ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
28 May, 2018
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΝίκος Γκάτσος: Ένας ελληνοπρεπής υπερρεαλιστής

Νίκος Γκάτσος: Ένας ελληνοπρεπής υπερρεαλιστής

Ο Νίκος Γκάτσος (1911-11/5/ 1992) που χάρη στην Αρκαδική του προέλευση είχε υπαίθριες, αγροτικές βαθιά δημοτικές ρίζες, επιχειρεί στην τραγική ατμόσφαιρα της Κατοχής την κεραυνοβόλα σύζευξη τους με τους μοντέρνους τρόπους της ποιητικής ομιλίας. Με την «μαγική συναγροίκηση» του δημοτικού τραγουδιού με την αποθησαύριση του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού, αφομοίωσε σωστά τις ξένες λογοτεχνίες εξελληνίζοντας τες μέσα του. Το καινούριο που κόμιζε είναι ότι θεωρούσε εξαντλημένο τον στίχο του Παλαμά σαν μέθοδο ποιητικής παραγωγής.

Έτσι ανακάλυψε τον ελληνοπρεπή εαυτό του να περπατεί στους δρόμους της μοντέρνας τέχνης και της αυτόματης ποιητικής γραφής. Από την Ασέα της Αρκαδίας, με πλήρη εξάρτηση από τους Έλιοτ, Λόρκα, Κάφκα και Σάρτρ διασταύρωσε την δημοτική παράδοση.

Με την «Αμοργό» του  απάλλαξε το δημοτικισμό από τις υπερβολές του τελετουργικού λυρισμού και, προσαρμοσμένος στο φυσικό τόνο και τρόπο της δημοτικής ομιλίας, ξυπνά μέσα από την ατμόσφαιρα του υπερρεαλισμού τη «μέθη της ράτσας». Έκανε την μάνα του Κίτσου που «λιθοβολεί τον ποταμό» σύνθημα αντίστασης κατά των κατακτητών. Ανάστησε μυστηριακά παραστάσεις απροσδόκητες από τον κόσμο της λαϊκής δημοτικής παράδοσης και τις προσάρμοσε στην αντιστασιακή ψυχολογία της Κατοχής, μέσα από την τεχνητή έστω ατμόσφαιρα του υπερρεαλιστικού ονείρου, και σε μία μετρημένη, όλο περίσκεψη επαναστατικότητα, η οποία φυσικά δεν ενόχλησε τα κατοχικά στρατεύματα.

«Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο

Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι

Μόνο καρτέρει μία στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος

N’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

 Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη

Είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα

Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου

Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης».

Ένας μωραϊτικος και μαζί ταυτόχρονα ρουμελιώτικός ρυθμός ξαναδίνεται στους στερημένους γλωσσοπλαστικούς χειμάρρους του δημοτικισμού με τον κουδουνιστό δεκαπεντασύλλαβο, με κάποιες ωραίες διακυμάνσεις προς τον 16σύλλαβο δίνουν μουσική προέκταση στον ρυθμό. Πρόκειται για ένα λεκτικό ξαναδάσωμα με τολμηρούς ποιητικούς νεολογισμούς που απέδωσε αυτή τη φορά το μαγικό ραβδί του υπερρεαλισμού.

Η «Αμοργός» δεν είναι μονάχα, σε κάποια στρώματα, ένα ποίημα του θανάτου και της φασματικής ζωής. Είναι και ένα ποίημα του έρωτα, που οι γνησιότεροι συγκινημένοι στίχοι της αγάπης πηγάζουν από τα βαθιά κέντρα του υποσυνείδητου.

«Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ’ αστέρια

Τόσους αιώνες φευγάτο

Από των Γότθων την ψυχή κι από τους τρούλους της Βαλτιμόρης

Κι απ’ τη χαμένη Αγιά-Σοφιά το μέγα μοναστήρι».

Ο ίδιος ο ποιητής, αν και «υποπτεύεται ότι είναι αναρχικός», ορίζει την ποιητική του καταγωγή από τους Γερμανούς Ρομαντικούς και ιδιαίτερα από τον Φρ. Χαίλντερλιν. Την ελληνική του δε καταγωγή του στον «Ερωτόκριτο» , τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι.

Κύριο θέμα του ποιήματος είναι η παρουσία του κακού και η καταστροφή του κόσμου που την αντισταθμίζει μια γεμάτη συμπόνοια φευγαλέα αναμονή της ελπίδας. Ο χαμένος, ο ναυαγός δεν θα ξαναγυρίσει, πριν φανούν τα καλά σημάδια στον ερημωμένο κόσμο, όπου τα πάντα μαραίνονται και πεθαίνουν, όπου η αγαπημένη είναι καταδικασμένη από τα παιδικά της χρόνια, και η ζωή θα είναι παντού η ίδια, γιατί δεν υπάρχει λυτρωτικό περιεχόμενο

Έτσι εξηγείται ότι ο ποιητής που συνδύασε την αυστηρότητα του δημοτικού τραγουδιού με τον υπερρεαλισμό συμβολισμό σιωπά πάνω από σαράντα χρόνια και τελικά έγινε γνωστός για τους δρόμους που άνοιξε στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

Το 1991, σπάζοντας την σιωπή του, ο Γκάτσος με το «Κατά Μάρκον τραγούδια» περιγράφει με ζωντάνια, οργή, θλίψη και προφητικότητα την σημερινή Ελλάδα της φθοράς, της διαφθοράς, της σήψης, του χαμού.

Τα «Κατά Μάρκον» νέα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου εκφράζουν με ζωντάνια, οργή, θλίψη και προφητικότητα τη σημερινή Ελλάδα της φθοράς, της διαφθοράς, της σήψης, του χαμού. Είναι τραγούδια “που ’ρχονται” από το βάθος του χρόνου του ελληνισμού. «Πριν από τον κατακλυσμό», όπως αναφέρεται σ’ ένα από αυτά. Είναι τραγούδια ευθύνης, αυστηρότητας, πόνου, θανάτου και ζωής. Τραγούδια που «προσγειώνονται» στην Ελλάδα της διάλυσης του σήμερα για να φέρουν ένα βαρύ μήνυμα για έγερση και συνέγερση όλων των Ελλήνων από το μαύρο κύκλο της καταστροφής που απειλεί χώρα και λαό. Αλλά τα «Κατά Μάρκον» νέα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου αφού, μετά την «προσγείωσή τους» (στον αεροδιάδρομο της σκοτεινιάς του ελληνικού σήμερα) αφήσουν το βαρύ μήνυμά τους, «απογειώνονται» για να πετάξουν πίσω, στο απώτατο ελληνικό παρελθόν. Να αντλήσουνε από αυτό «αθάνατο νερό», που ποτίζει την ελληνική ψυχή διαχρονικά, αλλά και διαποτίζει το ελληνικό πνεύμα και σώμα, αφ’ ενός, για να μεγαλουργήσουν και αφ’ ετέρου, για να απαντέχουνε τον πόνο που προκύπτει απ’ τους αγώνες, τους κατατρεγμούς, τους σκλαβωμούς και τους χαλασμούς του τόπου και των προμάχων του.

Θα ποτίσω μ’ ένα δάκρυ μου αλμυρό
τον καιρό, πικρά καλοκαίρια, 
έμαθα κοντά σου να περνώ, 
Νεκρά περιστέρια
γέμισε η αυγή τον ουρανό.

Θα γυρίσω λυπημένη Παναγιά.
Έχε γεια, μην κλαις το μαράζι, 
μάθε φυλακτό να μην κρεμάς.
Να λες δεν πειράζει, 
θα `ρθει η άσπρη μέρα και για μας.

Και μέσα σε όλα αυτά τα πολλά, γεμάτο μνήμες, οράματα, πόνους, έρωτα, κλάμα, αναζήτηση, πάθος, ευαισθησία, επιτιμήσεις και ανθρωπιά του τραγούδια έρχεται τώρα, ο Νίκος Γκάτσος να προσθέσει (πάνω στον Γαλαξία των Αμοργιανών του τραγουδιών) τα τραγούδια των πιο μεγάλου ελληνικού πόνου τα «Κατά Μάρκον», για να εκφράσει με αυτά  μυκτηρισμό, οργή, πόνο. Με αυτά ο ποιητής τους υψώνει το μαστίγιο κατά πάντων όσοι φθείρουν, διαφθείρουν, ξεπουλούν και προδίδουν αυτό που λέγεται Ελλάδα. Αυτό που αποτελεί υπόσταση του γένους μέσα στην απόσταση που το συγκροτεί και το συγκρατεί. Για να υπάρχει ως κιβωτός πνεύματος. Και όχι ως κιβώτιο που το πετούν από ταρσανά σε καιάδα και από εκεί σε σκουπίδια και σε φωτιά κοντραμπατζήδες, προδότες, δωσίλογοι, διαφθορείς και  μπεχλιβάνηδες.

 

Από Δημητρίου Τσάκωνα: «Ιστορία της Νεολληνικής Λογοτεχνίας και Πολιτικής κοινωνίας». Τόμος Έκτος. Κριτική τοποθέτηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου («Εκδόσεις Σόφρων») σελ 260- 264.

Μοιραστείτε