ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
16 September, 2019
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΟ Ραίη Μπράντμπερυ και η δυστοπία του “Φαρενάιτ 451”

Ο Ραίη Μπράντμπερυ και η δυστοπία του “Φαρενάιτ 451”

Έκλεισαν στις 22 Αυγούστου, 99 χρόνια από την γέννηση του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ραίη Μπράντμπερυ και έτσι σκεφθήκαμε να ανεβάσουμε ένα κείμενο για το ‘Φαρενάιτ 451» από ένα από τους μεγαλύτερους παραδοσιοκράτες συντηρητικούς συγγραφείς σήμερα στις ΗΠΑ.

Του Bradley Birzer από το The Imaginative Conservative

Ένας πρωτότυπος Αμερικανός, ο Ρέι Μπράντμπερι, θα χαίρει μεγάλης φήμης τους επόμενους αιώνες. Το μέλλον θα τον θυμάται για τις εκατοντάδες σύντομες ιστορίες του και τα τουλάχιστον τέσσερα βαθυστόχαστα μυθιστορήματά του: “Φαρενάιτ 451”, “Τα χρονικά του Άρη”, “Κάτι κολασμένο έρχεται προς τα ‘δω” και “Κρασί από πικραλίδα”.

Παρόλο που ο Μπράντμπερι δεν ξεκίνησε ποτέ με πρόθεση να συζητήσει τη δυστοπία ή την ουτοπία, και οι δύο παραμονεύουν σχεδόν σε κάθε γωνία της φανταστικής του ψυχής. Η δυστοπία βρίσκεται σχεδόν πάντα εκεί όπου έχει συσσωρευτεί υπερβολική δύναμη, καταστρέφοντας την εκλεπτυσμένη τάξη των προγόνων μας υπέρ κάποιου καλουπιού, προκειμένου να προάγει ένα ατομικό εγώ ή ένα εγώ των γενεών. Ωστόσο, η ουτοπία κοσμεί τις ζωές μας, όταν θυμόμαστε την παιδική ηλικία, την ενέργεια, τη μαγεία και την αγάπη. Σχεδόν όπως αυτό που ο Ράσελ Κερκ θα ονόμαζε «διαχρονική στιγμή», μια στιγμή ιερότητας τόσο ισχυρή που υπονοεί τη μονιμότητα της αιωνιότητας, η ουτοπία του Μπράντμπερι είναι εκείνη της εκσπερμάτωσης και της έκστασης της φαντασίας στο υψηλότερο σημείο της. «Η ζωή είναι σύντομη, η θλίψη είναι σίγουρη, η θνησιμότητα είναι βέβαιη», έγραψε ο Μπράντμπερι το 1973. «Αλλά καθοδόν, στην εργασία σου, γιατί να μην κουβαλάς αυτούς τους δύο παραφουσκωμένους ασκούς από χοίρο που ονομάζονται Ενθουσιασμός και Ζήλος».

O Ραίη Μπράντμπερυ και ο σύγχρονος συντηρητικός φιλόσοφος Ράσελ Κέρκ

Από όλα τα έργα του, το Φαρενάιτ 451 παραμένει το πιο διάσημα δυστοπικό. Ωστόσο, όταν ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε το 1996 εάν είχε επιχειρήσει να παρουσιάσει «μια ζοφερή εικόνα για το μέλλον» στο πνεύμα των βιβλίων Θαυμαστός Νέος Κόσμος ή 1984 και να «γράψει μια ιστορία προειδοποίησης», ο Μπράντμπερι αντέδρασε με ένα τρόπο που του ταίριαζε: «Αυτό είναι καταστροφικό. Ποτέ δεν πρέπει να το κάνεις αυτό. Πολλά άθλια μυθιστορήματα προέρχονται από ανθρώπους που θέλουν να κάνουν καλό. Το καλοπροαίρετο μυθιστόρημα. Το οικολογικό μυθιστόρημα. Και εάν μου πείτε ότι ετοιμάζετε ένα μυθιστόρημα ή μια ταινία σχετικά με το πώς ένας ξυλοκόπος δείχνει έλεος σε ένα δένδρο, δεν πρόκειται να το δω ούτε για ένα λεπτό».2 Σχεδόν όπως η Γουίλα Κάθερ είχε κάποτε προσπαθήσει να εξηγήσει την τέχνη της ως τέχνη και όχι ως πολιτική, ο Μπράντμπερι επίσης απέρριψε την ιδέα ότι ένας καλός συγγραφέας γράφει με έναν επιδιωκόμενο σκοπό. Αντίθετα, έχει μια ιδέα, κάτι πολύτιμο και μαγικό, και την ακολουθεί, παίζει μαζί της και αναζητά την ουσία της. Στο τέλος, η καλή τέχνη θα αποκαλύψει μια αλήθεια, αλλά όχι πάντα την αλήθεια που ο συγγραφέας επιθυμούσε αρχικά να μεταφέρει.

Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η αλήθεια που αναδύθηκε από το Φαρενάιτ 451, παραδέχτηκε ότι το έγραψε ως απάντηση «στον Χίτλερ και τον Στάλιν και την Κίνα, όπου έκαψαν ένας Θεός ξέρει πόσα πολλά βιβλία και σκότωσαν ένας Θεός ξέρει πόσους δασκάλους».3 Επιπλέον αυτών, φοβόταν ότι με την καταστροφική κυριαρχία του Τζόζεφ Μακάρθυ στις αρχές της δεκαετίας του 1950, τόσο η ελεύθερη σκέψη όσο και η ελεύθερη έκφραση θα κατέρρεαν.4 Όπως εξήγησε ο Μπράντμπερι δεκαετίες μετά την έκδοση του βιβλίου, περισσότερο ήλπιζε να προλάβει το μέλλον παρά να το προβλέψει. Και, παρόλα αυτά, το μέσο της επιστημονικής φαντασίας προσφέρει τόσες πολλές δυνατότητες. «Το εάν οι ιδέες μου για τη λογοκρισία όπου χρησιμοποιώ την πυροσβεστική θα είναι ξεπερασμένες τέτοια ημέρα την επόμενη εβδομάδα ή όχι, δεν τολμώ να το προβλέψω», παραδέχτηκε το 1953. «Όταν ο άνεμος είναι ευνοϊκός, ο Γερουσιαστής Μακάρθυ εκπνέει μια ελαφρά οσμή κηροζίνης».

Ο Μπράντμπερυ έγραψε το “Φαρενάιτ 451 ” ως αντίδραση στους δύο ολοκληρωτισμούς

Η πρώτη γραμμή μαρτυρά την ατμόσφαιρα που θα δημιουργούσε ο Μπράντμπερι στο γραπτό του: «Απολάμβανε να καίει».7 Αμέσως, το Φαρενάιτ 451 προσφέρει κάτι απτό, καθώς και αισθητό. Φορτισμένος με την καύση της λογοτεχνίας, καταστρέφοντας με αυτόν τον τρόπο το παρελθόν, τους συναισθηματισμούς και τους ρομαντισμούς, ο Γκάι Μόνταγκ (montag σημαίνει «αύριο» στα γερμανικά) αισθάνεται λες και «τα χέρια του ήταν τα χέρια κάποιου εκπληκτικού μαέστρου που έπαιζε όλες τις συμφωνίες της φλόγας και της πυρκαγιάς προκειμένου να καταστρέψει τα κουρελιασμένα και καρβουνιασμένα ερείπια της ιστορίας». Η αρμονία και η κοινότητα που δημιουργήθηκαν από τον μαέστρο της μουσικής, οι οποίες σχετίζονται τόσο πολύ με τη φινέτσα και το βάθος της ιστορίας, έχουν αντιστραφεί από τη δύναμη της κοινότητας να ξαναγράψει την ιστορία της μέσω της φρικτής μεθόδου της καύσης. Ο πυροσβέστης, αντί να σώζει περιουσίες και ζωές, έρχεται για να καταστρέψει και να ρημάξει. Φαίνεται ότι η φωτιά μπορεί να εξαγνίσει όπως και να καταστρέψει.

Στην αρχή του μυθιστορήματος, ο Μόνταγκ συναντάει ένα νεαρό κορίτσι, την Κλαρίς, με μάτια τόσο ζωντανά που «καμία κίνηση δεν τους ξέφευγε».8 Η ένταση και η περιέργειά της τον σοκάρουν. Όλες οι κοινωνικές συμβάσεις τής φαίνονται περίεργες –τα αυτοκίνητα ταξιδεύουν υπερβολικά γρήγορα, οι τηλεοράσεις προσφέρουν υπερβολικές εικόνες, όχι αρκετή τέχνη, οι πυροσβέστες κάποτε προστάτευαν ζωές, δεν έκαιγαν βιβλία. Η αθωότητά της τον σαγηνεύει και η συνάντησή του με την σχεδόν άψυχη σύζυγό του στην επόμενη σκηνή τον τσακίζει το ίδιο. Αποδεικνύεται ότι εκείνη έχει κάνει αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας με υπνωτικά χάπια.

Οι επαναλαμβανόμενες συναντήσεις με την Κλαρίς συνεχίζουν να συναρπάζουν τον Μόνταγκ, κάνοντάς τον να αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερο τον κόσμο, όχι όπως θέλει η κοινωνία να φαίνεται, αλλά όπως πραγματικά είναι. Σύντομα αμφισβητεί τον πυραγό του, ρωτώντας εάν τα πράγματα ήταν πάντα έτσι. Είχε υπάρξει «μια φορά κι ένας καιρός» που οι πυροσβέστες έσωζαν ζωές αντί να καταστρέφουν βιβλία;9 Παρόλο που είναι υπομονετικός κατά τη συζήτηση με τον υφιστάμενό του μέχρι εκείνο το σημείο, η φράση «μια φορά κι έναν καιρό» κάνει τον Αρχηγό να εκραγεί και ο Μόνταγκ συνειδητοποιεί γρήγορα ότι μόλις παραδέχτηκε πως είχε διαβάσει παράνομα ένα παραμύθι. Κάνοντας αναδρομή στην ιστορία των πυροσβεστών μέχρι την εποχή του Βενιαμίν Φραγκλίνου το 1790, ο Αρχηγός διαβεβαιώνει τον Μόνταγκ ότι το αντικείμενο εργασίας τους ήταν πάντα η καύση των βιβλίων. Στην επόμενη επιδρομή, όταν η ιδιοκτήτρια αμφισβητεί το δικαίωμα των ανδρών να καταστρέψουν τα βιβλία της, ο Αρχηγός απαντάει:

Πού είναι η κοινή λογική σου; Κανένα από αυτά τα βιβλία δεν συμφωνεί με το άλλο. Έχεις μείνει κλειδωμένη εδώ πάνω για χρόνια με έναν αναθεματισμένο κανονικό Πύργο της Βαβέλ. Σύνελθε! Οι άνθρωποι σε αυτά τα βιβλία δεν έζησαν ποτέ.10

Αντί να παραδοθεί, η γυναίκα καίγεται μαζί με τα βιβλία της.

Το μαρτύριό της αλλάζει τη ζωή του Μόνταγκ που αρχίζει να αμφισβητεί τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του επαγγέλματός του και της ιστορίας του. Έχει κάψει βιβλία ή ανθρώπους; Στην τελική, συμπεραίνει, κάθε βιβλίο προήλθε από κάποιον άνθρωπο, όχι από κάτι αφηρημένο. Όταν το ομολογεί αυτό στη σύζυγό του, εκείνη αποστρέφεται το ότι αμφισβητεί τις κοινωνικές συμβάσεις, οι οποίες είναι πολύ ιερές για να επανεξεταστούν. Στην απάντησή της, ισχυρίζεται ότι μισεί τη γυναίκα που κάηκε, τη γυναίκα που κατέστησε τη ζωή του Μόνταγκ ασταθή και, ίσως, εάν δεν υπάρξει έλεγχος, και τη δική της ζωή. Καθώς εκείνος συνεχίζει να αμφισβητεί, η επιφανειακότητα της συζύγου του, της ζωής της και των φίλων της, του επιφέρει ισχυρό πλήγμα. Αφού μαθαίνει την ιστορία των βιβλίων (ως επί το πλείστον σωστά) και την επιθυμία της κοινωνίας να βάλει τέλος στη φαντασία και την περιέργεια που προκαλούσαν, ο Μόνταγκ αντιμετωπίζει έναν από τους ομοϊδεάτες της γυναίκας του με την ποίηση του Μάθιου Άρνολντ:

Και είμαστε εδώ σαν πάνω σε σκοτεινή πεδιάδα
Ανάστατοι από μπερδεμένα σήματα για μάχη και φυγή
Όπου τυφλοί στρατοί συγκρούονται τη νύχτα.

Για τις γυναίκες, το κοινό του στην ανάγνωση μοιάζει εντελώς πορνογραφικό. «Είστε απαίσιος, κύριε Μόνταγκ, είστε απαίσιος», φωνάζει μία από αυτές. Οργισμένος τους φωνάζει: «Πηγαίνετε σπίτι και σκεφτείτε τον πρώτο σας σύζυγο που σας χώρισε και τον δεύτερό σας σύζυγο που σκοτώθηκε με αεροπλάνο και τον τρίτο σας σύζυγο που τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, πηγαίνετε σπίτι και σκεφτείτε τις δεκάδες εκτρώσεις που κάνατε, πηγαίνετε σπίτι και σκεφτείτε αυτό και τις αναθεματισμένες καισαρικές σας επίσης, και τα παιδιά σας που σας σιχαίνονται!»11

Όταν τον αναφέρουν στην κοινότητα για τις παραβιάσεις του, ο Μόνταγκ γίνεται φυγάς για την πολιτεία, ελεγχόμενος από τον «πιο επικίνδυνο εχθρό για την αλήθεια και την ελευθερία» που υπάρχει, «τα συμπαγή ακίνητα πρόβατα της πλειοψηφίας».12 Καταδιωκόμενος από τους Πυροσβέστες, καθώς και από μηχανικά κυνηγόσκυλα από την κόλαση, ο Μόνταγκ τρέπεται σε φυγή, με την καταδίκη του να αναστέλλεται μόνο όταν ξεκινάει ένας καταστροφικός πόλεμος –ο οποίος θα καταστρέψει την ίδια την κοινωνία που είχε προστατεύσει για τόσο πολύ καιρό, αλλά είχε μόλις πρόσφατα απορρίψει. Στο ταξίδι του συναντάει μια κοινότητα λογίων που έχουν αφοσιωθεί στην προστασία των σπουδαίων βιβλίων. Κάθε μέλος απομνημονεύει ένα πλήρες έργο, ελπίζοντας να ζήσει αρκετά για να το κληροδοτήσει σε κάποιον άλλο ή για να δει την ημέρα που θα επιστρέψει το τυπογραφικό πιεστήριο. Ο μύθος του Φοίνικα λαμβάνει σάρκα και οστά, βρίσκοντας ανακούφιση, αλλά και αποθέωση, στο τέλος μιας πυρηνικής φωτιάς.

Μοιραστείτε