ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
28 November, 2020
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΟ Γιώργος Θεοτοκάς και η «εθνική συνείδηση»

Ο Γιώργος Θεοτοκάς και η «εθνική συνείδηση»

Εισαγωγή – επιμέλεια Σπύρος Δημητρίου 

Σήμερα 30 Οκτωβρίου 1966 επέτειος της αποδημίας του «Ελεύθερου Πνεύματος» των ελληνικών γραμμάτων του Γιώργου Θεοτοκά. Εξέφρασε την γενιά του Τριάντα με τον καλύτερο τρόπο ως πένα μα κι ως αισθητικό ρεύμα.

Δίκαια, λοιπόν, αναφέρεται ως ο «θεωρητικός» αυτής της γενιάς, μια γενια που συνέβαλε τα μέγιστα σε όλες τις μορφές της λογοτεχνίας μας, χαράσσοντας ανεξίτηλα τα ελληνικά γράμματα τον περασμένο αιώνα και όχι μόνο.

Πάνω τους πάτησαν δυο και τρείς γενιές του πνεύματος, πριν μπούμε στην ατέρμονη περιδίνηση του μεταμοντερνισμού, της νεωτερικότητας, του α-λογου και του παράλογου.

Το Δεκέμβριο του 1986, είκοσι χρόνια από τον θάνατό του, το περιοδικό «ΕΘΥΝΗ» στη σειρά του «ΤΕΤΡΑΔΙΑ» εξέδωσε ένα αφιερωματικό τόμο αρ. 26, με τίτλο : «Οδοιπορία του Γιώργου Θεοτοκά», με σπουδαία κείμενα για το συγγραφέα της «Αργώς».

Η “Γενιά του 30″ φωτογραφημένη στο σπίτι του Γιώργου Θεοτοκά το 1962. Από αριστερά όρθιοι: Θανάσης Πετσάλης, Ηλίας Βενέζης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σεφέρης, Αντρέας Καραντώνης, Στέλιος Ξεφλούδας, Γιώργος Θεοτοκάς. Καθισμένοι: Άγγελος Τερζάκης, Κώστας Δημαράς, Γιώργος Κατσίμπαλης, Κοσμάς Πολίτης και Ανδρέας Εμπειρίκος.

Προλογίζοντας αυτό το πόνημα το περιοδικό, γράφει ενδεικτικά : «Μέσα, στην αιθάλη των καιρών μας που σκεπάζει ολόκληρη τη νεοελληνική κοινωνία, και την υψηλή περιοχή των Γραμμάτων μας, ο Θεοτοκάς στέκεται φωτεινός εκφραστής των ιδανικών, των θέσεων και των προσδοκιών της μεγάλης “Γενιάς του 30”, αλλά συγχρόνως και μάρτυρας της ευγένειας του πνεύματος που αποκαλύπτει όχι μόνο την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, αλλά και την βαθύτερη ουσία της λογοτεχνικής δημιουργίας. Φιλελεύθερος και απροκατάληπτος, γενναιόκαρδος και πάντοτε μελαγχολικά εγκάρδιος, εχάραξε μια φωτεινή γραμμή βαθιά μέσα στην νεοελληνική πραγματικότητα και σημάδεψε με την παρουσία του τον κόσμο μας».

Ένα από αυτά τα σπουδαία κείμενα με τίτλο : «Ο Γιώργος Θεοτοκάς και η «εθνική συνείδηση», του αείμνηστου Παναγιώτη Φωτέα μας προτρέπει να ξανά σταθούμε σήμερα σ’ αυτό το γραπτό όχι μόνο για να δούμε ποιος ήταν ο Γιώργος Θεοτοκάς αλλά πιο πολύ για το τι νοηματοδοτούσε το έργο του για την Ελλάδα, σε μια εποχή που βιώνουμε τις αναταράξεις της περιδίνησης που αναφέραμε πιο πάνω, για την «εθνική μας συνείδηση» που κινδυνεύει να χάσει την ιδιοπροσωπία της στο βωμό της παγκοσμιοποίησης.

Ας διαβάσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα απ’ την πένα του Π. Φωτέα για τον Γ. Θεοτοκά:

«Αν προσπαθήσουμε να ορίσουμε τον Γιώργο Θεοτοκά με δυο λέξεις, στο χώρο των ιδεών, δεν θα απείχαμε από την αλήθεια αν τον αποκαλούσαμε ήπιο μαχητή. Αφήνουμε σ’ αυτή την ιχνογράφηση έξω το μυθιστορηματικό, το αφηγηματικό, το θεατρικό και το άλλο λογοτεχνικό του έργο, περιοριζόμενοι στις ιδέες του, που όμως, αντανακλώνται σ’ όλη την έκταση του πολύπλευρου έργου του.

Ήδη, ίσως, οι πρώτες αυτές γραμμές να έχουν δημιουργήσει μιαν απορία. Πως είναι δυνατόν ο συνδυασμός ηπιότητας και μαχητικότητας, που δικαιώνει τον προηγούμενο χαρακτηρισμό; Αυτό ακριβώς είναι και το ξεχωριστό στοιχείο στην πνευματική προσωπικότητα του Θεοτοκά, πέρα από το δημιουργικό του ταλέντο. Η μαχητικότητά του, ισοδυναμεί με μιαν ατράνταχτη σταθερότητα, όμοια με κείνη μερικών λείων βράχων, που στέκονται αταλάντευτοι, δεσπόζοντας σ’ ένα γαλήνιο και γαλανό τοπίο.

Μια τέτοια εικόνα θα απέδιδε, ίσως, και την συνείδηση του Ελληνισμού, όπως τη βίωσε ο Θεοτοκάς. Ο συγγραφέας της «Πνευματικής Πορείας», προσπάθησε, στη σχετικά μικρή ζωή του, να είναι ένας Έλλην της αναζήτησης και του μέτρου. Και όσο η αναζήτηση(ένα πάθος που διατρέχει ολόκληρη τη γενηά του Τριάντα) εντείνεται, εντείνεται και βαθαίνει, άλλο τόσο και η επιδίωξη του μέτρου είναι κατεξοχή μέριμνα του Θεοτοκά.

«Όταν μιλούμε σήμερα για ελληνική παράδοση, γράφει στο δοκίμιό του «εθνική συνείδηση», βάζουμε στο νου μια πνευματική και ηθική εξέλιξη μακρόσυρτη και πολυποίκιλη με πλήθος διακλαδώσεις που μπλέκονται αναμεταξύ τους και συχνά αντιστρατεύονται η μια την άλλη, μα δημιουργούν ωστόσο ένα σύνολο ενιαίο, με θαυμαστό πλούτο μορφών».(Πνευματική Πορεία, Εκδ. Φέξη, σελ 54 επ.)

Αυτό και μόνο το εισαγωγικό χωρίο δίνει συμπυκνωμένη με δύναμη και σαφήνεια, όλη την ουσία της εθνικής συνείδησης που είναι, τελικά, ομώνυμη με την παράδοσή μας. Ή τουλάχιστον, τον τρόπο που την αισθάνεται ο Θεοτοκάς. Έτσι, τα στοιχεί της παράδοσης όπως, βιωμένα και συλλογικά μετατρέπονται σε εθνική συνείδηση, είναι η διάρκεια, η ποικιλία, η αλληλεπίδραση και ο πλούτος των μορφών…

…Δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ, εξετάζοντας τον Θεοτοκά, τη προέλευσή του. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, μεγαλωμένος στη Χίο και εγκατεστημένος πολύ νωρίς στην Αθήνα, δέχεται γρήγορα μέσα του τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις, τον «καυμό της ρωμιοσύνης» και τις πρόσκαιρες συνθέσεις του. Αυτός ο ακριτικός αιγαιοπελαγίτης, που σφραγίζεται έντονα, όπως όλοι της γενιάς του, από την Μεγάλη Συμφορά του ’22, που ζει, όπως ο Σεφέρης, την απώλεια των πατρίδων της άλλης όχθης του Αρχιπελάγους σαν «απώθηση» και σαν διαρκές πένθος, ζει, επίσης, στο βαθύτατο περιεχόμενό τους το Γένος, το Έθνος, αλλά και την τραγωδία του «κρατιδίου».

Κι’ όπως αναστρέφεται τις νομικές και πολιτικές επιστήμες που του αποκαλύπτουν τους κρυφούς μηχανισμούς της κοινωνικής ζωής, κι όπως έρχεται νέος σε επαφή με τα ρεύματα ειδικά τα αισθητικά, λόγω των σπουδών του στην Αγγλία και στην Γαλλία, γίνεται συνθετικός – αντιακραίος.

Με την ιδεολογία του Γένους, που, εξελισσόμενη, σημαίνει την βεβαίωση των ιδιαιτεροτήτων μας, την ορθόδοξη και γλωσσική παράδοσή μας και το σύνολο των λαικών μας θεσμών, με κυριότερο τον κοινοτισμό, ο Θεοτοκάς πιστεύει ότι εξασφαλίζεται η αρματωσιά για ανοίξομε τα φτερά μας προς την «Εσπερία». Όχι για να «φραγκέψουμε», αλλά για να συνθέσουμε σ’ αυτό το σταυροδρόμι – «στο δίχαλο του δρόμου»- τις παραδόσεις μας και την ιδιοτυπία μας, με την Ευρώπη. Αυτά βέβαια πρέπει να τα κατοχυρώνει και να τα μεταδίδει η παιδεία μας, ως η νέα Μεγάλη μας Ιδέα….

..Καίριο χαρακτηριστικό του Θεοτοκά, ίσως πολύ περισσότερο από άλλων της γενηάς του, που αποβαίνει ο «θεωρητικός» της με το νεανικό «Ελεύθερο Πνεύμα» του, είναι η αναγωγή του στον ευρύτερο Ελληνισμό και τις μικρότητές του, όπως εκφράζονται από το κράτος των Αθηνών και περιχώρων. Ο πλατύς ελληνισμός έχει στέρεα βάθρα και ακμαία κριτήρια ζωής, αρνείται την αγχώδη αγωνία της ματαιότητας, είναι ξελαμπικαρισμένος σαν τις θάλασσες της πατρίδας. Είναι αντιουτοπικός και αντιμηδενιστής.

Ο ελληνισμός, ειδικά της διασποράς και των κοινοτήτων, είναι πρακτικός, στηριγμένος στα δεδομένα της ζωής. Αγαπά τα βελτιωτικά έργα που σμίγουν αβίαστα με τη φυσική ομορφιά. Η δε ελληνική παιδεία στην αυθεντική μορφή της, ταυτίζει ελευθερία και κάλλος. Ο Κωνσταντίνος Άμαντος, πέρα από εκείνο που ήταν, «μιλούσε, καθώς γράφει ο Θεοτοκάς, για γεωργία, για κτηνοτροφία, για δεντροφύτευση. Γυρνούσε συνεχώς α’ αυτό το σημείο: να φυτευτούνε δέντρα, περισσότερα δέντρα. Δεν ξεχνούσε τα γυμνά βουνά της Χίου, τη δύσκολη ζωή των χωριανών του» (Πνευματική Πορεία σελ. 295). Αυτή η εικόνα του σοφού δασκάλου που ανεβαίνει με την επιστημονική του έρευνα στις «πηγές», αλλά ταυτόχρονα αγαπά τα βαθύρριζα δέντρα της γης μας αποδίδει άριστα τον ελληνισμό του Θεοτοκά.

Ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ρήγας Φεραίος υποβαστάζουν την Ελλάδα. Έργο του Θεόφιλου

Η ενσωμάτωση της παράδοσης, του ’21, της ορθόδοξης και παλαιότερης, καθώς και του Διαφωτισμού μέσα σε ελληνικό πνευματικό χυτήριο, δημιουργεί εθνικούς ανθρώπους, όπως ο Ρήγας, ο Κοραής, ο Σολωμός και ο Παλαμάς, ο Σικελιανός και ο Καβάφης, ο Παπαδιαμάντης και ο Καζαντζάκης, ο Δραγούμης και ο Παπαναστασίου, ο Τριανταφυλλίδης, η Σπανούδη, ο Μακρυγιάννης και ο αναστηλωτής του Βλαχογιάννης ή ακόμη καλύτερα, ο Καποδίστριας, ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος.

Ο Θεοτοκάς θεωρεί τον ελληνισμό μια ασταμάτητη ροή, που πλουτίζει και πλουτίζεται, που αφομοιώνει, χωρίς να αφομοιώνεται. Έχει μεγάλη πεποίθηση σ’ αυτή την ικανότητα του Ελληνισμού, γι’ αυτό δεν είναι ξενόφοβος. Πιστεύει δε, ότι οι δυνατότητες των ανθρώπων που δημιουργεί η Ελλάδα, μπορεί να αναδειχθούν οπουδήποτε στον Κόσμο. Ο φόβος του, προέρχεται πάντοτε όχι από την τρικυμία της αναζήτησης και της τόλμης. Αλλά από την εκτροπή – την αντιστροφή – των εθνικών προτερημάτων μας, που απολήγουν στην απερισκεψία, στην σπασμωδικότητα, στην ακαρπία των πολιτικών διαμαχών και, τελικά, σε διχασμούς και πτώσεις.

Ο συγγραφέας της «Αργώς» αυτής της σπαραχτικής καταγραφής των άγουρων χρόνων και των ευγενών ονείρων, στο πλαίσιο του ταραγμένου μεσοπολέμου, αναζητεί διαρκώς τι είναι αυτό που λείπει στον τόπο μας, αυτό που κολοβώνει την εθνική μας συνείδηση, θολώνει τη ματιά μας και μας καταβαραθρώνει.

Όπως ο ίδιος εξιστορεί, σε μια συνάντησή του με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, το ρώτησε: «Τι είναι αυτό που λείπει στον τόπο μας, κύριε Πρόεδρε; Γιατί είναι φανερό ότι μας λείπει κάτι βασικό. Εκείνος αποκρίθηκε αδίσταχτα – η σκέψη….»(Πνευματική Πορεία, σελ. 292)…»

“ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑ. ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΌΝΙΑ ΑΠΌ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΥΘΥΝΗ ΑΘΗΝΑ 1986 ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ «ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ.

Μοιραστείτε