ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
1 March, 2021
ΚεντρικήΜΟΥΣΙΚΗ200 χρόνια άγνοιας της ελληνικής μουσικής δημιουργίας (φωτό και video)

200 χρόνια άγνοιας της ελληνικής μουσικής δημιουργίας (φωτό και video)

Με την επέτειο των 200 ετών από την Επανάσταση είναι λαµπρή και µοναδική πιθανώς ευκαιρία να ανακαλύψουµε, να µελετήσουµε και να διαδώσουµε τον εθνικό µουσικό θησαυρό.

του Γιάννη Χριστόπουλου, λυρικού καλλιτέχνη 

Στη διάρκεια της µουσικής σταδιοδροµίας µου είχα την ευτυχία να ερµηνεύσω πολλά έργα Ελλήνων συνθετών, που χρονολογούνται από την περίοδο της Απελευθέρωσης έως τις µέρες µας. Είχα την τύχη να γνωρίσω την ελληνική µουσική δηµιουργία και να ακολουθήσω την εξέλιξή της στον χρόνο µέσω της βιωµατικής σχέσης που έχει ένας µουσικός.

Το κράτος των Ελλήνων (αδόκιµος ο προσδιορισµός «Νεοελλήνων», αφού είναι πεποίθησή µου ότι η συνέχεια του έθνους είναι δεδοµένη και οι διαφορετικές φάσεις κοινωνικής οργάνωσής τους µέσα από τη δουλεία δεν αναιρούν την πολιτιστική συνέχειά τους ως έθνους) στα 200 χρόνια βίου έχει να παρουσιάσει σηµαντική µουσική παραγωγή και, φυσικά, σηµαντικούς συνθέτες, οι οποίοι µε το έργο τους έδωσαν νέα ώθηση στον πολιτισµό.

Ανεξάρτητα από την τεχνοτροπία που υιοθέτησαν, κανείς, φυσικά, δεν έµεινε ανεπηρέαστος από αυτό που µε έναν γενικό όρο αποκαλούµε «ελληνικότητα», επειδή ο τόπος αυτός προσφέρει και εµπνέει σε κάθε δηµιουργό ιδιαίτερους ή και µοναδικούς όρους για να αντιληφθεί τον κόσµο. 

Η δύναµη του τόπου, του ήθους, της αισθητικής του, χάρη στο απαράµιλλο τοπίο, στο φως, στην αρχέγονη δύναµη για επιβίωση µέσα από κάθε συνθήκη και µε κάθε µέσο, εισάγεται στην εσωτερική διαλεκτική κάθε Ελληνα δηµιουργού και µε το παρελθόν αλλά και το παρόν του.

Είναι πραγµατικά συγκλονιστικό, όταν τραγουδάς τις στροφές 83, 84, 85, 86 από τον «Υµνον εις την Ελευθερίαν» του ∆ιονύσιου Σολωµού, µελοποιηµένες από τον «ιταλότροπο» Μάντζαρο (στην τρίτη εκδοχή της µελοποίησής του), να συνειδητοποιείς ότι αυτό που τραγουδάς δεν είναι παρά µια κυκλαδίτικη µελωδία!

Ο Επτανήσιος επικοινωνεί µε την παραδοσιακή µουσική των Κυκλάδων µε απαράµιλλη αµεσότητα, όταν ακόµα οι εθνικές µουσικές σχολές δεν έχουν εδραιωθεί, δεν έχουν αποκτήσει την επιρροή τους στη µουσική πραγµατικότητα των προηγµένων χωρών.

Αξιο µνηµόνευσης για την Επτανησιακή Σχολή είναι ότι, αν και η τεχνοτροπία εδράζεται συντριπτικά στην ιταλική µουσική τεχνοτροπία, είναι ευδιάκριτη η πρόθεση των συνθετών να «ακουµπήσουν» στον ελληνικό µουσικό διάκοσµο. Αυτό συµβαίνει διακριτικά, δίχως την ανάγκη της επιβεβαίωσης µιας ιδεολογικής δοξασίας, αλλά ως ψυχική ανάγκη των δηµιουργών να διαποτίσουν το έργο τους µε «ελληνικότητα», καθώς διακατέχονται από µια έντονη εθνική προσήλωση.

Ηδη από το 1857 ο Ζακυνθινός Παύλος Καρρέρ οραµατίζεται ότι θα εδραιώσει την «εθνική µουσική» µε τα µέσα της εποχής του. Η πλειονότητα των έργων του έχει θέµατα που αφορούν την Ελληνική Επανάσταση, την προεπαναστατική και την επαναστατηµένη Ελλάδα: «Μάρκος Μπότσαρης», «∆έσπω», «Κυρα-Φροσύνη».

Η όπερα του εκ των ιδρυτών της Επτανησιακής Σχολής Σπυρίδωνος Ξύνδα «Ο υποψήφιος βουλευτής» από πολύ νωρίς τοποθετεί την ελληνική όπερα στις αναζητήσεις και τις εξελίξεις της εποχής και θεµατολογικά ασκεί κριτική στα ήθη των καιρών. 

Η ταυτότητα της µουσικής ή η αποτύπωση µιας ιδιαίτερης «ελληνικότητας» αποτέλεσε τη διαµάχη στους κόλπους των µουσικών σχετικά µε τρόπους και µεθόδους κατανόησης και αφοµοίωσης των νέων µουσικών εκφραστικών απαιτήσεων και πρωταγωνιστεί στις αναζητήσεις των µουσουργών της απελευθερωµένης Ελλάδας.

Είναι γεγονός ότι πολύ σύντοµα και µε εξαιρετική επιτυχία σηµαντικοί Ελληνες µουσουργοί του 19ου και του πρώτου µισού του 20ού αιώνα είχαν διαµορφώσει µια σαφή, σύγχρονη µουσική ταυτότητα, την οποία αξιοποίησαν ακόµα και σπουδαίοι συνθέτες του εξωτερικού, όπως ο Μορίς Ραβέλ, για να αποτυπώσουν συνθέσεις τους που αφορούν την Ελλάδα.

Είναι συγκλονιστικό πώς ο Ραβέλ στις «Πέντε ελληνικές παραδοσιακές µελωδίες» χρησιµοποιεί µε απαράµιλλη δεξιοτεχνία ελληνικά τραγούδια, υιοθετώντας, όπου έκρινε απαραίτητο, τη µουσική γλώσσα που είχαν ήδη διαµορφώσει στα έργα τους οι Ελληνες µουσουργοί.

Η Ελληνική Εθνική Σχολή ήρθε να ολοκληρώσει και να µεθοδεύσει το ζητούµενο ενός καθαρού αποτυπώµατος στη σύγχρονη ελληνική δηµιουργία µε έναν ολοκληρωµένο τρόπο.

Οι Επτανήσιοι αδελφοί Ναπολέων και Γεώργιος Λαµπελέτ πρόσφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη δηµιουργία της Εθνικής Σχολής. Μνηµείο αυτής της εξέχουσας προσφοράς είναι των διεθνών απαιτήσεων συµφωνικό έργο του Γεωργίου Λαµπελέτ «Η γιορτή» (1907). Ο Γεώργιος Λαµπελέτ εξέφρασε και σε θεωρητικό επίπεδο τις απόψεις του «περί της αξίας της εθνικής µουσικής», όπως σηµείωνε στο έργο «Ο εθνικισµός εις την τέχνην» (1928): «[…] Αλλά ποίος είπεν ότι η τέχνη η οποία φερει τα χαρακτηριστικά γνωρίσµατα µιας ωρισµένης φυλής δεν ηµπορεί να είναι και παγκοσµίου επιβολής;

Ο Σολωµός και εκείνοι οι οποίοι αισθάνονται και αντιλαµβάνονται ότι η τέχνη πρέπει να έχη τον χαρακτήρα της εθνικότητος (και µόνον τότε η τέχνη είναι αληθινή και ειλικρινής) δεν εννοούν, βέβαια, να υποστηρίξουν τον τοπικισµό εις την στενωτέραν του σηµασίαν, µε το τοπικόν του χρώµα και τα πλέον κτυπητά εκείνα εξωτερικά γνωρίσµατα, τα οποία χαρίζει η λαϊκή έµπνευσις εις τας πρωτογόνους µορφάς της, αλλ’ εννοούν να έχουν οι καλλιτέχναι δηµιουργοί ως αφετερίαν εις το έργον των τον θεµελιώδη ρυθµόν, την ουσίαν των λαϊκών εµπνεύσεων, εις τας οποίας αντανακλάται η εθνική ψυχή, και να ανυψωθούν από αυτάς, δηµιουργούντες µε την βοήθειαν και των τολµηροτάτων και νεοτάτων τεχνικών µέσων µιαν ανωτέραν παγκόσµιον τέχνην».

O Σπύρος Σαµάρας, µολονότι έδρασε στην Ιταλία, ως συνθέτης, στην όπερά του «Η Κρητικοπούλα» παραδίδει ένα έργο που αγγίζει την ελληνική µουσική και της προσδίδει όλα εκείνα τα στοιχεία που τον κατέστησαν έναν από τους σπουδαιότερους συνθέτες της εποχής του. Ενας άλλος Επτανήσιος µουσικός, ο ∆ιονύσιος Λαυράγκας, καθοριστικός ιδρυτής του ελληνικού µελοδράµατος, µε σπουδαίο έργο και στη συµφωνική µουσική και την όπερα, θεµελιώνει ξεκάθαρα µε το έργο του την ελληνική µουσική. Εξέχουσα θέση στο ελληνικό κλασικό ρεπερτόριο κατέχει η «1η ελληνική σουίτα», την οποία συνέθεσε το 1903, όπως και η εξαίσια όπερά του «Φρόσω» (1938). 

Ο Διονύσιος Λαυράγκας

Το έργο του Νίκου Σκαλκώτα είναι µοναδικό! Είναι η απόλυτη δικαίωση των απόψεων που εξέφραζε ο Γεώργιος Λαµπελέτ, αφού «µε τη βοήθειαν των τολµηροτάτων και νεοτάτων τεχνικών µέσων δηµιούργησε µια ανωτέραν παγκόσµιον τέχνην».

Οι Αιµίλιος Ριάδης, Μανώλης Καλοµοίρης, Αντίοχος Ευαγγελάτος, Πέτρος Πετρίδης, Γιάννης Κωνσταντινίδης, Μενέλαος Παλλάντιος, Μιχάλης Αδάµης, ∆ηµήτρης Τερζάκης είναι συνθέτες που αφιέρωσαν το έργο τους στη ζωτική αναζήτηση για τη µεταφορά και την αποτύπωση της ελληνικής µουσικής σε ένα διεθνές στερέωµα που διευρύνεται συνεχώς.

Η ελληνική µουσική θα µπορούσε να τύχει ευνοϊκότερης αντιµετώπισης πρώτα από εµάς, τους Ελληνες µουσικούς. Χαρακτηριστικό παράδειγµα της αδιαφορίας είναι η όπερα του Παύλου Καρρέρ «Μαραθών Σαλαµίς», η οποία, µολονότι γράφτηκε το 1896, παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 2003, ύστερα δηλαδή από 107 χρόνια. Αφού τέτοιας αντιµετώπισης έτυχαν οι κορυφαίοι Ελληνες συνθέτες, εύκολα µπορεί να αντιληφθεί καθένας τι ακριβώς έχει συµβεί µε τους λιγότερο γνωστούς καταξιωµένους.

Αλλά και ο τρόπος που αντιµετωπίσαµε την ελληνική µουσική υπήρξε µικρονοϊκός και αποδείκνυε διαχρονικώς την έλλειψη κριτηρίων από τους αρµόδιους φορείς περί την πνευµατική και την πολιτιστική ζωή της χώρας. Μιµητισµός και ξενοµανία, οι εύκολες λύσεις, µε την αποδοχή του δήθεν κοσµοπολιτισµού ως προς τις κεντρικές επιλογές των θεσµικών φορέων, υποτίµησαν και απαξίωσαν την ελληνική παραγωγή.

Συχνά η παρουσίαση (το «ανέβασµα») έργων Ελλήνων ήταν κάτι σαν µια δυσάρεστη υποχρέωση, απλώς επειδή πρέπει να παρουσιάζουµε και αυτά!

Με την επέτειο των 200 ετών από την Επανάσταση είναι λαµπρή και µοναδική πιθανώς ευκαιρία να ανακαλύψουµε, να µελετήσουµε και να διαδώσουµε τον εθνικό µουσικό θησαυρό, και να γνωρίσουµε τη µαγεία της εθνικής µας µουσικής παραγωγής, που ανατέλλει σε εποχές µάλλον δύσκολες για το έθνος. Και είναι εξαιρετικά απαισιόδοξο όροι διαφηµιστικής και χορηγικής λογικής να επιβάλλουν την πνευµατική διαλεκτική, την επιλογή και την παρουσίαση. 

Σκηνή από το ανέβασμα του “Μαραθών Σαλαμίς” του Παύλου Καρρέρ

Ο ελληνικός πολιτισµός είναι δυναµικός και άσβεστος µέσα στη διαρκή εξέλιξή του. ∆εν πάλιωσε για να τον «ρετουσάρουµε», και ασφαλώς όσοι υποστηρίζουν αυτό απλώς δεν είναι φορείς του και, στη χειρότερη περίπτωση, που ενδεχοµένως δεν είναι εικασία, δεν εµπνέονται από αυτόν.

Εποµένως το ουσιαστικό κέρδος από τις γιορτές για τα 200 χρόνια από την Επανάστασή µας είναι να δούµε πρακτικά πόσο είναι εφικτό να απαλλαχθούµε από τα συµπλέγµατα µειονεξίας, αυτά που δίνουν τροφή στη διαιώνιση της συνολικής έλλειψης κριτηρίων και εξ αυτής να βυσσοδοµεί εις βάρος του τόπου και του πολιτισµού µια ιδρυµατική ελίτ.

Ισως ποτέ περισσότερο από τις µέρες µας δεν θα ήταν πιο αναγκαίο ένα «πολιτιστικό αντάρτικο» στις κενοδοξίες που πνίγουν τη ζωή µας.

 

Αναδημοσίευση από την κυριακάτικη “δημοκρατία” της 24ης Ιανουαρίου 20121

Μοιραστείτε