ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
9 February, 2023
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ“Μια ελληνική crime fiction βασισμένη στην Παράδοση είναι εφικτή” Συνέντευξη με τον συγγραφέα Γιώργο Νεκτάριο Παναγιωτίδη 

“Μια ελληνική crime fiction βασισμένη στην Παράδοση είναι εφικτή” Συνέντευξη με τον συγγραφέα Γιώργο Νεκτάριο Παναγιωτίδη 

Όπως έχουμε ξαναπεί το ελληνικό Crime Fiction ή η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία  γνωρίζει περίοδο άνθησης. Σιγά σιγά χτίζεται μια ελληνική crime σκηνή με τα δικά της ξεχωριστά χαρακτηριστικά καθώς νέοι και  πολλά υποσχόμενοι συγγραφείς γράφουν αστυνομικό. 

Ένας από αυτούς που ξεχωρίζουν κυρίως για το ιδιαίτερο γλωσσικό του ύφος και τον χριστιανικό ουμανισμό του ειναι ο Γιώργος Παναγιωτίδης. Στα πλαίσια της προσπάθειας προβολής αξιόλογων Ελλήνων συγγραφέων που εκτός από την ενασχόληση τους με το λογοτεχνικό είδος του crime fiction έχουν γενικότερα κάτι να πουν, βρεθήκαμε και συνομιλήσαμε μαζί του για όλα τα ζητήματα που αφορούν την ελληνική αστυνομική λογοτεχνία και όχι μόνο. Γ.Σ 

Συνέντευξη στον Γιώργο Σταφυλά*
 Φωτογράφηση: Κώστας Αραμπατζής

Συγγραφέας  σε μια χώρα που η συγγραφή εχει αμφίβολο παρόν και θεοσκότεινο μέλλον. Ποιο είναι το κίνητρο σου;

 Το κίνητρό μου ήταν και είναι το «περίσσευμα της καρδιάς». Η υπερχείλιση της εσωτερικής θέλησης για δημιουργία και μυθοπλασία, δηλαδή για έκφραση και καταγραφή όσων η έμπνευση, με τον πάντα μυστικό πυρήνα της και στη δική της κρυπτική γλώσσα, έχω την τιμή να μου μεταφέρει και τα οποία θεωρώ ότι αλήθεια αξίζουν να τα αφηγηθώ και σε άλλους, στο αναγνωστικό κοινό.

Δεν είναι το να δω το όνομά μου και σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο στα ράφια ή να γίνω διάσημος ή να πάρω βραβεία. Αν ήταν αυτό, δε θα ξεκινούσα ποτέ. 

 

Αξίζει πιστεύεις να ασχοληθεί κάποιος με το άθλημα αυτό στην Ελλάδα;

Αξίζει αν το «λέει η καρδιά τους», αν με αυτό «πραγματώνουν τον εαυτό τους», και αν μπορούν να προσφέρουν κάτι καλό έτσι στον άλλο, την κοινωνία.

Τι είδους όντα ειναι οι συγγραφείς; Λέγονται διάφορα περι αυτού. Εσυ τι λές;

Από τα 18 μου διαβάζω ιστορίες για τους συγγραφείς: τον Καρυωτάκη, τον Άγρα, τον Καβάφη, τον Ουράνη, τον Καζαντζάκη. Μια από τις αγαπημένες μου ταινίες ήταν έκτοτε ο «Συρανό» με τον Ντεπαρντιέ, που ήταν συγγραφέας.

 Δε σου κρύβω όμως ότι δεν τρελαίνομαι καθόλου με τον τίτλο. Πρώτον, δε μου αρέσουν οι τιτλοφορίες στο χώρο του πνεύματος, αν αποδίδονται παρ’ αξία. Δεύτερον, αλήθεια μερικές φορές ντρέπομαι να λέγομαι συγγραφέας, διότι με πιάνει ναυτία με τις συμπεριφορές αρκετών ατόμων του χώρου αυτού, όπως λειτουργεί σήμερα. Από ένα συγγραφέα περιμένουμε να είναι ένας άνθρωπος με οξυμένη ευαισθησία, ένας οραματιστής, όχι ένας υστερόβουλος κομφορμιστής ή, ακόμα χειρότερα, ένας χειριστικός ή εγωπαθής τύπος. Και είναι αλήθεια ότι υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι αρκετοί και έχω την τιμή να τους έχω γνωρίσει. Αυτοί οι «εξωγήινοι» είναι η ελπίδα για το μέλλον.

 

Πάμε τώρα στο βιβλίο: Σε ποιο υποείδος του Crime θα κατέτασσες τα δυο σου μέχρι τώρα βιβλία;

Αν αναζητήσει κανείς τους ορισμούς, θα δει ότι μπορεί να ενταχθεί αρκετά στο υποείδος του μυστηρίου ή του αστυνομικού θρίλερ. Έχουμε κάποιον (τη Μαριαλένα Ξένου, με τη φίλη της, Ευαγγελία), που προσπαθεί να βρει την αλήθεια για ένα γεγονός (την προεξοχή ενός πολύτιμου αντικειμένου στην επέκταση ενός κοιμητηριακού χώρου), μέσα σε κλίμα μιας κλιμακούμενης απειλής. Επίσης, έχουμε την αναμονή ενός επικείμενου εγκλήματος (αρχαιοκαπηλεία, βεβήλωση κοιμητηρίου) και έντονο σασπένς. Τέλος, το βιβλίο ρέπει και προς τον γοτθικό τρόμο…

Η Μαριαλένα Ξένου έχει να λύσει μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας

Διακρίνει κανείς επιρροές από Γιάννη Μαρή αλλά και απο Παπαδιαμάντη. Θα έλεγα ότι η γλώσσα που χρησιμοποιείς κάπου ξενίζει… 

Eίναι αλήθεια αυτό, ναι. Δε σου κρύβω ότι όταν έγραφα το πρώτο μου λογοτεχνικό, σκεφτόμουν ότι θα έχω το πεδίο… επιτέλους να γράψω πράγματα με τον τρόπο που θα τα ήθελα. Η γλώσσα που χρησιμοποιώ γενικά μπορώ πω πως όντως είναι πολύ ιδιαίτερη και πολυ-υβριδική: λόγια, «λαϊκή», επιστημονική, νεανική, «αργκό» κ.λπ.  Αλλά αυτό το έχουμε ξαναδεί στην αστυνομική λογοτεχνία: ας σκεφτούμε τον Ηρακλή Πουαρώ, τον Σέρλοκ Χολμς, τον Αύγουστο Ντυπέν…

Το όλο στήσιμο του βιβλίου σε κεφάλαια και υποκεφάλαια  παραπέμπει σε κλασική λογοτεχνία. Είσαι θαυμαστής των παλιών μαέστρων;

Ναι! Aπολύτως! Είμαι θαυμαστής του Έντγκαρ Άλλαν Πόε κατεξοχήν, όπου είχα διαβάσει τα ποιήματά του πρώτα, σε μετάφραση Ά. Σημηριώτη, και τις ιδρυτικές της αστυνομικής λογοτεχνίας «Δολοφονίες της οδού Μοργκ». Η δομή αυτή σε κεφάλαια υπάρχει και σε αυτούς αλλά και σε νεότερους, όπως για παράδειγμα τον Αμερικανό Ρίτσαρντ Μοντανάρι, που γράφει καλά αστυνομικά θρίλερ. Μου ταιριάζει πολύ στον τρόπο της αφήγησης και για αυτό τη «στρατολόγησα».

 

“Ζωή νυκτοφόρος”. Πως εμπνεύσθηκες τον τίτλο και πως σου ήρθε να χρησιμοποιήσεις ένα τέτοιο επίθετο και μάλιστα όχι ως προσδιορισμό (πχ νυκτοφόρος ζωή ) αλλά ως κατηγορούμενο;

 Πολύ καλή ερώτηση. Ο τίτλος του συγκεκριμένου βιβλίου –σε αντίθεση με το πρώτο- ήταν κάτι που με παίδεψε λίγο. Είχα σκεφτεί αρκετούς ακόμη στην πορεία. Η νυχτοφόρος ζωή είναι μια ζωή κατ’ επιλογή, όπως και η αρετή. Ζούμε στην εποχή των «φώτων», όπου, όπως νομίζουμε, ξέρουμε πολλά, αν όχι τα πάντα, και χλευάζουμε συλλήβδην αυτά που ήξεραν παλιότερα, ως προλήψεις, δεισιδαιμονίες και αναχρονισμούς. Χλευάζουμε με τον τρόπο που χλεύαζε ο μετεωρολόγος Νταν στην ταινία του Κάρπεντερ «Ομίχλη». 

Όμως, αυτά που είναι άγνωστα, αυτά που είναι κρυμμένα, αυτά που είναι μυστηριώδη, έρχονται να μας βρουν. Και, τότε, τα τεχνητά φώτα σβύνουν. 

Από την παρουσίαση του βιβλίου “Ζωή Νυχτοφόρος” στο βιβλιοπωλείο του “Αρμού” στην Θεσσαλονίκη

Το ζήτημα είναι αν θα εγκαταλείψουμε τις προφάνειες και θα πάμε προς το «σκοτάδι του αγνώστου». Αυτός είναι ο δρόμος που διάλεξαν οι ήρωες του Stalker του Ταρκόφσκι και αυτός ο δρόμος ανοίγεται μπροστά στην πρωταγωνίστρια της «Ζωής νυχτοφόρου», Μαριαλένα Ξένου. 

 Και τα δυο σου βιβλία ειναι σχετικά μικρού όγκου. Κάπου 50.000 λέξεις η κάθε ιστορία. Αλήθεια τι γνώμη εχει για τα βιβλία τούβλα;

 Πράγματι, και τα δύο είναι κάτω από 50000 λέξεις. 

 Πολύ συχνά, δεν προέρχονται τα βιβλία αυτά από καλλιτεχνική ελευθερία. Ορισμένοι «μεγάλοι» εκδότες σκέφτονται να πουλήσουν ένα προϊόν με χαρακτηριστικά μεγάλης εμπορικότητας, όπως ένα εκτενές μυθιστόρημα, ανεξαρτήτως αν η πνοή που το γεννά μπορεί να απλωθεί σε κάτι τέτοιο. Εδώ όμως ισχύει κάτι παρόμοιο με αυτό που έλεγε ο Μίλτος Σαχτούρης για τα μεγάλα ποιήματα: ο τόνος πέφτει. Ανάλογα συμβαίνει και με αρκετά «τούβλα» αστυνομικά: ο συγγραφέας γεμίζει σελίδες επί σελίδων υπολογισμένα, χωρίς ψυχή, ή με ανερμάτιστα πράγματα, που μειώνουν το βιβλίο.

 

Για τα βιβλία που προσπαθούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη με τραβηγμένες ανατροπές αλλ’ και παράλληλες ιστορίες που δεν έχουν σχέση με την αφήγηση τι γνώμης έχεις;

Είναι και πάλι γνώρισμα της «προ-υπολογισμένης» πλοκής. Όσοι έχουμε διαβάσει Πόε, ξέρουμε ότι έχει συχνά τρομερές ανατροπές στα διηγήματά του. Μπορεί όμως μια ιστορία, για να ειπωθεί, η πλοκή να είναι γραμμική, να φτάνει στο τέλος περίπου γραμμικά και αυτό το έχουν π.χ. βιβλία του μεγάλου Γιάννη Μαρή, όπως το πολύ ωραίο «Έγκλημα στα παρασκήνια»

Θεωρώ γενικά ότι οι παράλληλες ιστορίες πρέπει να βγουν από το συγγραφέα αβίαστα ή να μη βγουν καθόλου. Μπορείς να γράψεις ένα εξαιρετικό βιβλίο χωρίς καθόλου υποπλοκές, όπως μπορείς να γράψεις ένα εξαίρετο κομμάτι με τις τρεις βασικές συγχορδίες. Οι σχοινοτενείς υποπλοκές και πάλι είναι τέχνασμα, ώστε να αυξάνεται η έκταση τεχνητά, και να «νομιμοποιείται» ένας εκδότης να χρεώνει παραπάνω 16σέλιδα. Αλλά η πολλή και «προγραμματισμένη» έκταση ρίχνει την ένταση. Και το μάρκετινγκ δε μπορεί να το σώνει αυτό για πάντα.

Πως επέλεξες για κεντρικό ήρωα σου μια γυναίκα;

 Δεν την επέλεξα, αλλά με… επέλεξε. Πέραν της πλάκας, ειλικρινά δεν έγινε προγραμματισμένα, αλλά προέκυψε «φυσικά». Η Μαριαλένα Ξένου κάποιοι που διάβασαν το βιβλίο έχουν τη γνώμη πως είναι συγκεκριμένα μια γενναία και ανήσυχη προσωπικότητα, με μια καταπιεσμένη (σκεφτείτε εδώ πάλι τους ήρωες του Stalker) τάση προς το ρεμβασμό, προς τα μυστηριώδη και ανείδωτα της ζωής. Αλλά είναι και ένας άνθρωπος που ζει εντελώς συμβατικά, όπως πάρα πολλές γυναίκες της ηλικιακής κατηγορίας 45-65. Και αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος, επειδή «ο κίνδυνος δεν είναι ο κίνδυνος», όπως έγραφε ο Κώστας Στεργιόπουλος. 

Η ψυχή της όμως ασφυκτιά και αυτό δίνει την αφορμή να μπει στην περιπέτεια. Όπως έλεγε και η Ίνγκριντ Μπέργκμαν στο Spellbound, «μερικές φορές η καρδιά μπορεί να δει βαθιύτερα»

 

Τι γνώμη έχεις για τους ήρωες που ειναι φορτωμένοι από τον συγγραφέα με ψυχολογικά ;

Είναι ένα ακόμα κλισέ, που έχει γίνει και trend. Σκέψου όμως τον αστυνόμο Γιώργη Μπέκα του Μαρή ή τον Μαιγκρέ του Σιμενόν. Είναι άνθρωποι όχι μόνο συγκροτημένοι και έντιμοι, αλλά που περίπου μπορείς να βασίσεις τη ζωή σου σε αυτούς χωρίς δεύτερη σκέψη. Και ο Φίλιπ Μάρλοου έλεγε στον Μεγάλο Ύπνο, «είμαι έντιμος μέχρι αηδίας». Δυστυχώς, ζούμε σε μια εποχή με έντονο μηδενισμό και αυτό αντανακλάται και στα συγγραφικά τρεντ.

Τελευταία ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διάφορες ομάδες που ασχολούνται με το βιβλίο. Τι γνώμη έχεις για τον ρόλο τους;

Υπάρχουν κάποιες ομάδες γνήσιες, με διαχείριση ανεξάρτητη και αμερόληπτη, που αγαπάει αλήθεια το βιβλίο. 

Πολλές άλλες ομάδες συνεργάζονται με συγκεκριμένους εκδοτικούς.  Ειδικότερα, αρκετοί εκδοτικοί διαφημίζουν δημόσια τη συνεργασία τους με βιβλιοομάδες στα όσα προσφέρουν στον συγγραφέα που θα συνεργαστεί μαζί τους. Όχι λίγες φορές η συνεργασία αυτή αποκτά πιο… επιθετικά χαρακτηριστικά: εκδηλώνεται μια έντονη δυσανεξία προς διαφορετικές –ειδικά «αιρετικές»- απόψεις, που κάποια στιγμή μπορεί να φτάσει σε μαλλιοτραβήγματα και ένα φαινομενικά (στον ανυποψίαστο «θαμώνα») απίστευτο καρκατσουλιό. Δυστυχώς, εκεί καταλήγει ο αθέμιτος και κανιβαλικός ανταγωνισμός…

 

Τι πιστεύεις για τις κριτικές που αφορούν βιβλία που κυκλοφορούν; Τρόπος προώθησης ή αντικειμενική καταγραφή άποψης;

Συνήθως είναι τρόπος προώθησης, «λειτουργία του μάρκετινγκ» των εκδοτικών, όπως σωστά έλεγε και ο Δ. Κούρτοβικ, τόσο σε εφημερίδες (όπου παίζουν κυρίως οι πιο «μεγάλοι», για ευνόητους λόγους) όσο και στο διαδίκτυο. Και όπως έλεγε ο πατέρας του μάρκετινγκ Φίλιπ Κότλερ, οι περισσότερες εταιρείες χρησιμοποιούν το μάρκετινγκ εσφαλμένα, για να «ξεφορτωθούν τα προϊόντα τους». Mπορεί εντούτοις να ασχολείται κανείς με βιβλιοκριτικές πολύ έντιμα και γνωρίζω τέτοιους ανθρώπους στο Διαδίκτυο που τιμούν το χώρο με το ήθος τους. 

360 εκδοτικοί οίκοι και μερικές δεκάδες χιλιάδες συγγραφείς σε μια χώρα που σύμφωνα με τις στατιστικές το αναγνωστικό κοινό ειναι πολυ μικρό. Θέλω ένα σχόλιο σου πάνω σε αυτό.

Είναι πολυσύνθετο ζήτημα. Από τη μία, θα σου πω ότι κυκλοφορούν βιβλία, μάλιστα πολυδιαφημισμένα, που τρίβεις τα μάτια σου όταν τα διαβάζεις, διότι γράφουν με 500 λέξεις, μικρές προτασούλες και έχουν ελάχιστη λογοτεχνική «μαγεία» ή αξία. Από την άλλη, ο μεταπολιτευτικός ρωμιός, που θά’ λεγε ο Ρασούλης, έχει άλλη κάψα: πώς θα φτιάξει βιογραφικό, πώς θα κάνει το κομμάτι του κι επίσης (σήμερα) πώς θα επιβιώσει. Πού να βρεθεί χρόνος για διαβάσματα, μάλιστα ποιοτικά; Τέλος, να μην ξεχνάμε ότι αρκετοί εκδοτικοί λειτουργούν με βάση τις αυτοεκδόσεις…

 

Λέγεται ότι υπάρχει μια άνθηση της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας το πιστεύεις ή βλέπεις απλώς μια ευκαιριακή συγκυρία;

 Προσωπικά βλέπω ότι υπάρχει μια συνολικότερη άνθιση της αστυνομικής λογοτεχνίας, με την έννοια ότι εκδίδονται εδώ και κάποια χρόνια περισσότερα βιβλία του είδους ή και «όμορων» ειδών: μυστηρίου, θρίλερ, τρόμου. Η λογοτεχνία αυτή έχει βαθιές ρίζες στη χώρα μας. Το βλέπω ευνοϊκά, με την έννοια της ευκαιρίας. Εντούτοις, ως τώρα, αρκετά από τα υπερπροβαλλόμενα λόγω κακού μάρκετινγκ βιβλία είναι μάλλον χαμηλής λογοτεχνικής αξίας. Ο Νέσμπο π.χ. μου αρέσει και μένα πολύ, όμως η «Νυχτερίδα» δεν είναι λογοτεχνία, είναι απλώς μια (μέτρια γραμμένη) αστυνομική ιστορία.

 

Θα μπορούσε να υπάρξει μια Ελληνική Crime Fiction σκηνή με τα δικά της χαρακτηριστικά;

 Θα μπορούσε. Ένας από τους πρώτους που είχαν φέρει αυτά τα είδη στη χώρα ήταν ο Παπαδιαμάντης, μεταφραστής του Στόουκερ, και ο Κόντογλου, μεταφραστής του Πόε από τα γαλλικά. Και οι δύο στυλοβάτες της ελληνικής παράδοσης. Η ορθόδοξη μυστική παράδοση ευνοεί τα μέγιστα επίσης, παρ’ ότι οι περισσότεροι την αγνοούν χαρακτηριστικά.

Τελευταία είναι πολύ της μοδός στον χώρο μας το λεγόμενο ”κοινωνικό σχόλιο”. Τι γνώμη έχεις για την πολιτική ορθότητα; Τελικά το κοινωνικό σχόλιο ειναι ελεύθερο ή πρέπει να συμβαδίζει με τις νόρμες της πολιτικής ορθότητας;

Το σχόλιο ασφαλώς και πρέπει να είναι ελεύθερο. Όσοι έχουμε διαβάσει τα βιβλία του Γιάννη Μαρή, όπως τον «Θάνατο του Τιμόθεου Κώνστα», ξέρουμε ότι κάθε άλλο παρά ήταν πολιτικά ορθός, ανεξάρτητα αν συμφωνούμε μαζί του ή όχι. Και μιλάμε για το Μαρή, που ήταν αριστερός σε πολύ δύσκολους καιρούς, πέρασε διώξεις και συμμετείχε στο ΕΑΜ.

 

Ένας εκδοτικός οίκος απέπεμψε συγγραφέα του για σχόλιο στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης εκδίδοντας μάλιστα σχετική ανακοίνωση με την οποία καλούσε και τους άλλους εκδοτικούς οίκους να πράξουν το ίδιο. Πως σχολιάζεις το γεγονός;

 Απολύτως απαράδεκτο. Όταν κάποιος δεν ξέρει να θέσει κανόνες, τότε θέτει θηλιές. Επιπλέον, τα κοινωνικά και άλλα πιστεύω του συγγραφέα είναι προσωπική του υπόθεση, οπωσδήποτε διακριτή από το συγγραφικό του έργο. 

Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τελικά κάνουν καλό ή κακό στον συγγραφέα;

Αυτό είναι ένα πολύπλοκο θέμα. Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς με προσωπικότητα, που την εκφράζουν με ντομπροσύνη και στα κοινωνικά δίκτυα. Αυτούς τους ανθρώπους, συμφωνείς ή όχι μαζί τους, χαίρεσαι να τους διαβάζεις. Από την άλλη, η «άποψη» άλλων ξέρεις ποια είναι πριν τη διαβάσεις, διότι είναι βασισμένη στον ατομιστικό υπολογισμό και τον αφόρητο κομφορμισμό: να πάμε με το ρεύμα. 

 

Πρέπει ο συγγραφέας να εκφράζει την πολιτική και κοινωνική του άποψη (αν βεβαίως διαθέτει) ή πρέπει να ποιεί την νήσσαν προκειμένου να μην δυσαρεστεί πιθανούς αναγνώστες;

Θεωρώ ότι ο συγγραφέας κατεξοχήν πρέπει να έχει άποψη για τα κορυφαία διαχρονικά ζητήματα αλλά και τα επίκαιρα, κοινωνικά και πολιτικά, και να την εκφράζει, εκ παραλλήλου προς το έργο του, που έτσι κι αλλιώς είναι αυθύπαρκτο και «έχει τη δική του ζωή». Πάρε ως παράδειγμα τον «Πρόεδρο Ταμέλη» του μεγάλου Γιώργου Ιωάννου. Απολύτως αυτοβιογραφικός (μιλάμε για την κήρυξη της δικτατορίας του Παπαδόπουλου) αλλά και κοινωνικοπολιτικός. 

 

Στα γραπτά σου – αρθρογραφία και μυθιστόρημα- καταγράφεται έντονη η επιρροή ενός χριστιανικού ουμανισμού. Τελικά ένας καλύτερος κόσμος ειναι εφικτός;

 Θέτεις πολύ μεγάλο ζήτημα…

Ναι, είναι όντως εφικτός. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα: όταν στον Μεσοπόλεμο, ο Γιώργος Θεοτοκάς (που ήταν φιλοσοφικά «ιδεαλιστής», όχι μαρξιστής) έγραφε για το κοινωνικό ζήτημα, ο καπιταλισμός θεωρούνταν τελειωμένος. Έλεγε στα γράμματά του στο Σεφέρη ότι πρέπει να αντικατασταθεί, απλώς χωρίς να πληγεί η κουλτούρα. Σήμερα, ο καπιταλισμός είναι εμπεδωμένος στα μυαλά των ανθρώπων τόσο που σκέφτονται και… αγανακτούν ότι ο άπορος χωρίς να εργάζεται παίρνει επίδομα 200 ευρώ, ενώ δε σκέφτονται το τεράστιο ποσό του εθνικού εισοδήματος που πηγαίνει στους ιδιοκτήτες των κεφαλαιουχικών μέσων, λόγω και μόνο της ιδιοκτησίας τους. Ως Χριστιανός, είμαι «ορκισμένος» εχθρός ενός συστήματος που βασίζεται στον κοινωνικό δαρβινισμό, στον εχθρικό ανταγωνισμό, στη θεσμοποιημένη αδικία και έλλειψη αλληλεγγύης, στο ρητό «ο θάνατός σου η ζωή μου»

Είσαι θαυμαστής μιας ατέρμονης ειρήνης σαν και αυτή που περιγράφουν οι στίχοι του Imagine;

Δε σου κρύβω ότι οι στίχοι του Imagine με εξοργίζουν σε μεγάλο βαθμό. Σήμερα, ο κόσμος ζει όντως έτσι όπως περιέγραφε ο Λένον: ζει για το σήμερα και μόνο, χωρίς αυθεντικές αξίες, χωρίς ταυτότητα, χωρίς θρησκεία ή εθνοτικά χαρακτηριστικά: όπως λέει και ένα ραπ κομμάτι, «κανείς δεν ξέρει να βιώσει, μόνο να επιβιώσει».

Εγώ πιστεύω ότι «αν δε στηρίξεις το ένα πόδι σου έξω από τη γη, δε θα μπορέσεις ποτέ να σταθείς επάνω της». Η ειρήνη την οποία προσωπικά πρεσβεύω είναι μια ειρήνη που στολίζεται με τη δικαιοσύνη. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι τα ζητήματα επιλύονται με την εξαπόλυση πολεμικών επιχειρήσεων και εκατόμβες νεκρών. Αυτή είναι μια κύρια θέση και της βυζαντινής μας κληρονομιάς, που ήταν έντονα αντιπολεμική.

H ειρήνη που φαντάζεται ο Γιώργος Παναγιωτίδη δεν ε΄χει καμμιά σχέση με τον ανεθνικό, άθεο κόσμο του Imagine

Έργα όπως το ‘Όσα Παίρνει ο Άνεμος” πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν ή να περάσουν από επιτροπές λογοκρισίας του σύγχρονου αντίστροφου Μακαρθισμού;

 Πρέπει να προστατέψουμε όλα αυτά τα διαχρονικά έργα από τους σύγχρονους «κατάλογους απαγορευμένων βιβλίων». Μάλιστα, θα σου πω ότι, παρ’ ότι δεν το έχω δει, το «Gone with the wind» ξέρω ότι ανατρέπει αυτό που λέμε σήμερα έμφυλα στερεότυπα, και ειδικότερα δείχνει ότι ο άντρας είναι επίσης απόλυτα «ικανός» για αυτό που λέμε ρομαντικό έρωτα. 

 

Τι μουσική ακούς;

Παλιότερα έχω κάνει μουσικές σπουδές και ακούω πολλές μουσικές. Προτιμώ κάθε μουσική που έχει καρδιά από κάθε είδος: που έχει «μαγεία», πάθος, λυρική ένταση και μπορεί να συγκινήσει. Έτσι, μου αρέσουν ο αυθεντικός Ρομαντικός Σοπέν και ο Τζων Φηλντ, η πανκ ροκ, η rock-metal ευρύτερα, από εναλλακτική ροκ ως grindcore (Napalm Death), μέχρι και το ελληνικό έντεχνο ή rapcore. 

 

Αγαπημένες μπάντες;

 Από μπάντες, μεταξύ πολλών άλλων: Thousand foot krutch, Three days grace, Ded, Red, Living Sacrifice, Demon Hunter, Nevermore, Katatonia, The Offspring, Ενδελέχεια/Δημήτρης Μητσοτάκης και οι Ευδαίμονες, Αρτέμης-Ευθύμης. 

 

Αγαπημένα βιβλία

Από πεζογραφία: οι «Φόνοι της οδού Μοργκ», ο «Χρυσός σκαραβαίος» του Πόε, ο «Δρ. Τζέκυλ και Κύριος Χάιντ» του Ρ. Λ. Στήβενσον, η «Δίκη» του Φραντς Κάφκα, διηγήματα του Παπαδιαμάντη όπως ο «Αλιβάνιστος», το «Μυστήριο των απειλητικών γραμμάτων» της Enid Blyton, το «Φάντασμα» του Γρηγόριου Ξενόπουλου, η «Εξομολόγηση του Σταυρόγκιν» του Ντοστογιέφσκι, η «Μάσκα του Δημήτριου» του Ambler …  

Κόμιξ;

Πολύ παλιότερα, διάβαζα μανιωδώς την «Περιπέτεια» με το Λοχαγό Μαρκ. Σήμερα λίγα πράγματα: ανακάλυψα όμως τους «Λήσταρχους», που είναι μια αξιόλογη προσπάθεια νέων δημιουργών.

 

Ανάφερε τους αγαπημένους σου συγγραφείς Έλληνες και ξένους.

 Έντγκαρ Άλλαν Πόε (ποιήματα και πεζά), Κώστας Στεργιόπουλος (ποιήματα), Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον (νουβέλες/διηγήματα), Μπραμ Στόουκερ (διηγήματα), Κώστας Καρυωτάκης, Κώστας Ουράνης, Φώτης Κόντογλου, Αγκάθα Κρίστι, Γιάννης Μαρής, Κόναν Ντόυλ, Ντην Κουντζ…

Επιρροές; 

 Aρκετών από τους παραπάνω, συν ορισμένων ακόμη ποιητών (Λάμπρος Πορφύρας, Τέλλος Άγρας κ.ά.), κινηματογράφου (Χίτσκοκ, Κάρπεντερ), αλλά και βιντεοπαιχνιδιών μυστηρίου/θρίλερ, όπως το Sherlock Holmes versus Jack the Ripper και φυσικά η σειρά Resident Evil

 

Ποια ειναι τα άμεσα σχέδια σου ως συγγραφέας; Να περιμένουμε κάτι άμεσα;

 Ναι! Είναι προγραμματισμένη για πολύ προσεχώς η κυκλοφορία της συνέχειας του πρώτου μου λογοτεχνικού βιβλίου, με τους ίδιους χαρακτήρες με το πρώτο, με τίτλο «Σκοτεινό δωμάτιο». Αν όλα πάνε βάσει προγράμματος, το περιμένουμε ήδη τον Οκτώβρη από τις εκδόσεις Μαραθιά/Άγρια Δύση. 

Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο που μου βγήκε με δύο παράλληλες ιστορίες, που κάπως τελικά συνδέονται: ένα πανεπιστημιακό «κυνήγι θησαυρού» (Scavenger hunt) με γρίφους σε συνδυασμό με μια απόπειρα κλοπής σε διατηρητέο μέγαρο τοπικού ευεργέτη που προορίζεται για αξιοποίηση από το Δήμο Χειμάστρο. Όποιος διάβασε το διήγημά μου «Ένα επαναληπτικό όνειρο» στο Crime and Horror 6, έχει ήδη μπει στο κλίμα…

Έχεις σκεφτεί να κρατήσεις την Μαριαλένα Ξένου και για κάποιο μελλοντικό σου πόνημα;

Είχα πραγματικά σε κάποια φάση μια πολύ γοητευτική ιδέα για συνέχιση της Ζωής Νυχτοφόρου, που με καλεί να την εξερευνήσω. Πρόκειται για μια ιστορία που, εφόσον τελικά γραφτεί, θα περιλαμβάνει την ίδια πρωταγωνίστρια και μερικές εκπλήξεις, κάποιες από τις οποίες υπονοούνται μέσα στο ίδιο το βιβλίο, για τους προσεκτικούς αναγνώστες… 

 

* Ο Γιώργος Σταφυλάς είναι συγγραφέας. ‘Εχει δημοσιεύσει τρία αστυνομικά μυθιστορήματα με ήρωα τον αστυνομικό Λάμπρου (“Συγκάλυψη” 2018 εκδ. Οσελότος, “Κύκλωμα” 2019 και “Προσωπική υπόθεση” 2020 εκδόσεις Όστρια). Επίσης έχει δημοσιεύσει και το δυστοπικό μυθιστόρημά φαντασίας Outlaw 2021 εκδόσεις Οστρια.

Μοιραστείτε