ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ακολουθήστε μας:
17 November, 2018
ΚεντρικήΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΛόρδος Βύρων – Το Έπος της Ζωής του. Μέρος Α’: Από το Λονδίνο στην Αθήνα

Λόρδος Βύρων – Το Έπος της Ζωής του. Μέρος Α’: Από το Λονδίνο στην Αθήνα

Ένα τρίπτυχο αφιέρωμα του Andro στον μεγάλο ποιητή και φιλέλληνα, που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, το 1824.

του Μιχάλη Σκαφίδα

Η πρώτη γειτονιά του λόρδου Βύρωνα στην Αθήνα ήταν του Ψυρρή. Οδός Θέκλας, στο σπίτι της χήρας του Άγγλου πρόξενου. Υπήρχαν όμορφες λεμονιές στο κήπο και τρεις πανέμορφες κόρες στο σπίτι, τις οποίες –όπως θα δούμε παρακάτω– ευχαριστήθηκε ο λόρδος πιο πολύ απ’ τις λεμονιές. Η Αθήνα δεν ήταν τότε στις μεγάλες της ομορφιές, για τον Βύρωνα όμως ήταν σκέτο όνειρο. Προτού εξελιχτεί σε μια ακόμα παγκοσμιοποιημένη πρωτεύουσα των Στάρμπακς και του καυσαερίου, η Αθήνα μεσουρανούσε κάποτε ως η πιο μυθική κοιλάδα των ονείρων. Όσοι έφταναν ως εκεί από το εξωτερικό, με πλοία ή με άμαξες, αισθάνονταν πως μόλις είχαν πραγματοποιήσει μια ομηρική περιπέτεια – συναισθηματική και ταξιδιωτική.

Δεν χωρούσε αμφιβολία πως πάνω στην κόψη αυτής της ηλιοψημένης διαμαντόπετρας που, για τους αθεράπευτα ρομαντικούς και τους φιλέλληνες, υπήρξε κάποτε της γης το δαχτυλίδι, είχε συμβεί μια φοβερή μεταλλαγή και ο ανθρώπινος νους απέδρασε από το κελί της ζωώδους ύπαρξης για να δημιουργήσει τον πολιτισμό. Ο Δαρβίνος, που τα εξήγησε καλύτερα στη θεωρία της εξέλιξης, δεν είχε καθόλου την κλασική Ελλάδα κατά νου ως αφετηρία της εξελικτικής πορείας, αλλά ο λόρδος Βύρων έφτασε στην Αθήνα το 1809, δηλαδή τρεις περίπου δεκαετίες προτού το αστέρι του συμπατριώτη του, του Δαρβίνου, πρωτοστατήσει στα ουράνια της διανόησης και της επιστήμης.

Παρότι γεννήθηκε κουτσός, ήταν άσος στην πυγμαχία και την ξιφομαχία, αλλά η μεγάλη του αδυναμία παρέμενε το κολύμπι. Κολυμπούσε καθημερινά στον Πειραιά για μια ώρα.

Πριν από την εποχή του Δαρβίνου, οι ρομαντικοί ποιητές και καλλιτέχνες φαντάστηκαν τον άνθρωπο ως μια θεϊκή έκρηξη της φύσης, ένα δημιούργημα τόσο ανεξήγητο, υπέροχο και αποτρόπαιο συνάμα, που μέσα στα απροσδιόριστα όρια της αυτοδυναμίας και του πεπρωμένου του ήταν ικανό να μεγαλουργήσει και να καταστρέψει. Ανάμεσα στον Φάουστ και στον Φρανκενστάιν η ευχή της ποίησης και η κατάρα της επιστήμης ανέτειλαν ως οι δύο αντίθετοι πόλοι της σύγχρονης εποχής. Και ήταν ανάμεσα σε αυτούς τους πόλους που ρομαντικοί ποιητές όπως ο Βύρων αναζήτησαν το νόημα της ζωής μέσα από την πεζή καθημερινότητα της ευμετάβλητης ανθρώπινης φύσης και την ασημαντότητα της σάρκας στο χρόνο. «Πόσο λίγα ξέρουμε γι’ αυτό που είμαστε!» γράφει ο Βύρων. «Πόσο λιγότερα ακόμη, γι’ αυτό που θα γίνουμε! Το αέναο κύμα/Του χρόνου και της παλίρροιας κυλά και παρασύρει μακριά τις φυσαλίδες μας/Η μια σκάει, μια καινούρια ξεπηδά/μεσ’ από τον αφρό των αιώνων».

Ο πατέρας του, γνωστός ως «Mad Jack», ήταν ένας αθεράπευτος μεθύστακας που εξανέμισε όλη την οικογενειακή περιουσία.

Η αγγλική ρομαντική περίοδος, που ξεκίνησε με τον Ουίλιαμ Μπλέικ στα τέλη του 18ου αιώνα –στον Μπλέικ ανήκε ο διάσημος αφορισμός «ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της σοφίας» που σημάδεψε τη ψυχή των Ρομαντικών–, και ολοκληρώθηκε με την πρώτη (ανώνυμη) έκδοση του προφητικού «Φρανκενστάιν» της Μαίρης Σέλεϊ, το 1818, ήταν η καλύτερη περίοδος για να είναι κανείς λογοτέχνης. Όχι ότι δεν υπήρξαν σπουδαιότεροι λογοτέχνες μετά τους Ρομαντικούς, αλλά οι Ρομαντικοί υπήρξαν αυτό που δεν έγιναν οι επόμενοι: σταρ. Στην εποχή του Νταν Μπράουν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς το πώς θρυλικοί Ρομαντικοί ποιητές όπως ο Ουίλιαμ Ουερντσγουέρθ, ο Πέρσι Σέλεϊ, ο Βύρων και ο Τζον Κιτς ήταν για την εποχή τους ό,τι είναι ο Τζον Λένον, η Μαντόνα και ο Έμινεμ για τη δική μας: ποπ ινδάλματα που κατέκτησαν τις καρδιές εκατομμυρίων θαυμαστών όχι μόνο με την ευστροφία της τέχνης τους, αλλά επίσης, μέσα από τα πισωγυρίσματα, τα πάθη και τις αδυναμίες της ιδιωτικής τους ζωής.

Περιττό να αναφέρει κανείς πως ο Βύρων υπήρξε ο δημοφιλέστερος και ας μην ήταν απαραίτητα ο καλύτερος από όλους του είδους του. Οι απανταχού διδάκτορες λογοτεχνίας μπορεί σήμερα να πασχίζουν να εξηγήσουν στη γενιά του iPhone, γιατί ο Ουερντσγουέρθ ή ο Κιτς υπήρξαν καλύτεροι ποιητές από τον Βύρωνα, αλλά ξεχνούν πως, βάσει των δεδομένων της εποχής του Νταν Μπράουν, ο Βύρων θα είχε μπει στο εξώφυλλο του Vanity Fair περισσότερες φορές από τον Μπραντ Πιτ, ενώ οι υπόλοιποι Ρομαντικοί απλώς θα απασχολούσαν τις λογοτεχνικές επιθεωρήσεις.

Ο διασημότερος Ρομαντικός λόρδος της Αγγλίας ήταν ένας πρίγκιπας της παλίρροιας που δεν πρόλαβε να πνιγεί από τον αφρό των αιώνων. Πνίγηκε από μόνος του μέσα στο αίμα, την αμφιβολία και την απερισκεψία του ηρωισμού του. Το είχε πει άλλωστε και ο ίδιος: «ο ηρωισμός συνίσταται ακριβώς στο να μην επιτρέψεις στο σώμα να φρενάρει την απερισκεψία του πνεύματος». Αντί για πέννα και μελάνι βαστούσε γιαταγάνι και κυκλοφορούσε με αλβανικές φορεσιές.

«Όμορφος και παραμορφωμένος, σοβαρός και ευτράπελος, ασελγής και περιστασιακά φιλάργυρος, κάτοχος μιας λυσσασμένης εξυπνάδας, παγιδευμένης όμως στη μαγεία και στο δόλο ενός παιδιού».

Στο Λονδίνο νόμιζαν ότι του είχε στρίψει. Μπορεί και να είχαν δίκιο. Διότι ο Βύρων δεν ξεψύχησε καν στην ηλιόλουστη κοιλάδα των ονείρων του κάτω από το βράχο του Παρθενώνα, αλλά σε μια λασπωμένη παραγκούπολη πλάι σε λιμνοθάλασσα όπου τον οδήγησε η μοίρα. Έμοιαζε με τον Άδη και έφτασε ως εκεί –όπως όλοι οι μυθικοί ταξιδιώτες με προορισμό το βασίλειο των σκιών– με πλεούμενο και σκοτισμένο ένστικτο. Οι Έλληνες αυτό το μέρος το έλεγαν Μεσολόγγι. Οι Άγγλοι μπορεί και να μην το είχαν ακούσει ποτέ, αλλά χάρη στο Βύρωνα ακόμα αναρωτιούνται αν προφέρεται Missolonghi ή Messolongi.

Μεγάλωσε υπό την αποκλειστική φροντίδα της μητέρας του, Κάθριν Γκόρντον Μπάιρον, μιας αυστηρής Σκοτσέζας που ο ίδιος αργότερα θα χαρακτήριζε ως «χοντροκομμένη» και θα ανέπτυσσε μαζί της μια σχέση αγάπης και μίσους.

Στην Αθήνα του 1811, ωστόσο, όπου συναντάμε τον ήρωά μας, ο Βύρων είναι γεμάτος από ζωή, ήλιο και αισιοδοξία. Ο θάνατος μπορεί να του έχει στήσει καρτέρι στο Μεσολόγγι, δεκατρία χρόνια αργότερα, ο ποιητής μας όμως είναι βέβαιος πως μόλις έχει ξεφύγει από τα δόντια του, διότι γι’ αυτόν ο Άδης είναι η Αγγλία. Η αριστοκρατία, η βροχή, οι μπερδεμένοι έρωτες, οι φονικές αλήθειες, οι πολλαπλοί οργασμοί, οι λογαριασμοί…ω, δεν θέλει ούτε να τα θυμάται. Έχει φύγει από την οδό Θέκλας, όπου συγκατοίκησε στην αρχή με τον φίλο του, Τζον Χομπχάους, και φιλοξενείται στο μοναστήρι των Καπουτσίνων στην Πλάκα. Καβαλάει το άλογό του κάθε μεσημέρι και κατηφορίζει από εκεί ως τον Πειραιά για να κολυμπήσει. Ο πολυπόθητος, όσο και ευπόρθητος ποιητής –ντελικάτο σώμα, αγγελικό πρόσωπο, ακαταμάχητο χαμόγελο, ανεξάντλητη λίμπιντο– δεν θα μπορούσε να απέχει πιο πολύ από το προφίλ ενός ασθενικού ομοτέχνου του όπως ο Κιτς.

Παρότι γεννήθηκε κουτσός, ο Βύρων ήταν άσος στην πυγμαχία και την ξιφομαχία, αλλά η μεγάλη του αδυναμία παρέμενε το κολύμπι. Από τότε που πέρασε κολυμπώντας τον Ελλήσποντο –του πήρε μιάμιση ώρα– είχε να καυχιέται πως το πνεύμα του και το κορμί του βρίσκονταν σε τέτοια φυσική αρμονία που μόνο τη στιγμή του οργασμού μπορούσαν και να τα δύο να ενωθούν και να αναμετρηθούν σε μια θριαμβευτική κραυγή ανακούφισης και επιβεβαίωσης.

Δεν ήταν μυστικό πως ο Βύρων αναζητούσε τον έρωτα, όπως και τη θάλασσα, όπου βουτούσε με πάθος και κολυμπούσε καθημερινά στον Πειραιά για μια ώρα. Γι’ αυτό και μόνο στη σκέψη της Αγγλίας τουρτούριζε. «Ακόμη και αν δεν υπήρχε η μαγεία του ονόματος…, η θέση και μόνον της Αθήνας θα αρκούσε για να είναι μοναδική στα μάτια όλων όσοι αγαπούν την τέχνη και τη φύση», σημείωσε σ’ ένα γράμμα του εκείνη τη χρονιά. «Το κλίμα, σ’ εμένα τουλάχιστον, φάνηκε μια αιώνια άνοιξη: για οκτώ μήνες δεν πέρασε μια μέρα που να μη βρίσκομαι άλλες τόσες ώρες, καθημερινά, στη σέλα του αλόγου μου: η βροχή είναι πολύ σπάνια, στα πεδινά δεν χιονίζει ποτέ, και μια συννεφιασμένη μέρα αποτελεί εξαίρεση, και μάλιστα ευχάριστη».

Ο Βύρων αγαπούσε την Ελλάδα, τους ανθρώπους της, τις ατέλειές τους, την αρχαία ιστορία της. Και, πάνω απ’ όλα, την ιδέα ότι η εξαθλιωμένη από την Τουρκοκρατία χώρα χρειαζόταν έναν Δον Κιχώτη να εμφανιστεί από το πουθενά… (Στη φωτογραφία «Το όνειρο του λόρδου Βύρωνα», πίνακας εμπνευσμένος από το ποίημά του «Το όνειρο»).

Για τον Βύρωνα η Ελλάδα ήταν γενικότερα «η αψίδα της σκέψης, το παλάτι της ψυχής». Αγαπούσε τη θάλασσά της, τους ανθρώπους της, τις ατέλειές τους, την αρχαία ιστορία της και, πάνω απ’ όλα, την ιδέα ότι μια εξαθλιωμένη χώρα, όπως η τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, χρειαζόταν επειγόντως έναν Δον Κιχώτη να εμφανιστεί από το πουθενά. Όπως είχε ήδη ισχυριστεί ο διάσημος ποιητής και φίλος του, Πέρσι Σέλεϊ, στο ποίημά του «Ελλάς», «είμαστε όλοι Έλληνες!»

Οι Ρομαντικοί ήταν γενικότερα τόσο ενθουσιασμένοι με την ιδέα της κλασικής Ελλάδας που σπάνια άφηναν την οικτρή πραγματικότητα της οθωμανικής Ελλάδας να τους απογοητεύσει. Σαν τον Δον Κιχώτη κοιτούσαν συντρίμμια κι έβλεπαν παλάτια και πύργους. Είναι παράδοξο πώς ο ίδιος ο Βύρων είχε γεννηθεί σε μια χώρα που πάνω κάτω διέφερε από την Ελλάδα όσο και η Ελλάδα του Κολοκοτρώνη. Η Αγγλία ήταν μια φονική πατρίδα για τον ποιητή: ψυχρή και ανελέητη, υποκρίτρια και ψηλομύτα, απόμακρη και γκρίζα, ένδοξη όσο και ύπουλη.

Πολύ προτού μιλήσει κανείς δημοσίως για το αδιάντροπο πλιάτσικο του λόρδου Έλγιν στον Παρθενώνα, ήταν ο Βύρων που δήλωνε δημόσια στους Άγγλους ότι «η τιμή της Αγγλίας ποτέ δεν θα αποκατασταθεί μετά τη λεηλασία της Αττικής». Και όσο όλη η Ευρώπη θεοποιούσε τον Άγγλο στρατηγό Ουέλινγκτον μετά τη νίκη του Βοναπάρτη στο Βατερλό, αυτός δεν έκρυβε τη συντριβή του, διότι θεωρούσε τον Ναπολέοντα τον μόνο αληθινό ήρωα που γέννησε η Ευρώπη, αφιερώνοντάς του το ποίημα του «Ωδή στον Ναπολέοντα». Ο «παράλογος θαυμασμός του» (όπως τον χαρακτήρισε) ένας παρατηρητής της εποχής) για εκείνον ήταν ίσως ένα από τα μεγαλύτερα κρίματα του Βύρωνα στα μάτια των συμπατριωτών του. Δεν είχε λοιπόν κανένα λόγο να αγαπάει τους Άγγλους ούτε εκείνοι αυτόν. «Ποιος Θεός αποφάσισε ότι αυτός ο παράδοξος άνδρας έπρεπε να γεννηθεί ανάμεσά μας;» ειρωνεύτηκε κάποτε ένας άσπονδος Άγγλος φίλος του.

To Nιούστεντ, το γοτθικό ερείπιο που κληρονόμησε ο Βύρων στα δέκα του χρόνια, μετά το θάνατο του θείου του, πέμπτου βαρόνου Μπάιρον.

Όπως παρατηρεί η Ιρλανδέζα συγγραφέας Έντνα Ο’ Μπράιεν στη βιογραφία της «Λόρδος Μπάιρον, Οι έρωτές του», η οποία σε πολλά σημεία αντιγράφει την μυθιστορηματική βιογραφία του Αντρέ Μορουά «Λόρδος Μπάιρον», που γράφτηκε το 1930 και κυκλοφόρησε στα ελληνικά τη δεκαετία του ενενήντα, από τη μέρα που γεννήθηκε ο Βύρων «όλα σχετικά με αυτόν ήταν ένα παράδοξο. Όμορφος και παραμορφωμένος, σοβαρός και ευτράπελος, ασελγής και περιστασιακά φιλάργυρος, κάτοχος μιας λυσσασμένης εξυπνάδας, παγιδευμένης όμως στη μαγεία και στο δόλο ενός παιδιού».

Πολύ προτού μιλήσει κανείς δημοσίως για το πλιάτσικο του λόρδου Έλγιν στον Παρθενώνα, ο Βύρων δήλωσε: «Η τιμή της Αγγλίας ποτέ δεν θα αποκατασταθεί μετά τη λεηλασία της Αττικής».

Ήρθε στον κόσμο μια μέρα στο Λονδίνο όπου είχε παγώσει ακόμα και ο Τάμεσης. Ήταν Ιανουάριος του 1788. Ο μικρός γεννήθηκε με στρεβλοποδία στο δεξί του πόδι, όλα όμως τα υπόλοιπα πάνω του ήταν γοητευτικά: καστανά μαλλιά, φυσική χλομάδα, αλαβάστρινοι κρόταφοι, γκρίζα μάτια, καθώς επίσης και, όπως τονίζει η Ο’ Μπράιεν, «μια «σαγήνη στην οποία ούτε οι άνδρες ούτε οι γυναίκες μπορούσαν να αντισταθούν». Θα τον έλεγαν Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον και θα μεγάλωνε υπό την αποκλειστική φροντίδα της μητέρας του, Κάθριν Γκόρντον, μιας αυστηρής Σκοτσέζας που ο ίδιος αργότερα θα χαρακτήριζε ως «χοντροκομμένη» και θα ανέπτυσσε μαζί της μια σχέση αγάπης και μίσους.

«The Funeral of Shelley», έργο του Louis Édouard Fournier (1889). «Ο Σέλεϊ υπήρξε ο καλύτερος και ο λιγότερο εγωιστής άνθρωπος που γνώρισα ποτέ μου», έγραψε ο Βύρων ‒πρώτος από δεξιά στον πίνακα.

Ο πατέρας του, ευρύτερα γνωστός ως «Mad Jack», ήταν ένας αθεράπευτος μεθύστακας ο οποίος πέθανε αφού πρώτα κατάφερε να εξανεμίσει όλη την οικογενειακή περιουσία, συμπεριλαμβανομένης και της προίκας της συζύγου του, που την έφαγε στα χαρτιά. Δεν μπόρεσε καν να παραβρεθεί στο Λονδίνο για τη γέννα του μοναχογιού του διότι τον καταζητούσαν οι αρχές για παλιά χρέη και φυγαδεύτηκε στη Γαλλία. Ο Τζορτζ, ωστόσο, είχε άστρο: όταν πέθανε ένας ξάδελφός του, η μητέρα του ειδοποιήθηκε πως ο δεκάχρονος γιος της ήταν ο τελευταίος εν ζωή κληρονόμος της περιουσίας και του τίτλου του ξαδέλφου του.

Εν μιά νυκτί ο πιτσιρικάς είχε αναβαθμιστεί από κουτσός γιος του αξιοκαταφρόνητου «Mad Jack» σε μικρό λόρδο: απέκτησε κάστρο, τίτλο, εισόδημα και το δικαίωμα να γραφτεί σε ένα από τα σχολεία όπου πήγαιναν τα βλαστάρια της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Δεν υπήρξε περίοδος προσαρμογής και μεταμόρφωσης: στα δέκα του απλώς κοιμήθηκε ένα βράδυ ως Τζορτζ και το πρωί ξύπνησε ως λόρδος Βύρων. Όπως και στα παραμύθια, περπάτησε από το όνειρο στην πραγματικότητα και όλοι του χαμογέλασαν. Ο ανήλικος λόρδος είχε κάτι παραπάνω από τίτλο και όμορφο πρόσωπο. «Έχει μυαλό στο βλέμμα του», παρατήρησε ένας συγγενής, παρότι ήταν ακόμα νωρίς για να προβλέψει κανείς ότι αυτός ο αναπάντεχος λόρδος θα γινόταν ο πιο φλογερός ποιητής της εποχής του.

Μοιραστείτε