν, όπως με τη Ρεμπέτικη Σκηνή της Θεσσαλονίκης με τον Αγάθωνα, αργότερα εγώ με τον Μπάμπη Τσέρτο, με τον Μπάμπη Γκολέ, με ανθρώπους του δημοτικού τραγουδιού, με το Χρόνη Αηδονίδη, με τη Δόμνα Σαμίου, με όλους αυτούς δηλαδή που ήταν διαχειριστές προφορικής παράδοσης περισσότερο.  Ήταν μία εποχή που ήθελα όλο αυτό το πράγμα να καταγραφεί.  Επίσης, ήταν και η αλλαγή του μέσου, από το δίσκο στο CD, που ήταν μία πολύ σημαντική περίοδος.  Η συνεργασία μου με το Αρχείο Ελληνικής Μουσικής, με το οποίο κάναμε επάνω από 50 καταγραφές.  Στο Αρχείο Ελληνικής Μουσικής ήταν ο Γιώργος Κωστάντζος, ο Χριστόδουλος Μητροπάνος και ο Χρόνης Αηδονίδης, μία Επιτροπή από τρεις μουσικούς, οι οποίοι ήλεγχαν τις παραγωγές που προέκυπταν και καθόμασταν και ηχογραφούσαμε.  Συμμετείχαν βέβαια μουσικοί από όλη την Ελλάδα και κάναμε ένα πρώτο set, μία δωδεκάδα, το «Ακρίτες του ελληνισμού» και μετά άλλους 50 τίτλους με μουσικές από πολλά τοπικά ηχοχρώματα.

Έτσι φθάσαμε στην Εστουδιαντίνα κάποια στιγμή, γύρω στο 1997.  Μετά από πολλές συναυλίες με σμυρναίικα και ρεμπέτικα, θεματολογικές όπως αφιερώματα στο Βαγγέλη Παπάζογλου στο Βεάκειο, πάρα πολλά αφιερώματα με τον Παναγιώτη Κουνάδη και τηλεοπτικές εκπομπές για το ρεμπέτικο, έγινε η σύσταση μίας ορχήστρας, και με την εποπτεία του Ανδρέα Τσεκούρα, ο οποίος ήταν ένας μουσικός που είχε περάσει και πολλά χρόνια παίζοντας με τους μουσικούς της πρώτης γενιάς του ρεμπέτικου και ήταν ένας μουσικός που είδε όλη αυτή την προβολή και την προοπτική της δράσης του ρεμπέτικου μέσα από την Εστουδιαντίνα.

Ξεκινήσαμε μαζί με τον Ανδρέα Κατσιγιάννη από το Βόλο και τον Ανδρέα Τσεκούρα να οργανώνουμε ρεπερτόρια για την Εστουδιαντίνα. Στην πρώτη συναυλία φωνάξαμε το Μπάμπη Τσέρτο και τη Μαριώ –με τη Μαριώ είχαμε κάνει και την παραγωγή για τα τραγούδια του Καφέ Αμάν– και μετά, μόλις το άκουσε ο Γιώργος Νταλάρας και ήρθε σε επικοινωνία με τον Κώστα Τσεκούρα, είπε ότι εγώ θέλω να βοηθήσω αυτή την Ορχήστρα και να μπορέσουμε να την ανεβάσουμε, γιατί είναι μία μεγάλη προσπάθεια που αξίζει και βλέπω ότι όλοι θα έχετε ένα μέλλον, γιατί είστε όλοι ενεργοί.  Από εκεί και μετά είχαμε μία πολύ πιο πυκνή συνεργασία.

Η Εστουδιαντίνα σε τι πιστεύεις ότι διαφέρει από τα υπόλοιπα συγκροτήματα;

Η Εστουδιαντίνα βασικά, την εποχή που ξεκίνησε να αποτυπώνει το μουσικό ύφος της Σμύρνης, έδωσε μία προβολή αυτής της μουσικής με συμφωνικό ήχο και με ηχοχρώματα από όλα τα όργανα. Ο μεγάλος χρωματικός πλούτος και η ωραία διαρρύθμιση των ομάδων των οργάνων ήταν αυτό το οποίο έκανε την ορχήστρα να σονάρει με ένα πολύ πρωτότυπο και λαμπερό τρόπο, γιατί πια υπήρχε η δυνατότητα και είχαμε αποκωδικοποιήσει τον τρόπο που σκέπτονταν οι Εστουδιαντίνες της Σμύρνης.  Γιατί, περνώντας τα χρόνια και ερευνώντας και μελετώντας, όλα αυτά τα στοιχεία που κατατίθενται μπαίνουν σε μία συλλογική γνώση η οποία μετά εξελίσσεται.

Ο Γιώργος Νταλάρας πώς ήταν σαν παραγωγός, δηλαδή τι καινούριο έφερε;

Ο Γιώργος Νταλάρας ήταν ένας τραγουδιστής ο οποίος ήταν αλάνθαστος και ένας μουσικός ο οποίος ήταν αλάνθαστος.  Αυτό που μας εντυπωσίασε ήταν ότι πάντα είχε μία καίρια απόφαση για τα μουσικά φαινόμενα που συνέβαιναν μέσα στα κομμάτια, το οποίο λόγω της εμπειρίας του για εμάς ήταν καταλυτικό.  Δηλαδή μπόρεσε και κούρδισε με το δικό του τρόπο το πώς σονάρει η ορχήστρα.

Προχωρήσαμε και σε μία δεύτερη παραγωγή κάνοντας ένα κολάζ από νέους συνθέτες και νέα τραγούδια. Δώσαμε την οπτική αυτού του ήχου στο σύγχρονο τραγούδι, για να δώσουμε και μία προβολή στη σύγχρονη δημιουργία.  Από εκεί και μετά ακολούθησαν πάρα πολλές παραγωγές και με παραδοσιακά κομμάτια, ξανά, αλλά και με πιο σύγχρονα.  Ο Ανδρέας αναδείχθηκε σε ένα φαινόμενο συνθέτη, ο οποίος μπορούσε να γράφει πάρα πολύ επιτυχημένα και πολύ γρήγορα και να οργανώνει μεγάλες παραγωγές και με καινούριο υλικό, μπόρεσε να συνδιαλλαγεί με ποιητές με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Είχε γράψει και ένα δίσκο επάνω σε κομμάτια του Παπαδιαμάντη.

Ναι, γιατί είναι ένας παθιασμένος μουσικός ο Ανδρέας και ξέρει αυτό το πράγμα να το οδηγεί σε ένα πολύ όμορφο αποτέλεσμα.

Θέλω να μου πεις για το δίσκο που είχατε κάνει με τον Κότσιρα, «Η Σμύρνη του έρωτα».

Αυτός ο δίσκος ήρθε σαν αποτέλεσμα της κρίσης, γιατί ο Γιάννης ο Κότσιρας είχε έναν προβληματισμό ότι στην περίοδο κρίσης που ξεκίνησε τότε να διανέμει, και υπήρχε και μία κρίση πολιτισμική, δεν είχε νόημα να λες πάρα πολλά τραγούδια γλυκανάλατα και χαζοχαρούμενα, αλλά είχε πολύ μεγάλο νόημα, για το Γιάννη αισθητικά, να μιλήσει πάλι με αυτόν το λυρισμό, με αυτό το όπλο που έδωσαν οι Σμυρνιοί συνθέτες στους νέους και να τους δώσει αυτά τα τραγούδια ιδωμένα μέσα από ένα νεανικό πρόσωπο και μία φρεσκάδα.  Καταλάβαμε αμέσως αυτό που ήθελε και το πετύχαμε σε δύο ημέρες.  Αποτέλεσμα ήταν δύο πολύ επιτυχημένες συναυλίες στο Μέγαρο και η ηχογράφηση που *** το πρώτο.  Γιατί, για εμάς, αυτό ήταν ένα υλικό το οποίο το κατείχαμε καλά πια, είχαμε περάσει μετά την πρώτη δεκαπενταετία της ορχήστρας.

Νομίζω ότι αυτός μαζί με τον πρωτο ήταν και οι πιο πετυχημένοι σας δίσκοι.

Ναι, βγάζει μία δροσιά και μία φρεσκάδα πια, γιατί η ορχήστρα αρχίζει και πετά και έχει έναν πυρηνικό ήχο.  Αυτό συνέβη γιατί ταξιδέψαμε και παρά πολύ και παίξαμε στο εξωτερικό, παίξαμε και στην Αμερική δύο φορές, παίξαμε και σε πάρα πολλές χώρες –Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία– και αυτό μας έδωσε και μία αποτύπωση του ήχου μας σε διάφορα άλλα πεδία.

Φωτό: Σίμος Πορίχης

Τώρα, στη συναυλία στο Christmas Theater τι ετοιμάζετε;

Αυτή η συναυλία είναι μία ανάμνηση αυτής της εικοσαετούς δράσης που έχουμε.Kαι από την άλλη θα είναι και ένα αφιέρωμα σε ελληνικά τραγούδια που μιλούν για μέρη της Μεσογείου και τους ανθρώπους της. Θα είναι ο Μπάμπης Τσέρτος, θα είναι ο Γιώργος Νταλάρας και η Ασπασία Στρατηγού και θα είναι μία αναβίωση όλης της ιστορίας των ηχογραφήσεων της ορχήστρας. Θα προσπαθήσουμε να ξαναθυμίσουμε το γνώριμό μας ήχο στο κοινό.

Με την Πρωτοψάλτη, τι  θα παρουσιάσετε στο Ηρώδεο;

Με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη παρουσιάσαμε στο Μέγαρο, στις αρχές Μαρτίου,  λίγο πριν γίνει το lockdown, δύο συναυλίες με θέμα «Άρωμα Ανατολής».  Είναι μία γενική οπτική για το πώς βλέπει η σχέση της Εστουδιαντίνας και αυτός ο ήχος που έχει και ένα λίγο πιο ανατολίτικο προφίλ από το ρεπερτόριο της Άλκηστης μαζί με την Εστουδιαντίνα. Δηλαδή πώς θα μπορούσε να είναι ένας διάλογος της Εστουδιαντίνας με την Άλκηστις μέσα από τον ήχο της Ανατολής.

Δηλαδή τι ρεπερτόριο θα τραγουδήσει;

Έχει διαλέξει θεματολογία και τραγούδια η Άλκηστις τα οποία να παραπέμπουν λίγο στη μνήμη της Ανατολής. Ας πούμε στο ρεπερτόριό της λέει το «Μαρόκο», σε πηγαίνει δηλαδή σε ένα ονειρικό ταξίδι μέσα από το οποίο, όμως, σε φέρνει κιόλας στο δικό της ρεπερτόριο.  Αλλά παίρνει και κομμάτια της Εστουδιαντίνας τα οποία τα ερμηνεύει.  Είμαστε πολύ χαρούμενοι για αυτή τη συνάντηση, γιατί πραγματικά είναι μία τραγουδίστρια που είναι στην ώριμή της φάση μουσικά και επικοινωνιακά.

Να μιλήσουμε και για τα προσωπικά σου προτζεκτ, ξεκινώντας από τους  “Βιολιστές της Στέγης του Κόσμου”;

Μία από τις τελευταίες παραγωγές που έχω τα τελευταία χρόνια είναι ότι έχω δώσει λίγο βάρος στο ιστορικό ταξίδι του Orient Express που ξεκινούσε από την Κωνσταντινούπολη και κατέληγε στο Παρίσι και γυρνούσε πίσω. Το έχω δει αυτό, μεταφυσικά, λίγο σαν μία συνομιλία ανατολής-δύσης και δύσης-ανατολής και το έχω δει, επίσης, και σαν μία αποτίμηση της εμπειρίας μέσα από ένα ταξίδι.

Με μία ομάδα μαθητών μου, που την ονόμασα η «Ομάδα των Βιολιστών της Στέγης του Κόσμου», με το Γιάννη Τσέρτο στο πιάνο, το Δήμο Βουγιούκα στο ακορντεόν και την Εύη Μάζη στο τραγούδι έχουμε κάνει πάρα πολλές παραστάσεις τον τελευταίο καιρό και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα όλα αυτά τα μουσικά είδη από το δρομολόγιο του τρένου.  Δηλαδή, εάν φαντασθούμε ότι το τρένο ξεκινούσε από το Παρίσι, περνούσε από τη Βουλγαρία, από τα Βαλκάνια, έφθανε στη Βιέννη, έβλεπε τη Βιέννη, κατέβαινε στο Τιρόλο, έβλεπε το Τιρόλο, γυρνούσε, πήγαινε στο Παρίσι και μετά διακλαδιζόταν, πήγαινε στο Λονδίνο, που και αυτό ήταν ένα παλιό ταξίδι της Εστουδιαντίνα.

Αυτή την εμπειρία που έχουμε αποκομίσει μέσα από τα πολλά ταξίδια και τις εμπειρίες, προσπάθησα να τη μεταδώσω στο κοινό μέσα από αυτό το πρόγραμμα και είναι όλα αυτά τα τραγούδια τα οποία είναι επηρεασμένα και από τοπικές μουσικές των Βαλκανίων, των βαλς του Στράους ή των τραγουδιών των καμπαρέ ή των τραγουδιών του Καφέ Αμάν της Πόλης, αλλά και από συνθέτες οι οποίοι έζησαν στην Ευρώπη και αφουγκράσθηκαν το μουσικό ύφος εκείνη την εποχή του Μεσοπολέμου, όπως ο Κώστας Γιαννίδης, ο Σουγιούλ

Τι άλλο project προετοιμάζεις τώρα;

Πάντα έχω πολύ γόνιμες συνεργασίες με μουσικούς και συνθέτες και είναι στα σκαριά διάφορες συνεργασίες.  Τώρα τελευταία είχα κάνει αρκετές ηχογραφήσεις.  Έχουμε ένα project με τη Σαβίνα Γιαννάτου, με θέμα «Τα τραγούδια του νερού», το “Watersongs” που παρουσιαστηκε στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου.

Έχουμε μία συμμετοχή στο δίσκο της Αναστασίας Χριστοφιλάκη, με θέμα «Τα τραγούδια της Στέλλας Χασκίλ», όπου εκεί παίζουμε και ένα κομμάτι με την ορχήστρα των Βιολιστών της Στέγης του Κόσμου.  Ετοιμάσαμε με μία ομάδα μουσικών ένα αφιέρωμα για τον Βαγγέλη Παπάζογλου για το «Αλάτι της Γης».

Υπάρχει, επίσης, ένα άλλο συγκρότημα που τρέχει, το Athens Tango Ensemble, που το έχουμε κάνει με τον ακορντεονίστα της Εστουδιαντίνας, το Δήμο Βουγιούκα, και σε αυτό συμμετέχουν πάρα πολύ καλοί μουσικοί, όπως ο Πάνος Μάρκος, παίζει μπάσο ο Κώστας Αρσένης και κιθάρα ο Δημήτρης Κουφογιώργος.

Με αυτό τι παίζετε; 

Σε αυτό το project με το Tango προσπαθούμε να αποκωδικοποιήσουμε τον ήχο του tango του 1930-1935.  Είναι ο κλασικός ήχος του tango όπου εγκαθίσταται πια το μπαντονεόν και η επιθετική χορογραφία του tango.Εκεί δεσπόζει ο διάλογος του μπαντονεόν με την ορχήστρα και έχουμε το φαινόμενο όπως του κουιντέτο του tango, που πολλές φορές είναι δύο μπαντονεόν και δύο βιολιά, πιάνο και μπάσο.   Έχουμε κάνει ένα CD και μία παραγωγή με το Athens Tango, η οποία τελείωσε πέρυσι. Όλα αυτά τώρα έχουν φρενάρει λίγο λόγω του κορωνοϊού, αλλά τα σχέδια και η συνεννόηση συνεχίζεται γιατί είναι πάρα πολλά για να τρέξεις, έτσι κι αλλιώς.

Οι Athens Tango Express του Κυριάκου Γκουβέντα

Κυριάκο, πέρα από μουσικός ,όμως είσαι και δάσκαλος σε Ωδεια. Θα ήθελες να μιλήσεις για τις δράσεις σου στον τομεα της μουσικης  παιδειας;

Με αρέσει πολυ να διδάσκω βιολί και προσπαθώ να μεταφέρω στις επόμενες γενιές  των βιολιστων τροπους που θα τους βοηθησουν να εξελιχθουν μουσικα.

Δέχτηκα με χαρά  να συμμετάσχω στο ξεκίνημα του Τμήματος Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικης του ΤΕΙ της Αρτας, του Τμήματος Παραδοσιακης Μουσικης του Πανεπιστημιου Μακεδονία, του Ωδείου Αθηνών , της Σχολής Ψαλτικής στο Μαρούσι και άλλων πολλών ωδείων,στα οποία  είχα επαφή με πάνω από εκατό μαθητές ,και αν προσθέσουμε τα δεκα χρονια στο Πήλιο στο Μουσικό Χωριό,και κάποια άλλα σεμινάρια σε μουσικές αυλές στην Ικαρία, στις μουσικές συνάξεις στον Ταϋγετο, στην Άμφισσα, στο Ξηροκάμπι Λακωνίας, αλλά και τρία χρόνια στο καλοκαιρινό τμήμα της Ακαδημίας του Βελγίου, στο

Soas στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στη Γάνδη,θα μετρήσουμε πάνω απο τριακόσιους μαθητές από όλη την Ευρώπη συνολικά.

Φέτος θα έχω την επιμέλεια της οργάνωσης του Τμήματος της Ελληνικής Μουσικής στον παραδοσιακό τομέα, στο Σύγχρονο Ωδείο της Θεσσαλονίκης. Πολλοι απο τους παλιότερους μου μαθητές ειναι μεταπτυχιακοί και διδάσκουν σε ανώτατες σχολές και ωδεία.

Το λαίκό βιολί πως το βλέπεις σήμερα; 

Το βιολί έχει εξελιχθεί πάρα πολύ, γιατί όλη αυτή η πληροφορία των προηγούμενων γενεών έχει συσσωρευτεί και έχει δημιουργήσει μία πτύχωση γνώσης, έτσι ούτως ώστε μπορεί κάποιος που του αρέσει και το αγαπά πολύ να ψάξει και να βρει όλα αυτά τα ηχοχρώματα, και όχι μόνο τα ελληνικά αλλά και των γειτονικών λαών.  Πάρα πολλοί πια στρέφονται στα ακούσματα της Κωνσταντινούπολης τα οποία είναι ιστορικά και είναι τα πρώτα που μας ταιριάζουν και είναι ίδια με τα βυζαντινά μας ακούσματα, γιατί στην ουσία η μουσική στην Οθωμανική Αυτοκρατορία διαδέχθηκε τη λάμψη της βυζαντινής μουσικής και συνέχισε να παίρνει μετά επιχρίσματα από διάφορες περιοχές της Αυτοκρατορίας –περσικό επίχρισμα, αραβικό επίχρισμα.

Στην ουσία, όμως, η θεωρητική βάση είναι μέσα στη βυζαντινή και σιγά-σιγά δημιουργήθηκε το σύστημα των μακάμ το οποίο άνοιξε τις κλίμακες και έδωσε πάρα πολύ μεγάλη εκλέπτυνση στα μικρά διαστήματα.  Όλη η λεπτομέρεια στο βιολί είναι πώς θα παίξει κάποιος αυτά τα μικρά λεπτά διαστήματα των μουσικών κλιμάκων.

Μίλησες για ακούσματα γειτονικών χωρών.  Γενικά σε εσένα, που είσαι όλο αυτό το πάντρεμα των διαφόρων λαϊκών μουσικών που λέγεται world music ή όπως το λέμε λανθασμένα στην Ελλάδα ethnic, πώς σου φαίνεται;

Κοίταξε, αυτά είναι κάποια πειράματα που γίνονται στην αρχή με τους συμμετέχοντες και όλοι ελπίζουμε ότι θα βγάλουν σε ένα καλό αποτέλεσμα μετά.  Έχω καθίσει και εγώ και έχω παίξει με κάποιους ανθρώπους πειραματικά, βάλαμε ο καθένας το μουσικό του λεξιλόγιο και βγάλαμε κάποια πράγματα στα οποία μάς ενώνει η κοινή αίσθηση για το ρυθμό ή για κάποιες έννοιες ή τα ηχοχρώματα πολλές φορές.

Η μουσική πάντα είναι πεδίο έρευνας.  Αυτό συνέβαινε πάντα στη μουσική, έτσι κι αλλιώς, μόνο που τώρα απέκτησε μία πιο έντονη εμπορική χροιά.  Υπάρχει και το ποιοτικό ethnic, το οποίο είναι μία μελέτη σε βάθος, και υπάρχει και το ρηχό ethnic, το οποίο μπορεί να είναι μία πλαστική λούπα με λίγο ταξιμάκι ας πούμε.  Για αυτό, όλες αυτές οι ενώσεις –όπως και το folk– μόλις γίνουν εμπορικά προϊόντα αποκτούν μία έκπτωση στην ποιότητά τους.

Μία τελευταία ερώτηση.  Από τους μουσικούς της ανατολής ή της δύσης αυτή την στιγμή, ή τέλος πάντων σε γενικότερο επίπεδο, είναι κάποιος που θαυμάζεις περισσότερο;  

Νομίζω ότι από τους καλύτερους μουσικούς της περιόδου είναι ο Λεωνίδας Καβάκος, ο οποίος έχει δείξει ότι με τις εκτελέσεις του και με τον τρόπο που χειρίζεται το βιολί και μιλά με τη μουσική έχει πετύχει μεγάλη εκφραστική ακρίβεια.  Για εμένα αρχίζει η μουσική πια να γίνεται γλώσσα και λέξεις και να ταυτίζονται οι νότες με τα γράμματα και τους αριθμούς μέσα στο μυαλό μου πια.  Γιατί, με τα χρόνια και έχοντας πάρει τη δόνηση της μουσικής και τη δόνηση της γλώσσας και των γραμμάτων –και σε αυτό βοηθούν πολύ και τα ελληνικά– υπάρχει μία ταυτοποίηση των εννοιών και στην ποιητική και στο λόγο και βλέπω ότι ο Λεωνίδας μέσα στην πορεία του και μετά και από την τελευταία του συναυλία με Bach στην Επίδαυρο έδωσε ένα μήνυμα οικουμενικότητας και με συγκίνησε βαθύτατα αυτή του η επιλογή.

Φωτό: Σίμος Πορίχης

Η συνέντευξη πάρθηκε λίγες μέρες πριν τις συναυλίες της Εστουδιαντίνας στις 15 και 17 Σεπτεμβρίου στο Caffe Epoca, Σινώπης 6, Αμπελόκηποι και το οποίο ευχαριστούμε για την φιλοξενία

Μοιραστείτε