ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
21 November, 2017
ΚεντρικήΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ«Μητέρα!» – Κριτική

«Μητέρα!» – Κριτική

Έχοντας μόλις παρακολουθήσει το «Mother!» (με θαυμαστικό παρακαλώ) μπορώ εύκολα να φέρω μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό μου. Τον Darren Aronofsky, να αναρωτιέται στατικός «πώς θα γυρίσω μια ταινία που (βασικά) θα τρελάνει και θα σοκάρει τους θεατές περισσότερο από τις προηγούμενες;». Το νέο του έργο θυμίζει έντονα τον καρπό μιας τέτοιας συλλογιστικής. Την έθεσε σε εφαρμογή, και το αποτέλεσμα έδειχνε να αγγίζει το τέλειο… μέχρι περίπου μισή ώρα πριν το τέλος. Και κάπου εκεί, η φούσκα τελικά έσκασε.

Παρά την κάπως ανεξήγητη εισαγωγή, το σκηνικό θυμίζει πολλά κλασικά ψυχολογικά (και όχι μόνο) θρίλερ. Ένα νέο ζευγάρι, σε ένα σπίτι στην μέση του πουθενά, προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες στην καινούρια του ζωή. Εκείνος (Javier Bardem) είναι ένας πετυχημένος συγγραφέας, που αναζητά την έμπνευση, και εκείνη (Jennifer Lawrence) είναι μια νεαρή νοικοκυρά, που ελπίζει κάποτε να βιώσει την χαρά την μητρότητας. Η μοναχική τους ζωή θα διαταραχθεί όταν αρχικά ένα μεσήλικο ζεύγος (Ed Harris, Michelle Pfeiffer) και προοδευτικά όλο και περισσότεροι ενοχλητικοί επισκέπτες θα περάσουν την πόρτα τους. Τι θα συμβεί όμως όταν οι εισβολείς θα αρχίσουν να απολαμβάνουν ελευθερίες που ποτέ δεν τους παραχωρήθηκαν;

Τι θα μπορούσε, αλήθεια, να πάει στραβά; Ο Aronofsky χτίζει μια εκπληκτική ατμόσφαιρα βασισμένος σε κάποιους από τους πιο απλούς φόβους μας. Το «Mother!» ξυπνά μέσα μας το άγχος του να χάσουμε τον έλεγχο του σπιτιού μας, της ζωής μας, του παιδιού που θα φέρουμε στον κόσμο, της ίδιας της λογικής. Δημιουργεί μία κατάσταση όπου τίποτα δεν βγάζει νόημα, και τίποτα δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί. Θυμίζει έτσι την πραγματική ζωή, ανεπαίσθητα, και μας διαλύει. Όλα τα πρόσωπα δείχνουν να φέρονται απόλυτα φυσιολογικά, ως προς την δική τους οπτική γωνία, με την αλληλεπίδραση ανάμεσά τους να αναλαμβάνει τον ρόλο του μεσάζοντα στην καλλιέργεια του σασπένς. Ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ, από έναν μεγάλο σκηνοθέτη.

Μέχρι που, ακριβώς την στιγμή της ραγδαίας κλιμάκωσης, βλέπουμε ξαφνικά μια άλλη ταινία. Ο ψυχολογικός τρόμος δίνει την θέση του σε έναν συνδυασμό από splatter και ανεξήγητη υπερβολή πρακτικά σε οτιδήποτε, χωρίς την παραμικρή συνοχή που θα λειτουργούσε ως συνδετικός κρίκος. Δεν πρόκειται για ένα απλό twist, που θα ήταν καλοδεχούμενο, αλλά για μια ολόκληρη αλλαγή στην θεματολογία, που μάλλον μπερδεύει (με την αρνητική έννοια) παρά ιντριγκάρει. Ομολογουμένως, αλλιώς θα περιμέναμε να εξελιχθεί μία ταινία που μέχρι τότε δεν είχε δώσει κανένα τέτοιο δείγμα.

Μια πιθανή ερμηνεία θα ήταν η καταφυγή του Aronofsky στην εύκολη λύση. Πλησίασε στο τέλος και, μπροστά στην σκιά ενός κακού φινάλε που θα κατέστρεφε ένα καλό ψυχολογικό θρίλερ, αποφάσισε να εγκαταλείψει το είδος για κάτι διαφορετικό. Πιο εύστοχο, ωστόσο, θα ήταν να παραδεχτούμε ότι μάλλον ο σκηνοθέτης έχασε τον έλεγχο του δημιουργήματός του. Πρόσθεσε μεθοδικά, πινελιά πινελιά, κάθε λεπτομέρεια που θα επέτρεπε στους θεατές να βυθιστούν σε ένα τοπίο γνήσιας ανασφάλειας. Για να το κατορθώσει, στοίβαξε αμέτρητα στοιχεία που πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν σε μια ικανοποιητική σειρά γεγονότων. Παραδέχτηκε μέχρι και ο ίδιος ότι στόχος της έλλειψης συνοχής στο «Mother!» ήταν η δημιουργία ενός ονειρικού περιβάλλοντος (και αυτά δεν έχουν συνοχή). Αυτό, όμως, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τα πάντα.

Διατηρώντας το ίδιο αυτό κλίμα παραλογισμού, ολοκληρώνει την ταινία με μία σειρά από απανωτές και άκρως σοκαριστικές σκηνές. Θεώρησε ίσως ότι το κοινό θα αποδεχόταν την λογική του «να, πάρτε ακραία διαστροφή στην οθόνη, βολευτείτε με αυτό το απλοϊκό τέλος, ε και μην περιμένετε να βγάλετε και νόημα». Αυτό όμως που δεν υπολόγισε είναι ότι ο κόσμος έχει πια εθιστεί στην διαστροφή σε τέτοιο βαθμό, που η χρήση της σε ένα «εμφατικό» φινάλε δείχνει μάλλον εκνευριστική και παιδαριώδης. Το τέλος θα έπρεπε να μας αφήσει κάτι διαφορετικό. Για να καταλάβετε καλύτερα τι εννοώ, δείτε το «Rosemary ‘s Baby», αν δεν (ντροπή) το έχετε ήδη κάνει. Τα δυο σενάρια μοιάζουν αρκετά, με την διαφορά ότι ο Polanski έμεινε σταθερά πιστός σε όσα είχε υπαινιχθεί. Δεν κατέφυγε σε γραφικές εικόνες, και δεν απέδωσε κενά στην αφήγησή του σε ουρανοκατέβατες ανατροπές. Αρκέστηκε στην επιβεβαίωση μιας εφιαλτικής αμφιβολίας.

Η Jennifer Lawrence χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλο το υποκριτικό της ταλέντο. Πέρα από τις αμέτρητες ψυχολογικές διακυμάνσεις του ρόλου της, ένα τεράστιο ποσοστό των πλάνων ήταν κοντινά, στο πρόσωπό της. Οι παλιές καραβάνες που την πλαισίωσαν ερμήνευσαν εξαιρετικά τον λογικό τους παραλογισμό, αποδίδοντας στην εντέλεια το βαρύ και μυστηριακό κλίμα. Η σκηνοθετική ικανότητα του Aronofsky δεν αμφισβητείται, όπως -παρά τα ελαττώματα- και η συγγραφική.

Αξίζει, τελικά, να δει κανείς το «Mother!»; Φυσικά, είναι ένα πληγωμένο αριστούργημα. Δεν θα εξαφανιστεί, αλλά θα περάσει στην ιστορία ως μια ταινία για γερά νεύρα, που θα μπορούσε προφανώς να έχει εξελιχθεί καλύτερα. Στο μεγαλύτερο μέρος της παίζει με απλούς και ενδόμυχους φόβους μας, θέατρο του παραλόγου, και καθαρό ψυχικό τρόμο, όλα σε μια ιδανική ισορροπία. Χωρίς το αδύναμο φινάλε, θα μιλούσαμε για το ιδανικό ψυχολογικό θρίλερ, και η βαθμολογία του θα ήταν τουλάχιστον εννιά. Μια ταινία, όμως, που ξεκινά ως ψυχολογικό θρίλερ θα ήταν καλό να τελειώσει έτσι, και μια που ολοκληρώνεται ως splatter να έχει εξελιχθεί έτσι εξ αρχής. Κάνω λάθος;

Υ.Γ.: Δεν μπήκα καν στον κόπο να αναφερθώ στις διάφορες περιβόητες «βιβλικές» αναφορές της ταινίας. Δεν είναι τόσο προφανείς όσο λέγεται (ίσως μόνο ο Κάιν και ο Άβελ) και δεν θεωρώ ότι παίζουν σημαντικό ρόλο συνολικά.

Πηγή: alienage.gr

Μοιραστείτε