ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
17 October, 2021
ΚεντρικήΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ“Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΚΩΣΤΑΚΗΣ”. Ο Νικόλαος Λούρος γράφει για τον φίλο του Κωνσταντίνο Τσάτσο

“Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΚΩΣΤΑΚΗΣ”. Ο Νικόλαος Λούρος γράφει για τον φίλο του Κωνσταντίνο Τσάτσο

Πρόλογος – επιμέλεια : Σπύρος Δημητρίου

«Φιλία εστί μια ψυχή εν δυσί σώμασιν εκοικουμένη» (η φιλία είναι μια ψυχή που κατοικεί σε δυο σώματα) είπε ο Αριστοτέλης. Κι έτσι είναι, κι ειδικά με τις φιλίες που ξεκινούν από τα παιδικά μας χρόνια, τα χρόνια τ’ αγνά, τ’ ανέμελα παρόλες ίσως τις δυσκολίες που μπορεί να φέρει η μοίρα. 

«Πατρίδα μας  είναι η παιδική μας ηλικία», έγραφε κάπου ένα σύνθημα, και παρ’ όλη την υπερβολή και την αστοχία ίσως του γνωμικού με την  έννοια της πατρίδας, εντούτοις στο προσωπικό, ατομικό μας μικρόκοσμο μπορεί  να υπάρχει αυτή η «μικρή προσωπική πατρίδα» γεμάτη συναισθήματα όπως αυτά που δημιουργεί η φιλία δυο μικρών παιδιών που δυσκολεύεται να σβήσει ο χρόνος. Κάπως έτσι ήταν κι σχέση του σπουδαίου καθηγητή της Ιατρικής και ακαδημαικού Νικόλαου Λούρου με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Φίλοι παιδικοί μ’ ανεξίτηλα συναισθήματα στο διάβα της πολύβουης διαδρομής τους.

 Πολλές φορές όταν θέλουμε να γράψουμε, μνημονεύοντας ένα σπουδαίο άνθρωπο, επιλέγουμε κείμενα με μεγάλα λόγια, βαρύγδουπες αναλύσεις και φράσεις  που  έχουν μέσα τους ίσως  μια κάποια υπερβολή, κι ίσως θέλουμε να εντυπωσιάσουμε κιόλας,  παραβλέποντας  κείμενα πιο απλά, πιο  προσωπικά, πιο βιωματικά με  το συναίσθημα να είναι κυρίαρχο. Πιστεύω ότι αυτά, τα «δεύτερα» κείμενα έχουν πιο μεγάλη αξία γιατί  δείχνουν ένα κομμάτι από την ψυχή, την καθημερινότητα και τα αισθήματα των δυο προσώπων, τόσο αυτού που γράφει όσο και αυτού στον οποίο απευθύνεται. Είναι κάτι από την κοινή  τους πορεία κι αυτό έχει μοναδική αξία.

Τριάντα τέσσερα χρόνια κύλησαν από την εκδημία του Κ. Τσάτσου(8 Οκτωβρίου 1987) κι εμείς θα  τον θυμηθούμε σήμερα μ’ ένα τέτοιο απλό τρόπο, χωρίς εξεζητημένη εμβάθυνση στο έργο του,   με τη πένα  και τα μάτια του  παιδικού του φίλου Ν. Λούρου. Το κείμενο για τον «φίλο του τον Κωστάκη» δημοσιεύθηκε τον Μαίο του 1982(και οι δυο βρισκόντουσαν εν ζωή) στον αφιερωματικό τόμο του περιοδικού «ΕΥΘΥΝΗ» με τίτλο : «ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΤΣΑΤΣΟ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΌ» ελάχιστη τιμή και προσφορά  του περιοδικού σ’ ένα σπουδαίο Έλληνα, συνεργάτη, στυλοβάτη και αρωγό του.

Ο ιατρός, ακαδημαϊκός, πολιτικός και ποιητής Νικόλαος Λούρος

«Ήταν μια φορά κι έναν καιρό – 80 χρόνια τώρα – δυο αγοράκια που πήγαιναν μαζί σχολείο στην ίδια γειτονιά. Λίγο μικρότερός μου ήταν ο Κωστάκης. Με τη σύγκριση των καιρών θα τα ονόμαζαν σήμερα αρχοντόπαιδα γιατί τα φρόντιζαν οι εύποροι γονείς τους. Αλλά και τιμωρούσαν τις αταξίες τους και τους μιλούσαν για ανθρώπινα παραδείγματα, αξιομίμητα, αν με τον καιρό θα κρατούσαν οι δυνάμεις τους ως εκεί. Ποδίτσες φορούσαν την εποχή που ο λεκές ήταν ανεξίτηλος. Τα παπούτσια τους ήταν χοντρά για ν’ αντιστέκουν στη λάσπη και τη σκόνη. Άμα θα κοίταζες τα χέρια τους με τις χιονίστρες ή τα κορμιά τους παραγεμισμένα  με φανέλες σαν εφιάλτες, δεν θα μάντευες ποτέ το ωροσκόπιό τους. Γενειοφόροι οι πατεράδες, στοργικές οι μανούλες, αν έκαναν όνειρα – και θα έκαναν, οι οπτασίες θα σταματούσαν στις δικές τους επιτυχίες. Και ο στραγαλατζής της γειτονιάς, καστανάς το χειμώνα, τους πρόσεχε μήπως η χούφτα τους έφτανε στο ταψί του.

Έπειτα βγήκαν τα μουστάκια, και χώρισαν. Όμως φαίνεται πως μέσα στην αποθήκη της παιδικής τους μνήμης δεν ξέχασαν ο ένας τον άλλο. Ωστόσο χάθηκαν για καιρό και άκουγαν κάπου κάπου κάποιο αντίλαλο από μεγάλες Χώρες που αν δεν ήτανε ανθόσπαρτοι οι δρόμοι τους, κατόρθωναν ωστόσο να τους διαβαίνουν.

Και εδώ ο φακός στρέφεται  στον Κωνσταντίνο Τσάτσο που ακτινοβολεί εξυπνάδα. Σύντομα ξεπροβάλλει η ποίηση και ο βαθύς στοχασμός. Τι κρίμα, δεν βρήκα «ραβασάκια» του σχολείου. Αλλά ο καθένας θα με πιστέψει, από όσους παρακολούθησαν του Κωστάκη τα λόγια και τις σιωπές. Όλα θυσιάζονται εμπρός στην ομορφιά που ντύνει τα αντικείμενά του για να τα προσκυνήσει.  Ξεπερνώντας κάθε δισταγμό σκαρφαλώνει στο δέντρο του όφι για να προσφέρει πολύτιμα αντίδωρα στην Εύα. Τα κρυφά σοκάκια της ξενητεμένης σπουδής του θα είχαν πολλά ν’ αποκαλύψουν αν μιλούσαν. Αλλά δεν θα έπρεπε. Γιατί είναι ιερή η φλόγα που κάθε τόσο ξεπετάει σπίθες για να τον προικίζει με σοφία.

Στα όνειρά του ποιος ξέρει τι νεράιδες θα χόρευαν στα λιβάδια του υποσυνείδητου του. Αλλά και ξύπνιος ξεσπαθώνει και νικά αντιζηλίες που τις ομολογεί η σύντροφος ποιήτρια. Αργότερα, πολύ αργότερα, ο γερασμένος νεανίας χαίρεται πως είναι

Ωραίο να μπαίνεις στη ζωή

με την αγάπη σου.

Και να τη χτίζει

μαζί της τη ζωή

εκεί για χρόνους, άγρυπνος.

Πέρασαν ωστόσο βαρειά σε γνώση, ώστε σε πρόσφατες μέρες ο ποιητής να αναπολήσει:

Ήταν χρόνια ωραία η ψυχή μου

που την ανέβαζα

σκαλί σκαλί

με τις ελπίδες της

στεφανωμένη.

(Ποιήματα, 1973, Εκδόσεις των Φίλων)

Έχει γίνει τώρα σπουδαίος. Μα ποιητής που δεν παραδέχονταν τον οίστρο του και νόμιζε πως η δουλειά του είχε σύνορα τα «Νομικά» και πως αυτά ήταν και τα δικά του.

Κάποτε, σε ώρες ζοφερές, ξανασυναντήθηκαν οι πνευματικές μας κατευθύνσεις , ωστόσο χωρισμένες από τις καταβολές και του βίου τα κεντήματα. Και όταν ξαναβρεθήκαμε, λες πως ούτε μια μέρα δεν είχε περάσει. Βλέπαμε με τα ίδια μάτια και ακούγαμε τα ίδια σαλπίσματα, όπως άλλωστε ακόμα και τώρα. Αλλού έχω γράψει γι’ αυτά. Εδώ όμως, μέσα στον πόνο  της σκλαβιάς που μας ένωνε τότε, ο δικός του ετοίμαζε τα σκαλοπάτια της σημασίας του. Η ορθοδοξία δημιουργεί τη γνώση που καλλιεργεί την ανορθοδοξία  της πρωτότυπης προσπάθειας.

Προσκυνάει Κάλβο και Σολωμό. Αγκαλιάζει τον Παλαμά και ενθουσιάζεται με τον Καβάφη. Παράδοση και πρόοδος σε σωστές δόσεις στάζουν από τις πέννες του. Παλιές συναδελφικές φιλίες. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Γιάννης Θεοδωρακόπουλος κ.α, τον συντροφεύουν με φιλοσοφικές θεραπείες. Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά στην εντέλεια αποτελούν πολύτιμα όργανα τροφής και λαλιάς. Πίδακες αναβλύζουν οι διαλογισμοί οι βαθυστόχαστοι. «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία» και πολιτικό πάθος για τον τόπο. Σαν από το κουκούλι του μεταξουργού θα πετάξει τώρα η πεταλούδα για να φτάσει, χωρίς να το επιδιώξει και να το καταλάβει, στο μεγάλο λουλούδι του Εθνικού Κήπου. Και εκεί πια παρακολουθώντας τα χρόνια η πείρα των αγώνων φτάνει στης πυραμίδας την κορφή, σαλπίζοντας στον μεγάλο κόσμο πόσο μεγάλη είναι η Ελλάδα που αντιπροσωπεύει το μικρόσωμο κορμί του. Ένας τόμος εμπνευσμένος κηρύγματα παραδίνεται στην ιστορία. Εκεί γίνεται πελώριος μέσα στον θαυμαστό σεβασμό της Οικουμένης, ο φίλος μου ο Κωστάκης.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ανάμεσα στον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τους άλλους δύο εκπροσώπους της Καντιανής Σχολής της Χαίδελβέργης

Και ξαναγυρίζει θαλερός 80ντάρης, ξαλαφρωμένος από καθήκοντα και πολιτικά φορτία, για να ξαναθυμηθεί «ποιήματα άλλων καιρών και άλλων τόπων». Κοντά στον Ευριπίδη ποτίζονται και οι Λατίνοι. «Και συ Δηλία τους φύλακες μη τους φοβάσαι. Ξεγέλασέ τους. Τόλμησε», φωτίζει ο Τίβουλος. Και ο Γκαίτε ξυπνάει τη Μαργαρίτα μαζί με συνομήλικες ευρωπαικές παρέες που συναρπάζουν του μεταφραστή της ωραιότερες στιγμές του.

Ας μου συγχωρηθεί αυτή η οικειότητα στα σκαλοπάτια της κορυφής της Πολιτείας. Η απλότητα δεν τον εγκατέλειψε, ούτε η ευμένεια της φιλικής του επιείκειας, εγκωμιαστικής για μια δική του αναφορά στο παρελθόν, που μαζί μου με στοργή ξαναθυμάται. Υπάρχει άραγε άξιο αντίδωρο;

Δυο δάκρυα συγκίνησης, ένα δικό του και ένα δικό μου, δεν είναι αρκετά για να νερώσουν το λίγο κρασί που ζωή μας προορίζει να πιούμε ακόμα μαζί. Αυτό όμως ας συμβολίζει για τους νέους το παράδειγμα μιας ατέλειωτης φιλίας, στεφανωμένης με τον απέραντο θαυμασμό μου και τη βαθειά περηφάνεια μου για το φίλο μου τον Κωνσταντίνο Τσάτσο».

 

ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ αρ. 16 «ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΤΣΑΤΣΟ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΌ» Εκδόσεις ΕΥΘΥΝΗ Αθήνα Μάιος 1982

Μοιραστείτε