ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
28 May, 2018
ΚεντρικήΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣΟσκαρς 2018: Ο Σπίλμπεργκ εξυμνεί την αλαζονεία των ελιτίστικων ΜΜΕ Μέρος Β!

Οσκαρς 2018: Ο Σπίλμπεργκ εξυμνεί την αλαζονεία των ελιτίστικων ΜΜΕ Μέρος Β!

Με ευκαιρία την κούρσα των Όσκαρς συνεχίζουμε με το δεύτερο μέρος μιας καλλιτεχνικής και πολιτικής κριτικής/ ανάλυσης της «Βίβλου»  των  παραδοσιοκρατών της Αμερικής , National Review για το «The Post: Απόρρητα Μυστικά» του Σπίλμπεργκ και της αληθινής ιστορίας που την ενέπνευσε.

Σε αυτήν ο Σπίλμπεργκ εξυμνεί δουλικά τις ρίζες τόσο των ελιστίστικων ΜΜΕ που με την αλαζόνία τους θέλουν να μας σώσουν από την ψήφο μας (Brexit, Τραμπ, “ΟΧΙ “σε δημοψηφίσματα) αλλά και των κινημάτων κοινωνικής δικασοσύνης (Black Lives Matter, MeToo)που με την πολιτική ορθότητα και την βία αποτελούν κίνδυνο για την ελευθερία του λόγου.

Κριτική του Αρμοντ Γουάιτ για το National Review

Το  «The Post: Απαγορευμένα Μυστικά» είναι μια αλαζονική ταινία  για μεσοαστούς που παριστάνει ότι ασπάζεται τις αξίες του απλού ανθρώπου. Η Καίη Γκράχαμ και ο Μπέν Μπράντλεϋ είναι αριστοκράτες. Ξοδεύουν λίγο χρόνο για να συζητήσουν την ηθική του whistleblowing (= αποκάλυψη κρατικών μυστικών, τύπου Σνόουντεν) η το να το συνδέουν  με την οικογένεια η την επιχείρηση τους (όπου η απιστία δύσκολα γίνεται αποδεκτή). Αλλά όντως ανταγωνίζονται και συνωμοτούν μαζί με τους «Νιου Γιορκ Τάιμς» και καθότι αφεντικά των μέσων ενημέρωσης, η αντίθεση τους στον πόλεμο του Βιετνάμ δεν είναι απλώς δημοσιογραφία, αλλά μια πράξη, όπου η ευγένεια υποχρεώνει. Επειδή τα υπεξαιρεμένα έγγραφα αποδείκνυαν ότι η κυβέρνηση είχε χάσει την εμπιστοσύνη της σχετικά με τον πόλεμο, το να δημοσιεύσουν, κόντρα στην πίεση από τον Λευκό Οίκο του Ρίτσαρντ Νίξον, γίνεται δικαιολογία για όποια ανήθικη, ιδιοτελή πράξη.  («Τι θα συμβεί στην καλή φήμη αυτής της εφημερίδας, αν καθυστερήσουμε να κάνουμε κάτι για αυτό;» )

Ο τρόπος με τον οποίο, ο Σπίλμπεργκ κινηματογραφεί τον Χανκς και την Στρηπ ως ήρωες, με τα πρόσωπα τους γεμάτα καταπόνηση από την ενάρετη απασχόληση τους– η περηφάνια του σκληρού τύπου και η δειλία της πλούσιας κυρίας – δεν έχει να κάνει με την ελευθερία του τύπου. Είναι το μεγαλύτερο σύμβολο της προοδευτικής συμμαχίας Χόλλυγουντ και πολιτικών της Ουάσινκτον. (Μια σημείωση κινηματογραφικής ιστορίας: Η σύγκρουση Στρηπ και Τομ Κρούζ ως δημοσιογράφος και πολιτικός αντίστοιχα στην διάρκεια του Πόλεμου του Ιράκ στο «Λέοντες αντί αμνών» του Ρέντφορντ προσέφερε μια βαθύτερη φιλοσοφική διαμάχη από οτιδήποτε υπάρχει εδώ). Δεν υπάρχει κανένας υφιστάμενος που να έχει αντιρρήσεις σε αυτό που κάνουν οι Γκράχαμ και Μπράντλη. Η ταινία απεικονίζει μια τάξη των μέσων ενημέρωση ενωμένη με τις κοινωνικές ελίτ της Ουάσινκτον, μεσολαβητές εξουσίας που όλοι τους σκέπτονται το ίδιο (υπαινισσόμενος έτσι ότι το κοινό θα πρέπει να σκέφτεται όπως θα το εκπαιδεύσουν τα ΜΜΕ).

Η Μέρυλ Στρηπ και η αληθινή Κάθριν Γκράχαμ

Αυτοί οι υψηλόμισθοι της δημοσιογραφίας σοκάρονται με αυτό που αποκαλύπτουν τα «Έγγραφα του Πενταγώνου» («Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ πριν. Όχι από την εποχή της Αμερικάνικης Επανάστασης») Αλλά το σόκ τους ποτέ δεν τους οδηγεί σε μια αυτοανάλυση για το καθήκον τους ως πολίτες.

Η μετατροπή τους από σωστούς επαγγελματίες σε ακτιβιστές τους απαλλάσσει από την ευθύνη απέναντι στην πατρίδα.  Συγκρίνετε τους με τους χαρακτήρες στον «Αντιρρησία Συνείδησης» του Μελ Γκίμπσον, που ζούνε τα δύσκολα ηθικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι αντιρρησίες συνείδησης. Η πολτοποίηση της συνείδησης και ο εγωισμός που υπάρχει στο «The Post: Απόρρητα Μυστικά» απλώς μετατρέπει σε είδωλα τους Γκραχαμ και Μπράντλη καθώς εισάγουν την προσπάθεια ανατροπής της κυβέρνησης ως συστατικό της δημοσιογραφίας. Δεν είναι άτοπο να πει κανείς ότι ακριβώς τότε ήταν που πέθανε το επάγγελμα της δημοσιογραφίας και μαζί της ο αμερικάνικος οπτιμισμός.  

Η δειλή εκδότρια και ο αποφαστικός εκδότης: ελιτιστές και όχι ήρωες της δημοκρατίας.

Οι θεατές που έχουν τα μάτια τους ορθάνοικτα πρέπει να δουν μέσα από την προοπτική του Σπίλμπεργκ που θαυμάζει τους ήρωες του και να την αναγνωρίσουν για αυτό που είναι: κρίση μιας κοινωνικής τάξης. Άθελα του μας δείχνει την αλαζονεία των αστών δημοσιογράφων που νοιώθουν ανώτεροι από τους αναγνώστες τους και το θέμα που καλύπτουν. Ο Σπίλμπεργκ δίνει αξία σε αυτήν την αλαζονεία χωρίς να εξετάσει το προνόμιο που είναι τόσο προφανές στην τελευταία κίνηση του να γράψει κανείς σημείωμα εκδότη σε νέα που θα είναι αυστηρά βασισμένα σε γεγονότα.

Το «The Post: Απόρρητα Μυστικά» παρουσιάζει τους δημοσιογράφους ως σωτήρες μας του οποίου η εξουσία είναι εγγυημένη από την κοινωνική τους θέση και μόνο: τα λεφτά της Καίη Γκράχαμ και η εξουσιοδότηση του Μπέν Μπράντλεύ ως εκδότης. Κανενός εκ των δύο ανθρώπων – συμβόλων, δεν αμφισβητείται η κρίση. Απλώς ο Σπίλμπεργκ κοιτά πίσω γεμάτος δέος. Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι στερούνται πνευματικότητος με τον ίδιο τρόπο που στερείτο ο Λίνκολν του. Η απλοϊκή απογοήτευση από τους μη τίμιους πολιτικούς (Ο Μπρούς Γκρήνγουντ παίζει ένα μεταμελημένο Ρόμπερτ Μακ Ναμάρα) είναι το τέχνασμα του Σπίλμπεργκ όπου προσπαθεί να κάνει οικείους την ελίτ της Ουάσινκτον—  ο πάγκος όπου η κόρη του Μπράντλεϋ πουλάει λεμονάδες και τα σάντουιτς με γαλοπούλα με τα οποία περιποιείται τους δημοσιογράφους η γυναίκα του που βγάζει ωραίους λόγους όταν όλοι τους δουλεύουν υπερωρίες.

Ο ρόλος της Στρηπ έχει κάτι από την αλαζονία της Κλίντον προς τον καθημερινό άνθρωπο.

Αυτός ο ανέμελος  σνομπισμός της τάξης τους είναι το χειρότερο  ελάττωμα της ταινίας – ένα μάθημα στο ολοένα μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των ιδεολογικών προσταγμάτων των μαίηνστρημ ενημέρωσης και τις αληθινές ζωές και τα καλύτερα συμφέροντα του λαϊκού ακροατηρίου του. Ο Σπήλμπεργκ, που παλιά ήταν ο μεγάλος παλιομοδίτικος δημιουργός της Αμερικής, σπαταλά το δυναμικό μιας τέτοιας αφήγησης. Μήπως τα ιδιωτικά δείπνα του με τον Ομπάμα έχουν διαφθείρει το όραμα του;

Ορίστε μια δόση από την πιο ανέντιμη κινηματογραφική δημιουργία στην καρριέρα του Σπίλμπεργκ. Μαύροι και γυναίκες έχουν στρατηγικά τοποθετηθεί σχεδόν σε (αλλά όχι στο διοικητικό συμβούλιο της «Ουάσινκτον Πόστ» – κάτι που θυμίζει το «Spotlight: Όλα στο φως»). Η ιστορία είναι  γραμμένη στο πόδι, θυμίζει πολύ τηλεοπτική ταινία, χωρίς όμως τη επιτακτικότητα μιας αποκάλυψης που χρειάζεται να φανεί επί της οθόνης για να πιάσει μια σημαντική πολιτική στιγμή.

Ο Σπήλμπεργκ ποτέ δεν είχε την ταμπλόιντ ιδιοφυία του μάστορα  ταινιών δευτέρας διαλογής (B- movies) επιστημονικής φαντασίας με αστυνομική πλοκή, Λάρρυ Κοέν (σεναριογράφου επίσης του Phone Booth του Τζόελ Σουμάχερ) και έχει χάσει το αίσθημα να συλλαμβάνει το πνεύμα της εποχής που ξαναανακάλυψε ο Μορρίσεϋ.  Αντίθετα, η ταινία πηδάει σε ένα φεμινιστικό αυτό-οίκτο. H Στρηπ παίζει με τον απεχθέστερο τρόπο την δήθεν «μετριοπαθή» και «μαζεμένη»  Γκράχαμ, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο επιβάλει κυρώσεις στην «Ουάσινκτον Πόστ» για την ανυπακοή της στην προσπάθεια του Προέδρου Νίξον να εμποδίσει την δημοσίευση των απόρρητων εγγράφων. Σου προκαλεί να μορφάσεις από ντροπή όταν βλέπεις την Στρηπ να κατεβαίνει με μεγαλειώδη κίνηση τα σκαλιά του Ανώτατου Δικαστηρίου με το φως του ήλιου να την φωτίζει, την στιγμή που ένα τσούρμο την κοιτάζουν με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, λες και ήταν η προσωποποίηση της Χίλαρυ Κλίντον.

Ο Mάθιου Ράις ως Ντάνιελ Έλσμπεργκ και ο Μπράντλεύ Γουίτφορντ ως Ρόμπερτ Μακ Ναμάρα

Τότε το «The Post: Απόρρητα Μυστική» μετατρέπεται από αγιογραφία σε μαστροπεία. Ένας ρεπόρτερ της «Ποστ» διαβάζει την δουλική άποψη του Δικαστή Ούγκο Μπλάκ για την απόφαση του Δικαστηρίου: «Οι Πατέρες του Έθνους έδωσαν στον ελεύθερο τύπο την προστασία που πρέπει να έχει για να εκπληρώσει τον αναγκαίο ρόλο στην δημοκρατία μας. Ο τύπος δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τους κυβερνόμενους, όχι τους κυβερνήτες».

Το απαρχαιωμένο διπλό σύστημα του Μπλακ έχει δώσει την ευκαιρία στον Σπίλμπεργκ την πραγματοποίηση της λιγότερο αξιόπιστης φαντασίωσης, το οποίο μας φέρνει πίσω στην μεγάλη προειδοποίηση του Μορρίσεϋ: η εξύμνηση  της ταινίας στα θεμέλια του «μήνστρημ» δημοσιογραφίας (σ.μ  λογοπαίγνιο του Μορρίσεϋ του όρου μαίηνστρημ που σημαίνει κυρίως ρεύμα, το οποίο αποκαλεί κακόβουλο ρεύμα) είναι σχεδιασμένο ώστε να σε κάνει να προσκυνήσεις το Χόλλυγουντ, τους πολιτικούς της Ουάσινκτον και τις ελίτ της δημοσιογραφίας, να σε κάνει να σκεφθείς ότι νοιάζονται για σένα. Ο Σπίλμπεργκ αγνοεί ότι σήμερα ο τύπος δουλεύει προς την αντίθετη κατεύθυνση με την σταθερές, θρασείς και αναίσχυντες  προσπάθειες του να ελέγχει τις σκέψεις και ψήφους του λαού.   

Τhe Post: Απόρρρητα Μυστικά: μια αλαζονική ταινία για τα ΜΜΕ που θέλουν να μας σώσουν
από τις λάθους ψήφους μας και συνδέονται με τις κοινωνικές ελίτ

Η τέχνη του Σπίλμπεργκ που θέλει να δείχνει αυτό που θα ήθελε να είχε συμβεί, δε μπορεί να κρύψει την απάτη. Τελειώνοντας την ταινία με μια σκηνή σασπένς γεμάτο κλισέ,  τρώει κόλλημα με την αριστερή φαντασίωση ότι το Σκάνδαλο Ουώτεργκέητ και ο φαρισαϊκός βιτζιλαντισμός που αυτός απελευθέρωσε, συμβολίζει το πολιτικό πεπρωμένο της Αμερικής. Ο κυνισμός του «The Post: Απόρρητα» είναι ανάξιος και χωρίς σημασία.

Πηγή: nationalreview.com

Μοιραστείτε