ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
20 September, 2021
ΚεντρικήΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΟ Παναγιώτης Κανελλόπουλος και η “Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος” μέσα από την πένα του Κωνσταντίνου Τσάτσου

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και η “Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος” μέσα από την πένα του Κωνσταντίνου Τσάτσου

Πρόλογος – επιμέλεια : Σπύρος Δημητρίου

Σκέφτηκα πολύ τι να προλογίσω για τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Είναι τόσα πολλά. Για ποια απ’ όλα να γράψω, τι απ’ όλα να πω, τι να αφήσω αν πρέπει κάτι ν’ αφήσω. Δεν είναι καθόλου εύκολο για μια τόσο πολυσχιδή προσωπικότητα. Αν κάτι κρατούσα εκτός, ίσως  θα ήταν η κομματική περιπέτεια στη πολιτική διαδρομή του, κι αυτή πάλι θα την έβλεπα μέσα απ’ τον φακό των ταραγμένων και δύσκολων χρόνων που έζησε και μαζί του κι η Ελλάδα. Κατά τ’ άλλα είναι τόσο πλούσια η προσφορά του που πραγματικά είναι δύσκολο τι να πρωτογράψει κανείς. Την λύση μου έδωσε ένας άλλος μεγάλος των ελληνικών χρόνων του 20ου αιώνα: ο Κωνσταντίνος Τσάτσος.

Συνοδοιπόρος του στη ζωή, στα χρόνια, στη πνευματική δημιουργία, και στη  πολιτική δράση θα ήταν  νομίζω ότι καλύτερο να μιλήσει γι’ αυτόν μ’ ένα κείμενο βιωματικό, συναισθηματικό μα συνάμα αληθινό, για την σκέψη και τον άνθρωπο  Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Πρόλαβε να του τα πει βρισκόμενος εν ζωή ο Κανελλόπουλος. Μια εξομολόγηση από καρδιάς σ’ να φίλο, καθώς η ζωή και των δυο έφτανε προς το τέλος και καλό θα ήταν να του τα πει να μην μείνουν μέσα του. Θα φύγουν κι οι δυο μ’ ένα χρόνο διαφορά, πρώτα ο Π. Κανελλόπουλος (11 Σεπτεμβρίου 1986) και τον άλλο χρόνο ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (8 Οκτωβρίου 1987).

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε μαζί με άλλα λαμπρά κείμενα σημαντικών Ελλήνων, στον αφιερωματικό τόμο με τίτλο : «ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟ» που εξέδωσε το περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ» το 1982 στη σειρά «ΤΕΤΡΑΔΙΑ»,  τιμώντας τα ογδοντάχρονα ενός σπουδαίου διανοητή και συνεργάτη. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κατέθετε δημιουργικά για πολλά χρόνια  στο περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ» τις σκέψεις, τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του για ένα καλύτερο αύριο.

Ας αφήσουμε, λοιπόν, την πένα του Κωνσταντίνου Τσάτσου να μας μιλήσει για τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ως ένα μικρό μνημόσυνο για τα τριάντα πέντε χρόνια από την εκδημία του:

«Αλήθεια τι να έγινε το μυθιστόρημα που μας διάβασες ως αργά τη νύχτα της 7 Φεβρουαρίου 1937 στο “Κυδαθηναϊκό”; Βρίσκεται ακόμα στα χαρτιά σου ή το έφαγε ο χρόνος;

Σημαδιακή εκείνη η νύχτα, τότε που στο γεφυράκι του Μέτς σε περίμεναν τα όργανα της δικτατορίας για να σε πιάσουν, καθώς θα διάβαινες να πας στο φτωχικό σου, γι’ αυτό που αργότερα ένα άθλιο έντυπο τόλμησε να σε κατηγορήση. Έπρεπε να σε πιάσουν νύχτα γιατί αλλιώς, ποιος ξέρει τι μέγα κακό θα έκανες ώσπου να χαράξη.

Σημαδιακή εκείνη η νύχτα, όχι γιατί σε πιάσανε και σε εξορίσανε – πολλούς πιάσανε και εξορίσανε – αλλά γιατί από τότε σημειώθηκε μια καμπή στο μέσα σου κόσμο – από τότε λησμόνησες τα χειρόγραφα της μυθιστορίας και μπήκες με τη σκέψη και με την πράξη – πλέρια και οριστικά – στους χώρους της ιστορίας. Άρχισε τότε η πολύχρονη περιπλάνηση που δια μέσου των αιώνων, που όσο και αν η πράξη, η χρονοβόρα σε απασχολούσε, έβρισκες όλα τα χρόνια ως σήμερα, τη δύναμη να συνεχίσεις αδιάλειπτα, έτσι που να απορή κανείς πως τα στρίμωχνες τόσα έργα, στα φτωχά εικοσιτετράωρα που παραχωρεί ο χρόνος στον άνθρωπο.

Ένα μουσικό και λυρικό στοιχείο που κοσμούσε τα πρώτα νιάτα σου από εκείνη τη σημαδιακή νύχτα το απέβαλες. Και όταν σε ξανάδα είχε γεννηθή η ιδέα που είχε στηθή ο στόχος να γίνης ένας παντεπόπτης του ευρωπαϊκού πνεύματος, από την ώρα που γεννήθηκε με το συγκρητισμό του ελληνισμού και του χριστιανισμού.

Όταν σε πρωτοείδα στη Κύθνο αντίκρυσα της εκβολές αυτού του ποταμού που ρέει ακόμα από τον κάλαμός σου. Θυμήθηκα τις εκβολές του Δούναβη μέσα στο Μέλανα Δρυμό, το ρυάκιο που επέπρωτο να γίνη ή τεράστια υδάτινη  λεωφόρος προς τον Εύξεινο. Μου διάβασες τα πρώτα φύλλα. Ήταν ακόμα ο ορίζοντας στενώτερος. Το Βυζάντιο έμενε απ’ έξω.

Ξεκινούσες από τον Αυγουστίνο. Ασφαλώς όχι εγώ, αλλά ούτε και εσύ μπορούσες να προβλέψης ότι επί άλλα 45 χρόνια ο ποταμός θα συνέχιζε τον ρου του, περνώντας από τόσες απότομες και αφιλόξενες όχθες, ότι οι περιπέτειες, οι πράξεις, οι εξάρσεις και οι πτώσεις, οι ικανοποιήσεις και οι πικρίες, δεν θα σταματούσαν την ροή της σκέψης σου, δεν θα σε εμπόδιζαν ένα μεγάλο μέρος του εαυτού σου να διαφυλάσσης ανέπαφο από τα καιρικά, ένα μέρος όπου θα στεκόσουν απάνω από τους αιώνες, κοντά σε όλα τα μεγάλα πνεύματα που τους λαμπρύνανε, μόνος και συντροφιά με αυτά, σαν να μην συνέβαινε τίποτε γύρω σου, σαν να μην έκανες τίποτα άλλο εσύ ο ίδιος, ή μάλλον ο άλλος εαυτός σου.

Τη δεύτερη φορά που πήγα στην Κύθνο ήταν η εποχή που οι χωρικοί έφερνα από τα χωράφια τα σανά για να θρέψουν τα ζώα τους το χειμώνα. Στο ισόγειο του σπιτιού όπου έμενες αποθηκεύονταν τα σανά μαζί με τι στρατιές από ψύλλους που ανέβαιναν να πιούν  το αίμα σου και του Παπαληγούρα που σου έκανε συντροφιά. Μπήκα σε αυτή την περιπέτεια και εγώ. Κανένα μέσο δεν υπήρχε να αμυνθής. Σε ξύπνο και σε ύπνο σε απομυζούσαν, παρ’ όλες τις προσπάθειες να περιορίσεις το κακό.

Ο Παπαληγούρας τη δεύτερη μέρα, πιο γλυκοαίματος, πρίσθηκε και έφθασε να έχη 39 πυρετό. Εγώ κατέφυγα σ’ ένα άλλο χωριό γειτονικό… όπου δεν υπέφερα τη νύχτα. Αλλά τη μέρα ξαναγύριζα για να συμμερισθώ  την τύχη των άλλων. Και έτσι κατατρεγμένοι από τους ψύλλους σε ακούγαμε να μας διαβάζης ένα νέο κεφάλαιο.

Αργότερα στα 45 χρόνια τους ψύλλους τους αντικατέστησε ο πόλεμος, οι διαφυγές στην Ανατολή, οι απογοητεύσεις, οι αγωνίες της πολιτικής, οι φυλακίσεις. Και όσο αυτά συνέβαιναν στις όχθες, το ποτάμι άλλοτε πλατύτερο, άλλοτε στενότερο έρρεε προς τις εκβολές του.

Ιστορίες μιας πνευματικής δημιουργίας, της ποίησης, της ζωγραφικής, της μουσικής υπάρχουν πολλές και σπουδαίες. Υπάρχουν και μερικές ιστορίες όλων ή των κυριότερων  πνευματικών εκδηλώσεων ενός λαού, π.χ  ιστορίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Αλλά ιστορίες που να περιλαμβάνουν όλους τους λαούς της Ευρώπης σε όλες των τις πνευματικές εκδηλώσεις, συνδυασμένες μάλιστα και με τα βασικά γεγονότα της πολιτικής ζωής, εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζω. Πρώτος έκανες εσύ αυτό το εγχείρημα. Πρώτος έδωσες αυτό το πανόραμα δυο χιλιετηρίδων ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Μόνο όσοι ξέρουν από συγγραφική δουλειά μπορούν να εκτιμήσουν τι δυσκολίες παρουσίαζε σε ένα τέτοιο έργο η σύνθεση των επί μέρους, ο συνδυασμός ή η αντιπαράθεση των στοιχείων, η ισόρροπη παρουσίαση των μερών, η αξιολόγηση με κοινά κριτήρια. Περισσότερο από τον πλούτο των αποθησαυρισμένων γνώσεων, η σύνταξή τους σε ένα ιστορικό κείμενο είναι κατόρθωμα μέγα, που απαιτεί κάθε στιγμή την εποπτεία του συνόλου.

Η συνθετική αυτή δύναμη σε ένα τόσο πολύμορφο και πολυπρόσωπο πεδίο προυποθέτει μια σπάνια οικουμενικότητα. Πρέπει να καταλαβαίνεις από ποίηση, από μουσική, από τέχνη γενικά, από φιλοσοφία, από πολιτική. Πρέπει να έχεις πολλές δεκτικότητες, αρετή που σπανίζει όσο καμμιά άλλη, σε μια εποχή όπου αποθεώνεται μόνο η εξειδίκευση.  Πρέπει να έχης μια ιστορική συνείδηση που να χωράη όλη την Ευρώπη δυο χιλιάδων ετών. Κατά κάποιον τρόπο  πρέπει να είσαι ένας homo universalis.

Από τον αρχαίο κόσμο άντλησες εκείνα κυρίως που χρειάζονταν σαν εισαγωγή για τη γένεση  του ευρωπαϊκού κόσμου: Η ελληνική ιστορία όχι τόσο των κλασσικών χρόνων όσο των ελληνιστικών.

Έτσι εξηγείται που στο έργο σου «Από τον Μαραθώνα στην Πύδνα» περνάς γρήγορα τους κλασσικούς χρόνους και προχωρείς αναλυτικώτερα στους χρόνους των Διαδόχων. Ασφαλώς συνέτρεχε και ο πειρασμός να προσφέρης στους αναγνώστες σου την εικόνα μιας εποχής που οι πιο πολλοί ή υποτιμούν ή αγνοούνε. Μιας εποχής όπου διαμορφώνεται το υπόβαθρο του νεώτερου κόσμου.  Την εξιστόρηση της την βλέπω γι’ αυτό σαν απαραίτητο πρόλογο για τη μεγάλη ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, παρ’ όλο που έχει μιαν αυστηρότερη και πολύτιμη documentation.

Σαν συμπλήρωμα αυτής της ιστορίας έρχονται οι Αθηναϊκοί Διάλογοι που μας ανοίγουν ένα παράθυρο στο μέγα θέμα που ακολουθεί χρονικά, στη συνάντηση του ελληνιστικού και του χριστιανικού πνεύματος. Έτσι προπαρασκευάζεται η είσοδός μας στους σκοτεινούς καιρούς όπου η Ευρώπη γεννιέται από την ελληνική πλευρά. Η Ρώμη δεν φωτίζεται, αν και διαδραματίζει και αυτή και στην ιστορία του πνεύματος ένα σημαντικό ρόλο, που κανείς δεν μπορεί να αγνοήση. Αλλά και κανείς δεν μπορεί να αξιώση περισσότερα, όταν όσα δόθηκαν τόσο λαμπρά είναι άπορο πως χώρεσαν  στο διάστημα μιας ζωής 45 χρόνων, – όχι μερικά, αλλά ολοκληρωτικά – αφιερωμένης στην παρουσίαση του πνεύματος ολόκληρης της Ευρώπης, δυτικής και ανατολικής, με την ελληνική και τη χριστιανική υποδομή της.

Αν τώρα αφήσωμε την πανοραμική θέα στου συνόλου και την λαγαρή τάξη της παρουσίασης και πλησιάσωμε έτσι που να προσέξωμε τις επί μέρους λεπτομέρειες, τότε θα ξεχωρίσωμε μερικά σημεία του τοπίου, μερικά πρόσωπα στη διαδρομή των αιώνων, μπρος στα οποία ο συγγραφέας σταμάτησε με ιδιαίτερη αγάπη. Τότε βλέπομε μερικές προσωπογραφίες μεγάλων που θα τα ωνομάζαμε μονογραφίες. Εσύ προσφέρεις κι εμείς οι αναγνώστες  διαλέγομε τις αγάπες μας. Εγώ διάλεξα τον Γκαίτε και τον Μπετόβεν. Θα μπορούσες να τις αποσπάσης και να τις παρουσιάσης σαν αυτοτελείς μελέτες.

Αν κάποτε γίνη ένα πλήρες ευρετήριο θα μπορούσε ο κάθε ειδικευμένος στην ιστορία της τέχνης ή του λόγου, ο κάθε φιλόσοφος να ανατρέξη και να βρη για να διαβάση τις σελίδες που συνδέονται με τα ενδιαφέροντά του.

Αυτό για τους βιαστικούς αναγνώστες. Εγώ προτιμώ τους λίγους που θα θελήσουν να χαρούν τη δομή του συνόλου, τη συνέχεια της πνευματικής ζωής χωρίς επιλογές.

Το ότι το φάσμα των ενδιαφερόντων του Κανελλόπουλου είναι τόσο πλατύ, το ότι συνδύασε θεωρία και πράξη, συγγραφικό έργο και πολιτική επί 45 χρόνια είναι σπάνιο φαινόμενο αντοχής της σκέψης και της βούλησης. Αλλά υπάρχουν άνθρωποι που στα διαλείμματα της πράξης γράφουν ένα μεμονωμένο έργο, ένα δοκίμιο, ένα ποίημα. Εδώ όμως έχομε το πολύ σπανιώτερο φαινόμενο ότι το ίδιο το έργο αδιάπτωτα συνεχίζεται παρ’ όλες τις διακοπές που επέβαλλε η πράξη. Μέσα στη συνείδησή του προχωρεί ο συγγραφικός ειρμός χωρίς να ενοχλήται από τις τυραννικές παρεμβολές της πολιτικής. Αυτό είναι αλήθεια ένα σπανιώτατο γνώρισμα που απαιτεί μοναδική αντοχή σκέψης, μια συμπαρουσία σκέψης και πράξης. Αυτό κατορθώνεται διότι το νήμα της θεωρίας δεν κόβεται από τίποτε. Με αντοχή  και την ελαστικότητά του ποντίζεται για λίγο και ύστερα ξαναφαίνεται, χωρίς τίποτε να ξεχασθή ή να λείψη.

Γι’ αυτό από την εποχή των ψύλλων της Κύθνου ως σήμερα και ως αύριο θα συνεχίζεται αυτή η διπλή ζωή χωρίς κανείς να μπορεί να πη ποια είναι η σύζυγος και ποια η ερωμένη και προς ποια πλευρά κλίνει η πλάστιγγα.

Υπάρχουν όμως μερικά σημεία στη διαδρομή αυτών των δυο πορειών όπου συντελείται μια ευτυχισμένη συνάντηση. Θα αναφέρω δυο: η Ευρώπη και ο Ελληνισμός.

Ο Κανελλόπουλος είναι ευρωπαίος και στη πολιτική και στη θεωρητική του τοποθέτηση. Προτού γίνη πραγματικότητα η ευρωπαϊκή ενότητα είχε γίνει μέσα του ψυχικό βίωμα. Είχε νοιώσει την πολιτιστική ενότητα της Ευρώπης προτού αρχίσει η διαδικασία για την οικονομική  και πολιτική της ένωση. Έτσι αυτόματα εγκολπώθηκε τον αγώνα για την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αφού αυτή την είσοδο την είχε από καιρό εκτελέση μέσα του και την είχε προβλέψει και αποδεχθή ως τη μόνη λογικώς αναγκαία πορεία της Ελλάδος. Η ιστορία του Ευρωπαικού πνεύματος που κύρια πηγή είχε τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό οδηγούσε στη σύνδεση της Ελλάδος με την Ευρώπη.

Αλλά και γενικώτερα πρέπει να πούμε ότι ο Κανελλόπουλος ως νοοτροπία και ως στάση ζωής ήταν γεννημένος Ευρωπαίος. Είχε από φυσικού του το χάρισμα να είναι άμεσα και εξ ίσου δέκτης, των ποικίλων μορφών του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αν και σπουδασμένος στη Γερμανία είχε ίση ικανότητα να συλλαμβάνη το ιταλικό, το γαλατικό, το βρεττανικό πνεύμα. Τόσο πλατύ ήταν το φάσμα της ιστορικής του συνείδησης.

Κοντά σε αυτό είχε διαφυλάξει ανέγγιχτες  μέσα του τις ελληνικές ρίζες. Δεν είναι σχήμα λόγου ότι γεννήθηκε στην Πάτρα το 1402. Ίσως η ημερομηνία να είναι ανακριβής. Θα γεννήθηκε μάλλον ανάμεσα στη φωτεινή ανατολή του Μαραθώνα και στη ζοφερή δύση της Πύδνας. Γι’ αυτό δείχνει τέτοια κατανόηση και για τους υψωμούς και τους ξεπεσμούς των Ελλήνων σε όλους τους αιώνες. Καταλαβαίνει και τον Έλληνα της Σαλαμίνας και τον Έλληνα του Αιγός ποταμού, και τον Έλληνα των Αθηνών και τον Έλληνα της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας. Αργοπόρησε αλλά τελικά φώτισε και τον Έλληνα του Βυζαντίου, τόσο τον Γεννάδιο όσο και τον Πλήθωνα. Ο Κανελλόπουλος είναι ένα καταστάλαγμα κάθε ελληνικού. Τον βοήθησε και η προσωπική του ζωή να γνωρίση όχι μόνο τις εξάρσεις του αλβανικού μετώπου, αλλά και όλες τις μικρότητες και τις αθλιότητες της ελληνικής δημόσιας ζωής. Έχει πολλά καταλάβει και πολλά συγχωρήσει.  Στην ιδέα της Ελλάδος όπως και της Ευρώπης συναντιέται ο πολιτικός και ο στοχαστής.

Η ιστορία του Ευρωπαϊκού πνεύματος γεννήθηκε στη μοναξιά της εξορίας, μέσα στα ξερά χορτάρια και τους ψύλλους της Κύθνου, αύξησε και πλάτυνε σε πολλές άλλες μοναξιές, ωρίμασε όμως και τράνεψε σε μια μοναξιά γοητευτική, σ’ ένα κελλί περιτριγυρισμένο από ψιλόλιγνες καλαμιές και γκαρντένιες, ένα κελλί ξέχειλο από βιβλία σκόρπια παντού, με την συμπαθητικήν ακαταστασία που φιλοτεχνούν άθελά τους όσοι τ’ αγαπούν περισσότερο και από τους ανθρώπους. Για να μπης εκεί έπρεπε να περάσης από τη Στενή Πύλη και όταν ύστερα από μια εποχή είχε πάψει το τσιγάρο να ντουμανιάζη τον τόπο, τότε μπορούσες, διώχνοντας τα φαντάσματα της καθημερινότητας, να γευθής κουβεντιάζοντας τις μεγάλες στιγμές του ευρωπαϊκού πνεύματος. Συνήθως οι άνθρωποι αλλοιώτικα γράφουν και αλλοιώτικα μιλούν. Ο Κανελλόπουλος γράφει σαν να μιλάη. Γι’ αυτό και οι πολλές παρένθετες φράσεις στα κείμενά του.

Ο Montainge κάπου γράφει ότι ο άνθρωπος – και ασφαλώς θα εννοή τον πνευματικό, τον ολοκληρωμένο άνθρωπο – πρέπει να φυλάη μόνο για τον εαυτό του μια arriere – boutique όπου μόνο αυτός επιτρέπεται να μπαίνη και που κανείς άλλος δεν θα γνωρίση ποτέ. Κάτι τέτοιο είναι αυτό το κελλί, που υπάρχει και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές και που θα υπάρχη και ύστερα από μένα χωρίς καμμιά ουσιαστική αλλαγή, ένα μικρό και απόρθητο θησαυροφυλάκιο όπου σε ώρες μοναξιάς και σιωπής στοιβάζεται σελίδα – σελίδα η Ιστορία του Ευρωπαικού πνεύματος».

Τετράδια της Ευθύνης αρ. 17  : «ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟ. ΤΙΜΗ ΣΤΑ ΟΓΔΟΝΤΑΧΡΟΝΑ ΤΟΥ» Εκδόσεις Ευθύνη Αθήνα 1982

Μοιραστείτε