ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
19 January, 2020
ΚεντρικήΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΠήτερ Φόντα: «Ο κόσμος κατάλαβε λάθος τον «Ξένοιαστο Καβαλλάρη» 

Πήτερ Φόντα: «Ο κόσμος κατάλαβε λάθος τον «Ξένοιαστο Καβαλλάρη» 

Ο αείμνηστος ηθοποιός διαφωνούσε ότι η ταινία του είχε να κάνει με την έλλειψη ελευθερίας στις ΗΠΑ. Ακριβώς το αντίθετο 

 του Μπιλ Κάουφμαν, πολιτικού αρθρογράφου και συγγραφέα 

Ως παιδί είχα κολλήσει στον τοίχο μου μια ορθογώνια κινηματογραφική αφίσσα του «Ξένοιαστου Καβαλλάρη» 2 μέτρα μεγάλη που είχε την κλασσική ατάκα «Ένας άνθρωπος πήγε για να βρει την Αμερική και δεν μπορούσα να την βρει πουθενά» Δεν έψαξα πολύ πέρα από τα σύνορα της επαρχίας Γκένεσση της Νέας Υόρκης, αλλά ήμουν εντελώς σίγουρος ότι ήταν εκεί έξω η κάπου εδώ που γεννήθηκα- κάπου τέλος πάντων.

Καθώς αυτή η ατίθαση σημαδιακή ταινία του 1969, γινόταν ξεπερασμένη, η αγάπη που της είχα μεγάλωνε μέρα με την ημέρα, καθώς άρχισα να την θεωρώ ως μια θαρραλέα νοσταλγική προσπάθεια να ταιριάξει το κίνημα της επιστροφής στην γη (την επαρχία) της αντικουλτούρας του 60 με την μακρά αγραριανή παράδοση της Αμερικής (σ.μ που θεωρεί την ζωή στούς αγρούς προτιμότερη από την ζωή στην μητρόπολη). 

Όταν την άνοιξη του 2012, ο Πήτερ Φόντα, ο αστέρας και ο συν-σεναριογράφος πέρασε για να παίξει ένα μικρό, αλλά κρίσιμο ρόλο στο Copperhead του Ρόν Μάξουελ (στο οποίο ό Κάουφμαν έκανε την μεταφορά σεναρίου από το βιβλίο του Χάρολντ Φρέντερικ) είχα ένα γεύμα με τον αναζήτητή της Αμερικής για τον οποίο μιλούσε η αφίσσα. Τότε του είπα για να τον δοκιμάσω, την θεωρία μου ότι ο «Ξένοιαστος Καβαλλάρης» ήταν μια εξύμνηση των αξιών των πιονέρων. Μου απάντησε σαν να του το είχα δώσει στο σενάριο: «Και πολύ μάλιστα, Μπίλ» 

Είχα την ευλογία του «Κάπταιν Αμέρικα»!

Ο Φόντα επίσης μου είπε ότι θεωρούσε τον εαυτό του «ριζοσπάστη καπιταλιστή» κόντρα στους συνηθισμένους επικήδειους που γράφηκαν όταν πέθανε, οι οποίοι τον παρουσίαζαν ως ένα στερεότυπο της δεκαετίας του 60 πάνω σε μηχανή. Οι ρίζες του ήταν στην Ομάχα της Νεμπράσκα. Αυτές του σκηνοθέτη και συμπρωταγωνιστή Ντένις Χόπερ ήταν στο Ντοντζ Σίτυ του Κάνσας. Ήταν ένα ζευγάρι αντικομφορμιστών λιμπερτάριανς που λάτρευαν τα όπλα και των οποίων οι άνομοι χαρακτήρες που έπαιζαν στον «Ξένοιαστο Καβαλλάρη» – η τουλάχιστον αυτός που υποδυόταν ο Πήτερ Φόντα-, έψαχναν  για μια κοινότητα, ένα μέρος για να ανήκουν. 

Οι πιο συμπαθητικές φιγούρες στην ταινία δεν είναι ο Γουάιατ / Κάπταιν Αμέρικα (Φόντα) και ο Μπίλυ (Χόπερ), δυο πλανεμένοι μηχανόβιοι που κάνουν ένα μεγάλο ντηλ ναρκωτικών και οδηγούν δίχως σκοπό προς τον θάνατο τους. Είναι ο ιδιοκτήτης του ράντσου και η σύζυγος του , των οποίων το γεύμα μοιράζονται Μπίλυ και ο Γουάιτ μοιράζονται το γεύμα, μετά από όταν σταματούν να διορθώσουν ένα λάστιχο. Οι ιδιοκτήτες του αγροκτήματος έχουν ένα τσούρμο από κουτσούβελα. «Η γυναίκα είναι Καθολική» εξηγεί χαμογελώντας ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος.  Ο Μπίλυ που πεθαίνει της πείνας πέφτει με τα μούτρα στο φαγητό και ο οικοδεσπότης του τον μέμφεται ευγενικά : «Θα σε πείραζε να βγάλεις το καπέλο σου;”

Μαζεμένος, ο Μπίλυ υπακούει και ο ιδιοκτήτης του ράντσου λέει την παραδοσιακή ευχαριστία προς τον Θεό: «Σε ευχαριστούμε Θεέ, για αυτά εδώ τα δώρα Σου». 

Οι μεταλαμβάνοντες μοιράζονται ένα χαρούμενο γεύμα και ο Γουϊατ λέει με θαυμασμό: «¨Εχεις ωραίο σπίτι. Ξέρεις ότι δεν μπορεί ο καθένας να ζει από την γη. Έχεις κάνεις αυτό που θέλεις στον δικό σου χρόνο. Θα πρέπει να είσαι περήφανος» 

Μετά φεύγουν με ταχύτητα για να συναντήσουν και άλλους ανθρώπους, πρώτα τα μέλη ενός χίππικου κοινοβίου που μαζεύουν την σοδιά (Και αυτοί λένε μια ευχαριστία προς τον Θεό) Συνήθως  ο κόσμος κοροϊδεύει την προφητική παρατήρηση του Γουίατ «Θα πετύχουν». Πως το ξέρει; Και πως συνδυάζεται το χασίσι με τις ουτοπικές κοινοβιακές κοινότητες του 19ου αιώνα που εμπνεόταν από τους Υπερβατικούς συγγραφείς όπως ο Έμερσον και ο Θόρω; Αλλά για μισό λεπτό! Τι ανόητο υπάρχει στο να ελπίζει κανείς; 

Ο επόμενος που συναντούν είναι ο Τζώρτζ Χάνσον (Τζακ Νίκολσον) ένας μεθυσμένος δικηγόρος της «Αμερικάνικης Ένωσης για τις Πολιτικές Ελευθερίες» που ξεμεθά στην φυλακή μιας μικρής πόλης, όπου οι δύο άνδρες ηρεμούν αναγκαστικά μετά από όταν συνελλήφθησαν να μετέχουν σε μια παρέλαση δίχως άδεια Ο Τζωρτζ τους ακολουθεί στο ταξίδι τους και πάνω από μια φωτιά στο δάσος εξηγεί στον Μπίλυ και στον Γουίατ ότι ενώ «αυτή ήταν μια φανταστικά καλή χώρα», οι καιροί έχουν αλλάξει: 

“Αυτό που εννοώ είναι ότι είναι πραγματικά δύσκολο να είσαι ελεύθερος, όταν σε αγοράζουν και σε πωλούν στην αγορά. Φυσικά μην πείς σε κάποιους ότι δεν είναι ελεύθεροι, γιατί μπορεί να αρχίσουν να σκοτώνουν και να σακατεύουν κόσμο, μόνο και μόνο για να σου αποδείξουν ότι είναι. Πρόκειται να σου μιλάνε και να σου μιλάνε για ατομική ελευθερία, αλλά αν δουν ένα άτομο ελεύθερο, αυτό θα τους τρομάξει» 

Ο Τζακ Νίκολσον με συντηρητικό κολλεγιακό ρούχο και ο Φόντα με το τζάκετ με την αμερικάνικη σημαία νοσταλγούν την παλιά καλή Αμερική

Στο τέλος ο Γουϊατ και ο Μπίλλυ τσακώνονται με κάποιος κακούς επαρχιώτες, που τους σκοτώνουν σε έναν επαρχιακό λόγο, φαινομενικά δίχως λόγο.  

Αυτό το τέλος-και στην πραγματικότητα ολόκληρη η ταινία- παρερμηνευόταν μονίμως προς ενόχληση του Φόντα. Όταν κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους, ένας κριτικός την εξύμνησε ως ένα ξεκοίλιασμα του «έθνους μας που είναι πρόθυμο ανά πάσα στιγμή να τραβήξει σκανδάλη και γεμάτο μίσος στο οποίο όλο και αυξανόμενος αριθμός ανόητων κουβαλά έναν όλο και αυξανόμενο αριθμό όπλων»  

Απογοητευμένος με τέτοιες μεροληπτικές αναγνώσεις, ο Φόντα έκανε αυτό που οποιοσδήποτε ευφυής άνθρωπος θα έκανε και αυτό που σκηνοθέτες και σεναριογράφοι διδάσκονται να μην κάνουν: εξηγήθηκε δημόσια.

“Η ταινία μου έχει να κάνει με την έλλειψη ελευθερίας, όχι με την ελευθερία. Οι ήρωες μου δεν έχουν το δίκιο, είναι λάθος. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσα να καταλήξω να κάνω ήταν να σκοτώσω τον χαρακτήρα που υποδύομαι. Κατέληξα να αυτοκτονήσω. Αυτό είναι που λέω ότι κάνει η Αμερική. Οι άνθρωποι πάνε να δούνε την ταινία και σκέφτονται: «Κοίτα αυτούς τους φρικτούς «ρέντνεκς», σκότωσαν αυτές τις δύο ελεύθερες ψυχές που είχαν ανάγκη να αγαπήσουν… μπλά, μπλά, μπλά” Αυτό είναι κάτι που πρέπει να τελειώνουμε μαζί του”

Όσο για τον τίτλο, ο Φόντα εξήγησε ότι Easy Rider είναι μια παλιά έκφραση του Νότου για τον άνδρα μιας πόρνης: όχι τον νταβατζή, αλλά τον τύπο που είναι παντρεμένος μαζί της και ζει από τα έσοδα της. Επειδή έχει του έρχεται εύκολο. Λοιπόν, αυτό συνέβη στην Αμερική . Η ελευθερία έχει γίνει μια πόρνη και όλοι έχουμε μια πόρνη”

Αν ο Πήτερ Φόντα ποτέ δεν έκανε ταινία ισάξια του επιτεύγματος του «Ξένοιαστου Καβαλλάρη» η του αριστουργηματικού ψυχεδελικού γουέστερν «Πληρωμένος φονιάς» (A Hired Hand, 1971), τουλάχιστον ήρθε πιο κοντά στο να βρεί την Αμερική, από οποιονδήποτε άλλο σκηνοθέτη της εποχής του. 

To άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο American Conservative της 5ης Νοεμβρίου 2019. 

Ο Bill Kauffman είναι συγγραφέας 11 πολιτικών βιβλίων, με σημαντικότερο το Ain’t My America (amazon.com ), ένα μανιφέστο και μια  ιστορία της αντιπολεμικής και αντι-επεμβατικής Δεξιάς, από τον Πόλεμο του 1812 στο Πόλεμο του Ιράκ. Υπήρξε ο σεναριογράφος του Copperhead, του τρίτου μέρους της τριλογίας του Ρόν Μάξουελ για τον Εμφύλιο (τα άλλα δύο ήταν το Glory και το «Θεοί και Στρατηγοί») και ίσως η τελευταία σημαντική ταινία που έπαιξε ο Πήτερ Φόντα. 

Πηγή: theamericanconservative.com

Μοιραστείτε