ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 December, 2021
ΚεντρικήΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ“H αρχική ιδέα ήταν να παίξουμε μουσικές του κόσμου και ελληνικές παραδοσιακές με καινούργιο ήχο” Συνέντευξη με τον Κώστα Κωνσταντάτο των Alcedo Folk Band (αλλά και των Encardia) 

“H αρχική ιδέα ήταν να παίξουμε μουσικές του κόσμου και ελληνικές παραδοσιακές με καινούργιο ήχο” Συνέντευξη με τον Κώστα Κωνσταντάτο των Alcedo Folk Band (αλλά και των Encardia) 

Ένα από τα πιο γνωστά ονόματα που παίζουν στο 3η μουσική συνάντηση “Οι νέοι και η Δόμνα Σαμίου” είναι οι Alcedo Folk Band (Αλκέντο Φολκ Μπάντ), “το δεύτερο” συγκρότημα του ιδρυτή των Encardia, Κώστα Κωνσταντάτου. Ένα συγκρότημα που όπως δηλώνει και το ίδιο στις συναυλίες του μπορεί κάποιος να ακούσει “από Μπάχ μέχρι Βαμβακάρη”. Εμείς του πήραμε συνέντευξη για να μας μιλήσει για την οπτική του συγκροτήματος, τι θα παίξουν στο διήμερο και για τις προοπτικές για ένα δίσκο.   

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη*

Φωτογραφίες συνέντευξης: Χρήστος Κισατζεκιάν  

Κώστα, τι σημαίνει το “Alcedo” και πότε ξεκινούν να υπάρχουν οι “Alcedo Folk Band”;  

Το όνομά μας “Alcedo” είναι λατινική λέξη και το πήραμε από το πουλάκι Αλκυόνη.  Στα λατινικά, λοιπόν, Alcedo σημαίνει Αλκυόνη.  Ξεκινήσαμε το 2018, προς το τέλος, δηλαδή τώρα είμαστε περίπου τρία χρόνια.  

Η αρχική ιδέα ήταν να αγγίξουμε πάρα πολλές μουσικές, δηλαδή να διαμορφώσουμε έναν ήχο που να είναι προσωπικός και που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έντονη παρουσία των πνευστών στην μπάντα.  Δηλαδή, έχουμε έναν πυρήνα από φλάουτο, φαγκότο και τούμπα, αλλά, βέβαια, αυτά πλαισιώνονται και από βιολιά, μαντολίνο, κιθάρες κ.λπ.  Είμαστε έξι άτομα.  Η αρχική ιδέα, λοιπόν, ήταν να αγγίξουμε πολλές μουσικές του κόσμου, αλλά και δικές μας μουσικές, ελληνικές και παραδοσιακές, με έναν καινούριο ήχο και με μία διασκευή που να μην έχει όρια.  

Έτσι, εξαιτίας αυτού βρισκόμαστε και σε αυτή την πάρα πολύ ωραία διοργάνωση, που γίνεται προς τιμήν της Δόμνας Σαμίου, την οποία την έχει πάρει όλη στους ώμους του ο Σωκράτης Σινόπουλος, που ήταν συνεργάτης της Δόμνας Σαμίου από πολύ παλιά.  Εξαιρετικός μουσικός, τον γνωρίζουν όλοι –δεν χρειάζεται να πούμε για τον Σωκράτη– και εμένα προσωπικά με έχει επηρεάσει πάρα πολύ ο τρόπος που σκέπτεται επάνω στη μουσική και που παίζει.  

Χάρηκα πάρα πολύ όταν μας κάλεσε ο Σωκράτης να συμμετέχουμε σε αυτήν τη διοργάνωση, γιατί και εμείς έχουμε αγγίξει κάποια παραδοσιακά τραγούδια ελληνικά, τα έχουμε αποδώσει με δικό μας τρόπο και έχουμε φθάσει μέχρι το σημείο να τα αποδώσουμε και με αγγλικό στίχο.  Εδώ, λοιπόν, είναι το πολύ ενδιαφέρον που θα ακούσουμε το Σάββατο.  Θα ακούσουμε, ας πούμε, ένα κλασσικό, θα λέγαμε, κλέφτικο τραγούδι, το «Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες», αλλά θα το ακούσουμε να αποδίδεται και στα αγγλικά.  Και αποδίδεται σαν μία ιδιαίτερη μπαλάντα, θα λέγαμε.  Δηλαδή, αυτό τον ethnic χαρακτήρα που θέλουμε να δώσουμε στον ήχο μας, αλλά αξιοποιώντας και τα στοιχεία της δικής μας παράδοσης –και όχι μόνο της δικής μας και άλλων παραδόσεων, ό,τι μουσικές μας αρέσουν.  Για αυτό, ίσως, άμα παρακολουθήσει κανείς μία συναυλία μας, να δει μέσα από Bach μέχρι Βαμβακάρη ή οτιδήποτε.  

 Έχεις παίξει στο εξωτερικό, από ό,τι ξέρω.  

Ναι. Βέβαια, οφείλουμε να καταθέσουμε ότι εγώ έχω μία μεγάλη εμπειρία, 18 χρόνια, με τους “Encardia”.  Συνεχίζεται φυσικά αυτή η σχέση, δηλαδή οι “Encardia” συνεχίζουν, αναδημιουργούν, φτιάχνουν καινούρια πράγματα συνεχώς και έχουμε προτάσεις και ως “Encardia” καινούριες.  

Τώρα, όσον αφορά τους “Alcedo”, επειδή είμαστε λίγο χρόνο και, μάλιστα, είμαστε τρία χρόνια μέσα και στην καρδιά του κορωνοϊού, προλάβαμε να κάνουμε, παρόλα αυτά, μία ωραιότατη περιοδεία στη γειτονική Αλβανία από την οποία μείναμε πάρα πολύ ευχαριστημένοι.  Δηλαδή, κάναμε δύο συναυλίες σε μία μικρή περιοδεία, συμμετέχοντας σε ένα τοπικό φεστιβάλ “έθνικ” μουσικής εκεί και, πραγματικά, ήταν η ανταπόκριση πάρα πολύ ζεστή και το περιβάλλον.  Κακά τα ψέματα, όταν πάει κανείς σε αυτή τη γειτονική χώρα, διαπιστώνει ότι η εικόνα την οποία συναντά είναι διαφορετική από αυτή που είχε σχηματίσει, όντας στην Ελλάδα.  

 Άρα, παραμένεις στους “Encardia”, δεν έχεις φύγει, είσαι πάντα εκεί.

Ναι, και οι “Encardia” είναι, επίσης, τώρα σε ένα πάρα πολύ καλό σημείο, σε μία πάρα πολύ καλή εποχή που ο ήχος έχει ανανεωθεί.  Έχουμε, επίσης, συνεργασία με αυτούς τους χορευτές και έχουμε βάλει το στοιχείο του σύγχρονου χορού μέσα στα κομμάτια μας.  Δηλαδή, δεν παρουσιάζουμε πλέον μόνο τον παραδοσιακό χορό της Ταραντέλας, όσον αφορά το χορευτικό κομμάτι, αλλά έχουμε και πάρα πολλές σύγχρονες ιδέες επάνω στο χορό, αλλά και τη μουσική.  

Να υποθέσω ότι οι “Alcedo Folk Band” ήταν δημιούργημα για να παίξεις κομμάτια ή μουσικές που δεν θα μπορούσες να παίξεις στους “Encardia” ή απλώς συνέβη;  

Ναι, σίγουρα οι “Encardia” έχουν ένα συγκεκριμένο ήχο, είναι ένα ρεπερτόριο το οποίο εμπνέεται από την περιοχή του ιταλικού Νότου και, φυσικά, την Ελλάδα. Δηλαδή, εάν ακούσει κανείς, για παράδειγμα, κάποιο από τα τελευταία μας κομμάτια, όπως είναι ο «Τσακώνικος Χορός», εκεί θα δει στοιχεία και rap και παραδοσιακό από την Κάτω Ιταλία.  Είναι βασισμένο επάνω στον τσακώνικο χορό της Πελοποννήσου, αλλά η Κάτω Ιταλία υπάρχει παντού. Είναι επιλογή, αλλά είναι και ο χώρος που μας εμπνέει, μέσα από τις σχέσεις που έχουμε αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια με την περιοχή.  

Οι “Alcedo” είναι κάτι πιο ανοικτό, με την έννοια ότι είμαστε ανοικτοί σε όλες τις επιρροές, και φυσικά υπάρχει και διαφορετικός ήχος.  Δηλαδή, στους “Encardia” ο ήχος χαρακτηρίζεται από το συνδυασμό της κιθάρας του Μιχάλη Κονταξάκη, που είναι σολίστας και εξαιρετικός κιθαριστής, με το ακορντεόν, και συγκεκριμένα το μπαγιάν, του Βαγγέλη Παπαγεωργίου. Ο ήχος, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από το συνδυασμό αυτών των δύο οργάνων και είναι ιδιαίτερος, μοναδικός και πρωτότυπος.  Στους “Alcedo” ο ήχος χαρακτηρίζεται από την παρουσία των τριών πνευστών. Είναι τελείως διαφορετική προσέγγιση και του ήχου, αλλά και της φιλοσοφίας της έμπνευσης.  

 Σήμερα πώς βλέπεις παράδοση;  Μπορεί να είσαι σε αυτό που λέμε ethnic, αλλά εσύ σήμερα πώς βλέπεις την ελληνική παράδοση;  

Καταρχάς, η παράδοση είναι μία ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για όλους, θα έλεγα, τους μουσικούς.  Δηλαδή, ό,τι μουσική και να παίζει κανείς η παράδοση του τόπου του είναι μία ανεξάντλητη πηγή.  Εμένα, ενώ η καταγωγή μου είναι από την Κεφαλονιά –ο πατέρας μου, η μητέρα είναι μου από την Κρήτη– με συγκινούν απίστευτα όλα τα ακούσματα τα παραδοσιακά, δηλαδή από ηπειρώτικο, θρακιώτικο, μικρασιάτικο, όπως και η κρητική μουσική ασφαλώς.  Όλες οι μουσικές αυτές, αλλά και άλλες μουσικές του κόσμου, σίγουρα μας εμπνέουν.  Αλλά η τοπική μουσική, δηλαδή η μουσική του τόπου από όπου προέρχεται ο καθένας, είναι μία πολύ σπουδαία πηγή έμπνευσης για να ταξιδέψει τη μουσική του και τις ιδέες του σε όλο τον κόσμο, γιατί ζούμε σε μία παγκόσμια μουσική σκηνή, όπου μοιραζόμαστε και αλλάζουμε πράγματα συνεχώς με άξιους μουσικούς και άλλους καλλιτέχνες.  Επομένως, η παράδοση είναι μία ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και διδαχής. 

Θα ήθελα να μας μιλήσεις για ένα πρότζεκτ σας, το “Αψηφώντας τους Θεούς” που μάλιστα το χαρακτηρίζετε “φόλκ όπερα”   

Ευχαριστώ πολύ για αυτή την ερώτηση, γιατί είναι ένα τελευταίο αποκύημα της καραντίνας αυτό.  Μας βασάνιζε από την αρχή, πέρα από το ρεπερτόριο που ανέφερα, μέρος του οποίου θα παρουσιάσουμε και το Σάββατο στη διοργάνωση αυτή στο Σταύρος Νιάρχος, θέλαμε να κάνουμε κάτι πρωτότυπο και σκεπτόμασταν την ιδέα να αξιοποιήσουμε το όνομά μας, την Αλκυόνη.  Η Αλκυόνη ήταν μία πανέμορφη κοπέλα που είχε μία σχέση πολύ δυνατή με τον Κήυκα, τον άντρα της.  Τη σχέση αυτή τη ζήλεψαν οι θεοί –η Ήρα, που ήταν μεγάλη ζηλιάρα θεά– και, έτσι, μεταμόρφωσαν την Αλκυόνη σε χρωματιστό πουλί.  

Παίρνοντας, λοιπόν, αυτό το γεγονός μέσα από τη μυθολογία, εμείς φτιάχνουμε μία δική μας ιστορία, όπου η Αλκυόνη, από τη στιγμή που μεταμορφώνεται, ξεκινά μία περιήγηση για να συναντήσει και άλλα πρόσωπα τα οποία όχι μόνο μεταμορφώθηκαν άδικα από τους θεούς, αλλά πήγαν και κόντρα στο θέλημά τους.  Έτσι, λοιπόν, ξεκινά και συναντά την Αράχνη, τη Δάφνη, τον Οδυσσέα, βρίσκεται στον Τρωικό Πόλεμο, βλέπει το Διομήδη, μέχρι να καταλήξει στον Προμηθέα που θα της δείξει το μυστικό της ζωής.  Δηλαδή, μέσα από όλο αυτό το ταξίδι η Αλκυόνη ψάχνει μέρος για να γεννήσει τα αυγά της, για να φέρει στον κόσμο τα παιδιά της, αλλά και για να συναντήσει ξανά τον άντρα της, τον Κήυκα, που και αυτός είχε μεταμορφωθεί από τους θεούς.  Όλη αυτή η περιπέτεια, λοιπόν, δίνεται μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια, που είναι τελείως καινούρια, δηλαδή κείμενα, μουσικές, τραγούδια, στίχοι, τα πάντα είναι καινούρια.  

Είμαστε πολύ χαρούμενοι, γιατί έγινε αυτή η δουλειά πάρα πολύ συλλογικά.  Δηλαδή, ο καθένας προσέθεσε και κάτι, άλλος προσέθεσε ένα τραγούδι, άλλος τους στίχους, άλλος προχώρησε το κείμενο.  Είναι ένα συλλογικό αποτέλεσμα το οποίο συγκατελέγη στο πρόγραμμα «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός», το φετινό καλοκαίρι, για να παρουσιασθεί στο Κιλκίς, στον αρχαιολογικό χώρο του Ευρωπού.  Όμως, οι καιρικές συνθήκες και η βροχή διέκοψαν την παράσταση στα πρώτα δέκα λεπτά και, έτσι, δεν μπορέσαμε να την ολοκληρώσουμε, να παρουσιάσουμε το έργο, αλλά θα παρουσιασθεί.  

Σε αυτό το project οι επιρροές είναι περισσότερο τα παραδοσιακά τραγούδια ή οι έθνικ μουσικές;

Εδώ είναι πάλι ενδιαφέρον, γιατί, καταρχάς, εκτός από τους έξι μουσικούς, συμμετέχουν και τρεις καταπληκτικοί χορευτές σύγχρονου χορού οι οποίοι ενσαρκώνουν τα πρόσωπα τα οποία παρουσιάζονται. Δηλαδή, όλοι οι ήρωες της ιστορίας παρουσιάζονται από τους χορευτές.  Είναι τρία καταπληκτικά παιδιά, η Δάφνη Σταθάτου, ο Γιώργος Παπαδόπουλος και η Αναστασία Δρούγκα, οι οποίοι έχουν λιώσει επάνω σκηνή για αυτό το έργο.  

Όσον αφορά, τώρα, τις μουσικές.  Θα ακούσει κανείς ηχοχρώματα και ρυθμούς από όλο το φάσμα της ελληνικής μουσικής, δηλαδή θα διακρίνει και ηπειρώτικους ρυθμούς και θρακιώτικους ρυθμούς και Επτάνησα, αλλά κάποια στιγμή θα πάμε και στο blues, θα πάμε και στο jazz. Όλα τα ηχοχρώματα υπάρχουν μέσα στο έργο, αλλά κυρίως, βέβαια, της ελληνικής, θα λέγαμε, σκηνής.  Είναι καινούρια η μουσική, αλλά όμως είναι πραγματικά, αυτό που λέγαμε πριν, επηρεασμένη από την παράδοση και τα χρώματα του τόπου μας.  

Όταν είχατε παίξει στο «Αλάτι της Γης» είχατε βγει με ένα πολυφωνικό συγκρότημα, εάν θυμάμαι καλά.

Ναι, στο «Αλάτι της Γης» έχουμε πάει δύο φορές και θέλουμε να ευχαριστήσουμε ακόμα μία φορά το Λάμπρο Λιάβα και το συνεργάτη του, το Γρηγόρη Φιλίδη, για την πρόσκληση αυτή, η οποία μάς έδωσε πολύ μεγάλη χαρά.  Πήγαμε με ένα πολυφωνικό συγκρότημα, τις “Terra Voce”, δηλαδή πέντε καταπληκτικές κοπέλες, οι οποίες μάς συνόδευσαν με τον πολυφωνικό χαρακτήρα που έχουν σε κάποια τραγούδια τα οποία ήταν εμπνευσμένα από την ελληνική παράδοση, που είπαμε πριν.  

Δεν είναι μόνιμη η συνεργασία σας, ήταν έκτακτη, από ό,τι κατάλαβα.

Ναι, ήταν έκτακτη συνεργασία, εκείνη την εποχή.  

Υπάρχουν σχέδια για δίσκο;  

Ναι, έχουμε συγκεντρώσει υλικό. Βέβαια, τώρα, με το έργο αυτό, το «Αψηφώντας τους θεούς – Το αέναο ταξίδι της Αλκυόνης», έχουμε μπει και στον πειρασμό να θέλουμε να το ηχογραφήσουμε και αυτό, γιατί είναι ένα ολοκληρωμένο έργο, έχει αρχή και τέλος.  Ενώ έχουμε μαζέψει υλικό με την υπόλοιπη δουλειά μας, τα άλλα τραγούδια που έχουμε κάνει, έχουμε διασκευάσει και γράψει, νομίζω ότι αυτό το έργο θα πρέπει να καταγραφεί και να ηχογραφηθεί, γιατί έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον και αυτόνομα να το ακούει κανείς σαν μουσική, σαν ροή.  

Το Σάββατο τι θα παίξετε;

Το Σάββατο έχουμε διαλέξει τρία τραγούδια, των οποίων συνολικά η διάρκεια θα είναι 15 με 20 λεπτά, που είναι και ο χρόνος που έχει το κάθε συγκρότημα.  Να πω ακόμα μία φορά ότι είναι εξαιρετική αυτή η ιδέα, το ότι παρουσιάζονται καινούρια συγκροτήματα που εμπνέονται από το χώρο της ελληνικής μουσικής και αφιερώνουν την εργασία αυτή και όλη την παρουσίαση στη Δόμνα Σαμίου, που ήταν μία εξέχουσα πραγματικά προσωπικότητα και η οποία έχει δώσει, όχι μόνο σε όλους τους μουσικούς, αλλά, νομίζω, στον ελληνικό χώρο, κάτι πάρα πολύ σημαντικό σε σχέση με την ελληνική μουσική, την παράδοση και τον πολιτισμό. Επομένως, ακόμα μία φορά, λέμε πόσο όμορφη ήταν αυτή η ιδέα να δεχθούν συγκροτήματα που να παρουσιάζουν τη μουσική τους εμπνευσμένη από εκεί.  

Εμείς, λοιπόν, έχουμε διαλέξει τρία τραγούδια.  Το ένα είναι αυτό που ανέφερα προηγουμένως, «Η Κλέφτικη Ζωή», όπου έχει γίνει μία εκτενής διασκευή. Αυτό το κομμάτι κρατά περίπου 6 λεπτά και εμφανίζεται και αγγλικός στίχος. Μετά, έχουμε διαλέξει το πολύ γνωστό «Μενεξέδες και Ζουμπούλια» το οποίο είναι και αυτό χαρακτηριστικό κομμάτι, με πάρα πολλά χρώματα, που μπορεί να θυμίζει και Μικρά Ασία, αλλά να θυμίζει και Επτάνησα, με μία ιδιαίτερη διασκευή στην οποία αποδίδεται αυτό το τραγούδι εξ ολοκλήρου στα αγγλικά.  Μετά, είναι ένα τραγούδι από τη Θράκη, συγκεκριμένα είναι «Τα Δύο Πουλάκια».  Σε αυτό έχει γίνει μία ωραιότατη διασκευή, όπου θυμίζει και λίγο ιρλανδέζικη μουσική.  Αυτά είναι, λοιπόν, τα τρία τραγούδια που έχουμε επιλέξει για το Σάββατο.  

Πέρα από αυτό το διήμερο, υπάρχουν σχέδια για συναυλίες τον επόμενο καιρό;

Αυτή είναι πραγματικά μία καυτή ερώτηση για όλους τους μουσικούς, γιατί βρισκόμαστε σε μία μεταβατική περίοδο και θέλουμε να δούμε τώρα πώς θα επιστρέψουμε στο συναυλιακό μας μοτίβο.  

Ναι, είναι δύσκολο.  

Είναι δύσκολο, αλλά μην ξεχνάμε ότι κάθε δυσκολία ταυτόχρονα είναι και μία πρόκληση.  Δηλαδή, οι δύο καραντίνες γέννησαν αυτό το έργο που ανέφερα προηγουμένως για τους “Alcedo”, το «Αψηφώντας τους θεούς – Το αέναο ταξίδι της Αλκυόνης», και με τους “Encardia” κάναμε τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», του Γιάννη Ρίτσου, που το παρουσιάσαμε τον Αύγουστο στη Μονεμβασιά, που εάν δεν ήταν οι καραντίνες δεν θα τα είχαμε κάνει.  Δηλαδή, νομίζω ότι το κάθε τι που συμβαίνει, όλες οι δυσκολίες, είναι ευκαιρία για να ανασυγκρότηση ή περισυλλογή και, φυσικά, είναι ένα στοίχημα το κάθε τι.  

Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι κάποια στιγμή, σιγά-σιγά, θα επιστρέψουμε σε αυτό που λέμε «κανονικότητα» και θα έχουμε συναυλίες.  Βασικά, θέλουμε να παρουσιάσουμε αυτά τα δύο έργα σε κάποιο θεατρικό χώρο.  

Σε ευχαριστώ, Κώστα.  

Kαι εγώ Γιώργο 

 

* Ο Γιώργος Πισσαλίδης έχει υπάρξει συνεργάτης των μουσικών περιοδικών “Ποπ& Ροκ”, “Οζ”, “Δίφωνο” “Jazz & Tζαζ” , καθώς και της “βίβλου του έθνικ” Folk Roots , ενώ έχει συν-συγγραψει το κεφάλαιο για την ελληνική μουσική στις τελευταίες 4 εκδόσεις  του έθνικ οδηγού The Rough Guide to World Music.   

Μοιραστείτε