ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
22 April, 2018
ΚεντρικήΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ«Ο κινηματογράφος είναι γλέντι, είναι πανηγύρι». Συνέντευξη του Ρένου Χαραλαμπίδη. Μέρος Β!

«Ο κινηματογράφος είναι γλέντι, είναι πανηγύρι». Συνέντευξη του Ρένου Χαραλαμπίδη. Μέρος Β!

Συνεχίζουμε την συζήτηση με τον Ρένο Χαραλαμπίδη , ένα ηθοποιό που πολλοί τον ξέρουν από την συμμετοχή του στα διάφορα σήριαλ, αλλά που για μας είναι πρωτίστως ένας ιδιοφυής σκηνοθέτης, που πρώτος δημιούργησε τον ελληνικό ανεξάρτητο κινηματογράφο. Με τις δύο πρώτες ταινίες «No Budget Story» και «Φτηνά Τσιγάρα» ανακηρύχθηκε ο ποιητής της Αθήνας, ενώ ο αμερικανός κριτικός Άντριου Χάουαρντ τον αποκάλεσε σκηνοθέτη του απρόοπτου και του καρναβαλιού.

Συνέντευξη στον Γιώργο Πισσαλίδη

Οι δύο πρώτες μου ταινίες, το “No Budget Story” και τα «Φτηνά Τσιγάρα» είναι ταινίες που μπήκαν στο μπουκάλι μέσα στο κενό του χρόνου, για να τις βρει το κοινό μετά από είκοσι χρόνια.  Ευτυχώς, το μπουκάλι έφτασε σε ακτή που υπήρχε παραλήπτης…

Ρένο , το 1997 αποφασίζεις να κάνεις την πρώτη σου ταινία με το “No Budget Story”. Πρόκειται για την ιστορία ενός νεαρού που θέλει να κάνει καλλιτεχνικό κινηματογράφο  και βρίσκει διέξοδο σε πρώην πορνοπαραγωγό.

Εκεί είναι μία ταινία όπου είναι αυτό που ο έλεγε ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο δάσκαλός μου, αυτό το μήνυμα περνούσε, το ευ ζην.  Ζήσε καλά, άσε τα άλλα. Ακολούθα την ωραία ζωή, άσε τα άλλα. Η τέχνη υπάρχει για να βελτιώσει τη ζωή μας, μη βιάζεσαι, όχι πόνος στον κινηματογράφο, χαρά.  Δηλαδή από πού να το αρχίσω και πού να το τελειώσω το “No Budget Story”.

Πώς αποφασίζεις να την κάνεις;  Δηλαδή, δεν υπήρχαν λεφτά, ουσιαστικά ήσουν o πρώτος που έφτιαξε ανεξάρτητο κινηματογράφο στην Ελλάδα.

Δεν είναι μόνο αυτό, αποφασίζω να τραβήξω μία ταινία σε βίντεο την εποχή της βιντεοκασέτας.  Τώρα ένα παιδί δεν καταλαβαίνει τον ιδεολογικό-αισθητικό πόλεμο εκείνης της εποχής μεταξύ βίντεο και φιλμ.  

Ποιος ήταν, λοιπόν, ο πόλεμος ανάμεσα στο βίντεο και το φιλμ;

Θεωρούσαν ότι κινηματογράφος είναι ό,τι τραβιέται σε φιλμ και ό,τι δεν τραβιέται σε φιλμ δεν είναι σινεμά.  Το ξέρω ότι σήμερα, που δεν υπάρχει πια το φιλμ, ακούγεται αδιανόητο, κι όμως, τότε, ήταν αυτό ακριβώς. Να σου πω ότι στην press conference του “No Budget Story”, όταν πήγα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1997 και βγήκα και είπα, κύριοι, το μέλλον του κινηματογράφου δεν είναι το φιλμ, αλλά ο ψηφιακός κινηματογράφος, ο digital, με κοιτούσαν όλοι σαν UFO και πολύ μεγάλα κεφάλαια του ελληνικού σινεμά και σπουδαίοι μου είπαν, είσαι τρελός, ποτέ δεν πρόκειται να χαθεί το φιλμ.  Όχι μόνο χάθηκε, έγινε πια μακρινή ανάμνηση. Πού είναι όλοι αυτοί, που το 1997 βγαίνω εγώ για να τους μιλήσω για αυτό; Πρόσεξε, επίσης εγώ είχα βγει ακόμη πιο νωρίς, το 1994, με την πρώτη μου ταινία μικρού μήκους «Κατ’ αρχήν δε με λένε Γκούφι».

Ειδική φωτογράφηση στον Πύργο Αθηνών από τον Ιωάννη Καμπούρη

Τι είναι αυτό, δεν το έχω πετύχει πουθενά.

Τίποτα, είναι ένα χαριτωμένο νεανικό gag, αλλά τεχνικά το έχω τραβήξει με Hi8 και μετά το μετέφερα σε φιλμ.  Άρα, το 1994 επιχειρώ πρώτος τη μεταφορά από βίντεο σε φιλμ, το μετέφερα στην ταινία μικρού μήκους.

Κοίτα, πειραματικά είχαν ξαναγίνει στο παρελθόν τέτοια βίντεο-φιλμ και ο Βασίλης Μαζωμένος το έχει κάνει, και έχει κάνει πολύ καλή δουλειά.  Αλλά όλοι αυτοί το κάνουν σε ένα είδος κινηματογράφου πειραματικό. Εγώ πηγαίνω να αφηγηθώ μέσα από την κλασική γραφή, γυρίζοντας βίντεο, λέγοντας ότι σημασία δεν έχει το μέσο, αλλά αυτό που έχεις να πεις.  

Τα πρώτα μου γυρίσματα έγιναν το Δεκέμβριο του 1995 και νομίζω ότι είμαι ίσως ο νεότερος σκηνοθέτης της Ελλάδας του 20ου αιώνα.  Ο Κούνδουρος που ήταν ο νεότερος, έκανε το «Δράκο» 26 χρόνων.  

Εσύ είσαι 25 όταν το γυρίζεις.

Επίσης είμαι κάποιος, ο οποίος δεν έχει κάνει βοηθός σε κάποιο μεγάλο σκηνοθέτη, δεν είναι στα συνδικάτα, δεν είναι τίποτα.  Είμαι ένας ηθοποιός που τότε είναι στο ξεκίνημά του και παίζει μικρούς ρόλους στην τηλεόραση και στο θέατρο.

Έρχομαι λοιπόν με μία ευρεσιτεχνία, που δεν είχα καταλάβει τι ανακάλυψα, πολλά χρόνια μετά συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει μία εφεύρεση.  Το μεγάλο κόστος τότε ήταν το φιλμ. Εγώ σκέφτηκα λοιπόν να τραβήξω με βίντεο, που ήταν πολύ φτηνό και μάλιστα τουριστικό βίντεο, κατόπιν να βάλω μία κάμερα 35mm μπροστά σε μία οθόνη και να το προβάλω στη μεγάλη οθόνη.  Το πρόβλημα ήταν ότι στις οθόνες φαινόταν η σάρωση. Τώρα πια με το digital δεν υπάρχει σάρωση, τότε υπήρχε. Σκέφτηκα να κάνω λίγο φλου, out of focus, soft την εικόνα. Οπότε να περάσω σαν άποψη ότι η εικόνα είναι soft, έτσι όπως έσβηναν και οι γραμμές στις άλλες οθόνες.

Η πρώτη μου ταινία έχει σαν θέμα κάτι το οποίο δεν το είχε διανοηθεί κανένας, έναν σκηνοθέτη, ο οποίος απλά θέλει να κάνει μία ταινία ολίγον τι τρελούτσικη, βαθιά ποιητική, αλλά χωρίς κανένα κοινωνικό μήνυμα.  Μόνο ποίηση, εμπνευσμένος μόνο από Tarkovsky κ.λπ. Η πρώτη μου ταινία έρχεται σαν έκρηξη στο ελληνικό σινεμά και θεματικά αλλά και σαν οικονομική πρόταση και ακόμα και σήμερα συνεχίζει να μου κάνει δώρα. Προβλήθηκε ήδη πανηγυρικά από το site biscotto, με τη χορηγία του Jameson.  

Γιάννης Μποσταντζόγλου, Ρένος Χαραλαμπιδης , Γιώργος Βουλτζάτης και Βάνα Πεφάνη σε μια σκηνή γιορτής από το No Budget Story

Πότε;

Στη Θεσσαλονίκη, το Φεβρουάριο.

Στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ;

Όχι στο Φεστιβάλ, σε ανεξάρτητη προβολή.  Μόνοι τους έκλεισαν τρομερή αίθουσα και το πρόβαλλαν για 1.000 άτομα.  Πέθανε η εποχή των φεστιβάλ.

Επειδή θαυμάζω και αγαπώ τον Ορέστη Ανδρεαδάκη και καταλαβαίνω το πόσο δυσκολεύεται να στήσει ζωντανό ένα θεσμό όπως είναι το φεστιβάλ, όπου τον 21ο αιώνα δεν υφίσταται πια.  

Με ποια έννοια το λες;  

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου ήταν ένας τόπος που πήγαινες να δεις ταινίες που δεν μπορούσες να δεις πουθενά αλλού ή να προωθήσεις την δουλειά σου.  Σήμερα, μέσα από την ψηφιακή τεχνολογία, μέσα από το διαδίκτυο και την πληροφόρηση, δεν έχει νόημα, η πληροφορία έχει φύγει μέσα από αυτό. Να σου θυμήσω ότι Φεστιβάλ στα αγγλικά σημαίνει πανηγύρι.  Φοβάμαι ότι τώρα υπάρχει ο κίνδυνος να γίνουν όλα αυτά κινηματογραφικές λέσχες, αυτό είναι μία κινηματογραφική λέσχη.

Ας πούμε στα 90s, που υπήρχε και ελληνικό τμήμα, ήταν ένα πανηγύρι.  Είναι δυνατόν στην Ελλάδα να μην υπάρχει ένα πανηγύρι ελληνικού κινηματογράφου;  

Με την καλή έννοια.

Ας απενοχοποιηθούμε, ακόμα και με την κακή έννοια.  Τι είναι το σινεμά, χειρουργείο πάμε να κάνουμε, ιατρική είναι;  Γλέντι είναι ο κινηματογράφος. Αν δεν υπάρχει γλέντι, πού πάμε ρε φίλε;  Σαν πολύ σοβαρά τα πήραμε τα πράγματα. Όχι, το σινεμά είναι κυρίως γλέντι, ξεκίνησε και γεννήθηκε ως γλέντι, με τον Μελιέ, με τον  Τσάπλιν. Βέβαια, άμα δεν υπάρχει γλέντι και συγκίνηση, δεν έχουμε τίποτα. Είναι intellectual, είναι διανοουμενίστικο, δεν τα πιστεύω τα φεστιβάλ.

Ρένος Χαραλαμπίδης και Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους σε μια αδεια Αθήνα στα “Φτηνά Τσιγάρα”

Θέλω να πάμε πίσω στο «No Budget Story» Kατ’ αρχήν υπάρχουν οι σκηνές με τους δύο μπράβους που σε απειλούν και μόλις πέφτει το τηλέφωνο από τον Τόλη, σου στέλνουν σοκολατάκια.

Εγώ βρίσκω πάντα κάτι χαριτωμένο στους ανθρώπους οι οποίοι παριστάνουν κάτι που δεν είναι, δεν τους αντιπαθώ.  Όπως ένας νταής, που δεν είναι νταής και παριστάνει τον νταή, εμένα μου φαίνεται πολύ χαριτωμένος. Αυτοί, λοιπόν, οι δύο τύποι που εισπράττουν ενοίκια για λογαριασμό μίας κυρίας,  τους θεωρώ στην ουσία πολύ χαριτωμένους και μπερδεμένους. Ξέρεις, στις ταινίες μου όλοι οι άνθρωποι είναι ενδιαφέροντες γιατί είναι μπερδεμένοι, κανείς δεν τα έχει ξεκάθαρα στο μυαλό του

Εμένα μου αρέσει η περιβόητη σκηνή με το Βουλτζάτη στο αυτοκίνητο.  Πώς γυρίσθηκε, για πες μου.

Κοίταξε, νομίζω ότι η δύναμη της σκηνής αυτής είναι ότι το αυτοκίνητο πηγαίνει πάρα πολύ αργά.  Το ότι πηγαίνει πολύ αργά δημιουργεί τεράστιο εκνευρισμό και εκεί φαίνεται το απροσδόκητο, και είναι και μεγάλη απειλή.  Δηλαδή πηγαίνει με 20 χιλιόμετρα σε μία κεντρική λεωφόρο.

Είναι απειλή για τον Ειρηναίο, είναι απειλή για τους έξω…

Γενικά αρχίζει να είναι μία ωρολογιακή βόμβα, η οποία ψάχνει την ευκαιρία για να ανατιναχτεί.  Ένα τέτοιο σκηνοθετικό εύρημα, να πηγαίνει αργά το αυτοκίνητο…, δηλαδή αν το αυτοκίνητο πήγαινε κανονικά δεν θα ήταν το ίδιο.  Δηλαδή ο Ειρηναίος, αν θέλει, μπορεί να ανοίξει την πόρτα και να πηδήξει. Δεν το κάνει όμως, γιατί φοβάται.

Παρόλο που τρέχει με 20.

Ναι, φοβάται, δηλαδή του προκαλεί έναν τρόμο.  Πηγαίνει αργά, συγκεντρώνεται στην οδήγηση.

Ξέρεις τι μου έκανε εντύπωση στο “No Budget Story”;  Κατά παράξενο τρόπο, είναι η μοναδική ταινία του ελληνικού κινηματογράφου που κατέγραψε τον ελληνικό κινηματογράφο, δηλαδή αντικείμενα του κινηματογράφου, έχει μέσα μία κάμερα προβολής Super 8, δεν έχω δει ποτέ ελληνική ταινία που να προβάλλεται Super 8, Μετά έχω μία προβολή σε ένα σεντόνι με μία Super 16, μετά έχω μία κουρδιστή Zenith, όλα αυτά είναι αντικείμενα τεχνολογίας του κινηματογράφου του 20ου αιώνα, τα οποία χάθηκαν για πάντα, ανεπαισθήτως, όπως θα έλεγε ο Καβάφης.  Κάποιος παρατηρητικός δηλαδή βλέπει την τεχνολογία του 20ου αιώνα στον κινηματογράφο και στην ταινία, τη γραφομηχανή, που δεν υπάρχουν πια γραφομηχανές. Δεν υπάρχουν κινητά τηλέφωνα στο “No Budget Story”.  Από το σταθερό τηλέφωνο στο περίπτερο τηλεφωνεί έξω από την «Αλέκα» στου Ζωγράφου. Πάντα υπάρχει ένας τηλεφωνικός θάλαμος στις ταινίες μου.

Η σκηνή με τα χρυσόψαρα στα “Φτηνά Τσιγάρα”

Στις ταινίες έχεις κλασσικές παρέες, όπως ο Μποστατζόγλου, ο Βουλτάτζης. Όλοι αυτοί επαναφέρονται στις ταινίες σου.

Είναι σαν να έχω ένα θίασο, οι τέσσερις πρώτες ταινίες μου όντως έχουν ένα θίασο, ο οποίος μπαίνει-βγαίνει, μπαίνει-βγαίνει, είναι οι φίλοι μου που με εμπνέουν και γράφω επάνω τους.  Νιώθω λίγο σαν να είναι το προσωπικό μου ensemble, ο προσωπικός μου θίασος. Οι ηθοποιοί είναι οι μούσες μου και με εμπνέουν και τους εμπνέω, υπάρχει μία σχέση γενναιοδωρίας μεταξύ μας. Αλλά ο χρόνος φέρεται πολύ καλά στον κινηματογράφο, ξέρεις τι ωραίο που είναι να μην ξεχνιούνται οι ταινίες;  Ή τι ωραίο είναι να διαπιστώνεις 20 χρόνια μετά ότι όχι μόνο κάποιος την είχε δει κάποτε, αλλά ότι συνεχίζει να τη βλέπει με μανία, τι σου λέει αυτό; Αυτό είναι το μεγαλύτερο βραβείο που μπορεί να πάρει ένας καλλιτέχνης, που είναι η νίκη με το χρόνο.

Υπάρχει μια σκηνή που επαναλαμβάνεται και «Στην Καρδιά του Κτήνους». Είναι εκείνη που σου την πέφτει μία γυναίκα, με αναφορά στους Εσκιμώους και πάντα είναι δώρο από τον μαφιόζο.  Τι σημαίνει αυτό για εσένα;

Νομίζω, καταρχήν, ότι είναι μία παγκόσμια πρωτοτυπία, δεν έχει ξαναγίνει κάπου να γυριστεί μία σκηνή δύο φορές.  Έχει τόσο ενδιαφέρον να λες το ίδιο πράγμα, σε διαφορετική χρονική στιγμή και με διαφορετικούς ανθρώπους, είναι άλλη ιστορία, και αυτό είναι ένα κομμάτι της σχέσης των ταινιών μου με το χρόνο.  

Kαι μετά έρχονται τα «Φτηνά Τσιγάρα».   Πώς ξεκινάς να δεις στο μυαλό σου την ταινία;

Το 1997 , εμφανίζομαι με το «No Budget Story» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1997, σε μία αποθεωτική πρώτη προβολή, όπου τους πιάνω όλους στον ύπνο, έχω προσπεράσει τους πάντες από τον παράδρομο και είμαι μπροστά τους.  Κερδίζω κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, κερδίζω το εξωτερικό βραβείο Παγκόσμιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, υπάρχει μια πολύ ωραία κριτική από το Variety, η οποία γράφει «η μοναχική περίπτωση ενός σκηνοθέτη εκτός δρόμου» και προετοιμάζομαι για τη δεύτερη ταινία μου.

Εκεί, λοιπόν, αποφασίζω να παραμείνω τολμηρός, αποφασίζω να κάνω μία ταινία σαν τα «Φτηνά Τσιγάρα» που θυμίζει κομφετί από απόκριες μέσα στο καλοκαίρι.  Αποφασίζω να κάνω πραγματικά μία επόμενη πειραματική ταινία γεμάτη λυρισμό, είναι η μοναδική ταινία στο ελληνικό σινεμά όπου υπάρχει απαγγελία ποιήματος του Εμπειρίκου για ενάμισι λεπτό, όπου το λέω ολόκληρο.  Ενάμισι λεπτό σκηνή απαγγέλει ποίηση. Επίσης είναι το μεγαλύτερο φιλί που υπάρχει σίγουρα στον ελληνικό κινηματογράφο –μπορεί και στον παγκόσμιο– το φιλί του τέλους με την Παπαχαραλάμπους. Ξεκινώ δηλαδή με δύο ρεκόρ και φθάνω σε μία ταινία πραγματικά παράξενη που προβάλλεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και περνά ολικά απαρατήρητη.  

Κάποια στιγμή θα είχε πολύ ενδιαφέρον, , να πάρει κάποιος δημοσιογράφος τηλέφωνο όλους τους κριτικούς που έγραφαν τότε και να τους πει «Καλημέρα σας, κάνω μία έρευνα για τα «Φτηνά Τσιγάρα» και διάβασα την κριτική σας. Μπορείτε να μου πείτε δύο λόγια σήμερα;»  Αυτή θα ήταν μία πολύ προβοκατόρικη συνέντευξη.

Η τελική σκηνή με το μεγαλύτερο φιλί

Τι έγραφαν τότε;

Από χλιαρές, κακές και μία καλούτσικη.  Αυτό ήταν, έπεται και τέλος. Και όλο το θαύμα έγινε από το YouTube.  Γίνεται η ψηφιακή επανάσταση και ανακαλύπτεται η ταινία από το YouTube.  Είναι παράξενη δικαιοσύνη και οι ταινίες που θριαμβεύουν εκείνη την εποχή χάνονται στο σκοτεινό πηγάδι της ιστορίας και τα «Φτηνά Τσιγάρα» σαν να πιάνονται από ένα μπαλόνι και ανεβαίνουν στον ουρανό

Μέχρι τότε κανείς δεν έχει κάνει την Αθήνα το καλοκαίρι άδεια. Μετά βγήκε το «Δεκαπενταύγουστος».

Μην ξεχνάμε μερικά πράγματα, η Αθήνα το 1999 ήταν μία πόλη που όλη τη μισούσαν, τέρας την ανέβαζαν, τέρας την κατέβαζαν.  Είμαστε στο 1999 και αποφασίζω εγώ να την υπερασπιστώ.

Εγώ πιστεύω ότι με αυτό και το “No Budget Story” είσαι ο ποιητής, ο σκηνοθέτης της Αθήνας.

Την υπερασπίζεται την Αθήνα, είναι μία ποιητική Αθήνα.  Της Αθήνας που όλοι μίσησαν.

Τι σημαίνει τότε για εσένα η Αθήνα;

Για εμένα η Αθήνα ήταν μία πόλη μαγική, μία πόλη που εάν ήξερες να ψιθυρίσεις το ξόρκι, μεταμορφωνόταν σε καλλονή.  Το ξόρκι ήταν ποίηση, έπεφτε η ποιητική χρυσόσκονη επάνω στην πόλη και όλα άλλαζαν. Δεν μπορείς να μην είσαι ποιητής σε μία πόλη που υπάρχει το πρώτο θέατρο, που ανέβηκαν όλα τα κλασσικά έργα και να μπορείς να πας να το δεις με τα πόδια.  Δεν μπορεί να μην είσαι ποιητής σε μία πόλη που κάθε άνοιξη οι νεραντζιές μοσχοβολούν στο κέντρο της Αθήνας, που αν κάνεις λίγο ησυχία τον Αύγουστο ακούς τα τζιτζίκια. Στα «Φτηνά Τσιγάρα» συνειδητοποίησα ότι τα ξημερώματα στην Ακαδημίας υπάρχουν αηδόνια.

Τότε, τώρα δεν ξέρω.

Και τώρα, τώρα υπάρχουν και αηδόνια και παπαγάλοι, πάρα πολλοί παπαγάλοι.  Η Αθήνα είναι η πόλη των ελεύθερων πουλιών, νομίζω η πόλη στον πλανήτη που μπορεί να είμαστε τα πιο πολλά ελεύθερα πουλιά.

Θέλω να μου πεις πώς έστησες την αγαπημένη μου σκηνή με τα χρυσόψαρα.

Εγώ τότε δεν είχα μηχανή, πήγαινα με τα πόδια και αγαπούσα τα μεταφορικά μέσα και ακόμα τα αγαπώ.  Ειδικά, μου αρέσουν όταν είναι άδεια, όταν πετύχαινα ένα τρόλεϊ άδειο και ήμουν μόνο εγώ, ένα λεωφορείο άδειο, ένα σταθμό όπου ήμουν μόνο εγώ, τότε ένιωθα ότι αυτό είναι μία ποιητική στιγμή.  Βέβαια, μάλλον μόνο εγώ το ένιωθα, γιατί οι περισσότεροι το έβλεπαν σαν ταλαιπωρία. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι τα μεγάλα ταξίδια γίνονται μόνο με τα μεταφορικά μέσα, μέσα στην ίδια μας την πόλη.

Να πω κάτι λίγο αλλόκοτο, αλλά έτσι ήταν, ήταν μία καθαρά σουρεαλιστική σκέψη.  Τα χρυσόψαρα, για εμένα, συμβόλιζαν τον κόσμο, περιορισμένο και κλειστό. Όταν πάρεις έναν τόσο περιορισμένο και κλειστό κόσμο και τον βάλεις σε ένα απροσδόκητο περιβάλλον, είναι μαγεία και τα πουλιά μέσα στο τρόλεϊ.  Δηλαδή αυτό ήθελε να πει και στο τέλος, όλο το νόημα της ταινίας είναι ότι συνέθεσε με φαντασία συντηρητικά πράγματα και θα φτιάξεις κάτι πρωτοποριακό. Το χρυσόψαρο ήταν πολύ συντηρητικό, αν το βάλεις όμως σε ένα τρόλεϊ, δεν είναι.

Πως βλέπεις τις πρώτες αυτές ταινίες σήμερα;

Κατάλαβα ότι έκανα ταινίες για να τις δουν μετά από είκοσι χρόνια.  Οι δύο πρώτες μου ταινίες, το “No Budget Story” και τα «Φτηνά Τσιγάρα» είναι ταινίες που μπήκαν στο μπουκάλι μέσα στο κενό του χρόνου, για να τις βρει το κοινό μετά από είκοσι χρόνια.  Ευτυχώς, το μπουκάλι έφτασε σε ακτή που υπήρχε παραλήπτης.

Μοιραστείτε