ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
23 June, 2024
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΟ ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης γραφει για τον μεταφυσικό λυρισμό του Γιώργου Θέμελη 

Ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης γραφει για τον μεταφυσικό λυρισμό του Γιώργου Θέμελη 

Πρόλογος – Επιμέλεια : Σπύρος Δημητρίου

Μπορεί να λίγοι αυτοί που αισθάνονται και λειτουργούν με την καρδιά και το νου, πιστεύοντας πως χωρίς την ποίηση δεν μπορεί να κατορθωθεί η πληρότητα και η πλήρωση της ύπαρξής τους. Στη μελέτη, τη στοχαστική και συνάμα διακριτική, της περίφημης «Σχολής της Θεσσαλονίκης», στο ποιητικό της τουλάχιστον σκέλος, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ολοκλήρωση χωρίς την καθοριστική συμμετοχή του Γιώργου Θέμελη. 

Αποτελεί μέλος της τριάδας, μαζί με την Ζωή Καρέλλη και τον Γ. Θ Βαφόπουλο, που κατάφεραν να ανεβάσουν στα ψηλά σκαλιά την ποίηση, μέσα στη νεοελληνική λογοτεχνία, έχοντας γλωσσική συνέπεια και μοναδικό ήθος. Και, μιλώντας για την γλώσσα, ο Θέμελης κατάφερε  στο έργο του να μιλήσει  με καθαρότητα, βάθος, ευκρίνεια και στέρεη ελληνικότητα.

Λόγιος και δάσκαλος άφησε πίσω του  σπουδαία παρακαταθήκη. Υψηλή ποίηση, έξοχα δοκίμια και μελετήματα, πυκνό και διαυγές κριτικό έργο και παράλληλα μαθητές που ‘γιναν κλωνάρια στο μεγάλο δέντρο της λογοτεχνίας, συνεχιστές  της «Σχολής της Θεσσαλονίκης».  Τούτες τις μέρες που  συμπληρώθηκαν σαράντα πέντε χρόνια από την εκδημία του(17 Απριλίου 1976) ας τον θυμηθούμε μέσα από την πένα  του  ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη, άξιου μαθητή, μελετητή και  συνεχιστή  στη τέχνη και την «Σχολή» του Βορρά. Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στον αφιερωματικό τόμο για τον Γιώργο. Θέμελη που εξέδωσε  το περιοδικό της «ΕΥΘΥΝΗΣ», στη σειρά «ΤΕΤΡΑΔΙΑ». Γράφει ο Τάκης Βαρβιτσιώτης:

Γιώργος Θέμελης

«Με τον έξοχο  αυτόν ποιητή και αλησμόνητο φίλο μου, για μια μεγάλη χρονική περίοδο της ζωής μου, με συνέδεε μια στενή και αδιάλειπτη ψυχική και πνευματική επικοινωνία. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών σπουδών μου ευτύχησα να τον έχω καθηγητή στο μάθημα των νεοελληνικών και με βοήθησε σημαντικά να συνεχίσω τις πρώτες ποιητικές μου ασκήσεις, ενώ αργότερα αναπτύχθηκε μια βαθύτατη φιλία μεταξύ μας, τόσο ώστε οι σχέσεις μας να γίνουν πολύ εγκάρδιες και τα τρία τελευταία καλοκαίρια της ζωής του να μένει μαζί κου, φιλοξενούμενος στην εξοχική κατοικία μου στο Πολύδροσο Κασσάνδρας, όπου ώρες ολόκληρες συζητούσαμε για την ποίηση και ανταλλάζαμε απόψεις διαβάζοντας ο ένας ποιήματα του άλλου.

Για το ποιητικό έργο του Γιώργου Θέμελη έχω ήδη εκφρασθεί σε διάφορες μελέτες μου τόσο εκτεταμένα και εξαντλητικά, ώστε να μην έχω να προσθέσω τώρα κάτι το ιδιαίτερα σημαντικό, αλλά απλώς να επαναλάβω παλαιότερες παρατηρήσεις μου.

Όπως κάθε αληθινή δημιουργία είναι ένα ανάβρυσμα ψυχής, έτσι και η ποίηση δε μπορεί παρά να πηγάζει κατευθείαν από την ψυχή και να είναι μια πράξη περισσότερο αυθόρμητη και μαγική και λιγότερο λογική και ηθική.

Ο. Γιώργος Θέμελης με το ποιητικό λόγο του θέλησε ακριβώς να φθάσει το ύψος της ψυχής και να προσφέρει μια γεύση αιωνιότητας, μια καινούργια διάσταση στη νεότερη ελληνική ποίηση, τη διάσταση ενός μεταφυσικού λυρισμού.

Η πρόθεσή του αυτή νομίζω πως εικονίζεται καλύτερα στην ποιητική συλλογή του «Το δίχτυ των ψυχών», όπου συντελείται μια έσχατη πυρπόληση όλων των υλικών στοιχείων, μια απόσπαση από κάθε γήινο, μια ολοκληρωτική κάθαρση που τον βοηθά να πετύχει την μετάστασή του «στην άλλη αυγή, στην άλλη αγάπη», σ’ έναν «κήπο κλειστό», όπου σαν τον εραστή της Βεατρίκης υμνεί τη δεύτερη γέννησή του, την άλλη ωραιότητα που κέρδισε και που δεν είναι παρά μια αντανάκλαση από το πρόσωπο της αγαπημένης ψυχής. Το στίγμα του γήινου έρωτα, του προσκολλημένου στη σάρκα που σκεπάζει σαν ένα πένθος, ξαναπροβάλλει στη συνείδηση του ποιητή, απλώνεται και γίνεται η πλεκτάνη, το δίχτυ που επιζητεί να αιχμαλωτίσει την ψυχή, να την εγκλωβίσει στην «ερημιά του θανάτου», να αποτρέψει την άνοδό της προς το ουράνιο φως, την αναγωγή στην καθάρια ουσία της.

Όλα όμως τα ποιήματα του Θέμελη εμπεριέχουν πάντοτε ένα πνεύμα ανικανοποίητο και μια τάση προς μια μεγαλύτερη τελείωση, όλη εκείνη η έκτακτη ψυχική ενέργεια που είναι το αποτέλεσμα ενός ενδότερου αντικατοπτρισμού και συγκροτεί τον πυρήνα μιας βαθύτερης γνώσης που η σημασία της δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με τη σημασία μιας αέναης γέννησης. Γιατί η γνώση, σύμφωνα με την πλατωνική αντίληψη, που φαίνεται να αποδέχεται, έως ένα τουλάχιστον σημείο, ο Γ. Θέμελης, δεν έχει καμιά σχέση με την επιστημονική ή αποτυχημένη γνώση που αναφέρεται στα δεδομένα του εξωτερικού κόσμου (άλλωστε στην εποχή μας και ο ουρανός ακόμα έχει γίνει «ένα πτώμα ανατομίας»), αλλά αποβλέπει πρωτίστως σε μιαν  εσωτερική μεταμόρφωση εκείνου που γνωρίζει και στην κατάκτηση μιας ψυχικής  «ευρυχωρίας».

Ωστόσο χρειάστηκε πολύς χρόνος για να μπορέσει ο Θέμελης να εξορίσει από το ποιητικό έργο του κάθε ίχνος ρητορισμού, να μας πείσει πως η ποιητική δημιουργία του δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα μιας επίπονης και έξοχα προικισμένης βούλησης ή προιόν μιας αφηρημένης διανοητικής κατεργασίας, αλλά μια πηγαία δημιουργική ώθηση, ένας τρόπος ύπαρξης αυθεντικός. Οι ποιητικές συλλογές του «Ο γυρισμός». «Δενδρόκηπος», «Συνομιλίες», «Ακολουθία», «Το πρόσωπο και το είδωλο», «Φωτοσκιάσεις», «Έξοδος», πιστοποιούν το βάθος της μεταμόρφωσης του Θέμελη, την προσπάθειά του να εξαλείψει κάθε φιλολογικό στίγμα, να πραγματοποιήσει μερικές σπάνιες αποκρυσταλλώσεις και να μεταδώσει μια απεικόνιση του θανάτου συνταραχτική αλλά συνάμα λυτρωτική σαν «ακροθαλασσιά της πιο πυκνής προσδοκίας», μιαν αίσθηση της ανυπαρξίας που δεν είναι παρά η πληρότητα του υπαρκτού, η ανθοφορία του και που μας θυμίζει τη νοσταλγία εκείνη εξωχρονικών καταστάσεων στον Ρίλκε ή στον Έλιοτ.

Κατέβηκα κάτω στους κήπους και είδα τα μοναχικά οστά
Είπα: Εμείς είμαστε, εμείς οι δυο, που αγκαλιαστήκαμε τόσο σφιχτά
Ανάμεσα σε τόσα σταυρωμένα χέρια, ασύντριφτα γόνατα.
Είπα: υπήρξαμε στο σύνορο της άσβυστης φωτιάς, στην άκρη του κόσμου
Σ’ αυτήν την ακροθαλασσιά της πιο πυκνής προσδοκίας…

Ή ακόμα ότι,

Θα ξανασυναντηθούμε, Πρέπει να ξανασυναντηθούμε,
Όχι στο γυρισμό ενός κύκλου από το ίδιο φως που κοίταζε,
Ούτε στην ίδια γωνία που γυάλιζαν τα μάτια της κι έπνιγε τη φωνή
παίρνοντας
προστατευτικά το ύφος ενός τάφου…

Για τον ποιητή που παρακολούθησε την κηδεία του εαυτού του είχε σημάνει η ώρα ενός θαυμασμού υμεναίου, μιας ολοκληρωτικής ένωσης με το σύμπαν όπου τα κοσμικά στοιχεία εισχωρούν στο σώμα του ανθρώπου και ο άνθρωπος ξαναβρίσκει τον εαυτό του σ’ αυτά. Είχε σημάνει η ώρα ν’ αρχίσει η φάση μιας καθολικής αναγέννησης.

Από όλο το ποιητικό έργο του Θέμελη θα αναφερθώ ιδιαίτερα σε δυο θαυμαστές επιτεύξεις: Το «Ελεγείο μοναχικό του Αντρέα Κάλβου» ένα από τα ωραιότερα ποιήματα που έγραψε ποτέ ο Θέμελης, αληθινά «φλογερό ξημέρωμα που τ’ άναψαν μες στου χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια» και το έξοχο ποίημά του «Επίσκεψη ή το Εικόνισμα του Ευαγγελισμού» που δε μπορώ να αντισταθώ στη γοητεία του και να μην το αντιγράψω ολόκληρο.

Τόχε η ψυχή προβλέψει, όπως προβλέπουμε τον καιρό,
Από σημεία του ήλιου και του φεγγαριού.
Ως νάχε ενωτισθεί τον άνεμο ν’ αντιλαλεί το γλήγορο πέρασμά του
Κ’ ήταν γεμάτη από την ευωδία που φέρνει η προσμονή.
Όπως η άνοιξη που καθυστέρησε,

Ανοίγει το παράθυρο και κοιτάζει τα πρόσωπα των περαστικών.

Μέσα της ηχούν όλα τα βήματα που έρχονται, όλες οι αναπνοές
Των παρθένων που δεν μπορούν να μετακινηθούν
Από εαρινή ευφορία και στοχασμό και που πλαγιάζουν
Με περισσή επιφύλαξη και φόβο και συλλογίζονται το ξημέρωμα,
Τι φως θα φέρει ο ήλιος που θ’ ανατείλει.
Μέσα της ανοίγουν όλες οι αναφυόμενες προσδοκίες του αδιάκοπα ερχόμενου,

Που μπαίνει από την είσοδο και χαμηλώνει διπλώνοντας πίσω τα φτερά,
Σα να γυρεύει την κρυφή ρωγμή να εισχωρήσει στο σώμα.                                                                                       

Και μόλις προφταίνει ν’ ανοίξει το στόμα και να πει ένα : «Χαίρε!»
Και να προσθέσει : «Κεχαριτωμένη, αδιάκοπη ερωμένη…»
Γιατ’ είναι βιαστικός πολύ να εξαφανιστεί μέσα στην πλήρη του ελευθερία,
Δοσμένος όλος σε μια κίνηση: την προσφορά του κρίνου.

(Σύμβολο παντοτεινό του αγαπημένου που έρχεται,
Φέρνοντας την περιπόθητη κυοφορία).

Έχουν κιόλας όλα τελειώσει, όλα ειπωθεί, πριν ειπωθούν,
Προτρέχοντας τα λόγια, όπως ο κρίνος στο χέρι του Επισκέπτη.

Συνοψίζοντας, θα ήθελα να τονίσω, σχεδόν επιγραμματικά, ότι η ποίηση του Θέμελη είναι ποίηση μιας ύπαρξης τυραννισμένης που θρέφεται από την έξαρση της ίδιας στεγνότητάς της, μιας ύπαρξης που έφτασε να επιτύχει την απολύτρωσή της μέσα από την απογύμνωση, είναι ποίηση στεγανή, κυριαρχημένη, με άκρα συνοχή, που ανταποκρίνεται στα πράγματα και που δεν παραβιάζει την αυτοτέλειά τους παρά τόσο μονάχα όσο χρειάζεται για να προσαρμοσθούν στις πιο σημαντικές αποκτήσεις της ψυχής, ένα ημερολόγιο μιας αυθεντικής υποστασιακής εμπειρίας».

 

ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ «ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ Γ. ΘΕΜΕΛΗ. ΝΕΑ ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ. Εκδόσεις ΕΥΘΥΝΗ Αθήνα 1999.

Μοιραστείτε