ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
21 September, 2020
ΚεντρικήΜΟΥΣΙΚΗO Διονύσης Σαββόπουλος και οι ηλεκτρικές μέρες του “Βαλκανικού ροκ”

O Διονύσης Σαββόπουλος και οι ηλεκτρικές μέρες του “Βαλκανικού ροκ”

Με αφορμή την παράσταση του Σαββόπουλου στον Κήπο του Μεγάρου με τίτλο “Στο Γούντστοκ – εγώ ήμουνα εδώ”, αναδημοσιεύουμε μέρος ενός άρθρου που γράφτηκε το 1996 για την “βίβλο” του “έθνικ” Folk Roots σχετικά με τον καλύτερο τροβαδούρο της ελληνικής μουσικής, “που πρώτος και με τον καλύτερο τρόπο καθόρισε ένα Ελληνικό ροκ που εμπνέεται από τις μουσικές ρίζες, επεκτείνοντας τα όρια της Ελληνικής μουσικής και βοηθώντας την παραδοσιακή μουσική να επιβιώσει μέσα από σύγχρονα στυλ μουσικής, ενώ παράλληλα είναι ένας από τους καλύτερους ζώντες ποιητές στην Ελλάδα”.

Του Γεωργίου Πισσαλίδη 

Γεννημένος στην Θεσσαλονίκη  το 1944, ο Σαββόπουλος επηρεάσθηκε αρχικά ως προς τους μουσική του από την μεγάλη μουσική της δεκαετίας του ’50: τον  Χατζιδάκι, τον Καζαντζίδη, τον Τσιτσάνη αλλά και το δημοτικό τραγούδι και την Βαλκανική μουσική. Το 1962 ταξίδεψε μέχρι την Αθήνα με ωτοστόπ. Την περίοδο 1963-1964 άρχισε να παίζει τα τραγούδια στις μπουάτ (μικρά κλαμπς) της Πλάκας κάτω από την Ακρόπολη. Ήταν εκείνη την περίοδο που υπέγραψε στην Λύρα ως καλλιτέχνης του Νέου Κύματος,

Εκείνο που ξεχώριζε τον Σαββόπουλο από τους υπόλοιπους καλλιτέχνες του Νέου Κύματος ήταν τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του (μαλλί μακρύ μέχρι τον ώμο, υπερμεγέθη γυαλιά) η μανιακή, φωνή του που τραγουδούσε μία ποίηση γεμάτη υπαρξιακό άγχος:

«Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις / η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα / παράγκα, παράγκα τον χειμώνα/ και εσύ μιλάς σαν πτώμα» («Η Πάράγκα, 1963).

Ο Διονύσης Σαββόπουλος στο Φαντάζιο, 1971

Έφερε επίσης ένα φρέσκο αέρα ανανέωσης στο Ελληνικό τραγούδι. Ξεκινώντας με το «Φορτηγό» αμφισβήτησε την κυριαρχία του ήχου του μπουζουκιού στην Ελληνική μουσική, κάτι που θα ολοκληρωνόταν στα επόμενα τρία άλμπουμς. Ήταν επίσης ο πρώτος συνθέτης που ήταν ταυτόχρονα και στιχουργός και ερμηνευτής των τραγουδιών του.

Με αυτήν την τριπλή του ιδιότητα ήταν πιο κοντά σε αμερικανούς ρόκερς από τον Τσακ Μπέρρυ στον Μπομπ Ντύλαν, που πριν από αυτόν ερμήνευαν οι ίδιοι τα τραγούδια τους. Υπήρξε ο πρώτος οραματιστής  ποιητής του Ελληνικού ροκ, και της Ελληνικής μουσικής γενικότερα, που αμφισβήτησε τις κατεστημένες πολιτικές αξίες,τοσο τις δεξιές, όσο και τις αριστερές. Για πρώτη φορά από την εποχή του Βαμβακάρη η ζωή και η τέχνη γινόταν ένα. Χάρις σε αυτήν την στάση του, ο Σαββόπουλος θα γινόταν η φωνή ενός νέου «αντεργκράουντ» (αν και θα έκανε το παν για να το αρνηθεί).

Όμως ο Σαββόπουλος δεν είναι ένας τυφλός μηδενιστής. Για να μπορέσει να δημιουργήσει χρειάζεται ενότητα του χρόνου. Γι ’ αυτό προσπαθεί να διατηρήσει τις υγιέστερες από τις παλιές αξίες. Στο «Οι Παλιοί μας Φίλοι» τραγουδά:

«Όταν ο κόσμος γύρω μας θα καίγεται/ όταν οι γέφυρες πίσω μας θα πέφτουν/ θα είμαι εκεί για να σου θυμίζω τις μέρες τις παλιές».

Είναι ο συνδυασμός παλιών και νέων αξιών που τον επιτρέπει να δημιουργεί Τέχνη και όχι διονυσιακό χάος. Είναι η απολλώνια πλευρά ενός διονυσιακού καλλιτέχνη.

Το 1967 όλοι, ακόμη και αυτοί που δεν τους άρεσε το «Φορτηγό», περίμεναν να κυκλοφορήσει το νέο του άλμπουμ. Αλλά μετά την στρατιωτική χούντα των συνταγματαρχών η μουσική σκηνή άλλαξε δραστικά. Τα μικρά αθηναϊκά κλάμπς έκλεισαν βίαια γιατί ήταν τα στέκια μιας δημοκρατικής γενιάς. . Ο ίδιος ο Σαββόπουλος συνελήφθη και βασανίστηκε.

Ένα χρόνο αργότερα θα ηχογραφούσε το «Περιβόλι του Τρελλού» ενορχηστρωμένο από τον συνθέτη Γιώργο Κοντογιώργο. Εκεί για πρώτη φορά θα έγραφε ροκ τραγούδια επηρεασμένα από την Ελληνική παράδοση όπως η «Θεία Μάρω», η «Θαλασσογραφία» και το «Σαν Ρεμπέτικο Παλιό»,. Όχι μόνο υπήρξε η απαρχή ενός μουσικού ρεύματος που συνεχίζει να υπάρχει, αλλά ήταν η απαρχή ενός νέου οράματος.

Στις «Πίσω μου Σελίδες» τραγουδά:

«Πηγαίνω στον Σταθμό/αλλάζω θεωρίες/ είναι καιρός να βγάλω από το μυαλό/ τις πίσω μου σελίδες».

Ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Γιώργος Κοντογιώργος στο πάρκο Προμπονά,
πίσω απο την COLUMBIA, την εποχή που ηχογραφούσαν “Το περιβόλι του τρελλού”.
(φωτογραφία του Άλκη Σαχίνη)

Άρχισε να αναζητά την ελευθερία αρνούμενος τις παλιές αξίες (που ταυτιζόταν με την δικτατορία). Ο δρόμος για την Ελευθερία μπορεί να έμοιαζε εφιαλτικός αλλά άξιζε τον κόπο να την αναζητήσει κανείς. Στο «Ωδή στον Καραϊσκάκη» (ένα από τα αγαπημένα τραγούδια των φοιτητικών εξεγέρσεων του 1973) τραγουδούσε:

« Ποιος είμαι εγώ αλήθεια και που πάω/ με χιλιάδες εικόνες στο μυαλό/ προβολείς με τυφλώνουνε/ και πάω και το αίμα σου φιλώ».

Στο τέλος της δεκαετίας του ’60 η εναλλακτική νεολαία της Ελλάδος άκουγε αποκλειστικά τους ψυχεδελικούς ήχους του «Έθνους του Γούντστοκ» ως αντίδραση προς την δικτατορία. Την ίδια περίοδο το δημοτικό τραγούδι έμπαινε στο περιθώριο για δύο λόγους

Ο πρώτος ήταν ότι οι συνταγματάρχες ωθούσαν την ελληνική ζωή προς ένα κενό μοντερνισμό και ένα κοσμοπολίτικο τρόπο ζωής, που όπως έλεγε και ο Σαββόπουλος , «στερείτο το στοιχείο της αυτογνωσίας που υπάρχει στο δημοτικό τραγούδι».

Ο δεύτερος ήταν ότι ήταν ότι η χούντα το χρησιμοποιούσε για τους πολιτικούς της λόγους και πολλοί άνθρωποι δεν θα το άκουγαν. Ο Σαββόπουλος θυμάται: «Υπήρχε  μια επείγουσα ανάγκη να αποσυνδέσουμε το δημοτικό τραγούδι από την στρατιωτική προπαγάνδα και να αναδείξουμε την ουσία του: ότι είναι μία υψηλού επιπέδου και μια μεγάλη μουσική που βγαίνει από τα εσώτερα του Ελληνικού λαού».

Με το “βαλκανικό ροκ” ο Σαββόπουλος αντιτίθετο στην χρήση του δημοτικού τραγουδιού από το στρατιωτικό καθεστώς

Κατ’ αρχήν υπήρχε η αναβιώτρια και αρχειοθέτισσα του δημοτικού τραγουδιού Δόμνα Σαμίου, με την οποία ερμήνευε στην πίστα το «Τι Να Τα Κάνω Τα Τραγούδια Σας;», που παρέμεινε ακυκλοφόρητο μέχρι το 1975. Γύρω από την Σαμίου δημιούργησε ένα all-star συγκρότημα που συμπεριελάμβανε τον θρυλικό Ηπειρώτη κλαριτζή Τάσο Χαλκιά, τον Μαθιό Μπαλαμπάρη (τουρμπελέκι), τον Πέτρο Καλύβα( ούτι), τον Οδυσσέα Μόσχο (σαντούρι), τον παλιό βιολιστή Γιώργο Αραπάκη και τον πάντα συγκλονιστικό Γιάννη Βασιλάρη στην φλογέρα. Η νεολαία συνειδητοποίησε τον σκοπό του και αντέδρασε με μεγάλη αγάπη. Έτσι ο Σαββόπουλος ένας ρόκερ θα ξεκίναγε μία αναβίωση του δημοτικού σώζοντας από το να εξαφανισθεί ή να γίνει μουσειακό είδος.

Άρθρο της “Γυναίκας” για τις εμφανίσεις της Σαμίου στο “Κύτταρο”

Εν τω μεταξύ είχε ιδρύσει τα «Μπουρμπούλια», την πρώτη folk-rock μπάντα στην Ελλάδα που συμπεριελάμβανε μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς που ευτύχησαν να υπάρξουν στο Ελληνικό ροκ. Υπήρχε ο Ούγγρος  Γιάνος Λιμπίνσκι που θεωρείτο ο Χέντριξ του Ελληνικού ροκ, ο μπασσίστας Βασίλης Ντάλας, ο Σπύρος Καζιάνης (φλάουτο, τρομπόνι) και ο πάντα εκπληκτικός ντράμερ Νίκος Τσιλογιάννης, που στην τεχνική του μπορούσες να ακούσεις από Τσάρλι Ουάτς μέχρι νταούλια .

Μαζί με τα Μουρμπούλια ο Σαββόπουλος θα ηχογραφούσε τον «Μπάλλο», ένα από τα πιο καινοτόμα άλμπουμς της Ελληνικής μουσικής. Σε αυτό το άλμπουμ υπήρχαν ροκ τραγούδια όπως το «Κιλελέρ», εμπνευσμένο από τις αγροτικές εξεγέρσεις του 1910 και η διασκευή του στο All Along the Watchtower του Ντύλαν.

Όμως το πιο σημαντικό τραγούδι υπήρξε ο 17λεπτος «Μπάλλος», ένα κυκλικό κομμάτι  σε τρία μέρη που υπήρξε η πρώτη προσπάθεια Έλληνα συνθέτη να πάει πέρα από την φόρμα του τρίλεπτου τραγουδιού. Παρόλο τον τίτλο, εμπνεόταν από  την μουσική της Μακεδονίας και των Βαλκανίων με τζαζ-ροκ ενορχηστρώσεις επηρεασμένες από το κυκλικό στυλ κομματιών των Βlood Sweat &  Τears. Κόντρα στην υπερβολική λατρεία του Αιγαίου που υπήρχε στην Ελληνική ποίηση και την Ελληνική μουσική, την οποία o Σαββόπουλος θεωρούσε ομφαλοσκόπηση, αντιπαράθετε το βόρειο στοιχείο της Ελληνικής μουσικής, επειδή γι’ αυτόν είναι η μόνη μουσική που δια τηρεί το οικουμενικό στοιχείο που ενυπάρχει στην Ελληνική κοινωνία και την Ελληνική τέχνη. Δημιουργώντας αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «Βαλκανικό ροκ», θα εξέφραζε επίσης την αντίθεση του στην τυφλή δυτικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας της εποχής.

Ο «Μπάλλος» υπήρξε ένα δύσκολο, ριζοσπαστικό εγχείρημα, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. Σε καιρούς όπου τα Ελληνικά ροκ γκρουπς είτε διασκεύαζαν Ιταλικές ποπ επιτυχίες είτε μιμόντουσαν με δουλικό τρόπο τους ροκ ήρωες τους, απαρνούμενα ακόμα και την μητρική τους γλώσσα, ο Σαββόπουλος δημιουργούσε ένα μουσικό και λυρικό αριστούργημα, όπου για πρώτη φορά οι «φωνές οι ηλεκτρικές» των ροκ κιθάρων παντρευόταν με την ελληνική παραδοσιακή μουσική χωρίς κανένα  από τα δύο μουσικά στυλ να αλλοιωθεί.

Όπως στην Αμερική με τον Μπομπ Ντύλαν, έτσι και στην Ελλάδα, το πάντρεμα των δύο μουσικών ειδών χρειαζόταν ένα τραγουδιστή με μία πνευματική στάση απέναντι στην Ζωή και την Τέχνη, έναν καλλιτέχνη που θα περνούσε την δικιά του πολιτιστική οδύσσεια.

O «Μπάλλος» εξέφραζε τόσο την Ελληνικότητα του δημιουργού του, που σηματοδοτείτο τόσο από τις δημοτικές επιρροές και την χρήση του στίχου «Εδώ είναι Βαλκάνια/ δεν είναι παίξε γέλασε» του μεγάλου Έλληνα σουρεαλιστή Νίκου Εγγονόπουλου, όσο και το οικουμενικό στοιχείο της μουσικής του με την μεγάλη γνώση του της Βαλκανικής αλλά και της ροκ μουσικής.

Ήταν επίσης μια μεγάλη απόδειξη της δυνατότητας της Ελληνικής μουσικής να απορροφά πολλές επιρροές  αλλά να διατηρεί την ακεραιότητα της. Ο Σαββόπουλος έλυσε για πρώτη φορά την επιβίωση της παραδοσιακής μουσικής σε σύγχρονες φόρμες (πολύ πριν τον Γιάννη Μαρκόπουλο και τον Χριστόδουλο  Χάλαρη). Ο «Μπάλλος» ήταν ένα κλασσικό άλμπουμ σε διεθνές επίπεδο με τον τρόπο που υπήρξαν το Blonde On Blonde και το Hot Rats.

Σε στιχουργικό επίπεδο ο «Μπάλλος» ήταν μια υψηλού επιπέδου συμβολική ποίηση γεμάτη από μυθολογικές και χριστιανικές εικόνες:.

«Μοιράζω το ψωμί και /Σας βλέπω στα μάτια και λέω ένα τραγούδι/ και το τραγούδι λέει ότι παίρνω την ευθύνη/ και είμαι αρχηγός σε αυτό το πανηγύρι/».

Είναι η στιγμή που ο Σαββόπουλος μετατρέπεται σε ένα σύγχρονο Διόνυσο (με τα Μπουρμπούλια στο ρόλο των Σατύρων) που κάτω από τους ήχους που βγάζουν οι ηλεκτρικές  κιθάρες, τα νταούλια και οι γκάϊντες κυρήτει την προσωπική του επανάσταση. Είναι ο «Μάγος» που οδηγεί την φυλή του μέσα από « υπόγειες διαδρομές»  σε κρυφές τελετές και «χορούς κυκλωτικούς».

‘Oi ζωντανές παραστάσεις του «Μπάλλου» έμειναν ιστορικές. Το σόου του συμπεριελάμβανε επίσης την Δόμνα Σαμίου, τον Τάσο Χαλκιά και μερικές φορές τον μεγάλο δεξιοτέχνη του Θέατρου Σκιών Ευγένιο Σπαθάρη. Θα έπαιρνε την Μαρίζα Κωχ, μια Ελληνίδα Σάντυ Ντέννυ (σ. σ. η θρυλική τραγουδιστρια των Fairport Convention, του πρώτου και σημαντικότερου  ηλεκτρικού «φολκ» συγκροτήματος της Αγγλίας) να τραγουδάει παραδοσιακά τραγούδια συνοδευόμενη μόνο από τον Νίκο Τσιλογιάννη στα κρουστά.

“Ροντέον” περίοδος 1970-71, Από αριστερά (πίσω): Βασίλης Ντάλλας, Διονύσης Σαββόπουλος, Johnny Lambizzi, Σπύρος Καζιάνης. Από αριστερά (μπροστά): Νίκος Μουρίκης, Μαρίζα Κωχ.

Όμως όταν ο Διονύσης και τα Μπουρμπούλια έπαιζαν τον «Μπάλλο» το κοινό παραληρούσε. Με τον φόβο της δικτατορίας ο «Νιόνιος» (όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι και οπαδοί του )  κήρυττε την Ελευθερία. Τα σόου του Μπάλλου ήταν μικρά «Γούντστοκ» για την ελληνική νέολαία αλλά χάρις στους συμβολικούς στίχους, ο Σαββόπουλος είχε λιγότερα προβλήματα με την λογοκρισία.

Το 1972 τα «Μπουρμπούλια» είχαν διαλυθεί και ο Σαββόπουλος είχε δημιουργήσει μία καινούργια μπάντα, την “Λαιστρυγόνα” . Το συγκρότημα αποτελούσαν  οι Βαγγέλης Γερμανός, ηλεκτρική κιθάρα, τζουρά και φωνητικά, Θεολόγος Στρατηγός, ηλεκτρική κιθάρα, κλαρίνο, Γιώργος Γαβαλάς ηλεκτρικό μπάσο, τρομπέτα, Γιάννης Σπυρόπουλος μπάσο, τούμπα και φωνητικά, Κώστας Καραμήτρος, ντραμς, βιμπράφωνο και τουμπελέκι, η Στέλλα Γαδέδη παίζει φλάουτο και κάνει φωνητικά.

Με την Λαιστρυγόνα θα ηχογραφούσε το «Βρώμικο Ψωμί». Το «Βρώμικο Ψωμί» συνέχιζε τα δημώδη ροκ πειράματα του «Μπάλλου» και ήταν το καλύτερο μέχρι τότε αλμπουμ του. Το πιο σημαντικό τραγούδι του δίσκου ήταν η «Μαύρη Θάλασσα» βασισμένο σε ένα Θρακιώτικο χορό με ενορχηστρώσεις αλά Φράνκ Ζάππα. Οι δημοτικές επιρροές υπήρχαν επίσης σε δύο άλλα τραγούδια , «Το Μωρό» και το «Τραγούδι».

Ο Διονύσης Σαββόπουλος και η Λαιστρυγόνα, 1973

Υπήρχε επίσης το «Ζεϊμπέκικο» ένα ηλεκτρικό ρεμπέτικο απορυθμισμένο από την χρήση του κοντρακάντο (μία τεχνική όπου η δεύτερη φωνή τραγουδά διαφορετικούς στίχους) Το τραγούδι συμπεριελάμβανε μερικούς από τους καλύτερους στίχους του:

« Ο πατέρας μου ο Μπάτης ήρθε από την Σμύρνη το εικοσιδυό/ και ζούσε για πενήντα χρόνια/ σε υπόγειο μυστικό/ «Σε αυτήν την χώρα όσοι αγαπάνε / τρώνε βρώμικο ψωμί» είπε ο Μπάτης ένα πρωϊ «και οι πόθοι τους ταξιδεύουν/ με υπόγειες διαδρομές».

Ο Μπάτης ήταν φυσικά ο διάσημος ρεμπέτης της δεκαετίας του ’30. Το ροκ θα συναντούσε τα ρεμπέτικα όταν το 1975 θα το τραγουδούσε με την Σωτηρία Μπέλλου πρώτα στην σκηνή και αργότερα σε δίσκο.

Τα σόου του στο κλαμπ «Κύτταρο» (1972-1974) συμπεριελάμβαναν, τον καραγκιοζοπαίχτη Σπαθάρη, παλαιστές, ζογκλέρ και παλιούς ρεμπέτες όπως ο Βαμβακάρης που έδωσε την τελευταία του συναυλία στην Μέκκα του ελληνικού ροκ. Ο νέος σκηνοθέτης Λάκης Παπαστάθης θα έκανε μικρού μήκους ταινίες για να συνοδεύουν  τις παραστάσεις. Τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1972 θα βοηθούσε να οργανωθούν ρεμπέτικές βραδιές στο «Κύτταρο» με παλιούς ρεμπέτες να παίζουν ζωντανά τα τραγούδια τους και μελετητές του ρεμπέτικου, όπως ο Κώστας Χριστοδουλής και ο Πάνος Δραγούμης να δίνουν διαλέξεις πάνω στα ρεμπέτικα.

Ήταν αυτές οι διαλέξεις που πυροδότησαν την αναβίωση του ρεμπέτικου πολύ πριν ο Νταλάρας και η Αλεξίου ηχογραφήσουν τα δικά τους άλμπουμ της αναβίωσης. Και είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τόσο η αναβίωση του δημοτικού όσο και του ρεμπέτικου ξεκίνησαν από την Μέκκα του Ελληνικού ροκ. Χάρις στον Σαββόπουλο η ροκ νεολαία θα ξαναανακάλυπτε την ελληνική παραδοσιακή μουσική και δεν θα υπήρχε σημείο επιστροφής για την Ελληνική μουσική.

Μοιραστείτε